Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

GORDON JACKSON



First Person


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ακολουθεί συνέντευξη του Gordon Jackson, ενός ξεχασμένου μουσικού, ακόμα και από τους λίγους που είχαν την ευκαιρία να έχουν γνωρίσει την δουλειά του. Μία ακόμα βαθιά βουτιά στο παρελθόν, που αλήθεια, κρύβει πολλά, γι'αυτό οι αναγνώστες μπορούν να ακούνε τα τραγούδια από τον προσωπικό του δίσκο, αλλά και από την δουλειά του με τα γκρουπ που μετείχε, καθώς διαβάζουν. Καλή συνέχεια!

Gordon Jackson - Song For Freedom (1969)


Γεννήθηκα στο Worcester στις 28 Οκτωβρίου του 1942 και είχα μία θαυμάσια παιδική ηλικία, γεμάτη με ζώα, έντομα, πουλιά, σπόρ, σκαρφάλωμα στα δέντρα, φωτογραφίες, κηπουρική και πολλά άλλα. Η μουσική μπήκε στην ζωή μου ενώ άκουγα την μητέρα μου, που πάντα τραγουδούσε ενώ έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Θα πήγαινε από το ένα τραγούδι στο άλλο, μία αέναη μελωδία που συνεχιζόταν για πάντα. Ήταν κάτι περισσότερο από τα τραγούδια που αγάπησα. Ήταν μία ένδειξη ότι όλα είναι καλά, ότι ήταν ευτυχισμένη και αισθανόμουν χαρούμενος και ασφαλής καθώς ονειρευόμουν ότι ψάρευα ή έβγαινα βόλτα με το ποδήλατό μου στην εξοχή, ενώ περίμενα κάποιος φίλος να χτυπήσει την πόρτα. Με ενθάρρυνε να τραγουδάω επίσης και με έστειλε να πάρω μαθήματα πιάνου στην δεσποινίδα Morgan στο τέλος του δρόμου μας. Ο πατέρας μου αγαπούσε την μουσική επίσης. Ήταν κομμωτής, περισσότερο εξαιτίας των περιστάσεων παρά από επιλογή και μου σύστησε καλλιτέχνες όπως ο Bix Beiderbecke, ο Louis Armstrong, οι the Ink Spots, ο Glenn Miller και ο George Gershwin. Όταν ηχογραφούσα με τους the Hellions αργότερα, πάντοτε μιλούσε στον ιδιοκτήτη της τοπικής πάμπ να βάζει κάθε δίσκο στο τζουκμποξ ώστε να μπορεί να το παίξει στους φίλους του. Μία νύχτα στην πάμπ με όλη μου την οικογένεια ήταν μεγάλη χαρά, γεμάτη με τραγούδι και γέλιο. Ήταν με αυτούς που έμαθα την δύναμη της μουσικής να ενισχύει τα συναισθήματα, δημιουργώντας ασθήματα χαράς και ευτυχίας, αγάπης ή λύπης. Τι κρίμα που οι παμπ δεν είναι έτσι πιά. Στα 10 χρόνια μου σταμάτησα να μαθαίνω πιάνο και στράφηκα προς το ακορντεόν. Αν και με δυσκολία μπορούσα να το σηκώσω, κατάφερα να παίξω μετά από λίγο. Ο πατέρας μου είχε ένα μαντολίνο, το οποίο περιστασιακά έβγαζε για να παρουσιάσει ένα ποτ-πουρί τραγουδιών του George Formby.  Με δίδαξε μερικά ακόρντα και άρχισα να παίζω μερικά τραγούδια κάπου το 1955. Οι φίλοι που επίσης είχαν κολλήσει το μικρόβιο της μουσικής, άρχισαν να εμφανίζονται ως διά μαγείας, με tea-chest bass, κουτιά από μπισκότα για ντραμς, washboard και στην καλύτερη με κιθάρα. Και έτσι γεννήθηκαν οι Blue Stars Skiffle Band. Η πρώτη μας δημόσια παράσταση ήταν στο νοσοκομείο Hillborough στο Worcester. Το κοινό αποτελούσαν γέροι, οι περισσότεροι από τους οποίους με άνοια, κάποιοι από αυτούς άστεγοι που χρειάζονταν φροντίδα και δεν είχαν κάπου αλλού να πάνε. Θα μπορούσαν να είναι επίσης ένα ενθουσιώδες πλήθος στο Wembley, κρίνοντας από τα νεύρα μας. Έμοιαζαν να μας βρίσκουν διασκεδαστικούς, ρουφώντας το τσάι τους ήσυχα, ενώ οι νοσοκόμοι τους ενθάρρυναν να χειροκροτούν. Ήταν η πρώτη γεύση παρουσίασης για μένα και η αδρεναλίνη μου έδινε ενέργεια. Όπως σε τόσους άλλους η rock and roll μου συστήθηκε με το "Rock Around The Clock", που πρωταγωνιστούσαν οι Bill Haley & The Comets και ήρθε στον κινηματογράφο Gaumont του Worcester το 1956. Στα μέσα του, κάποιος πάνω σε ένα μοτοσακό ήρθε από τον κεντρικό διάδρομο, γκαζώνοντας δυνατά, πέρασε από το μπροστινό μέρος και έφυγε από τον πλαινό διάδρομο έξω από την αίθουσα. Οι άνθρωποι άφησαν τα καθίσματά τους και άρχισαν να χορεύουν στους διαδρόμους-συμπεριφορά μέχρι τότε άγνωστη. Αυτό έγινε γνωστό στους δρόμους, όλοι στο σχολείο μιλούσαν για αυτό το γεγονός και κάποια μεγαλύτερα παιδιά άρχισαν να υιοθετούν το ντύσιμο του Teddy Boy (μία αστεία μίξη από Elvis Presley, country και western). Κόντεψα να αποβληθώ από το κολλέγιο επειδή έφτιαξα ένα σχέδιο του Elvis κατά την διάρκεια των θρησκευτικών και ξόδευα κάθε ελεύθερο λεπτό στο Radio Luxembourg, που δεν είχε καλό σήμα, αλλά ήταν ο μόνος σταθμός που έπαιζε την μουσική μας. Η ζωή μου είχε ξαφνικά εξαγοραστεί-έμοιαζε σαν να υπήρχε κάτι καινούριο να ακούω καθημερινά. Η πρώτη μου κιθάρα (ηλεκτρική φυσικά) ήταν μία Hofner Club 60, που ενισχυόταν από ένα κουτί με 'κόλπα', που ο μπαμπάς μου έκανε για μένα. Είχε ένα τρέμολο το μοναδικό στο Worcester, με το οποίο με περηφάνεια παρουσίαζα τις νότες του Duane Eddy, κατά την διάρκεια του διαλείμματος, τα Σαββατιάτικα πρωινά, ανάμεσα στο Hopalong Cassidy και στον Μίκυ Μάους. Η ανταμοιβή μου που έπαιζα για το...τίποτα ήρθε όταν ο μάνατζερ με άφησε να πάω στα παρασκήνια όταν ήρθαν στην πόλη περιοδεία rock 'n' roll σχήματα. Όλοι οι μεγάλοι πήραν την σειρά τους: Gene Vincent, Little Richard, Jerry Lee Lewis, Buddy Holly & The Crickets, the Everly Brothers, Chuck Berry και λοιπά, και λοιπά. Η καλύτερή μου ανάμνηση είναι της συνάντησής μου με τον Eddie Cochran το 1960. Ανακάλυψα ότι έμενε στο ξενοδοχείο Star, έτσι τον περίμενα εκεί. Όταν έφθασε τελικά του έσφιξα το χέρι και πήρα ένα αυτόγραφο (που ακόμα έχω). Ήταν φιλικός, αλλά δεν συζητήσαμε πολλές φορές. Σύντομα, μετά από τότε σκοτώθηκε σε σύγκρουση με το αυτοκίνητο στο Chippenham, πράγμα τόσο σοκαριστικό. Το να βλέπω τα είδωλά μου να παρουσιάζουν, με μπρίζωσε ακόμη περισσότερο και η μουσική έγινε το πάθος μου-ένα πάθος που καίει ακόμα και τώρα, πάνω από 50 χρόνια αργότερα. Ήξερα ότι ήταν δική μου, ήμουν μέρος από αυτήν και ήταν μέρος από εμένα.

Gordon Jackson - The Journey (1969)


Για να είναι κάτι καλό τότε, έπρεπε να είναι Αμερικάνικο. Η γλώσσα, η μουσική, οι ταινίες και όλοι οι σταρ, που σημαίνει όλα ήταν Αμερικάνικα. Εκείνες τις μέρες οι Αμερικανικοί δίσκοι δεν κυκλοφορούσαν εδώ εκτός κι αν γίνονταν χιτ. Τα μουσικά περιοδικά παρουσίαζαν τα Billboard chart, δίπλα στα Αγγλικά top 20, που θα μελετούσαμε, περιμένοντας με ανυπομονησία την κυκλοφορία εκείνων των δίσκων, που μαζευόμασταν να ακούσουμε τα Σαββατοκύριακα. Στο μεταξύ εκ των προτέρων θα κυριαρχούσαν κόπιες δοσμένες από παραγωγούς και διασκευές θα έβγαιναν πριν ακουστούν τα αυθεντικά τραγούδια. Πολλοί Άγγλοι καλλιτέχνες έφτασαν να δοξαστούν με αυτόν τον τρόπο, αντιγράφοντας τα τραγούδια και το στυλ των (συνήθως μαύρων) Αμερικανών. Αλλά εκείνα τα κατώτερα προιόντα δεν θα μας ξεγελούσαν. Ανάμεσά μας ήταν μερικοί ορίτζιναλ όπως ο Billy Fury, ο Joe Brown, ο Dickie Pride και οι Johnny Kidd & The Pirates. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τον Cliff Richard & The Shadows. Μπορώ να θυμηθώ τα παιδιά στο σχολείο χωρισμένα σε δύο στρατόπεδα: Αυτά που αγόραζαν την βερσιόν του Tommy Steele του "Singing The Blues" και εκείνα που αγόραζαν το ορίτζιναλ του Guy Mitchell. Σκεπτόμενος τόσο πίσω φαίνεται ότι εκείνοι στο στρατόπεδο του Mitchell συνέχισαν για να φτιάξουν μπάντες ή έγιναν αληθινοί εραστές της μουσικής. Οι Blue Stars τελικά έγιναν the Satellites, παίζοντας σε τοπικές χοροεσπερίδες με σκηνικά ονόματα, όπως απαιτούσε η μόδα (εγώ ήμουν ο Vince Gordon). Παρά την τεράστια δημοφιλία του rock and roll, η Αγγλική σκηνή στα τέλη του '50 κυριαρχείτο από διασκεδαστές που εμψύχωναν τα στρατεύματα κατά την περίοδο του πολέμου, κυρίως χορευτικές μπάντες και τους τραγουδιστές τους ή διασκεδαστές του music hall και κωμικούς που τραγουδούσαν, όπως οι Max Bygraves, Arthur Askey και Norman Wisdom. Συνήθως μας έκλειναν να παίξουμε κατά την διάρκεια των διαλειμμάτων στις χοροεσπερίδες και αντιμετωπιζόμασταν με μία χιουμοριστική απέχθεια από τους μουσικούς που έπαιζαν στις μεγάλες μπάντες. Δεν μπορούσαν πιθανόν να μαντέψουν ότι η μουσική που αντιπροσωπεύαμε σύντομα θα τους έβγαζε από την δουλειά τους. "Ποτέ δεν θα διαρκέσει" συνέχιζαν να μας λένε ακούραστα. Οι γονείς μου, που είχαν παρακολουθήσει την μεταμόρφωσή μου, χωρίς παράπονο, είδαν το δωμάτιό μου να μετατρέπεται σε ναό του Elvis, μετά εγκατέλειψαν το μπροστινό δωμάτιο και το πικάπ τους στον έφηβο γιό τους και στα φιλαράκια του. Μέχρι τώρα έχει διατηρηθεί για σπέσιαλ περιστάσεις, με τον αχρησιμοποίητο καναπέ του και φυσικά το πιάνο. Κάθε μέρα μετά το σχολείο και μέσα στο απόγευμα, το μπροστινό δωμάτιο γινόταν ένα μέρος αρχικά για να ακούσουμε και να εξασκήσουμε τα βασικότερα στο μυαλό μας και δευτερευόντως για να διασκεδάζουμε με τα κορίτσια. Όσο καλά έπαιζα με την μπάντα, τόσο απογοητευόμουν με την πρώτη μου δουλειά στα Kays Catalogue. Ένα Αγγλικό τουρ ερχόταν στην πόλη με τον Billy Fury και τον Marty Wilde, έτσι νευρικά έπεισα τον εαυτό μου ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσω την παρασκηνιακή μου επιρροή και να ζητήσω μία οντισιόν. Μετά το σόου προσέγγισα τον Larry Parnes, τον Mr. Big εκείνες τις μέρες, σκεφτόμενος ότι θα μου ζήταγε να έρθω στο Λονδίνο σε κάποιο αόριστο σημείο στο μέλλον. Ήμουν απροετοίμαστος όταν άκουσα το "Άντε λοιπόν, τραγούδησε κάτι". Στεκόμενοι περίπου στη σκηνή, παρατηρώντας από κοντά ήταν ο Billy Fury και ο Marty Wilde και οι μουσικοί τους. Μου έδωσαν μία ηλεκτρική κιθάρα, αλλά χωρίς ενισχυτή και προσπάθησα να τραγουδήσω ένα κομμάτι του Elvis το "Trying To Get To You". Η ανταπόκριση ήταν του στυλ "μη με καλέσεις, θα σε καλέσω εγώ", αλλά θα μάθαινα ένα πολύτιμο μάθημα: πάντα να είσαι έτοιμος, καθώς μπορεί ποτέ να μην σου δοθεί δεύτερη ευκαιρία. Άρχισα να επισκέπτομαι μία παμπ που λεγόταν The Bush, της οποίας τα επάνω δωμάτια χρησιμοποιούνταν από την κοινότητα των τοπικών μουσικών. Μία συγκεκριμένη μπάντα χρειάστηκε μεταφορά για ένα κοντραμπάσο και το αυτοκίνητό μου, ένα Austin Atlantic είχε ένα πίσω παράθυρο που έπεφτε, επιτρέποντας να 'κάτσει΄ στο πίσω κάθισμα. Άρχισα να μεταφέρω αυτό το μπάσο σε διάφορα μέρη εξυπηρετώντας την μπάντα. Θα τους ζητούσαν να παίξουν rock and roll τραγούδια, που ήξερα, έτσι μου ζητήθηκε να εμφανίζομαι μαζί τους κάπου-κάπου. Αυτό οδήγησε σε ένα γκρουπ που ονομάστηκε Unit 5, του οποίου ντράμερ ήταν ο Poli Palmer. Κάθε Σάββατο απόγευμα επίσης έπαιζα κρυφά σε session με τους φίλους μου, Gene East και Johnny Ruff. Ένα Σάββατο του 1962 ή κάτι τέτοιο, ο Gene είπε ότι είχε βρεί κάποιον που θα μπορούσε να παίξει ντραμς και ρώτησε αν θα μπορούσε να τον φέρει μέσα. Ναι, είπαμε και εμφανίστηκε ο Nicola James ‘Jimmy’ Capaldi. Ο Jim ήταν μαθητευόμενος σε ένα εργοστάσιο που λεγόταν Heenan & Froude. Παρόλα αυτά τα χρόνια αργότερα μπορώ να δω καθαρά την ευλύγιστη φιγούρα ενός μελαχροινού, φρεσκοξυρισμένου τύπου, συνεχώς σε κίνηση, να τραγουδάει, να χαιδεύει τα μαλλιά του να κοιτάζεται στον καθρέπτη. Κάθε του κίνηση ήταν ρυθμική. Χτύπαγε οτιδήποτε έκανε θόρυβο, πάντα όπως έπρεπε. Θα έπαιζε ρυθμούς στο ταμπλώ και στο τιμόνι ενώ οδηγούσε και συχνά μπορούσες να τον ακούσεις να τραγουδάει καθώς περπατούσε κάτω στον δρόμο. Όταν έπαιζε κασσέτες ή δίσκους έπρεπε να ακούς προσεκτικά, τόσος ήταν ο ενθουσιασμός του. Θα σου μεγάλωνε την προσμονή καθώς περίμενε για ένα σόλο κιθάρας ή ότι άλλο. Με ορθάνοιχτα μάτια και μιά μεγάλη γκριμάτσα θα σε πήγαινε σε εκείνο το σημείο, δυναμώνοντας την ένταση μέχρι ο ήχος να μοιάζει σαν έκρηξη στα ηχεία. Σε εκείνο το σημείο, θα καταλάβαινες τι αισθανόταν και έμπαινες στον κόσμο του. Αυτές ήταν ιδιαίτερες στιγμές. Ο Jim ήταν με μία μπάντα του Evesham που λεγόταν the Sapphires, και μου είπε ότι είχε ήδη τσεκάρει την φήμη μου με τους Unit 5 στην αίθουσα του Δημαρχείου του Evesham. Μετά οι τέσσερίς μας, έχοντας παίξει την πρώτη μας συναυλία σε ένα κλάμπ του Worcester, έγινε φανερό ότι χρειαζόμασταν έναν lead guitarist, καθώς το παίξιμό μου ήταν περιορισμένο, έτσι ο Jim πρότεινε να πλησιάσουμε τον Dave Mason. Ήταν καλά γνωστός τοπικά, όντας ολοκληρωμένος κιθαρίστας με μία μπάντα σαν αντίγραφο των Shadows, που λεγόταν the Jaguars και είχαν αρκετούς φαν. Θα έπρεπε να ήταν μία δύσκολη απόφαση, αλλά αποφάσισε να έρθει μαζί μας. Ο πατέρας του Dave ήταν αυτοδημιούργητος ζαχαροπλάστης, έτσι λοιπόν προέκυψε το παρατσούκλι ‘Choccy Mason’. Είχε δυναμικές απόψεις και τις εξέφραζε συχνά. Είδε τον Jim σαν χασομέρη και τον φώναξε ‘a fucking gypsy’-αλλά ωστόσο μας υποστήριξε καλά και μας πρόσφερε πολύ γέλιο. Επικαιροποιήσαμε το υλικό του Dave, έτσι αποτελείτο από μία στρατοκάστερ και έναν Vox’ AC 30 top boost lead amp, όπως αυτός ο ενισχυτής που χρησιμοποιούσαν οι Beatles. Στον ίδιο χρόνο που ο Dave ήρθε, ο Gene East έφυγε και αποφασίσαμε να πούμε το κουαρτέτο που προέκυψε The Hellions, όπως ήταν ο τίτλος μίας ταινίας της εποχής.

The Hellions


Ήταν 1963 και τόσο σύντομα όσο ξεκινήσαμε να παίζουμε σε τοπικές πάμπ και χοροεσπερίδες, ήταν διαφορετικά-συνδεόμασταν με το κοινό και μεταξύ μας, χτίζοντας ακόλουθους. Όλοι είχαμε μαύρες δερμάτινες ψηλοτάκουνες μπότες και σακάκια χωρίς γιακάδες. Το υλικό μας ήταν μία μίξη από rock and roll αγαπημένους, τους Beatles στην αρχή τους και την Tamla Motown. Οι φωνές του Jim και του Dave ήταν δυνατές και οι αρμονίες μας ήταν καλές. Ο Jim έπαιζε ντραμς και τραγουδούσε, όπως επίσης έκανε τις περισσότερες από τις εισαγωγές και συνομιλίες που χρειάζονταν. Έχοντας αρχίσει να αφήνουμε το αποτύπωμά μας, ο Jim παράτησε την δουλειά του. Ο Dave πάντα έβρισκε την κανονική εργασία ανιαρή και δεν στεκόταν πουθενά και αν και είχα καλή δουλειά σε ταξιδιωτικό γραφείο, έκλινα στο να τα παρατήσω κι εγώ. Ο Johnny Ruff, ωστόσο ενδιαφερόταν μόνο να παίζει τοπικά, έτσι αποφάσισε να παραιτηθεί από την μπάντα. Κοιτάξαμε γύρω για άλλο μπασίστα και τελικά βρήκαμε αυτό που ζητούσαμε σε ένα γκρουπ με έδρα το Pershore, που λεγόταν the Cherokees. Ο Dave Meredith ήταν ένας μακρυμάλλης, αγριωπός τύπος με πεταχτή μύτη. Είχε ακούσει για την φήμη μας και ήρθε άμεσα. Με την προσθήκη αυτή, οι προτάσεις άρχισαν να έρχονται από παντού. Όχι πολύ αργότερα μας πλησίασε ο Maurice King διευθυντής της Capable Management. Εντυπωσιαστήκαμε από το πελατολόγιό τους που συμπεριλάμβανε τους the Walker Brothers, P.J Proby και The Rocking Berries και υπογράψαμε. Με την επιρροή τους αρχίσαμε να παίζουμε σε κλαμπ και πάμπ στο Μπέρμιγχαμ και Μίντλαντς μαζί με κορυφαίες μπάντες του Μπέρμιγχαμ , όπως οι Carl Wayne & The Vikings αργότερα The Move), Denny Laine & The Diplomats αργότερα the Moody Blues) και οι Locomotive (μπάντα που προέκυψε για τους John Bonham, Mike Kellie, Chris Wood, Norman Haines και αρκετών άλλων). Μία μέρα το καλοκαίρι του 1964 ήμουν στην δουλειά στο γραφείο μου, όταν ένα αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το παράθυρο και βγήκαν τα παιδιά. Όρμηξαν μέσα και ανακοίνωσαν ότι το πρακτορείο μας είχε κανονίσει πέντε εβδομάδες διαμονή στο Αμβούργο. Το είχαν οργανώσει εν μέρει για να καλύψουμε μία τραγουδίστρια που λεγόταν Tanya Day και εν μέρει να μας αφήσουν χρόνο για να εξασκηθούμε, να ξεκινήσουμε να δουλεύουμε μαζί επαγγελματικά και να γράψουμε μερικά τραγούδια. Ήταν μιά ευκαιρία να δουλέψουμε, να παίξουμε, να φάμε, να κοιμηθούμε και να αναπνέουμε μαζί. "Εμείς πάμε. Έρχεσαι ή μένεις;" είπαν. Ήξερα μέσα στην καρδιά μου ότι μία θα μπορούσε να είναι η απάντηση και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά καθώς συνειδητοποιούσα την κατάσταση. Είχα μία γυναίκα και παιδί και δεν είχα οικονομίες, αλλά ειδοποίησα και παραιτήθηκα. Χάριν στην υποστήριξη των γονιών μου λίγο μετά βρέθηκα δίπλα στην αποβάθρα στο Dover, μέσα στο ολοκαίνουριο βάν (προσφορά του κυρίου Mason), περιμένοντας να οδηγήσω πάνω στην γέφυρα για το Calais.




Ταξιδέψαμε χωρίς να σταματήσουμε, αλλάζοντας σειρά στην οδήγηση. Διαφωνήσαμε, είχαμε απίστευτες συζητήσεις, κάναμε παιδαριώδη παιχνίδια. Ένα από αυτά ήταν να μιμηθούμε έναν καλλιτέχνη αφήνοντας τους άλλους να μαντέψουν και συνηθίζαμε να πειράζουμε τον Dave Mason με την ανυπομονησία που είχε, μη μαντεύοντας εμείς ποιόν είχε μιμηθεί ο Dave, ακόμα και αν ήταν φανερό, ενώ μαντεύαμε μεταξύ μας ακόμα κι αν δεν ήταν. Μιά φορά που ήταν η σειρά του είχε μία ιδιαίτερα κακή μίμηση, τα γέλια έφταναν στο σημείο να σκάσουμε και ήταν έτοιμος να βγάλει φωτιές, όταν ο Jim φόρεσε ένα κράνος μηχανής και έκανε μία αστεία γκριμάτσα. Είπα "Είναι ο Ray Charles". Ο Jim είπε "Ναι!" και εκεί έγινε η έκρηξη του Dave που φώναξε με θυμό: "YOU’VE NEVER SEEN FUCKING RAY CHARLES IN A FUCKING CRASH HELMET!” Αρχίσαμε να κυλιόμαστε κάτω από τα γέλια πιάνοντας τις κοιλιές μας που πήγαιναν να σπάσουν και πέρασε αρκετή ώρα ώστε να μπορέσουμε να συνέλθουμε και να ξαναμιλήσουμε. Τελικά φτάσαμε στο Αμβούργο και οδήγησα μέσα στην πόλη με ενθουσιασμό. Οι Beatles είχαν βρεθεί εδώ και είχαμε καταφέρει ότι ελπίζαμε, να παίξουμε σε απόλυτη συμφωνία, τέσσερις καρδιές να χτυπoύν σαν μία. Και να γράψουμε τραγούδια έτοιμοι για την μεγάλη στιγμή. Φτάσαμε στην πόλη Itzehoe, καθώς ο ήλιος εμφανιζόταν. Προτεραιότητά μας ήταν να δούμε το μέρος που ήταν να παίξουμε και μία μικρή βόλτα στο δρόμο μας έφερε στο Star Club (όχι εκείνο που οι Beatles είχαν κάνει διάσημο, αν και παίξαμε επίσης στο ΄δικό΄τους Star Club και στο Top Ten επίσης). Φυσικά δεν ήταν κάτι που είχαμε φανταστεί, αλλά εκπλήρωσε ένα σκοπό. Η Tanya Day ποτέ δεν εμφανίστηκε, έτσι παίζαμε μόνο για πάρτυ μας. Τις πρώτες μέρες ήταν δύσκολο, είχαμε να παίξουμε για 45 λεπτά για κάθε ώρα από τις 8 μέχρι τις 2 με τις Κυριακές ρεπό. Το πρώτο σετ ήταν συνήθως καλά, αλλά όσοι ήταν κάτω των 18 ετών έπρεπε να μαζευτούν στο σπίτι τους μέχρι τις 10, λόγω απαγόρευσης που υπήρχε, πράγμα που σημαίνει ότι το μέρος ήταν σχεδόν άδειο μόλις τελειώναμε το δεύτερο σετ. Στα μέσα του επόμενου σετ και μέσα στην νύχτα το μέρος γέμιζε με μεγαλύτερους ανθρώπους, κυρίως άνδρες. Ήταν μία Βόρεια βιομηχανική πόλη, όπου οι άνθρωποι δούλευαν σκληρά και έπαιζαν σκληρά. Το να μεθάς έμοιαζε να είναι Εθνικό έθιμο και με κάθε γύρο μπύρας θα ακούγονταν δυνατότερα και πιό χαρούμενοι, πριν κάποιοι να γίνουν ενοχλητικοί. Οι ιδιοκτήτες του κλαμπ αντιμετώπιζαν μόνοι τους κάθε φασαρία χρησιμοποιώντας αεροβόλα πιστόλια. Δεν ήταν οι καλύτεροι άνθρωποι. Μία φορά αρνηθήκαμε να παίξουμε μέχρι να πληρωθούμε. Κερδίσαμε-αλλά την επόμενη μέρα το αγαπημένο μας καινούριο βαν είχε βαφτεί παντού με Γερμανικό γκράφιτι. Δεν μπορούσαμε να το βγάλουμε, έμεινε λοιπόν έτσι, μέχρι που ο Dave Mason άφησε την μπάντα, το πήρε μαζί του και το ξαναέβαψε. Αφού τελειώναμε το παίξιμο χρειαζόμασταν ξεκούραση και συνήθως πηγαίναμε σε ένα άλλο κλαμπ όπου θα παίρναμε μπύρα και θα μιλούσαμε. Ήταν σκοτεινά και βρώμικα, τυπικό πράγμα για πολλά τέτοια μέρη στη Γερμανία, όπου κάθε είδους σεξουαλική ανάγκη ικανοποιούνταν. Τις περισσότερες νύχτες ένας τραβεστί θα εμφανιζόταν πίσω από μία βρώμικη κουρτίνα. Ήταν χοντρός και ντυμένος σαν χορεύτρια της κοιλιάς, κάνοντας τρομερό θόρυβο προσπαθώντας να μιμηθεί την φωνή της Marlene Dietrich. Μετά από αυτό, θα ξάπλωνε σε ένα καναπέ μέσα σε ένα σκοτεινό χώρο, προσπαθώντας να φανεί σαγηνευτικός καθώς περίμενε να τον πλησιάσουν άνδρες. Όταν κάποιος το έκανε, η κουρτίνα θα τραβιόταν και η συζήτηση στο μπαρ επέστρεφε στον κανονικό της ρυθμό. Ήταν συνήθως χάραμα όταν περπατούσαμε στο δρόμο και μέσα στο παγωμένο πρωινό. Πίσω στο ξενοδοχείο μας θα χαιρετούσαμε το ζευγάρι των ηλικιωμένων που το είχε, τρώγαμε πρωινό και πέφταμε για ύπνο. Τα απογεύματα εξασκούμασταν και μαθαίναμε νέα τραγούδια. Πέντε εβδομάδες έμοιαζαν σαν αιώνας, αλλά επιβιώσαμε και επιστρέψαμε στην πατρίδα σχεδόν άφραγκοι. Κατά την επιστροφή μας, μας δόθηκε διαμονή σε ένα κλαμπ του West End του Λονδίνου από τους μάνατζέρ μας, το Whisky-A-Go-Go. Ήταν underground από πολλές απόψεις μέρος και όχι ακριβώς όπου θα θέλαμε να μένουμε, αλλά ήθελαν να φέρουν τα μεγάλα κεφάλια να μας δούν και όχι πολύ αργότερα ήμασταν backing stars, όπως ο Adam Faith και ο Dave Berry. Ένα βράδυ παίζαμε ένα χιτ του P.J. Proby το "Together", όταν ο ίδιος ο Proby μπήκε μέσα. Παρακολούθησε με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του και είπε "Ακούγεστε περισσότερο από μένα σαν εμένα". Μας ζήτησε να είμαστε η μπάντα που θα τον συνόδευε, πράγμα που κάναμε, αλλά μόνο για ένα σόου. Στο πρώτο μέρος μία καταιγίδα, σχεδόν επιδρομή από κορίτσια όρμηξαν στη σκηνή με τους roadies να τις σπρώχνουν προς τα πίσω, πριν η αυλαία πέσει για να ηρεμήσει η κατάσταση. Στο δεύτερο μέρος συνέβη το αντίθετο. Ο P.J. ανέβηκε στη σκηνή με μιά καρέκλα, κάθησε κοιτώντας το κοινό απλά εκεί καρφωμένος για τόσο πολύ που έμοιαζε αιώνας. Όταν άρχισαν το γιουχάρισμα σηκώθηκε και έφυγε και αυτό ήταν το τέλος. Ακόμα ένας μεγάλος που παίξαμε μαζί ήταν ο Dave ‘Screaming Lord’ Sutch. Αυτός θα ξεκινούσε την παράσταση με ένα φως που μέσα στο σκοτάδι και στην ομίχλη έπεφτε πάνω σε ένα φέρετρο που είχαν τοποθετήσει πάνω στη σκηνή. Από μέσα θα πεταγόταν ο Dave με το μικρόφωνο στο χέρι. Μία νύχτα είχε τον Jim (Capaldi) ντυμένο σαν υπηρέτρια και τον κυνηγούσε γύρω-γύρω στη σκηνή, κραδαίνοντας ένα τσεκούρι, το οποίο τελικά έχωσε μέσα σε ένα ηχείο.

Gordon Jackson - Sing To Me Woman (1969)


Σε άλλη περίσταση ήμασταν support στον Jerry Lee Lewis μαζί με τους The Nashville Teens στο Hereford. Είχαμε παίξει το δικό μας σετ και οι Teens ήταν στα μισά του δικού τους, αλλά ακόμα δεν υπήρχε κανένα σημάδι του Jerry Lee. Παρακολουθούσα από το πλάι της σκηνής το άδειο πιάνο μπροστά μου, σκεφτόμενος ότι πρέπει να ήταν απάτη-σίγουρα δεν θα έπαιζε εδώ! Εξάλλου μιλούσαμε για τον Jerry Lee Lewis, έναν από τους ήρωές μας και δεν ήταν ασυνήθιστο για τους διοργανωτές να βάλουν στο event έναν μεγάλο καλλιτέχνη για να προσελκύσουν πλήθος, μόνο για να απολογηθούν όταν δεν θα εμφανιζόταν. Με αυτές τις σκέψεις να γυροφέρνουν μέσα στο μυαλό μου, καθώς παρακολουθούσα τους Teens να παίζουν το "Tobacco Road", δεν πήρα καλά χαμπάρι μία ψηλή φιγούρα που εμφανίστηκε από την αντίθετη πλευρά της σκηνής, έβγαλε το καπέλο και το κρέμασε, μετά ένα λευκό μεταξωτό κασκόλ και μία μαύρη μπέρτα. Χωρίς να καθυστερήσει λεπτό βάδισε προς το πιάνο, κάθησε σε ένα σκαμπό και άνοιξε με το "Great Balls Of Fire", με τα χέρια να πετάνε πάνω-κάτω στα πλήκτρα, αποφεύγοντας επιδέξια το μικρόφωνο, που ήταν σφιγμένο ανάμεσα στα γόνατά του. Μάρτυρας της μαγείας και της ευφυίας του Jerry Lee Lewis από τόσο κοντά, ήταν μία από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου. Όταν τελείωσε το σετ του, υποκλίθηκε, πήγε κατευθείαν στο καπέλο του, το πανοφόρι και το κασκόλ, τα φόρεσε και εξαφανίστηκε τόσο μυστηριωδώς όσο είχε εμφανιστεί, αφήνοντας το πλήθος να ικετεύει για περισσότερο. Η Capable Management πρέπει να πίστευε ότι είχαμε δυναμική, επειδή ήμασταν μπελάς τον περισσότερο καιρό. Ιδιαιτέρως ο Dave Mason έκανε τον Maurice King να του ανάβουν τα λαμπάκια. Ήταν ένας επιτυχημένος οργανισμός, αλλά έβαζαν το χρήμα εκεί που θα έπρεπε να βάζουν την ψυχή τους. Ωστόσο μείναμε μαζί τους για λίγο παίζοντας σε όλη τη χώρα (σε κάποια τουρ μαζί με τους ομόσταυλούς μας) και ηχογραφώντας τέσσερα single για την Pye. Το πρώτο ήταν το "Daydreaming Of You", γραμμένο από την Jackie DeShannon, το οποίο έπεσε στην αντίληψή μας εξαιτίας ενός Αμερικανού που λεγόταν Kim Fowley. Περιπλανιόταν στα γραφεία της Capable μία μέρα με ένα πακέτο από Αμερικάνικα 45άρια, τα οποία είχε σκεφτεί να κάνει χιτ στην Αγγλία. Τον θυμάμαι να χορεύει με μία γραμματέα σε ένα κλαμπ, με ένα χαρτονόμισμα των 20 λιρών πιασμένο στο φερμουάρ του παντελονιού του! Στο single έκανε την παραγωγή ο John Schroeder (γνωστός για τα χιτ του με την Petula Clark) και βγήκε στην Piccadilly (δισκογραφική) τον Νοέμβριο του 1964. Το τραγούδι ήταν καλό και κάναμε μία καλή βερσιόν-αλλά δεν έγινε χιτ. Ίσως εάν είχε γίνει κάποιο promotion… ποιός ξέρει; Φυσικά έπρεπε να υπάρχει και Β' πλευρά, πράγμα που μας έδωσε την ευκαιρία να ηχογραφήσουμε ένα τραγούδι δικό μας. To "Shades Of Blue" ήταν του Jim και του Dave Mason-το πρώτο που έγραψαν μαζί. Έπρεπε να ήταν στην Α' πλευρά.

The Hellions - Shades of Blue (1964)


Στην Pye αρέσαμε αρκετά για να δοκιμάσουμε ξανά, δίνοντάς μας ένα τραγούδι που λεγόταν "Tomorrow Never Comes", που επίσης δεν έκανε τίποτα με την κυκλοφορία του τον Μάιο του 1965. Ούτε επίσης το "A little Loving", που εμφανίστηκε τον Σεπτέμβριο. Η τέταρτη προσπάθεια ήταν το "Hallelujah", που βγήκε στην αρχή του 1966. Ήταν ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά ωστόσο όχι χιτ. Αυτή τη φορά η Pye αποφάσισε να αλλάξει το όνομά μας σε The Revolution, χωρίς την συναίνεσή μας, έτσι οι φαν μας που σιγά-σιγά είχαμε μαζέψει ήταν ανίδεοι για την ύπαρξη του δίσκου. Μετά από αυτό τσακωθήκαμε με την Capable Management πολύ άσχημα και φύγαμε αφού κάναμε ένα σόου με τους The Walker Brothers και τον Billy. J. Kramer. Και η Capable Management και η Pye ήταν της παλιάς σχολής και τα πράγματα άλλαζαν γρήγορα-αλλά μάθαμε πολλά και συναντήσαμε πολλούς ανθρώπους κατά την περίοδο εκείνη.

The Revolution - Hallelujah (1966)


H Capable δεν θα μας έδινε δουλειά, αλλά ακόμα ήθελε το 10% κάθε κέρδους, έτσι γυρίσαμε στις τοπικές παραστάσεις στα Midlands, που μας απέφεραν κέρδος. Μερικές φορές μα υποστήριζε μία blues μπάντα που λεγόταν Shakedown Sound, σχεδόν άγνωστη για τους περισσότερους. Αν και βγάζαμε το πρόγραμμα μόνοι, ξέραμε ότι είχαν κάτι διαφορετικό, κάτι αυθεντικό, που άγγιζε ένα σημείο στην καρδιά μας και στην ψυχή μας και μας έκανε να αισθανόμαστε ταπεινοί. Η φωνή του Jess Roden και η κιθάρα του Kevyn Gammond έκαναν αίσθηση σε όλους. Ο Kevyn συνέχισε για να παίξει στους Band Of Joy με τον Robert Plant, τον οποίο επίσης γνώριζα για πολλά χρόνια. Από όλα τα κλαμπ του Μπέρμιγχαμ εκείνη την περίοδο, το Elbow Room στο Aston ήταν το ένα που όλοι οι μουσικοί συγκεντρώνονταν και υπήρχε μία ποιότητα. Ήταν η δημιουργία του Don Carless, ενός ανθρώπου που η άποψη στην διακόσμηση, την τέχνη και την μουσική ήταν έμπνευση για όλους εμάς. Μόνο το να βρισκόσουν γύρω από τον Don ήταν ευτυχία, πάντα ενδιαφέρων και αφοπλιστικός, ένα ταξίδι για κάπου αλλού. Είχε επίσης και ένα μπαρ, που λεγόταν Sombrero, όπου οι μουσικοί θα πήγαιναν πολύ αργά την νύχτα. Ενώ καθόσουν και θαύμαζες την ομορφιά του χώρου που είχε δημιουργήσει-τους πίνακες, τα Ισπανικά φανάρια και τα ζωγραφισμένα πλακάκια στο πάτωμα, τον διακριτικό φωτισμό και τα προσεκτικά τοποθετημένα έπιπλα-θα μπορούσες να διάβαζες ένα περιοδικό ή βιβλίο που υπήρχαν διάσπαρτα, πάντα καλόγουστα, ενώ ο Don περιφερόταν μέσα έξω, κάνοντας λίστες και γράφοντας σημειώσεις, πάντα κάνοντας κάτι. Θα έβαζε μουσική πάντα κατάλληλη στην στιγμή, πάντα φρέσκια και εμπνευσμένη και περιστασιακά θα σέρβιρε ένα φλιτζάνι τσάι ή ένα ποτήρι κρασί. Ο χρόνος έμοιαζε ακίνητος και ο κόσμος πολύ μακριά. Θα συναντιόμασταν εκεί με άλλους, όπως ο Steve Winwood (τότε με τους the Spencer Davis group) και ο Chris Wood (τότε με τους Locomotive), με τους οποίους γίναμε πολύ καλοί φίλοι. Μία νύχτα ο Αμερικανός μπλούζμαν Jimmy Witherspoon, μαγείρεψε για όλους μας. Το Μπέρμιγχαμ έχει μία θαυμάσια Τζαμαικανή κοινότητα, πλούσια σε κουλτούρα, η οποία έχει προσθέσει τόσα πολλά στη μουσική που έχει βγάλει. Σε εκείνους τους ανθρώπους άρεσε η μουσική μας, πράγμα που μας άρεσε περισσότερο από επιτυχία στα chart επειδή ήξεραν την πραγματική μουσική.




Το 1966 ο Jim πήρε μία απόφαση και πρότεινε να πάρουμε καινούριο ντράμερ, ώστε να του δώσουμε την ευκαιρία να ηγηθεί της μπάντας όπως έπρεπε, αντί να κάθεται καρφωμένος πίσω από τα ντραμς. Δεν ξέραμε τι να σκεφτούμε-ήταν απίστευτος παίκτης, πράγμα που αποτελούσε δυνατό σημείο με το συνεχώς αυξανόμενο κοινό, αλλά επίσης χρειαζόμασταν κάποιον να επικοινωνεί με το κοινό, εκεί μπροστά. Είτε έτσι είτε αλλιώς ο Jim άλλαξε γνώμη και εκεί τελείωσε το θέμα. Πρότεινα να δοκιμάσουμε τον ντράμερ από την προηγούμενη μπάντα μου τους Unit Five. Ο Poli Palmer ήταν καλός στα ντραμς, αλλά επίσης έπαιζε πιάνο, φλάουτο και βιμπράφωνο, όντας κυρίως μουσικός της jazz. Από εκείνο το σημείο στο στυλ της μπάντας, το υλικό και η άποψή μας άλλαξαν πάρα πολύ. Με τον Jim να ηγείται και με το βιμπράφωνο και το φλάουτο, κάναμε έναν ήχο όλο δικό μας. Παίζαμε ένα είδος υβρίδιου jazz-rock πηγαίνοντας σε τραγούδια όπως το "I Put A Spell On You" του Screamin’ Jay Hawkins, το "Hurt" του Timi Yuro και το "Dancing In The Street" των Martha & The Vandellas, όπως επίσης blues όπως το "Work Song" και παλιά κομμάτια, όπως το "Oh How We Danced". Σύντομα παίζαμε σε αίθουσες σε όλη την χώρα, χάριν σε ένα-δύο πράκτορες στο Μπέρμιγχαμ και αρκετές εκπομπές στο BBC. Η περίοδος των χίπις ήταν κοντά, αλλά τα πράγματα ακόμα ήταν δύσκολα. Μία νύχτα σε ένα μέρος που λεγόταν Boston Gliderdrome, μόλις είχαμε αρχίσει να παίζουμε όταν μία συμμορία από είκοσι και βάλε ροκάδες με δερμάτινα ανέβηκαν στην σκηνή με σταυρωμένα χέρια. Ο Jim στράφηκε προς τα πίσω λέγοντας 'νομίζω ότι παίζουμε rock and roll σήμερα παίδες΄ και πήγαμε αμέσως στο "Lucille" ακολουθούμενο από κάθε νότα που ξέραμε από τις rock and roll μέρες μας. Όχι μόνο δεν μας πείραξαν, αλλά δεν πείραξαν και τον εξοπλισμό και έγινε ένας μεγάλος χαμός από τα χειροκροτήματα. Μία παρόμοια εμπειρία συνέβη στην πάμπ Rowley Rag στην Black Country-ενώ στήναμε τον εξοπλισμό, μας είπαν τραγουδιστά "Eef a foyatt brikes owt when yam plying, just kip on plying and yow’ll by allriyet". Μία μάχη ξέσπασε-τραπέζια και καρέκλες πέταγαν στον αέρα και ανάμεσα στα γρονθοκοπήματα μεταξύ των ανδρών, θα μας έφερναν κανάτες και θα έλεγαν “Grite meowsic, good on ya, keed!”, ενώ οι γυναίκες τους θα κοίταγαν αδιάφορα,  μέσα από τους καπνούς των τσιγάρων. Μας ζήτησαν να πάμε ξανά, αλλά στ'αλήθεια δεν επιστρέψαμε ποτέ. Τα πηγαίναμε καλά με το κοινό, αλλά κάποια ζύμωση γινόταν μέσα στην μπάντα που μας κράταγε πίσω. Ο Jim τσακωνόταν ολοένα και περισσότερο με τον Dave Mason. Ο Dave ήταν τόσο ατομιστής για να είναι μέρος ενός γκρουπ. Ήταν περισσότερο για σόλο και δεν δούλευε σωστά εκτός αν τα πράγματα γίνονταν όπως αυτός ήθελε. Ο Jim επίσης είχε συγκεκριμένες ιδέες και αυτό προκαλούσε τριβή. Μία νύχτα αφού αφήσαμε τον Dave στο Worcester, οι υπόλοιποι ήμασταν στο βαν και ο Jim είπε 'Ή ο Dave ή εγώ'. Ακολούθησε βαριά συζήτηση στο τέλος της οποίας όλοι συμφωνήσαμε-αλλά είπαμε στον Jim ότι αυτός έπρεπε να το πεί. Οι υπόλοιποι αισθανόμασταν άβολα μετά από τόσο καιρό μαζί, αλλά ήμασταν ωστόσο και ανακουφισμένοι κατά κάποιο τρόπο. Ο Dave ήταν ένας αξιαγάπητος τύπος και καλός φίλος, αλλά είχε ένα τρόπο να κουρδίζει όλους όσους δούλευαν μαζί του. Το κύριο ενδιαφέρον μας φυσικά ήταν ποιός θα τον αντικαθιστούσε. Η απάντηση ήρθε στην μορφή ενός αγοριού από το Evesham, που λεγόταν Luther Grosvenor, ο οποίος έμενε μόλις έναν δρόμο πάνω από τους Capaldi, σε ένα οίκημα που λεγόταν Fairfield και ήταν χτισμένο από τις τοπικές αρχές. Ήταν νέος και τραχύς, πολλά υποσχόμενος και μη πεπειραμένος, αλλά το παίξιμό του δημιουργούσε μία ενέργεια που είναι δύσκολο να περιγραφεί. Ο Luther 'κούμπωσε' αμέσως και άλλαξε τον ήχο μας σημαντικά, μαζί με την άποψή μας και την κατεύθυνσή μας. Ως the Hellions είχαμε φτάσει στην κορυφή της τοπικής σκηνής, όντες η κύρια attraction σε κονσέρτα και χοροεσπερίδες, αλλά ήταν καιρός να αλλάξουμε ταχύτητα ξανά. Τώρα μετονομαζόμενοι σε Deep Feeling, ακούσαμε στενά τον Otis Redding, τον Sam Cooke, Ray Charles, Jimmy Smith, Bob Dylan, The Association, The Beach Boys, black blues και jazz performers όπως ο Miles Davis και ο Roland Kirk.

Deep Feeling - Pretty Colours (1966)


Η λίστα των επιρροών αυξανόταν ατελείωτα και αρχίσαμε να τις αναμιγνύουμε μαζί με τον δικό μας τρόπο, μετακινούμενοι από ότι ήταν δημοφιλές στον έξω κόσμο σε κάτι βαθύτερο, σχεδόν μυστικό από όλους, εκτός από αυτούς που είχαν ξεπεράσει τα όρια μαζί μας-μία μουσική που λεγόταν 'soul’. Μία νύχτα ήμασταν support μπάντα στον Screamin’ Jay Hawkins σε ένα κλάμπ στο Petersfield. Το να τον βλέπεις από κοντά ήταν συναρπαστικό-φορούσε μία μακριά κόκκινη μπέρτα και μία Αφρικανική κορδέλα με ένα κεφάλι λεοπάρδαλης και κρατούσε ένα ραβδί με ένα ανθρώπινο κρανίο πάνω του, το οποίο αποκαλούσε Henry. Μετά το σόου ένας ψηλόλιγνος τύπος με Λονδρέζικη προφορά ήρθε στο καμαρίνι και συστήθηκε ως John Scott. Ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση και το πρόσωπό του πάντα έμοιαζε να προσπαθεί να χαμογελάσει. Μας εντυπωσίασε αρκετά για να τον αφήσουμε να προωθεί εθελοντικά την μπάντα και σχεδόν αμέσως μας έβαλε να υποστηρίξουμε τους the Who και τους the Yardbirds σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο στο Cheltenham. Υποτίθεται θα παίζαμε καθώς το κοινό θα έφτανε στον χώρο καθώς και όταν θα έφευγε, αλλά ο John δεν έμεινε εκεί. Κατά την διάρκεια της εμφάνισης των the Yardbirds ανέβηκε στη σκηνή, πήγε στο μικρόφωνο και ανακοίνωσε "Μην φύγετε όταν αυτή η μπάντα τελειώσει-υπάρχει μία ακόμα καλύτερη από αυτή μετά". Αυτή η ολοκληρωτικά αυθάδης ανακοίνωση, έφερε την ανταμοιβή της, καθώς ο μάνατζερ των the Yardbirds, Giorgio Gomelsky, πράγματι έμεινε και άκουσε και ήρθε να μας δει αμέσως μετά. "Μου αρέσει αυτό που κάνετε και θα ήθελα να σας μανατζάρω και να κάνουμε ηχογράφηση", είπε. Πράγμα που ακριβώς συνέβη. Ο John τελικά εξαφανίστηκε από τη ζωή μας-δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ή που. Άνθρωποι σαν κι αυτόν παίζουν ένα τεράστιο ρόλο σε όλες σχεδόν τις ιστορίες επιτυχίας, συνήθως με δικά τους έξοδα και με δικό τους χρόνο, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της ανάγκης τους να μπλεχτούν με τον κόσμο των διασήμων. Έχοντας τελικά αποδεσμευτεί από το συμβόλαιό μας με την Capable Management, χρειαζόμασταν κάποιον να προμοτάρει τις live εμφανίσεις μας (ο Giorgio διαχειριζόταν μόνο τις ηχογραφήσεις και το υλικό). Αυτό το έργο δόθηκε στον Viv Prince, που είχε κάποτε παίξει ντραμς στους the Pretty Things, μέχρι που τα χάλασε με αυτούς και έφυγε. Ο Viv ήταν επιδραστικός και σύντομα μα είχε "κλείσει" σε 'in' μέρη όπως το Scotch Of St.James. Θα προσκαλούσε καλλιτέχνες να μας παρακολουθήσουν, έτσι συχνά βλέπαμε φευγαλέα ανθρώπους όπως ο Paul McCartney και ο Bobby Darin (που κάθησε στα ντραμς μαζί μας στο Scotch). Τον Οκτώβριο του 1966, στις 24, σε ένα κλάμπ που λεγόταν Knuckles, ο Viv μας σύστησε στον Chas Chandler, που έπαιζε μπάσο με τους the Animals. Ο Chas ρώτησε εάν ένας κιθαρίστας που ονομαζόταν Jimi Hendrix, τον οποίο είχε φέρει μόλις από την Αμερική, θα μπορούσε να καθίσει για ένα τζάμ. Συμφωνήσαμε αλλά μόνο διστακτικά, επειδή ήταν μία σημαντική παρουσίαση για μας και ο Paul McCartney ήταν στο κοινό. Αυτό το αγριωπό μαύρο παιδί ήρθε στη σκηνή και συνέδεσε την Stratocaster του. Από εκείνο το δευτερόλεπτο δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε τι βλέπαμε και τι ακούγαμε. Στεκόμουν γύρω στο μέτρο μακριά και έγινα μάρτυρας σε κάτι που δεν είχα δει ξανά ποτέ πριν και άκουσα την κιθάρα να κάνει ήχους που δεν γνώριζα ότι ήταν πιθανόν να γίνονται. Τα χέρια του μετακινούνταν τόσο γρήγορα που ήταν σαν αστραπή μαζί με θολούρα και 'τσίμπαγε' τις χορδές με τα δόντια του. Ήμασταν τόσο γοητευμένοι που-εκτός από τον Poli στα ντραμς και τον Dave Meredith στο μπάσο-όλοι αφήσαμε την σκηνή για να καθήσουμε να παρακολουθήσουμε. Αυτή ήταν αδιαφιλονίκητα η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Jimi στην Αγγλία-ένα γεγονός που φαίνεται να έχει υποτιμηθεί από τα ιστορικά βιβλία της μουσικής. Μερικές ημέρες αργότερα πίναμε μία κούπα κοντά στην Denmark Street (the Tin Pan Alley of London) με έναν άνεργο κιθαρίστα ονόματι Noel Redding. Αφού έμαθε βιαστικά μερικά riff στο μπάσο από τον Dave Meredith, σε εκείνη τη θορυβώδη, με καπνούς, γεμάτη από κόσμο πάμπ, έφυγε για να πάει σε οντισιόν ως μπασίστας, σαν τελευταία ευκαιρία. Όταν επέστρεψε είχε πάρει την δουλειά με τους the Jimi Hendrix Experience και ο Jimi σύντομα έγινε φίλος με όλους μας. Στο μεταξύ είχαμε να γνωρίσουμε τον Giorgio, ο οποίος ήταν  μία μοναδική προσωπικότητα. Μας ανέφερε πώς είχε μανατζάρει τους Stones και τους Yardbirds, αλλά χωρίς να έχει συμβόλαιο με κανέναν τους, λέγοντας ότι μπορούσε να δουλέψει μόνο με δεσμά εμπιστοσύνης. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει μία δισκογραφική την Marmalade, θυγατρική της Polydor. Άλλοι καλλιτέχνες που είχε υπογράψει ήταν η Julie Driscoll, οι Brian Auger & The Trinity, οι the Chris Barber Band, οι the Blossom Toes και ο Gary Farr. Με την υποστήριξη του Giorgio αρχίσαμε να γράφουμε υλικό για ένα άλμπουμ, ενώ εμφανιζόμασταν στο Λονδίνο σε διάφορα σημεία.


Ο Giorgio μας ήθελε να πειραματιστούμε με Latin και Αφρικανικούς ρυθμούς, έτσι μας έδωσε αγκαλιές από δίσκους καλλιτεχνών όπως ο Cal Tjader και ο Mongo Santamaria. "Άντε να ακούσετε αυτή την μουσική, να την απορροφήσετε και μετά να κάνετε τα δικά σας τραγούδια", διέταξε. Είμαι σίγουρος ότι η έμνευσή του βοήθησε να μορφώσουμε τις ιδέες μας, αλλά δεν κατάλαβα απόλυτα το όραμά του, μέχρι που εμφανίστηκαν οι Santana. Μία φορά που μας συνάντησε σε ένα μεγάλο εξοχικό σπίτι κοντά στο Denham, όπου κάναμε πρόβες και μιά που μας έπεισε να χτυπάμε με τα πόδια μας μία παλιά ξύλινη πόρτα που βρισκόταν στο έδαφος, ενώ ψέλναμε Αφρικανικούς ρυθμούς. Ήταν τέτοιος χαρακτήρας. Τα τραγούδια μας συνήθως άρχιζαν με τους στίχους μου. Ο Jim θα έφτιαχνε τον ρυθμό και θα άρχιζε τον τόνο, ο Poli μας έδινε ένα εύρος από chord structures, που θα έστελναν τον τόνο σε διαφορετικές κατευθύνσεις και μετά θα διορθώναμε το πλαίσιο μας σαν μπάντα. Το πρώτο μας session ήταν στα στούντιο Advision το φθινόπωρο του 1966. Καθώς ξεκινούσαμε να στήνουμε τον εξοπλισμό, οι Cream έβγαιναν από την ηχογράφηση του πρώτου άλμπουμ τους (ήμασταν βεβαίως ενημερωμένοι για τον Eric Clapton από τους Bluesbreakers και συχνά έπαιζε με τον Graham Bond, ο οποίος είχε στα ντραμς τον Ginger Baker. Το πρώτο τρακ που ηχογραφήσαμε ήταν το "Pretty Colours". Ποιός ξέρει από που προήλθε; Ο Poli έγραψε το μέρος της εισαγωγής με την κιθάρα νότα-νότα και ο Luther έπαιξε σαν βιρτουόζος με ένα riff βασισμένο στο Holst’s Mars. Ο Poli χρησιμοποίησε το στυλ του Roland Kirk για άριστο αποτέλεσμα, ο Dave Meredith έπαιξε ωραίο μπάσο, ο Jim έπαιξε ντράμς και έκανε φωνητικά και όλοι συνεισφέραμε στην αρμονία. Όταν παίξαμε ένα ρεγιόν από το τελειωμένο τραγούδι ο Eric Burdon το περιέγραψε ως ψυχεδελικό-η πρώτη φορά που άκουγα αυτή την λέξη. Αλλά όταν έγραψα τους στίχους περιέγραφε τα συναισθήματά μου μετά από ένα κακό όνειρο για μία χαμένη αγάπη και όχι το να παίρνω LSD. Στην πραγματικότητα δεν πήρα τίποτα μέχρι το τέλος των Deep Feeling. Ο Jim είχε ένα απαίσιο ταξίδι που τον επηρέασε για το υπόλοιπο της ζωής του, πράγμα που έβγαλε τους υπολοίπους από όλο αυτό. Νομίζω πήρα τρείς φορές συνολικά, σε δόσεις τόσο δυνατές για να κάνουν τη φύση να ζωντανέψει και τα χρώματα να γίνουν πιό έντονα, αλλά όχι να με κάνουν να χάσω τον εαυτό μου. Φυσικά το ενδιαφέρον του Poli στον ασυνήθιστο κόσμο της ολοτονικής κλίμακας και της ντιμινουίτας ενίσχυσαν την ταμπέλα 'ψυχεδελικοί΄, αλλά εμείς δεν σκεφτόμασταν τον εαυτό μας έτσι και το υλικό μας ήταν σε εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Το δεύτερο τρακ που κάναμε ήταν το "The Ruin", σε περισσότερο παραδοσιακό blues στυλ.

Deep Feeling - The Ruin (1966)


Ο Luther έκανε ένα σπουδαίο ήχο σε αυτό με μία σπάνια Guild κιθάρα που είχαμε βρεί σε ένα κατάστημα με μουσικά όργανα στο Μπέρμιγχαμ. Περαιτέρω κομμάτια ξεκίνησαν, συμπεριλαμβανομένου ενός που λεγόταν "If You’re Mine" και άλλα όπως το "And So Your Room Has", "The Tramp" και το "The Necessetarian". Επισήμανα τις συναντήσεις μας με τον Steve Winwood και τον Chris Wood, οι οποίοι άρχισαν να έρχονται σε όλες τις συναυλίες των Deep Feeling και συχνά έπαιζαν μαζί μας στη σκηνή. Αφού έφυγε από την μπάντα ο Dave Mason οδηγούσε το βαν των Spencer Davis Group και είχε ωριμάσει δίπλα στον Steve. Ο Steve αισθανόταν ολοένα και πιό άβολα με τους Spencer Davis Group και περιστασιακά δεν εμφανιζόταν σε συναυλίες τους. Σε τέτοιες περιστάσεις ο Dave έμπαινε με την κιθάρα του. Η χημεία είναι παράξενο πράγμα και μερικές φορές συγκεκριμένα στοιχεία ενώνονται για να σχηματίσουν κάτι καινούριο. Αυτό συνέβη σχεδόν σαν ατύχημα και ότι προέκυψε το ονόμασαν Traffic.

Traffic


Ο Jim κάτι μουρμούριζε για να σχηματίσουν μία μπάντα με τον Steve, αλλά ήταν όλα λίγο αβέβαια και μυστικά. Δεν νομίζω κανείς μας να σκεφτόταν ότι θα μπορούσε να συμβεί-συμπεριλαμβανομένου του Jim, ο οποίος ήταν τόσο ενθουσιώδης και συνεισέφερε τόσο πολύ ενέργεια στους Deep Feeling όπως πάντα. Πηγαίναμε πολύ γρήγορα και είχαμε ξεκινήσει ένα άλμπουμ. Γινόμασταν καλύτεροι κάθε ώρα και ξεχυνόμασταν στο Λονδίνο, το Μάντσεστερ, το Νιούκαστλ και το Λίβερπουλ. Ήμουν σίγουρος ότι θα είχαμε κάνει ένα χιτ με τις ηχογραφήσεις. Την άνοιξη του 1967 πήγαμε στη Γαλλία για τρείς εβδομάδες και παίξαμε σε ένα κλάμπ στην Les Sables d’Olonne. Αυτό ήταν το μέρος όπου οι Γάλλοι πήγαιναν για διακοπές, έτσι όλη η ακτή ήταν ζωντανή με νέους που έβγαιναν για να περάσουν καλά. Μία νύχτα παίξαμε σε μία μεγάλη αίθουσα χορού στην ακτή στο St. John de Mer. Ήταν ένα καλό σόου και όταν τέλειωσε πήγαμε στα καμαρίνια που ήταν κάτω από την πίστα του χορού. Ξαφνικά αντιληφθήκαμε ένα πολύ δυνατό θόρυβο σαν όλο το μέρος να κατέρρεε. Ήταν το κοινό που χτύπαγε τα πόδια στην πίστα. Ανταποκρινόμενοι επιστρέψαμε και το ρίξαμε και εμείς στην τρέλα, παίζοντας το "Satisfaction", με το στυλ του Otis Redding και καταλήξαμε με τα ντραμς σε κομμάτια. Σε αυτό το υψηλό σημείο που είχαμε βρεθεί ως γκρουπ, ο Jim ανακοίνωσε ότι έφευγε. Χωρίς αυτόν η μπάντα απλά δεν θα μπορούσε να συνεχίσει. Δεν θα ήταν το ίδιο. Ήμασταν κακόκεφοι, αλλά όχι θυμωμένοι. Αισθάνθηκα ένα αίσθημα λύπης αναμιγμένο με αναστάτωση, έχοντας φτάσει τόσο μακριά, σε τόσο χρόνο με ένα σωρό δουλειά, πολλές ελπίδες, όνειρα και απογοητεύσεις. Όλοι ευχηθήκαμε στον Jim κάθε επιτυχία και δεν τον κατηγορήσαμε που έπαιρνε την ευκαιρία της ζωής του. Όμως κάτω από όλο αυτό πιστεύω έπρεπε να αμφισβητήσουμε την πίστη του σε εμάς σαν φίλους και στην μπάντα και όλα εκείνα που είχαμε βρεί μαζί, όλο το χρόνο και τις δυσκολίες που μας έκαναν να φτάσουμε ως εκεί. Ο Luther συνέχισε για να πάει στους the VIPs-που αργότερα έγιναν Art και μετά Spooky Tooth. Από εκεί πήγε στους Mott The Hoople, ως Ariel Bender, παίζοντας σε χιτ όπως το "All The Young Dudes" και ήταν στους Stealers Wheel για κάποιο χρόνο. Ο Dave Meredith πήγε σπίτι του και πίσω στις ασφάλειες και αργότερα διηύθυνε το Dolphin Inn στο Bishampton. Ο Poli και εγώ στο μεταξύ, συνεχίσαμε να δουλεύουμε μαζί, καθώς μας είχε δοθεί μία προκαταβολή για να γράψουμε τραγούδια από την Marmalade. Ήταν ωραίο να έχουμε την ελευθερία να κάνουμε ότι μας ευχαριστούσε, όταν μας ευχαριστούσε. Θα δούλευα σε μερικούς στίχους και μετά θα πήγαινα και θα έβλεπα τον Poli, με τα πολλά του όργανα. Ήταν τόσο χαρούμενος και δημιουργικός στο πιάνο, όπως ήταν και στο βιμπράφωνο, το φλάουτο ή τα ντραμς. Ήταν μία καλή περίοδος και μας βοήθησε να συνεχίσουμε. Γράψαμε πολλά τραγούδια και ήταν ευχαρίστηση να περνάς τον χρόνο με ένα σκοπό στο μυαλό, με τον σκοπό να είναι το μόνο πράγμα που αγαπάς να κάνεις περισσότερο. Οι Traffic είχαν το πρώτο τους μεγάλο single στην Αγγλία εκείνο το καλοκαίρι, το "Hole In My Shoe", γραμμένο από τον Dave. Ήταν ένα χαζό τραγούδι, αλήθεια, μία παιδική φαντασία και δεν άρεσε στους άλλους-αλλά τους έφερε στην προσοχή γενικά του κοινού. Σε ανταπόκριση στην επιτυχία τους, εκείνο το φθινόπωρο πήραν ένα εξοχικό στο Berkshire Downs δια μέσου του Chris Blackwell.




Ήταν ενός πλούσιου τύπου που λεγόταν William Pigott Brown και δεν είχε κάποιο όνομα (η κατοικία), αλλά τους ταίριαζε όπως τα φύλλα ταιριάζουν στο δέντρο. Είχε το μυστήριο και την ατμόσφαιρα της μουσικής τους και το να είσαι εκεί ήταν μία αξέχαστη εμπειρία. Ήταν αρχικά δύο εξοχικά, τώρα με ξεχωριστά πάνω δωμάτια. Επομένως είχε δύο σκάλες και για να πας από την μία πλευρά στην άλλη έπρεπε να κατέβεις τη μία σκάλα να μετακινηθείς στο επίπεδο του εδάφους και μετά να ανέβεις τις σκάλες στην άλλη πλευρά. Ήταν ένα σπίτι που δεν κοιμόταν, στο οποίο η μουσική ακουγόταν σχεδόν συνεχόμενα. Έξω από το εξοχικό που βρισκόταν σε μία πλαγιά, είχαν χτισμένη μία μεγάλη περιοχή, την οποία χρησιμοποιούσαν σαν σκηνή και θα έπαιζαν όλη μέρα και όλη νύχτα. Οι επισκέπτες κάθονταν και η δυνατή μουσική στριφογύριζε πάνω από τα χωράφια με τα καλαμπόκια, για να ακουστεί μόνο το χάραμα από τα άλογα και τους αναβάτες τους από το κοντινό Aston Tyrrold. Ο Albert Heaton, roadie των Traffic, ξόδεψε περισσότερο χρόνο μόνος στο εξοχικό από οποιονδήποτε άλλο. Ήταν ένας σκληρός Βόρειος από το Carlisle, που δεν φοβόταν εύκολα, αλλά ήταν πεπεισμένος ότι υπήρχε ένα φάντασμα εκεί. Το ονόμαζε Harry Tibbets και μπορώ ακόμα να τον βλέπω να του φωνάζει θυμωμένα μέσα στην καμινάδα, όπου νόμιζε ότι κατοικούσε, ενώ στοίβαζε κούτσουρα που έβγαζαν τεράστιες φλόγες (μία τέτοια είναι στο εξώφυλλο του δίσκου Mr Fantasy, με τον Paul Medcalf, έναν καλλιτέχνη φίλο της μπάντας, ντυμένο σαν κουκλοπαίχτης με τα χέρια της κούκλας να παίζουν μία κιθάρα). Σε μία περίσταση ο Chris είχε διακοσμήσει το δωμάτιό του και είχε βάψει το πάτωμα λαμπερό πράσινο. Καθώς υπήρχε μονάχα μία είσοδος είχε αρχίσει από την μακρινή γωνία του δωματίου και τελείωσε στην πόρτα, που τότε ήταν κλειστή με μία ταμπέλα που έλεγε προσοχή βαμμένο απ'έξω. Την επομένη μέρα πατημασιές βρέθηκαν στο βαμμένο πηγαίνοντας από την πόρτα στην γωνία, αλλά χωρίς να επιστρέφουν στην πόρτα. Μετά από μία συζήτηση γεμάτη θεωρίες, δεν μπορούσε να βρεθεί εξήγηση. Αυτά, και θα πρόσθετα ότι έμεινα εκεί συχνά και ποτέ μου δεν αισθάνθηκα κάτι το ασυνήθιστο. Πολλά μακρά απογεύματα περάσαμε καθισμένοι μπροστά από την φωτιά εκεί στα τέλη του 1967. Οι ιδέες αφθονούσαν σε πολλές συζητήσεις καθώς ακούγαμε να παίζουν οι Jefferson Airplane, ο Lou Rawls, ο Jimmy Reed, ο Roland Kirk, ο Bob Dylan, ο Van Morrison και οι Doors ή ίσως κάτι κλασικό, ενώ ο αέρας ούρλιαζε μέσα από τα λάθος τοποθετημένα παράθυρα. Πάντοτε σκέφτομαι πόσο υπέροχα ήταν-και να βρίσκομαι εκεί μέσα στην παρέα του Steve, του Jim, του Chris και (όταν ήταν εκεί) του Dave ήταν επίσης πολύ ιδιαίτερο. Υπήρχαν πολλά και μακροσκελή τζαμ, όταν η συνεχόμενη μουσική είχε δική της ζωή, όπως η φωτιά που διατηρείται από τους ανθρώπους που έρχονται και φεύγουν. Όταν ο Chris άφηνε το σαξόφωνο για να φτιάξει τσάι, η κιθάρα ή το Hammond θα άρχιζε και θα άλλαζε η διάθεση. Όταν δεν καθόταν κανείς στα ντραμς, κάποιος θα έπαιρνε τις μπαγκέτες και θα έπαιζε, το ίδιο με την κιθάρα και το μπάσο-και φυσικά το ζωτικό στοιχείο των Traffic, τα κρουστά: κόνγκα, μαράκες, ταμπουρίνο και timbale. Οι επισκέπτες μας συνόδευαν, ο καθένας θα μπορούσε να τζαμάρει. Πολλές ιδέες ήρθαν από εκείνα τα τζαμ, που οδήγησαν σε μία μόδα με πολλές άλλες μπάντες.

Gordon Jackson - When You Are Small (1969)


Περιστασιακά οδηγούσα για τους Traffic. Σε μία τέτοια περίσταση είχαμε βρεθεί στην Κορνουάλλη και πήγαινα τον Steve, τον Jim, και τον Chris πίσω στο Λονδίνο μέσα στη νύχτα. Περάσαμε το Stonehenge καθώς έπεφτε το δειλινό και σταμάτησα το αμάξι. Εκείνες τις μέρες δεν υπήρχαν ούτε φράχτες, ούτε μαγαζιά ή εισητήρια ή φύλακες-απλά περπατήσαμε προς το μνημείο και απολαύσαμε την δύση του ηλίου και αισθανόμασταν τόσο πλεονεκτικά που είχαμε την ευκαιρία να το δούμε αυτό. Μία άλλη φορά οδήγησα το βαν τους, που ήταν γνωστό με την τρυφερή ονομασία 'Big Pink', στην Δανία και στην Σουηδία. Αυτό απαιτούσε πολλές ώρες στον δρόμο. Μετά το τελευταίο σόου ήμασταν για να πάρουμε το φέρρυ στο Esbjerg, αλλά φτάσαμε την ώρα που είχε σαλπάρει. Ήταν το μοναδικό που θα μας πήγαινε στην ώρα μας σπίτι για το φεστιβάλ Reading Jazz, έτσι δεν είχαμε επιλογή από το να οδηγήσουμε διαμέσου Γερμανίας και Ολλανδίας στο Hook, όπου καταφέραμε να πάρουμε ένα πλοίο και φτάσαμε ακριβώς στην ώρα μας για την παράσταση. Το 'Big Pink' είχε ένα συνήθειο να κολλάει στο λασπώδες μονοπάτι που οδηγούσε στο εξοχικό, που σημαίνει ότι περπατούσαμε μέσα στα χωράφια με οποιοδήποτε καιρό, μερικές φορές με πυκνό χιόνι στο καταφύγιο και στην ζεστασιά του εξοχικού. Την άνοιξη του '68 προσωπικά μετακόμισα σε ένα παλιό ξύλινο σπιτάκι που είχε απίστευτη θέα στην κοιλάδα του ποταμού Teme, όπου θα πέρναγα τις μέρες μου ακούγοντας Bach ή Brahms ή Kodaly ή κλασική Ισπανική κιθάρα από τον Narciso Yepes και συζητώντας με φίλους μου. Ο κολλητός μου λεγόταν Nobby Clark, ο οποίος δεν έκανε αλήθεια τόσο πολλά, δεν έπαιζε τίποτα, απλά άκουγε χρησιμοποιώντας τις λέξεις με φειδώ, αλλά πάντα εύστοχα και με σοφία. Απλώς ήταν εκεί, σαν τον αέρα που αναπνέαμε, άνετος, σοφός και αληθινός. Ακόμα ένας ήταν ο Dickie Moule, ο οποίος ξόδεψε τα χρόνια του μελετώντας πολλαπλά θέματα και γράφοντας αρκετά βιβλία στον ίδιο χρόνο, όλα ατελείωτα. Ήταν αξιοθαύμαστος χαρακτήρας, πάντα ρωτώντας, πάντοτε δημιουργώντας μία συζήτηση. Μπορείς να τον δείς να χαλαρώνει στο οπισθόφυλλο του Thinking Back. Άλλοι συχνοί επισκέπτες αργά την νύχτα ήταν οι Jim Capaldi, Dave Mason και Chris Wood. Ο Chris ήταν ένα αγαπητό πρόσωπο, ευγενικός και στοργικός, διασκεδαστικός, ενδιαφέρων και τόσο δημιουργικός. Η μουσική του ήταν εμπνευσμένη, μία απόλυτη έκφραση της καρδιάς του. Σπούδασε οτιδήποτε ασυνήθιστο ή μυστηριώδες όπως τις ley lines, τις standing stones, αστρολογία, φολκλόρ και παραδοσιακή μουσική. Θα αγόραζε χάρτες και θα έφευγε να βρει μέρη όπως το Rollright Stones  και το Avebury και πάντα είχε κάτι ενδιαφέρον να πει. Αγαπούσε τη ζωή και την έζησε γρήγορα, του άρεσε να "φτιάχνεται" και επηρεαζόταν εύκολα στο να παίρνει οτιδήποτε, εμπιστευόμενος εκείνους που δεν θα έπρεπε να εμπιστεύεται. Πέθανε τόσο πολύ νέος. Επίσης πέρναγα πολύ χρόνο στο Λονδίνο παρακολουθώντας sessions και συναντήσεις. Οι Traffic, αν και χρησιμοποιούσαν ακόμα πολύ το εξοχικό, είχαν όλοι βρεί τα δικά τους σπίτια και είχαν εγκατασταθεί εκεί με τις κυρίες τους. Ο Jim πάντα με άφηνε να χρησιμοποιώ το επάνω διαμέρισμα που μοιραζόταν με τον Jimmy Miller στον Cromwell Road. Το να βρίσκομαι εκεί ήταν πάντα πολύ ιδιαίτερο-αισθανόμουν σαν το σπίτι μου. Το διαμέρισμα ήταν το ένα από τα δύο του επάνω ορόφου. Υπήρχε ένα ασανσέρ που εξυπηρετούσε και τους δύο. Αν άνοιγες την πόρτα από τη μία πλευρά έμπαινες στο μέρος του Jim  και αν άνοιγες από την άλλη έμπαινες στο μέρος του Jimmy Miller. Αν και οι δύο άνοιγαν θα μπορούσες να περπατήσεις από το ένα διαμέρισμα στο άλλο. Τότε έκανε παραγωγή στους Traffic και στους Rolling Stones επίσης, έτσι συχνά η πόρτα του ασανσέρ θα άνοιγε και άνθρωποι όπως ο Mick Jagger θα έμπαιναν μέσα θα κάθονταν, θα μιλούσαν. Θυμάμαι να οδηγώ προς τα εκεί μία νύχτα φτιαγμένος. Συνειδητοποίησα την κατάστασή μου όταν κοίταξα το ταξί που σταμάτησε δίπλα μου και μέσα στα φώτα είδα ότι ο οδηγός ήταν...βάτραχος. Όταν πήγα στο διαμέρισμα ο Mick ήταν εκεί με τον Jimmy, αλλά δεν ήμουν και στα καλά μου για να μετέχω στη συζήτηση, έτσι απλά κάθησα ήσυχα, προσπαθώντας να μην σωριαστώ. Πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν το ρόλο που παίζει ο παραγωγός στην δημιουργία μέρους της μουσικής, αλλά (έχοντας κάτσει σε τόσα sessions) μπορώ να διαβεβαιώσω οποιονδήποτε που έχει αμφιβολίες ότι ο ρόλος του είναι ουσιαστικός. Ο Jimmy ήταν ένας ψηλός και όμορφος Αμερικανός που είχε το χάρισμα να χαλαρώνει οποιονδήποτε ερχόταν σε επαφή. Δημιουργούσε έναν αέρα εμπιστοσύνης, που επέτρεπε στον καθένα να δώσει τα καλύτερά του και ήξερε ακριβώς την στιγμή που τα καλύτερα συνέβαιναν. Μιά φορά στο στούντιο όταν οι Traffic ηχογραφούσαν το "No Face, No Name, No Number", ήρθε ο καιρός να ηχογραφήσει την φωνή του Steve-αλλά ο Steve είχε άσχημη γρίπη και ήταν για να φύγει για το σπίτι του. Ο Jimmy πρόβλεψε να τον πείσει να κάνει μία δοκιμή. Αυτή ήταν μία από τις πιό συναισθηματικές ερμηνείες που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ, με την φωνή του Steve να βγάζει ότι εμφανίζεται να είναι απόλυτη λύπη και πόνος καρδιάς. Ο Jimmy έπαιξε επίσης ουσιαστικό ρόλο στο γράψιμο των στίχων στο "Medicated Goo", ανάμεσα σε άλλα. Είχε ταλέντο στο να εξάγει τα καλύτερα από τους ανθρώπους. Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν στο Hammersmith Odeon την νύχτα της πρώτης σόλο εμφάνισης του Steve. Σύντομα μετά από αυτό, έφυγε και δυστυχώς χαθήκαμε. Μετά από ένα χρόνο ή κάτι τέτοιο, ο Poli και εγώ απογοητευτήκαμε περιμένοντας να συμβούν κάποια πράγματα και χωριστήκαμε. Επομένως ο Giorgio πρότεινε ο Poli να πάει στους the Blossom Toes στα ντράμς ενώ εγώ να ηχογραφήσω ένα σόλο άλμπουμ στην Marmalade, με παραγωγό τον Dave, για το οποίο θα έγραφα ολοκαίνουρια κομμάτια. Έχοντας παίξει για πολλά χρόνια σε μπάντες, είχα τώρα πλήρη έλεγχο της μοίρας μου, πράγμα καταπληκτικό-αλλά επίσης σήμαινε ότι έπρεπε να παίξω live. Η πρώτη σόλο εμφάνισή μου ήταν ως μέρος της προβολής της Marmalade στο θέατρο Paris Olympia την 22 Απριλίου του 1968, μαζί με τους the Blossom Toes, τον Gary Farr και τον Kevin Westlake, τον Chris Barber, τον Brian Auger και την Julie Driscoll. Πήδηξα πίσω και τα νεύρα μου τεντώθηκαν διπλά, όταν ο Kevin και ο Gary γιουχαρίστηκαν αμέσως πριν έρθει η σειρά μου να συνεχίσω. Δεν ήταν δικό τους το λάθος, πρέπει να προσθέσω-ήταν λαμπροί καλλιτέχνες, αλλά είπαν αργά, συναισθηματικά τραγούδια, ενώ το κοινό είχε ενθουσιαστεί και ήθελε άλλα πράγματα. Μην έχοντας μπάντα, οι Blossoms με τον Poli στα ντράμς προσφέρθηκαν να με συνοδεύσουν. Έκαναν καλή δουλειά και τα πήγα πολύ καλά. Μετά από αυτό αισθάνθηκα σαν να ονειρευόμουν ότι έπεφτα από ένα βράχο και ξύπναγα μόλις πριν χτυπήσω στο έδαφος. Κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν καλά μετά από αυτό. Η άλλη διαρκής μου ανάμνηση αυτού του ταξιδιού είναι που γύριζα στους δρόμους του Παρισιού στο πίσω μέρος ενός φορτηγού ως μπάντα του Chris Barber, παίζοντας τζαζ για να προβάλω το σόου. Πεπεισμένος ότι θα προχωρούσα σόλο, άρχισα να εμφανίζομαι σε κλάμπ στα Midlands, συμπεριλαμβανομένου του Mothers στο Μπέρμιγχαμ και το στυλ μου αναγνωριζόταν πιά ως folk-rock, επηρεασμένου από τον Tim Buckley, τον Tim Hardin και άλλους. Σε αυτό τον χρόνο με σύστησαν σε έναν κιθαρίστα από το Wolverley που λεγόταν Robbie Blunt, ο οποίος έγινε στενός μου φίλος. Παίζαμε σχεδόν κάθε βράδυ μουσική και με βοήθησε να βελτιώσω τα τραγούδια μου. Καθώς εξελίσσονταν άρχισα να τα ηχογραφώ στο Λονδίνο. Η πρώτη μου κυκλοφορία ήταν ένα single, "Me And My Dog / A Day At The Cottage", που ήρθε και έφυγε τον Μάιο του 1968. Στην δισκογραφική η Α' πλευρά μετονομάστηκε σε ‘Me Am My Zoo’, για κάποιο λόγο. Η Β' πλευρά ήταν μία κυκλοφορία έντασης για την ζωή γενικότερα, γραμμένη  στο εξοχικό των Traffic. Τα sessions για το άλμπουμ μου έπρεπε να χωρέσουν ανάμεσα στο βαρύ πρόγραμμα των Traffic, το οποίο φυσικά σήμαινε προσεκτικό σχεδιασμό και έγκαιρη ενημέρωση-αλλά το τεράστιο πλεονέκτημα ήταν ότι οι υπόλοιποι στους Traffic ήταν επίσης ελεύθεροι και έτοιμοι να ανταποκριθούν όταν χρειαζόταν.

Gordon Jackson - Me And My Dog (1969)


Το στυλ τους είχε αναπτυχθεί τρομερά με το να παίζουν μαζί, πράγμα που ήταν τόσο καλό, καθώς είχαμε λίγο χρόνο να δουλέψουμε σε συνθέσεις. Είχα μία καλή ιδέα του πώς ήθελα να παιχτούν τα τραγούδια και δούλεψα μαζί τους τις ιδέες μου μέχρι το σημείο που θα αποφάσιζαν τι έπρεπε να παίξουν. Θα κάναμε μερικές επαναλήψεις και θα επιλέγαμε την καλύτερη, μετά την οποία μερικές τελικές πινελιές θα προστίθεντο. Με τόσο λίγο χρόνο το ολοκληρωμένο προιόν δεν ήταν πάντοτε ολόσωστο, αλλά επιλεγόταν για την γενική του αίσθηση. Μερικές αξιομνημόνευτες παραστάσεις καταγράφηκαν, όπως το σοπράνο σαξόφωνο του Chris στο "Snakes & Ladders". Του ζήτησα να προσπαθήσει να εκφράσει μία μεγάλη σειρά περνώντας αργά και μεγαλειωδώς με μεγαλοπρέπεια και χάρη. Το έκανε μόλις με τέσσερις νότες. Όλη η συνεισφορά του στο άλμπουμ ήταν η ίδια-μικρά διαμάντια, μερικές φορές ακατέργαστα, αλλά όλα να λαμπυρίζουν. Ο Jim King, που έπαιζε στους Family, πρόσθεσε σαξόφωνο σε άλλα δύο τραγούδια, μετά από τα οποία εξαφανίστηκε, χωρίς να τον ξαναδώ ποτέ. Άλλοι μουσικοί που συνεισέφεραν ήταν οι Ric Grech, Reg King, Julie Driscoll, Brian Auger, Poli Palmer, Luther Grosvenor και ο Remi Kabaka. Τα sessions είχαν πλάκα αλλά ήταν πολύ εκνευριστικό να έχεις τόσους μουσικούς στο line up και μετά να ψάχνεις να βρείς χρόνο στο στούντιο. Ποτέ δεν ήξερα ποιός θα εμφανιζόταν, θα περίμενα και θα έβλεπα. Ήμουν εκτός εαυτού σε πολλές περιπτώσεις. Καθώς τα sessions συνήθως αργούσαν, άλλοι άνθρωποι έφθαναν μετά τις εμφανίσεις τους και έμπαιναν στο σχήμα μας όπου μπορούσε ο καθένας. Το αποτέλεσμα περιλαμβάνει μερικές μαγικές στιγμές που πάντα θα λατρεύω, αλλά ακούγοντας το τώρα αισθάνομαι αμηχανία και έκπληξη. Το άλμπουμ είναι απλοικό σε μέρη, αλλά απόλυτα καινοτόμο για την εποχή του. Αυτή η λεπτομέρεια κολλάει στο μυαλό μου: ένα απόγευμα ηχογραφούσαμε ένα τραγούδι το "Me & My Dog", με τους Traffic να παίζουν με τον δικό τους συνήθη funky τρόπο. Μετά το session ο Dave πήγε να δει τον Paul McCartney και του έπαιξε πρόχειρα αυτό το κομμάτι. Κάποτε μετά από αυτό, μου είπε ότι ο Paul του είχε πει ότι είχε πάρει την ιδέα για το πώς θα τέλειωνε το "Hey Jude" από την ψαλμωδία στο τέλος του τραγουδιού μου. Επίσης θυμάμαι να επισκεπτόμαστε με τον Dave το σπίτι του Paul στο St. John’s Wood το φθινόπωρο του 1967.



Αυτός κάθησε στο πιάνο, έπαιξε το "The Fool On The Hill" και το "Your Mother Should Know" και μετά μας ρώτησε τι σκεφτόμασταν. Τι λες σε μία τέτοια στιγμή; Θυμάμαι τα τασάκια του γεμάτα με αποξηραμένη λεβάντα, ώστε όταν έσβηνες το τσιγάρο σου μία υπέροχη μυρωδιά απλωνόταν στο χώρο. Σχεδίασα το εξώφυλλο του άλμπουμ μου (που δείχνει την κόρη μου Cherie να κλαίει για κάτι) και επίσης πήρα κι έβαλα τις περισσότερες φωτογραφίες στο οπισθόφυλλο. Το ονόμασα Thinking Back επειδή είχα τόσο ευτυχισμένη παιδική ηλικία και πάντα σκεφτόμουν πολύ το παρελθόν. Προχώρησε με δυσκολία το Ιούλιο του 1969, μόλις πριν η Polydor τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια της Marmalade και δεν του δόθηκε ευκαιρία. Νομίζω 2000 κόπιες τυπώθηκαν, αλλά δεν πήγαν πολύ μακριά. Δεν υπήρξε προώθηση ή δημοσιότητα (αν και ο John Peel του έδωσε μερικές ευκαιρίες)-και μετά μία μέρα ο Giorgio απλά εξαφανίστηκε. Η προκαταβολή μου κόπηκε...νύχτα και έμεινα έτσι. Κανείς δεν μου είπε τίποτα. Μετά την κυκλοφορία του συνέχισα να έχω στενή επαφή με τον Jim και τα άλλα μέλη των Traffic, οι οποίοι πέρναγαν από τις δικές τους αλλαγές. Συγκεκριμένα η σχέση μεταξύ του Steve και του Dave γινόταν ολοένα και πιό έντονη. Ο Dave ήθελε κάθε νότα να παίζεται με τον δικό του τρόπο και αντιμετώπιζε τους υπολοίπους σαν session μουσικούς. Σε μία περίπτωση στα στούντιο Morgan ο Steve πρόσθετε πιάνο σε κάτι όταν ο Dave ξέσπασε λέγοντας "Όχι, όχι έτσι Steve- πηγαίνει κάπως έτσι". Ο Steve απάντησε "Νομίζω πρέπει να το παίξεις μόνος σου αυτό το μέρος Dave" και αποχώρησε. Όταν κάποιος σαν τον Steve κάθεται στο πιάνο, η μαγεία ρέει σαν ρεύμα αέρα στο βουνό. Το να διακόψεις είναι ανοησία. Ο Dave όπως έπρεπε, άφησε την μπάντα και οι Traffic έγιναν τρίο. Δεν χωράει αμφιβολία σε εμένα ότι εκείνοι ήταν οι Traffic στα καλύτερά τους. Ο Steve θα καθόταν στο Hammond, και θα τραγουδούσε όπως μόνο αυτός μπορούσε. Περιστασιακά θα έπαιζε πολύ εντυπωσιακά κιθάρα, όπως στο "Dear Mr. Fantasy". Ο Chris πάντα έπαιζε με την καρδιά του. Ένας απίστευτος σαξοφωνίστας και παίκτης φλάουτο, έπαιζε επίσης keyboards, μπάσο και κρουστά. Νομίζω είναι ένας από τους ελάχιστους αλήθεια μεγάλους μουσικούς που έχουν ξεπεταχτεί από το rock and roll. Και ο Jim ήταν πίσω από τα ντραμς και τραγουδούσε, όπως επίσης έκανε το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας στη σκηνή με το κοινό. Έπρεπε να δουλεύει σκληρά, κάτι που ήξερε τόσο καλά, αλλά τα κατάφερνε. Αυτή η βερσιόν των Traffic ήταν θαυμάσια. Ακούστε το "Blind Man" και το "Feeling Good" και ξέρω ότι θα συμφωνήσετε. Ενώ οι Traffic έκαναν περιοδεία στην Αμερική, πήγα σαν σόλο καλλιτέχνης, συνοδευόμενος από τον Dik Cadbury στην κιθάρα και τον Mooney Mezzone στα ντραμς. Παίξαμε σε κολλέγια και κλάμπ του Μπέρμιγχαμ χωρίς τόση επιτυχία και τελικά συμφωνήσαμε να σταματήσουμε. Πήγα στην Ισπανία για να ζήσω για μερικούς μήνες, μετά επέστρεψα αποφασισμένος να κάνω κάτι άλλο πέρα από την μουσική. Άνοιξα ένα μαγαζί στο Worcester φτιάχνοντας και πουλώντας ρούχα, όπως επίσης επέστρεψα στο μπαρ Elbow Room αυτή την φορά ως DJ. Αλλά δεν ήταν το ίδιο. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ήξερα ήταν έξω παίζοντας και σύντομα το μέρος γέμισε με άμουσους τύπους που απώθησαν τους οξυδερκείς ακροατές. Συνέχισα ξανά και άρχισα να δουλεύω σε εκκλησίες που επισκευάζονταν και έμαθα να περπατάω σε μαδέρια 15 μέτρα πάνω από το έδαφος. Ξαφνικά αυτή ήταν η ζωή μου, αλλά όχι όπως την ήξερα. Πρακτικά όλα τα χρόνια μου είχαν περάσει γράφοντας μουσική και παίζοντας, αλλά τώρα το όνειρο είχε τελειώσει, το πάρτυ είχε τελειώσει. Το να ευθυγραμμιστώ με αυτό ήταν σκληρό, το να μαθαίνω νέες επιδεξιότητες όμως ουσιαστικό. Όταν άρχισα την δουλειά με τις εκκλησίες ήξερα λίγα και αυτό είχε σηματοδοτήσει το τέλος της μουσικής μου καριέρας. Πάντα σκεφτόμουν να γυρίσω πίσω σε αυτό. Οι ροκάδες δεν μοιάζει να είναι ικανοί να κάτσουν μακριά από την μουσική τους. Υπάρχει ένα κενό που τους κάνει να συνεχίζουν να ψάχνουν, να θέλουν περισσότερα. Για να απασχολήσω το μυαλό μου και το σώμα μου αποφάσισα να μάθω κηπουρική, πράγμα που πάντα αγαπούσα. Όταν της κοπέλας μου της προσφέρθηκε δουλειά στο σπίτι του Steve Winwood, εγώ φυσικά πήγαινα για να βρίσκομαι μαζί της όσο συχνότερα μπορούσα. Ήθελα να φανώ χρήσιμος, έτσι άρχισα να βοηθάω στον κήπο, πράγμα που οδήγησε σε μία full-time δουλειά που κράτησε 23 χρόνια. Έπρεπε να μάθω γρήγορα για τα φυτά, το χώμα, τα εργαλεία και τις μηχανές, τα άλογα, τις κατσίκες κλπ. Ο Steve απλά ήθελε ένα όμορφο μέρος. Μου επέτρεψε να γίνω δημιουργικός και με ενθάρρυνε να μάθω με ένα τεράστιο ρεύμα από ιδέες και ενδιαφέροντα που ήθελε να γίνουν πράξη. Με καλωσόρισε στο σπίτι του, πράγμα για το οποίο πάντα θα είμαι ευγνώμων και το να δουλεύω στον κήπο, περιτριγυρισμένος από το ανώτερο πνεύμα που γέμιζε τον αέρα ενώ δημιουργείτο η μουσική, δεν μπορεί να περιγραφεί.




Μία καλοκαιρινή ημέρα με όλες τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά η μουσική θα περιπλανιόταν συμπληρώνοντας το κελάηδισμα των πουλιών και την γλυκιά ευωδιά των λουλουδιών. Κατά τα διαλείμματα μουσικοί θα τριγύριζαν στον κήπο για να μιλήσουν μαζί μου και μερικές υπέροχες συζητήσεις έλαβαν χώρα. Σε μία περίσταση ο αναντικατάστατος Viv Stanshall πλησίασε με ένα τεράστιο μαχαίρι, θέλοντας να φτιάξει ένα ήχο σαν αποκεφαλισμό. Δοκιμάσαμε διάφορα πράγματα, όπως κοκκινογούλια και κολοκύθια, πριν καταλήξουμε σε ένα μεγάλο ρεπάνι. Άλλη φορά στεκόμουν σε ένα καροτσάκι κλαδεύοντας ένα ψηλό ίταμο (φυτό). Το επόμενο πράγμα ήταν ο Viv να μου τραβάει τα ρούχα με ένα χαρτί στο χέρι γεμάτο βιαστικά σκίτσα και γράμματα, όπως μόνο αυτός ήξερε να κάνει. "Μόλις έγραψα ένα τραγούδι για σένα να στέκεσαι στο καρότσι" μου είπε. "Ποτέ δεν ξαναείδα κάτι τέτοιο". Βρήκε το δρόμο του για το Men Opening Umbrellas Ahead, που την παραγωγή έκανε ο Steve. Ο Viv ήταν ένας τραγικός και αυτοκαταστροφικός άντρας, που ζούσε και αγαπούσε επίμονα μέσα σε ένα κόσμο που δεν τον καταλάβαινε. Κάτω από την πολύπλοκη εξωτερική εικόνα του υπήρχε μία ζεστή ψυχή τόσο ευαίσθητη που έπρεπε να προστατευτεί, κρυμμένη από τους περισσότερους εκτός ελαχίστων. Όπως γίνεται με όλους όσους αγαπάς, θέλεις να τους σώσεις από το κακό, να τους προστατεύσεις και να τους συμβουλεύσεις. Αλλά ήταν απαξιωτικός για να κάνει φιλία όταν αυτή ήταν ότι του χρειαζόταν περισσότερο. Αν και φώναζε για βοήθεια, θα απέρριπτε όσους θα τον βοηθούσαν περισσότερο. Ο Viv που ήξερα πήρε την εξάχρονη κόρη μου Lucy για βόλτες και έπλαθε μαγικές ιστορίες, ντυμένος σαν μάγος με το μακρύ του μούσι δεμένο κόμπο. Εμπιστευόταν την οικογένειά μου και ερχόταν σε εμάς για άσυλο, αλλά ο τρόπος του θα ήταν αλλόκοτος και ενοχλητικός. Την τελευταία φορά που είχα νέα του, τον απέτρεψα από το να με επισκεφθεί, επειδή δεν μπορούσα να προβλέψω την συμπεριφορά του και δεν είχα χρόνο να τον παρακολουθώ. Αυτό με στοιχειώνει τώρα, γιατί αν και ξέρω πως δεν θα μπορούσα να αλλάξω τα πράγματα, τουλάχιστον έπρεπε να προσπαθήσω. Σε ευχαριστώ Viv-ο Θεός να σε ευλογεί όπου κι αν βρίσκεσαι.

Gordon Jackson - My Ship, My Star (1969)


Όσο για τον Steve, αυτός και εγώ είχαμε πολλά κοινά. Την μουσική, τους φίλους, την πολιτική, την θρησκεία, την αγάπη στα ζώα, στη φύση, στο ποδόσφαιρο, στη μπύρα και στα κουβανέζικα τσιγάρα. Αλλά αν ψάχνετε για μία νέα εικόνα στη ζωή του, λίγα έχω να προσθέσω σε αυτά που είναι γενικώς γνωστά. Η εμπειρία μου των πάνω από τριάντα χρόνια φιλίας μαζί του με οδήγησε να λέω αυτό: Ο Steve είναι η μουσική του και η μουσική του σας αρέσει δεν σας αρέσει, είναι αγνή, τίμια, εμπνευσμένη. Δεν μου αρέσει κάθε τι που έχει ηχογραφήσει, αλλά κάθε τι είναι μέσα από την καρδιά του. Είναι αξιαγάπητος σύζυγος, πατέρας και αδελφός που διάγει μία ενεργή κοινωνική ζωή, κι όμως καταφέρνει να δουλεύει με την μουσική του καθημερινά. Το να παίζεις μαζί του είναι κάτι μαγικό-είναι δύσκολο να κάνεις λάθος, οδηγείσαι μέσα στην μουσική και κρατιέσαι εκεί με κάποιο τρόπο, σαν να είσαι μέσα σε μία δίνη. Η νοσταλγία μου να επιστρέψω στο να γράφω, στο να παίζω και να τραγουδάω έχει μερικώς ικανοποιηθεί ακολουθώντας την καριέρα του. Ακούγοντας την μουσική του μέσα από όλα τα στάδια δημιουργίας της, βλέποντάς τον να εξασκείται, παρακολουθώντας τον να παίζει και μετά μιλώντας γι'αυτό ενώ βγάζουμε βόλτα τα σκυλιά την επομένη είναι αληθινό πλεονέκτημα. Κοιτάζοντας πίσω όλες αυτές τις εμπειρίες, μοιάζουν όλα σαν να ήταν χθες. Ο Roger Daltrey τραγούδησε "hope I die before I get old” στο "My Generation". Είναι μία απερίσκεπτη νεανική δήλωση φυσικά-αλλά πιστεύω σε αυτή με όλη μου την καρδιά, επειδή είσαι τόσο γέρος όσο αισθάνεσαι και η μουσική με έχει κρατήσει πάντα νέο μέσα μου. Ακόμα αισθάνομαι ένα ρίγος κάθε φορά που ακούω το "Whole Lotta Shakin' Goin' On" και ελπίζω να το αισθάνομαι όσο ακόμη ζω.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διαβάστε/Ακούστε επίσης