Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019


  

FRANK ZAPPA




  Brilliant Rock Satirist



ΜΕΡΟΣ Β'

        Η πορεία του, από τα μισά των ΄70ς  μέχρι το 1980, είχε να κάνει κυρίως με διαμάχες ανάμεσα στον Frank και τις δισκογραφικές εταιρείες. Το κερασάκι στην τούρτα θα είναι το περίφημο Läther, που ήθελε να κυκλοφορήσει ως τριπλός δίσκος, αλλά η Warner Bros. είχε αντίθετη άποψη. Έτσι, αποφάσισε να τον μεταδώσει μέσω του ραδιοφώνου, ολόκληρο, παροτρύνοντας τους ακροατές να το ηχογραφήσουν και να τον αποκτήσουν έτσι δωρεάν. Οι μηνύσεις έρχονταν και παρέρχονταν, ωστόσο κατάφερε να νικήσει και να είναι πλέον ένας καθόλα ανεξάρτητος μουσικός. Η απόρριψη του τριπλού δίσκου, που θα αποτύπωνε το εύρος του σε όλα τα είδη, οδήγησε στην κυκλοφορία του Sheik Yerbouti (1979) και του Joe’s Garage (1979), που θεωρείται πλέον ένα από τα καλύτερά του άλμπουμ (Act I, II & III). Το συγκρότημά του ήταν πάλι αλλαγμένο, κι αυτήν την περίοδο, αλλά δεν υστερούσε σε ποιότητα, με μουσικούς όπως:  Terry Bozzio, Tommy Mars, Adrien Belew,Vinnie Colaiuta αλλά και, λίγο αργότερα, τον Steve Vai!

Joe's Garage (1979)



        Συνέχισε να είναι παραγωγικός, αν όχι περισσότερο από ποτέ, και στη δεκαετία του '80. Τα πιο γνωστά άλμπουμ αυτής της δεκαετίας περιλαμβάνουν: The Man From Utopia (1983), Them or Us (1984) και Guitar (1987). Κυκλοφορούσε πλέον αρκετά άλμπουμ μέσα σε μία χρονιά. Κάποια και ανά δύο μήνες. Είχε γίνει παγκόσμιο φαινόμενο. Οι φωτογραφίες του, οι αφίσες του κοσμούσαν πια τα περισσότερα εφηβικά ή φοιτητικά δωμάτια. Η δεκαετία του 90 θα ήταν και πάλι διαφορετική, μιας και άρχιζε να επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στις μεγάλες ορχήστρες, ενώ άρχιζε να εκτιμάται, πολύ περισσότερο στην Ευρώπη παρά στην Αμερική. Επηρεάστηκε από τη χρήση ψηφιακών μέσων, με το Synclavier να κατέχει πολύ σημαντικό ρόλο στους τελευταίους του δίσκους, ενώ προς το τέλος της δεκαετίας φρόντισε να επανακυκλοφορήσει τους δίσκους του στο νέο μέσο της εποχής, το CD. Η τελευταία του περιοδεία ήταν το 1988 και δεν είχε απόλυτα ευτυχή κατάληξη, λόγω διαφωνιών μέσα στο δωδεκαμελές σύνολο. Αποκαλούσε την μπάντα του εκείνη την εποχή ως “την καλύτερη μπάντα που δεν έχεις ακούσει”.

The Closer You Are (1984)



       Δυστυχώς, οι πειραματικές θεραπείες που δοκίμαζαν στο νεαρό ασθενικό Frank, τη δεκαετία του ’40 και του ’50,  εμφάνισαν τις συνέπειές τους πολύ αργότερα -σε συνδυασμό ίσως και με το χρόνιο κάπνισμα. Τον Νοέμβριο του 1991 του ανακοίνωσαν ότι είχε διαγνωστεί με καρκίνο του προστάτη. Συνέχισε να παίζει live, να γράφει μουσική και να κυκλοφορεί άλμπουμ ακόμη και μετά από αυτό. Το 1991, ο Zappa επιλέχθηκε για να είναι ένας από τους τέσσερις συνθέτες στο Φεστιβάλ της Φρανκφούρτης, το 1992. Εκεί προσεγγίστηκε από το γερμανικό συγκρότημα Ensemble Modern, το οποίο ενδιαφέρθηκε να παίξει τη μουσική του για την εκδήλωση. Για την ιστορία, το τελευταίο του, εν ζωή, άλπουμ ήταν το The Yellow Shark, το 1993. Πέθανε στα 53 του, στις 4 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς. Μοιραία, προφανώς ήξερε το τέλος του, πολύ νωρίτερα…

Why Does It Hurt When I Pee? (1979)



         Μπορεί να μην ξέρουμε τι θα είχε επιτύχει αν είχε ζήσει άλλα 20 ή 30 χρόνια. Αλλά μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι, στο σύντομο χρονικό διάστημα που του δόθηκε, κατάφερε πολύ περισσότερα από τους περισσότερους ανθρώπους σ΄αυτόν τον κόσμο. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε από τους ‘πολυγραφότατους’ μουσικούς. Σε λιγότερο από 30 χρόνια, είχε κυκλοφορήσει πάνω από 60 άλμπουμ κατά τη διάρκεια της ζωής του, που συνεχίζουν να εμπνέουν τους πρωτοποριακούς μουσικούς ακόμα και σήμερα. Αν προσθέσουμε και άλλα πενήντα περίπου άλμπουμ μετά θάνατον (!), συνολικά έχουμε πάνω από 110! Καταλαβαίνουμε με τι όγκο μουσικής έχουμε να κάνουμε. Αλλά όπως προαναφέρθηκε, η ζωή του δεν ήταν μόνο – καθαρά – η μουσική. Πέρα από το γεγονός ότι ήταν ένας εξαιρετικός συνθέτης και μουσικός, ο Zappa ήταν επίσης αφοσιωμένος και ικανός πολιτικός ακτιβιστής, ένας πρωτοποριακός σκηνοθέτης, ικανός επιχειρηματίας κι ένας “γνήσιος έξυπνος άνθρωπος” της εποχής μας.


Cosmik Debris (1974) 



      Θα γίνει εδώ ειδική μνεία στο θέμα με τον Πρόεδρο της Τσεχίας, Václav Havel. Ο τελευταίος κάλεσε τον Zappa να επισκεφτεί τη χώρα του, την εποχή που εκείνη λεγόταν ακόμη Τσεχοσλοβακία. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1990 προσκαλείται από τον Havel, για να γίνει πολιτιστικός πρεσβευτής της Τσεχοσλοβακίας. Το πρόσωπο του Frank δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Κι ούτε τυχαία η σχέση του πρώην ακτιβιστή – και νυν Προέδρου – με την ντόπια ροκ μπάντα Plastic People (of  τhe Universe), στην οποία έχουμε αναφερθεί παλαιότερα εδώ. To όνομα παραπέμπει απευθείας στο ομώνυμο κομμάτι του Zappa, από το 1967, ( το οποίο θεωρήθηκε ως επαναστατικός ύμνος) απ΄όπου, ομολογουμένως, το γκρουπ εμπνεύστηκε το όνομά του. Κι ο Havel πρωτοστατούσε ενεργά κάποτε υπέρ της μπάντας. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος απαγορεύονταν η ροκ μουσική, ειδικά οι Velvet Underground, οι Rolling Stones και ο Frank Zappa λόγω της επαναστατικής τους φύσης.


Frank Zappa 


Πολλοί άνθρωποι τότε συνελήφθησαν ή ξυλοκοπήθηκαν αν είχαν πιαστεί να κατέχουν ή να ακούνε τέτοιους δίσκους. Η μουσική του Zappa ακουγόταν παράνομα πίσω από το σιδερένιο παραπέτασμα στη δεκαετία του '60 και είχε γίνει ήρωας στον λαό. Το τραγούδι του "Plastic People" ήταν ένας πραγματικά κρυφός ύμνος  της χώρας. Όταν επισκέφτηκε λοιπόν την Πράγα, κάποιοι φοιτητές  του είπαν ότι είχε θεωρηθεί ένας από τους χειρότερους εχθρούς του κομμουνιστικού κράτους. Ένας μαθητής μάλιστα του εξομολογήθηκε  ότι συνελήφθηκε κάποτε από την μυστική αστυνομία, φυλακίστηκε και χτυπήθηκε. “Θα βγάλουμε τη μουσική Zappa από το κεφάλι σας”, του είχε πει ένας αξιωματικός της αστυνομίας. Και τώρα, κατά τη συνάντηση με τον Zappa, το αγόρι του είπε: "Το όνειρό μας έχει γίνει πραγματικότητα σήμερα. Ευχαριστούμε”. Eν πάση περιπτώση και με το νέο καθεστώς της χώρας ο Frank είχε πολλές συνομιλίες με τη νέα κυβέρνηση της Τσεχίας, για να βοηθήσει στην προώθηση του τουρισμού στη χώρα. Για αρκετούς μήνες, ενήργησε κι ως οικονομικός εκπρόσωπος της χώρας στη Δύση. Δυστυχώς, η συνεργασία δεν είχε θετική συνέχεια, υπό την μετέπειτα πίεση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Plastic People (1967)

                

       Ο Frank Zappa όμως πάλεψε όσο λίγοι άλλοι καλλιτέχνες και για την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Δεν του έφτανε ότι έβαζε πάντα ο ίδιος την καλλιτεχνική του ελευθερία περισσότερο από την εμπορική του επιτυχία. Αγωνιζόταν και για τα δικαιώματα των άλλων. Υπερασπίστηκε την ελευθερία έκφρασης για τους καλλιτέχνες - και γενικά για όλους - σε μια εποχή που οι ελευθερίες αυτές απειλούνταν. Προσωπικά ο ίδιος είχε σκοπό, ακόμη και στιχουργικά, να σπάσει κάθε στερεότυπο, καταφέρνοντας να προσβάλει με αυτόν τον τρόπο μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων. Έτσι πολλές  γυναίκες γινόταν έξαλλες για το τραγούδι "Titties and Beer", οι γονείς ήταν τρομοκρατημένοι από διάφορους στίχους του (π.χ. βλέπε “Don't Eat the Yellow Snow”) ενώ οι ομοφυλόφιλοι ήταν εξοργισμένοι π.χ. για το "He's So Gay". Έτσι, την δεκαετία του ΄80 είχε σχηματιστεί μια επιτροπή, η λεγόμενη PMRC, απαρτιζόμενη κυρίως από γονείς, συζύγους πολιτικών και “ απηυδισμένους”, με τα όρια των στίχων, πολίτες, που είχε ιδρυθεί για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των στίχων με σατανικό, προσβλητικό, ρατσιστικό και σεξουαλικό περιεχόμενο. Όπως ήταν φυσικό, μεταξύ των άλλων εγκάλεσαν και τον ίδιο τον Zappa. Εκείνος ως ακμαίος, πολιτικός ακτιβιστής, το 1985, κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής και της Γερουσίας, επιτιθέμενος μάλιστα στις κατηγορίες. Υποστήριξε ότι όλα αυτά τα παιχνίδια αποσκοπούν στην απόλυτη λογοκρισία της τέχνης. Όπως είπε, οι βολεμένες και βαριεστημένες νοικοκυρές της Ουάσινγκτον είχαν σκοπό να σπιλώσουν όλους τους συνθέτες και τους ερμηνευτές λόγω μερικών στίχων. Πρότεινε ότι οι δισκογραφικές εταιρείες προσπαθούσαν να περάσουν γρήγορα ύποπτα νομοσχέδια μέσω επιτροπών κι επεσήμανε επίσης ότι όλα ήταν προς όφελος ορισμένων μόνο εκλεκτών στη μουσική βιομηχανία. Γενικότερα ένιωθε πως δεν του επιτρέπεται να εκφραστεί όπως θέλει και, επειδή δε εισακούστηκε η διαμαρτυρία του, οι στίχοι του έγιναν ακόμα πιο χυδαίοι τα τελευταία χρόνια του. Λόγω των προστριβών του με την τότε κυβέρνηση, έφτασε στο σημείο να ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για Πρόεδρος!

Don't Eat the Yellow Snow (1974) 



Ολόκληρη η ζωή του ήταν μια μάχη κατά της ηλιθιότητας. Μια – άνιση – μάχη ενάντια στη βλακεία της συμμόρφωσης των μέσων μαζικής ενημέρωσης, στην ανοησία της άπληστης, ανάρμοστης κι αλαζονικής κυβέρνησης, στην ανόητη σκέψη ότι “είναι cool να είσαι ηλίθιος”. Ήταν πράγματι κάθετος σε αυτό το θέμα. "Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι το σύμπαν αποτελείται από υδρογόνο, επειδή ισχυρίζονται ότι είναι το πιο άφθονο συστατικό. Εγώ υποστηρίζω ότι το πιο άφθονο συστατικό στο σύμπαν είναι η βλακεία”, έλεγε. Παρόλα αυτά του είχε κολλήσει η ρετσινιά του “περίεργου”. Από τη μια δεν το παραδεχόταν καθαρά αλλά απ΄την άλλη, πολλές φορές τον βόλευε στα μηνύματα που ήθελε να μεταδώσει. Για παράδειγμα από τη μια έλεγε: “Ποτέ δεν είπα ότι είμαι παράξενος. Πάντα κάποιοι άλλοι με αποκαλούν παράξενο”. ‘Ηταν όμως και της άποψης ότι "χωρίς απόκλιση από τον κανόνα, δεν είναι δυνατή η πρόοδος". Υπάρχει μια μεγαλοφυής ιδέα σε αυτά τα λόγια: μια επαναστατική ιδέα,  ότι το μέλλον του κόσμου βρίσκεται στα χέρια των πιο περίεργων, πιο δημιουργικών και λιγότερο "κανονικών" ανθρώπων εκεί έξω. ”Πιστεύω σε αυτό το μέλλον”, δήλωνε. “Στην πραγματικότητα, είναι το μόνο μέλλον που μπορώ να σκεφτώ. Ο ‘αλλόκοτος άνθρωπος’ μπορεί να αλλάξει τον κόσμο - οπότε ας το κάνουμε...!


Dump All Over (1981)



      Ο Zappa ήταν ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που δεν έκαναν ποτέ χρήση απαγορευμένων ουσιών. Αντίθετα υπήρξε παθιασμένος σταυροφόρος κατά των ναρκωτικών κι αρχηγός πολλών εκστρατειών εναντίων όλων αυτών των καταστροφικών ουσιών. Από την άλλη όμως υπήρξε πάντοτε φανατικός καπνιστής και πολέμιος κάθε αντικαπνιστικής καμπάνιας. Μέχρι τα τελευταία του έλεγε την ατάκα του: “Το tobacco είναι το αγαπημένο μου λαχανικό”. Όπως και : “Τα τσιγάρα δεν είναι ναρκωτικά. Είναι τροφή” !

Twenty Small Cigars (1970)


      Μουσικά τώρα για αυτόν το άνθρωπο δεν υπάρχουν λόγια. Ήταν ένας ‘ευέλικτος’ μουσικός, πολύ σεβαστός και θαυμάστηκε για το ασυνήθιστο ύφος της 'υβριδικής' μουσικής που συνδυάζει ροκ, τζαζ και κλασσικά είδη. Έγραψε επίσης ηλεκτρονική μουσική. Πρωτοπόρος σε όλα του, ανέπτυξε μια ασυνήθιστη και μοναδική προσέγγιση στη δημιουργία μουσικής, καθιστώντας δύσκολη την ένταξή της σε κάποιο από τα ήδη υπάρχοντα στιλ. Ως κιθαρίστας επίσης υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους που υπήρξαν ποτέ. Ειδικά στο σόλο της κιθάρας αναγνωρίζεται ευρέως ίσως ο πιο σημαντικός – τουλάχιστον ως προς την τεχνική του. Κάποιοι ειδικοί δήλωσαν ότι τα σόλο που κάνει μοιάζουν περισσότερο με κλασικά parts παρά με κάτι άλλο. .Περιγράφηκε περαιτέρω ότι χρησιμοποιεί μια ευρεία ποικιλία κλιμάκων και τρόπων, αναζωογονημένους από "ασυνήθιστους ρυθμικούς συνδυασμούς". Αληθινός δεξιοτέχνης και στο wah wah pedal. Είπαν επίσης ότι το αριστερό του χέρι ήταν ικανό για ομαλή τεχνική legato ενώ το δεξί χέρι του Zappa ήταν "ένα από τα ταχύτερα χέρια”.

Watermelon In Easter Hay (1979)



        Το 1995, ο Frank Zappa εισήχθη στο Hall of Fame της Rock and Roll. Το 1997, του απονεμήθηκε βραβείο Grammy Lifetime Achievement Award. Δεν ήταν όμως ο συμβατικός, ο νορμάλ άνθρωπος των βραβείων και της επιβράβευσης. Βασικά, νορμάλ σε τίποτε: αιρετικός, εικονοκλάστης, άθεος, εργασιομανής, υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου, ‘αλλεργικός’ στην ανθρώπινη ηλιθιότητα, εραστής της μουσικής, βιρτουόζος, χιουμορίστας και πάνω απ’όλα αφόρητα συνειδητοποιημένος καλλιτέχνης. Τι άλλο να πεις για τον άνθρωπο που στα παιδιά του έδωσε ονόματα όπως: Μoon Unit και Diva Muffin (οι κόρες του) ενώ Dweezil και Ahmet Emuukha Rodan (οι γιοι του);

Muffin Man (1975)


      Το μόνο σίγουρο είναι ότι, στη Γη, η λέξη “Zappa” θα μείνει αθάνατη. Αν όχι για τον μουσικό – φαινόμενο και τα τερτίπια του, σίγουρα γιατί το όνομα του δόθηκε σε ένα ψάρι, σε μια μέδουσα και σε ένα απολιθωμένο σαλιγκάρι ! Σοβαρά τώρα, πόσοι άνθρωποι μπορούν να έχουν τέτοια υστεροφημία σε αυτόν τον πλανήτη;

FRANK ZAPPA


ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Τρίτη 23 Απριλίου 2019



FRANK ZAPPA



Brilliant Rock Satirist




        Κάποιοι άνθρωποι είναι αντιδιαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους. Χωρίς τίποτε, φαινομενικά, να τους ενώνει. Πάρτε π.χ. τον Václav Havel, τον Τσέχο θεατρικό συγγραφέα και πολιτικό, και τον Matt Groening, δημιουργό του "The Simpsons"! Αυτό κι αν φαντάζει ένα περίεργο ζευγάρι! Ωστόσο, σε ξεχωριστές συνεντεύξεις, όταν ρωτήθηκαν ποιό πρόσωπο είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στη ζωή τους, και οι δύο απάντησαν, χωρίς να το σκεφτούν, το ίδιο όνομα: “Frank Zappa”!!!

Dinah-Moe Humm (1973)


        Και φυσικά δεν ήταν οι μόνοι. Πλήθος επωνύμων, αλλά και χιλιάδες ανώνυμοι φανς - ίσως και κάποιοι φίλοι σας - θα σας πούνε ότι, ερχόμενοι σε επαφή με τον Zappa και τη μουσική του, κάτι άλλαξε στη ζωή τους, είδαν κάποια πράγματα με άλλο μάτι ή προσπάθησαν να του μοιάσουν. Μουσικά ή με το να γίνουν κι αυτοί αλλόκοτοι. Ή μάλλον και τα δύο. Γιατί τον Zappa τον χαρακτήριζε πάντα αυτό: Το αλλόκοτο. Τόσο στη μουσική όσο και στον χαρακτήρα.

Willie the Pimp (1969)



       Έζησε μια καθ’όλα τρελή ζωή. Και περίπλοκη. Ροκ σταρ. Καλλιτέχνης. Συνθέτης. Ακτιβιστής. Σκηνοθέτης. Οικογενειάρχης. Διασκεδαστής. Ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς που έζησε ποτέ. Ακόμα κι αν δεν ξέρετε τίποτα για αυτόν, σίγουρα έχετε ακούσει το όνομά του και έχετε δει το πρόσωπό του.
      Η ειρωνεία είναι ότι ο Frank Zappa δεν ήταν καν ένας τυπικά, καθιερωμένος μουσικός. Τι εννοώ: Ότι, ενώ ναι μεν, στην Ευρώπη είναι αρκετά γνωστός, η πρωτοποριακή του μουσική και οι οξείς, σατυρικοί του στίχοι σπάνια ακούγονται στα ραδιόφωνα της Αμερικής, της ίδιας της πατρίδας του. Όπως έχει δηλώσει,, οι άνθρωποι συχνά μπερδεύονται και εκνευρίζονται από το έργο του. Ως ηγέτης των The Mothers of Invention, ένα από τα πιο ‘περίεργα’ - και πιο λαμπρά - πειραματικά συγκροτήματα που έγιναν ποτέ, ο Zappa κέρδισε μια εξέχουσα θέση στην… ‘rock-lore’. Τα πάντα όμως σχετικά με αυτόν δεν ήταν ‘νορμάλ’. Δεν είναι περίεργο ότι το πρώτο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του έχει τίτλο: "How Weird Am I, Anyway ;"

Camarillo Brillo (1973)



        Γενικότερα στο… βιβλίο “Zappa” τίποτε δεν κυλάει με τον παραδοσιακό τρόπο. Παντού αναστροφές, διαστροφές, ακρότητες. Από μικρό παιδί μέχρι την ημέρα - ή τον τρόπο - που πέθανε. Αλλά ας πάμε μια βόλτα στο παρελθόν:
        1955. Ένας 15χρονος Frank Zappa στέκεται άναυδος μπροστά σε μια κόπια του άλμπουμ The Complete Works του Edgard Varèse, σε ένα δισκάδικο στο La Mesa της Καλιφόρνια. Στο εξώφυλλο φιγουράρει ένας άνδρας με περίεργα μαλλιά και φρύδια κι ο μικρός Zappa τον βλέπει ως ένα τρελό επιστήμονα. Το κόστος του ήταν 5,95 δολάρια, όμως ο μικρός μας είχε μόνο 3,80. Η ιστορία όμως θα είχε αίσιο τέλος. Ο ιδιοκτήτης χρησιμοποιούσε τον δίσκο για την επίδειξη των μηχανημάτων hi-fi του καταστήματος, αλλά πρόσεξε ότι μάλλον τρόμαζε τους πελάτες. Έτσι τον έδωσε κοψοχρονιά στον πιτσιρικά Frank που τον κουβαλάει ως τρόπαιο στο σπίτι του. Αμέσως τον βάζει να παίζει στον φωνογράφο του σαλονιού. Το πρώτο, το "Ionization", ήταν ένα κομμάτι δεκατριών οργάνων, κυρίως με κρουστά και… σειρήνες. Το έβαλε στο τέρμα. Οι καημένοι οι γονείς του πετάχτηκαν τρομοκρατημένοι. Πιό πολύ κι απ’ όταν άκουγαν τους δίσκους των Johnny "Guitar" Watson και Lightnin 'Slim που συνήθως άκουγε o κανακάρης τους. Κι όμως, αυτός ο δυναμικός συνδυασμός R&B και Varèse συντέλεσε στο να γίνει ο γιος τους, ο μουσικός που τελικά έγινε.

Ionization (by Edgard Varèse, 1931)


        Οι πρώτες του επιρροές ήταν -τι άλλο; - περίεργες. Από μικρό παιδί άρχισε να ενδιαφέρεται για δύο κυρίως μορφές μουσικής: από τη μια, τους μαύρους ήχους της R&B και της blues κι από την άλλη οι κλασικές συνθέσεις του Edgard Varese, του Anton Webern και του Igor Stravinsky, στις αρχές του 20ου αιώνα. Και οι δύο επιρροές ‘ακούγονται’ σε όλη τη μουσική του. Κυρίως όμως η αίσθηση  του μπλουζ είναι έντονα αισθητή στον ήχο της κιθάρας του. Κάποτε είχε μιλήσει για αυτές του τις στιγμές: “…ήταν όταν άκουσα για πρώτη φορά το σόλο της κιθάρας στο “Three Hours Past Midnight  “, από τον Johnny 'Guitar' Watson. Αυτή ήταν ίσως μία από τις σημαντικότερες μουσικές εμπειρίες που είχα ποτέ στη ζωή μου”. Κι επίσης τα σόλο κιθάρας στο “I Got Sumpin' for You” και στο "The Story Of  My Life" από τον Guitar Slim. Όπως και το “Lover Man” από τον Wes Montgomery. Υπήρχαν κι όμως άλλοι, όπως οι bluesmen της εποχής Howlin 'WolfBB King και Johnny Otis. Ειδικά ο τελευταίος θα παίξει μεγάλο ρόλο σε κάτι που συνήθως παραβλέπεται: Σε μια συνέντευξη, το 1980, ο Zappa θα εκμυστηρευτεί ότι το σήμα κατατεθέν του, το μουστάκι, θα το άφηνε επειδή θα έμοιαζε ίσως όπως και το είδωλό του, ο Otis.

Intro Blues Jam (Live 1975)


        Ο ήρωάς μας μεγάλωσε σε μία τυπική, συντηρητική, αμερικάνικη οικογένεια. Γεννημένος το 1940 στη Βαλτιμόρη (Maryland), ήταν το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά της Rose Marie και του Francis Vincent Zappa. Ο πατέρας του ήταν μετανάστης από τη Σικελία με ρίζες Ελληνικές κι Αραβικές. Ήταν μορφωμένος άνθρωπος, επιστήμονας και δούλευε ως χημικός και μαθηματικός, κυρίως σε διάφορους τομείς της Αμερικάνικης αμυντικής βιομηχανίας. Κάποια στιγμή έφερε στο σπίτι, που το χρησιμοποιούσε κι ως αποθήκη, κάποιες αντιασφυξιογόνες μάσκες αερίου, ενώ κάποιες περιείχαν τοξικό αέριο μουστάρδας κι άλλα τέτοια επικίνδυνα αέρια. Ο μικρός Frank, όπως ήταν φυσικό για ένα παιδί, ήρθε σε επαφή μαζί τους κι από τότε άρχισαν τα πολλά προβλήματα υγείας που θα τον ακολουθούσαν σε όλη του τη ζωή, ως το τέλος. Ρινίτιδες, άσθμα, προβλήματα με τα γεννητικά όργανα, μερικές από τις επιπτώσεις που του έκαναν το βίο αφόρητο. Παρόλα αυτά ήταν, αν μη τι άλλο, μεγάλος μαχητής της ζωής και δεν άφηνε τίποτε να τον καταβάλλει τόσο όσο να σταματήσει την ενασχόλησή του με την μουσική. Υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, ένας αυτοδίδακτος μουσικός. Αν κι έγινε πασίγνωστος για την κιθάρα, αρχικά έπαιζε τύμπανα. Δεν του άρεσε η mainstream μουσική αλλά αντίθετα, οτιδήποτε πιο ασήμαντο για τους πολλούς. Στο Γυμνάσιο - η αλήθεια είναι ότι λόγω μετακομίσεων άλλαξε πάρα πολλά - έγραφε μάλιστα κλασική μουσική. Κλασικά ορχηστρικά κομμάτια που τα διηύθυνε ο ίδιος σε παραστάσεις για την σχολική ορχήστρα του. Κάπου εκεί, στο γυμνάσιο του Antelope Valley, γνωρίζει τον Don Glen Vliet (a.k.a. Captain Beefheart). Γίνονται ‘κολλητοί’ φίλοι, αφού τους ενώνει η μεγάλη αγάπη για τη μουσική. Μία φιλία που επρόκειτο να κρατήσει πολλά χρόνια, επηρεάζοντας μουσικά ο ένας τον άλλον. Την ίδια εποχή ο Zappa άρχισε να παίζει ντραμς με μια μικρή μπάντα, τους Blackouts. Την κιθάρα την άρχισε την επόμενη χρονιά!

Debra Kadabra (Live 1975)



        Το 1959, κι αφού είχε ήδη αποφοιτήσει,  το σκάει από το σπίτι του και πάει στο Los Angeles. Για να τα βγάλει πέρα παίζει σε νυχτερινά κέντρα, γράφοντας και ηχογραφώντας παράλληλα μουσική και τραγούδια για ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού. Η αρχή της νέας δεκαετίας τον βρίσκει να γράφει μουσική για άλλους καλλιτέχνες. Για να έχει την ανεξαρτησία που ήθελε, δημιουργεί το δικό του στούντιο, το “Στούντιο Ζ”. Εκεί έγραψε και μερικά τραγούδια με τον τραγουδιστή και τραγουδοποιό Ray Collins και τον παραγωγό Paul Buff, ο οποίος τον βοήθησε να κερδίσει αρκετά χρήματα για να φτιάξει τη δική του συναυλία το 1963. Εν τω μεταξύ οι Ray Collins, David Coronado, Ray Hunt Roy Estrada και Jimmy Carl Black είχαν αρχικά ένα γκουπ R&B με το όνομα Soul Giants. Κάποτε όμως ο Coronado απολύθηκε και ο Ray Collins του ζήτησε να συμμετάσχει στο συγκρότημα. Ο Frank αμέσως εντάχθηκε ως κιθαρίστας και τραγουδιστής. Σιγά σιγά ο ρόλος του γίνεται ηγετικός και πείθει τα υπόλοιπα μέλη να παίζουν τη δική του μουσική αν ήθελαν να έχουν πιθανότητες για να βγάλουν δίσκο. Προτείνει ο ίδιος το νέο όνομα της μπάντας - η ‘βάπτιση’ έγινε την Ημέρα της Μητέρας - The Mothers. Η αλήθεια είναι ότι τα πήγαιναν πολύ καλά κι άρχισαν να φτιάχνουν το δικό τους ακροατήριο. Στις αρχές του 1966 εντοπίστηκαν από τον κορυφαίο παραγωγό δίσκων Tom Wilson ο οποίος είχε κερδίσει την αναγνώριση - ως παραγωγός των Bob Dylan και Simon & Garfunkel - κi ήταν ένας από τους λίγους Αφροαμερικανούς που εργάζονταν ως σημαντικός παραγωγός ποπ μουσικής εκείνη την εποχή. Πραγματικά ο Wilson τους προώθησε αρκετά, προσφέροντάς τους και συμβόλαιο με την Verve της MGM. Το πρώτο τους άλμπουμ ήταν πλέον θέμα χρόνου. Μοναδικό εμπόδιο το όνομα της μπάντας. Σύμφωνα με τον Tom Wilson το όνομα ήταν απαράδεκτο και άκρως προκλητικό για την εποχή, αφού παρέπεμπε στη λέξη “Motherfucker”. Τελικά, μετά από πολλούς καβγάδες, τους επιβλήθηκε το όνομα “The Mothers of  Invention”.

Hungry Freaks, Daddy (1966)


        Με αυτό το όνομα λοιπόν, τον Ιούνιο του ΄66, κυκλοφορούν το ντεμπούτο άλμπουμ τους: Το πρωτοποριακό Freak Out!. Μαζί με το Blonde On Blonde του Bob Dylan - το οποίο κυκλοφόρησε μόλις έναν μήνα πριν - υπήρξαν τα πρώτα διπλά άλμπουμ στην ιστορία της ροκ. Επίσης θεωρείται από πολλούς ως το πρώτο concept album της ροκ μουσικής. Εδώ μέσα αναμείχθηκαν R&B, doo-woop, πειραματική μουσική καθώς και concrete music στα χνάρια του Varese που τόσο λάτρευε. Οι αντικομφορμιστικοί στίχοι καθώς και οι περισσότερες συνθέσεις είναι του Zappa, θέτοντας τις βάσεις για την υπόλοιπη καριέρα του. Ο Zappa έχει τον πλήρη έλεγχο στις ηχογραφήσεις, κάνοντας ο ίδιος όλα τα overdubs. Παρόλα αυτά ο ίδιος ο δημιουργός του ήταν δυσαρεστημένος με το τελικό προϊόν! Η ηχογράφηση δεν προχώρησε, σύμγωνα με τον Frank, εξ’ ολοκλήρου όπως είχε προγραμματιστεί.
Σε μια συνέντευξη του 1967, o Zappa εξήγησε ότι το περίεργο 12λεπτο κλείσιμο του άλμπουμ, "The Return of the Son of Monster Magnet” ήταν στην πραγματικότητα ένα μη ολοκληρωμένο κομμάτι.
Ενώ δημιουργήθηκε για να λειτουργήσει ως το υπόβαθρο για μια αρκετά πιο περίπλοκη δουλειά, η MGM αρνήθηκε να εγκρίνει τον απαιτούμενο πρόσθετο χρόνο εγγραφής που ο Zappa χρειαζόταν, οπότε αφέθηκε σε αυτή την ημιτελή μορφή. Τελικά όμως το άλμπουμ τα πήγε πολύ καλά, ειδικά στην Ευρώπη και έκτοτε απέκτησε εκεί μια πρωτόγνωρη λατρεία. Ο Zappa άρχισε να αναγνωρίζεται ως μια νέα ριζοσπαστική φωνή στη ροκ μουσική, ως ένα αντίδοτο στην καταναλωτική κουλτούρα της Αμερικής.  


Titties and Beer (Live 1978)



            Ήδη από το 1967 ο Zappa και οι Mothers είχαν μεταναστεύσει στη Νέα Υόρκη, όπου ξεκίνησαν μια τεράστια, εξαμηνιαίας διάρκειας, σειρά παραστάσεων στο θέατρο Garrick του Greenwich Village. Και μάλιστα με δύο εμφανίσεις κάθε μέρα! Εκεί έγιναν διάσημοι για ένα πράγμα: Κανείς δεν ήταν σίγουρος για το τι θα συνέβαινε κάθε βράδυ. Απρόβλεπτα happenings, ανατροπές,  cameo εμφανίσεις. Ο Jimi Hendrix ήταν, για παράδειγμα, ένας από τους μουσικούς που  ανέβηκαν να τζαμάρουν μαζί τους. Αλλά και το κοινό συμμετείχε με τον δικό του τρόπο στην ξεχωριστή αυτή ψυχαγωγία. Όλα αυτά θα έκαναν την όποια αντιπολεμική δήλωση πολύ πιο ισχυρή απ’ ό, τι μπορούσε να κάνει ποτέ ένα τραγούδι διαμαρτυρίας ή μια πολιτική ομιλία.
          Αυτά τα τμήματα "συμμετοχής του κοινού" έμελε να γίνουν ίσως το πιο δημοφιλές στοιχείο των συναυλιών του Zappa, καθ 'όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Υπήρχε κάτι εντελώς εμβληματικό για το έργο του σε αυτή την αντίθεση ανάμεσα στην πειθαρχία και την τελειομανία της μουσικής του και στο να αναθέσει μέρος από τις συναυλίες του σε μερικές σκηνές τυχαία επιλεγμένες από το πλήθος. Είναι σαν να ήθελε, να μην επιβάλει την τάξη το χάος, αλλά να ενσωματώσει το χάος στην επιλεγμένη τελειότητα της τέχνης του. Εάν το σύμπαν επρόκειτο να επιμείνει για να είναι εγγενώς ηλίθιο, ο Frank ήταν αποφασισμένος να βρει κάποια θετική και δημιουργική χρήση για όλη αυτή την ηλιθιότητα.

Baby Snakes (1983)


          To 1967, κυκλοφορεί το Lumpy Gravy, το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, με τους Abnuceals Emuukha Electric Symphony Orchestra. Το παράδοξο εδώ είναι ότι ο εκκεντρικός καλλιτέχνης ναι μεν συνθέτει και διευθύνει την ορχήστρα αλλά δεν παίζει καθόλου ο ίδιος! To ίδιο έτος, με τους Mothers, βγάζει στην κυκλοφορία το άλμπουμ Absolutely Free, στο ίδιο ύφος με το Freak Out!, που περιείχε στίχους πολιτικής και κοινωνικής σάτιρας. Κι αρχίζει να διαμορφώνει, όλο και περισσότερο, το ειρωνικό του ύφος προς τα κακώς κείμενα της Αμερικής. To 1968 βγαίνει το We're Only in It for the Money, το οποίο ήταν και πάλι ένα concept album που σατίριζε την πολιτική και την hippie υποκουλτούρα. Η μουσική εδώ ήταν πάλι ένας συνδυασμός ροκ και ορχηστρικής μουσικής.

Who Needs the Peace Corps? (1968)


         Το συγκρότημα γινόταν όλο και πιο δημοφιλές, αλλά παρ 'όλα αυτά δεν τα πήγαινε καλά εμπορικά. Τελικά διαλύθηκε το 1969. Το πρώτο άλμπουμ του Zappa μετά τη διάλυση των The Mothers of Invention ήταν το Hot Rats, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Παρουσιάστηκε εδώ ένας ήχος πολύ διαφορετικός από τα προηγούμενα άλμπουμ του, καθώς επικεντρώθηκε κυρίως στην μουσική παρά στην φωνητική απόδοση. Καταδεικνύει επίσης την ιδιοφυϊα του, τόσο στη σύνθεση όσο και στο παίξιμο της κιθάρας. Ο ίδιος ο δημιουργός το χαρακτηρίζει ως "a movie for your ears". Περιέχει κάποια πολύ γνωστά τραγούδια του, όπως το "Willie the Pimp” ή το "Peaches en Regalia”.

Peaches en Regalia (1969)


        Κάπου εδώ θα πρέπει να αναφερθεί κι ένα γεγονός, αμφισβητούμενο αρκετά κατά τις προηγούμενες δεκαετίες: Την συνάντηση και το ΄τζαμάρισμα΄ του Zappa με τους Pink Floyd. Είχε πάρει μάλιστα διαστάσεις ‘αστικού μύθου’ στους φαν και των δύο. Κι αυτό διότι ούτε επίσημο live άλμπουμ κυκλοφόρησε τότε, ούτε ήταν εύκολο – όπως σήμερα με το Youtube – να βρει κανείς κάποιο βιντεάκι. Μιλάμε βέβαια για το "Actuel Rock Festival", το οποίο έλαβε χώρα, μόλις λίγα χιλιόμετρα πέρα ​​από τα γαλλικά σύνορα, στην περιχή  Amougies του Βελγίου. Πραγματοποιήθηκε κατά τα τέλη Οκτωβρίου (24-27) του 1969, ως η ευρωπαϊκή απάντηση στο Woodstock. Οργανώθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το γαλλικό περιοδικό ‘Actuel’ μαζί με την δισκογραφική εταιρία ‘BYG’. Κι από μπάντες;  Όλη η αφρόκεμα της εποχής. Ενδεικτικά: Colosseum, Aynsley Dunbar, Alexis Korner, Caravan, Blossom Toes, Ten Years After, Soft Machine, Yes, Chicken Shack, Pretty Things και πολλοί άλλοι. Φυσικά και οι Pink Floyd. O Zappa ήταν παρών στο φεστιβάλ, όχι ως συμμετοχή αλλά με διπλή ιδιότητα. Πρώτον, ως road manager του Captain Beefheart. Δεύτερον, ως MC, βοηθώντας τον Pierre Lattes, έναν διάσημο παρουσιαστή ραδιοφώνου και τηλεόρασης εκείνης της εποχής, με λίγα λόγια ως σχολιαστής για το περιοδικό Actuel. Λόγω ασυνεννοησίας τελικά – όλοι του μιλούσαν στα γαλλικά - παραιτήθηκε από τη δεύτερη ιδιότητά του και πιάνει την κιθάρα του. Παίζει με όλους σχεδόν, ειδικά με τους Pink Floyd, τους Blossom Toes, τον Archie Shepp και τον Aynsley Dunbar, έναν υπέροχο ντράμερ που θα προσλάβει λίγο αργότερα. Συστήνει σε όλους τον φίλο του Captain Beefheart και με τα καμώματά του, αποτέλεσε ο ίδιος ένα ισχυρό διεγερτικό για τους παρευρισκόμενους μουσικούς. Η πιο θρυλική, βέβαια, είναι η ‘σύμπραξή’ του με τους Floyd, σε ένα εκτεταμένο "Interstellar Overdrive". Το φεστιβάλ γυρίστηκε από τον Jerome Laperrousaz και η ταινία θα τιτλοφορηθεί ‘Music Power’. Λόγω αντιρρήσεων από διάφορα συγκροτήματα (κυρίως των Pink Floyd), των οποίων η άδεια δεν είχε εξασφαλιστεί σωστά, η ταινία, μέχρι πρόσφατα, δεν κυκλοφόρησε επίσημα.

Interstellar Overdrive (Live 1969)


Το 1970 δημιούργησε ένα νέο υποστηρικτικό γκρουπ, που τώρα πλέον ονομάζεται - σκέτο - The Mothers, το οποίο περιλάμβανε μεταξύ άλλων τους Aynsley Dunbar, George Duke, Ian Underwood και Jim Pons. Το Chunga's Revenge ήταν το πρώτο άλμπουμ με αυτή τη μπάντα. Οι επόμενες μία-δύο χρονιές δεν θα είναι οι καλύτερές του. Δύο σοβαρά ‘ατυχήματα’ είναι υπεύθυνα για  αυτό: Το πρώτο αφορά τη γνωστή πυρκαγιά που περιγράφεται στο “Smoke on the Water” των Deep Purple. Ενώ δηλαδή βρισκόταν στο Καζίνο του Montreux, στην Ελβετία, από την φωτιά που προκλήθηκε, καταστράφηκε ολοσχερώς όλος ο εξοπλισμός των Mothers. Η οικονομική ζημιά ήταν τεράστια. Και δεύτερον, σαν να μην έφτανε αυτό, μια εβδομάδα αργότερα, στο Rainbow Theatre του Λονδίνου όπου έπαιζαν (με νοικιασμένα μηχανήματα), συνέβη το χειρότερο: Ένα άτομο από το κοινό έσπρωξε τον Frank κι εκείνος έπεσε στο κενό, μεταξύ σκηνής και ακροατηρίου. Σε πρώτη φάση όλοι νόμισαν ότι σκοτώθηκε. Φυσικά δεν έγινε κάτι τέτοιο αλλά του άφησε – κι άλλα παραπάνω – ‘κουσούρια’: Τραύματα – και μόνιμος πόνος - στην πλάτη, στο λαιμό, στο πόδι αλλά και στον λάρυγγα, γεγονός που τον έκανε αρκετά πιο αδύναμο στο τραγούδι. Όλα αυτά τράβηξαν πίσω το προγραμμά του και τις live παραστάσεις για πάνω από ένα εξάμηνο. Όταν ξαναγύρισε, τον Σεπτέμβρη του ’72, φορούσε στη σκηνή επιδέσμους και αυχενικό στήριγμα. Παρατήρησε μάλιστα τότε ότι το ένα του πόδι ήταν κοντύτερο από το άλλο, ως αποτέλεσμα όπως έλεγε, της θεραπείας που είχε λάβει. Αυτό θα αποτελούσε κι έμπνευση για μελλοντικά του τραγούδια, όπως τα "Zomby Woof" και "Dancin' Fool”.

Zomby Woof (1973)



         Παρόλα αυτά, η δεκαετία του ΄70 θα αποδειχθεί ιδιαίτερα παραγωγική, αφού θα παράγει δυο-τρία άλμπουμ κάθε χρόνο, κυκλοφορώντας τα πλέον αξιόλογα έργα του (σόλο ή με τους Mothers), όπως τα Waka/Jawaka και The Grand Wazoo (1972), Overnite Sensation (1973), Apostrophe (1974), Roxy & Elsewhere (1974) και One Size Fits All (1975) κ.α.

Eat That Question (1972)

ΤΕΛΟΣ Α' ΜΕΡΟΥΣ


ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Πέμπτη 18 Απριλίου 2019





SKY



Pre-Knack Era




Όταν οι the Knack έγιναν σούπερσταρς με το γνωστό στη χώρα μας "My Sharona", στα τέλη του 1979, προκάλεσαν φθόνο σε συγκεκριμένους ανθρώπους του χώρου, που πίστευαν ότι δεν είχαν κάνει και πολλά για να τα καταφέρουν. Αυτό όμως ήταν αδικία. Στην πραγματικότητα είχαν μοχθήσει για χρόνια πριν συναντήσει ο ένας τον άλλο και τρία από τα μέλη είχαν ηχογραφήσει με άγνωστες, μη εμπορικές μπάντες χρόνια πριν οι the Knack σχηματιστούν.

Take Off and Fly (1970)



O Prescott Niles ήταν μέλος των the Velvet Turner Group, o Bruce Gary ήταν στο δεύτερο και τρίτο άλμπουμ των Bang και ιδιαιτέρως αξιοσημείωτα ο 16-χρονος Doug Fieger ηγήθηκε αυτής της συναρπαστικής μπάντας (όντας ο νεώτερος καλλιτέχνης στην RCA) των Sky. Oι Sky δεν ακούγονται τόσο πολύ μακριά από τους the Knack. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά είχαν επηρεαστεί από τους Stones και τους Crosby, Stills & Nash παρά από τους Beatles και ακόμα είχαν να υποστούν εκείνο το σοκ της αδρεναλίνης την περίοδο που ξεσπούσε το κίνημα της punk. 

Goodie Two Shoes (1970)



O Fieger σαν νιάτο είναι τόσο "ξαναμμένος" όσο ακούγεται την εποχή του"Good Girls Don't" των the Knack. Το πιό "πιασάρικο" κομμάτι είναι σίγουρα το "How's That Treatin' Your Mouth Babe?", ένα τρομερό κομμάτι που κατεστραμένο από τους ντροπιαστικά αισχρούς στίχους, ξόδεψε την καλύτερη ευκαιρία τους να έχουν ένα χιτ. 

How's That Treatin' Your Mouth Babe? (1970)



Το υπόλοιπο του άλμπουμ είναι μία καλή μίξη από rock και μπαλάντες. Οι Sky δεν είναι ιδιαίτερα ορίτζιναλ (σαν στυλ) και κάποιες από τις συνθέσεις τους προσπαθούν πολύ, αλλά ο Fieger πάντα είχε το χάρισμα στην μελωδία και αυτό το χάρισμα στα πρώτα στάδια είναι ικανό να μεταφέρει τον δίσκο στον χρόνο, ο οποίος δίσκος συστήνεται στους φαν της power pop, αλλά και της mainstream rock των 70'ς.

I Still Do (1970)



Όλως περιέργως οι Sky εμφανίστηκαν στο soundtrack και σε live εμφάνιση κατά την διάρκεια της πονηρής ταινίας Private Duty Nurses. Σε ένα από τα πιό αστεία σχόλια σε διαδικτυακό site ταινιών, ένας ανυποψίαστος θεατής σημειώνει ότι η ταινία παρουσιάζει μία μπάντα που ηγείται ένας σαν τον Pete Townshend, μη καταλαβαίνοντας ότι ο τύπος με την μεγάλη μύτη ήταν ο lead singer μιάς από τις πιό φημισμένες μπάντες στα τέλη του '70 / αρχές του '80. Σημειώστε ότι ο τίτλος που δόθηκε από την εταιρεία για το άλμπουμ ήταν Don't Hold Back, αν και στο εξώφυλλο και οπισθόφυλλο δίνεται σαν ομώνυμο (Sky), ώστε αν ψάξετε για μία κόπια βεβαιωθείτε ότι κοιτάτε και τους δύο τίτλους.
Παρά την εμπορική αποτυχία του πρώτου άλμπουμ τους η RCA ακόμα μία φορά πλήρωσε για να τους μεταφέρει στο Λονδίνο για να ηχογραφήσουν με τον παραγωγό Jimmy Miller (Rolling Stones, Traffic, Blind Faith). Το LP που προέκυψε (Sailor's Delight) είναι παρόμοιο με το ντεμπούτο τους, αλλά λιγότερο εμπνευσμένο. 

Sailor's Delight (1971)



Δύο κομμάτια ροκάρουν σκληρότερα από οτιδήποτε υπήρχε στο ντεμπούτο τους. Το "Make It Tight" και το "Let It Lie Low" και γενικά η ενέργεια και οι μελωδίες το κάνουν πολύ διασκεδαστικό, αν και δείχνει εξέλιξη ή ιδιαιτέρως μία μοναδικότητα και θα επωφελείτο από μερικούς πειραματισμούς, ταχύτητα ή τραχύτητα.

Let It Lie Low (1971)



Το καλύτερο κομμάτι για μένα προσωπικά είναι το ονειρικό "Sing For Me", ένα κομμάτι που ενθουσίασε και συνεχίζει να ενθουσιάζει τους οπαδούς της ψυχεδέλειας και πιθανόν να είναι ο λόγος που αυτό το δεύτερο άλμπουμ έγινε περιζήτητο από τους συλλέκτες σε σχέση με το προηγούμενο.

Sing For Me (1971)






ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 14 Απριλίου 2019



NEW RIDERS OF THE PURPLE SAGE



Hippie Cowboys




Ή αλλιώς το γκρουπ που έπαιζε ο Jerry Garcia παράλληλα με τους Grateful Dead. Όπως μας πληροφορούν στο δικό τους site οι NRPS το καλοκαίρι του 1969, ο John Dawson, γνωστός και ως Marmaduke, έψαχνε να αποτυπώσει τα τραγούδια του τον ίδιο καιρό που ο Jerry Garcia έψαχνε τρόπο να εξασκήσει την ολοκαίνουρια pedal steel guitar του. Οι δύο έπαιξαν σε καφέ και μικρά κλαμπ αρχικά και η μουσική που προέκυψε αποτέλεσε τον πυρήνα για μία μπάντα, τους New Riders of the Purple Sage, το όνομα της οποίας προέκυψε από την μπάντα που το 1940 έφτιαξε ο τραγουδιστής και τραγουδοποιός Foy Willing. Τον ίδιο χρόνο (1969), ο David Nelson, ένας εξπέρ στην country, αλλά και στην rock κιθάρα, πήγε στο γκρουπ ως lead guitarist. Τις πρώτες εκείνες ημέρες της μπάντας τη θέση του ντράμερ είχε ο ντράμερ των Grateful Dead, Mickey Hart και στο μπάσο ήταν ο μηχανικός Bob Matthews, ο οποίος αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Phil Lesh (Grateful Dead). Το 1970, ο Dave Torbert ανέλαβε το μπάσο και από τότε και μετά, οι New Riders γέμιζαν με κόσμο τα κλαμπ του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, καθώς η μουσική τους γινόταν ολοένα πιό συνεκτική και δυναμική. Ας δούμε όμως την δουλειά που έκαναν στην πρώτη περίοδό τους, μιάς και μιλάμε για μία μπάντα που έχει αισίως με διαφορετικά lineup φτάσει στις μέρες μας.

ALBUM BY ALBUM 


New Riders of the Purple Sage (Columbia KC 30888) 9/71


Με το πρώτο άκουσμα πιθανόν, όπως συμβαίνει στους περισσότερους, να συμπεράνετε ότι το πρώτο άλμπουμ των New Riders οf the Purple Sage ταιριάζει σχεδόν τέλεια στον ήχο της Δυτικής ακτής, όπως αντιπροσωπεύεται από γκρουπ σαν τους the Byrds, Poco, the Flying Burrito Bros., τους Grateful Dead μετά το Workingman και ίσως ακόμα τους Crosby, Stills, Nash & Young. Έχουν αυτόν τον διαστημικό ήχο, πιό πολύ bluegrass ή folk από όλα τα country γκρουπ στον ήχο τους και τα αδύνατα, σαν να βγαίνουν με το ζόρι φωνητικά, με υπαινιγμούς στην ψυχεδέλεια.

Last Lonely Eagle (1971)


Πάντως μετά την δεύτερη φορά που θα το ακούσετε αυτό το άλμπουμ θα σας αποκαλύψει το χαλαρωτικό του ύφος και θα μοιραστεί μαζί σας πολλές καλές στιγμές. Αυτοί οι τύποι συνήθως αναφέρονται σαν υποσημείωση στην καριέρα του Jerry Garcia, αλλά έχουν σαν αποτέλεσμα μία καλομαγειρεμένη country-rock που είναι ανώτερη από ότι έχουν παίξει πιό γνωστά σχήματα. Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο άκουσμα με το "Portland Woman" σαν highlight για μένα. Ο δίσκος έφτασε #39 στα Αμερικανικά chart.

Portland Woman (1971)



Powerglide (Columbia KC 21384)1972 


Ίσως όπως γράφουν όλες οι κριτικές περιοδικών της εποχής το πιό βαρετό άλμπουμ τους. Ο ήχος μοιάζει ίδιος σε κάθε τραγούδι και ο τόνος επίσης. Υπάρχουν και οι δυστοχίες. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία του Nicky Hopkins στο πιανάκι στο "Contract".

Contract (1972)

Στο ορίτζιναλ LP υπάρχει ένα ένθετο που σε μία καρικατούρα απεικονίζει το γκρουπ, ως παράνομους της Δύσης.

Powerglide's Insert


Gypsy Cowboy (Columbia KC 31930)1972

Περισσότερη καλή country-rock με υπαινιγμούς ψυχεδέλειας, με καλύτερα γραμμένα τραγούδια από το προηγούμενο. Το "Sailing" είναι μαζί με το ομώνυμο οι πιό αξιαγάπητες μπαλάντες, ενώ το "Death and Destruction" μία απομίμηση του Neil Young στην περίοδο του Everybody Knows ("Down By the River").

Gypsy Cowboy (1972)


The Adventures of Panama Red (Columbia KC 32450)1973


Αυτός είναι ένας δίσκος που έχει πλάκα με το εξώφυλλο σαν Pancho Villa στυλ. Το ομώνυμο είναι ένα μικρό rock, ενώ το "Important Exportin' Man" μιλάει για τα ταξίδια ενός περιπλανώμενου ντίλερ μαριχουάνας. Ένα highlight για πολλούς φαν είναι το "Lonesome LA Cowboy", που για καλύτερα ή χειρότερα συνοψίζει την εικόνα του καουμπόυ της κοκαίνης στην πόλη εκείνη την περίοδο (I've been smokin' dope and snortin' coke / Tryin' to write a song...). Εδώ ας ακούσουμε ένα άλλο κομμάτι, αυτό που κλείνει τον δίσκο, στο οποίο backing vocals κάνει η Buffy Sainte-Marie.

Cement, Clay and Glass (1973)



Brujo (Columbia KC 33145) 1974


Αυτή την περίοδο ο Skip Battin (πριν στους the Byrds και στους Skip and Flip) αντικαθιστά τον βασικό τραγουδοποιό του γκρουπ, Dave Torbert και αν εξαιρέσουμε το κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ κι άλλα δύο-τρία (μία πολύ καλή διασκευή του Dylan), όλα τα άλλα είναι δική του γραφή και το άλμπουμ ακούγεται περισσότερο ως συνέχεια της δικής του δουλειάς στο προηγούμενο γκρουπ του, με το κλασικό country στυλ του παρά σαν NRPS.

Old Man Noll (1974)



Oh, What A Mighty Time (Columbia KC 33688) 1975


Εδώ, αν και σε δύο-τρία κομμάτια παίζει ο Garcia, αλλά και ο Sly Stone, δεν έχουμε ένα επιτυχημένο δίσκο. Μάλλον πρόκειται για τον λιγότερο επιτυχημένο δίσκο στην Columbia. Το κομμάτι που θα ακούσετε είναι διασκευή από Dylan.

Farewell, Angelina (1975)


Ο κατάλογος με τα άλμπουμ που συνέχισαν να βγάζουν οι New Riders of the Purple Sage είναι μακροσκελής φτάνοντας κοντά στις μέρες μας. Ο John Dawson πέθανε τον Ιούλιο του 2009, αλλά πριν πεθάνει είχε ενθουσιαστεί μαθαίνοντας ότι η μουσική του ακουγόταν πάλι live από μία καινούρια γενιά φαν. Διατηρώντας το πνεύμα των NRPS και την φλόγα να καίει, η μπάντα κυκλοφόρησε το πρώτο στούντιο άλμπουμ μετά από 20 χρόνια, το 2009, με τίτλο Where I Come From. Παρουσιάζοντας μία πληθώρα νέων τραγουδιών γραμμένα από τον David Nelson και τον Robert Hunter, η αναγέννηση των New Riders συνεχίστηκε τόσο σε δίσκους, όσο και σε live, όπου συνεχώς βγάζουν νέα τραγούδια σε κάθε περιοδεία, ενώ μένουν πιστοί στην κληρονομιά που ξεκίνησαν πριν 50 χρόνια ο John Dawson και ο Jerry Garcia.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019



ASIA MINOR



Turkish/French Symphonic Prog




Στα τέλη της δεκαετίας του '70, μέσα στην δίνη που προκάλεσε η έκρηξη της punk-rock, σπρώχτηκαν πολλές μπάντες που έπαιξαν progressive rock στη δύσκολη εκείνη περίοδο, σε πολλές χώρες, όπως άλλωστε και στη δική μας. Χώρες που αλήθεια δεν είχαν μία ομαλή μετάβαση, αλλά πέρασαν από την λιβανισμένη ατμόσφαιρα της ψυχεδέλειας κατευθείαν στην τραχύτητα της punk. Χώρες που δεν πάει το μυαλό. Όπως η Τουρκία για παράδειγμα. Μέσα στην δίνη αυτή παρασύρθηκαν κάποιες αξιόλογες μπάντες. Μπάντες όπως οι Asia Minor, που αν έπαιζαν τον καιρό που η progressive rock έπαιρνε την σκυτάλη από την ψυχεδέλεια θα είχαν γίνει διεθνώς γνωστοί, μιάς και πράγματι είχαν να δώσουν πολλά.

Lost in a Dream Yell (1980)






Η ιστορία της μπάντας αυτής ξεκινάει πίσω στο 1971, όταν τρεις συμμαθητές, στο αφιλόξενο για το είδος που άκουγαν, μουσικό τοπίο της γείτονος χώρας, συναντήθηκαν στο πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη. Μεταξύ τους δέθηκαν και σαν μουσικοί και πήραν μέρος σε ένα event της εποχής. Αυτοί ήταν οι Setrak Bakirel (φωνητικά/κιθάρα), Eril Tekeli (φλάουτο/κιθάρα) και Can Kozla (ντραμς). Και οι τρεις τους το 1973, έφυγαν για την Γαλλία για να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Εκεί ωστόσο συνέχισαν και την δημιουργία μουσικής. Σε λίγο διάστημα μειώθηκαν σε ντουέτο. Bakirel και Tekeli είπαν την μπάντα τους Layla, εμπνευσμένοι από την Περσική μυθολογία και την ιστορία της Λειλά και του Μεζνούν, όπου οι παραλλαγές της ιστορίας αυτής είναι αναρίθμητες, αλλά όλες διατηρούν το τραγικό στοιχείο του μεγάλου και ανεκπλήρωτου έρωτα (βλέπε αντίστοιχα Ρωμαίος και Ιουλιέτα (Ρωμαικός μύθος), Τριστάνος και Ιζόλδη (Κέλτικη μυθολογία). Αργότερα έσμιξαν με τον ντράμερ Kozlu και έγιναν πάλι τρίο. Το 1975 στην μπάντα μπήκε και ένας μπασίστας, ο Herve, ο οποίος έμεινε μόνο για μερικούς μήνες. Το 1976 την θέση του παίρνει ένας συμφοιτητής τους ο Jean Philippe Bottier. Στο σημείο αυτό το όνομα της μπάντας αλλάζει σε Asia Minor Process, όνομα που επιλέχθηκε για να δείχνει τις Ανατολίτικες καταβολές, αλλά και να αναδείξει το μουσικό στυλ που ήθελαν να αναπτύξουν.

Nightwind (1980)


Στις αρχές του 1977, την θέση του Kozla παίρνει ο Lionel Beltrami, ο οποίος και προτείνει να περικόψουν το όνομα της μπάντας σε Asia Minor. Η μπάντα εστιάζει περισσότερο στο φλάουτο και στην κιθάρα. Άλλη μία αλλαγή στο προσωπικό συμβαίνει μετά από την είσοδο του Lionel. O Jean-Philippe Bottier αποχωρεί και ένας νέος μπασίστας έρχεται ο Paul Levy, μέσω αγγελίας. Ένα κουαρτέτο αποτελούμενο από δύο κιθάρες ήταν μία ευτυχής έκβαση για τους φίλους. Τα πλήκτρα απλά δεν υπάρχουν, και οι κιθάρες του Eril και του Setrak κυριαρχούν στον ήχο της μπάντας. Σύντομα ξεκινούν να ακολουθούν το Αγγλοσαξωνικό progressive, που θαυμάζουν. Τον Φεβρουάριο του 1978, ενώ ηχογραφούν το πρώτο τους άλμπουμ, ο Lionel προτείνει να εμπλουτίσουν λίγο τον ήχο τους με keyboard. Εδώ έχουμε την είσοδο του keyboard player Nicolas Vicente. Το κουιντέτο έπαιξε τον Μάιο του 1978 σαν guest σε event στο Παρίσι.

Northern Lights (1980)


Η εμφάνισή τους ήταν καθοριστική και σηματοδότησε την ποιότητα της μουσικότητάς τους, όμως χωρίς να έχει κυκλοφορήσει το άλμπουμ τους ήταν οι μεγάλοι άγνωστοι. Μη έχοντας μάνατζερ, το γκρουπ έπρεπε να επικοινωνεί απευθείας με τις δισκογραφικές. Έκαναν demo κασσέτες και ήλπιζαν να χτίσουν όνομα απευθυνόμενοι σε δισκογραφικές, χωρίς αποτέλεσμα. Κάποιος μάνατζερ στην CBS έδειξε ενδιαφέρον, αλλά δεν στάθηκε δυνατόν να πείσει τους παραπάνω για να υπογράψει το γκρουπ. Έτσι οι Asia Minor πήραν την απόφαση να κάνουν μόνοι την παραγωγή με δικά τους έξοδα και με την υποστήριξη των οικογενειών τους και των φίλων τους. Ωστόσο η έλλειψη επαγγελματικής υποστήριξης δεν στάθηκε εμπόδιο, αντίθετα έδωσε χώρο για μεγαλύτερη αρτιστική ελευθερία. Λίγες εβδομάδες πριν την ηχογράφηση, ο Paul Levy έφυγε από την μπάντα. Ο χρόνος δεν επαρκούσε για να βρεθεί άλλος μπασίστας έτσι τον ρόλο αυτό ανέλαβαν ο Eril και ο Setrak.

Mahzun Gozler (1979)


Το άλμπουμ περιλάμβανε εννέα κομμάτια, από τα οποία δύο στην Τουρκική γλώσσα. Όλα τα φωνητικά έκανε με τρόπο που κυριολεκτικά σε καθηλώνει, ο Setrak, εκτός του τελευταίου. Οι στίχοι πήραν την θέση τους. Να υποστηρίξουν την μουσική. Η γλώσσα ήταν στο μεγαλύτερο μέρος η Αγγλική, σύμφωνα με τις επιρροές του γκρουπ. Ωστόσο οι συνεργάτες για την ηχογράφηση επέμεναν κάποια τραγούδια να έχουν την Τουρκική γλώσσα. Με το τέλος της ηχογράφησης η μπάντα έψαξε για εταιρεία πρόθυμη να τους εντάξει στο ρόστερ της, αλλά αντιμετώπισε την ίδια αδιαφορία  Έτσι ίδρυσαν την δική τους εταιρεία με έξοδά τους. Σχεδίασαν και το εξώφυλλο και ο τίτλος πήρε την θέση του στο κάτω μέρος. Crossing the Line. Πρόταση του Eril, ως συμβολισμός της γραμμής που χωρίζει την πραγματικότητα από το όνειρο ή πιό ρεαλιστικά την ελπίδα της μπάντας να γνωστοποιήσουν την μουσική τους από την ωμή πραγματικότητα. Μάταια προσπάθησαν να εγείρουν το ενδιαφέρον των μέσων. Την περίοδο που το punk ξεσπούσε δεν είχαν καμία τύχη. Το άλμπουμ τους απλά διανεμήθηκε σε μερικά δισκάδικα στην πρωτεύουσα της Γαλλίας.

Preface (1979)


Παρά την σχετική αστοχία, ο ενθουσιασμός τους δεν άλλαξε, όπως και η πίστη τους στην αγαπημένη τους μουσική. Ενώ το άλμπουμ τους εμπορικά δεν πήγε πουθενά, παρουσίαζε αξιόλογη αρτιστική προσέγγιση. Μέσα στα χρόνια μένει σαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, ενώ αντανακλά την μουσική συμβίωση δύο εντελώς διαφορετικών μουσικών παραδόσεων. Tο 1980, παρά την κατάσταση που υπήρχε, κυκλοφόρησαν το δεύτερο άλμπουμ τους, Between Flesh and Divine. Αυτό το άλμπουμ σηματοδότησε την αληθινή progressive κλίση της μπάντας και στο πέρασμα των χρόνων έγινε αντικείμενο θαυμασμού στον κύκλο των συλλεκτών, αλλά και όσων φαν έτυχε να γνωρίζουν αυτή την απίθανη μπάντα. Το άλμπουμ Between Flesh and Divine, το οποίο έχει Ανατολίτικη χροιά και γεύση, είναι ένα ταξίδι 35 λεπτών, αλήθεια τόσο σύντομο-ταξίδι που κάποιος θα μπορούσε να το κάνει πολλές φορές συνεχόμενα, χωρίς να χορτάσει από την συναρπαστική διαδρομή.

Boundless (1980)


Προσωπικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο highlight, μιάς και για μένα όλοι οι σταθμοί στο ταξίδι αυτό είναι highlights. Έξι τρακς/σταθμοί βουτηγμένα στην μελαγχολία, με εντάσεις και με τέτοια μουσικότητα που αλήθεια υπερβαίνει κατά πολύ, εδραιωμένες μπάντες στον συγκεκριμένο χώρο.




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης