Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019



STAINED GLASS 




Great Unknowns

 


Ένας κόσμος από καλή μουσική ξεχασμένος άδικα στο πέρασμα του χρόνου. H ιστορία τους είναι συνηθισμένη. Ήταν πρωτοπόροι, ταλαντούχοι και καινοτόμοι, όμως δυστυχώς ήταν και πολύ μπροστά για την εποχή τους. Η μπάντα μας ξεκίνησε τo 1965 από το San Jose διασκευάζοντας-τι άλλο-Beattles. Κάποτε λέγονταν The Trolls. Τραγουδοποιός τους ήταν ο Jim McPherson, ο οποίος θαύμαζε τον Dylan, και τον Paul McCartney. Δυστυχώς το κοινό δεν είχε συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έκαναν και που βρίσκονταν οι The Trolls, μετέπειτα Stained Glass με αποτέλεσμα η όμορφη μουσική που έπαιξαν να παραμείνει κρυμμένη για τόσα χρόνια. Πρώτο single και πρώτη διασκευή το "If I Needed Someone" το 1966. Η επιτυχία του ώθησε την μπάντα να κάνει ακόμη ένα single το "My Buddy Sin", ένα εξαιρετικό folk-rock θέμα που δεν έκανε αίσθηση τότε. Το "We Got A Long Way to Go" ήταν μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο, αν και δεν είχε και σχέση με τις καταβολές του γκρουπ. Τελικά η μπάντα μας θα κυκλοφορούσε δύο άλμπουμ στην Capitol μέσα σε μισό χρόνο μόλις.

Inca Treasure (1969)



Crazy Horse Roads (Capitol ST 154) 1/69




Το μακάβριο εξώφυλλο (το οποίο δείχνει το τρίο κρεμασμένο από ένα δέντρο) και ο τίτλος του άλμπουμ με γράμματα από ταινία γουέστερν προιδεάζουν ότι αυτό το άλμπουμ θα είναι επηρεασμένο από την country. Στην πραγματικότητα είναι ένα εξαιρετικό αλα Byrds, pop-rock, με γλυκές φωνητικές αρμονίες και λαμπρά κιθαριστικά μέρη.

Twiddle My Thumps (1969)




Η ποιότητα δεν είναι ίδια όταν προσπαθούν να έχουν άλλο στυλ (όπως το εκνευριστικό καινοτόμο "Piggy Back Ride and the Camel"). Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα υψηλής ποιότητας και μουσικότητας LP (το μεγαλύτερο μέρος του από τον Jim McPherson). Δεν υπάρχει κάτι το πολύ ψυχεδελικό γύρω από αυτό το άλμπουμ, αν και το κομμάτι που κλείνει "Doomsday" έχει κάποια cool κιθαριστικά εφέ.

Doomsday (1969)




Το Crazy Horse Roads είναι ένα μοναδικό άλμπουμ. Ψυχεδέλεια με τα pop "Night Cap", "Twiddle My Thumbs" και "Fingerpainting",

Fingerpainting (1969)




soul με τα "Two Make One" και "Fahrenheit", country rock με τo "Horse on Me" και hard folk-rock με τα "Light Down Below", "Doomsday", "I Sing You Sing" και "Soap and Turkey".

I Sing You Sing (1969)




Aurora (Capitol ST 242) 6/69




Ένα συμπαθητικό τρίο που έχει πάρει μερικά από τα βασικά ορχηστρικά riff των Springfield, τραβώντας επίσης αρκετές ακριβείς φωνητικές αρμονίες από τους ίδιους και σερβίροντας ένα δίσκο με πρόσφατα αλλά και κλασικά "κλισέ"...

A Common Thief (1969)




Είναι ένα ωραίο άλμπουμ που εκθέτει στο μεγαλύτερο μέρος του συμβατική ροκ με ευκολία και ασφάλεια-ένα καλό εφήμερο άκουσμα αν δεν περιμένει κάποιος πολλά-πολλά.

Daddy's Claim (1969)




Με τον νέο κιθαρίστα τους Tom Bryant αυτό είναι σε ένα πιό χαλαρό, πιό jam στυλ και δεν ακούγεται σαν την μπάντα που έκανε το Crazy Horse Roads. Το νωθρό "Getting On's Getting Rough" είναι μία δυνατή αρχή, αλλά από εκεί και μετά είναι λιγότερο χαρακτηριστικό και δεν έχει πολλά σημεία να σε αιχμαλωτίζουν.

Mad Lynn Ball (1969)




Το αιθέριο "Inca Treasure" είναι πολύ αφοπλιστικό και το "Kibitzer" ένα funky θέμα με αξιόλογη αλληλεπίδραση, αλλά γενικά το υλικό είναι λίγο αδιάφορο.

Kibitzer (1969)




Το Aurora που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1969 είναι αξιόλογο άλμπουμ στο μεγαλύτερο μέρος του. Ο Jim McPherson συνέχισε για να δημιουργήσει τους Copperhead με τον κιθαρίστα των QMS, John Cippolina. Έκαναν ένα εξαιρετικό άλμπουμ, το οποίο είναι μεν ακριβό όμως έχει ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019


MORKA



There Was a Time...




Αφορμή για να αναφερθώ στο πολύ άγνωστο και εξαιρετικά άξιο αυτό γκρουπ στάθηκε ο αδελφός μου, Γιώργος, όταν σε διαδικτυακή κουβέντα που είχαμε μου έδωσε μία φωτογραφία του δίσκου και με ρώτησε "αυτούς τους θυμάσαι;".


There Was A Time... (1997)




Ο χρόνος σταμάτησε μέσα μου για μερικά δευτερόλεπτα. Η αλήθεια ήταν πως σίγουρα θυμόμουν το εξώφυλλο. Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν να μην θυμάμαι αυτό το σχήμα. Ο δίσκος είχε αγοραστεί εκείνη την εποχή που κυκλοφόρησε. Απλά ήταν θαμμένος. Και τα πολύ όμορφα τραγούδια που περιέχει δυστυχώς ξεχασμένα, μιάς και πιά δεν υπάρχει κάποιος που να παίζει ή κάτι που να θυμίζει το ιδιαίτερο αυτό psych-folk Ελληνικό και όχι μόνο γκρουπ.

I See 




Το 1971 ο Θεόδωρος Κόκας (Dorian Kokas), που πέθανε το 2009, σχηματίζει με τον συμφοιτητή του John Jungemann, στο ACS στο Χαλάνδρι ένα γκρουπ που είχε το όνομα Stone Deep. Tο πλεονέκτημα που είχαν σε μία περίοδο καταπιεσμένη από το δικτατορικό καθεστώς, ήταν ότι το Αμερικανικό σχολείο δεν υπόκειτο σε περιορισμούς. Τα αγόρια άφηναν μακριά τα μαλλιά τους και τα κορίτσια φόραγαν ελεύθερα μίνι φούστες.

Winter's Here




Ο Κόκας είχε έρθει στην Ελλάδα, στους παππούδες του, από την Αμερική ώστε να γλυτώσει από την στρατολόγησή του στο Βιετνάμ. Και για καλή του τύχη ο Νίξον που αντικατέστησε τον Τζόνσον ως πρόεδρος έδωσε χάρη στους λιποτάκτες. Σε μία συναυλία τους, ένας τύπος τους βρίσκει και τους προσφέρει χρήματα για να κάνουν ένα δίσκο με τα τραγούδια τους που ξεχώριζαν "Judy" και "Winter's Here". Το "Judy" είχε γραφτεί για την Judy Mayers μία συμμαθήτρια και αγαπημένη του John, ο οποίος ήταν και ο βασικός τραγουδοποιός της μπάντας.

Judy




Το 1971 το γκρουπ των μαθητών του ACS, Stone Deep διαλύεται με την αποφοίτηση πλέον των τελειόφοιτων. Ο Dorian Kokas με τον Mike Moraitis φτιάχνουν ένα ντουέτο που παίρνει το όνομά του από τα αρχικά των ονομάτων τους, τους MORKA. Και ηχογραφούν δύο τρακς: Το "I See" και το "She Shouts". Αυτά τα παίρνει η Polydor και μαζί με τα δύο τραγούδια των Stone Deep τα εκδίδει ως τραγούδια των MORKA. To ντουέτο σύντομα συμπληρώνεται και γίνεται εξαμελές γκρουπ και όταν το 1972 έχει αποχωρήσει ο Mike Moraitis το lineup αποτελείται από τον Αντώνη Μπράβο στο μπάσο, τον Paul Papadea στην κιθάρα και φωνητικά, τον George Tampakopoulos στα φωνητικά, τον Μιχάλη Ορφανίδη στα ντραμς και την Pamela Leake στα φωνητικά. Οι MORKA εμφανίζονται σε σχολεία, κλαμπ της εποχής και κάνουν live.

She Shouts




Η εταιρεία συμπεριλαμβάνει το γκρουπ μαζί με τους Socrates και τους Poll στο δίσκο Pop Cocktail, και ο Στέλιος Ελληνιάδης στην Μουσική Γενιά (1972) κατακεραυνώνει αυτή την κίνηση, γράφοντας ότι πρόκειται για "τον χειρότερο δίσκο του μήνα" ή "κάντε τον δώρο στους εχθρούς σας", όμως παράλληλα πλέκει εγκώμιο για τους MORKA. Την ίδια περίοδο ηχογραφούν άλλα δύο τραγούδια, τα "And So She Flies" και "Γιατί". Το πρώτο μπορείτε να δείτε σε ένα σπάνιο live για τις ανάγκες της ταινίας με την Μαρία Αλιφεροπούλου (όπως λεγόταν τότε η Μαρία Αλιφέρη) και αν και η ταινία είναι παντελώς αδιάφορη, το τραγούδι είναι πραγματικά ένα αριστούργημα και ένα από τα πρώτα και από τα καλύτερα ψυχεδελικά folk θέματα για την Ελληνική μουσική σκηνή γενικά.

And So She Flies




Το δεύτερο ήταν ένα τραγούδι αποτέλεσμα πίεσης από την εταιρεία να γραφτεί ένα τραγούδι με Ελληνικό στίχο, όμως έχει κι αυτό την χάρη του.

Γιατί




Το 1973 στα χρόνια της δικτατορίας οι MORKA ηχογραφούν τα υπόλοιπα τραγούδια που υπάρχουν στο δίσκο. Η εταιρεία όμως αρνείται να συνεργαστεί, καθώς επιθυμεί Ελληνικό στίχο. Έτσι με όλες τις πόρτες κλειστές λόγω του καθεστώτος, τα τραγούδια αυτά μένουν στο ράφι, μέχρι το 1997 (το έτος που κυκλοφόρησε ο δίσκος).

Fair Lady of 1860




Το γκρουπ διαλύεται το 1973 με τον τραυματισμό του Μιχάλη Ορφανίδη από έκρηξη βόμβας τοποθετημένης κάτω από αυτοκίνητο, όταν ο άτυχος περνούσε δίπλα του. Το 1974 με το όνομα Phos η παρέα εμφανίστηκε για κάποιες παραστάσεις με τραγούδια που ποτέ δεν ηχογραφήθηκαν και δεν υπάρχουν πιά.

Ann




Η επόμενη εμφάνιση των MORKA είναι το 1986, με πέντε τραγούδια γραμμένα ένα χρόνο πριν, και τιτλοφορούνται ως Try Again. Επανέκδοση του δίσκου των MORKA, There Was A Time... έγινε από την http://www.anazitisirecords.com/ το 2006.
Σε ευχαριστώ Γιώργο για την πολύτιμη αυτή αναλαμπή που μας χάρισες.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019



SONNY TOUCH / ΠΑΙΔΙ ΤΡΑΥΜΑ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ 


 Ανασκόπηση συναυλίας





Το Παιδί Τραύμα θα μπορούσε να είναι κάποιος επώνυμος καλλιτέχνης που να "την έχει ψωνίσει". Απλά όμως προτιμάει να πατάει στο έδαφος και να χαίρεται να κάνει φίλους που μπορεί να έχουν τις ίδιες αντιλήψεις με αυτόν. Ή και όχι απολύτως. Το ότι απορρίπτει την αναγνώριση, εμμένει στην μουσική και προτιμάει την ανωνυμία και το στάτους του αντιστάρ, δικαιωματικά σημαίνει ότι κατέχει μία θέση σε αυτή τη μικρή γωνιά.

Με τον καινοτόμο και πολύ καλό μουσικό Sonny Touch (Δημήτρη Τάτση), έδωσαν κοινή παράσταση στη Death Disco την 30 Νοεμβρίου. Η καλή φίλη Χαρούλα Νικολαίδου, ραδιοφωνική παραγωγός στον https://ngradio.gr/ περιγράφει αυτήν την παράσταση στο δικό της blog, από όπου και πήραμε το κείμενο και τις φωτογραφίες και ευχαριστούμε.


Γράφει η Χαρούλα Νικολαΐδου



Ο Sonny Touch μετά από οχτώ ολόκληρα χρόνια, συναντήθηκε με τους μουσικούς του  και ανέβηκε σε αθηναϊκό σανίδι. Το Παιδί Τραύμα ακολούθησε αμέσως μετά. Και οι δύο διηγήθηκαν τις ιστορίες τους. Ο πρώτος με αγγλικό (και ρωσικό) στίχο, ο δεύτερος με ελληνικό. Στην οδό Ωγύγου 16 στο κέντρο της Αθήνας, το Σάββατο 30 Νοεμβρίου εκτυλίχθηκε μία ιστορία που την είδαν και την άκουσαν όσοι τυχεροί χώρεσαν στο μικρό κλαμπ Death Disco.
Rain Dance 



Ο Sonny Touch κυκλοφόρησε τον δίσκο Leave Space For The Little Animals πριν τέσσερις μήνες. Μέσα σε αυτόν εκτυλίσσονται έντεκα ιστορίες μέσα σε αφρικανικούς ήχους, με μία σύγχρονη παραγωγή με ηλεκτρονικά στοιχεία και θαυμάσια περάσματα από post punk και rock n roll επιρροές. Όταν ο Δημήτρης Τάτσης βγήκε τηλεφωνικά στον αέρα της εκπομπής «Έντεκα με Μία» τον ρώτησα πως γίνεται αυτή η τόσο πυκνή παραγωγή να βγει live με φυσικά όργανα. Μου είπε θα είναι λίγο διαφορετικό, αλλά θα το προσπαθήσουμε. Και τελικά αυτό που βγήκε ήταν η διήγηση του δίσκου με έναν τρόπο που ελάχιστα ενδιέφερε αν ήταν παρόμοιος με τον δίσκο. Ο Sonny Touch είναι μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη που ακόμα και μόνος του με μία κιθάρα μπορεί να σε μεταφέρει σε κάθε μία ιστορία του με τρομερή ικανότητα μαγνητισμού. Η θεατρικότητά του που θαυμάσια αποτυπώνεται στον δίσκο, από κοντά είναι χωρίς υπερβολή σε διπλάσιο βαθμό, σε συνδυασμό με το ευκίνητο λιγνό του σώμα και την χορευτική κινησιολογία του. Θεατρικότητα στη φωνή, τα μάτια, το σώμα, όλο ένα πακέτο με την μοναδική μουσική του που τόσο όμορφα παρουσίασαν οι φίλοι του. 
Pемонт 



Πολύ καλός ο Χρύσανθος Χριστοδούλου στο σαξόφωνο και την ηλεκτρική κιθάρα, μαζί με την στιβαρή παρουσία της Εύας Ντούρου στα πλήκτρα και τα φωνητικά και τον χαμογελαστό και καλοδιάθετο Κωνσταντίνο Βελένη στα τύμπανα. Η αφήγηση του Sonny Touch μεταφέρθηκε και κάτω από τη σκηνή, μαζί με την κιθάρα του, όπου ήρθε κοντά μας με αληθινό θάρρος και βλέμμα πάνω στα δικά μας βλέμματα.
Sonny Touch Death Disco 


Στο μεταξύ στο κοινό, στο κέντρο και μπροστά μπροστά, σε όλη τη διάρκεια της παρουσίασης του Sonny Touch, το κοκκινομάλλικο Παιδί Τραύμα με το ποτό στο χέρι, συμμετείχε ψυχή τε και σώματι στο μουσικό δρώμενο. Μου είχε πει όταν είχε έρθει ένα βράδυ στο μαγαζί που έπαιζα μουσική, πως όταν παίζει μαζί με άλλους σε συναυλίες, ξεχνάει πως είναι μέρος της συναυλίας και γίνεται ένας θαμώνας που ήρθε να ακούσει και να δει τους άλλους. «Πίνω το ποτό μου, γίνομαι ένα με το πλήθος, χορεύω..». Έτσι έγινε και στο Death Disco μέχρι να έρθει η ώρα να ανέβει κι εκείνος στην σκηνή. Και όταν ανέβηκε μαζί με τους μουσικούς του ήταν σαν να ξύπνησα από τον κόσμο του Sonny Touch και να συνειδητοποίησα πως το μικρό κλαμπ του Death Disco είχε γεμίσει με όμορφο κόσμο που αληθινά γούσταρε όλη τη φάση του λάιβ. Το Παιδί Τραύμα που ακόμα δεν μας συστήνεται με το όνομά του, κοιτάει τους ανθρώπους από ψηλά με αληθινό θάρρος-θράσος. Έχει μία αφοβία το παρουσιαστικό του και μία μανία να σαρώσει το τώρα με όλη του τη δύναμη.
Παιδί Τραύμα Death Disco



Επίσης ο χαρακτήρας του είναι τέτοιος που δημιουργεί προσωπική σχέση με το κοινό, στο οποίο και απευθύνεται με κάθε ευκαιρία: « Θα το πάμε έτσι χαλαρά; Ή θα χορέψουμε;» «θα χορέψουμεεε» «Ωραία, ελάτε τώρα όλοι πιο μπροστά», απαίτησε ξερά και ο κόσμος ανταποκρίθηκε. «Τώρα θα παίξουμε και το τραγούδι για το οποίο ήρθατε όλοι», λέει. «Σαν Ιχθύς» . Ακούγεται ένα ομαδικό ναι και εκείνο απαντάει «Ου να μου χαθείτε» Αναφέρεται στο κομμάτι που κυκλοφόρησε με video clip σε σκηνοθεσία The Boy , το οποίο ανέβηκε Σεπτέμβρη του 2019 και έχει δεκάδες χιλιάδες προβολές στο You Tube.
Σαν Ιχθύς 


Μία κοπέλα του φωνάζει να παίξει ένα κομμάτι των Ξύλινων Σπαθιών. Αυτός κοιτάει λίγο αμήχανα, Του λέει το είχες παίξει στην πρώτη σου εμφάνιση στο Tiki Bar! Και το Παιδί Τραύμα χαμογελάει. Το κοινό χτίζεται σιγά σιγά. Σε άλλες στιγμές αρχίζει να λέει πως ανάμεσα στα τραγούδια θα μπορούσε να κάνει stand up comedy acts όμως επειδή μάλλον θα έβγαινε γελοίος τελικά, το αποφεύγει. Ο τρόπος που τα λέει, από μόνος του, δημιουργεί γέλιο. Το Παιδί Τραύμα αυτοσαρκάζεται όλη την ώρα και κάνει χιούμορ. Ένας άλλος από το κοινό του φώναξε « είμαστε όλοι Παιδιά Τραύματα ». Δεν ξέρω αν ο ίδιος είναι έτοιμος για αυτές τις αντιδράσεις, όμως ήδη έχει καταφέρει να χτίσει προσωπική σχέση με το κοινό του. Και αυτό συμβαίνει και επειδή ο στίχος του είναι ελληνικός (και πάρα πολύ καλός). Παρουσίασε τέσσερα καινούρια τραγούδια. Και τα τέσσερα πολύ δυνατά, με πολύ καλό στίχο: Ο παλιός ο χρόνος, Με λένε Μαρία, Ακαταλαβίστικο, Το Φόρεμα. Η γραφή του είναι διαπεραστική, τραγική, τραυματική και λειτουργεί φανταστικά στα λάιβ. Ο ίδιος στηρίζει πολύ καλά το έργο του.
Η Εξίσωση


Μαζί με το Παιδί Τραύμα έπαιξαν οι μουσικοί: Φωτεινή Τσακνάκη (πλήκτρα), Ρόλη Γιαμοπούλου (τύμπανα), Πέτρος Κρεμιζάκης (μπάσο) και Sophie Lies τραγούδι στο Ιχθύς. Και οι δύο περιπτώσεις των μουσικών αυτών είναι αξιόλογες και με την πρώτη ευκαιρία που θα εμφανιστούν στην πόλη σας να πάτε να τους ζήσετε.

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019



THE MISUNDERSTOOD




Psychedelic Unknowns





Ήταν τέλη του 1966 και η Fontana Records είχε συγκεντρώσει αρκετά μέλη του τύπου για να ακούσουν το πιό νέο και περιπετειώδες σχήμα της στα κεντρικά της στο Λονδίνο.
Οι the Misunderstood είχαν μόλις αφήσει με το στόμα ανοιχτό το κοινό μέσα από ένα σετ τραγουδιών που πήραν την ψυχεδελική εξερεύνηση των The Yardbirds σε νέα ύψη. Τερατώδης παραμόρφωση συνυφασμένη με τρεμοπαίζοντα μελωδικά περάσματα με μία Ινδική πινελιά. O Glenn Ross Campell είχε πείσει κάθε είδος απόκοσμων παλιρροικών κυμάτων και θαλάσσιων βομβών να κατοικήσουν στην κιθάρα του. Αλλά η μπάντα είχε ακόμα ένα τελευταίο χαρτί ψηλά στο μανίκι της. "Τραβήξαμε ένα φάκελο" θυμάται ο Campell. "Είπαμε, ΄υπάρχει ένα φύλλο χαρτί στον φάκελο με μία λέξη γραμμένη πάνω του. Ότι θέλουμε να κάνετε είναι, να ακούσετε αυτό το επόμενο κομμάτι-αν θέλετε να το αποκαλέσετε έτσι-που θα παίξουμε για περίπου έξι λεπτά και μετά θα σας κάνουμε ερωτήσεις για το τι ακούσατε. Και αυτό που θέλουμε είναι βασικά τα συναισθήματά σας, τι σας έκανε να αισθανθείτε το κομμάτι που ακούσατε ή τι σας έκανε να σκεφθείτε. Δεν μας ενδιαφέρει αν νομίζετε ότι είναι πολύ δυνατό ή πολύ μεγάλο. Δεν ενδιαφερόμαστε για κριτική. Το μόνο που θέλουμε να ξέρουμε είναι τι αισθανθήκατε'. Στο τέλος ρωτήσαμε τρεις ή τέσσερις ανθρώπους. Ένας είπε "Μου έρχονταν συνεχείς εικόνες της παιδικής μου ηλικίας στο κτήμα με τις μηλιές του πατέρα μου ή κάπως έτσι". Ο επόμενος είπε " Είχα μία λαχτάρα για πουρέ μήλου". Κάναμε ακόμα σε δυό τρεις την ερώτηση και όλοι απάντησαν στοχευμένα. Έτσι ανοίγουμε τον φάκελο και ασφαλώς μέσα υπήρχε το χαρτί με την λέξη 'μήλο'. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι όσοι μίλησαν, ένιωθαν ή σκέφτονταν στοχευμένα γύρω από τα μήλα. Ω, τα φλας έσβησαν και μερικές γυναίκες άρχισαν να ουρλιάζουν "Είναι μάγοι! Είναι μάγοι!"

Children of the Sun 




Αν οι The Misunderstood ήταν πράγματι μάγοι, ήταν καλοί μάγοι του προοδευτικού είδους, χρησιμοποιώντας τις ασυνήθιστες, εντυπωσιακές δυνάμεις τους για να σπάσουν τα εξωτερικά όρια της ψυχεδελικής rock δίνοντας ένα μήνυμα αγάπης και πιθανότητας. Οι υποτιθέμενες υπερφυσικές δυνάμεις τους, ωστόσο, δεν θα εμπόδιζαν μερικές εξωτερικές Blue Meanies να διαλύσουν την παρέα σχεδόν πριν ξεκινήσουν. Αρχές του 1967 οι The Misunderstood θα έπρεπε να στέκονται μαζί με τον Jimi Hendrix, τους Pink Floyd και άλλους ως οι μεγάλοι ανερχόμενοι στην μόλις ανθισμένη ψυχεδελική σκηνή. Αντί αυτού, το γκρουπ είχε ξαφνικά και αμετάκλητα διαλυθεί, ανίκανο να συνεχίσει να παίζει μαζί, αντιμέτωποι με ανυπέρβλητα εμπόδια που τοποθέτησαν στα μονοπάτια τους η Αμερικανική και η Αγγλική κυβέρνηση. Μόλις δύο χρόνια πριν να μοιάζουν σίγουροι ότι θα γίνουν οι underground ήρωες του Λονδίνου, οι The Misunderstood ήταν μία Αμερικανική garage μπάντα που πάλευε να βρεί ότι μπορούσε από δουλειά στο Riverside της Καλιφόρνια. Προερχόμενοι από ένα συνδυασμό surf μπάντας που αποκαλούνταν The Blue Notes, το 1965 είχαν προσθέσει τον lead singer τους Rick Brown και άρχισαν να γράφουν υλικό στο πνεύμα των στην blues βασισμένων ηρώων της Αγγλικής εισβολής όπως οι The Yardbirds και οι The Rolling Stones. Ένα ρεγιόν από εκείνη την περίοδο (μέρος του οποίου μπορεί να ακουστεί στην επανέκδοση του Before the Dream Faded), τους δείχνει να είναι ένα πάνω από το μέτριο garage σχήμα, που πιάστηκε στην μετάβαση ανάμεσα στην surf, τον Del Shannon και τους The Animals. Υπήρχαν λίγα για να δείξουν ότι ήταν κάτι περισσότερο από τις εκατοντάδες παρόμοιες μπάντες στην Αμερική. Έχοντας την βάση τους γεμάτα 50 χιλιόμετρα από το Λος Άντζελες σήμαινε ότι ήταν απίθανο να έλξουν την προσοχή της μουσικής βιομηχανίας. Η άφιξη του Glenn Campell (καμία σχέση με τον Glen Campell, τον pop σταρ), βοήθησε την μπάντα να βρεί μία πολύ περισσότερο εντυπωσιακή κατεύθυνση. Ο Campell είχε παίξει ήδη lead κιθάρα στο instrumental single "Gutterball" με τους The Goldtones, τώρα θεωρούμενο ένα cult κομμάτι από τους συλλέκτες της surf. Πάντοτε ψάχνοντας για νέους ήχους, "η steel guitar για μένα ήταν μόνο ένας μεγάλος πειραματισμός, για να χρησιμοποιηθεί με κάθε πιθανό τρόπο". Ο Campell έκανε οντισιόν για τους The Misunderstood, που έψαχναν για αντικατάσταση του πρόσφατα αποχωρήσαντα κιθαρίστα τους George Phelps. O Campell σιγουρεύτηκε ότι θα ακουστεί φέρνοντας μαζί του οκτώ ή κάτι τέτοιο φίλους του, ώστε να παρεμποδίσουν οποιαδήποτε φυσική επίθεση. Δεν θα έπρεπε βέβαια. Ένα κομμάτι έπαιξε και ήταν μέσα. Ο Campell έφερε όχι μόνο ένα νέο όργανο στο γκρουπ, αλλά και νέες επιρροές επίσης. Ο εκλεκτισμός του επεκτεινόταν πέρα από την rock και τα blues στην Ινδική raga, φυλετική μουσική της Νέας Γουινέας και Αφρικανικά τραγούδια. "Συνήθως θα έβρισκα αντίδραση από τις περισσότερες μπάντες που είχα βρεθεί" λέει ο Campell. "Αλλά με τους The Misunderstood δεν ήταν καθόλου έτσι. Ήταν γοητευμένοι τόσο όσο κι εγώ. Ήθελαν να δοκιμάσουν οτιδήποτε. Δεν υπήρξε ποτέ κανένα είδος εγωισμού όπως ήταν το συνηθισμένο να γίνεται. Θα έπαιρναν την ευκαιρία να κοιτάνε σαν αδαείς μόνο για να δοκιμάσουν κάτι καινούριο". Ενώ παραμένει αρκετά blues προσανατολισμένο, το γκρουπ άρχισε να αυτοσχεδιάζει και να πειραματίζεται με ενίσχυση ήχου και εφέ στην κιθάρα με ένα τρόπο που θύμιζε τους The Yardbirds που ήταν σημειώνει ο Campell "σχεδόν σαν αδελφά πνεύματα". Ένα από λίγους ακουσμένο single με blues θέματα που ηχογραφήθηκε από τους The Misunderstood στις μέρες τους στο Riverside, προδίδει σχετικά λίγα σε σχέση με την τολμηρή τους προσέγγιση. Ακυκλοφόρητα demo του "I'm Not Talking" (βασισμένο στην version των The Yardbirds), ωστόσο, είναι εντυπωσιακά ακόμα και σήμερα με την lead steel guitar να στριγγλίζει, τη raga και τις παρατεταμένες παραμορφώσεις.

I'm Not Talking 




Ο Campell σημειώνει ότι ήταν τελείως απίθανο να βρει παλιούς blues δίσκους στην Αμερική εκείνες τις μέρες, εννοώντας ότι έπρεπε να μαθαίνουν παίζοντας τους ξανά και ξανά στο σπίτι ενός φίλου που είχε μία μεγάλη συλλογή. "Αυτό είναι εν μέρει και ο λόγος που ποτέ δεν αντιγράψαμε κάτι ακριβώς. Επειδή δεν θέλαμε να αντιγράφουμε. Αυτό είναι και άλλο ένα πράγμα που μας οδήγησε να είμαστε λίγο περισσότερο original, επειδή δεν είχαμε κι άλλη επιλογή. Οι μνήμες μας δεν ήταν αρκετά φωτογραφικές ώστε να τους αντιγράψουμε ακριβώς". Η Southern California δεν ήξερε τι να κάνει από ένα γκρουπ που κυριολεκτικά θα άφηνε την σκηνή για εκτεταμμένες περιόδους αφήνοντας τα όργανα να δίνουν το παρόν. Ακόμα και σε σπάνια ταξίδια στο Λος Άντζελες λέει ο Campell "το κοινό δεν ήξερε πώς να το πάρει. Θα ακινητοποιούνταν, θα χάζευαν με τα στόματα ανοικτά". Μέρος της έξαψης ήταν η απόλυτη καινοτομία του να βλέπουν έναν κιθαρίστα με steel guitar να σετάρει τον εξοπλισμό του με έναν hard ηλεκτρικό rock συνδυασμό. "Φαινόταν παράξενο, ακουγόταν αλλόκοτο και πρόσθετε το μέγιστο στην μοναδικότητα της μπάντας. Τα περισσότερα παιδιά δεν ήξεραν τι ήταν αυτό. Συνήθιζα να κρεμάω ένα είδος πατατάκια και μικρά beef sticks από την κιθάρα μου και να τα πουλάω στις συναυλίες". Ο Campell ώθησε τα πράγματα σε διαφορετική κατεύθυνση ζητώντας από μερικούς μηχανικούς που ήξερε να κατασκευάσουν ένα είδος σόου με φώτα, προτού τέτοιοι εξοπλισμοί γίνουν κοινότυποι στις rock συναυλίες. "Ήθελα να κάνω μία μονάδα που καθώς έπαιζες θα αντιστοίχιζε τρία βασικά χρώματα. Θα χώριζε τις μουσικές συχνότητες σε αυτά τα χρώματα και θα τα έκανε να πάλλονται σύμφωνα με την μουσική. Μας είπαν ότι ήταν αδύνατον να γίνει σε τέτοιο σημείο. Αλλά αρνήθηκα να παραιτηθώ από την ιδέα, έτσι πήρα μερικά λαμπάκια από μοτοσακό και από πίσω φώτα αυτοκινήτου τα συνέδεσα με τα βύσματα της κιθάρας και τα κόλλησα στoυς εξωτερικούς συνδέσμους των ηχείων των ενισχυτών μας. Και ω του θαύματος δούλεψαν σαν να ήταν μαγικά. Δεν ήταν έγχρωμα αλλά ήταν λευκά και καθώς έπαιζες πιό δυνατά θα αναβόσβηναν με την ένταση και την συχνότητα. Το δοκιμάσαμε σε πρόβα με τα φώτα στο σπίτι της μητέρας μου, στο σαλόνι και ήταν τρομερό". Όταν ήρθε ο καιρός να δοκιμάσουν την πατέντα μπροστά στο κοινό, "Βάλαμε τα όργανα να μικροφωνίζουν κι αφήσαμε την σκηνή. Ο τρόπος που το κάναμε, θα μπορούσε να συνεχιστεί επ'αόριστον. Ο μικροφωνισμός θα πήγαινε σε μεταβολές αρμονικών και οκτάβων και ούτω καθ'εξής. Ήταν εντελώς απόκοσμο από μόνο του. Αλλά όταν το συνδυάσεις με εκείνα τα φώτα ήταν αλήθεια τελείως παράξενο αποτέλεσμα. Τα φώτα αναβόσβηναν, τα πρόσωπα του κοινού θα φαίνονταν ξεκάθαρα και θα ήταν απολύτως υπνωτισμένοι, συγκλονισμένοι, απλά στεκόμενοι εκεί. Σκεφθήκαμε, πω πω πέσαμε πάνω σε κάτι καλό τώρα. Από εκείνη την στιγμή θεωρούμασταν ένα είδος αλχημιστές της μουσικής σκηνής".

Never Had A Girl Like You Before 




Αλλά το Riverside όπου η μπάντα συστηματικά ενοχλούνταν, μερικές φορές φυσιολογικά, απλά επειδή άφηναν μακριά τα μαλλιά τους, δεν ήταν ακριβώς το πιό συμπαθητικό κλίμα για να πάρει ένα με τόλμη rock γκρουπ και να το πάει εκεί όπου κανένα δεν είχε πάει πριν. Ότι έκαναν ήταν περισσότερο ευθυγραμισμένο με τα Αγγλικά γκρουπ, όπως οι The Yardbirds και οι The Who. Η άφιξη ενός συγκεκριμένου Άγγλου DJ στο San Bernardino επιβεβαίωσε την υπόνοια που άρχιζε να γυρίζει μέσα στο μυαλό τους. Ο John Ravenscroft, προσωπικότητα του ραδιοφώνου-που σύντομα θα άλλαζε το όνομά του σε John Peel και σύντομα θα γινόταν ο πιό επιδραστικός rock παραγωγός, παρουσιαστής της Αγγλίας, έγινε μεγάλος φαν της μπάντας βοηθώντας τους να κανονίσουν demo ηχογραφήσεις. Όταν οι The Misunderstood αναλογίστηκαν πώς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μία καλύτερη ευκαιρία για αποδοχή στην Αγγλία, ο Peel τους ενθάρρυνε να κάνουν την κίνηση. Αντίθετα με τους περισσότερους νέους με λίγα χρήματα και μικρή αναγνωρισιμότητα, το γκρουπ αποφάσισε να τολμήσει. Μη αποδεχόμενος κανείς τι θα μπορούσε ή όχι να γίνει με την μουσική τους η μπάντα μάζεψε μαζί αρκετά χρήματα για να κάνει το ταξίδι. Μερικά από τα ποσά αυξήθηκαν όταν κέρδισαν διάφορους διαγωνισμούς ανάμεσα σε μπάντες της εποχής. Έπρεπε να μεταφέρουν λαθραία τον εξοπλισμό τους μέσα από το τελωνείο της Αγγλίας, με την βοήθεια ενός συμπαθητικού πληρώματος και σύντομα βρέθηκαν στο Λονδίνο, συνοδευόμενοι από δύο εντυπωσιακές γυναίκες. Όπως θυμάται ο Campell πήγαιναν με το ίδιο βαγόνι αποσκευών που χρησιμοποίησαν οι Beatles στην φημισμένη σκηνή του A Hard Day's Night. Όσο μπορούσε να γνωρίζει η μπάντα, οι γονείς του John Peel τους περίμεναν σε ένα σπίτι στο Λονδίνο, όπου οι The Misunderstood σχεδίαζαν να μείνουν μέχρι να τακτοποιηθούν. Μέχρι εδώ όλα καλά, αλλά το σενάριο θα υφαρπαζόταν από πρόσωπα τόσο σημαντικά όσο ο Fellini και ο David Lynch. "Ήμασταν μέσα στην καλή χαρά", ανακαλεί ο Campell με κέφι. "Βγήκαμε και πήραμε ένα ταξί για το σπίτι του John. Νομίζαμε ότι ήταν όλοι ενημερωμένοι και γνώριζαν ότι ερχόμασταν. Κανείς δεν ήταν εκεί. Εννοώ, είχαμε ένα βουνό εξοπλισμό, ενισχυτές, ντραμς όλα σε χαρτόκουτα. Καθόμασταν εκεί, άρχισε να βρέχει και βρεχόμασταν και βγάλαμε τα αδιάβροχα και τα τοποθετήσαμε πάνω από τον εξοπλισμό μας. Σύντομα οι γείτονες περιέργησαν, επειδή ήμασταν εκεί όλη τη νύχτα. Ήρθαν το επόμενο πρωί και μας έφεραν τσάι και κουβέρτες. Τυλιχτήκαμε σαν Ινδιάνοι στον καταυλισμό τους. Ήμασταν εκεί κυριολεκτικά για δύο μέρες. Τελικά οι γονείς του John ήρθαν σπίτι. Καθώς προχωρούσαν από το μέρος που ήμασταν μέχρι το σπίτι, ούτε καν μας κοίταζαν. Αρχίσαμε να χτυπάμε την πόρτα και να λέμε "Μας συγχωρείτε αλλά είμαστε οι the Misunderstood". Και αυτοί είπαν κάτι σαν "Ναι, αυτό φαίνεται". Η μπάντα έπρεπε να περιμένει άλλες οκτώ ώρες πριν οι γονείς του Peel μιλήσουν με τον γιό τους στην Αμερική για να επιβεβαιώσουν την ιστορία και να αφήσουν τους Καλιφορνέζους να μπουν μέσα. Η καρδιά τους σφίχτηκε όταν ανακάλυψαν σε μία ντουλάπα πακέτα από το promotion τους που ποτέ δεν είχαν σταλεί. Και συνειδητοποίησαν ότι "κανείς δεν περίμενε να μας δει ή να μας κάνει συνέντευξη ή οτιδήποτε τέτοιο".

I Can Take You to the Sun 





Αλλά κάλεσαν ένα μάνατζερ από την λίστα που τους είχε δώσει ο Peel και μέσα από αυτή την επαφή έκαναν μία συμφωνία με την Fontana Records. Ο Rick Brown εμφανίστηκε δυό εβδομάδες αργότερα, από το υπόλοιπο γκρουπ και είχε κάπως οδηγηθεί στο να πιστέψει ότι οι The Misunderstood ήταν ήδη διάσημοι στην Αγγλία. Αντί για όχλο από αλαλάζοντες οπαδούς βρήκε τον εαυτό του υποδεχούμενο από τους υπόλοιπους της μπάντας που τα πενιχρά οικονομικά τους, τους έκαναν να πηδήξουν τις μπάρες του υπόγειου σιδηρόδρομου για να κάνουν την διαδρομή μέχρι το αεροδρόμιο. Καταλήγοντας στην αντίθετη πλευρά και φτάνοντας καθυστερημένα, μετά έπρεπε να τρέξουν διαμέσου ενός διαδρόμου προσγειώσεως καθώς το αεροπλάνο απογειωνόταν πάνω από τα κεφάλια τους. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο σήμαινε ότι έπρεπε να ξαναπηδήξουν τις μπάρες, πράγμα που έστρεψε την αστυνομία πίσω τους να τους κυνηγάει. "Νομίζω δεν είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του ο Rick όταν ξεκινούσε να έρθει". Η μπάντα ήταν τώρα περισσότερο αναστατωμένη παρά τακτοποιημένη. Ο μπασίστας Steve Whiting βρήκε δουλειά σε νοσοκομείο, μεταφέροντας ανθρώπινα όργανα στον αποτεφρωτήρα, που διήρκεσε μόλις μία ημέρα, ενώ πιό σοβαρά, ο κιθαρίστας Greg Treadway στρατολογήθηκε και έπρεπε να επιστρέψει πίσω για να καταταγεί στο ναυτικό. Η μπάντα ζούσε σε ένα υπόγειο με ποντίκια που ήταν τόσο κρύο που το παγωτό δεν θα έλιωνε αν και ο Brown κατάφερε να μοιραστεί ένα διαμέρισμα με τον κιθαρίστα των The Yardbirds, Jeff Beck. Ακόμα και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό η μπάντα άρχισε να κάνει κάποια πρόοδο. Με έναν νέο Άγγλο κιθαρίστα, τον Tony Hill, ηχογράφησαν υλικό για την Fontana που στέκεται σε υψηλή θέση στην πρώιμη ψυχεδέλεια. Η κιθαριστική δουλειά ήταν συναρπαστική. Ιδιαιτέρως ο Campell φέρνει στην μνήμη τις πιό πειραματικές δουλειές του Jeff Beck με τους The Yardbirds, με την ασυνήθιστη σούπερ ενισχυμένη steel guitar να προσθέτει υφή που ήταν (και ακόμα εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο ποσοστό) ανήκουστη μέσα στο γενικό rock πλαίσιο.

My Mind




Ενώ τα τραγούδια θα ήταν απερίσκεπτα συμπαντικά, δίνονταν με μία μίξη επιθετικής χυδαιότητας, υπνωτικής raga-rock και ξαφνικών αλλαγών σε διαλογιστικά περάσματα απαστράπτουσας ομορφιάς. Καλύτερο από όλα ήταν το "I Can Take You to the Sun", το οποίο δείχνει την μπάντα στα πιό τρυφερά της και επηρεασμένη από την Ινδική μουσική, μετακινούμενη από ένα αλά Yardbirds rave-up σε μία συναρπαστικά ντελικάτη σύνθεση ακουστικής/raga κιθάρας, επινοημένη και εκτελεσμένη από τον νέο στο γκρουπ Hill. Το "I Can Take You to the Sun" με πίσω πλευρά το "Children of the Sun", θα ήταν το ντεμπούτο single τους. Τέσσερα άλλα τρακς από sessions, ευτυχώς βγήκαν στην επιφάνεια το 1982 στην επανέκδοση του Before the Dream Faded. "Όταν ο Tony ήταν στην μπάντα, ουσιαστικά δεν είχαμε όρια", λέει ο Campell. "Μπορούσαμε να κάνουμε ένα σωρό διαφορετικά στυλ. Το προσεγγίζαμε σαν τρίο, όπως έκανε ο Hendrix αργότερα και οι Cream ακόμα κι αν υπήρχαν δύο κιθαρίστες. Αλλά ο τρόπος που ο Tony και εγώ παίζαμε ήταν σχεδόν σαν να ήταν ένα όργανο. Πολύ συχνά σολάραμε ταυτόχρονα. Πραγματικά είχα ένα πλεονέκτημα πάνω στην κιθάρα με την έννοια ότι είχα ένα τεράστιο "παχύ" ήχο και μπορούσα να τον διατηρήσω όσο χρόνο ήθελα. Με συνηθισμένους κιθαρίστες δεν υπήρχε η επιλογή των επιταχύνσεων, οι χορδές τους είναι λεπτότερες. Εγώ είχα τεράστιες βαριές χορδές. Μπορούσα να κάνω quarter-tones, οτιδήποτε ανάμεσα, όπου άλλοι κιθαρίστες μπορούν να κάνουν μόνο ημιτόνια". Ο Campell επίσης συνήθιζε να χρησιμοποιεί ένα παραμορφωτή που "έκανε όλους αυτούς τους τρομερούς θορύβους. Τον ΄γκαζώναμε΄να ουρλιάζει, να στριγγλίζει και να παραμορφώνει, πράγμα που θέλαμε στ'αλήθεια". Το single δεν ήταν χιτ, αν και η Fontana ήταν ενθουσιασμένη τόσο ώστε να πάρει χρόνο στο στούντιο από καθιερωμένους ήδη καλλιτέχνες για να βρεθεί ο χρόνος για τα sessions των The Misunderstood. Και η μπάντα δεν ήταν απολύτως ευχαριστημένη με την κάλυψη που έκανε το γραφείο τύπου της Fontana. "Είχα ένα βιβλίο περίπου 6,5 εκατοστά χοντρό", λέει ο Campell. "Ήταν ένα σημειωματάριο με διάφορους συνδυασμούς ρυθμών και τέτοια πράγματα, αναστροφές, αρμονίες που έμοιαζαν να παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα, έτσι ώστε να γράφαμε τραγούδια με εκείνους τους διάφορους συνδυασμούς που ήδη είχαν ερευνηθεί και να αναμέναμε μία συγκεκριμένη ανταπόκριση από το κοινό. Η ιδέα δεν ήταν να ελέγξουμε το κοινό. Η ιδέα ήταν ουσιαστικά ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα πρότζεκτ όπου σε θεραπευτικά κέντρα να χρησιμοποιούσαμε μουσική και φώτα σε ένα είδος ολιστικής θεραπείας κατά κάποιο τρόπο και επίσης να μεταδώσουμε τις εμπειρίες μας. Αλλά όλοι μας αρχίσαμε να αισθανόμαστε ανήσυχοι και πράγματι πήραμε το βιβλίο και το καταστρέψαμε. Ίσως θα έπρεπε να έχουμε δώσει λίγα περισσότερα credit στους εαυτούς μας από ότι έπρεπε. Αισθανθήκαμε ότι μόλις είχαμε κάτι που στ'αλήθεια δεν θέλαμε να πέσει σε λάθος χέρια και κάπως μας τρόμαζε σαν ιδέα. Έτσι εκείνο το βιβλίο απλά σκίστηκε και κάηκε".

Keep on Running




Οι The Misunderstood ποτέ δεν θα είχαν την ευκαιρία να εφαρμόσουν τις ακόμα και σήμερα φουτουριστικές τους αντιλήψεις (και πριν γελάσετε τόσο δυνατά, σκεφτείτε ότι κι ο Jimi Hendrix είχε πεί ότι έχει σκεφτεί την χρήση της μουσικής σαν μηχανισμό ίασης). Οι εμφανίσεις τους ήταν σπάνιες εξαιτίας της έλλειψης άδειας που χρειάζονταν για να δουλέψουν σε ξένη χώρα, αν και όσοι τους είχαν δει ήταν εντυπωσιασμένοι, συμπεριλαμβανομένων των Pink Floyd. "Συνεχίζαμε να παίρνουμε αναφορές από ανθρώπους που έβλεπαν τους Pink Floyd, ότι αντέγραφαν μεγάλο μέρος της σκηνικής μας παρουσίας". Από την οπτική του Campell, οι The Misunderstood ήταν αλήθεια έτοιμοι να υψώσουν το ανάστημά τους, μιά φορά που ο ντράμερ Rick Moe άκουσε τον Mitch Mitchell να παίζει στο πρώτο single του Hendrix, "Hey Joe". "Λέω στον Rick 'Γι'αυτό το είδος παιξίματος μιλάω΄ και απαντάει 'Τώρα βλέπω τι εννοείς'. Για μένα εκείνη ήταν η τελευταία αδέξια σύνδεση μέσα στο γκρουπ. Από τότε και μετά θα μπορούσαμε απλά να εκτοξευτούμε. Αυτό πιθανώς με θλίβει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, επειδή ήξερε για τι πράγμα μίλαγα. Δεν μπορώ καν να θυμηθώ πιά αν ποτέ είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε πρόβες από τότε". Σύντομα ο Rick Brown επέστρεψε στην Αμερική για να τακτοποιήσει τα της στρατολόγησής του. Μη επιτυχώς όπως προέκυψε, καθώς λίγο μετά την στρατολόγησή του βγήκε αδικαιολογήτως απών όντας στο Haight-Ashbury. Με το FBI πίσω του επέστρεψε στο Λονδίνο για λίγο καταφέρνοντας να ξεγλυστρίσει από την Αγγλία, μόλις πριν οι Αρχές τον συλλάβουν εκεί. Συνέχισε για την Ινδία όπου προσχώρησε στους Hare Krishnas για κάποιο χρόνο, μετά από τον οποίο τελικά προσδιορίστηκε ως γεμολόγος (ειδικός στους πολύτιμους λίθους). Στο μεταξύ οι υπόλοιποι της μπάντας είχαν ανεπιτυχώς κάνει οντισιόν για αντικατάσταση τραγουδιστή. Για να διατηρήσουν την φυσιογνωμία των περιπετειών που τους παίδευαν τότε, βρέθηκαν αποκλεισμένοι στην Γαλλία αρχές του 1967, όταν στάλθηκαν σε μη υπάρχουσες συναυλίες. Ο Whiting κατάφερε να επιστρέψει στην Αγγλία με την βοήθεια ενός call girl πολυτελείας, προσποιούμενος ότι θα παντρευόταν. Ο Moe και ο Campell πήγαιναν πίσω-μπρος με το φέρυ μποτ ανάμεσα στην Γαλλία και στην Αγγλία για τρεις μέρες. Η υπηρεσία μετανάστευσης τους αρνήθηκε είσοδο και στις δύο χώρες και περιορίστηκαν να κλέβουν φαγητά από άλλους επιβάτες. Μάλιστα σκέφθηκαν να πηδήξουν στη θάλασσα για να βγούν στις Αγγλικές ακτές, πριν το πλήρωμα τους αποτρέψει. Τελικά τους επιτράπηκε η είσοδος στην Αγγλία με την προυπόθεση ότι θα έφευγαν σε 24 ώρες. Ο Campell έπρεπε να πουλήσει την steel guitar και ο Moe τα ντραμς, για να πληρώσουν τα εισητήριά τους για την Καλιφόρνια. Ξαφνικά είχε τελειώσει αυτό, αν και ο Glenn θα επέστρεφε σύντομα στην Αγγλία για να ηγηθεί ενός τελείως διαφορετικού lineup των The Misunderstood που έπαιξαν ένα πολύ διαφορετικό είδος blues-funk-rock. Ο Campell δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει το όνομα των The Misunderstood για το νέο του εγχείρημα, αλλά τον έπεισε γι'αυτό η δισκογραφική του.

I Unseen




Ο John Peel έλεγε για το lineup τους: "Αν είχαν καταφέρει να κατασταλλάξουν στο Λονδίνο, νομίζω ότι θα τα είχαν καταφέρει περίφημα. Αν και δεν ήταν επιδραστικοί μέχρι τότε, νομίζω ότι θα είχαν διεκδικήσει την θέση τους ανάμεσα στις πιό αξιοσημείωτες μπάντες της εποχής. Δύσκολα είχαν καν ξεκινήσει. Είναι μία από τις τεράστιες απογοητεύσεις της ζωής μου, αλήθεια, ότι ο Rick στρατολογήθηκε και όλα κατέρρευσαν από τότε". Ο Campell ενισχύει: "Νομίζω θα είχαμε καταφέρει πολλά. Θα ήταν ένα μεγάλο γκρουπ οι The Misunderstood. Θα ήταν μία συμφωνική rock μπάντα. Το μόνο πράγμα που μας σταμάτησε ήταν ο καταραμένος πόλεμος στο Βιετνάμ. Δεν το λέω εγωιστικά. Για ένα τόσο άχρηστο πόλεμο, που άπλωσε τα πλοκάμια του παντού". Ο Campell συνέχισε για να γευτεί λίγη επιτυχία στην Αγγλία στις αρχές του '70 με την bluesy hard rock ΄μπάντα Juicy Lucy. Τώρα ζει στο Auckland της Νέας Ζηλανδίας, όπου δουλεύει ως session και παίζει με τον Νεοζηλανδό country Al Hunter. Όχι ότι έχει σταματήσει να πειραματίζεται-είχε κατασκευάσει μία κιθάρα ημι-ακουστική, εννιάχορδη με σπέσιαλ blues και jazz συχνότητες, χρησιμοποιώντας μία παλιά Hofner. "Όλοι έλεγαν ότι δεν θα μπορούσε να γίνει. Αλήθεια ανανεώθηκε το ενδιαφέρον μου για την μουσική". Το να προσπαθεί κάποιος να κάνει μία περίληψη μίας τέτοιας μοναδικής μπάντας όπως οι The Misunderstood είναι σχεδόν αδύνατον, αλλά ο Campell δίνει την δική του εκδοχή: "Δεν ήταν ότι ήμασταν τόσο υποτιμημένοι όταν ήμασταν στο προσκήνιο. Ήταν ότι απλά κανείς δεν γνώριζε ότι υπήρχαμε. Οι άνθρωποι που μας είχαν ακούσει δεν θα μας υποτιμούσαν. Ήμαστα απλά τόσο διαφορετικοί. Οι The Misunderstood είχαν μερικά δυνατά, άγρια κεφάλαια, όπου ήταν θυμωμένοι. Αλλά πάντα τα εξισορροπούσαμε μέσα στο τραγούδι με κάτι απαλό και πιό γαλήνιο. Είναι σαν ένα καλό βιβλίο. Σε ανεβάζει και σε ρίχνει ψυχολογικά, αλλά στο τέλος όλα εξισορροπούνται".

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Before the Dream Faded (1982, Cherry Red, UK)




Το μισό από αυτό το δισκάκι περιέχει ενδιαφέροντα τραγούδια από τις μέρες της μπάντας στο Riverside στα μέσα του '60, απεικονίζοντας την εξέλιξή τους από μία αξιόλογη garage μπάντα σε μία αλα Yardbirds blues-ψυχεδελική. Αρκετά καλό, αλλά ότι αλήθεια χρειάζεται να ακούσετε είναι τα έξι τραγούδια που ηχογράφησαν στο Λονδίνο το 1966 (όλα περιέχονται). Αυτή δεν είναι απλά υποτιμημένη ψυχεδέλεια, αλλά μία δελεαστική ματιά σε κατευθύνσεις που ποτέ δεν εξερευνήθηκαν πλήρως στην rock μουσική σαν σύνολο πριν την τραγικά πρόωρη διάλυση των The Misundestood. Πιστέψτε το!

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2019


«Lady in Black» - URIAH HEEP


Λογοτεχνική Ερμηνεία/Ανάλυση



Ο Μύθος της “Γυναίκας με τα Μαύρα”, ή αλλιώς “Μαύρη Λαίδη”, εμφανίστηκε κατά την διάρκεια του "Πολέμου των Ρόδων" (1455-1487), όπου ένας νεαρός δασοφύλακας ζούσε, μαζί με την σύζυγο και τον γιο του, σε ένα εξοχικό σπίτι στο Bradley Woods της Αγγλίας. Ο δασοφύλακας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογένειά του προκειμένου να λάβει μέρος στον Πόλεμο και, πολλούς μήνες αργότερα, η σύζυγός του δεν είχε λάβει ακόμα νέα του. Έτσι, απεγνωσμένη καθώς ήταν, έπαιρνε το παιδί της και περπατούσε κάθε μέρα μέχρι την άκρη του δάσους. Έστεκε εκεί, περιμένοντας μάταια να διακρίνει τη φιγούρα του συζύγου της να επιστρέφει από τον Πόλεμο.
Λίγους μήνες αργότερα, ο Στρατός του Εχθρού διέσχισε την περιοχή του Bradley Woods. Για κακή της τύχη, καθώς έβγαινε για τον συνηθισμένο της περίπατο, απαντήθηκε με τρεις άντρες του εχθρικού αυτού Στρατού. Την βίασαν, την χτύπησαν θανάσιμα, άρπαξαν το γιο της και χάθηκαν με το γέλιο τους να ηχεί μέσα στο δάσος. Η γυναίκα, χτυπημένη και ταπεινωμένη, χώθηκε μέσα στο δάσος ψάχνοντας μάταια για το παιδί της. Ξέροντας πια πως δεν θα τους ξαναδεί, θεώρησε την αγαπημένη οικογένειά της νεκρή και ντύθηκε στα μαύρα.
Μετά το θάνατό της, και 400 χρόνια αργότερα (1882-1889), οι κάτοικοι της περιοχής επέμεναν πως έβλεπαν συνεχώς μια μυστηριώδη, μαυροφορεμένη γυναίκα να περιπλανιέται εκεί τριγύρω. Φημολογείται πως αν κάποιος επισκεφτεί το δάσος την Παραμονή των Χριστουγέννων και φωνάξει «Μαύρη Λαίδη, Μαύρη Λαίδη, εγώ έκλεψα το μωρό σας!» η γυναίκα εμφανίζεται για να πάρει πίσω το παιδί της.




Η “Μαύρη Λαίδη” όμως θα μπορούσε να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους, μιας και το ομώνυμο τραγούδι των Uriah Heep παίζει με ένα πολιτισμικό αρχέτυπο κι εξαρτιέται από το πολιτισμικό/θρησκευτικό υπόβαθρο του καθενός. Κάποιοι Βόρειοι Ευρωπαίοι πιστεύουν πως αναφέρονται σε μια νεράιδα ή σε μια Κέλτικη Θεά. Ένας Καθολικός Χριστιανός θα μπορούσε να την ερμηνεύσει ως την Παρθένο Μαρία, ενώ ένας Βουδιστής ως την περίφημη Kuan Yin (Guanyin), που θεωρείται η Θεά της Ελεημοσύνης και της Συμπαράστασης και ονομάζεται "Ακροάτρια των Κραυγών", η οποία έχει τη μορφή ενός πανέμορφου κοριτσιού με μακρύ, μαύρο μαλλί. Επίσης, υπάρχουν άλλες 3-4 καταγραφές αυτού του Μύθου, με πιο γνωστές εκείνες στην περιοχή του Texas αλλά και στην καρδιά της Ισπανίας.

Lady in Black (1971)




Ο Ken Hensley (κιθαρίστας και συνθέτης των Uriah Heep, 1969-1980), σε μία συνέντευξή του, δήλωσε πως το τραγούδι "Lady in Black" γράφτηκε στις αρχές του Νοέμβρη, 1971 κι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης από το όραμα μιας άγνωστης κοπέλας.
«Είναι αλήθεια ότι είδα αυτή τη νεαρή κοπέλα και ήταν πράγματι ντυμένη σε μαύρο χρώμα. Τα μαλλιά της όντως ανέμιζαν στον άνεμο», παραδέχτηκε, «αλλά δεν ήρθε "σε μένα". Απλώς περπατούσε στο δρόμο, έξω από το ξενοδοχείο μου, στη βορειοδυτική Αγγλία, ενώ βρισκόμουν εκεί για περιοδεία. Έτσι, μόλις πήρα την κιθάρα μου κι άφησα την φαντασία μου ελεύθερη, οι νεογέννητοι στίχοι με οδήγησαν στην ολοκλήρωση αυτού του τραγουδιού!»





"She came to me one morning,


One lonely Sunday morning,


Her long hair flowing in the midwinter wind.."


Τι πραγματικά όμως σημαίνουν οι στίχοι αυτού του τραγουδιού; Ήταν πράγματι το αποτέλεσμα ενός οράματος ή μήπως η ερμηνεία αυτού του τραγουδιού είναι πιο συμβολική;
Η “Μαύρη Λαίδη” είναι Θάνατος! Κι ο κεντρικός χαρακτήρας του τραγουδιού, που μας αφηγείται την ιστορία, το γνωρίζει. Γιατί, παρόλο που ο Θάνατος παρουσιάζεται συνήθως ως ένας σκελετός με δρεπάνι, σε πολλές κουλτούρες είναι γένους θηλυκού. Αυτός ο άντρας, που απαντάται με τον Θάνατο, θα μπορούσε να είναι κάποιος από εμάς: ένας άνθρωπος που έχει χάσει τον εαυτό του ή την πίστη του προς αυτόν. Ένας άνθρωπος που ο βαθύς πόνος τον έχει γονατίσει και δε μπορεί πια να ορθοποδήσει.


"I know not how she found me,


For in darkness I was walking.."


Ο άντρας βλέπει τη μαυροφορεμένη γυναίκα να τον πλησιάζει κι εκπλήσσεται από την παρουσία της. Η λέξη «Darkness» συμβολίζει το σκοτάδι της ψυχής μας. Και όπου υπάρχει σκοτάδι, επικρατεί το άγνωστο, άρα ο φόβος. Ο άντρας φαίνεται να περιπλανιόταν καιρό μέσα στο σκοτάδι της ψυχής του ψάχνοντας να βρει φως, δηλαδή λίγη ελπίδα. Όταν όμως αντίκρισε μπροστά του τη Μαύρη Λαίδη, αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν να τελειώσουν όλα και να σβήσει η ζωή του τόσο ξαφνικά.


"And destruction lay around me


From a fight I could not win.."


Η λέξη «Destruction» συμβολίζει την ουτοπία της καταστροφής που, λόγω απελπισίας, κατακλύζει και τυφλώνει τη ψυχή εκείνου που πονάει. Μια απελπισία που προκαλείται από όλα όσα δεν προλάβαμε να ολοκληρώσουμε ή από μια μάχη που δε μπορέσαμε να νικήσουμε ποτέ.


"She asked me name my foe then,


I said the need within some men,


To fight and kill their brothers


Without thought of love or God.."


Η έκφραση «I said the need within some men» συμβολίζει το δράμα όσων ανθρώπων πονάνε και ζητούν απεγνωσμένοι βοήθεια αλλά κανείς δεν ανταποκρίνεται. Πώς θα μπορούσε κανείς να νικήσει μια μάχη (να λύσει ένα μεγάλο πρόβλημα) όταν είναι ή αισθάνεται ολομόναχος; Προφανώς, όση βοήθεια κι αν ζήτησε αυτός ο άντρας, δεν του προσφέρθηκε ποτέ.
Η έκφραση «To fight and kill their brothers» συμβολίζει τον φθόνο και την επιθυμία να εκδικηθούμε όσους δε μας στηρίζουν. Γιατί, ασυναίσθητα, με την πικρία να σιγοβράζει στο λαρύγγι μας, ρίχνουμε την ευθύνη στους γύρω κι αδυνατούμε να δούμε πως το κυρίως πρόβλημα πηγάζει από εμάς τους ίδιους.
Όλο αυτόν τον καιρό, μονάχα ένας πόθος διακατείχε τον άντρα: να καταστρέψει τον εχθρό του! Και σε αυτόν τον – φαινομενικά πρώτο διάλογο – μεταξύ εκείνου και του Θανάτου, ο άντρας συνειδητοποιεί μια φριχτή αλήθεια. Η Μαύρη Λαίδη γνωρίζει ποιος είναι ο εχθρός αυτού του άντρα αλλά, παρόλο αυτά, του ζητάει να τον ονοματίσει. Και τότε, ο άντρας συνειδητοποιεί πως ο εχθρός του δεν είναι οι γύρω του αλλά ο ίδιος του ο εαυτός και οι προσωπικοί του “δαίμονες”. Κι αυτή είναι τελικά η μάχη που δε μπόρεσε να νικήσει ποτέ!


"And I begged her give me horses


To trample down my enemies,


So eager was my passion


To devour this waste of life.."


Το παράπονο του άντρα είναι σπαρακτικό. «Ήμουν τόσο πρόθυμος να γευτώ τη ζωή», εξομολογείται απολογητικά στη Μαύρη Λαίδη. Οι “δαίμονες” όμως, που κυριαρχούσαν τη ψυχή του, δεν τον άφησαν. Και τώρα, που στέκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον Θάνατο, συνειδητοποιεί πως μονάχα μια λύση υπάρχει κι έχει κάνει πλέον την επιλογή του: δεν υπάρχει πια καμία επιθυμία για ζωή!
Έτσι, ο άντρας ζητάει από τη Μαύρη Λαίδη να του δώσει άλογα για να μπορέσει να καταπατήσει τον εχθρό του. Η λέξη «Horses» συμβολίζει το μέσο για την εκπλήρωση του σκοπού του: την αυτοκτονία. Είναι ο μόνος τρόπος για να απαλλαχθεί από τον πόνο, να τον διώξει μακριά. Επομένως, η παραπάνω στροφή συνοψίζεται με τη φράση: «Σε παρακαλώ, επίτρεψέ μου να πεθάνω!»


"But she wouldn't think of Battle that


Reduces men to animals,


So easy to begin


And yet impossible to end.."


Η Μαύρη Λαίδη όμως, αντικρίζοντας το πονεμένο βλέμμα του άντρα, δεν θεωρεί συνετό να πραγματοποιήσει τον πολυπόθητο σκοπό του. Αυτή η μάχη θα έπρεπε να κερδίζεται κι όχι να νικιέται! Άλλωστε, ποιο θα ήταν το νόημα να χαρίζει άλογα στον καθένα που τα ζητάει; Ωωω, θα ήταν τόσο εύκολο για εκείνη! Μα, αν έκανε την αρχή, θα μπορούσε να βάλει κάποτε ένα τέλος;


"For she's the Mother of all Men


Who counselled me so wisely then,


I feared to walk alone again


And asked if she would stay.."


Τότε, μέσα από τη σοφία της Μαύρης Λαίδης, ο άντρας αντιλαμβάνεται το πραγματικό νόημα της ζωής. Και, για πρώτη του φορά, βρίσκει το φως που έψαχνε σε όλη του τη ζωή. Αλλά, ενώ η ελπίδα έχει αρχίζει να πλημμυρίζει την ψυχή του, αισθάνεται φόβο. Με ποιο τρόπο θα ζούσε τη ζωή που για χρόνια απαρνιόταν; Όταν ένα πλάσμα έχει μάθει να ζει στο σκοτάδι, ακόμα και μία αχτίδα φωτός μπορεί να το τυφλώσει.


"Oh, Lady lend your hand outright


And let me rest here at your side.."


Την παρακαλεί, λοιπόν, να μείνει στο πλευρό του. Να μην τον αφήσει μόνο του! Να τον πιάσει από το χέρι, να τον αφήσει να την ακολουθήσει. Η Μαύρη Λαίδη ήταν η μόνη που του μίλησε τόσο σοφά. Ήταν η μόνη που του χάρισε ελπίδα, έστω κι αν δε μπορεί να τη διαχειριστεί. Είναι η μόνη που τον βοήθησε. Κανένας άλλος δεν το έκανε πιο πριν.


"Have faith and trust in peace, she said


And filled my heart with life.."



Η Μαύρη Λαίδη όμως του ζητά να έχει πίστη. Η λέξη «Peace» συμβολίζει την συμφιλίωση με τον εαυτό του, που μόλις άρχισε να ανθίζει μέσα του. Άλλωστε, η πιο τρομαχτική στιγμή είναι εκείνη πριν κάνεις το πρώτο βήμα. Και συνεχίζει να τον συμβουλεύει, λέγοντας:


"There's no strength in numbers,


Have no such misconception,


But when you need me,


Be assured I won't be far away.."


Η λέξη «Numbers» συμβολίζει τα χρόνια που έχουν περάσει. «Μην έχεις αυταπάτες», του τονίζει. «Καμία δύναμη δεν έχουν! Η ψυχή παραμένει αιώνια και, όταν θα έρθει η σωστή ώρα, να είσαι σίγουρος πως θα είμαι εδώ κοντά!»


"Thus having spoke she turned away


And though I found no words to say,


I stood and watched until I saw


Her black coat disappear.."


Και λέγοντάς του τα τελευταία αυτά λόγια, η Μαύρη Λαίδη αρχίζει να απομακρύνεται. Ο άντρας, μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει, παρακολουθεί την καπνισμένη φιγούρα της να ξεθωριάζει στον χειμωνιάτικο άνεμο.


"My labour is no easier


But now I know I'm not alone,


I find new heart


Each time I think upon that windy day.."


Χρόνια αργότερα, ο άντρας θυμάται ακόμα εκείνη τη χειμωνιάτικη μέρα. Τη μέρα που πήρε ένα μεγάλο μάθημα ζωής. Ήξερε πως η ζωή του δε θα ήταν εύκολη αλλά, γνωρίζοντας πως δεν είναι πια μόνος, κάθε φορά που θυμόταν τη Μαύρη Λαίδη (εδώ συμβολίζει τη λύτρωση του Θανάτου), έβρισκε δύναμη και προχωρούσε.
Τώρα, ο άντρας στρέφει το πρόσωπό του προς εμάς. Μας κοιτάζει βαθιά, με ένα βλέμμα γεμάτο σοφία, σχηματίζοντας ένα μελαγχολικό χαμόγελο στα χείλη του. Και μας τραγουδάει:


"And if one day she comes to you


Drink deeply from her words so wise,


Take courage from her as your prize


And say hello for me.."


Ahh Ahh Ahh, Ahh Ahh Ahh Ahh!


Επέλεξα να αναλύσω αυτό το τόσο γνωστό τραγούδι των Uriah Heep γιατί το βρίσκω ανατριχιαστικό και συνάμα συναρπαστικό. Αναφέρεται στον Θάνατο και στην αναμέτρησή μας με αυτόν, στην εσωτερική μας ευτυχία και στη μιζέρια της ψυχής ενώ, μέσα από μια ωραία μελωδία και ποιητικούς στίχους, όλα παίρνουν τη μορφή της άγνωστης, μαυροφορεμένης γυναίκας. Καθαρός λυρισμός! Η ατμόσφαιρα αυτού του τραγουδιού δεν είναι συνηθισμένη. Ασυναίσθητα, σε ταξιδεύει έναν Αιώνα πίσω και σου χαρίζει μια απροσδιόριστη αίσθηση φόβου και δέους.

Uriah Heep



Το νόημα του τραγουδιού ανταποκρίνεται στις "κραυγές" των ανθρώπων εκείνων που είναι βυθισμένοι στο σκοτάδι. Προσπαθεί να μετατρέψει τις βίαιες σκέψεις τους σε συμπόνια και να γεμίσει ξανά με ζωή τις σκοτεινές καρδιές τους. Θα μπορούσε να αφιερωθεί σε όλους εκείνους που πάσχουν από βαριά κατάθλιψη. Που οδηγούνται σε τάσεις αυτοκτονίας ή που θεωρούν πως ο Θάνατος είναι η μόνη λύση για να απαλλαχτούν από το βάρος της ψυχής τους. Θα μπορούσε να αφιερωθεί και σε όλους εκείνους που δε μπορούν – ή κατά βάθος δεν θέλουν – να απεμπλακούν από τις ναρκωτικές ουσίες/αλκοόλ και, κάθε φορά που παίρνουν τη δόση τους, κάνουν ένα βήμα προς τον Θάνατο. Κι ίσως να νιώθουν καλά με αυτό! Η ζωή για κάποιους είναι δυσβάσταχτη και βυθίζονται ολοένα και περισσότερο στην απελπισία. Κι ίσως να μην έχουν βοήθεια από κανέναν για να τους επαναφέρει στην επιφάνεια. Κι ολοένα πνίγονται.. πνίγονται από το φαρμακωμένο παράπονο πως είναι μόνοι.
         Η “Μαύρη Λαίδη”, αργά ή γρήγορα, θα μας επισκεφθεί όλους. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συμφιλιωθούμε με τους προσωπικούς μας “δαίμονες” και να ζήσουμε τη ζωή μας με αυθεντικότητα και πάθος. Αλλιώς, τι νόημα έχει; Έτσι, όταν έρθει εκείνη η ώρα και η “Μαύρη Λαίδη” απλώσει το χέρι της και μας ζητήσει να την ακολουθήσουμε, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Χορτασμένοι από την ζωή!
Κι όταν πιάσεις το κρύο χέρι της, τι πιο όμορφο να γυρίσεις το κεφάλι σου προς τα πίσω και να κοιτάξεις για τελευταία φορά το παρελθόν σου, τη ζωή σου ολόκληρη; Έχεις αναρωτηθεί αν θα είσαι ικανοποιημένος από την εικόνα που θα αντικρίσεις; Αν ναι, τότε σφίξε το χέρι της, χαμογέλασε κι ακολούθησέ τη με θάρρος. Αν όχι, θυμήσου.. είναι πάντα εδώ κοντά!





© Μαριάνθη Ηλ. Αντωνίου

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019



IT'S ALL MEAT 



Canadian Progressive Heavy-Psych / Proto-Punk




Γνωστοί στο παρελθόν ως The Underworld (κάποια από τα μέλη των The Underworld έφτιαξαν το σχήμα μας), έκαναν ένα και μοναδικό δίσκο το 1970. Ένα δίσκο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως punk rock, αν θα μπορούσε να γίνει χρήση ενός όρου που ακόμα δεν είχε επινοηθεί.
Επισκιαζόμενοι από μεγάλα γκρουπ της εποχής, η μπάντα που πήρε το όνομά της από διαφήμιση σκυλοτροφής ("100% meat, no filler") παρέμεινε αθέατη στον πολύ κόσμο. Όμως όπως θα διαπιστώσετε εδώ μιλάμε για μεγάλο ταλέντο και αριστουργηματικά κομμάτια.

Sunday Love (1970)




Μία προσπάθεια από ένα γκρουπ του Καναδά, να σπάσουν τις καθιερωμένες "ταμπέλες" πατώντας σε εδάφη της ψυχεδέλειας, της hard rock, ακόμα και της proto-punk με ένα πολύ λυρικό τρόπο. Όμως, όπως ήταν γραφτό για πολλά αξιόλογα γκρουπ της εποχής, ξαφνικά διαλύθηκαν και περνώντας ο καιρός σβήστηκαν από την μνήμη του κόσμου. Και σαφώς όπως πάντα συμβαίνει με τέτοια υπέρλαμπρα γκρουπ, η εμμονή των συλλεκτών έκανε το θαύμα της και μία επανέκδοση έκανε την εμφάνισή της στην Hallunications Records. Μία επανέκδοση που μπορεί να έχει ο καθείς, που δεν διαθέτει 1000+ ευρώ για ένα ορίτζιναλ LP.



It's All Meat (Columbia ELS 374) 1970 [Καναδάς]






Αυτό το μόνο LP από το Τορόντο έχει το λιγότερο το ένα πόδι σταθερά στο κλαμπ των υπερτιμημένων γκρουπ. Αφαιρέστε την υπερβολή-heavy progressive, psych-blues κλπ-και θα μείνετε με τρία άριστα κομμάτια και πέντε αδιάφορα (με την έννοια ότι δεν έχουν κάποια σημεία να σε αιχμαλωτίζουν) garage, με μία κουταλιά από βασικά blues και μία-δυό νότες από όργανο.

Crying Into the Deep Lake (1970)





Το καλύτερο τρακ του δίσκου είναι το "Sunday Love", ένα αισθαντικό lovesong που θυμίζει έντονα τις αρχές των Velvet Underground, ενώ τα "Crying Into the Deep Lake" και "If Only" είναι περισσότερο ψυχεδελικά, με μία αιθέρια, στοιχειωτική αίσθηση και περισσότερο από μιά μυρωδιά από τους The Doors.

If Only (1970)





Νομίζω ότι η ιστορία θα ήταν πιό ευγενική με αυτό το άλμπουμ εάν είχε βγεί δύο χρόνια πριν. Αλλά όταν βγήκε ήταν 1970 και μεγάλο μέρος από αυτό ακουγόταν πασέ. Υπάρχουν πλούσια άρθρα στο διαδίκτυο σχετικά με αυτό το LP, που βοηθούν να γίνει πιό κατανοητό και να κερδίσει την εκτίμηση τυχόν ακροατών του ιδιαίτερου αυτού δίσκου.

Feel It (1970)




Το γεγονός είναι ότι αν και η φήμη του γκρουπ για τα τρομερά live που έκανε-άνοιξαν ακόμα και για τον Muddy Waters-δεν είχαν τον απαραίτητο αέρα στα ερτζιανά, άρα ούτε την αναγνώριση που αδιαφιλονίκητα τους άξιζε, στην Καναδική μουσική βιομηχανία, ένα ιδιαίτερα σκληρό χώρο εξαιτίας των εξαιρετικών σχημάτων που είχε να επιδείξει.




Οι It's All Meat ήταν:
Jed MacKay – organ, piano and lead vocals
Rick Aston – bass and vocals
Rick McKim – drums
Wayne Roworth – guitar
Norm White – guitar

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης