Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020









CREATION OF SUNLIGHT







Psychedelic Unknowns







Το μοναδικό LP από αυτό το καταπληκτικό σεπτέτο εφήβων από την West Coast της Καλιφόρνια είναι ένα τρανό παράδειγμα του psych-pop ήχου αυτής της μαγικής ακτής. Με μία αίσθηση αισιοδοξίας, δυνατές μελωδίες και δεμένες συνθέσεις (με ενσωματωμένες φωνητικές αρμονίες, fuzz κιθάρα, όργανο, φλάουτο, κάποια χάλκινα και διάφορα ακόμα), είναι ένα πολύ αξιόλογο άλμπουμ με τρομερό επαγγελματισμό από μία τόσο μικρή δισκογραφική όπως ήταν η Windi.

Light Without Heat (1970)





Creation of Sunlight (Windi WS 1001) 10/70





Στοιχεία ψυχεδέλειας και progressive τάσεις αγκαλιασμένα όλα με μία pop ευαισθησία που αλήθεια δεν ακούς εύκολα αλλού. Κατά την προσωπική μου άποψη, μουσικά είναι πολύ πιο καλοί από τους Straberry Alarm Clock.

David (1970)





Ένα γκρουπ που ξεκίνησε από το Long Beach στην Καλιφόρνια. Το 1968 έβγαλαν ένα άλμπουμ ως Sunstroke (το οποίο δεν υπάρχει τρόπος να βρεθεί). Μετά έκαναν ένα 7'' με το όνομα Sunlight, που περιέχει δύο τραγούδια που ενώ υπάρχουν σαν τίτλοι στο LP, δεν είναι τα ίδια.

In the Middle of Happy (1970)





Όμορφες μελωδίες και χαρούμενο τραγούδισμα δένονται με τις συνθέσεις προσφέροντας στον ακροατή αληθινό θησαυρό. Το ομώνυμο άλμπουμ των Creation of Sunlight περιέχει 10 τραγούδια και είναι υπέροχα, με όργανο και fuzz κιθάρα, ενώ σου δίνουν την αίσθηση ότι ταξιδεύεις δίπλα στην θάλασσα μια καλοκαιρινή μέρα.

Sometimes a Woman (1970)





Ένας περιορισμένος αριθμός από κόπιες τυπώθηκε. Οι ορίτζιναλ κόπιες, εφόσον υπάρξουν συνήθως κυμαίνονται ανάμεσα στα 1500 - 2000 δολάρια. Το γκρουπ έγινε όμως πολύ δημοφιλές όταν εμφανίστηκε στο Whisky a Go Go στα τέλη του 1969. Θυμίζουν τους Strawberry Alarm Clock εξαιτίας του τρόπου που ακούγεται το όργανο και η fuzz κιθάρα.

Colors of Love (1970)





Το υλικό είναι λίγο επαναλαμβανόμενο, πράγμα που μας αρέσει με highlights τα: "David", "Light Without Heat" και "In the Middle of Happy" να παίρνουν διαστάσεις κλασικών.







Το LP αναγγέλθηκε ως νέα κυκλοφορία στο Billboard προς τα τέλη του 1970, αλλά τα μέλη της μπάντας είπαν ότι εμφανίστηκε πολύ νωρίτερα (1 χρόνο πριν).

Judy in Disguise (1970)





Όπως και να 'χει αυτός ο αγνός, καθάριος ήχος που με πηγαίνει σίγουρα στο 1967, μπορεί να ακούγεται ξεπερασμένος σε όσους το ακούνε τώρα, αν και νομίζω ότι θα στέκεται υπέροχα ακόμα και μετά από άλλα πενήντα χρόνια.

Επάνω: Carl Estrella (lead guitar), Bob Morgan (ντραμς), Jerry Griffin (keyboards, φωνητικά)
Κάτω: Gary Young (lead vocals), Ron Clark (κρουστά, φλάουτο, σαξόφωνο), Don Sain (ρυθμική), Steve Montague (μπάσο)
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020






THE COMFORTABLE CHAIR






Psychedelic-Tinged Sunshine Pop





Αυτό το γκρουπ ισχύει ότι το ανακάλυψε ο Jim Morrison. Αυτό το γκρουπ έβγαλε ένα LP σε παραγωγή των John Densmore και Robby Krieger. Αυτοί ναι, ήταν μέλη των The Doors. Και έκαναν την παραγωγή σε ένα πολύ λαμπρό άλμπουμ. 

Some Soon, Some Day (1968)




The Comfortable Chair (Ode Z 12-44005) 11/68





Οι Chair αποτελούνταν από έξι αγόρια και ένα κορίτσι και είχαν ένα πολύ ευχάριστο ήχο. Βασικά το οπλοστάσιο τους είχε soft-rock και ήταν πολύ καλοί σε αυτό. Ωστόσο αρκετά κομμάτια έχουν παρόμοιο ήχο, πράγμα που προσωπικά δεν με χαλάει και πολύ.

I'll See You (1968)





Ένα υπερβολικά χαλαρό και χαλαρωτικό σετ από τραγούδια για να ακούσει κανείς, το ομώνυμο με το άλμπουμ γκρουπ αποτελούσαν 6 αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο ήχος μία πολύ βολική και χαλαρωτική μίξη folk-rock με χαρακτηριστικό τους τις πανέμορφες φωνές των lead singers Barbara Wallace και Bernie Schwartz.

Stars in Heaven (1968)





Ξεκινούν όμορφα με το "Ain't No Good No More" και συνεχίζουν με τέτοια ευχάριστα κομμάτια σαν τα "Be Me" και "Some Soon-Some Day".

Ain't No Good No More (1968)





Αν και όλη η μουσική στο άλμπουμ έχει γραφτεί από τα μέλη του γκρουπ αυτά τα τρία τρακς που ανέφερα είναι συνδυασμός των Bernie Schwartz, Tad Baczek και Gene Garfin και είναι με άνεση στα καλύτερα που βρίσκονται μέσα σε αυτό. Όχι ότι τα υπόλοιπα δεν αξίζουν. Μπορείτε άνετα να ακούσετε τα πάντα, τα κομμάτια είναι μικρά σε διάρκεια. Η ηχογράφηση έχει πολύ καλή παραγωγή και υπάρχει ένας αέρας αυτοπεποίθησης για ό,τι βρίσκεται μέσα στο LP.

Be Me (1968)





Για ένα γκρουπ που ανακάλυψε ο Jim Morrison και έκαναν την παραγωγή στο άλμπουμ τους οι John Densmore και Robby Krieger, μιλάμε ότι βρισκόμαστε εμπρός σε ένα τραγικά υποτιμημένο άλμπουμ. Η καλοτραβηγμένη φωτογραφία στο εξώφυλλο φωνάζει harmony pop, αλλά μάλλον είναι παραπλανητική.

Loved It All (1968)





Ακούγονται σαν μία άλλη έκδοση Peanut Butter Conspiracy ή Great Society, με μία κοπέλα (Barbara Wallace) να έρχεται φωνητικά κοντά στην πρώτη τραγουδίστρια των Airplane, Signe Anderson. Το LP είναι γεμάτο φιλικά προς τα ερτζιανά κομμάτια, με θαυμάσιο παίξιμο από τα μέλη του γκρουπ και πολύ ευχάριστα φωνητικά. Η παραγωγή είναι αψεγάδιαστη (επόμενο δεν είναι;) και με αφήνει προβληματισμένο τόσο η εμπορική του αποτυχία, όσο και η λησμονιά που ακολούθησε.

Child's Garden (1968)





Περισσότερο θα το θυμούνται όσοι έχουν ασχοληθεί σαν ένα άλμπουμ που την παραγωγή έκαναν δύο μέλη των The Doors, αλλά εδώ έχουμε ολοφάνερα μία δουλειά που πατάει γερά στα δικά της πόδια. Πλην του τρακ που ανοίγει το άλμπουμ, "Ain't No Good No More", με παραμόρφωση στο riff του οργάνου και μάλλον ερασιτεχνική αίσθηση, τα υπόλοιπα είναι ονειρικές μπαλάντες με μία απόκοσμη και μάλλον ταξιδιάρικη αίσθηση. Το πιο heavy "Be Me" που ανοίγει την Β' πλευρά είναι ένα από τα καλύτερα θέματα.

Princess (1968)





Οι The Comfortable Chair, αμέσως μετά την υπογραφή τους στην Ode Records του Lou Adler, πήραν μέρος σε μία ταινία της εποχής με τίτλο How To Commit Marriage, παίζοντας ένα folk-rock γκρουπ από χίπις και ένα τραγούδι που έπαιξαν σε αυτήν μπορείτε να δείτε εδώ:

Let Me Through (1968)





Ένα μήνα μετά υπέγραψαν στην νεοσύστατη εταιρεία Bliss, που ανήκε στα δύο μέλη των The Doors, κάνοντας ένα single, "Be Me" / "Some Soon, Some Day". Το άλμπουμ ακολούθησε τον Νοέμβριο, αποσπώντας καλές κριτικές, αλλά παρέμεινε στα ράφια καθώς δεν είχε ζήτηση (τι να πει κανείς;)

Pale Night of Quiet (1968)





Το 1969 οι μέρες των χίπις είχαν παρέλθει και ο λόγος ύπαρξης του γκρουπ σταμάτησε να υπάρχει. 
Το άστρο των The Comfortable Chair με δυσκολία έλαμψε, όμως η μουσική τους θα ζήσει για πάντα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 

Τρίτη 14 Απριλίου 2020






CHRISTOPHER






Psychedelic Unknowns







Μία μεγάλη σπανιότητα, καθώς και ένας από τους καλύτερους rock δίσκους της εποχής. Πολλοί θα διακρίνουν βαριά επιρροή από Jefferson Airplane χωρίς γυναικεία φωνητικά και όχι άδικα όπως θα διαβάσετε παρακάτω. Όμως η μουσική που έπαιξαν είχε το δικό τους στίγμα, που ξεχώριζε. Δεν είναι όλα τα τραγούδια ισάξια, αλλά μιλάμε για ένα δεμένο και καλά φτιαγμένο δίσκο που έκανε αίσθηση στους συλλέκτες, αλλά και στους λάτρεις της ψυχεδελικής rock.

In Your Time (1968)






 Οι Christopher σχηματίστηκαν το 1968 στο Χιούστον και αρχικά ήταν γνωστοί ως United Gas. Τα ορίτζιναλ μέλη της μπάντας ήταν οι Doug Tull (ντραμς), Doug Walden (μπάσο και φωνητικά) και Richard Avitts (κιθάρα και φωνητικά). Οι Tull και Avitts συναντήθηκαν το 1966 στο Χιούστον, ενώ ο Avitts έπαιζε σε τοπικά κλαμπ σε R&B γκρουπ. Ο Avitts ήταν επηρεασμένος από καλλιτέχνες όπως οι Bobby Bland, Roy Head, Mickey Gilley και άλλους. Ο Tull κάθισε μία βραδιά στα ντραμς και τελικά έγινε μόνιμος ντράμερ για την μπάντα. Όμως ο Tull ενδιαφερόταν περισσότερο για τα πάρτι και τις γυναίκες παρά να εξελίξει τις ικανότητες του στα ντραμς, με αποτέλεσμα ο πιο σοβαρός μουσικός Avitts σύντομα να πάει σε άλλο γκρουπ.

Dark Road (1968)





Το 1967 ο Tull επικοινώνησε με τον Richard με σκοπό να οργανώσουν ένα ΄Power Group΄ που θα απαρτιζόταν από άτομα με δημιουργικό ενδιαφέρον και μουσικό στυλ. Ο Tull εκείνη την περίοδο είχε φιλία με τον Jorma Kokonen των Jefferson Airplane και αφού έκαναν τζαμ, ο Richard πείστηκε ότι το πεπρωμένο του ήταν να κάνει μουσική με δικό του σχήμα όπου ο ίδιος θα είχε τον έλεγχο. Ο Tull επιστράτευσε έναν μπασίστα που λεγόταν Leon Rudnicki, τον οποίο ο Avitts περιγράφει ως "ένας ιδιαίτερα παθητικός χίπι". Ο Leon είχε αρχίσει να γράφει μερικά δικά του τραγούδια αλλά δεν τραγουδούσε. Ήταν τότε που ο Doug Walden, ένας πολύ χαρισματικός τραγουδιστής εμφανίστηκε και γέμισε τις θέσεις τραγουδιστή αλλά και μπασίστα.
Τα τρία μέλη θα έφτιαχναν ένα ρεπερτόριο με το οποίο θα κέρδιζαν δημοφιλία σε μία περιοχή στο κέντρο του Χιούστον γνωστή ως "Allens Landing". Άλλες αξιοσημείωτες μπάντες στην ίδια περιοχή ήταν οι The Thirteenth Floor Elevators, οι The Moving Sidewalks, o Johnny Winters και οι Paul Revere & The Raiders. Ο ιδιοκτήτης ενός από τα κλαμπ που έπαιζαν, ενδιαφέρθηκε γι'αυτούς και με τις διασυνδέσεις που είχε κατάφεραν να αρχίσουν τις ηχογραφήσεις.

Magic Cycles (1968)





Μέσα σε μικρή χρονική περίοδο οι Walden και Avitts άρχισαν να γράφουν και να συνθέτουν το δικό τους υλικό, με την ελπίδα να κάνουν ένα συμβόλαιο. Μετακόμισαν στο Λας Βέγκας όπου ο ιδιοκτήτης του κλαμπ που αναφέρθηκε, είχε κανονίσει να κάνουν μία demo ηχογράφηση, την οποία θα έδινε στις δισκογραφικές. Οι Christopher άνοιξαν για τους Three Dog Night την περίοδο που βρίσκονταν στο Λας Βέγκας.
Η Metromedia τους πρόσφερε διετές συμβόλαιο. Η μπάντα συνέχισε να παίζει ως United Gas. Με πρόταση της Metromedia άλλαξαν το όνομα τους, λόγω ομοιότητας με τους Pasific, Gas and Electric. Ύστερα από πολύ σκέψη εμφανίστηκαν με το Christopher, από τον Saint Christopher, χωρίς την αγιότητα του.

Beautiful Lady (1968)





Ο Walden και ο Avitts πίστεψαν ότι οι Christopher ήταν μία βαθιά θρησκευτική μπάντα και προσπάθησαν να μεταφέρουν την πνευματικότητα μέσω της μουσικής τους. Τα sessions για την ηχογράφηση άρχισαν την άνοιξη του 1969, αλλά πήγαν πίσω από την εμπλοκή του Tull με τα ναρκωτικά. Εκείνη την περίοδο ο Tull αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Τότε εκδιώχθηκε από το γκρουπ. Και το γκρουπ προσέλαβε δύο ντράμερ για να τελειώσει τα sessions.

The Wind (1968)





Αφού ολοκληρώθηκαν τα sessions οι Christopher επέστρεψαν στο Τέξας για να προμοτάρουν το άλμπουμ τους με τον Terrence Hand στα ντραμς και έκαναν αρκετές εμφανίσεις στο Σαν Αντόνιο και στο Χιούστον. Ο Tull επέστρεψε στο Χιούστον και πήγε σε μία μπάντα που λεγόταν Josephus.

Queen Mary (1968)





Ενώ ήταν στο Λος Άντζελες οι Walden και Avitts συνέχισαν ως Christopher, παίζοντας σε διάφορα πάρτι και συναυλίες. Το 1970 ο Avitts επέστρεψε στο Χιούστον και συνέχισε να παίζει για αρκετά χρόνια. Τελικά εγκαταστάθηκε εκεί με μία σταθερή δουλειά, παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Ο Doug Walden ζει στην Οκλαχόμα και πριν κάποια χρόνια έπαιζε σε μία blues μπάντα. Ο Doug Tull αυτοκτόνησε και τα ίχνη του Terrence Hand έχουν χαθεί.

Disaster (1968)





Η Metromedia κυκλοφόρησε 1000 άλμπουμ, που από τότε έχουν έρθει ξανά στην επιφάνεια σε CD και LP στην Ευρώπη. Αυτές οι κυκλοφορίες δεν είναι εγκεκριμένες. Η Gear Fab Records έκανε μόνο ένα CD εγκεκριμένο από το γκρουπ, που παρείχε και όλες τις πληροφορίες γι αυτό, που γράφονται μέσα στις εσωτερικές σημειώσεις.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020






GRAFFITI





Psychedelic Unknowns






Κάποιοι δίσκοι ενώ ήταν καινοτόμοι και επιδραστικοί, ποτέ δεν βρήκαν την απήχηση που τους άξιζε. Ένας τέτοιος είναι και ο δίσκος των Graffiti. Σε γραφή στο μεγαλύτερο μέρος από τον Steve Benderoth (μπάσο) και με την συνδρομή των George Strunz (lead guitar), Tony Taylor (lead singer), με την βοήθεια του Richie Blakin (ντραμς) και Jon St. John (ρυθμική κιθάρα) διακρίνουμε μία έντονη ψυχεδελική αίσθηση, με fuzz κιθάρα και παραμόρφωση, όργανο και ηχητικά εφέ.

The Capture of Me (1968)





Graffiti (ABC S 663) 11/68





 Η πολυπλοκότητα του ήχου που παράγουν τους κάνει να ξεχωρίζουν. Ατομικά κάθε ένας από τους μουσικούς είναι απίστευτος. Συνδυάζοντας τις δυνάμεις τους, πράγματι θα σήμαινε ότι ακούγονται ακόμα καλύτεροι, πράγμα που δεν συναντούμε σε πολλά γκρουπ. Ο George Stunz, o Steve Benderoth και ο Tony Tailor γράφουν τόσο καλά, όσο καλά παίζουν και έχουν φτιάξει μερικούς συναρπαστικούς ήχους σε αυτό το άλμπουμ. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι το "Cold Water", το οποίο εκτός του ότι είναι ένα φοβερό μουσικό κομμάτι, μεταφέρει περισσότερα από ένα επιφανειακό νόημα στον ακροατή.

Cold Water (1968)





Ένα υποτιμημένο ψυχεδελικό διαμάντι με δημιουργική γραφή στα τραγούδια του και μία μεγάλη ποικιλία στο lead παίξιμο της κιθάρας (wah-wah, fuzz, flowing jazz, backwards, hard). Που και που μοιάζουν πολύ σοβαροί, όμως οι δημιουργικές τους συνθέσεις και η επίμονη γραφή στα τραγούδια σε αποζημιώνει. Τα τραγούδια ποτέ δεν μένουν ΄ακίνητα΄. Υπάρχουν μέσα τους πολυπλοκότητες τόσο στο παίξιμο που θυμίζει jazz, όσο και στη διεύρυνση των ακουσμάτων που προσφέρουν. Σε κάποια σημεία προμηνύουν progressive με την φρενήρη δόμηση τους.

Love in Spite (1968)





 Για παράδειγμα ακούστε το "The Capture of Me", που ρέει από μία σύντομη εισαγωγική και πολύ αιχμαλωτιστική χορωδία σε ένα ακόμα πιο μελωδικό μεσαίο μέρος, σε ένα σαν raga σόλο, πίσω στην χορωδία και συνέχεια σε ένα jazz σόλο και όλο αυτό χωρίς δευτερόλεπτο να χαθούν ή να ΄σκορπίσουν΄.

Father Protector (1968)





Ένα είδος δίσκου που πετάει ένα φρενιασμένο σόλο, ένα ειδικό εφέ που σου μένει στη μνήμη ή μία φράση που σου έρχεται συνέχεια στο μυαλό απλά όταν το χρειάζεσαι. Για παράδειγμα το τραγούδισμα στο κομμάτι που κλείνει "Ugly Mascara" που έχει κάποια μέρη που σε τρομάζουν, το "Jingle Jangle Woman" με το στερεοφωνικό εφέ στο σολάρισμα της κιθάρας.

Ugly Mascara (1968)





Ένα καλό άλμπουμ, ένα από τα καλύτερα άγνωστα ψυχεδελικά άλμπουμ σε μεγάλη εταιρεία εκείνης της εποχής και ένα πολύ ικανοποιητικό άκουσμα.

New Life (1968)





Μερικές κόπιες πάσχουν από τυπογραφικό λάθος που έχουν και παίζει δυο φορές το "Girl on Fire", ενώ έχει παραληφθεί το "The Capture of Me". Το κακό είναι πως δεν μπορείς να διαπιστώσεις αν η δική σου κόπια είναι σωστή αν δεν την ακούσεις.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 12 Απριλίου 2020





THE RAINCOATS





Punk Rock Pioneers (Part 3)







"I think music has reached an all-time low...except for the Raincoats"

John Lydon, Trouser Press, 1980

"When I listen to the Raincoats I feel as if I'm a stowaway in an attic, violating and in the dark. Rather than listening to them I feel like I'm listening in on them. We're together in the same old house and I have to be completely still or they will hear me spying from above, and if I get caught-everything will be ruined because it's their thing. They're playing their music for themselves. It's not as sacred as wiretapping a Buddhist monk's telephone or something because if the Raincoats really did catch me, they would probably just ask me if I wanted some tea...
'I really don't know anything about the Raincoats except that they recorded some music that has affected me so much that, whenever I hear it I'm reminded of a particular time in my life when I was (shall we say) extremely unhappy, lonely, and bored. If it weren't for the luxury of putting on that scratchy copy of the Raincoats' first record, I would have had very few moments of peace".

Kurt Cobain, June 1993, εσωτερικές σημειώσεις στην επανέκδοση σε CD του πρώτου άλμπουμ των The Raincoats


Off Duty Trip (1979)





Θα ήταν δύσκολο να σκεφτεί κανείς άλλη μπάντα που να έχει εμπνεύσει τέτοιους λαμπρούς επαίνους τόσο από μεγάλες φιγούρες της punk όσο και της grunge. Για να μπερδέψουμε λίγο τα πράγματα, να πούμε ότι οι The Raincoats δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου punk μπάντα. Η μουσική τους ξεφεύγει εύκολα από την κατηγοριοποίηση και τον μιμητισμό. Γυναικεία punk? Post-punk? Folk-jazz-dub-new wave? Μία γέφυρα ανάμεσα στο ήρεμο πρόσωπο των Velvet Underground και των μετέπειτα riot grrrls? Πολλοί ακολουθούν τον εύκολο τρόπο, απλά σηκώνουν τα χέρια και τις περιγράφουν ως αλλόκοτες-ένα επίθετο που ποτέ δεν έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο στους κριτικούς της rock, όσο στις κριτικές για τις The Raincoats.

The Void (1979)





Παρά τους επαίνους από τα underground περιοδικά και τους μετέπειτα grunge σούπερσταρ, οι The Raincoats ποτέ δεν έκαναν μουσική που να βρήκε θέση στα chart ή στα ερτζιανά. Ιδιαίτερα αισθητό είναι αυτό στην Αμερική, όπου δύο από τα τρία άλμπουμ που έκαναν ανάμεσα στο 1979 και 1984 ποτέ δεν κυκλοφόρησαν μέχρι τα μέσα των 90'ς. Ένα live σετ της ίδιας περιόδου εμφανίστηκε μόνο σε κασέτα. Αλλά για το μικρό τους cult κοινό, το γκρουπ δεν ήταν ένα ακόμα παράξενο Αγγλικό indie new wave γκρουπ. Ενέπνευσαν αισθήματα αφοσίωσης σχεδόν σαν να ήταν οικογένεια, με τον απροσποίητο εκλεκτισμό τους, εμπνέοντας μουσικούς χωρίς πείρα να ηχογραφήσουν την δική τους ιδιόμορφη μουσική. Κάποιοι από αυτούς τους άπειρους μουσικούς, αντίθετα με τις The Raincoats, τελικά έγιναν σταρ. Δύο από αυτούς ήταν η Kim Gordon των Sonic Youth και ο Curt Cobain, ο οποίος στα 90'ς είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στο να αναβιώσει αρκετά το ενδιαφέρον για τις Raincoats, ώστε το γκρουπ να αρχίσει ξανά τις περιοδείες και τις ηχογραφήσεις μετά από απραξία μίας δεκαετίας.

In Love (1979)






Το να παίξουν μουσική, ωστόσο απείχε σαν σκέψη στο μυαλό της Gina Birch και της Ana da Silva, όταν συναντήθηκαν και γνωρίστηκαν στο Λονδίνο ως φοιτήτριες. Το κλίμα της punk έκανε τις ασυμβίβαστες all-female μπάντες ή τις μπάντες στις οποίες επικρατούσε το γυναικείο φύλο, όπως οι The Slits, οι X-Ray Spex και οι Au Pairs να ξεχωρίζουν ακόμα περισσότερο. Τα κορίτσια πήραν την απόφαση να σχηματίσουν μία μπάντα, αν και ούτε η Birch (που αγόρασε ένα μπάσο) ούτε η da Silva (που κατέληξε στην κιθάρα) ήταν μουσικοί.
"Καμία μας δεν θα ονειρευόταν ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια ότι θα κάναμε κάτι τέτοιο αν δεν ήταν στη μέση η punk" παραδέχεται η Birch. "Πραγματικά μάθαμε μουσική ανάμεσα στο κοινό. Πιστεύαμε σε ένα είδος punk δεοντολογίας. Νομίζω ότι μας έγινε ξεκάθαρο πολύ γρήγορα ότι πολλοί άνθρωποι φαίνονταν να πιστεύουν σε αυτό, αλλά δεν το έκαναν πράξη. Δεν συνειδητοποιήσαμε ότι τόσοι πολλοί από τους μουσικούς εκείνους ήταν στην πραγματικότητα φανταστικοί μουσικοί. Πιστεύαμε τον τύπο που έλεγε, ότι απλά πιάνεις ένα όργανο και μαθαίνεις τρία ακόρντα και βλέπεις".
Τον καιρό που ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ για την Rough Trade το 1979, ωστόσο δεν ακούγονταν σαν συνηθισμένο, τυπικό γκρουπ. Η με κλασική εκπαίδευση παίκτρια του βιολιού Vicky Aspinal διαβεβαίωσε ότι οι The Raincoats θα ξεχώριζαν από την τυπική punk (ή στην πραγματικότητα την τυπική rock) μπάντα, όπως είχε κι ο John Cale κάνει σε κάποιο βαθμό για τους Velvet Underground με την βιόλα του στα 60'ς.






Η ντράμερ Palmolive ήρθε από μία από τις αγαπημένες Αγγλικές μπάντες, τις The Slits, για να βοηθήσει να καθιερωθεί αυτό το άρρυθμο, το απροσδόκητο που θα αποτελούσε το σήμα κατατεθέν των Raincoats. Επηρεασμένη από την dub reggae η Birch χρησιμοποίησε το μπάσο της για να μεταφέρει την μελωδία πιο πολύ, παρά απλά για να διατηρήσει τον ρυθμό.
Η Birch και η da Silva χώρισαν την δουλειά στα φωνητικά και στην τραγουδοποιία και έγραψαν τραγούδια που στο μυαλό τους θεωρούσαν pop κλισέ. Αντί να περιγράψουν συναισθήματα στα ίσα ή να κάνουν κοινωνικά σχόλια, οι The Raincoats πρόσφεραν ένα είδος που επέτρεπε τον ελεύθερο συνειρμό και δεν περιέγραφε καταστάσεις, παρά προξενούσε διάφορες εικόνες στο μυαλό. Ενώ αντανακλούσαν φεμινιστικές ανησυχίες (όπως στο "Off Duty-Trip", το οποίο περιγράφει τον βιασμό μίας γυναίκας από ένα στρατιώτη), τα τραγούδια ήταν δυσνόητα και απαιτούσαν χρόνο για να καταλάβει κανείς το νόημα τους. Αυτό με την σειρά του συνεχίζει για να εξηγήσει την φύση του κοινού των The Raincoats που δεν ήταν η φύση των πολλών ανθρώπων. Οι φαν των The Raincoats στην πλειοψηφία τους έχουν περάσει πολύ χρόνο με τους δίσκους τους.

You're a Million (1979)






"Το υλικό της Ana είναι περισσότερο συνοπτικό και ποιητικό", τονίζει η Birch. "Μπορείς να το γευθείς και να πάρεις διάφορες γεύσεις κάθε φορά. Μπορείς να έχεις διαφορετικά συναισθήματα ή εικόνες από αυτό και μπορεί να βρεις την δική σου ερμηνεία μέσα. Νομίζω πως ό,τι εγώ γράφω είναι πιο συγκεκριμένο. Ενδιαφέρομαι περισσότερο για κάτι αιχμηρό, άμεσο, συμπαγές και πνευματώδες-μου αρέσει πολύ η ιλαροτραγωδία. Μου αρέσει όλα να γίνονται γρήγορα και άμεσα. Μου αρέσει τα πράγματα να έχουν απήχηση. Είναι πολύ σημαντικό. Αλλά αυτή είναι μία πολύ θεμελιώδης διαφορά υποθέτω".
Καθώς οι μπάντες που αποτελούνταν μόνο από γυναίκες (all-female bands) ήταν καινοτομία εκείνη την εποχή (όπως ακόμη είναι σε πολύ μικρότερο βαθμό στις μέρες μας), οι Raincoats "τσουβαλιάστηκαν" με άλλες Αγγλικές γυναικείες punk/new wave μπάντες από τους κριτικούς. H Birch παραδέχεται ότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα των The Raincoats ήταν "το γεγονός ότι ήμασταν γυναίκες και το γεγονός ότι είχαμε κάποια αμυδρή ιδέα για το τι ζητούσαμε σαν γυναίκες, υποθέτω. Θέλαμε να είναι διαφορετικά τα πράγματα. Δεν θέλαμε να πρέπει να φοράμε μίνι και να έχουμε υπέροχα πόδια για να πείθουμε τον κόσμο ότι αυτό που κάναμε ήταν καλό. Όχι ότι είμαι εναντίον όσων κάνουν αυτό το πράγμα, αλλά θέλαμε να είμαστε αυτό που θέλαμε. Είναι αστείο, αλλά υπήρχαν σειρές από άρθρα για γυναίκες στη μουσική εκείνη την εποχή σε γυαλιστερά περιοδικά. Και θα είχαν φωτογραφίες από όλες εκείνες τις all-female μπάντες και όλες θα έδειχναν τρομερά γκλάμουρους. Και υπήρχε και μία φωτογραφία δική μας με αστείες παλιές πυτζάμες που φαινόμασταν λες και μόλις σηκωθήκαμε από το κρεβάτι και δεν είχαμε ούτε χτενιστεί. Ήταν σαν πρόδρομος του τι θα συνέβαινε μερικά χρόνια αργότερα, με τα riot grrls. Αυτή ήταν η εικόνα που είχαμε".

Lola (1979)






Μετά το πρώτο άλμπουμ, η Palmolive έφυγε (τελικά πήγε σαν πιστή στους Ευαγγελιστές στο Τέξας), αφήνοντας την μπάντα χωρίς ντράμερ για λίγο. Η μπάντα μετέφερε λαθραία (κάποια ασυνήθιστα όργανα που είχαν αγοράσει στην Νέα Υόρκη) από το τελωνείο και τα χρησιμοποίησαν για να διευρύνουν το ηχητικό τους εύρος στο επόμενο άλμπουμ, Odyshape. Αυτό το σετ ίσως είναι η καλύτερη εικονογράφηση του πόθου των The Raincoats για να ηχογραφήσουν ήχους που ξεπηδούν από την ίδια την Δημιουργία. Μία ποιότητα που τις έκανε ιδιαίτερα αγαπητές σε φαν όπως η Kim Gordon, που περιέγραψε το γκρουπ (στις εσωτερικές σημειώσεις της επανέκδοσης σε CD του Odyshape) ως "συνηθισμένοι άνθρωποι παίζουν ασυνήθιστη μουσική".
Περισσότερα μας λέει ο Mayo Thompson (βλέπε Red Crayola), που βοήθησε στην παραγωγή του πρώτου άλμπουμ τους, "Ήταν εκείνο το στοιχείο, εκείνη η αίσθηση που οδηγεί κάποιον να κάνει μουσική σε πρώτο πλάνο και η όλη ιδέα ότι η μουσική με κάποιο τρόπο μαλακώνει το άγριο κτήνος, που βρίσκεται μέσα μας και έχει να κάνει με τον τρόπο που αισθανόμαστε. Οι The Raincoats δεν προσπαθούσαν να πείσουν κανένα για το ποιες ήταν ή τι είδους άνθρωποι ήταν ή κάτι τέτοιο".

Dancing in My Head (1981)






Η Birch συμφωνεί ότι οι The Raincoats ήταν ασυνήθιστες στο πως "αφήναμε να γίνουμε πολύ ευάλωτες κατά κάποιο τρόπο. Ποτέ δεν ήμασταν ούτε κοντά στην σκέψη της showbiz. Παρακολουθώντας μας ήταν σαν να παρακολουθείς μία διαδικασία που το κοινό αισθάνθηκε προνομιούχο να έχει την ευκαιρία να κατασκοπεύσει θα έλεγα. Είδα τον Tricky πρόσφατα και όταν ήταν πάνω στη σκηνή, αισθάνθηκα ότι υπήρχε ένας αόρατος τοίχος και ότι νόμιζε ότι βρισκόταν στο χώρο που έκανε πρόβες. Συζητούσε με τα άλλα μέλη της μπάντας. Εδώ υπάρχει κάτι τελείως αντίθετο στην showbiz".
Οι The Raincoats ήταν αρκετά δαιμόνιες ώστε να απορρίψουν τους περιορισμούς της mainstream punk-αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό τον όρο-και να επεκταθούν σε κάθε διαφορετική κατεύθυνση.

Family Treet (1981)






Τον καιρό του τρίτου άλμπουμ τους ωστόσο, Moving (1984), ηχογραφημένο στο μεγαλύτερο μέρος με ντράμερ τον Richard Dudanski, ο εκλεκτισμός τους απείλησε την σταθερότητα της μπάντας. "Η φόρμουλα, ή μάλλον η έλλειψη μίας φόρμουλας, έφτασε σε κρίσιμο σημείο σε αυτό το άλμπουμ", γράφει η Vicki Aspinall στις εσωτερικές σημειώσεις στην επανέκδοση σε CD του δίσκου. "Προσπαθώντας να συμπεριλάβουμε επιρροές τόσο διαφορετικές όπως Αφρικανική μουσική, funk, Cajun, Abdullah Ibrahim και την πάντοτε παρούσα reggae στο φάσμα του post-punk ήταν δύσκολο να βγει και στο τέλος μας έβγαλε εμάς εκτός".
Οι The Raincoats διαλύθηκαν αμέσως μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ.

Rainstorm (1984)





"Υποστηρίζαμε την ισότητα", λέει η Birch. "Νομίζω ότι ένα από αυτά που μας έκαναν να υποφέρουμε ήταν το ότι όλες ήμασταν ισοδύναμες και αλήθεια προσπαθήσαμε να είμαστε δημοκρατικές στον υπερθετικό βαθμό. Αυτό ήταν πολύ επίπονο πολλές φορές. Θυμάμαι όταν ο Green των Scritti Politti ανακοίνωσε, πιθανώς γύρω στο 1980, ότι πρόκειται να γίνει ηγέτης του γκρουπ και ότι οι υπόλοιποι θα κάνουν ότι τους πει. Σκεφθήκαμε ότι αυτό ήταν ότι πιο σοκαριστικό είχαμε ακούσει ποτέ!" λέει γελώντας. "Αλήθεια είχαμε προσπαθήσει να γίνουμε απίστευτα δημοκρατικές, πράγμα που σήμαινε ότι ωριμάζαμε ξεχωριστά ή αλλιώς ότι οι επιρροές μας γίνονταν ολοένα και διαφορετικές, που καταλήξαμε να μην μπορούμε να λογοκρίνουμε τους εαυτούς μας. Γίναμε ένα γκρουπ χωρίς καμία αίσθηση λογοκρισίας".

Dreaming in the Past (1984)






Η Birch συνέχισε για να παίξει σε ένα από τα πολλά lineup των Red Krayola (με ηγέτη τον Mayo Thompson) και σχημάτισε μία πιο pop προσανατολισμένη μπάντα τους Dorothy με την Aspinall. Τελικά η Birch στράφηκε στις ταινίες και στα βίντεο (σκηνοθέτησε κλιπ για τους The Pogues, New Order και τις ίδιες τις Raincoats). H Aspinall ξεκίνησε μία εταιρεία. Η Ana da Silva έκανε συνθέσεις για χοροθέατρο και μία τηλεταινία. Όταν εντοπίστηκε το 1993 από τον Jason Cherkis του Option, δούλευε σε ένα μαγαζί με αντίκες λίγα τετράγωνα μακριά από τα γραφεία της Rough Trade. "Η δουλειά δεν την εμπνέει", έγραψε ο Cherkis. "H Da Silva...βλέπει σαν ανοησία να επανενωθούν οι The Raincoats".

Honey Mad Woman (1984)






Ήταν σε αυτό το μαγαζί με τις αντίκες ωστόσο που η Da Silva προσεγγίστηκε από τον Curt Cobain και την γυναίκα του Courtney Love. (Οι Hole έχουν διασκευάσει ένα τραγούδι από το πρώτο άλμπουμ των The Raincoats, το "The Void"). Τα πρώτα τρία άλμπουμ των The Raincoats επανεκδόθηκαν σε CD. H Birch και η da Silva μαζί με την παίκτρια του βιολιού Anne Wood και τον ντράμερ των Sonic Youth, Steve Shelley, έκαναν από μία εμφάνιση σε Αγγλία και Αμερική. Μετά ζητήθηκε από τις The Raincoats να κάνουν support στους Nirvana σε μία περιοδεία τους στην Αγγλία. Το μια κι έξω reunion, έγινε αναβίωση της μπάντας που τώρα είχε ένα συμβόλαιο με την DGC Records.
Η Birch μιλάει για την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το γκρουπ."Είναι πολύ αστείο, που πολύς κόσμος λέει, ΄Επηρεαστήκαμε από τις The Raincoats΄. Αλλά δεν μπορώ να το ακούσω σε πολλά γκρουπ...σε κανένα για την ακρίβεια".

And Then It's Ok (1981)






"Είναι θαυμάσιο που είδαν τόσα πράγματα σε αυτά που κάναμε και αισθάνομαι πολύ δυνατή. Με κάνει να αισθάνομαι περήφανη. Υποθέτω το να έρχεται να δει τις The Raincoats η Kim Gordon όταν σκεφτόταν να ξεκινήσει να παίζει μουσική...σαν γυναίκα, αν πας να δεις μία γυναικεία μπάντα να παίζει, μπαίνεις κατευθείαν στο τρυπάκι. Ξέρω από προσωπική εμπειρία όταν πήγα να δω γυναίκες μουσικούς να παίζουν και είμαι σίγουρη ότι η Kim αυτό έπαθε".
Το Looking in the Shadows, το πρώτο άλμπουμ των ανασκευασμένων Raincoats εμφανίστηκε το 1996. "Όταν πρωτο-βρεθήκαμε μαζί και παίξαμε κάποιο από το παλαιό υλικό, έμοιαζε τόσο σωστό και ακόμα φρέσκο", παρατηρεί η Birch. "Μετά παίξαμε λίγο το παλαιό υλικό και αρχίσαμε να εισάγουμε νέο. Ήταν σχεδόν σαν να μην είχαμε ποτέ σταματήσει".

Don't Be Mean (1996)





Το άλμπουμ έχει περισσότερο rock προσέγγιση σε σχέση με τις παλιές κυκλοφορίες. "Καταλήξαμε να κάνουμε ένα δίσκο που ήταν τόσο αντίθετος από ότι είχαμε αρχικά σκεφτεί. Αλλά ήταν κάτι που αλήθεια απολαύσαμε. Δεν νομίζω όταν αρχίσαμε να είχαμε συνειδητοποιήσει απόλυτα τι είδους δίσκος επρόκειτο να προκύψει. Αλλά απλά συνεχίσαμε ενστικτωδώς. Βάζεις μία ομάδα ανθρώπων σε ένα δωμάτιο και πας μέσω αυτού που μοιάζει καλύτερο κάτω από τις συγκεκριμένες καταστάσεις. Νομίζω ότι είμαστε προς την σκέψη να σκαρφιστούμε πράγματα καθώς προχωράμε...αν σας αρέσουν".
Στην αρχική φωτογραφία διακρίνονται από τα αριστερά προς τα δεξιά: Gina Birch-Vicky Aspinall-Ana da Silva.

You Kill Me (1996)




ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

The Raincoats (1979, DGC)




Το πιο extreme, ακατέργαστο και πιο ανθρώπινο από τις πρώιμες καταστάσεις της Αγγλικής punk. Επίσης το πιο rock προσανατολισμένο σχήμα με την Palmolive στα ντραμς και με μία λίγο αδέξια διασκευή του "Lola" των The Kinks.

Odyshape (1981, DGC)




Folk, jazz και dub επιρροές έρχονται στο προσκήνιο σε αυτό τον δίσκο, ο οποίος ίσως έκανε κάποιους θερμόαιμους πανκ να αισθανθούν κάπως, αλλά έγινε πιο προσιτός σε ευρύτερο κοινό.

Moving (1984, DGC)




Η κατσαρόλα με τις επιρροές ανάμεσα στα μέλη των The Raincoats είχε βράσει τόσο, ώστε το καπάκι είχε εκτοξευθεί την εποχή αυτού του άλμπουμ, το οποίο μερικές φορές ακούγεται σαν να είναι διαφορετικές μπάντες σε διαφορετικά κομμάτια. Σίγουρα μία από τις πιο εκλεκτικές προσπάθειες στην πρώιμη post-punk περίοδο.

No One's Little Girl (1984)




Το "No One's Little Girl" ίσως είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που έγραψαν, όπως επίσης και η καλύτερη απεικόνιση των ταλέντων τους στο να μεταφέρουν δυναμικές φεμινιστικές ευαισθησίες με χάρη και διακριτικότητα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 11 Απριλίου 2020






KAREN BETH






Singers / Songwriters of 60's & 70's






Η Karen Beth τραγουδούσε ανέκαθεν. Στο προσωπικό της site αναφέρει ότι το να τραγουδάει είναι το παν για αυτήν. Στην αρχή της μουσικής της διαδρομής πήρε την συνειδητή απόφαση να χρησιμοποιήσει την μουσική της για να κάνει τους ανθρώπους να αισθανθούν χαρά και άνεση, παρά να τους προσθέσει επιπλέον στενοχώρια και πόνο.
Ξεκίνησε από το πιάνο και ακολούθησε η κιθάρα μόλις στα 12 χρόνια της. Μετά σειρά είχε το μπάντζο, αλλά έπαιζε και μπάσο. Κατόπιν ήρθε το ακορντεόν, επηρεασμένη καθώς ήταν από τον Garth Hudson (των The Band). Μετά έπιασε το zither. Η kalimba (Αφρικανικό όργανο) μπήκε στη ζωή της. Λέει ότι αν κάτι της αρέσει σαν ήχος θέλει να το παίξει.

The Joys of Life (1969)





The Joys of Life (Decca DL 75148) 8/69





Tο πρώτο άλμπουμ της είναι εντελώς διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο θα έκανε στο μέλλον. Το κομμάτι που ανοίγει, με τα πνευστά να πετάγονται λιγάκι ενοχλητικά, είναι μία φανερή απόπειρα για χιτ, αλλά το υπόλοιπο άλμπουμ είναι πρώτης τάξεως psych-folk. Η παράξενη φωνή της είναι κάτι που θα μπορέσει κάποιος να εκτιμήσει ή αντίθετα να μην του αρέσει καθόλου, αλλά ταιριάζει στο υλικό, κάποιο από το οποίο έχει την χαλαρή αίσθηση της πειραματικής φάσης του Tim Buckley ή του Astral Weeks του Van Morrison. Τα μεγαλύτερα σε διάρκεια τραγούδια είναι τα καλύτερα. Το ομώνυμο τραγούδι καθώς και το "Nothing Lasts" συγκαταλέγονται ανάμεσα στα καλύτερα του γένους. Ένα άλμπουμ που έχει μία διακριτική, σκοτεινή, απρόσμενη δύναμη.

Nothing Lasts (1969)





Ένα απόκοσμο και δυναμικό σετ τραγουδιών από τραγουδοποιό / τραγουδιστή με αποτελεσματικά μελαγχολική ατμόσφαιρα. Highlights είναι το αξιοσημείωτο ομώνυμο κομμάτι, (που παραδόξως προμήνυσε τον ήχο από μπάντες σαν τους Portishead στα πιο λυπητερά τους) και το απαστράπτον ψυχεδελικό "Come December".

Come December (1969)




Harvest (Decca DL 75247) 11/70





Ένα ενδιαφέρον άλμπουμ. Η Karen Beth βουτάει σε διάφορες διαστάσεις της folk. Οι σταθμοί που έπαιζαν progressive rock θα έπιαναν αυτό το LP και θα το έκαναν προϊόν μεγάλης ζήτησης. Καλύτερα κομμάτια είναι τα "Hard Luck Mama" και "I'm No Good for You", που ΄κολλάνε΄ στο μυαλό.

I'm No Good for You (1970)





Ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ της Beth (και το εξώφυλλο του, που την δείχνει σε ένα χωράφι με καλαμπόκια;) ίσως υποδηλώνουν country-rock και αρκετά τραγούδια εδώ έχουν μία ΄υπαίθρια' χροιά. Γενικά δεν είναι τόσο καλό ή τόσο ατμοσφαιρικό όσο το προηγούμενο, αν και υπάρχουν μερικά ωραία τραγούδια (ιδιαίτερα το στοιχειωτικό "Last Time" και το "I'm No Good for You", τα οποία θα ταίριαζαν απόλυτα στο προηγούμενο άλμπουμ της.

Last Time (1970)





Η μουσική της συνδέεται με το πνεύμα των γυναικών. Μία αφύπνιση όπως η ίδια την περιγράφει εσωτερική, ότι μπορούν να πετύχουν ό,τι ποθούν.
Επίσης μας λέει ότι εκτιμάει το κοινό που πηγαίνει για να την ακούσουν, να μοιραστούν μαζί της τις σκέψεις της και ότι το βρίσκει πολύ τρυφερό.
Το να περνάς χρόνο ακούγοντας την είναι σαν να κάνεις ένα μακρινό περίπατο στην εξοχή.
H Karen Bath παραμένει ενεργή και το site της είναι https://karenbeth.net/ Η Karen Beth συνέχισε για να κάνει ακόμα τέσσερα επιπλέον άλμπουμ. Μακάρι το ταξίδι της να συνεχιστεί.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020






MONTREAL





Jazz Folk-Psych





Σε παραγωγή Richie Havens, που έπαιξε και σιτάρ κυκλοφόρησε το 1970 αυτό το τρομερό άλμπουμ, ένα ΄χαμένο΄ κλασικό έργο που παρουσιάζει τρεις Καναδούς μουσικούς, την Fran Losier στα φωνητικά, τον Gilles Losier στο πιάνο και τον Jean Cousineau στην κιθάρα, όπως επίσης τον σπουδαίο παίκτη του φλάουτο Jeremy Steig, τον θρυλικό Buzzy Linhart και τους Skeeter Camera (Carolyn Hester Coalition).

Infinity (1970)




A Summer's Night (Stormy Forest SFS 6002) 1970 [Καναδάς]




Αυτό είναι ένα ντεμπούτο άλμπουμ για ένα ασυνήθιστα ευχάριστο και ταλαντούχο τρίο...Οι Montreal δημιουργούν ένα μουσικό ταξίδι στην Καναδική ύπαιθρο, μέσα από την μουσική, αλλά και τους στίχους τους. Αργά, καθώς ο δίσκος φέρνει στροφές, οι Montreal αποκαλύπτουν όμως μία αστική φινέτσα, ειδικά στο "Third Floor Walk-Up".

Third Floor Walk-Up (1970)





Ιδιαίτερη μεταχείριση έχει το "Summertime", η μοναδική επιλογή που δεν έγραψε το γκρουπ: διανθίζεται από το θαυμάσιο φλάουτο του Jeremy Steig.

Summertime (1970)




Η ηχογράφηση αυτή είναι ένα βίωμα και μία ανταλλαγή ταλέντων. Είναι κρίμα που το σχήμα επέλεξε ένα τόσο περιοριστικό όνομα, καθώς θα μπορούσε να τους ανακαλύψει περισσότερος κόσμος.

Circles and Lines (1970)




Ένα τρομερό ακουστικό pop άλμπουμ που αγγίζει διάφορα στυλ, όπως folk, jazz, ελαφρά ψυχεδελικό να μεταδίδει μία δυνατή αίσθηση προσωπικότητας και ζεστασιάς. Μεγάλο μέρος του είναι αφιερωμένο σε υπέροχες μπαλάντες όπως το "What About the Wind?" και το "Sometimes in Stillness", αλλά το ομώνυμο κομμάτι δίνει μία άλλη διάσταση με την κιθάρα, το ηλεκτρικό πιάνο και το μπόνγκο και το επικό κλείσιμο με το "Infinity" είναι ένα υπνωτικό ταξίδι που συνοδεύεται με σιτάρ. Η Fran Losier έχει μία πολύ όμορφη φωνή και οι στίχοι είναι ειλικρινείς και σε αγγίζουν καθ όλη την διάρκεια. Είναι ευχαρίστηση να το ακούς και νομίζω ότι αυτός είναι ένας από τους καλύτερους δίσκους κάτω από την ταμπέλα της ψυχεδελικής folk.

Every Passing Moment (1970)





Το στυλ και το περιεχόμενο πιασμένα χέρι-χέρι σε αυτή την ιδιαίτερα προσεκτικά φτιαγμένη συλλογή folk-pop με μία έντονη αίσθηση light jazz. Η παραγωγή από τον Richie Havens είναι πρώτης ποιότητας και η Fran Losier έχει μία υπέροχη φωνή που φτιάχνει ένα τέλειο περιτύλιγμα για το εκλεπτυσμένο προϊόν. Νομίζω ότι πρέπει να εστιάσουμε στο απίστευτο 8-λεπτο "Infinity". Η περιστασιακή χρήση του σιτάρ από τον ίδιο τον Havens ταιριάζει με το παραδοσιακό jazz κλαρινέτο και το όμποε, ενώ ο Havens χρησιμοποιεί το κόλπο που κάνει στα δικά του άλμπουμ, να χρησιμοποιεί άλλα όργανα τόσο στιγμιαία που είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσεις. Το τέμπο είναι πολύ όμορφο, καθώς παίζει o Buzzy Linhart βιμπράφωνο. Ένας σοφιστικέ δίσκος γεμάτος ευφυΐα, καλά δομημένος και με πολύ ωραίο παίξιμο, μία απόλυτη ομορφιά για να ακούσει κανείς. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.

What About the Wind? (1970)





Στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ένα πανέμορφο άλμπουμ χαλαρωτικής, jazzy folk-rock με υπέροχα φωνητικά και βιρτουόζους παίκτες να δημιουργούν μία τρομερή ατμόσφαιρα. Κανένα από τα τραγούδια του όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με το κομμάτι που κλείνει το δίσκο "Infinity", ένα εξαιρετικό κομμάτι ψυχεδελικής folk, με ένα ονειρικό, ταξιδιάρικο vibe και πολύ σιτάρ.

A Summer's Night (1970)




Ο παραγωγός Richie Havens έγραψε στο δίσκο:
"Fran's voice will bring the sun in the mornings and set it many an evening in your home or pad or camp-out. Montreal is a place for all ages, and so is MONTREALS' music. A necessary experience".

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης