Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2019



DAMNATION OF ADAM BLESSING 



Earthy Hard Rock




Είχαν ό,τι οι περισσότερες επιτυχημένες μπάντες στον καιρό τους και νομίζω πολύ περισσότερα. Μία τρομερή μουσικότητα, έναν lead singer που θα ζήλευαν πολλές γνωστές μπάντες και ένα δημιουργικό τρόπο για να μεταχειριστούν ένα θέμα από hard rock / metal τόνο μέχρι ψυχεδέλεια. Έβγαλαν τέσσερα άλμπουμ που ελάχιστα αναγνωρίστηκαν. Το όνομά τους προέκυψε από τον τίτλο ενός μυθιστορήματος της  Marijane Meaker, στο οποίο χρησιμοποιεί το όνομα Vin Packer.




Παρακάτω θα πάρουμε μία εικόνα (οπτικά και ακουστικά) από την δουλειά που άφησαν.


ALBUM BY ALBUM


Damnation Of Adam Blessing (United Artists UAS 6738) 3/70



Αυτό το πρώτο τους άλμπουμ μοιάζει περισσότερο σαν να προσπαθούν να συστηθούν, παρά σαν ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. Τα φωνητικά του Adam Blessing βρίσκονται ανάμεσα στα καλύτερα στο γένος της hard rock, ευέλικτα, δυναμικά και γεμάτα αληθινό πάθος. Τα ορίτζιναλ τρακς εδώ είναι απλά καλά και μία διασκευή του "Morning Dew" προσελκύει την προσοχή μας. Προσωπικά προτιμώ αυτήν την ερμηνεία, από αυτήν του Rod Stewart. To στυλ της παραγωγής τους ταιριάζει πολύ. Είναι hard, αλλά δεν θυμίζει καθόλου heavy metal.

Morning Dew (1970)



Εδώ έχουμε το είδος ενός άγνωστου γκρουπ που πολύς κόσμος θα επαινούσε, αν κατά λάθος έπεφτε πάνω τους. Υπάρχει αρκετό υλικό που αρέσει σίγουρα. Ο Bill Constable είναι ένας καλός τραγουδιστής και η κιθαριστική δουλειά καθ'όλη την διάρκεια εντυπωσιακή. Το "Cookbook", το "Le Voyage" και το "Hold On" είναι συναρπαστικά rock θέματα,

Cookbook (1970) 



το "You Don't Love Me" είναι ένα παραμορφωμένο, καθηλωτικό R&B, το "Strings And Things" και το "Dreams" έχουν μία διαστημική pop αρμονία,

Dreams (1970)

το "Last Train to Clarksville" είναι μία ευχάριστη διασκευή και το κομμάτι που κλείνει "Lonely" έχει μία χαλαρή, jazzy αίσθηση. Προσωπικά είναι η αδυναμία μου από το πρώτο LP τους.

Lonely (1970)



Damnation of Adam Blessing


The Second Damnation (United Artists UAS 6773) 10/70



Εδώ φτάνουν στην κορύφωσή τους, μιλάμε για ένα από τα μεγάλα hard rock άλμπουμ όλων των εποχών. Η εμφάνιση της μπάντας και η τραγουδοποιία ταιριάζουν στην ποιότητα των φωνητικών και η παραγωγή επίσης ταιριάζει 100% στις δυνάμεις του γκρουπ. Τα κιθαριστικά μέρη που σε αιχμαλωτίζουν, τα κρουστά και τα φωνητικά, όλα αστράφτουν και λάμπουν. Η πρώτη πλευρά είναι όλη με ένα κι ένα κομμάτια, κλείνοντας με το αριστούργημα "Back to the River", ένα τραγούδι με τέλεια σόλο κιθάρας και τέλεια φωνητικά.

Back to the River (1970)



Η δεύτερη πλευρά δεν είναι του ίδιου επιπέδου, τελειώνοντας με δύο τραγούδια μεγάλα σε μέγεθος που είναι απλά καλά. Όμως σαν σύνολο αυτός ο δεύτερος δίσκος τους ως follow up, είναι η επιτομή του hard psych πεδίου.

No Way (1970)



Μία μεγάλη βελτίωση από το ντεμπούτο τους, συνδυάζοντας τόνους από τα τέλη της δεκαετίας του '60 με heavy rock συνθέσεις των αρχών των '70ς. Τα κομμάτια είναι ευχάριστα μικρά και δυναμικά και συχνά συνοδεύονται από ευχάριστα αρμονικές χορωδίες. Το "Everyone" μαζί με το "Back to the River" είναι τα highlights, αλλά η ποιότητα επιμένει καθ'όλη την διάρκεια του άλμπουμ.

Everyone (1970)



The Second Damnation

Which Is the Justice, Which Is the Thief? (United Artists UAS-5533) 1971




Το τρίτο τους άλμπουμ είναι πολύ αγνοημένο από τους συλλέκτες, ίσως επειδή οι φιλόδοξες απόψεις της παραγωγής το έδιωξαν μακριά από τις επιτυχημένες hard rock ρίζες του γκρουπ, αλλά νομίζω είναι πολύ ενδιαφέρον και συχνά πολύ επιτυχημένο, πολύ καλύτερο από το ντεμπούτο τους και αν ακούσετε προσεκτικά είναι σχεδόν όσο καλό είναι και το δεύτερο άλμπουμ τους.

Fingers On A Windmill (1971)


Η επέλαση των πνευστών και των εγχόρδων (από την συμφωνική ορχήστρα του Κλήβελαντ) στο πρώτο κομμάτι "Fingers on a Windmill" είναι τρομακτικά ανακατεμένη και αποτελεί σίγουρα ένα παράξενο τρόπο να ξεκινήσει ένα άλμπουμ ενός τέτοιου σχήματος, αλλά φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν ήθελαν να χαραμίσουν καθόλου χρόνο για να δείξουν στο κοινό τους ότι προσπαθούσαν για κάτι νέο.

Sometimes I Feel Like I Just Can't Go On (1971)



Τα πειράματα παίρνουν όλες τις μορφές: παράξενες δομήσεις τραγουδιών, μπαλάντες folk-rock, εξωτικά ορχηστρικά, παλαιομοδίτικο rock 'n' roll και κόλπα στην παραγωγή που κυμαίνονται από σπηλαιώδη αντίλαλο μέχρι backmasking (βλέπε-άκου Revolver των Beatles). Και όλο αυτό εδραιώνεται από τα δυναμικά φωνητικά του Adam Blessing. Όπως στους περισσότερους πειραματικούς δίσκους, δε "δουλεύουν" τα πάντα (όπως η μακρόσυρτη μπαλάντα που κλείνει το άλμπουμ και δεν οδηγεί πουθενά), αλλά όταν παίζει το "Sweet Dream Lady" είναι υπερβολικά συναρπαστικό, ένα τρανό παράδειγμα του πόσους δρόμους μπορεί να ακολουθήσει η hard rock χωρίς να χάσει την πυγμή της.

Sweet Dream Lady (1971)





Σημειώστε, με την ευκαιρία, τις δυνατές pop κραυγές "hey" στο "Please Stay Mine" και την οφθαλμοφανή "κλεψιά" από Beatles στο τέλος του "Leaving it Up to You". Έχουν πλάκα.

Turned to Stone (1971)





Τρίτη φορά ο ρυθμός είναι ελαφρύ AOR (Adult-oriented rock), δηλαδή κάτι κοντινό στη soft rock με υπαινιγμούς progressive. Καλή κιθαριστική δουλειά, όπως πάντα (τα "We Don't Need It" και "Running Away" είναι τρομερά), αλλά γενικά είναι μία μπερδεμένη ιστορία και καθόλου όμοιο στο ελάχιστο με τους προκατόχους του.

Running Away (1971)




Damnation of Adam Blessing


Glory

Glory (Avalanche AV-LA 148-F) 1973



Εδώ έχουμε την αλλαγή του ονόματος Adam Blessing σε Glory. Αυτό προέκυψε όταν λόγω του μάνατζερ των Grand Funk Railroad, o οποίος ήθελε να κάνει παραγωγή στο άλμπουμ για την νέα του δισκογραφική, η UA (United Artists) έβγαλε από το ρόστερ της τους Adam Blessing. Η ιστορία τελείωσε όταν έκαναν ένα συμβόλαιο με μία νέα εταιρεία την Avalanche Records, όμως επειδή ο εμπορικός αντιπρόσωπος αυτής ήταν η προηγούμενή τους εταιρεία UA (United Artists), τους έγινε πρόταση να αλλάξουν το όνομά τους, διότι δεν θα μπορούσαν να βγάλουν τον δίσκο με το όνομα που η εταιρεία είχε διαγράψει. Έτσι δημιουργήθηκαν οι Glory.

Dawn (1973)



To υλικό ωστόσο, αντίθετα με το νέο όνομα δεν είναι καθόλου νέο. Είναι κοινότοπο, χωρίς καμία λάμψη. Ακόμα και ο Adam Blessing (εδώ χρησιμοποιεί το κανονικό του όνομα Bill Constable) δεν έχει την ενέργεια που είχε στα προηγούμενα άλμπουμ. Παρά το γεγονός ότι η μπάντα επιστρέφει στις hard rock συνθέσεις, ακούγεται soft με όλες τις λάθος έννοιες. Είναι δύσκολο να πεις αν αυτό έγινε για εμπορική αποδοχή επειδή ακόμα και σε αυτό τον τομέα είχε αποτυχία. Η φωτεινή εξαίρεση σε όλο αυτό έχει όνομα και λέγεται "Nightmare".

Nightmare (1973)


DAMNATION OF ADAM BLESSING

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 21 Μαΐου 2019



TRACY NELSON (MOTHER EARTH)



Blues Rock Explosion




"Αλήθεια σκεφτήκαμε, όταν πήγαμε στην Αμερική και τους παίξαμε αυτή την μουσική, ότι δεν θα είχε αποτέλεσμα, επειδή ήταν η δική τους μουσική. Δεν αντιληφθήκαμε ότι οι λευκοί εκεί ποτέ δεν είχαν ακούσει αυτή την μουσική"
Bill Wyman, μπασίστας στους Rolling Stones, 1977

Εδώ έχουμε αφήσει την Αγγλία και έχουμε περάσει στην Αμερική. Όπως μας λέει στην εισαγωγή ο Bill Wyman τα blues ωρίμασαν στην Αγγλία, χώρα που ήταν έξω από την Αμερικανική πραγματικότητα σχετικά με την μουσική των νέγρων και κατάφεραν να "πουλήσουν" στην χώρα από όπου κατάγονταν (Διαβάστε όλη την στήλη Blues Rock Explosion-Απρίλιος 2019). Μόνο που η συγκεκριμένη μπάντα δεν είναι καθόλου συνηθισμένη, πολύ περισσότερο η lead singer τους, που είχε την ευκαιρία να γνωριστεί με θρύλους των blues. Ενώ πολλοί θα περίμεναν ότι η Tracy Nelson θα απολάμβανε τεράστια οικονομικά οφέλη με τους Mother Earth, ποτέ δεν στάθηκε δυνατόν να καταφέρει εκτεταμένη επιτυχία. Ίσως οι επιρροές της και το γούστο της ήταν απλά τόσο εκλεκτικά για mainstream rock κοινό, αφήνοντας την Nelson και την μπάντα της Mother Earth, συχνά να διαπρέπουν σε κριτικές, αλλά να αγνοούνται εμπορικά. Ή ίσως η γιγαντιαία σκιά της θρυλικής Janis Joplin έπεφτε τόσο μακριά, για να επιτρέψει στην Nelson να αναμετρηθεί με τους δικούς της όρους. Ωστόσο για όσους, όπως συμβαίνει με εμένα, απολαμβάνουν τους Mother Earth, η soulful, βραχνή φωνή της Nelson και το πάθος της για καταιγιστικούς, γκόσπελ και country τόνους ήταν το καθοριστικό συστατικό που αιχμαλώτισε την προσοχή μας σε κάθε άλμπουμ. Σήμερα η Nelson φέρνει αυτή την ίδια ποιότητα στην ανανεωμένη σόλο καριέρα της. "Πάντα ήξερα γιατί δεν έγινα πιό διάσημη" είπε κάποτε η Nelson στην The Washington Post. "Μερικώς ήταν καπρίτσιο της δουλειάς. Το περισσότερο όμως ήταν προσωπικές μου επιλογές-μετακομίζοντας στο Tennessee, μη έχοντας πολύ σκηνική παρουσία, με το να μην είμαι πολύ δραστήρια, επιλέγοντας συγκεκριμένα είδη μουσικής από άλλα. Και απλά με το να είμαι ένα τεμπέλικο παλιοθήλυκο".

Mother Earth (1968)



Η Nelson γεννήθηκε την 27 Δεκεμβρίου του 1944 στο French Camp της Καλιφόρνια και μεγάλωσε στο Shorewood Hills του Ουισκόνσιν. Έχοντας εκτεθεί στην folk και στα blues από νωρίς, άρχισε να παίζει πιάνο στα πέντε της χρόνια και μέχρι τα 13 είχε πιάσει την κιθάρα. Η Nelson ανακαλεί τις πρώτες μουσικές εμπειρίες της στο Hit Parader: "Όλη μου η οικογένεια είναι μουσική. Ο πατέρας μου έχει μία υπέροχη μπάσα φωνή, ο αδελφός μου είναι τενόρος και η μητέρα μου μία καλή σοπράνο. Έκανα εξάσκηση στην δεύτερη φωνή με την μητέρα μου τον καιρό που ήμουν 6 χρόνων. Όλοι μας τραγουδούσαμε πολύ".
Στο Γυμνάσιο τραγουδούσε με την χορωδία και με τους Fuller Woods Trio, ένα folk γκρουπ το οποίο εκδηλώθηκε στο είδος των Peter, Paul and Mary. Ενώ φοιτούσε στο πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν, η Nelson εμφανίστηκε με τους The Fabulous Imitations, μία R&B μπάντα το lineup της οποίας περιλάμβανε τον Ben Sidran στο πιάνο. Καθώς το γκρουπ έπαιζε στα πάρτυ και στα καφέ της περιοχής, η Nelson τραγούδησε το ρεπερτόριο της Irma Thomas, συμπεριλαμβανομένων του "Time Is on My Side", του "Cry On" και του "I Did My Part".
Όταν η Nelson ήταν 20 χρόνων, ο διακεκριμένος συγγραφέας των blues Sam Charters ήρθε στο Ουισκόνσιν και την ανακάλυψε καθώς εμφανιζόταν σε ένα μαθητικό πάρτυ. Εντυπωσιασμένος κανόνισε για αυτήν να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ για την Prestige Records. Σε παραγωγή του Charters και ηχογραφημένο στο Σικάγο, το Deep Are the Roots έγινε το 1965. Ο παίκτης της φυσαρμόνικας Charlie Musselwhite, που σύντομα έγινε το αγόρι της, βοήθησε στην blues προσανατολισμένη προσπάθεια, όπως έκανε ο Harvey Smith στο πιάνο και ο Peter Wolfe στην κιθάρα.

The House of the Rising Sun (1965)



Το περιοδικό Downbeat που ήταν αφιερωμένο στην jazz, blues και άλλα είδη, αγάπησε το άλμπουμ, βραβεύοντας το με τέσσερα αστέρια και επαινώντας την Nelson για τα υπέροχα φωνητικά. "Με στοιχειώδη ευκολία και φυσικότητα, προσθέτει μία φωνή που απλά αναβλύζει-όχι με τον ακατανίκητο τρόπο της Bessie Smith ή της Ma Rainey, αλλά με την ευθύτητα μίας ερμηνεύτριας που ξέρει τι κάνει και ότι μπορεί να το κάνει".
Η Nelson ανακαλεί την περίοδο αυτή της ζωής της με μεγάλη τρυφερότητα. Ο Musselwhite, θυμάται, την σύστησε σε μερικούς από τους μεγαλύτερους μουσικούς των blues του Σικάγο της εποχής. Ένα βράδυ που δεν ξεχνιέται ο Musselwhite την πήγε σε ένα κλαμπ και κατέληξε σε ένα τραπέζι με τον Musselwhite, τον Otis Spann και τον Muddy Waters, που της αφιέρωσε το "Nineteen Years Old" στο σετ τραγουδιών που είχε να πει. "Ήμουν απλά τόσο ευτυχισμένη όλο τον αναθεματισμένο χρόνο και τριγυρνούσα με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Ήταν στιγμή αγνής ευτυχίας και δεν είναι πολλές αυτές οι στιγμές στη ζωή σου".
Το 1966 η Nelson μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο για να ακολουθήσει μία καριέρα στη μουσική. Εκεί, ο Steve Miller την σύστησε στoν Ira Kamin, ένα παίκτη του keyboard από το Σικάγο, ο οποίος προσπαθούσε να φτιάξει ένα γκρουπ με τον συνθέτη/ερμηνευτή και παίκτη της φυσαρμόνικας R. Powell St. John. O St. John ήταν στους Waller Creek Boys (ένα folk γκρουπ του Ώστιν που περιλάμβανε την Janis Joplin) και ήταν ένας αξιοσημείωτος τραγουδοποιός-ο συνθέτης του "Bye Bye Baby" (το οποίο η Joplin ηχογράφησε με τους Big Brother and the Holding Company) και (σαν John St. Powell) σε αρκετά τραγούδια που ηχογράφησαν οι the 13th Floor Elevators. Στο γκρουπ μάνατζερ ήταν ο Travy Rivers, εκδότης της The San Francisco Oracle και το πρόσωπο που του χρεώνεται η ανακάλυψη της Janis Joplin και στο ότι την έφερε στο Σαν Φρανσίσκο. Ο Rivers, στρατολόγησε μερικούς μουσικούς-τον πιανίστα/τραγουδιστή Wayne Talbert, τον ντράμερ George Rains, τον μπασίστα Jance Garfat και τον κιθαρίστα Herbert Thomas. Ονομάζοντάς τους Mother Earth από ένα τραγούδι του Memphis Slim, το σχήμα έγινε ενεργό στο κύκλωμα των σκηνών του Σαν Φρανσίσκο. Περιστασιακά, ο σαξοφωνίστας Martin Fierro, ο οποίος είχε την δική του μπάντα, καθόταν μαζί τους.

Marvel Group (1968)




Το 1968, οι Mother Earth είχαν ήδη ανακατευτεί μέσα από έναν αριθμό μουσικών. Ο John "Toad" Andrews είχε αντικαταστήσει τον Thomas στην κιθάρα και ο Bob Arthur αντικατέστησε τον Garfat στο μπάσο. Ο Andrews και ο Arthur ήταν πριν μέλη των Wig, ενός από τα μακροβιότερα R&B γκρουπ, που επίσης περιλάμβαναν τον Boz Scaggs, τον Benny Rowe και για λίγο τον Steve Miller. Ο Andrews, ο οποίος πήρε το παρατσούκλι "Toad", πηδώντας γύρω-γύρω στη σκηνή ενώ έπαιζε lead guitar με τα δόντια, ήταν το μοναδικό μέλος του γκρουπ που θα έμενε με την Nelson καθ'όλη την διάρκεια ζωής του γκρουπ. Επιπροσθέτως ο Ira Kamin και ο Wayne Talbert άφησαν το γκρουπ και ο keyboard player Mark Naftalin (που μόλις είχε αφήσει τους Paul Butterfield Blues Band) μπήκε για να συνθέσει τα κομμάτια και να προβάρει με την μπάντα για το επερχόμενο άλμπουμ τους.
Με τα νέα μέλη στην θέση τους, οι Mother Earth έκαναν την ντεμπούτο ηχογράφησή τους συνεισφέροντας τρία τραγούδια στο soundtrack της ταινίας Revolution, περιλαμβάνοντας μία διασκευή του soulful "Stranger in My Home Town" του Percy Mayfield. Επίσης σε αυτή την ταινία του 1968 είχαν συνεισφέρει οι Steve Miller Band και οι Quicksilver Messenger Service. Τον καιρό που κυκλοφόρησε το soundtrack στα μέσα του 1968, οι Mother Earth είχαν υπογράψει ένα συμβόλαιο για ηχογράφηση με την Mercury. Το πρώτο τους άλμπουμ στην Mercury, Living with the Animals εμφανίστηκε αργότερα μέσα στον χρόνο. Τα credits για την παραγωγή περιλάμβαναν τον Barry Goldberg, τον Mark Naftalin, τον Dan Healy, τον Martin Fierro και το γκρουπ μαζί σαν συμπαραγωγή. To Living with the Animals (U.S. #144) επίσης περιλάμβανε βιολί από τον Spencer Perskin (βλέπε Shiva's Headband) και φωνητικά από τις Earthettes, ένα τρίο που αποτελείτο από την Sylvia Caldwell, την Linda Tillery (frontwoman στο γκρουπ της the Loading Zone) και την Nelson, που χρησιμοποίησε το όνομα Shalimar Samuelson. Τα highlights του άλμπουμ περιλάμβαναν τις συνθέσεις της Nelson, "Down So Low" (το τραγούδι σήμα κατατεθέν της, που έγραψε για τον χωρισμό της με το όχι διάσημο τότε αγόρι της, Steve Miller). [Αυτό το τραγούδι διασκευάστηκε από τις Linda Ronstadt, Etta James, Diamanda Galás, Dee Dee Warwick, Ellen McIlwaine, Maria Muldaur και την Cyndi Lauper.]

Down So Low (1968)




μία διασκευή του "Cry On" του Allen Toussaint καθώς και το slow blues "Mother Earth" (τρακ εισαγωγής του παρόντος άρθρου) με guest σόλο κιθάρας από τον Makal Blumfeld (δηλ. τον Mike Bloomfield). H Nelson τραγούδησε lead σε μιά σειρά επιπρόσθετων τραγουδιών, αλλά εμφανώς πολύ ελάχιστα για να ικανοποιήσει το περιοδικό Rolling Stone, που παραπονέθηκε για το μοίρασμα των lead vocals ανάμεσα στην Nelson και στον St. Powell. Αφού επαίνεσε την δυναμική φωνή της Nelson, το περιοδικό δυσφήμισε τα φωνητικά του St. John, ως τρεμάμενα και λεπτά και κατά την άποψή του "Η αβέβαιη ερμηνεία του καταστρέφει κάθε κομμάτι που τραγουδάει". Από την άλλη μεριά το Guitar Player συνέστησε το άλμπουμ γενικά, χρίζοντάς το ως "Ένα από τα καλύτερα blues άλμπουμ που εμφανίζεται μετά από πολύ καιρό". Το Hit Parader εστίασε στην Nelson, γράφοντας "Σκέψου την αγαπημένη σου τραγουδίστρια: Grace Slick, Mama Cass, Janis Joplin. Είναι καλές, αλλά η Tracy Nelson από τους Mother Earth είναι πάνω από όλες. Επίσης είναι βαθύτερα στις ρίζες από όλες". Ακολουθώντας την ηχογράφηση του Living with the Animals, οι Mother Earth ταρακουνήθηκαν από περισσότερες αλλαγές προσωπικού: ο Ronald Stallings εμφανίστηκε στο σαξόφωνο και στα φωνητικά, ο Lonnie Castille ανέλαβε στα ντραμς και ο Clayborne Butler Cotton (πρώην μέλος των Charlie Musselwhite's Band) κάλυψε την θέση του keyboard player. Οι κριτικές για το νέο lineup ήταν διθυραμβικές, με αναπόφευκτες συγκρίσεις ανάμεσα στην Nelson και στην Janis Joplin. Το Cash Box παρατήρησε, "Λόγω της δυνατής και αισθαντικής φωνής της Tracy Nelson, μίας από τους lead singers του γκρουπ, η σύγκριση με την Janis και τους τώρα ανενεργούς Big Brother είναι αναπόφευκτη. Η Tracy είναι πολύ καλή και κατέχει μία φωνή που θα κυρίευε και τον διάβολο, αλλά η Janis είναι μεγάλη και επιπρόσθετα στην φωνή της μοιάζει να εκπέμπει ενθουσιασμό. Όσο για τους υπόλοιπους Mother Earth είναι πολύ πιό διασκεδαστικοί να τους ακούς σε σχέση με τους Big Brother και θα μπορούσαν να κάνουν ένα στάτους σταρ μόνοι τους, αλλά η Tracy είναι το κερασάκι στην τούρτα".

Cry On (1968)



Παρομοίως το Downbeat εστίασε στις ομοιότητες με την Joplin σε μία κριτική μιάς παράστασης στο κλαμπ Boston Tea Party, τον Μάρτιο του 1969, προβλέποντας "Αυτή η μπάντα πρόκειται να γίνει πολύ πολύ μεγάλη. Της αξίζει να γίνει. Όταν συμβεί θα είναι αρχικά λόγω της δύναμης της Miss Nelson, μίας δυναμικής, γουστόζικης rock vocalist και η μόνη εκτός της Janis Joplin, που έχει αφομοιώσει το ιδίωμα των μαύρων χωρίς νύξη προσποίησης". Επίσης επαίνεσε την "ιδιαίτερα ικανή μπάντα", για τα ντραμς του Castille και τα soulful φωνητικά του Stallings. Η Nelson ανταποκρίθηκε στις συγκρίσεις ανάμεσα σε αυτήν και στην πιό διάσημη σύγχρονή της στο τεύχος του Ιουνίου του Hit Parader το 1969: "Πιθανώς να υπάρξουν κριτικές συγκρίσεις ανάμεσα στην Janis Joplin και σε εμένα. Το μόνο πράγμα που μπορείς να πεις είναι ότι και οι δύο είμαστε κορίτσια που τραγουδούν. Θα το θεωρούσα κοπλιμέντο αν συνέβαινε ωστόσο, επειδή ο κόσμος θα με έπαιρνε στα σοβαρά και θα με τοποθετούσε δίπλα σε μία φτασμένη τραγουδίστρια. Αλλά αυτό είναι μόνο εικασίες επειδή η Janis και εγώ δεν θα μπορούσαμε να είμαστε πιό αντίθετες. Οι προσεγγίσεις μας στη μουσική είναι εντελώς διαφορετικές. Επίσης, διαλέξαμε διαφορετικό υλικό. Η Janis και εγώ δεν είμαστε καθόλου διανοούμενες στην μουσική και είναι αδύνατον να κριτικάρουμε το τι κάνουμε. Η μουσική μας είναι άκρως συναισθηματική...Αλήθεια ελπίζω ο κόσμος να κρατήσει την Janis και μένα χωριστά επειδή οι συγκρίσεις δεν θα είναι έγκυρες. Η Janis είναι κοντά στην Etta James, νομίζω και εγώ την γκόσπελ αλλά όχι από την θρησκευτική πλευρά. Καθαρά συναισθηματικά".

Tracy Nelson


Το καλοκαίρι του 1969, το γκρουπ πήγε στο Nashville για να ηχογραφήσει το επόμενο άλμπουμ τους στο φημισμένο στούντιο του Owen Bradley. Ο δίσκος Make a Joyful Noise (U.S. #95), έκανε αντανάκλαση στις country επιρροές, όπως επίσης στην αγάπη της Nelson για τα γκόσπελ. Παρουσιάζοντας την συμμετοχή του κιθαρίστα Pete Drake, τον παίκτη του dobro Βen Keith και τους βιολονίστες John Gimble και Shorty Lavender, το άλμπουμ χωρίστηκε σε δύο πλευρές-μία country (country side) και μία με πνευστά (city side). Στην κιθάρα στο τρακ που ακολουθεί βρίσκεται ο Boz Scaggs.

Soul of A Man (1969)



Οι κριτικές ήταν θετικές και εστίαζαν στην ποικιλία της προσπάθειας. Το Rolling Stone είπε: "Είναι αρκετά εύκολο να κατηγορήσουμε τους Mother Earth ότι είναι εκλεκτικοί, να τους αποκαλέσουμε 'η μεγαλύτερη ποικιλία σε βινύλλιο'. Αλλά αυτό είναι μόνο μία κατηγορία, όταν δεν μπορείς να πείς τίποτα άλλο. Απλά αυτοί μπορούν να το κάνουν". Το Record Mirror περιέγραψε το άλμπουμ ως "ένα είδος από κάτι για τον καθένα, που έγινε από ένα γκρουπ που φανερά εξασκείται πάρα πολύ". Το Cashbox προέβλεψε αέρα στα FM και πωλήσεις και εξήρε την "λαμπρή φωνή της lead singer Tracy Nelson, της οποίας η φωνή μεταφέρει πάθος και ζωντάνια". Και ένας κριτικός για το The Los Angeles Free Press έγραψε "Από την στιγμή που οι συγκρίσεις με την Janis είναι αναπόφευκτες, επιτρέψτε μου να πω ότι ποτέ δεν έχω ακούσει την Janis να τραγουδάει όπως η Tracy κάνει στο "I Need Your Love So Bad".

I Need Your Love So Bad (1969)



Μετά την κυκλοφορία του Make a Joyful Noise, οι Mother Earth μετακινήθηκαν στο Nashville. Εκεί η μπάντα έκανε ένα διάλειμμα, κατά την διάρκεια του οποίου ο Pete Drake έπεισε την Tracy να κάνει ένα country σόλο άλμπουμ που έγινε γνωστό ως Mother Earth Presents Tracy Nelson Country. O Scotty Moore ήταν ο μηχανικός του άλμπουμ και όπως είχε κάνει στην κλασική βερσιόν του Elvis Presley, έπαιξε κιθάρα στο "That's Alright Mama". Άλλοι συμμετέχοντες ήταν ο Keith, o Gimble και ο Lavender (όλοι από το προηγούμενο άλμπουμ), οι Jordanaires, ένα γκόσπελ γκρουπ, ο Jake Drake στο μπάσο και ακόμα ένα ορίτζιναλ μέλος της μπάντας του Elvis, ο D.J. Fontana στα ντραμς. Παρά το ότι ήταν μία πρωτοπόρα προσπάθεια στο χώρο της country rock, το άλμπουμ απέτυχε να κάνει αξιόλογες πωλήσεις.

I Can't Go On Loving You (1969)



Ειρωνικά, ακόμα και με τους κριτικούς να φωνάζουν για την εξαιρετική φωνή της Nelson, η ίδια σταθερά μοιραζόταν τα φωνητικά με τους Stallings, St. John και Robert Arthur. Ως αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο των Mother Earth-η πλούσια blues φωνή της Nelson-είχε αποδυναμωθεί. Τελικά η Nelson είπε στο Circus, "Πριν, ο καθένας ήθελε να τραγουδήσει και έγινε παράλογο επειδή αυτό είναι που κάνω εγώ. Τραγουδάω". Έτσι ύστερα από την κυκλοφορία του Mother Earth Presents Tracy Nelson Country, η Nelson ανασχημάτισε την όλη μπάντα, διατηρώντας μόνο τον "Toad" Andrews. Το νέο lineup περιλάμβανε τον κιθαρίστα Jimmy Day (πρώην Hank Williams Band), τον μπασίστα Tim Drummond (τα credits του οποίου περιλαμβάνουν περιοδείες με Conway Twitty και James Brown και session δουλειές με τον Neil Young και τον Ray Buchanan), τον ντράμερ Karl Himmel (που είχε κάνει περιοδείες με τους Bill Halley, Joe Tex, Johnny Cash, Bob Dylan, Earl Scruggs και Doug Kershaw), τον παίκτη του keyboard Andrew McMahon και τον κιθαρίστα ρυθμικής κιθάρας Bob Cardwell (πρώην West Coast Pop Art Experimental Band). Ακόμα και αυτές οι αλλαγές απέτυχαν να αλλάξουν τις λιμνάζουσες εμπορικές προοπτικές του γκρουπ. Το επόμενο άλμπουμ τους Satisfied, ζορίστηκε και εμπορικά, αλλά και λόγω κριτικών. Για αυτή την κυκλοφορία το γκρουπ έφυγε από τις πρόσφατες country υφές προς μία αναμιγμένη με γκόσπελ rock προσέγγιση. Το Rolling Stone σχολίασε ότι το άλμπουμ ήταν "σχεδόν συνεπές στο σημείο να αναμίξει στυλ σε ένα από πολύ καιρό αναμενόμενο τόνο".

This Feeling (1970)


Μη μπορώντας να φτάσουν ένα ευρύ κοινό με τις κυκλοφορίες από την Mercury, το γκρουπ στράφηκε στην Reprise. Η συνεργασία αυτή κράτησε για δύο άλμπουμ, το Bring Me Home (1971, U.S. #199) και το Tracy Nelson/Mother Earth (1972).

I'll Be Long Gone (1971)




Καθένα από τα άλμπουμ κέρδισε κριτική αναγνώριση-το Rolling Stone απεκάλεσε το Bring Me Home, "μακράν ό,τι καλύτερο έχουν κάνει"-αλλά η εμπορική αδιαφορία ακολούθησε (κανένα από τα δύο άλμπουμ δεν μπήκε στα chart) και η δισκογραφική δεν μπόρεσε να ανανεώσει την καριέρα του γκρουπ.

I Want To Lay Down Beside You (1972)



Οι Mother Earth μετακινήθηκαν στην Columbia το 1973 για ένα άλμπουμ, το Poor Man's Paradise, ως Tracy Nelson/Mother Earth. Ήταν η τελευταία κυκλοφορία των Mother Earth. Η Nelson μετά υπέγραψε στην Atlantic Records για την κυκλοφορία του Tracy Nelson (1974), το οποίο περιλάμβανε ένα υποψήφιο για Grammy ντουέτο με τον Willie Nelson, "After the Fire Is Gone". Oι επόμενες ηχογραφήσεις της ήταν για την MCA: Sweet Soul Music (1975) και Time Is on My Side (1976). Ακολούθησαν κυκλοφορίες, που περιλάμβαναν το Doin' It My Way (1978), Homemade Songs (1978) και Come See About Me (1980) και που κυκλοφόρησαν από μικρότερες δισκογραφικές. Μία διακοπή δεκατριών χρόνων τελικά κατέληξε στην κυκλοφορία στην Rounder Records του In the Here and Now (1993), νικητή στην απονομή για το καλύτερο blues άλμπουμ του Nashville. Ακολούθως έγιναν και άλλες ηχογραφήσεις στην Rounder, συμπεριλαμβανομένων του I Feel So Good (1995) και Move On (1996), το οποίο κέρδισε στον ίδιο διαγωνισμό στο Nashville
ως το καλύτερο R&B άλμπουμ. Το 1998, η Nelson κυκλοφόρησε το Sing Out μία υποψήφια για Grammy συνεργασία με την Marcia Ball και την μεγάλη της γκόσπελ και R&B Irma Thomas. Το επόμενο άλμπουμ της Ebony & Irony κυκλοφόρησε το 2000. Σειρά είχε το You'll Never Be a Stranger At My Door (2007) και τέλος η πιό πρόσφατη δουλειά της Victim of the Blues (2011), η οποία βρίσκει την ηρωίδα μας να έχει στραφεί εκεί απ'όπου ξεκίνησε. Στα blues!

One More Mile (2011)



Αυτή ήταν η ιστορία της Tracy Nelson, μίας από τις πιό δυναμικές παρουσίες και φωνές στο χώρο των blues, η οποία τραγούδησε πολύ πειστικά διάφορα μουσικά γένη. Αυτή ήταν και η ιστορία μίας πρωτοπόρου μπάντας στο χώρο, που με τις όποιες ανακατατάξεις, κατάφερε να υποστηρίξει ότι έχει μείνει γνωστό ως Mother Earth. Μία μπάντα με πολύ καλές κριτικές, αλλά χωρίς μεγάλη εμπορική επιτυχία.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 19 Μαΐου 2019


JO MAMA



Laid-back jazz rock soul folk



Οι Jo Mama έχουν μείνει γνωστοί ως η backing band της Carole King και περιστασιακά του James Taylor. Ο κύριος τραγουδοποιός του γκρουπ είναι ο Danny Kortchmar, κιθαρίστας. Από εδώ έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν με αυτόν, αλλά χωρίς ωστόσο να γίνει φανερό. Ήταν όταν είχε γίνει το αφιέρωμα στην Carole King. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή λοιπόν. 

The Word Is Goodbye (1970)




Στα μέσα του '60 ο Danny Kortchmar ξεκινάει το μουσικό του ταξίδι παίζοντας με μπάντες όπως οι Bee Gees και οι the Flying Machine, μέσα στους οποίους βρίσκεται και ο James Taylor. Από εκεί γίνεται η γνωριμία τους και προκύπτει μία φιλία που θα κρατούσε χρόνια. Το 1967 πηγαίνει στους the Fugs και μπορούμε να τον ακούσουμε στο άλμπουμ τους Tenderness Junction. Ακολούθως με τον μπασίστα Charles Larkey πηγαίνουν στην Καλιφόρνια, όπου μαζί με την Carole King φτιάχνουν ένα γκρουπ τους City και βγάζουν ένα δίσκο το 1968, Now That Everything's Been Said, χωρίς ωστόσο να έχουν εμπορική επιτυχία. Το γκρουπ διαλύεται, αλλά ο Kortchmar συνεχίζει να κάνει backing στην Carole King κατά το πιό επιτυχημένο μέρος της καριέρας της, συμπεριλαμβανομένου του καλύτερου άλμπουμ της Tapestry.


Carol King-James Taylor-Jo Mama


Το 1970 ξανασμίγουν με τον James Taylor και δημιουργείται το Sweet Baby James. Δουλεύοντας με δύο καταξιωμένους καλλιτέχνες γίνεται περιζήτητος session κιθαρίστας. Τον καιρό αυτό είναι που με τον Charles Larkey φτιάχνουν την μπάντα που κάνει backing στην Carole King.


Jo Mama

ALBUM BY ALBUM


Jo Mama (Atlantic SD 8269) 1970





Η μπάντα έχει έναν ήχο που ακούγεται πολύ του είδους που έχουν οι δουλειές της Carole King, αλλά με μία πολύ διαφορετική lead singer. Την Abigale Haness. Η Haness είχε μία πιό τραχιά, πιό soul φωνή από την King. Ο Ralph Schuckett (αργότερα στους Utopia του Todd Rundgren) έδωσε ένα πιό funky στυλ πιάνο από ότι στην King. Επιπλέον πρόσθεσε και πολύ γλυκιά γεύση από όργανο κατά την μίξη. Μπάσο έπαιξε ο Charles Larkey, που υπήρξε σύζυγος της Carole King και στα ντραμς καθόταν ο Joel (the Bishop) O' Brien.
Η πρώιμη ανάμιξη της jazz, rock, soul και folk εκείνων των ημερών αποδεικνύεται στο "Machine Gun Kelly" του Kortchmar και σε μία πιό rock διασκευή του "Smackwater Jack" της Carole King.
Οι Jo Mama ποτέ δεν προδίδουν την εμπειρία τους ως back-up γκρουπ. Ο ήχος τους είναι αποκλειστικός: light, jazzy, funky. Θα μπορούσε κανείς να μαντέψει ότι στα live τους δεν παίζουν τόσο δυνατά. Και όμως ελίσσονται στα στυλ με τρόπο που το μεγαλύτερο μέρος των γκρουπ της εποχής δεν μπορεί να κάνει. Υπάρχει μία επιδέξια και γεμάτη αυτοπεποίθηση αύρα σε ότι κι αν κάνουν. Στα καλύτερά του το άλμπουμ επιτυγχάνει μία ηρεμία που συνορεύει με την γαλήνη. Ένα ωραίο μικρό άλμπουμ από ένα funky, αλλά πολύ ευαίσθητο γκρουπ.

Sailing (1970)




Συμπεριλαμβάνοντας μουσικούς που έκαναν το back-up στον James Taylor και στην Carole King οι Jo Mama μορφώνουν την rock της Δυτικής ακτής με τόσο χαλαρό και άνετο τρόπο, μερικές φορές θυμίζοντας λιγότερο ρομαντικούς Grateful Dead στο Wake of the Flood ή στο From the Mars Hotel. Χωρίς να περιμένετε τρομερή μουσικότητα, αδιάκοπη εφευρετικότητα και πειραματισμό ή έστω περιστασιακές εκπλήξεις, θα σας αρέσει το χαλαρωτικό groove.

Midnight Rider (1970)




Το "Midnight Rider" είναι ένα slow jazz θέμα με τα μελαγχολικά φωνητικά της Abigale, το  "Searching High, Searching Low" ένα jazz/pop ερωτικό τραγουδάκι με σχετικά αργό τέμπο, τα "Lighten Up, Tighten Up" και "Venga Venga" σε κάνουν να χτυπάς εύθυμα τα πόδια σου στο ρυθμό. Το "Sailing" του Danny Kortchmar σε κάνει να αισθάνεσαι ότι έχεις ξανοιχτεί με βάρκα στο πέλαγος. Η μπάντα δυναμιτίζει στην δική της βερσιόν το κλασικό "Great Balls of Fire". Άλλα δύο θέματα του Danny Kortchmar τα "The Sky Is Falling" & "Check Out this Gorilla" είναι προς το τέλος, πριν το "Cotton Eyed Joe" και το "Love'll Get You High" κλείσουν το LP.

Cotton Eyed Joe (1970)




J Is For Jump (Atlantic SD 8288) 1971



Βέβαια μάλλον είναι καλύτεροι να βρίσκονται σε ηρεμία παρά να πηδούν. Αυτό είναι σίγουρο. Είναι λίγο στην jazz και λίγο στην blue-eyed soul. Η μπάντα είναι λίγο επιδερμική και η παραγωγή πολύ καλή, αλλά πήγαν στο στούντιο με αρκετά τραγούδια που θα έπρεπε να είχαν αφήσει εκτός. Η συνέπεια στην επιλογή υλικού είναι αυτό που θα χρειαζόταν περισσότερο. Το "3 A.M. In L.A." είναι μακράν το καλύτερο τρακ του δίσκου.

3 A.M. In L.A. (1971)






Στο ίδιο στυλ με το ντεμπούτο τους άλμπουμ, αυτό είναι ένα ευχάριστο, ολοκληρωμένο και απλό άλμπουμ. Η Carole King βοηθάει κάνοντας backing vocals και σαν αντάλλαγμα η μπάντα διασκευάζει το δικό της τρακ "Smackwater Jack". Ίσως εάν η μπάντα μετακινείτο σε πιό progressive ήχο παρά jazz να μην είχε διαλυθεί.

Keep On Truckin' (1971)




Τα δύο άλμπουμ των Jo Mama θεωρούνται κλασικά πλέον. Είναι ένα πολύ ευχάριστο pop άκουσμα που αναμιγνύει την jazz και την rock με ένα ιδιαίτερα εύγεστο τρόπο. Εύγεστο όπως μπορεί να κάνει κάθε μαμά. Η μαμά σου (Your Mom=Jo Mama).

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 17 Μαΐου 2019


SCOTT RICHARDSON CASE (SRC)



Psychedelic Proto-progressive



O Scott Richardson ήταν ο lead singer των the Chosen Few. Η τοπική μπάντα της μητροπολιτικής περιοχής Ντιτρόιτ-Ανν Άρμπορ-Φλιντ The Fugitives αποτελείτο από τους Glenn Quackenbush, Gary Quackenbush και E.G. Clawson, καθώς και τον Robin Dale, ο οποίος ήταν Άγγλος. Όλοι αυτοί ενώθηκαν σε αυτό το γκρουπ που ονομάστηκε Scott Richardson Case ή συντομογραφικά όπως φαίνεται στα εξώφυλλα των δίσκων τους SRC.

Refugeve (1968)



Οι SRC και ιδιαιτέρως ο Richardson επηρεάστηκε πολύ από τους The Pretty Things, πράγμα που φάνηκε στις live εμφανίσεις τους. Να περάσουμε όμως στην πολύ όμορφη και ιδιαίτερη δουλειά που άφησαν.


ALBUM BY ALBUM


     SRC (Capitol ST 2991) 3/68



Το εξώφυλλο απεικονίζει νεράιδες, αερικά και ξωτικά να κάθονται πάνω σε μανιτάρια και να ιππεύουν σαλιγκάρια, αλλά η μουσική που βρίσκεται μέσα είναι μακριά από μία τυπική χίπικη υπόθεση. Δίπλα στους the Stooges και στους MC5, οι Scott Richardson Case ήταν μία από τις πιό δημοφιλείς μπάντες του Ντιτρόιτ και το ντεμπούτο άλμπουμ τους περιέχει τον ασυνήθιστο, επίμονο ήχο τους, που συνδυάζει την ενέργεια της Motor City (ένα παρατσούκλι που έχει το Ντιτρόιτ) με ένα δικό τους αργό διαστημικό vibe. Το κρυφό τους όπλο εδώ είναι η διαπεραστική, διαρκώς heavy κιθάρα του τύπου με το απίθανο όνομα Gary Quackenbush, του οποίου ο μοναδικός αργός, fuzzy ήχος είναι σε όλο το κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο "Black Sheep".

Black Sheep (1968)



Είναι ένας από τους μεγάλους καταστροφικούς ψυχεδελικούς τόνους και ακολουθεί άψογα βαλμένο το "Daystar", το οποίο καυχάται περισσότερα fuzz ξεσπάσματα και κάποια αλα Keith Moon ντραμς από τον ελαφρώς λιγότερο απίθανο στο όνομα E.G. Clawson. Το υπόλοιπο LP αποτελείται από λιγότερο σημαντικές παραλλαγές πάνω σε αυτά τα μοντέλα, αν και υπάρχουν ενθυμητικά κιθαριστικά μέρη σε κάθε τραγούδι, το "Onesimpletask" έχει ένα τρομερό riff και ελάχιστες ψυχεδελικές μπάντες είχαν τόσο αναγνωρίσιμο ήχο.

Onesimpletask (1968)



Οι SRC πήραν το όνομά τους από τον lead singer Scott Richardson Case, αλλά ο σταρ εδώ ακούει στο όνομα Gary Quackenbush και είναι κιθαρίστας. Σε αυτό το άλμπουμ καταφέρνει ό,τι θα ήταν ο πιό διαπεραστικόςστο αυτί τόνος σε κάθε δίσκο της ψυχεδελικής περιόδου και είναι παντού στα οκτώ κομμάτια του δίσκου. Είναι θαύμα που κάτι που ακούγεται έτσι κυκλοφόρησε από μεγάλη δισκογραφική και πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που η Capitol ενέκρινε τέτοια οφθαλμοφανή αδιαφορία για καλή γεύση. Αν και η τραγουδοποιία των SRC θα γινόταν γρήγορα καλύτερη στο επόμενο άλμπουμ τους και φυσικά η κιθάρα επισκιάζει κάθε τι άλλο, αυτά τα τραγούδια είναι πολύ καλά. Το "Onesimpletask" και το "Interval", ιδιαιτέρως έχουν τρομερά σημεία. Οι SRC δεν θα κατάφερναν ποτέ ξανά να πιάσουν την ένταση αυτού του ήχου, αλλά ούτε κανείς άλλος θα μπορούσε. Είναι ένα από τα ελάχιστα άλμπουμ της περιόδου που ακόμα διατηρεί την δύναμη να κάνει έναν νέο ακροατή να σηκωθεί και να φωνάξει "Ουάου"!!

Interval (1968)




Iggy with SRC



Milestones (Capitol ST 134) 3/69



Έχοντας μόλις για κάποιους κριτικούς χάσει με το πρώτο τους LP, οι SRC θα επανόρθωναν την καθυστέρηση στην κατάταξη στην κεφαλή των chart με το follow-up άλμπουμ τους δυνατών ψυχεδελικών επιδρομών, κορυφαίου υλικού και ωραίων φωνητικών από τον ηγέτη τους Scott Richardson. To γκρουπ από το Ντιτρόιτ μετακινείται εντυπωσιακά διαμέσου των "No Secret Destination", "Eye of the Storm" και "Checkmate", από rock, light και heavy και δεσμεύεται για μία θέση στα chart.

Eye of the Storm (1969)



Οι SRC είναι ένα γκρουπ με ήχο που μένει ίδιος σε όλη αυτήν την ηχογράφηση. Είναι σε μέτριο βαθμό ψυχεδελικός και θυμίζει τρία-τέσσερα χρόνια πριν, όταν το όλο ΄ψυχεδελικό΄ πράγμα είχε ξεκινήσει. Με την εξαίρεση του "Bolero" οι SRC έχουν γράψει όλα τα τραγούδια σε αυτό τον δίσκο, μερικά από τα οποία είναι πολύ καλά.

In the Hall of the Mountain King/Bolero (1969)




Γενικά οι συνθετικές τους προσπάθειες είναι ανώτερες από τις εμφανίσεις τους. Αν αυτό οφείλεται στο ότι προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα συγκεκριμένο image ή απλά αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να εμφανίζονται live, είναι κάτι που δεν έχει βρεί απάντηση. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι λίγο μονότονο LP.

Checkmate (1969)



Όπως τα περισσότερα γκρουπ εκείνη την εποχή στο Ντιτρόιτ, (MC5, Amboy Dukes, Grand Funk Railroad, Alice Cooper, Bob Seger System, Frijid Pink, the Up, the Frost, Cactus), έπαιξαν "μεταλλικά", γρήγορα και λειτουργικά και προπάντων heavy.

Up All Night (1969)




Πιό περιεκτικό, αλλά λιγότερο πειστικό από το κάπως stoned ντεμπούτο τους, αποτελείται από κατά κάποιο τρόπο βαρετές μπαλάντες όπως το "Show Me" και το "I Remember Your Face" και όπως ήδη αναφέρθηκε rock θέματα όπως το "Eye of the Storm" και το "Checkmate". Όμως υπάρχουν και δύο κλασικά hard rock, το "No Secret Destination" και το "Up All Night" όπου και στα δύο βρίσκουμε τον Quackenbush στο απώγειό του, με αιχμαλωτιστικά σόλο. H εκδοχή του "In the Hall of the Mountain King" και του "Bolero", αντιμετωπίστηκαν ως κακογουστιά από ορισμένους κριτικούς. (Το "Bolero" αφορά διασκευή στο τραγούδι του Jeff Beck και όχι στο κλασικό του Ravel).



SRC



Traveler's Tale (Capitol SKAO 273) 3/70



Οι SRC έχουν τις ρίζες τους σε δύο κλασικές μπάντες του Ντιτρόιτ, τους the Chosen Few και τους the Fugitives, οι οποίοι έκαναν κάποιες ηχογραφήσεις στην Hideout (δισκογραφική). Οι SRC είναι μία άριστη rock 'n' roll μπάντα και το μοναδικό ψεγάδι σε αυτό το άλμπουμ είναι το τελευταίο τρακ "Offering", που απέχει από την υπόλοιπη μουσική του δίσκου.Δυναμική μουσική, αντιπροσωπευτική της μητροπολιτικής περιοχής Ντιτρόιτ-Ανν Άρμπορ-Φλιντ. Ύστερα από ένα ατύχημα με μηχανή ο Gary Quackenbush είχε αφήσει την μπάντα τον καιρό που ηχογραφείτο αυτό το άλμπουμ στο δικό τους στούντιο. Το μοναδικό του στυλ λείπει, αν και ο αντικαταστάτης του Ray Goodman κάνει αξιόλογη δουλειά προσπαθώντας να το πλησιάσει.

Across the Land of Light (1970)




Το άλμπουμ είναι λίγο πιό hard και πιό progressive από τους προκατόχους του, με πιό διακριτή την παρουσία του οργάνου και μία αξιοσημείωτη επιρροή από τους Who. Το υλικό δεν είναι αντάξιο της μουσικότητάς τους ωστόσο και η φωνή του Richardson ποτέ δυναμική, ούτε βγαίνει πάνω από το δυνατή μουσική. Μαγειρεύουν μερικές εντυπωσιακές ορχηστρικές στιγμές, αλλά δεν ήταν μάλλον το καλύτερο άλμπουμ τους.

Street Without A Name (1970)



Το τρίτο άλμπουμ τους είναι μία εύλογη προσπάθεια να συνεχίσουν την ανάπτυξή τους, αλλά είναι μία μεγάλη απογοήτευση-και όχι μόνο λόγω της αναχώρησης του κιθαρίστα τους Gary Quackenbush. Τα μάλλον φιλόδοξα τραγούδια ακούγονται πολύ σαν το είδος του heavy progressive που ακόμα δεν είχε ανακαλυφθεί, αλλά η τραγουδοποιία εδώ δεν είναι τόσο δυνατή όσο είναι στα πιό μελωδικά τραγούδια του Milestones. Το νέο στυλ επίσης δίνει έμφαση στους περιορισμούς του τρόπου που τραγούδησε ο Case. To Traveler's Tale είναι ένα άλμπουμ στο οποίο θα βρείς μερικές μικρές απολαύσεις, αλλά θα πιεστείς για να θυμηθείς οτιδήποτε από αυτό ακόμα και μετά από αρκετές ακροάσεις.

Scott Richardson Case



Lost Masters (One Way Records OW 29219) 1993



Tο τέταρτο και τελευταίο άλμπουμ των SRC Lost Masters, κυκλοφόρησε το 1993, αποτελούμενο από ακυκλοφόρητο υλικό που είχε κάνει το γκρουπ πίσω στην περίοδο που έλαμψε. Ο Gary Quackenbush έχει επανέλθει στο γκρουπ. Στο μπάσο και στα φωνητικά βρίσκεται ο Richard Haddad, ο οποίος το 1977 σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Λος Άντζελες και ο δίσκος αυτός είναι αφιερωμένος στην μνήμη του.

Love Is Here Now (1993)




Οι SRC ξεθώριασαν όπως ξεθώριασε και η ψυχεδελική περίοδος. Όμως ήταν κάτι πρωτοποριακό και σπάνιο στον καιρό τους, ένα ψυχεδελικό γκρουπ να έχει έναν ήχο που θα χαρακτήριζε την εποχή της progressive rock που μόλις τότε ανέτειλε.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019


J.K. & CO


Suddenly One Summer



Όχι και τόσο γνωστό ψυχεδελικό άλμπουμ, που για κάποιους κριτικούς της εποχής απέτυχε, αν και για εμένα είναι μία πολύ αιχμαλωτιστική και ιδιαίτερα ευήκοη αποτυχία. Η παραγωγή και οι συνθέσεις αυτού του-από την γέννηση έως το θάνατο-έπους στα τέλη της δεκαετίας του '60, επηρεασμένες από το LSD, είναι πολύ ευφάνταστες και το άλμπουμ συγκαταλέγεται ανάμεσα στα καλύτερα concept άλμπουμ αυτών των ψυχεδελικών άλμπουμ της μετά Sgt. Pepper εποχής.

Fly (1968)




Τα τραγούδια όλα γραμμένα από τον Jay Kaye, είναι παράξενα πειστικά και συχνά ευφυή. Η αποτυχία για κάποιους που λέγαμε βρίσκεται στην ερμηνεία, λόγω της μονότονης φωνής του Kaye.

Little Children (1968)



J. K. & Co. – Suddenly One Summer (White Whale - WWS 7117) 1968

Παρά το γεγονός ότι αυτό το άλμπουμ έχει ένα υπέροχο ψυχεδελικό εξώφυλλο και μερικά χαριτωμένα, ονειρικά θέματα, έχει επίσης ένα ανησυχητικό δεσμό με την εξάρτηση από την ηρωίνη που ασυνήθιστα δίνεται από έναν 16χρονο ερμηνευτή, την περίοδο εκείνη που έγραψε και ηχογράφησε.
















Christine (1968)




Μετά τα 40 δευτερόλεπτα του κολάζ ήχου "Break of Dawn" (το οποίο σαν αστείο μπήκε σε EP), το άλμπουμ ανοίγει με το υπέροχο, ταξιδιάρικο "Fly", που βρίσκουμε τον Jay Kaye να τραγουδάει αγγελικά (μάλλον σαν τον Thom Yorke).

Break Of Dawn / Speed / Crystal Ball / Land of Sensations & Delights (1968)




Είναι ένας ακόμα έφηβος που βρίσκεται πίσω από τα εφέ στο κομμάτι αυτό. Ο Robert Buckley, που βοήθησε τον Jay Kaye με πολλές συνθέσεις και ψυχεδελικά εφέ. Το O.D. παρουσιάζει άγριο παίξιμο κιθάρας και πολύ "τρέλα" από ναρκωτικά.

O.D. (1968)




Το "Magical Fingers of Minerva" είναι ένα rock θέμα με εξαιρετικό σιτάρ. Μία ακόμα αξιοσημείωτη αιφνίδια ψυχεδελική επιδρομή αφού ακούγεται παραδόξως σαν το "Puzzle" των Mandrake Memorial, που κυκλοφόρησε 2 χρόνια αργότερα.

The Magical Fingers of Minerva (1968)




Στο "Nobody" υπάρχουν στίχοι όπως "My happiness is in a needle / I will escape for another day", οι οποίοι ξεσήκωσαν αντιδράσεις τότε.

Nobody (1968)




ενώ στο τρακ που κλείνει το δίσκο "Dead" υπάρχει overdubbed ο ήχος από φτυάρι κατά την ταφή.

Dead (1968)



Ένα σκοτεινό αριστούργημα ορχηστρικής ψυχεδελικής pop, που αναπαριστά μουσικά την ζωή ενός ανθρώπου από την γέννηση έως τον θάνατο. Στο δίσκο υπάρχει γραμμένο απόσπασμα από το μεγαλύτερο έργο της Γερμανικής λογοτεχνίας, το Faust, First Part του Goethe:

If once the whole world I could see
On free soil stand
With the people free
Then to this moment might I say
Linger awhile...
So fair thou art




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 13 Μαΐου 2019


HANSON



Hard Rock Funk



Ο Junior Marvin, γνωστός και ως Junior Marvin-Hanson ή Junior Hanson ή Junior Kerr είναι Τζαμαικανός κιθαρίστας και τραγουδιστής. Μένει στην ανάμνησή μας από την δυναμική και αινιγματική συμμετοχή του στους the Wailers του Bob Marley. Μετά τον θάνατο του Marley, συνέχισε να βγάζει άλμπουμ με τους the Wailers. Όμως η καριέρα του είχε ξεκινήσει πιό πριν με την μπάντα Hanson, το 1973. Έχει συνεργαστεί με πολλούς καλλιτέχνες και είναι αξιοσημείωτη η παρουσία του στο θρυλικό άλμπουμ Go (1976), (εδώ λέμε γι'αυτό) του μεγάλου Stomu Yamashta με τον Steve Winwood (με τον οποίο έχει κάνει και άλλες δουλειές) και τον Michael Shrieve. Οι δύο δίσκοι που έβγαλαν έγιναν στην Manticore, η οποία ανήκε στα μέλη του progressive rock γκρουπ Emerson, Lake & Palmer.

Traveling Like a Gypsy (1973)




Ο Junior Hanson είχε εμφανιστεί στην ταινία των the Beatles, Help. Ταξίδεψε στην Αμερική και έπαιξε με τους T Bone Walker και Ike & Tina Turner. Επιστρέφοντας στην Αγγλία είχε την τύχη να προσκληθεί για να παίξει στην θρυλική μπάντα του Keef Hartley. Μετά το Seventy-Second Brave (1972) και το Lancashire Hustler (1973), αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του φτιάχνοντας την δική του μπάντα. Με παραγωγό τον Mario "Big M" Medious, έβγαλαν δύο άλμπουμ, στα οποία η μουσικότητα και η αρτιότητα είναι εμφανείς. Ας τα πάρουμε με την σειρά:



ALBUM BY ALBUM



Now Hear This (Manticore MC 66670)1973



Εδώ έχουμε μία μίξη από funky psych blues-rock. Μία μπάντα από πλούσιους σε ταλέντο μουσικούς.
Ένας χαρισματικός κιθαρίστας με ένα πάθος για μία πιό ελαφριά, jazzy εκδοχή του παιξίματος του Hendrix. Ένα αυλάκι που οργώνει με επιτυχία στο μεγαλύτερο μέρος αυτού του groovy και σχετικά γλυκού άλμπουμ. Αρχίζει με το αλα Funcadelic "Travelling Like A Gypsy" και κατόπιν παίρνει το ύφος ενός τζαμ των Traffic, χωρίς αυτό να αποτελεί έκπληξη, αφού στο φλάουτο βρίσκεται ο Chris Wood και στα congas o Reebop Kwaku Baah.

Mister Music Maker (1973)



Περισσότερο R&B και funky στυλ, παρά rock. Μόνο στο υπέροχο "Smokin' To the Big M" η μπάντα παίζει σαν φωτιά. Ένα tribute στον παραγωγό τους τον Mario "Big M" Medious.

Smokin' To the Big M (1973)



Δεν πρόκειται ασφαλώς για κάτι νέο στην rock σκηνή, αλλά εάν σας αρέσει το αλάθητο παίξιμο στην κιθάρα με ένα groovy, funky vibe, αυτό το άλμπουμ είναι φτιαγμένο για εσάς.

Take You Into My Home (1973)
  



Magic Dragon (Manticore MC 66672)1974



Για το δεύτερο LP o Hanson πήρε τον μελλοντικό μπασίστα των Whitesnake/Black Sabbath, Neil Murray και το αποτέλεσμα είναι σαφώς πιό hard από το ντεμπούτο του. Το κομμάτι που ανοίγει "Rock Me Baby" είναι εμπρηστικό με την θετική έννοια.

Down Into The Magic (1974)



Αλλά δεν είναι μόνο φωτιά και θύελα εδώ μέσα, καθώς το "Boy Meets Girl" είναι ορεκτικά funky. Η μπάντα είναι δεμένη και η κιθάρα του Hanson κάτι παραπάνω από φανταστική.

Boy Meets Girl (1974)



Το άλμπουμ δεν έχει κάποιο killer track, αλλά γενικά πρόκειται για υλικό ανώτερης κλάσης και αποτελεί ακόμα ένα ανεξερεύνητο διαμάντι. Και μην σας ξεγελάει το funky. Η κιθάρα του Junior είναι φονιάς.

Looking At Tin Soldiers (1974)



Τα δύο άλμπουμ των Hanson δεν έκαναν τίποτα σχεδόν στον καιρό τους, με αποτέλεσμα να παραμείνουν άγνωστα για τον πολύ κόσμο. Όμως η μουσικότητα και το ταλέντο μέσα τους είναι φανερά σε όποιον ακούσει και είναι πιθανόν να αποτελέσουν το επόμενο απόκτημα στην συλλογή του.

Love Yer, Need You (1974)



H σελίδα του Junior Hanson βρίσκεται εδώ: http://www.juniormarvinswailers.com/

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης