Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020




ARTHUR BROWN




Psychedelic Sailors





H ψυχεδελική εμπειρία, σε όρους χρήσης ναρκωτικών, μπορεί να σήμαινε την εξερεύνηση νέων διαστάσεων του μυαλού και των αισθήσεων. Σε όρους μουσικής όμως σήμαινε την εξερεύνηση νέων διαστάσεων του ήχου. Ιδιαιτέρως στα τέλη της δεκαετίας του '60, η ψυχεδελική περίοδος επέτρεψε στους μουσικούς να ζωγραφίσουν ηχητικές εικόνες που πριν δεν είχαν οραματιστεί ούτε καν σαν πιθανότητες. Αν και σατιρίστηκαν ή απορρίφθηκαν από κάποιους κριτικούς ως περιττές και απλοϊκές, δεν υπήρξε ποτέ τόσο ρίσκο και τέτοιο ΄τέντωμα΄ των ορίων της rock όσο υπήρξε στην ψυχεδέλεια. Τα ναρκωτικά μπορεί να έπαιξαν ένα μέρος στην δημιουργία της ψυχεδελικής rock, αλλά δεν θα είχαν κάνει τίποτα αν οι μουσικοί δεν είχαν γόνιμες και δημιουργικές φαντασιώσεις σε πρώτη θέση. Είναι εκείνη η αίσθηση της φαντασίας και της πιθανότητας, παρά το πάθος για ένα soundtrack στα ταξίδια με το LSD, που μας τραβάνε πίσω στους καλύτερους από εκείνους τους ακούραστους και συναρπαστικούς ψυχεδελικούς δίσκους σήμερα. Πολλά ήταν τα σχήματα που βαπτίσθηκαν στην ψυχεδελική rock σε διάφορα σημεία στην καριέρα τους. Ίσως η θητεία του Arthur Brown στους The Crazy World of Arthur Brown σπανίως έχει εξετασθεί στο βάθος που της αρμόζει μέχρι τώρα, εξαιτίας της ασυναγώνιστης ταχύτητας της εμπορικής και αρτιστικής του ανόδου και πτώσης. Ο Brown χρησιμοποιούσε την φωνή του και τους στίχους για να εξερευνήσει απαγορευμένα μέρη και εικόνες του μυαλού.

Fire (1968)


"I am the god of hellfire and I bring you...FIRE!!!"

Αν υπάρχει κάτι που να έχει ειπωθεί, για το οποίo ο Arthur Brown είναι γνωστός σε όλο τον κόσμο αυτό είναι σίγουρα αυτή η δαιμονική επίκληση που εκτόξευσε το διεθνές του τρακ "Fire" στην κορυφή των charts.
Είναι δύσκολο να συμφιλιώσεις την εικόνα του ανθρώπου με την νεκρική μάσκα και το κράνος που βγάζει φωτιές με τον γλυκομίλητο, λεπτό και ευθυτενή Εγγλέζο. Ένας άνθρωπος μπορούσε να συγκριθεί μαζί του, ο οποίος είναι λιγότερο γνωστός στη χώρα μας κι αυτός λεγόταν Screaming Lord Sutch. Ο ίδιος ο Sutch είχε πει στον Brown όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του '60: "Αυτό που έκανα εγώ ήταν απλά λίγο γέλιο και μασκάρεμα. Ότι μου αρέσει σε αυτό που κάνεις εσύ Arthur είναι ότι το κάνεις αληθινή θεατρική παράσταση. Δεν είναι μόνο κόλπα και γέλια".
Ο "Θεός της Φωτιάς της Κολάσεως" δύσκολα είναι μία απειλητική φιγούρα ή ένας κακομαθημένος rock star, όταν αποκρίνεται με ενθουσιασμό στα κολεγιόπαιδα που τον χαιρετάνε στον δρόμο, καθώς πηγαίνει στο κατάστημα με τις υγιεινές τροφές για να αγοράσει κέικ με γέμιση βερίκοκο για το τσάι του. Ξέρει πότε να γυρίσει το διακόπτη του star στο on και πότε στο off. Σε κάθε περίπτωση, παρά το τι θα σκεφτόσασταν, το "Fire" ήταν μόλις ένα στοιχείο από αυτά που έκανε και μόνο ένα προσωπείο ενός άνδρα που με δεξιοτεχνία έπαιξε τόσους πολλούς ρόλους σαν frontman του rock 'n' roll. Μπορεί το "Fire" να ήταν το μοναδικό του χιτ, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι ο άνδρας και η μουσική του είναι πολύ πιο περίπλοκα από αυτό που στερεοτυπικά αποκαλούμε one-hit wonder.

Nightmare (1968)




Το άλμπουμ The Crazy World of Arthur Brown που περιέχει το "Fire" ήταν μία αποκορύφωση από αποκλίνοντες τομείς-R&B, jazz, όπερα, ποίηση, θέατρο και φιλοσοφικές μελέτες-με τα οποία είχε ασχοληθεί ο Brown μία δεκαετία πριν την κυκλοφορία του το 1968. Αντίθετα με την αντίληψη για τον Brown ως one-hit wonder, το άλμπουμ αποκάλυψε πολλές όψεις ενός ανθρώπου αποφασισμένου να ταξιδέψει διαμέσου της κόλασης και πιο πέρα και θα μπορούσε να είχε αγκαλιαστεί ως το πρώτο rock κόνσεπτ άλμπουμ, αν τον είχαν αφήσει να το δομήσει σύμφωνα με το αρχικό του όραμα. Πιθανώς, όπως πολλές φορές έχω γράψει σε αυτό το blog, το 1968 ήταν η μοναδική χρονιά που θα μπορούσε ένα τέτοιο παράξενο single και άλμπουμ να φτάσει στην κορυφή των Top Ten. Ο Brown έχει στην πραγματικότητα συνεχίσει να εξερευνά πολυάριθμες-στα όρια-κατευθύνσεις στην μουσική του και στην ζωή του τα επόμενα 50 χρόνια, αλλά εκείνη ήταν απλά η μοναδική φορά που η μούσα του συνάντησε το δρόμο που οδηγούσε στις αγορές. Εκ των υστέρων κοιτάζοντας, η επιτυχία αυτή ήταν κάτι σαν ατύχημα, που ο Brown ποτέ δεν ήθελε ιδιαίτερα ή να μετάνιωσε που την έχασε, μετά την καταστροφή του γκρουπ με το όνομα The Crazy World of Arthur Brown στα τέλη της δεκαετίας του '60. Το The Crazy World of Arthur Brown ήταν το πρώτο άλμπουμ του καλλιτέχνη, αλλά ο Brown είχε τραγουδήσει επαγγελματικά σχεδόν από τις αρχές των 60ς, συνήθως σε πολύ πιο συμβατικά γκρουπ.






 Ακούγοντας trad (traditional) jazz μπάντες στο Λονδίνο κάπου στην αλλαγή της δεκαετίας (από το '50 στο '60), μερικά χρόνια πριν οι Beatles δώσουν το εναρκτήριο λάκτισμα στην Αγγλική rock, του μεταδόθηκε το μικρόβιο να κάνει μουσική. "Όταν άρχιζαν τον αυτοσχεδιασμό πήγαινα σε άλλο σύμπαν", θυμάται με ευχαρίστηση ο Brown και μικρό μέρος από αυτόν τον ενθουσιασμό έχει ξεθωριάσει μετά από τόσα χρόνια. "Με κάποιο τρόπο έχασα όλες τις κοινωνικές μου αναστολές για εκείνες τις στιγμές. Όταν μου πέρασε όλο αυτό και επανήλθα σκέφτηκα, ΄ω Θεέ μου αυτό θα κάνω΄". Η δέσμευση του Brown να παρουσιάσει έγινε σοβαρή όταν στις αρχές των 60ς πήγαινε στο Reading University, πρώτα σε trad jazz μπάντες σαν μπασίστας και τραγουδιστής, επίσης σε ένα folk ντουέτο και μετά σε ένα μοντέρνο jazz κουιντέτο. Μαγεμένος από την κλασική ηχογράφηση του Live at the Apollo, του James Brown, πήγε στην R&B και στη soul ως μέλος των Southwest Five, διασκευάζοντας κομμάτια του Brown, του Ray Charles, του Little Johnny Taylor και του Bobby Bland. Αν κάτι ξεχώριζε τον Brown από τις λεγεώνες άλλων Άγγλων R&B καλλιτεχνών τότε, δεν ήταν το ρεπερτόριο, αλλά η φωνή του με μία οπερετική ποιότητα-δραματικά ηχηρή στο κατώτερο άκρο της και ευέξαπτα διαπεραστική στο ανώτερο-πράγμα σπάνιο ανάμεσα στους τραγουδιστές της rock εκείνης ή και οποιασδήποτε άλλης εποχής. Ένα παράξενο μοναδικό single, το "You Don't Know", ηχογραφήθηκε στα μέσα των 60ς για φιλανθρωπικό σκοπό με τους Diamonds και δείχνει την πλούσια φωνή του, με τα ουρλιαχτά που υπονοούσαν τρέλα και διάθεση για απειλητικά-με ρίζες από την R&B-chord progressions.

You Don't Know (1965)




Υπήρχε περισσότερο σκληρή εκπαίδευση να γίνει, σε μία δουλειά που βρήκε στο Παρίσι, κάνοντας την ίδια μουσική, επτά νύχτες την εβδομάδα, στο ίδιο κλαμπ. Το Ennui με τις διασκευές της soul προσδοκούσε από live μπάντες το 1966 να αναπτύξει μία πιο ορίτζιναλ προσέγγιση. "Βαρεθήκαμε. Ήταν ένα πολύ άγριο κλαμπ, με πολύ άγριο κοινό. Έτσι μας ενθάρρυναν να κάνουμε όλους τους τύπους αυτοσχεδιασμού. Υπήρχε ένας άνεμος ελευθερίας. Απλά επιτρεπόταν όλο το θεατρικό-να λες ιστορίες, να κάνεις μιμήσεις του στρατηγού DeGaulle, οτιδήποτε θα έφερνε διαφορετική διάθεση στο κλαμπ. Ήταν κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου που ξεκίνησα να θέλω να κάνω κάτι που ήταν θεατρικό, μουσικά και οπτικά. Ο λόγος για να το κάνω οπτικά ήταν επειδή το σκηνικό και οι συμβολισμοί που χρησιμοποιούσα, δεν ήταν στη rock τότε, τουλάχιστον στην Αγγλία.  Το "The Devil's Grip" (που θα γινόταν το ντεμπούτο single του) δεν ήταν κάτι που οι άνθρωποι είχαν αντιμετωπίσει στην μουσική μέχρι τότε. Χρειαζόταν κάτι ώστε οι άνθρωποι να ακούσουν τα λόγια, επειδή αν απλά άκουγαν σαν να ήταν νορμάλ μουσική, θα το απέρριπταν. Με την οπτική εικόνα, έγινε κάτι άλλο...όλο μαζί".
Κάνοντας ένα backing τρακ για μία ταινία του Roger Vadim το 1966, που πρωταγωνιστούσε η Jane Fonda (La Curee, που έγινε στην Αμερική The Game Is Over), o Brown έβγαλε αρκετά χρήματα για να επιστρέψει στην Αγγλία.

Don't Tell Me (1966)




Εκεί συνάντησε έναν από τους πιο υποτιμημένους παίκτες του keyboard της δεκαετίας του '60, τον Vincent Crane, που το background του ήταν ένα παρόμοιο συνονθύλευμα του κοινού μαζί με το avant-garde. Αν και ο Crane είχε ηγηθεί σε ένα δικό του R&B γκρουπ, επίσης τον έλκυε το γεγονός να αναμίξει την rock με άλλα είδη. Το 1966 δούλεψε ως μουσικός διευθυντής στο Word Engine, ένα σόου με ποίηση, θέατρο και μουσική, συμπεριλαμβανομένου του ποιητή Pete Brown (που σύντομα θα έγραφε στίχους με τον Jack Bruce για τα κλασικά των Cream, όπως το "White Room"). Μία αγγελία στη Melody Maker έφερε τον ντράμερ Drachen Theaker και το γκρουπ αποφάσισε να κάνει την αρχή ως τρίο χωρίς κιθάρα, μία ασυνήθιστη κίνηση σε μία περίοδο που οι ήρωες της ηλεκτρικής θεάς έφταναν στο απόγειο της δόξας. Ένας νέος ήχος άρχισε να παίρνει σχήμα, που αν και ήταν αγκιστρωμένος στην R&B και στην rock, ήταν πιο εκλεκτικός και σοκαριστικός σε δομή και εκτέλεση.
"Θα κάναμε υλικό ημι-κλασικό, rock, R&B, soul, Ινδικού τύπου προσεγγίσεις-οτιδήποτε" λέει ο Brown με ενθουσιασμό. "Ο Vincent ήταν ικανός να απορροφήσει διάφορες επιρροές. Είχε πάει στο Trinity School of Music και μπορούσε να παίξει κλασική μουσική πολύ όμορφα. Επίσης μπορούσε να παίξει μοντέρνα jazz, boogie-woogie, pop. Σε μία περιοδεία πήρε 21 άλμπουμ του James Brown και τα άκουσε ατέλειωτες ώρες. Αγαπούσε την μουσική του music hall, τους Gilbert and Sullivan, οτιδήποτε είχε μέσα του πνεύμα. Περιστασιακά θα καθόταν με μία κιθάρα και θα τραγουδούσε ωραίες folk μελωδίες. Και μπορούσε να διαβάσει μουσική, να κάνει σύνθεση, να γράψει μουσική, να ενορχηστρώσει, να την μεταφέρει στο κοινό. Επειδή ήταν μόνο ντραμς και keyboard δεν χρειαζόταν να πούμε ΄με ποια νότα να πάμε;΄ Επειδή ήταν απλά μόνο keyboard. Ο Vince θα πήγαινε οπουδήποτε και εγώ θα ήμουν εκεί μαζί του. Έτσι γίναμε πολύ ελαστικοί. Μπορούσαμε να πάμε μουσικά όπου θέλαμε κατά την διάρκεια ενός κομματιού και πάλι να επιστρέψουμε εκεί που ξεκινήσαμε. Έτσι έμαθα πώς να κάνω πολύ ποιητικό αυτοσχεδιασμό, που δεν είχε γίνει ποτέ μέχρι τότε. Θα μιλούσαμε ποιητικά με απλούς ρυθμούς. Όλα ήταν σε στάδιο εξερεύνησης".
Όταν το γκρουπ που τώρα λεγόταν The Crazy World of Arthur Brown, άρχισε να παρουσιάζει, "Τραγουδούσαμε όλα τα τραγούδια που αργότερα θα γίνονταν δημοφιλή στο underground κοινό. Αλλά το να βρεις μια αγορά για όλο αυτό ήταν κάτι πολύ κοντά στο απίθανο. Ήταν λίγο περισσότερο εξωφρενικό και δεν υπήρχε underground κύκλωμα". Ο Brown πήγε ακόμα και σε ένα pop-soul σχήμα τους The Foundations (πολύ πριν το μεγάλο τους χιτ "Baby, Now That I Found You") για ένα μήνα στις αρχές του 1967 για να κάνει λίγη δουλειά. Μετά ο παραγωγός δίσκων και αντικομφορμιστής ιμπρεσάριος Joe Boyd είδε τους The Crazy World of Arthur Brown και είπε "Θα σας δώσουμε μία ευκαιρία στο κλαμπ UFO". Και το λάτρεψαν. To κλαμπ UFO του Λονδίνου, στο οποίο ο Boyd δούλεψε ως μουσικός διευθυντής, ήταν σε λειτουργία μόνο γύρω στον ένα χρόνο, αλλά έχει πετύχει μυθικό στάτους ως το επίκεντρο του Αγγλικού ψυχεδελικού underground κινήματος. Ένας αριθμός από τις καλύτερες αρχικά Αγγλικές ψυχεδελικές μπάντες έχτισαν το κοινό τους εκεί, ιδιαιτέρως οι Pink Floyd, αλλά επίσης οι πιο cult Soft Machine και οι Tomorrow, όπως επίσης και οι The Crazy World of Arthur Brown. "Η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική από την συνηθισμένη pop ατμόσφαιρα" εξηγεί ο Brown. "Οι λυρικές έννοιες ήταν πιο ποιητικές, πιο ρεαλιστικές. Η μουσική εξερευνούσε ένα εσωτερικό τοπίο, όχι απλά το παλαιό-αν και ήταν λαμπρό-τοπίο του Chuck Berry, το οποίο ήταν ένα πιο εξωτερικευμένο σκηνικό. Η μουσική ξεπήδησε από την μήτρα της pop μέχρι τότε, επιτρέποντας να κάνει την εμφάνιση του ό,τι είχε παρουσιαστεί μόνο στην μοντέρνα jazz, δηλαδή ο αυτοσχεδιασμός, παίζοντας με τα ηλεκτρονικά. Το 50% των δικών μας έργων ήταν αυτοσχεδιασμός".

Come and Buy (1968)




Ένα μεγάλο μέρος της σκηνικής τους παρουσίας ΄ανδρώθηκε΄ δίπλα στην τραγουδοποιία τους, η οποία αναπτυσσόταν προοδευτικά με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στην εξερεύνηση ακραίων συμπεριφορών και ψυχικών καταστάσεων. "Είχαμε ένα σόου από φωτισμό που άλλαζε χρώμα ανάλογα με το mood της μουσικής. Επίσης είχα όλες εκείνες τις στολές. Ο εσωτερικός κόσμος ενός προσώπου αντανακλάται στην αμφίεση του, επειδή φορούσα διαφορετικές την μία πάνω από την άλλη και τις έβγαζα καθώς έκανα το πρόγραμμα μου. Υπήρχε πρώτα ένας τύπος με εκείνο το τεράστιο Θιβετιανό ράσο και την ασημένια μάσκα. Αυτό βγήκε και από κάτω ήταν μία μαύρη μπέρτα και αυτό θα ήταν ο μάγος στο "I Put a Spell on You". Για το "Come and Buy", είχαμε φώτα και μία αμφίεση του θεού ήλιου, ένα τεράστιο ήλιο με φωτιές και ακτίνες φωτός να βγαίνουν από μέσα του. Υπήρχαν τεράστια κοστούμια με γεωμετρικές πατέντες-πορτοκαλί, κόκκινο, μπλε και...όχι φωτιά της κόλασης, αλλά αγνή λαμπερή φωτιά. Επίσης υπήρχε το κράνος της φωτιάς. Θα κλείναμε την σκηνική μας παρουσία με το "I've Got Money", αυτό θα ήταν απλά μπλούζες και παντελόνια, θα ήμουν ένας νορμάλ τύπος. Και μετά οι στυλιζαρισμένοι χοροί. Ένας διαφορετικός χορός για κάθε χαρακτήρα. Αυτό έδενε με τα φώτα, τα στροβοσκοπικά και τα κοστούμια, δίνοντας ως αποτέλεσμα κάτι που ήταν πραγματικό θέατρο. Δεν ήταν απλά μιμήσεις. Νομίζω ότι ο Peter Gabriel έφτασε πολύ κοντά, αλλά δεν θυμάμαι κανέναν άλλο να το έχει κάνει ποτέ. Ο Alice Cooper μόλις που το άγγιξε".
Οι εμφανίσεις στο κλαμπ UFO κέρδισαν ένα ιδιαίτερα επιδραστικό κοινό που τους έβαλε στην κούρσα από το underground στα Top 10. "Ο Pete Townshend ήρθε στο UFO ντυμένος με το καφτάνι του. Του άρεσε και με έβγαλε έξω με μία Αμερικάνικη Lincoln Continental. Είπε, "Ξέρεις, η δισκογραφική μου μόλις έχασε τους Bonzos (οι Bonzo Dog Band ήταν ένα άλλο θεατρικό, αν και πιο κωμικό γκρουπ της περιόδου εκείνης). Έτσι θέλουμε να σιγουρευτούμε ότι θα έχουμε εσάς. Νομίζω ότι θα πρέπει να σας τοποθετήσω στο ρόστερ". Μέσω της επιρροής του Townshend οι The Crazy World of Arthur Brown υπέγραψαν στην Track, την εταιρεία που διηύθυναν οι μάνατζερ των Who, Kit Lambert και Chris Stamp. Με ένα ρόστερ που περιλάμβανε τους Who και τον Jimi Hendrix, η Track ήταν πάντοτε στην ασυνήθιστη για εταιρεία θέση να έχει εμπορικά επιτυχημένη παραγωγή και να δίνει ελευθερία στα σχήματα της να πειραματίζονται. Ο Lambert και ο Stamp επίσης άρχισαν να μανατζάρουν τους Crazy World και στα τέλη του '67 το πρώτο single "Devil's Grip" / "Give Him a Flower" εμφανίστηκε.

Devil's Grip (1967)




Αν και το single δεν ήταν χιτ, προειδοποίησε ότι ο Brown θα έκανε βουτιά στα πιο ενοχλητικά υπόγεια ρεύματα της ψυχεδελικής εμπειρίας. Το "Devil's Grip" τελικά αιχμαλώτισε τον ήχο των Crazy World σε δίσκο, οδηγούμενο από τα έρποντα αλλά αιχμαλωτιστικά riffs του οργάνου του Crane και μεταφερόμενο από τα φωνητικά του Brown, τρεμουλιαστά στις ομοιοκαταληξίες, ανερχόμενα σε στεντόρεια τσιρίγματα στα πιο δραματικά κρεσέντο. Το "Give Him a Flower" σε απόλυτη αντίθεση, ήταν μία παρωδία του flower-power κινήματος, ελαφρύ και περισσότερο κωμικό από οτιδήποτε άλλο ηχογράφησαν οι Crazy World. Το underground προφανώς δεν ενδιαφερόταν αν θα γίνει στόχος για μία βίαιη παρωδία, καθώς σύμφωνα με τον Brown "έγινε ο ύμνος των χίπις. Όλοι μαζί τραγουδούσαν το μέρος της χορωδίας. Υπάρχει πολύ περιορισμένη βερσιόν στον δίσκο. Στην σκηνή θα συνεχιζόταν για 12, 20 λεπτά". Το "Devil's Grip" ήταν περισσότερο ενδεικτικό των προθέσεων του Brown, ιδιαιτέρως στις σατανικές αναφορές. "Ήταν ο δίσκος που σύστησε όλο αυτό το σκηνικό στο πεδίο της rock τουλάχιστον στην Αγγλία" ισχυρίζεται.

Give Him a Flower (1967)




Το "Devil's Grip" ωστόσο, ήταν ένα παιχνιδάκι μπροστά στο λούνα παρκ των ήχων και των mood που αποτελούσαν το ντεμπούτο άλμπουμ των The Crazy World of Arthur Brown, που κυκλοφόρησε το 1968. Τα φωνητικά του Brown, δεν ήταν απλά αυτά ενός παράξενου Άγγλου R&B τραγουδιστή. Υπήρχε μία δόση ψυχεδελικής άνοιας, που ερμηνεύεται από έναν άνδρα αποφασισμένο να εξερευνήσει την άβυσσο που χωρίζει το καλό από το κακό, την λογική από την τρέλα. Ο Brown δεν τραγούδησε τόσο πολύ σαν κάποιος που κατέχεται από δαίμονα, όσο εύκολα θα μπορούσε να ταιριάξει αυτό το κλισέ, αλλά σαν ένας φιλόσοφος που γνωρίζει την παραπλάνηση από τον πειρασμό και τους απαγορευμένους καρπούς, γνώστης των κινδύνων. Μπορεί να ούρλιαζε ότι παγιδεύτηκε σε εφιάλτες περιστασιακά ή να απήγγειλε ποιήματα για τις φλόγες της κολάσεως, αλλά μπορεί κανείς να αισθανθεί ότι απολάμβανε την εμπειρία τόσο πολύ, όσο την έτρεμε.
Ό,τι ξεχωρίζει αυτόν από τους αμέτρητους επακόλουθους κατώτερους δίσκους (περισσότερο από heavy metal μπάντες) που τολμάνε να πάνε σε παρόμοια θέματα είναι η φροντίδα που πάρθηκε για να εξασφαλίσει την μουσική και λυρική λεπτομέρεια. Η φωνή του Brown, ήταν η ίδια ένα μουσικό όργανο για να εντυπωσιαστείς, μετακινούμενη από ελκυστικούς ψιθύρους και δυσοίωνη ποίηση που απήγγειλε, σε ουρλιαχτά που θα έσπαζαν τζάμια κι όλο αυτό μέσα σε μία στιγμή μόνο. "Δεν θα μπορούσα να κάνω μερικά από αυτά που άλλοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν", λέει ο Brown για τα φωνητικά του, που τόσο συχνά (και με ακρίβεια) χαρακτηρίζονται οπερετικά. "Θυμάμαι να μιλάω στην Lene Lovich"-μια άλλη τραγουδίστρια της rock που χρησιμοποιεί υστερικές κραυγές-"και έτσι φαινόταν και σε αυτήν ότι είναι επίσης. Αυτή τραγούδησε εκείνα τα soul τραγούδια και σκέφτηκα, δεν μπορώ να κάνω ότι κάνει τόσο καλά. Θέλω να κάνω αυτό που κάνω, επειδή μπορώ να το κάνω".
Οι συνθέσεις επίσης παρέκκλιναν ανάμεσα σε πένθιμα διαλογιστικά περάσματα και τρελαμένα ψυχεδελικά ταξίδια στολισμένες με επιδέξιες πινελιές ενορχηστρωμένων χάλκινων και έγχορδων. Είναι αδύνατον να υποτιμήσεις την συνεισφορά του Vincent Crane, πιθανώς του πιο υποτιμημένου παίκτη του οργάνου στην rock υπό αυτό το πρίσμα. Ενώ παίζει με ένα τρόπο παρόμοιο με έναν άλλο Άγγλο παίκτη, τον Graham Bond, ο οποίος ανέμιξε jazz, blues, soul, rock και κλασικά μοτίβα με απειλητικά υπονοούμενα, ο Crane το έφτασε σε ένα ακόμα πιο έντονο επίπεδο. Συμπλήρωσε την μανία των φωνητικών του Brown με απολαυστικώς ζωηρά και διαπεραστικά riffs, επινοώντας ανίερες δυσαρμονικές νότες κατάλληλες για να πάρουν τον ρόλο του κουδουνιού της πύλης στο λημέρι του διαβόλου.

Time / Confusion (1968)




"Το θέμα με τον Vincent είναι ότι έπρεπε να το πάει πιο αργά" χαχανίζει ο Brown. "Δεν μπορούσα να τραγουδήσω με την ταχύτητα που έπαιζε. Ακόμα και στο "Come and Buy"...Ξεσπάει και τραγουδάει ένα απόσπασμα στίχων με...διακόσια χιλιόμετρα / ώρα: "I can sell you suns from the morning, from suns to sell you for the morning for tea". Λοιπόν, θα έπαιζε ακόμα πιο γρήγορα!!! Κανένας δεν θα μπορούσε να χορέψει, επειδή ήταν διαολεμένα γρήγορος. Ο Vincent και εγώ θα το συζητούσαμε. Θα πρότεινε ένα σωρό νότες και θα επέλεγα. Ή κάποιες φορές θα πρότεινε την νότα και εγώ θα έλεγα ΄ναι, μπορώ να ακολουθήσω΄ Ή  θα φτάναμε στο τέλος ενός συγκεκριμένου μέρους και θα έλεγα: ΄Άκου΄, θα τραγουδούσα όπως ήθελα και θα μου έλεγε, "Αααα, αυτό εννοείς".
Το The Crazy World of Arthur Brown ήταν ένα παράξενο άλμπουμ, ακόμα και για τα στάνταρ της ψυχεδελικής rock το 1968, αλλά δεν ήταν αμείωτα παράξενο, όπως θυμούνται μερικοί. Αλήθεια, υπήρχαν οι σκηνές που προμήνυαν εφιάλτες, φωτιά και έφερνε γεμάτη ανησυχία αγριάδα που κυριαρχούσε στην πρώτη πλευρά ειδικά. Ακόμα το jazzy "Rest Cure" υπαινισσόταν την πιθανότητα μίας ανακουφιστικής απόδρασης από το βασανιστήριο, ενώ οι heavy rock συνθέσεις στις R&B διασκευές "I Put a Spell on You" (Screamin' Jay Hawkins) και "I've Got Money" (ένα άγνωστο στους πολλούς single του James Brown) σύστησαν λιγάκι-την τόσο απαραίτητη-ελαφρότητα. H ντανταιστική ποίηση και τα ειδικά εφέ του "Spontaneous Apple Creation", που θυμίζουν ταινία επιστημονικής φαντασίας του '50 ήταν τόσο τρελά όσο και το The Crazy World of Arthur Brown, αλλά το "Child of My Kingdom" έκλεισε το άλμπουμ με μία πιο οπτιμιστική νότα. Όπως μεγάλο μέρος του δίσκου, το κομμάτι αυτό είναι μία εικονογράφηση του πόσο επιδέξια ήταν η μπάντα στο να παίζει διάφορα moods αντίθετα μεταξύ τους, τα μελαγχολικά μέρη της ρίμας που μετέτρεπαν ομαλά το κομμάτι σε ξεσηκωτικό jazz-blues, ολοκληρωμένο από ένα παιχνιδιάρικο σφύριγμα.

Child of My Kingdom (1968)



Αν και πολύ βασισμένο στην σκηνική παρουσία του γκρουπ, το άλμπουμ και τα τραγούδια του με τους δαίμονες και τις θεότητες, λέει ο Brown "ήταν ένα εσωτερικό ταξίδι στα βαθύτερα μέρη του ψυχισμού κάποιου. Ήταν έχοντας βυθίσει τον εαυτό μου μέσα σε όλους τους μεγάλους ρομαντικούς ποιητές που είχαν έρθει αντιμέτωποι με το ανθρώπινο εσωτερικό τοπίο, τον Keats, τον Βlake, τον Shelley, τον Shakespeare. Είχα μελετήσει φιλοσοφία, είχα διασυνδέσεις με τους The Druids εκείνη την εποχή. Επειδή αυτό ήταν το background των στίχων, η μουσική έπρεπε να το αντανακλά. Αντί να εξετάσω επιφανειακά την πιο σκοτεινή πλευρά του εσωτερισμού, ήταν σαν να λέω, εντάξει, θέλω να την δω χρησιμοποιώντας την γλώσσα που είχαν αναπτύξει εκείνοι οι ποιητές που την είχαν ήδη εξετάσει. Η εικόνα του μυαλού λειτουργεί διαμέσου της πόλωσης. Τι είναι οι πόλοι; Ε, έχουμε θεούς και δαίμονες. Στον μοντέρνο κόσμο δεν υπάρχει άλλη εικόνα."
Τα έγχορδα και τα χάλκινα που πρόσθεσαν στην κλάση του άλμπουμ ήταν πολύ κοντά στο να μην τα καταφέρουν να μπουν στο τελικό προϊόν. "Είχαμε ηχογραφήσει ολόκληρο το άλμπουμ απλά με μπάσο, ντραμς, keyboard και με εμένα. Ο Kit (Lambert) το πήρε στην Αμερική και η Atlantic Records είπε, ΄τρελό πράγμα! Αλλά, ο ντράμερ δεν κρατάει το ρυθμό΄. Έτσι ο Kit επέστρεψε και είπε, ΄Δεν ξέρω τι να κάνω μ'αυτό! Πρέπει να το πάμε εκεί, αλλά δεν θέλουν να κάνουν το άλμπουμ...΄Και ο Kit το ηχογράφησε σε four-track. Είχε ηχογραφήσει τα ντραμς και το keyboard στο ίδιο track. Είπα, ΄Δεν μπορούμε πιθανότατα να το κάνουμε ξανά από την αρχή. Θα μας στοίχιζε μία περιουσία΄. Το "Fire" είχε γίνει με την 23η φορά, δεν ήταν ΄άντε με τη μία΄. Έτσι ήδη είχαν επενδυθεί πολλά χρήματα σε όλο αυτό. Και αυτός είπε, ΄Ξέρω τι θα μπορούσαμε να κάνουμε Arthur. Θα ντουμπλάρουμε κάποια έγχορδα΄. Ανακαλύψαμε ότι ο Vincent μπορούσε να το ενορχηστρώσει και έτσι κάπως έγινε. Και ένα καλό πράγμα επίσης: πάντα αισθανόμουν ότι τα έγχορδα και τα χάλκινα, όσο και η ηχογράφηση, κάλυπταν την οπτική πλευρά των live. Θυμάμαι ο Kit να κάνει δύο εβδομάδες, ίσως από 14 ώρες την ημέρα για να κάνει την μίξη. Είπε ότι ποτέ ξανά δεν θα υποβάλει τον εαυτό του σε τέτοιο βασανιστήριο". Ίσως σαν αποτέλεσμα όλου αυτού, τα πέντε τραγούδια στην μία πλευρά-την πλευρά που έχει το "Fire"-υπάρχουν επίσης σε μονοφωνική βερσιόν που διαφέρει αρκετά από τα πιο κοινά στερεοφωνικά, ιδιαίτερα με την πρόσθεση διασκεδαστικών ορχηστρικών εισαγωγών και τμημάτων με λόγια που συνδέουν κάποια από τα τραγούδια. Ένα μέλος από το τρίο δεν εντυπωσιάστηκε τόσο με το ΄ντύσιμο΄ των κομματιών. "Ήμασταν σε περιοδεία στην Αμερική όταν κυκλοφόρησε. Ο Kit είχε κάνει την τελική μίξη. Ο Chris Stamp εμφανίστηκε στο ξενοδοχείο μας και μας έφερε το ρεγιόν. Το άφησε για 4 λεπτά και ο Drachen χύμηξε, το έβγαλε από το πικάπ και το έσπασε στον τοίχο. Επειδή τα ντραμς του είχαν θαφτεί. Ο Kit δεν είχε κάνει μόνο αυτό, αλλά στο "I Put a Spell on You" και στο "Child of My Kingdom", ήταν στη θέση του ντράμερ ο John Marshall, ο οποίος αργότερα έπαιξε στους Soft Machine". Ο Brown λέει επίσης ότι ο Jon Hiseman (ο οποίος έπαιξε με τον Graham Bond, τον John Mayall και τους Colosseum), πήρε την θέση του Theaker στο πριν το LP "Devil's Grip".

I've Got Money (1968)




Υπήρχε ένα κομμάτι στο άλμπουμ που θα επισκίαζε όλα τα υπόλοιπα, καθορίζοντας το δημόσιο προφίλ του Brown σε τέτοιο σημείο, που του έδωσε μία άδικη μονοδιάστατη εικόνα. Το "Fire", χτισμένο γύρω από ένα riff του οργάνου τόσο επίμονου και ενθυμητικού, όσο το riff της fuzz κιθάρας στο "Satisfaction" των Rolling Stones, ήταν ένα κλασικό που διοχέτευε τα καλύτερα χαρακτηριστικά των The Crazy World of Arthur Brown σε ένα εύγευστο 3λεπτο πακέτο. Ήταν, ξανά, δομημένο για να ενεργοποιήσει τις hard rock στροφές με ήρεμες, όμως αμήχανες ακόμα, γέφυρες στις οποίες τα φωνητικά του Brown-χτισμένα από νανούρισμα μέχρι σπαρακτική κραυγή-τα έκαναν όλα ακόμα πιο ανησυχητικά από ότι τα σεληνιασμένα κακαρίσματα του. Τα τηλεοπτικά βιντεάκια στα τέλη των 60ς δείχνουν έναν ψηλόλιγνο άνδρα με make up μία μαυρόασπρη νεκρική μάσκα να σφαδάζει σαν φίδι στον ήχο της μουσικής, πριν φορέσει ένα κράνος που βγάζει φωτιές και εξαφανιστεί, καθώς σύννεφα καπνού σκεπάζουν την σκηνή, ενώ οι άλλοι μουσικοί φοράνε μάσκες σκελετών και μεσαιωνικές περιβολές. Αυτό μπορεί να φαίνεται αδιάφορο για τα στάνταρ του Marilyn Manson, αλλά το 1968 ήταν περισσότερο από αρκετό για να σοκάρει την μέση Αμερική. Το "Fire" ήταν το τελευταίο τραγούδι που γράφτηκε στο άλμπουμ, λέει ο Brown και "το ήξερα ότι χρειαζόταν κάτι που τα άλλα δεν το είχαν. Χρειαζόταν κάτι δυναμικό αλήθεια. Στο μέρος που ο Vincent κι εγώ κάναμε πρόβες, ένα άλλο ζευγάρι που συνήθιζε να έρχεται ο Mike Finesilver και ο Peter Ker, είχαν ένα τραγούδι που μου άρεσε πολύ. Είπα, ΄αλήθεια μου αρέσει η μελωδία. Θα σας πείραζε αν ο Vincent και εγώ το πάρουμε και δημιουργήσουμε κάτι από αυτό;΄ Είναι λιγάκι σαν τον Bartok. Συνήθιζε να κάθεται στο πίσω μέρος ενός κάρου και να ακούει τα τραγούδια των χωρικών και όταν επέστρεφε σημείωνε ότι του άρεσε, μετά το ενορχήστρωνε και γινόταν κτήμα του". (Παρεμπιπτόντως οι Finesilver και Ker θα χρησιμοποιούσαν τα δικαιώματα της συγγραφής από το "Fire" για να βοηθήσουν να ξεκινήσουν τα Pathway Studios, όπου ηχογραφήθηκαν επιδραστικά πρώιμα new wave και pub rock τραγούδια από τους Elvis Costello, Dave Edmunds, The Damned, Wreckless Eric, The Police, Siouxsie & the Banshees, Dire Straits και Lene Lovich).
Με την εμφάνιση του σαν μονομάχος του θανάτου, ο 'god of hellfire' θα είχε εξασφαλίσει ότι θα κέρδιζε πολύ ραδιοφωνικό αέρα για να κάνει ένα χιτ. Εκτοξεύθηκε στα chart το καλοκαίρι του 1968, μέχρι το νο1 στην Αγγλία. Δύο μήνες αργότερα ακολούθησε η Αμερική και παρά το γεγονός ότι θάφτηκε από κάποιους σταθμούς σταμάτησε στο νο2. Μόνο το "Hey Jude" των Beatles, τότε στα μέσα της ένατης εβδομάδας στην κορυφή, το εμπόδισε να φτάσει το νο1. Το άλμπουμ The Crazy World of Arthur Brown, αν και ο παλαιός κόσμος τείνει να έχει ξεχάσει, ήταν επίσης ένα smash, καθώς έγινε νο2 στην Αγγλία και νο7 στην Αμερική. Ο Brown είχε φέρει την ψυχεδελική ψευτο-τρέλα στις μάζες.

Rest Cure (1968)




Για όλο τον αντίκτυπο του άλμπουμ, ο Brown αισθάνεται ότι ο δίσκος θα μπορούσε να είχε φτάσει ψηλότερα, αν του είχε επιτραπεί να τον κάνει όπως αρχικά επιθυμούσε. "Είχα ένα μεγάλο καυγά με τον Kit Lambert. Ο Kit είχε μία μεγάλη αντίληψη ως προς τι θα πουλούσε. Έτσι όταν εμφανίστηκα με την ιδέα για αυτό το θεματικό άλμπουμ, είπε, ΄κανείς δεν πρόκειται να το αγοράσει΄. Εγώ απάντησα, ΄Κάνεις λάθος Kit΄ και αυτός αρνήθηκε. Τότε του είπα, ΄δεν κάνω όλες αυτές τις κωλο-διασκευές που θέλεις΄. Και αυτός απάντησε, ΄Καλά, θα σε αφήσω να έχεις τον έλεγχο της μίας πλευράς του άλμπουμ και εγώ θα πάρω την άλλη΄. Και εγώ είπα, ΄Ωραία! Επειδή αν αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να το βγάλουμε θα συμβιβαστώ με την πρόταση σου΄. Έτσι πήρε την πλευρά του "Spell on You" και άλλα τραγούδια που πήγαν καλά. Και η δική μου πλευρά ήταν το "Fire".
Αυτό έγινε τότε βέβαια όταν υπήρχαν LP με δύο πλευρές αντί για CD και ο Brown οραματίστηκε σουίτες τραγουδιών για κάθε πλευρά του LP που θα μπορούσε να συνδεθεί θεματικά. "Μία πλευρά έκλεισε με ένα μπερδεμένο, σχεδόν βίαιο τραγούδι ("Confusion"). Ήταν περισσότερο προβληματισμένη. Η άλλη πλευρά είχε ένα ειρηνικό κλείσιμο, μία επίλυση. Είχε βαδίσει σε άλλη πορεία. Δεν υπήρχε Α΄ ή Β΄ πλευρά, έτσι είχε να κάνει με την ψυχική σου διάθεση το ποια από τις δύο πλευρές θα έβαζες. Μετά, σε σχέση με ποιο τρόπο το έβλεπες θα άρχιζε από όταν τέλειωνε η μία πλευρά ως ανεβαστικό ή το αντίθετο. Ήταν περισσότερο μία ελεύθερη σκέψη. Ο Lambert ήθελε από μένα να αλλάξω την πρώτη πλευρά, αυτή του "Fire" και να την τελειώσω με ένα ωραίο και ήρεμο θέμα, έτσι ώστε ο καθένας να αισθάνεται χαρούμενος. Είπα, ΄Δεν είναι αυτό το θέμα Kit΄. Σκέφτομαι να το ξανακάνω...Να κάνω την βερσιόν με ολοκληρωμένη Α΄ και Β΄ πλευρά".
Αν ο Brown είχε το ελεύθερο να κάνει το άλμπουμ όπως επιθυμούσε, θα είχε γίνει κάτι σαν όπερα. Η ειρωνεία ήταν ότι οι άλλοι "πελάτες" του Lambert, οι The Who είχαν ένα τιτάνιο χιτ την επόμενη χρονιά με το Tommy, που ήταν πολύ οπερετικό, μία rock όπερα, παρά την αντίθετη άποψη του Lambert στην ιδέα του Brown. "Ναι, έκανε λάθος σχετικά με το άλμπουμ μου" λέει γελώντας ο Brown. "Αλλά, το καλό με τον Kit είναι ότι το παραδέχτηκε στο τέλος. Επέστρεψα από μία περιοδεία στην Αμερική στο διαμέρισμα του Lambert και μου είπε: 'Θα το κάνω Arthur. Περίμενε και θα δεις΄. ΄Για τι πράγμα μιλάς Kit;΄ ΄Για αυτό το πράγμα που έγραψε ο Peter (Townshend)-θα το αποκαλέσω όπερα, όπως πολύ εύστοχα είναι. Αλλά θα το δεις. Αυτοί που με σνομπάρουν θα καταπιούν την γλώσσα τους΄. Και είχε δίκιο".
Αν και ο Brown έχει ανάμικτες αναμνήσεις για την συνεργασία του με τον Lambert, ακόμη εκτιμάει τα καλά για τα οποία ήταν ικανός να κάνει. "Ο Lambert και ο Stamp ήταν ΄μανούλες΄ στον χειρισμό των media. Ο Lambert ήταν gay, είχε φίλους όλους τους gay. Ο Stamp είχε όλα τα κορίτσια και ο Lambert όλες τις μεγαλύτερες κυρίες, οι οποίες λάτρευαν την εκκεντρικότητα του. Πήγε στην Αμερική, επέστρεψε πίσω και είπε: ΄Κοίτα, δεν ξέρω τι να κάνω. Επειδή για τους σταθμούς των FM δεν είμαστε ότι ακριβώς ζητάνε΄. Έτσι, αυτό που έκανε ήταν τελικά να βάλει δύο σταθμούς των ΑΜ να παίζουν όλη την μία πλευρά του άλμπουμ, οπότε υπήρξε τέτοια ανταπόκριση, που τα FM ξαφνικά άρχιζαν να παρακαλάνε ΄Το θέλουμε΄. Είχαμε το ασυνήθιστο για την εποχή, να μας παίζουν FM και ΑΜ, πράγμα τελείως απίθανο. Ο Hendrix την ίδια εποχή έπαιζε σε όλους τους σταθμούς με τα νέγρικα. Το makeup μου δεν άφηνε κάποιον να συμπεράνει αν ήμουν λευκός ή νέγρος και ακουγόμουν σαν νέγρος. Έτσι ο Hendrix είπε σε όλους, ΄παίξτε και αυτόν το μαλάκα΄. Έτσι πήραμε και αέρα από τους νέγρικους σταθμούς, εκτός τα FM και τα ΑΜ πράγμα που ήταν αδύνατον να γίνει".

The Lord Doesn't Want You (1988)




Στα τέλη του '60 η δημοφιλία των The Crazy World of Arthur Brown ήταν τέτοια που μοιράζονταν σκηνές με τους The Doors, Jimi Hendrix, The Mothers of Invention, The Who, The Small Faces και τον Joe Cocker, ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Ο Brown βρήκε τις Αμερικανικές περιοδείες ιδιαιτέρως, ταυτοχρόνως εκστατικές και εξουθενωτικές, με την φρενήρη σκηνική του παρουσία να οδηγεί σε ατυχήματα που δεν ήταν μέρος του σετ, όπως σπασμένα δάχτυλα και ένας τραυματισμός στο χέρι που απαιτούσε 14 ράμματα. Ο ρυθμός αυτός άρχισε να έχει επιπτώσεις στην μπάντα, πριν ακόμα το "Fire" γίνει χιτ, όταν ο Crane και ο Theaker έπρεπε να αντικατασταθούν κατά την διάρκεια μίας Αμερικανικής περιοδείας στα μέσα του '68, λόγω νευρικής εξάντλησης. Σύντομα ο Theaker θα ήταν εκτός μπάντας ευτυχώς, καθώς τα προβλήματα στον χρόνο που έφεραν τα απαραίτητα overdumbs και τους επιπρόσθετους ντράμερ σε προηγούμενες ηχογραφήσεις είχαν γίνει ανυπέρβλητα.
"Ο Drachen ήταν πολύ δημιουργικός", λέει ο Brown. "Πολλά από αυτά που έμοιαζαν να προέρχονται από τον Vincent στην πραγματικότητα ήταν του Drachen, επειδή ο ρυθμός (μιμείται ένα πολύ δυνατό riff του οργάνου του Crane)...Λοιπόν ο Vincent αντέγραφε τον Drachen. Ο Vincent νόμιζε ότι ο Drachen είχε πολύ καλές ιδέες, αλλά ο χρόνος...Ο Vincent τα βρήκε αβάσταχτα. Τελικά έφτασε σε σημείο που ο Vincent είπε, ΄κοίτα δεν μπορώ να το κάνω πια αυτό. Ή αυτός ή εγώ. Αν ήμασταν μία κανονική μπάντα, ο ντράμερ θα κρατούσε ένα χαμηλό groove και εγώ θα έκανα πάνω σε αυτό τα σόλο μου. Εδώ ξοδεύω όλο τον χρόνο μου να κρατάω χαμηλά το groove ενώ αυτός κάνει το σόλο του πάνω μου΄. Αργότερα ο Drachen έπαιξε με τους Love και τον Graham Bond. To 1970 είπε, ΄κατατρόπωσα την δυσκολία μου΄(σαν ντράμερ). Έβαλε ένα τραγούδι του Graham Bond και στα μισά του τραγουδιού, επιβράδυνε και μετά επιτάχυνε. Άρα πράγματι υπήρχε πρόβλημα". Ο Theaker αντικαταστάθηκε από τον Carl Palmer, που θα έπαιζε live με τον Brown για περίπου ένα χρόνο, προτού να πιάσει το στάτους του star ως μέρος των Emerson, Lake & Palmer. (Παρά όσα αντίθετα έχουν γραφτεί, ο Brown λέει ότι ο Palmer ποτέ δεν έπαιξε στο στούντιο με τους The Crazy World of Arthur Brown).
Ένα μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η στασιμότητα της μπάντας στη σκηνή. Σε αυτό το σημείο ο Brown είχε κουραστεί από τα τραγούδια του άλμπουμ και την σκηνική του παρουσία και ήταν έτοιμος να αποκαλύψει μία εντελώς διαφορετική σκηνική παρουσία και ένα διαφορετικό ρεπερτόριο. Το πρόβλημα ήταν ότι τα τραγούδια που ο κόσμος έρχονταν να δει και να ακούσει ήταν αυτά του άλμπουμ, που ακόμα ήταν νέα και συναρπαστικά για τους ακροατές στα τέλη του 1968 και αρχές του 1969. Ο Brown αντιλαμβάνεται ότι η επιτυχία του "Fire" ιδιαιτέρως, τον είχε βάλει σε ένα ζουρλομανδύα μέσα σε μία εικόνα από την οποία ήταν πολύ δύσκολο να δραπετεύσει. "Ενώ ήμασταν σε περιοδεία, έβγαλαν το τρακ ("Fire") από το άλμπουμ και είπαν: ΄Ωραία, αυτό είναι το single. Θέλουμε μία heavy, hard εικόνα΄. Κατά κάποιο τρόπο αυτό έγινε κάπως περιοριστικό. Επειδή δεν ήταν αυτό ό,τι έκανε η μπάντα. Ήταν πολύ περισσότερα. Υπήρχε η φωτεινή πλευρά, η κωμική πλευρά και η πολιτική πλευρά. Κάναμε την παράσταση αρκετό καιρό. Φτάσαμε σε κορυφαίο επίπεδο μαζί με τον Geno Washington (τραγουδιστής της soul και δημοφιλής στα live στην Αγγλία) σε δύναμη στην σκηνική παρουσία προτού βγάλουμε κάποιο δίσκο. Αλλά μετά, έχοντας κάνει αυτό, δεν μπορούσαμε να πάμε κάπου αλλού. Δεν είχαμε ένα χιτ, χρειαζόμασταν μία νέα σκηνική παρουσία, έτσι την δημιουργήσαμε. Μετά το "Fire" έγινε χιτ, έτσι αυτό που ήθελαν να δουν δεν ήταν κάτι νέο. Έτσι αφήσαμε στην άκρη το νέο".

Beyond the Sea (1988)




Στην πραγματικότητα, οι The Crazy World of Arthur Brown θα τελείωναν κυκλοφορώντας μόνο αυτό το μοναδικό άλμπουμ-μία απίστευτη κατάσταση, στην επιφάνεια, για μία μπάντα που είχε κάνει τόσο υπερατλαντική εμπορική έκρηξη με το LP και με το single "Fire". Ο Brown είχε στην πραγματικότητα δουλέψει σε μία δεύτερη σκηνική παρουσία που θα αποτελούνταν από διαφορετικό υλικό και είχε φτάσει να κάνει κάποια demos από αυτά τα τραγούδια. Για να δείτε πώς θα ακουγόταν ένα δεύτερο άλμπουμ των Crazy World, σκέφτεται, "Θα το είχα διευρύνει, αλλά θα είχε τον βασικό αρχικό ήχο. Ήταν λίγο πιο jazz θέματα, λίγο περισσότερο αληθινά κλασική ερμηνεία. Θα μπορούσε να είχε γίνει ένα καλό single. Υπήρχε ένα ιδιαίτερο ατονικό θέμα που είχε ερμηνευθεί σε πολύ παράξενο χρόνο, 10/8".
Το 1969, όταν η μπάντα θα μπορούσε να είχε κατοχυρώσει στάτους star με ένα δεύτερο άλμπουμ, απλά κατέρρευσε. Ο Brown λέει, "τσιτώθηκα, επειδή αντιμετώπιζα όλη αυτή τη μαλακία στην Αμερική και επίσης είχα μπει στον κόσμο των ναρκωτικών". Ένα single το "Space Plucks", που πήγε την παραξενιά της μπάντας σε ακόμα πιο ανεξιχνίαστα εδάφη, προετοιμάστηκε  αλλά ποτέ δεν κυκλοφόρησε (μπορεί να ακουστεί σαν demo στο bootleg Track Record και ηχογραφήθηκε επίσης για το Galactic Zoo Dossier, το άλμπουμ του 1971 που θα έκανε ο Brown με τους Kingdom Come).

Space Plucks (1971)




Στα μέσα του 1969, ο Crane και ο Palmer έφυγαν για να σχηματίσουν τους Atomic Rooster, μία ΄μανιακή΄ μπάντα που γεφύρωσε την ψυχεδέλεια με την progressive rock και το heavy metal. Παρά την παρουσία του Crane και κάποια χιτ άλμπουμ και singles στην Αγγλία, ακούγονταν σαν καρτούν, μπροστά στην ανυπόκριτα προκλητική μουσική που είχε κάνει ως μέλος των The Crazy World of Arthur Brown.
Ο Brown στο μεταξύ, έκανε μία στροφή 180 μοιρών από την εμπορική επιτυχία που έμοιαζε να είναι έτοιμη γι'αυτόν. Απέρριψε μία προσφορά για τα 2/3 από ένα εκατομμύριο δολάρια για να ηχογραφήσει για την CBS. "Τελευταία στιγμή, αποφάσισα ότι επειδή ο Kit και ο Chris με είχαν φτάσει ως εδώ, δεν θα εγκατέλειπα επειδή δεν ήμουν ικανοποιημένος. Έτσι το άφησα και έμεινα με την ηχογράφηση (για τον Lambert και τον Stamp) για λίγο. Αλλά μετά ο Kit μπήκε πολύ βαθιά στον κόσμο της ηρωίνης, έτσι τους άφησα όλους προς τα τέλη του 1969. Είχαμε κάποια νέα θέματα που δουλεύαμε. Αλλά όταν απέρριψα την προσφορά της CBS, επιστρέψαμε στα παλιά. Συνηθίζαμε να κάνουμε γύρω στα δύο νέα τραγούδια. Εκείνη την περίοδο, δεν αισθάνθηκα ποτέ πως ότι κάναμε αναπαριστούσε στ'αλήθεια ότι αλήθεια αισθανόμουν, έτσι δεν ήθελα να το κάνω. Ήμουν πολύ κουρασμένος. Δεν έχεις απλώς την ενέργεια...βαρεμάρα" καταλήγει.
Αυτό δεν ήταν έκπληξη σε ένα μέλος του κοινού του κλαμπ UFO, τον Peter Brown (καμία σχέση με τον Pete Brown που έγραψε στίχους για τον Jack Bruce), ο οποίος περιέγραψε τον Arthur Brown στο Days in the Life: Voices from the English Underground, 1961-1971: "Ο καλύτερος χορευτής που έχω δει ποτέ...αν δεις οποιονδήποτε χαρακτήρα στον κόσμο της διασκέδασης που αφιερώνει όλο το είναι του για να κάνει την καθημερινή του εμφάνιση, να είναι ίδια με την πρώτη του εμφάνιση, τότε ξέρεις ότι αυτός δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ. Λοιπόν ο Arthur ήταν έτσι ακριβώς. Ήταν προφανές ότι πήγαινε να ΄καεί΄, επειδή κάθε του εμφάνιση ήταν μία απόλυτη εμφάνιση, ο άνθρωπος αλήθεια καιγόταν κάθε βραδιά".
Ο Brown συνεχίζει: "Η επόμενη μπάντα μου, Puddletown Express, απλά βγήκε και αυτοσχεδίασε και φυσικά το κοινό έμεινε έντρομο. Ήθελαν να ακούσουν κανονικά τραγούδια. Δεν παίζαμε τίποτα από τα παλιά. Προσπαθούσαμε να πείσουμε την Polydor να μας αφήσει να βγάζουμε ένα άλμπουμ την εβδομάδα, επειδή ήμασταν μία μπάντα που αυτοσχεδίαζε. Απλά θέλαμε να είμαστε μία μπάντα με χαμηλές πωλήσεις, μόνο για φαν. Φυσικά μας πέρασαν για τρελούς". Κάπου τότε ο Brown ξεκίνησε να δουλεύει σε μία ματαιωμένη "Brain Opera", συνεργαζόμενος με τον Viv Stanshall των The Bonzo Dog Band (μπορείτε να διαβάσετε λεπτομέρειες εδώ).

Love Is the Spirit (1972)




Ο Brown κατά μία έννοια διέπραξε αυτοκτονία και κατά ένα άλλο αναμενόμενο πρωτοπόρησε στις πιο τραχιές, αντιεξουσιαστικές πρακτικές, που θα γίνονταν διεθνώς γνωστές με την έλευση της punk, του new wave και της εναλλακτικής rock πολύ αργότερα. "Είχαμε μία εναλλακτική δομή στη δουλειά μας. Αποφάσισα ότι όλη αυτή η ιεραρχική, αυταρχική βλακεία δεν ήταν αυτό που ήθελα να μπλέξω. Είχαμε μία δημοκρατική μπάντα, ένα μάνατζερ που έμοιαζε σαν όλους μας και ζούσαμε όλοι μαζί. Ήταν ένα καλό πείραμα. Ενδιαφερόμουν περισσότερο να συνεχίσω να εξερευνώ τι νόημα είχε η ζωή. Δεν ενδιαφερόμουν για χιτ, για να γίνω πλούσιος και όλες αυτές τις βλακείες. Έκανα μουσική που αντανακλούσε αυτό και όλη την εσωτερική μελέτη που έκανα. Τα άλμπουμ που προέκυψαν από αυτά, δεν ήταν εμπορικά". Αυτό βεβαίως είναι μία υποβάθμιση, κρίνοντας από το πρώτο από αυτά. Το Stange Lands, στην πραγματικότητα έχοντας χρεωθεί στους The Crazy World of Arthur Brown, δεν κυκλοφόρησε πριν το 1980, αν και είχε ηχογραφηθεί σχεδόν 20 χρόνια νωρίτερα. Εδώ έμοιαζε σαν η τρέλα με την οποία ο Brown είχε συνδεθεί με το πρώτο άλμπουμ του να κέρδιζε το πάνω χέρι. Θεωρητικά, με τη σύνθεση σε σουίτα διαμέσου των "The Country", "The City", "The Cosmos" και "The Afterlife", λίγα είχαν παραμείνει από την δομή των R&B τραγουδιών.

All Over the Country (1988)




Το εκτεταμένο σετ, μερικές φορές παράφωνο στο σημείο της ατονικότητας, χρωστούσε περισσότερο στην free jazz στην σύλληψη του και στην υλοποίηση, ενώ ο Brown ανέβασε το μελοδραματικό στοιχείο με τα βιμπράτο φωνητικά του. Μόνο το "Planets of the Universe" ακουγόταν σαν να ταίριαζε με το πρώτο του άλμπουμ και ακόμα κι αυτό διακοπτόταν από ένα εκκεντρικό, σαν μουσική δρόμου δια μέσου του "Dem Bones". "Ήταν πιθανώς η πρώτη free-style rock", λέει ο Brown, "επειδή ήταν εντελώς αυτοσχέδιοι στίχοι".

Planets of the Universe (1988)




Ο Brown μετά σχημάτισε μία μπάντα τους Kingdom Come, που ήταν κάτι, αλλά όχι τρομακτικά, πιο προσβάσιμο από τα αυτοσχεδιαστικά πρότζεκτ του. (Ένα ενδιαφέρον, πολύπλοκο 17λεπτο χωρίς τίτλο τρακ, που είχε την ταμπέλα 1970 EMI/Harvest audition tape, εμφανίζεται στο Track Record bootleg και ακούγεται σαν να είναι το κομμάτι που λείπει ανάμεσα στην ψυχεδέλεια των Crazy World και τις προσπάθειες του Brown για progressive rock, αν και ο ίδιος δεν θυμάται να είχε κάνει ποτέ audition για την EMI/Harvest). Οι Kingdom Come ήταν μέρος από την στροφή της Continental από την ψυχεδελική rock στην art rock, περνώντας από διάφορες ενσαρκώσεις και συναντώντας κυρίως cult αποδοχή, παρουσιάζοντας περισσότερο σε κονσέρτα στην Γερμανία. "Η πρώτη βερσιόν ήταν πολύ heavy, εξερευνώντας πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένα σώμα με ποτά και ναρκωτικά και αληθινά επιθετική μουσική (LP: Galactic Zoo Dossier, 1971)" σκιαγραφεί ο Brown. "Η δεύτερη ήταν πιο παιχνιδιάρικη, πιο ευφάνταστη (LP: Kingdom Come, 1972). Η τρίτη ήταν με τα ηλεκτρονικά ντραμς (LP: Journey, 1973). Όλες ήταν ένα είδος εξερεύνησης". Ο Brown είναι ιδιαιτέρως περήφανος για το "Sunrise", ένα αριστούργημα που χτίζεται σε μία βασανισμένη επιμονή τόσο φωνητική όσο και ορχηστρική και επιλέχτηκε να αντιπροσωπεύσει τους Kingdom Come στο box set της Rhino, Supernatural Fairy Tales: The Progressive Rock Era.

Sunrise (1971)




Η χρήση του ηλεκτρονικού ντραμς από τον Brown στο τρίτο άλμπουμ των Kingdom Come θεωρείται κάτι σαν καινοτομία στα μέσα του '70, αν και έγινε κοινότοπος στη rock τη δεκαετία του '80 και του '90. "Συνήθιζα να παίζω το drum machine. Δεν υπήρχε κανείς που να το έκανε τότε. Νομίζω ότι οι Sly and the Family Stone, απ'ότι διαβάζω, δούλεψαν με ένα τέτοιο στο στούντιο. Αλλά δεν υπήρχε κανείς που να το χρησιμοποιεί σαν όργανο αντί για ντραμς. Θυμάμαι να κάνω συνεντεύξεις και να λέω: ΄Το πλεονέκτημα του (ηλεκτρονικό ντραμς) είναι ότι μπορείς να το μάθεις μέσα σε δύο εβδομάδες. Πρέπει να έχεις μια αίσθηση για την μουσική. Είναι μία νέα κατεύθυνση για την rock, επειδή είναι κρουστό παρά ντραμς΄. Είχε τους περιορισμούς του. Κάναμε μια περιοδεία για ένα χρόνο και τρεις μήνες και όλοι το είχαν για ανοησία. Αλλά αυτή η πλευρά των Kingdom Come-με το drum machine, το συνθεσάιζερ, μισά μαλλιά κοντά, μισά μακριά-εμφανίστηκε δέκα χρόνια αργότερα σαν συνολικό Νέο Ρομαντικό κίνημα, με το ίδιο κούρεμα, τα ίδια όργανα. Ξέρω ότι ο Pete Shelley των Buzzcocks είπε ότι η συγκεκριμένη ενσάρκωση των Kingdom Come ήταν μια βασική επιρροή γι'αυτόν".

Come Alive (1973)




Επίσης στα μέσα των 70ς, η επιρροή του Brown, συχνά χωρίς να του αποδίδεται, άρχιζε να φαίνεται στα σχήματα της shock-rock που έκαναν πιο εύπεπτη για τον κόσμο την πολυπλοκότητα των Crazy World. Δείτε στο κλιπ του "Fire" από το 1968 και μετά τον Alice Cooper στα 70ς και δεν κάνετε λάθος για την ομοιότητα του παρουσιαστικού των τραγουδιστών, ιδιαιτέρως στο μαυρόασπρο makeup που χρησιμοποιούσε ο Cooper. Ο Brown δεν γίνεται πικρόχολος. "Ποτέ δεν προσπάθησε να πει ότι αυτός πρωτοτύπησε. Όταν ήρθε και έκανε μία παράσταση μαζί μας στο Rainbow-κάναμε το πρώτο άλμπουμ των Kingdom Come και κάναμε περιοδεία-επέστρεψε και δημιούργησε το δικό του ψυχόδραμα. Αλλά είπε: ΄Αυτό το πήρα από τον Arthur Brown΄".
Όσο για άλλους συνοδοιπόρους, "Ο Peter (Gabriel) λέει ότι επηρεάστηκε. Ο Bruce Dickinson των Iron Maiden και η μπάντα των Deep Purple, που έγιναν η προέκταση του ήχου των Crazy World. Τα φωνητικά που έκανε ο Robert Plant έγιναν το 1969, τα δικά μου το 1967. Με θεατρικές μπάντες τώρα, ο Zappa μας είχε δει στο Marquee, όπου εκεί πήρε την ιδέα οι Mothers να εμφανίζονται φορώντας τα γιαγιαδίστικα φορέματα. Οι Kiss πήραν την εικόνα τους από δικό μου υλικό. Ο Kim Fowley τους βοήθαγε εκείνη την εποχή και είπε, θέλετε μία εικόνα; Πάρτε του Arthur Brown. Είναι κολακευτικό". Οι περισσότεροι φαν της mainstream rock άκουσαν τελευταία τον Brown όταν έπαιξε έναν ιερέα στην ταινία του Ken Russel, Tommy-την rock όπερα των The Who, που ο Kit Lambert λέει ο Brown, "χρησιμοποίησε τα χρήματα που έβγαλε από το άλμπουμ των Crazy World για να κάνει". Πολλοί θεωρούσαν ότι ο Brown είχε εξαφανιστεί, αλλά στην πραγματικότητα διατηρήθηκε πολύ ενεργός στην μουσική και σε άλλες τέχνες για τα περασμένα είκοσι πέντε χρόνια. Έκανε αρκετά άλμπουμ στα τέλη του '70 με τον ηλεκτρονικό Klaus Schulze (κάποτε στους Tangerine Dream). Μία ευκαιρία να ηχογραφήσει το δικό του άλμπουμ για την εταιρεία του Schulz ήρθε σαν αποτέλεσμα μίας βραχύβιας επανένωσης με τον Vincent Crane. "Επειδή ήταν στην εταιρεία του Klaus, επρόκειτο να γίνει ένα ηλεκτρονικό άλμπουμ", λέει με διασκεδαστική διάθεση ο Brown. "Και ο Vincent δεν είχε παίξει ποτέ συνθεσάιζερ. Έτσι κανόνισα γι'αυτόν να πάει να μάθει συνθεσάιζερ σε σχολή. Ο Vincent πέρασε δύο εβδομάδες κουραστικής εκπαίδευσης, βγήκε και δεν επρόκειτο να παίξει καθόλου συνθεσάιζερ. Έτσι πήγαμε σε ένα ηλεκτρονικό τραγούδι στο άλμπουμ". Σταματάει και διορθώνεται. "Δύο. Δύο τραγούδια. Παίζει τα δύο τραγούδια με συνθεσάιζερ. Αυτό ήταν όλα ότι έκανε. Τα υπόλοιπα του άλμπουμ ήταν πιάνο και λίγο όργανο. Έτσι χάσαμε ότι θα μπορούσε να είχε γίνει ένα πολύ καλό άλμπουμ".

Superficial Roadblocks (1973)




Αντίθετα με μερικούς rockers των 60ς, ο Brown προσπάθησε να συμβαδίσει με την νέα ηλεκτρονική τεχνολογία και τις εμπορικές αντιλήψεις, χωρίς να ανταμειφθεί με πολλές πωλήσεις."Μία φορά της ασκήθηκε κριτική από το Musician ως πιθανώς η καλύτερη δουλειά που έχω κάνει. Είχαμε μία διαφημιστική καμπάνια να τρέχει για αυτήν. Αποφασίσαμε ότι θα το πουλούσαμε με ταχυδρομικές παραγγελίες, όχι μέσω διασκοπωλείων και επρόκειτο να χρησιμοποιήσουμε το MTV, που τότε θα έκανε την παρθενική του εμφάνιση. Εκείνη την εποχή το καταστατικό τους επέτρεπε να διαφημίζουν συγκεκριμένα προϊόντα, με τις τιμές τους. Κάπου τρεις μέρες πριν βγάλουμε το άλμπουμ το καταστατικό τους άλλαξε. Δεν μπορούσαν πια να διαφημίσουν. Αυτό το πλήρωσε το άλμπουμ", λέει γελώντας λυπημένα.
O Brown δεν λαβώθηκε από την υποχώρηση του από το στάτους του star σε αυτό του cult star. Η αλήθεια του γεγονότος είναι ότι η μουσική ποτέ δεν ήταν η μοναδική εστίαση των πνευματικών και αρτιστικών αναζητήσεων του. Το 1977 πήγε στο Μπουρούντι και έγινε σύμβουλος στους μουσικούς και στους ντράμερ, όπως επίσης δίδαξε μουσική ιστορία σε ένα τοπικό σχολείο. Πέρασε τα 80ς στο Όστιν του Τέξας, διευθύνοντας μία εταιρεία ελαιοχρωματισμού σπιτιών μαζί με τον πρώην ντράμερ των Mothers of Invention, Carl Black, φτιάχνοντας οικογένεια. Επίσης συνέχισε να είναι ένα είδος Αναγεννησιακού της εναλλακτικής κουλτούρας. Έκανε μουσικός διευθυντής και παρουσιαστής σε ένα τοπικό εστιατόριο, δουλεύοντας σε θεματικά events που συνδύαζαν διεθνή φαγητά, χορό και μουσική. Επινόησε μεθόδους θεραπευτικού ήχου χρησιμοποιώντας γκονγκ, μαράκες, χορωδίες και τα δικά του τραγούδια με αυτοσχεδιασμό. "Συνδυάζονταν μοντέρνες ψυχολογικές μέθοδοι μαζί με παλαιές σαμανιστικές" λέει. "Υπήρξε ένα άρθρο στο People. Το είπαν ΄από τον god of hellfire στην ψυχανάλυση με τραγούδια΄".

Simple Man (1971)




Ο Brown μετακόμισε πίσω στην Αγγλία στα μέσα των 90ς και τώρα είναι μάλλον περισσότερο ενεργός από όσο ήταν για κάποια περίοδο, έχοντας κάνει πολλά κονσέρτα. Επιπροσθέτως των φεστιβάλ rock στην Ευρώπη, υπάρχουν πιο μικρές τοπικές παραστάσεις. Το στήσιμο κυμαίνεται από θεατρικό, για το οποίο είναι πιο πολύ γνωστός, μέχρι ακουστική περιοδεία, απλά με δύο κιθαρίστες. Βρέθηκε στην διαδικασία της επανασυναρμολόγησης μερικών παλαιών του έργων για επανέκδοση, σχεδίασε μελλοντικές ηχογραφήσεις και προσπάθησε να πληρωθεί (δικαιώματα) από την Polydor για το "Fire", πράγμα το οποίο λέει ότι αρνούνταν επίμονα να κάνουν όλα αυτά τα χρόνια. Έκανε τον αφηγητή για την πρώτη live παρουσίαση (και στο Internet) της rock όπερας του 1968 των The Pretty Things, S.F. Sorrow, τον Σεπτέμβριο του 1998. Ιδού:

SF Sorrow (Live at Abbey Road, 1998)




Ένα πράγμα που οριστικά δεν είναι στην ατζέντα είναι ένα reunion των ορίτζιναλ Crazy World of Arthur Brown. Ο Vincent Crane αυτοκτόνησε το 1983 και ο Drachen Theaker πέθανε το 1992.
"Είμαι πολύ προσεκτικός με κάθε τι που κάνω στη σκηνή, επειδή είναι ένα μαγικό γεγονός κι όχι δουλειά. Ένα μαγικό γεγονός που φέρνει πράγματα από κόσμους άγνωστους. Για μένα η μουσική ήταν πάντα ένα πνευματικό θέμα. Είναι πάντα σαν την αλχημεία. Ό,τι ήταν αρχικά μία πνευματική αναζήτηση (με την μουσική)-στο τέλος αποφάσισα πως η βάση αυτής της αναζήτησης ήταν λάθος. Η πραγματική μου επιθυμία ήταν να αναζητήσω το πρόβλημα. Τώρα, έχω φτάσει σε ένα μέρος πιθανώς πίσω εκεί που ξεκίνησα, που είναι η οικειότητα και η γνησιότητα του να τραγουδάω, όπως και της μουσικής. Κατά κάποιο τρόπο τόσο προσωπικό όπως το να κάνεις έρωτα. Ίσως ακόμα περισσότερο κι από αυτό".




ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

The Crazy World of Arthur Brown (1968, Retroactive)



Το άλφα και το ωμέγα των The Crazy World of Arthur Brown, περισσότερο γνωστό επειδή περιείχε το "Fire", αλλά επίσης ένα συγκλονιστικό άλμπουμ σαν σύνολο. Υπάρχει περισσότερη ποικιλία εδώ από ότι λέγεται, από την τεταμένη σύγχυση του "Nightmare" και του "Fire" και το ρυθμικό διάλειμμα του "Rest Cure" και του "Child of My Kingdom", στις διασκευές των R&B "I Put a Spell on You" και "I've Got Money" και στο απλά θεότρελο "Spontaneous Apple Creation". Η επανέκδοση σε CD έχει το single-πριν το άλμπουμ-"Devil's Grip" / "Give Him a Flower" και την όχι σε LP Β΄πλευρά "What's Happening", όπως επίσης πέντε μονοφωνικές βερσιόν τραγουδιών του άλμπουμ. Αυτές οι μονοφωνικές βερσιόν δεν είναι περιττές, καθώς περιλαμβάνουν μερικές ευρηματικές ενορχηστρώσεις και κομμάτια που ο Brown μιλάει, τα οποία δεν επέζησαν στη στερεοφωνική βερσιόν, αν και τα μουσικά κομμάτια είναι πιο αδύναμα στην μονοφωνική.

Strange Lands (1988, Reckless)




Το χαμένο άλμπουμ του Brown κατά κάποιο τρόπο, ακυκλοφόρητο μέχρι τα τέλη των 80ς. Αυτό είναι σαν να ακούς τους ορίτζιναλ Crazy World of Arthur Brown χωρίς την ποιότητα-το ευφυές όργανο του Vincent Crane, τα αιχμαλωτιστικά R&B κλασικά riff, την δεμένη τραγουδοποιία, την εύγευστη ενορχήστρωση-που έκανε το πρώτο άλμπουμ να ακουστεί από εκατομμύρια ακροατές. Ο άγριος αυτοσχεδιασμός παραμένει αξιοθαύμαστος, αν και όχι πάντα προσβάσιμος και το "Planets of the Universe" ακούγεται σαν τους παλιούς Crazy World of Arthur Brown, με το ήπιο μεταφυσικό και αιθέριο όργανο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020




MURIETTA




Great Unknowns




Τι έφταιξε και ένα τέτοιο εξαιρετικό γκρουπ δεν συναντήθηκε με την δόξα; Μάλλον δεν υπάρχει τρόπος να μάθουμε. Με ένα μόνο δίσκο στο ενεργητικό του αυτό το πολύ καλό γκρουπ αποτελούνταν από τους:
Steve Krieger — κιθάρα και φωνητικά
Judi Brown — φωνητικά
Kerry Morris – μπάσο
Stan Govers – πιάνο
Gary Saunders – ντραμς




The Second Song (1972)




Murietta (Cherry Red CR 5103) 1/72




Το μοτίβο εδώ είναι blues με κόνγκας και rock ήχο... Ένα εξαιρετικό άλμπουμ που σίγουρα θα έπρεπε να κατείχε ένα υψηλό στάτους μέσα στην πλούσια σκηνή της rock. Όπως έγραφε και ο μουσικός τύπος της εποχής τους αξίζουν συγχαρητήρια.
Blues-rock δίχως την ψυχεδέλεια των Big Brother & the Holding Company ας πούμε, ή κλίσεις στο garage, όπως είχαν πολλές μπάντες εκείνης της εποχής. Με καλή σύνθεση και εκτέλεση, από ένα κουιντέτο μουσικών που η μουσικότητα τους ξεχειλίζει.

Someday (1972)





"Mamaroneck Station"
Υπέροχες αρμονίες και μελωδίες αντιπαραβαλόμενες με έντονη κιθάρα που οδηγεί σε country-soul...Το κορίτσι της μπάντας μας απλά ξέρει πώς να τραγουδήσει... Αυτή η μπάντα ξέρει να παίζει από καρδιάς μουσική.

Mamaroneck Station (1972)





Το πιάνο στο "The Dump" σε συνεργασία με την κιθάρα δίνει μία τόσο γλυκιά αίσθηση στα αυτιά.

The Dump (1972)





"Hanley's Loop"
Απλά στο loop όσο αφορά στο άκουσμα. Αιχμαλωτιστική ατμόσφαιρα, ένα σπαραξικάρδιο ορχηστρικό θέμα, αιθέριο, μελαγχολικό, μία θάλασσα συναισθημάτων, ένα μικρό κλασικό!!
Κλείστε τα μάτια και ακούστε το. Για πολύ διαλογισμό...

Hanley's Loop (1972)





"Beside Me"
Η φωνή της Judi Brown είναι απίστευτη. Δυνατή και καθαρή με την βοήθεια του πιανίστα Stan Govers, του ντράμερ Gary Saunders του κιθαρίστα Steve Krieger και του παίκτη του μπάσο Kerry Morris. Μία soulful εκτέλεση από μια μπάντα που ο κόσμος δεν είχε την τύχη να ακούσει. Ας μην τέλειωνε ποτέ αυτό το τραγούδι...

Beside Me (1972)





"Feelin' All Right Jam"
Μία απίθανη μπάντα. Ένα τόσο μαγικά δεμένο σύνολο που εστιάζει στην τέχνη. Μία ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ soulful διασκευή του κλασικού των Traffic. Κρίμα είναι που διαρκεί τόσο λίγο.

Feelin' All Right Jam (1972)





"Willie Brown"
Μαγικό και ονειρικό...Πνευστά μπαίνουν στο παιχνίδι. Boogie κατάσταση, σου έρχεται να σηκωθείς να χορέψεις. Και ο πιανίστας είναι για βραβείο. Μα ποια είναι αυτή η μπάντα που συνδυάζει τόσο καλά τα όργανα; Τι να πρωτοακούσει κανείς εδώ μέσα.

Willie Brown (1972)





"Someday" Αυτή η μουσική σε συνδυασμό με την μαγική φωνή μπορεί να επικοινωνήσει με τον καθένα. Σε κάθε επίπεδο. Τι κιθαριστικό σόλο, τι δυναμική φωνή, τι παλμός...Αισθάνεσαι ότι έχεις ξανακούσει, αλλά δεν είναι έτσι.. Τα παιδιά αυτά ήταν χαρισματικά. Απλά...
"You Really Don’t Know" Άλλο ένα πολύ όμορφο θέμα, με όλα τα χαρακτηριστικά που έχουν αναφερθεί...

You Really Don’t Know (1972)








"Lord I’m Tryin’" Περάσαμε στο χώρο των gospel.. ένα πολύ προσωπικό τραγούδι με φωνή και ακουστική κιθάρα.

Lord I’m Tryin’ (1972)






"The Second Song" Τι πανέμορφο κλείσιμο για δίσκο. Τι groove, τι ωκεανός συναισθημάτων, ένα θαύμα μουσικό...
Tip: Τσεκάρετε το discogs και κάντε ένα δώρο στον εαυτό σας.. Όπως έκανε κι ο γράφων..




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020





DOWN UNDERGROUND





Once Upon a Time in Australia (Part III)





34. McPHEE

McPhee (Australia, 1971)



Στο κομμάτι που ανοίγει "The Wrong Time" και στο "Indian Rope Man" προδίδουν μία δυνατή επιρροή από Julie Driscoll και ακούγονται πολύ σαν την Γερμανική μπάντα Frumpy. Αλλού η ομοιότητα είναι λιγότερο έντονη, αν και οπωσδήποτε δρουν στο ίδιο έδαφος, προσφέροντας δυναμική progressive rock με μία bluesy αιχμή και μία αίσθηση σαν από τζαμ. Το άλμπουμ στηρίζεται από ιδιαίτερα καλή ηχογράφηση για εκείνη την εποχή, αν και αυτό υπονομεύεται από το ότι κάνουν διασκευές. Μόνο δύο από τα επτά κομμάτια είναι δικά τους. Τα προαναφερθέντα κομμάτια είναι καλή δουλειά και η βερσιόν τους του "Southern Man" πολύ καλή αν και το "Superstar" δεν ταίριαζε ξεκάθαρα με το στυλ τους και το "I Am The Walrus" είναι απλώς αλλοπρόσαλλη επιλογή. Πέρα από αυτά τα σχόλια, είναι ένα δυνατό και διασκεδαστικό proto-prog άλμπουμ.

Southern Man (1971)


35. MELISSA

Midnight Trampoline (Australia, 1971)



Ένα καλό παράδειγμα μπάντας που είναι το σύνολο των επιρροών της-αλλά δεν είναι καθόλου κακό κάτι τέτοιο όταν μιλάμε για αυτό το ολοκληρωμένο και υποτιμημένο άλμπουμ. Ο Ιρλανδός μπασίστας και τραγουδιστής Joseph Creighton κουβαλάει μία εντυπωσιακή φωνητική ομοιότητα με τον Van Morrison και πραγματικά με θάρρος διασκευάζουν το "Madame George" και το "Young Lovers Do" με καλό αποτέλεσμα. Ο άλλος τραγουδιστής Robert Gunn, έχει μια περισσότερο rock προσανατολισμένη φωνή και υπάρχει μία folk-rock γεύση από Jethro Tull που αποδεικνύεται στο "Getting Through", ενώ τα πιο λαμπερά, ειδυλλιακά θέματα όπως το "Matalla" και το "Jennifer In New York" φέρνουν στο μυαλό τους Τhe Moody Blues. Η πιο αποτελεσματική προσπάθεια του γκρουπ στην εσωτερική ψυχεδελική rock εμφανίζεται στην bluesy διασκευή του παρωχημένου "Cuckoo".

Cuckoo (1971)

36. THE MISSING LINKS

The Missing Links (Australia, 1966)



Αυτό είναι το πιο θαρραλέο Αυστραλιανό LP της δεκαετίας του '60, ένα ακατέργαστο, υψηλής ενέργειας garage rock, με κερασάκι στην τούρτα τον proto-psych πειραματισμό. Ηχογραφημένο τέλη του 1965, συναγωνίζεται οτιδήποτε από Τhe Pretty Things, Them, Τhe Sonics ή Τhe Seeds-αλλά μπορεί να είναι κάτι ακόμα πιο υποχθόνιο απ'όλα αυτά. Περιέχει δύο απόλυτα Αυστραλιανά garage θέματα: Το "Wild About You" (που αργότερα διασκευάστηκε από τους Τhe Saints) και το "You’re Drivin’ Me Insane", με ένα φοβερό riff. Το "Some Kinda Fun" είναι ένα χορευτικό κομμάτι, ενώ το "Speak No Evil" έχει ένα ρυθμό αλα Bo Diddley. Το "Mama Keep Your Big Mouth Shut" είναι περίπου πεντέμισι λεπτά fuzz κιθάρες και garage τζαμ και ακόμα πιο φρενιασμένο είναι το κομμάτι που κλείνει "H’Tuom Tuhs".

You're Driving Me Insane (1966)

37. MISSISSIPPI

Mississippi (Australia, 1972)



Το μοναδικό LP των Mississippi είναι μία θαυμάσια δουλεμένη υπόθεση με ξεκάθαρες επιρροές από CSN&Y, αλλά όμως έχει την δική του ταυτότητα. Χαρακτηρίζεται από την επίμονα δυνατή τραγουδοποιία και τις κλειστές, αλλά όχι γλυκανάλατες αρμονίες και η φήμη του οφείλεται πολύ στην συνεργασία των Graham Goble και Russ Johnson-κιθαρίστες που είχαν κάποια φήμη εκείνη την εποχή. Έπαιξαν σε αυτό το άλμπουμ επιδέξιοι session μουσικοί. Ηλεκτρικά leads από δω, πινελιές από φλάουτο από κει και λίγο από καλή ενορχήστρωση. Αρκετά κομμάτια θυμίζουν Αμερικανικό country-rock άλμπουμ και το αγαπημένο μου είναι το "Save The Land". Με λίγο πάνω από 5 λεπτά διάρκεια, είναι το μεγαλύτερο και αναμιγνύει επιδέξια πλούσια ενορχήστρωση, κορυφαία fuzz κιθάρα και εμπνευσμένο πιάνο. Μερικές φορές θυμίζουν τους Bread, αλλά αυτό δεν είναι κάτι κακό και ο πυρήνας του γκρουπ αργότερα σχημάτισε ένα από τα πιο επιτυχημένα Αυστραλιανά σχήματα των 70ς-τους Τhe Little River Band.

Save The Land (1972)

38. PIRANA

Pirana II (Australia, 1972)



Με τα πολύ όμορφα leads τους, τα πολυ-ρυθμικά κρουστά και το περίφημο Hammond, οι Pirana ήταν ξεκάθαρα επηρεασμένοι από τους Santana-κι όμως με δυναμική καταφέρνουν να ξεχωρίζουν. Μαζί με τα ατμοσφαιρικά τζαμ, υπάρχει μία δυναμική bluesy / psych αιχμή. Π.χ. ακούστε το "I’ve Seen Sad Days" και το "Thinking Of You", με φοβερή αλληλεπίδραση στα όργανα και θαυμάσιο vibe. Το τελευταίο παίρνει σχήμα από το "Here It Comes Again" με φωνητικά διαμέσου ενός Leslie cabinet και από το "Move To The Country". Απλά δείτε το εξώφυλλο...θα πάρετε μια ιδέα του τι βρίσκεται μέσα.

Here It Comes Again (1972)

39. PHIL SAWYER

Childhood’s End (Australia, 1972)



Όπως πολλοί σόλο καλλιτέχνες της εποχής, ο Phil Sawyer τείνει να κατηγοριοποιηθεί ως ‘acid folk’, αλλά η αιχμαλωτιστική του φωνή μου θυμίζει τον Gordon Lightfoot και η μουσική του είναι κατά πολύ στον ίδιο παλμό-μοντέρνα folk με δυνατές pop ευαισθησίες, καλό beat και χρωματιστό ακομπανιαμέντο. Τα "The Other Side Of Silence", "September Woman" και "Letters To Seraphina" είναι όμορφα φτιαγμένα και προσωπικά. Η χρήση από καμπάνες Ιαπωνικών ναών στο τελευταίο είναι εμπνευσμένη και οι στίχοι συχνά είναι συμπονετικοί. Το κομμάτι του τίτλου, το "The Chase" και το "Electric Children" είναι δυνατές folk-rock μπαλάντες με ήπιο ψυχεδελικό τόνο και στο σύνολο είναι πολύ καλό σε σύνθεση και παραγωγή, με συμπαθητικό backing. Όπως με τον Lightfoot, η έλξη στο στυλ του Sawyer βρίσκεται στον έλεγχο της διάθεσης (mood) των τραγουδιών του (λυρικά, συμπονετικά, έντιμα και καυστικά), μεταφέροντας τον ακροατή από αρκετά επίπεδα.

Letters To Seraphina (1972)


40. SKYHOOKS

Living In The 70s (Australia, 1974)



Αυτό ήταν ένα τεράστιο χιτ στην πατρίδα του, αλλά αγνοημένο ή και μην έχοντας κυκλοφορήσει καν αλλού. Οι Skyhooks είχαν απαράδεκτη σκηνική παρουσία και φορούσαν γελοία κοστούμια, αλλά η εμφάνιση τους σκόπευε να είναι μία παρωδία του glam και όχι μία αντιγραφή του. Εδώ γυρίζουν αιχμαλωτιστικές μελωδίες σε κάτι πιο ουσιώδες συνδυάζοντας παραπλανητικά πολύπλοκες συνθέσεις με έξυπνους, καυστικούς στίχους που έκαναν περισσότερα από το μισά τραγούδια του άλμπουμ να χάσουν τον ραδιοφωνικό αέρα. Κάνουν πλάκα στους χίπις, συγκρίνουν τις ειδήσεις με ταινία τρόμου, αστειεύονται με το σεξ, με άλλα λόγια χτυπάνε τον παλμό της εποχής με έναν ανευλαβή τρόπο. Τα τραγούδια είναι έξυπνα στην σύνθεση τους και οι σπασμωδικοί ρυθμοί τους και η αδιάκοπη ενέργεια τους έκαναν μία πρώιμη επιρροή στο new wave. Είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση και συναρπαστικοί καθ'όλη την διάρκεια. Είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί η νεολαία στην Αυστραλία τους αγκάλιασε τόσο εγκάρδια.

You Just Like 'Cos I'm Good in Bed (1974)

41. SPACE FARM

Going Home To Eternity (New Zealand, 1972)



Δυναμικό τρίο οι Space Farm ηγήθηκαν της underground rock σκηνής της Νέας Ζηλανδίας. Όπως ένας αριθμός από άλλους Νεοζηλανδούς παίκτες (Billy TK, Jesse Harper), ο κιθαρίστας Harvey Mann ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τον Jimi Hendrix. Το "Going Home To Eternity" είναι διακριτικό κι όμως πολύπλοκο και funky space-rock, αναμειγμένο με heavy psych-αλλά περιστασιακά είναι σαν να παίζει ο Hendrix. Τα "Space Farm", "Homeward Bound", "Infinity Way", "Gypsy Queen" και "Flying" είναι υπό την επιρροή του Hendrix, αλλά είναι εξαιρετικά δοσμένο με τον δικό τους τρόπο. Τα φωνητικά του Mann είναι ο αδύναμος κρίκος, είναι όμως ιδιαίτερα. Το 1989 η Γερμανική επανέκδοση παράξενα αντικατέστησε τα φωνητικά του Mann με αυτά του Murray Grindley (από την προηγούμενη μπάντα του Mann, τους The Underdogs), αλλά το χάρισμα είχε φύγει. Κολλήστε με το ορίτζιναλ.

Flying (1972)

42. SPECTRUM

Milesago (Australia, 1971)



Το Milesago είναι ένα αρχέτυπο Αυστραλιανής progressive psych rock, ένα τεράστιο διπλό LP, με mood που ποικίλει, καινοτόμο υλικό και δραματική φύση. Ο τραγουδοποιός / τραγουδιστής και κιθαρίστας Mike Rudd βαδίζει εδώ στον δημιουργικό του δρόμο. Μία τέλεια μίξη χορευτικής roots rock ("But That’s Alright", "Untitled", "Play A Song That I Know") και απόκοσμης prog-psych ("Your Friend & Mine", "Trust Me", "Fly Without Its Wings"). Η διαβολική αίσθηση του χιούμορ του Rudd βλέπει το φως στα "Virgin’s Tale" και "The Sideways Saga" και αυτό που κάνει την διαφορά είναι το avant-garde ομότιτλο κομμάτι του άλμπουμ. Το "What The World Needs (Is A New Pair Of Sox)" είναι το κομμάτι που επιλέγω με την βαριά δυσαρμονία και την ένδοξη μονομαχία μεταξύ Hammond και ηλεκτρικής κιθάρας.

What The World Needs (1971)

43. JEFF ST. JOHN’S COPPERWINE

Joint Effort (Australia, 1970)



Ο Jeff St. John είναι ένας από τους μεγάλους τραγουδιστές της Αυστραλίας, κάτοχος μίας επιβλητικής, κοντρολαρισμένης φωνής. Είχε ηχογραφήσει ένα τρομερό άλμπουμ R&B με τους The Id, το Big Time Operators (1967), αλλά το Joint Effort είναι πιο εναρμονισμένο στην progressive soul και funk, με διασκευές όπως τα "Cloud Nine", "Sing A Simple Song" και "Reach Out", με Hammond, καυτές κιθάρες και απογειωτικά φωνητικά. Ωστόσο, είναι μία κυκλοφορία που έχει ποικιλία, αγγίζοντας την ακουστική ψυχεδέλεια ("Fanciful Flights Of Mind"), rural rock ("Train") και bluesy hard rock ("You Don’t Have To Listen", "Days To Come"). Τα ορχηστρικά "Any Orange Night" και "I Remember" είναι jazzy με vibes και το εξέχον κομμάτι τους προσωπικά είναι η διασκευή των Blind Faith "Can’t Find My Way Home".

Can’t Find My Way Home (1970)

44. SWAMP SALAD

On The Country Line (Australia, 1971)



Φτιαγμένοι από τους δημιουργικούς session παίκτες (κιθαρίστες Dave Donovan και Len Hutchison, μπασίστα George Thompson και ντράμερ George Adamson, συν την τραγουδίστρια Christine Barnett σε 4 τρακς), θα μπορούσε να εξαργυρωθεί ως ένα country-rock σχήμα. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν καθόλου σε αυτό το είδος. Διασκευές των "Witchita Lineman" και "Ode To Billy Joe" ταιριάζουν στην ταμπέλα αρκετά, αλλά μεγάλο μέρος από τα υπόλοιπα είναι bluesy underground rock τζαμ, με πολύ fuzz κιθάρα και φαίνεται να χρωστάνε στον Jimi Hendrix. Το άλμπουμ είναι γνωστό με δύο διαφορετικά εξώφυλλα. Ένα με μαυρόασπρη φωτογραφία της μπάντας και το άλλο με το ψυχεδελικό εξώφυλλο. Δεν είναι ξεκάθαρο ποιο βγήκε πρώτο, αλλά για όποιο από τα δύο και να πούμε μιλάμε για ιδιαιτέρως σπάνια κομμάτια.

The Ballad of Creepy Creek (1971)

45. TAMAM SHUD

Goolutionites & The Real People (Australia, 1970)



Το τρομερό δεύτερο και τελικό άλμπουμ των Shud έχει ένα χαλαρό θέμα για την περιβαλλοντική μόλυνση. Υπάρχουν μερικά φοβερά pop τραγούδια μέσα (ακούστε την κιθάρα να έρχεται σε οργασμό στο "I Love You All"),αλλά στην πραγματικότητα περιλαμβάνει το δεμένο, συναρπαστικό τζαμ της μπάντας και τα θαυμαστό παίξιμο της κιθάρας από το παιδί-θαύμα 15χρονο Tim Gaze! Όσοι αγαπούν να ακούνε την κιθάρα να ουρλιάζει, θα ταξιδέψουν. Ο ηγέτης της μπάντας Lindsay Bjerre είναι ένα αίνιγμα. Είναι άγνωστο που θα μπορούσε να τον βρει κανείς.

I Love You All (1970)

46. TAMBURLAINE

Say No More (New Zealand, 1972)



Το τρίο που είχε έδρα το Wellington αναμιγνύει μπαλάντες και σκληρή ψυχεδελική rock στο πολύ ωραίο ντεμπούτο τους. Μία από αυτές τις μπαλάντες είναι το "Lady Wakes Up", ενώ το "Saffron Lady" έχει κάποιες φωνητικές αρμονίες αλα CSN και ωραία ακουστική κιθάρα. Καταλήγει με το 10λεπτο acid prog θέμα που προτείνεται από κάτω, γραμμένο από τον πολυοργανίστα και τραγουδιστή Simon Morris, το οποίο χτίζεται από την γλυκιά εισαγωγή (με ατμοσφαιρική φωνητική υποστήριξη από την τοπική τραγουδίστρια Lindy Mason) σε ένα τρομερό rock θέμα με αιχμηρά leads από την ηλεκτρική κιθάρα.

The Flame of Thoriman (1972)


47. TICKET

Awake (New Zealand, 1972)



Οι Ticket έβγαλαν δύο άλμπουμ με ψυχεδελική funk rock. Και τα δύο εξαιρετικά, αν και αυτό (το ντεμπούτο) ίσως να είναι λίγο καλύτερο. Η παραγωγή έχει πολύ καλή ποιότητα, με καθαρό διαχωρισμό, επιτρέποντας τα αλα Hendrix σόλο της κιθάρας, κεραυνοβόλες μπασογραμμές και τα ντραμς να ξεχωρίζουν. Τα φωνητικά παίζουν μόνο υποστηριγκτικό ρόλο, αλλά με τόσο καλή μουσική δεν πειράζει και πολύ. Τα "Awake", "Broken Wings", "Highway Of Love" και "Reign Away" είναι δεμένα και δυναμικά, τα "Dream Chant" και "Angel On My Mind" είναι αιθέρια και στοχαστικά όμως όλα είναι προσβάσιμα. Ο Eddie Hansen ήταν ένας από τους ήρωες της κιθάρας στη Νέα Ζηλανδία, μαζί με τον Billy T.K. (Human Instinct) και τον Harvey Mann (Space Farm). Οι Hansen και Mann αργότερα θα έσμιγαν στους Living Force.

Reign Away (1972)

48. TULLY

Loving Is Hard (Australia 1972)
Οι έντονοι, πνευματικοί Tully ποτέ δεν έκαναν ένα πλήρως ικανοποιητικό άλμπουμ, εκτρεπόμενοι από παραπονιάρικες μπαλάντες σε έντονη art-rock. Το τέταρτο και τελικό τους LP έγινε αφού είχαν συγχωνευτεί με τους Extradition και περιέχει κάποια από τα πιο μελαγχολικά τους θέματα, τραγουδισμένα με απόλυτη ειλικρίνεια από την Shayna Stewart και τον Richard Lockwood. Στην πραγματικότητα είναι ένα compilation με τραγούδια από διάφορα μέλη, αλλά στέκονται πολύ καλά μαζί και κάθε τι συγκλίνει σε ένα μαγικό αποτέλεσμα στο επικό "Ιce", το οποίο χτίζεται από ένα μελαγχολικό άνοιγμα σε ένα δυναμικό οργασμό. Σιγουρευτείτε ότι τσεκάρετε το 45αρι τους (όχι στο LP) "Krishna Came" / "Lord Baba", δύο απλά τραγούδια που εκφράζουν την αφοσίωσή τους στον Meher Baba.

Ιce (1972)

49. THE TWILIGHTS

Once Upon A Twilight… (Australia, 1968)



Το δεύτερο και τελικό άλμπουμ των The Twilights εκτείνεται σε διάφορα στυλ: lovely pop (τα "What A Silly Thing To Do" και "Bessemae" δεν θα είχαν κάνει τους Bee Gees να ντρέπονται), το Ινδικό στυλ στο "Devendra" και τα παραμορφωμένα φωνητικά στο "Paternosta Row", για παράδειγμα. Υπάρχουν συνθέσεις πνευστών και εγχόρδων, πινελιές ψυχεδελικής κιθάρας στο "Take Action" και το "Βlue Roundabout", μια-δυο αστείες στιγμές, κάποιες καθαρές επιρροές από Beatles και Hollies και πολύ γοητεία. Μία προσθήκη από ένα από τα καλύτερα Αυστραλιανά άλμπουμ της δεκαετίας του '60, με ένα πολύ ελκυστικό vibe, που εμφανίζεται με ένα ωραιότατο εξώφυλλο.

What a Silly Thing to Do (1968)

50. THE ZOOT

Just Zoot (Australia, 1969)
Αν και ήταν πολύ δημοφιλείς και είχαν αρκετά χιτς, αυτό ήταν το μοναδικό LP που κυκλοφόρησε από τους Zoot, όσο υπήρξαν και μοιάζει περισσότερο σαν compilation. Για παράδειγμα, αρχίζει με ένα beat-στυλ χιτ ("One Time, Two Times, Three Times, Four¨), συνεχίζει σε ένα σύγχρονο rock τραγούδι τραγουδοποιού / τραγουδιστή ("Hey Mr. Songwriter"), μετά στο hard rock "Flying". Άλλα στυλ περιλαμβάνουν ήπια ψυχεδέλεια ("Monty & Me") και ένα εξαιρετικό, ενδιαφέρον blues-rock / pop ("Shake A Feather"). Αυτό κυκλοφόρησε πριν τα καλύτερα τους και πιο hard-rock τραγούδια τους ηχογραφηθούν, αλλά δείχνει τις δυνάμεις τους και παρά το ότι είναι ασύνδετο με τα υπόλοιπα είναι πολύ καλό. Τα καλύτερα τραγούδια γράφτηκαν ή/και ηχογραφήθηκαν αφού είχε μπει στην μπάντα ο Rick Springfield. Το συστήνω σίγουρα, ως το μόνο vintage LP μιας ζωτικής σημασίας Αυστραλιανής μπάντας της εποχής, αλλά για όσους δεν έχουν θέμα με τα CD υπάρχει μία συλλογή με όλα τα τραγούδια τους. Τα 8 τραγούδια που ακολούθησαν αυτό το LP είναι τρομερά, με κορύφωση το "Turn Your Head".

Turn Your Head (1969)



Ένας ενδεικτικός κατάλογος (λίστα) με 50 επιδραστικά άλμπουμ από την Αυστραλία τελειώνει εδώ. Μεμονωμένα, θα έχουμε την χαρά να σας ξεναγήσουμε ξανά στην μακρινή, αλλά τόσο κοντινή μουσικά ήπειρο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης