Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα the pretty things. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα the pretty things. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Μαρτίου 2018


the Pretty Things

Made in Britain, Lost in America


Την δεκαετία του '60 τρεις ήταν οι μπάντες που οδήγησαν την Αγγλική ροκ σκηνή. Οι the Beatles, οι the Rolling Stones και οι the Pretty Things. Από τις τρεις η πιο άγρια, επιθετική, επικίνδυνη αλλά και άγνωστη ήταν η τρίτη. Για του λόγου το αληθές δείτε ένα απόσπασμα από live τους. Στα ντραμς ο Skip Allan.

the Pretty Things - Reincarnation (1967)


Το καλοκαίρι του 1999, οι Pretty Things έπαιζαν στο 100Club στην Oxford Street την ίδια εβδομάδα που οι Rolling Stones έπαιζαν σε ένα μεγαλύτερο χώρο στο...Wembley.  "Η εμπορική επιτυχία ποτέ δεν ήταν στην αντζέντα μας." Λέει ο Dick Taylor ιδρυτής και κιθαρίστας των the Pretty Things.
"Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθώ σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου θα είμαι ο κιθαρίστας των Rolling Stones." Ενώ οι Rolling Stones κατέκτησαν την Αμερική, οι Pretty Things έμειναν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού μη καταφέρνοντας να έχουν ούτε μία περιοδεία εκεί, και να παραμένουν άγνωστοι πλην μιας χούφτας Αμερικανών συλλεκτών. Αυτή είναι η ιστορία για την καλύτερη Αγγλική μπάντα των '60'ς που δεν είχε ούτε ένα hit στην Αμερική. Αυτή η ανεξήγητη αποτυχία να περιοδεύσουν στην Αμερική τους έκανε να αγνοηθούν εντελώς μέσα στο παλιρροικών διαστάσεων κύμα της έισβολής της Αγγλικής ροκ, όμως αυτό δεν είναι όλη η αλήθεια.
Για τους Pretty Things, τους πρωτοπόρους σε δύο στυλ, της Αγγλικής ροκ, αυτών που έπαιξαν blues-R&B-rock με ενα δυνατό τρόπο που δεν έχει όμοιο και που απογείωσαν την πειραματική ψυχεδέλεια το δεύτερο μισό της δεκαετίας. Πέραν του τραγουδιστή με τα μακρύτερα μαλλιά, ανάμεσα στους Βρετανούς rockers, πέραν του ντράμερ που έβαλε τα πλαίσια για το μοντέρνο τρελλό ροκ παίξιμο, ακόμα και πριν τον Keith Moon, πέραν της δημιουργίας της πρώτης ροκ όπερας που προηγείτο και το πιο πιθανό, ενέπνευσε το Tommy των Who, αλλά και της πρώτης ζωντανής διαδικτυακής εκπομπής της rock όπερας, με την συμμετοχή του Arthur Brown και του David Gilmour.
To 1960 δεν υπήρχε άλλο γκρουπ, Αμερική ή Αγγλία που να έκανε τόσο τέλεια μουσική, η οποία παρέμεινε άγνωστη στο κοινό και σχεδόν αποκλείστηκε εντελώς από τα βιβλία της μουσικής ιστορίας. Τα μέλη του γκρουπ με τις εκρηκτικές τους προσωπικότητες και την αφοσίωσή τους στην δημιουργία μουσικής "των άκρων" πρέπει σίγουρα να είχαν βεβαιωθεί ότι ποτέ δεν θα γίνονταν stars.
Η φράση "είναι μία πιο ωμή έκδοση των Rolling Stones" είναι η πιο πολυχρησιμοποιημένη για να περιγράψει τους Pretty Things. Και σαφώς η παρομοίωση δεν προέρχεται από την σύγκριση των δύο γκρουπ, αλλά από βαθύτερες μουσικές και όχι μόνο ρίζες. Ο κιθαρίστας των Pretty Things, Dick Taylor, υπήρξε συμμαθητής με τον Mick Jagger και αρχές του '60 άρχισαν να παίζουν R&B για την διασκέδασή τους μόνο, σε ένα γκρουπ που λεγόταν Little Boy Blue & the Blue Boys. Στο Sidcup Art School ο Taylor έκανε γνωριμία με ένα άλλο συμμαθητή του τον Keith Richards. Ο Jagger και ο Richards, ήταν φίλοι από παιδιά, αλλά είχαν χαθεί για πολλά χρόνια και κατά την αντάμωσή τους στο τρένο, διαπίστωσαν ότι είχαν αποκτήσει έναν κοινό φίλο, τον Dick Taylor. Έτσι ο Keith Richards, μπήκε στους Little Boy Blue & the Blue Boys. Ο Taylor συνέχισε να παίζει στο γκρουπ με τους δύο φίλους και συμμαθητές, καθώς το γκρουπ άρχισε να γίνεται πιο σταθερό, αλλάζοντας το όνομά του σε Rolling Stones και προσθέτοντας έναν ακόμα κιθαρίστα ανάμεσά τους τον Brian Jones. Άλλά ένα τέτοιο γκρουπ, όπως τώρα μπορούμε να δούμε καθαρά, δεν θα μπορούσε να "σηκώσει" τρεις κιθαρίστες. Ήταν ο Taylor που αποχώρησε οικειοθελώς από το γκρουπ, παρόλο που θα μπορούσε να μείνει αναλαμβάνοντας το ρόλο του μπασίστα. Όμως ο Taylor έφυγε, πολύ καιρό πριν ξεκινήσει το γκρουπ τις ηχογραφήσεις. Έψαχνε να φτιάξει ένα γκρουπ όπου θα αναλάμβανε τη θέση του lead guitarist και που θα του δινόταν μεγαλύτερος χώρος στη συγγραφή τραγουδιών. Ο τραγουδιστής έμελλε να είναι ο Phil May, ένας συμμαθητής του στο Sidcup Art School, ο οποίος έμοιαζε εμφανισιακά με τον Mick Jagger αλλά είχε πολύ μακρύτερα μαλλιά από αυτόν, ιδιαιτέρως για τα στάνταρ του 1963. Το κίνημα των Blues στην Αγγλία απογειωνόταν αρχές του '60, με την καθοδήγηση παλαιότερων μουσικών, ιδιαιτέρως  του Alexis Korner, ο οποίος είχε αφιερώσει τον εαυτό του όλο στην διατήρηση και στην διάδοση των παραδοσιακών Blues. Ωστόσο οι Pretties, Stones και άλλα νέα γκρουπ είχαν κάτι διαφορετικό στο μυαλό τους. Και το βρήκαν στους Jimmy Reed, Howlin Wolf και Muddy Waters όπως εξομολογήθηκε ο Phil May κάπου 50 χρόνια αργότερα. "Βέβαια" έλεγε ο May "δεν τους σεβαστήκαμε και πολύ", εννοώντας ότι δεν τους αντιγράψαμε, "αλλά στην ουσία παίξαμε πολύ πιο γρήγορα προσθέτοντας μια δόση thrash metal, αφού ήμασταν 18-19 χρονών τότε. Και αυτό φυσικά έκανε τους R&B μουσικούς της εποχής και φανατικούς του Korner να μιλάνε για ασέβεια. Δεν ήταν ασέβεια, αυτά είναι μαλακίες. Απλά πήραμε ότι μας άρεσε και το αξιοποιήσαμε όπως θέλαμε. Ο καθένας θα χόρευε απλά πιο γρήγορα, όπως ήταν τότε και ο ρυθμός της ζωής μας".

Electric Banana - It'll Never Be Me (1969)


Τα γκρουπ που σχηματίζονταν τότε, γύρω στο 1963, όπως οι Yardbirds, Rolling Stones, έλεγε ο May έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικά, να μην παίζουν τα ίδια πράγματα, όπως και εμείς προσέχαμε.
Οι Stones δεν υπήρξαν αμιγές R&B γκρουπ έλεγε ο Taylor, αλλά εμείς ήμασταν ακόμα λιγότερο από αυτούς. Μας άρεσε η ίδια μουσική, αλλά εμείς ήμασταν λίγο πιο πέρα από τον Bo Diddley.
Ωστόσο οι Pretties θα έπαιρναν το όνομά τους από το τραγούδι του Bo Diddley "Pretty Thing", το οποίο έκαναν cover στο πρώτο τους άλμπουμ, μέσα στο οποίο υπάρχουν τουλάχιστον άλλοι τρεις τίτλοι τραγουδιών του Bo Diddley ακόμα. Το γκρουπ βέβαια κάθε άλλο παρά Pretty ήταν για τα τότε δεδομένα. Μάλλον σοκ προκαλούσαν στις εμφανίσεις τους. Όταν η μέση μπάντα της εποχής έπαιζε με εμφάνιση που ταίριαζε στην θεματολογία της μουσικής τους, οι Pretties έπαιζαν με τα ρούχα που φόραγαν και όταν έκαναν πρόβες. Ο Phil May άφησε τα μαλλιά να περάσουν κάτω από τον ώμο του, πράγμα που μόνο κορίτσια έκαναν εκείνα τα χρόνια. Σύντομα ακολούθησαν όλα τα άλλα μέλη αφήνοντας τα μαλλιά τους σχεδόν το ίδιο μακριά. Με την προσθήκη του John Stax στο μπάσο και του Βrian Pendleton στην ρυθμική κιθάρα, ξεκίνησαν να παίζουν και σε λίγο καιρό προσέλκυσαν την προσοχή της Fontana Records. Ο ντράμερ Vivian Prince προστέθηκε στο σχήμα ως απαίτηση της δισκογραφικής για να προσδώσει περισσότερο επαγγελματισμό, αφού είχε παίξει στους Carter Lewis and the Southerners, όπου τότε έπαιζε στα πολύ πρώτα του βήματα κι ο Jimmy Page πριν τους Yardbirds. Αυτός ήταν και η βασική επιρροή του Keith Moon. Ο Phil May τον θυμάται να έρχεται στα jam τους και να στέκεται ακριβώς μπροστά από τα ντραμς. Αλλά και ο ίδιος ο Keith Moon έλεγε αργότερα ότι είχε ειδωλοποιήσει τον Viv. Απλά διαπίστωνε ότι μπορούσε κάποιος να είναι σταρ και ντράμερ ταυτόχρονα. Η τρέλα του κτυπήματος σηματοδοτεί το ντεμπούτο σινγκλ τους "Rosalyn".

Rosalyn (1964)


Το punk blues στο ζενίθ του, αν και ο όρος punk δεν χρησιμοποιείτο εκείνο τον καιρό. Ένα υβρίδιο R&B rock του Bo Diddley επιταχυνόμενο σε σημείο αναρχίας. Στην άλλη πλευρά το "Big Boss Man" cover από τον Jimmy Reed. Το single που ακολουθεί "Don't Bring Me Down" ήταν άλλο ένα R&B rock κομμάτι με garage στοιχεία, πολύ ελκυστικό ρυθμό και την φωνή του Phil May στην πιο λάγνα εκδοχή της. Έγινε νο 10 στην Αγγλία και οι Pretty Things σταρς έστω και για λίγο με την δισκογραφική Fontana να τους προσφέρει στούντιο για το 1ο τους ομώνυμο LP. Σε αυτό με τραγούδια διασκευές από τον Bo Diddley, Chuck Berry και Jimmy Reed αλλά και δικά τους, στο σύνολό του ήταν Αγγλικό R&B στην πιο θορυβώδη εκδοχή του, που έκανε την μπάντα τον καλύτερο λευκό εκπρόσωπο του Bo Diddley. Και όπως έλεγε ο Phil May "παίξαμε το "Roadrunner" και το κάναμε δικό μας κομμάτι, εντελώς αλλιώτικο από αυτό του Bo". Το άλμπουμ μπήκε στα Αγγλικά top ten αλλά δεν ήταν τυχερό να είναι παραγωγός η εταιρεία Fontana. "Ο εκπρόσωπος της εταιρείας" λέει ο Phil May "μετά από 20 λεπτά τηλεφώνησε στον Bobby Graham (που είχε παίξει ντραμς στους Kinks για το "You Really Got Me" και του είπε ανάλαβε εσύ εγώ δεν μένω ούτε λεπτό παραπάνω με αυτά τα ζώα". "Δεν είχαμε κάνει ποτέ ηχογράφηση και τα μικρόφωνα "έσπαγαν", οι μηχανικοί απειλούσαν ότι θα φύγουν. Έλεγαν ότι ήμασταν μη συνεργάσιμοι στην ουσία βέβαια δεν ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε. Στο τέλος τοποθέτησαν μικρόφωνα μπροστά από τον καθένα μας και παίξαμε όπως κάναμε στη σκηνή κάθε βράδυ". Κατά τη διάρκεια του 1965 και αρχές 1966 δημιούργησαν κλασσικά hit, που έγιναν μικρά Αγγλικά hit ενώ άξιζαν πολύ περισσότερο. To "Midnight to Six Man" ήταν ένα από τα καλύτερα hit που δεν ανήκε στην δεκαετία του '60 με το "κοφτό" και φθίνον riff, αλλά και το πιάνο/όργανο ευγενική παραχώρηση του Nicky Hopkins. Το "Come See Me" έχει άλλο ένα "καταστροφικό" riff στο μπάσο του John Stax αυτή τη φορά. Οι άλλες πλευρές των single περιλαμβάνουν τα "Can't Stand the Pain" με την προ-ψυχεδελική αύρα της κιθάρας και το "L.S.D." συντομογραφία του λατινικού (Libre, Solidi, Denari) σχετικό με τα χρήματα (αν και η έννοια μοιάζει να είναι διφορούμενη). Στα μέσα του '65 κάνουν μια γκάφα διασκευάζοντας το "Cry to Me" του Solomon Burke, πράγμα που ήδη έχουν κάνει οι Rolling Stones τον ίδιο καιρό για ένα κομμάτι στο άλμπουμ τους. Πάντα προσπαθούσαν να αποφύγουν μια τέτοια σύμπτωση αλλά συνέβη τυχαία. Και ήταν τότε που άρχισε η εμπορική κατρακύλα του γκρουπ. Αυτοί που αποκαλούν τους Pretty Things σαν junior Rolling Stones παραβλέπουν την διαφορετικότητά τους, που όχι μόνο τους θέτει μακριά από τους Stones αλλά αποδεικνύει ότι ήταν ικανοί για περισσότερα πράγματα από το να παίζουν R&B rock. Δεν επισημαίνεται συχνά ότι ο κιθαρίστας των Pretty Things, Dick Taylor, εκτός του να παίζει ηλεκτρική κιθάρα σαν ένας πιο αυθόρμητος Keith Richards κάνει αποτελεσματικά εναλλαγές με ακουστική κιθάρα που καμιά φορά εισέρχεται στα εδάφη της folk/rock, όπως για παράδειγμα στο "Honey I Need" και στο πιο folk "London Town". Επίσης άγνωστο είναι για πολλούς ότι οι Pretty Things έπαιξαν τραγούδια που γράφτηκαν από άγνωστους στο κοινό δημιουργούς οι οποίοι δεν είχαν σχέση με την R&B σκηνή. Παράδειγμα το "Don't Bring Me Down" από τον πολύ λίγο γνωστό τραγουδιστή Johnny Dee, το "You'll Never Do It Baby" από το άγνωστο R&B γκρουπ Cops & Robbers, το "Come See Me" από τον soul J.J.Jackson ενώ το "You Don't Believe Me" πρώτο τραγούδι στο 2ο LP τους από τον τότε session μουσικό Jimmy Page. Η μουσική τους δύναμη είναι εύκολο να εκτιμηθεί σήμερα, αλλά το σοκ και ο θυμός που "έβγαιναν" στα live τους δεν μπορούν να γίνουν τόσο εύκολα αντιληπτά. "Αφήναμε τα riff να διαρκούν για ώρες, όπως στο "Hey Mama" θυμάται ο Taylor. Ο George Gallacher των Σκοτσέζων the Poets, είδε σε live τους Pretties πρώτη φορά τυχαία και έλεγε: "Ήταν το καλύτερο live γκρουπ που είχα ποτέ μου ακούσει πριν αλλά και από τότε και μετά.Έμεινα εμβρόντητος μεταφορικά και κυριολεκτικά. Έκαναν τα ίδια πράγματα που κάναμε και εμείς στα blues αλλά Χριστέ μου! Το παίξιμό τους και η δύναμη που έβαζαν σε αυτό ήταν πραγματικά ασύγκριτη".

Roadrunner (1964)



Ο ηλεκτρισμός θυμάται ο Phil May ξεχυνόταν στο κοινό και είχε μια διάδραση τέτοια που για πρώτη φορά σε συναυλία η αστυνομία δεν είχε τον τρόπο να ελέγξει. Οι αξιοπρεπείς πωλήσεις που έκαναν αλλά και οι πολλές live εμφανίσεις τους δεν εμπόδισαν την άρνηση του να σερβιριστούν στις pub ή να καταλύσουν σε ξενοδοχεία λόγω της υπερβολικά μακριάς κόμης τους." Όταν βλέπει κανείς τις παλιές μας φωτογραφίες, φαινόμαστε τόσο ακραίοι" θυμάται ο May. "Κάθε βράδυ έπρεπε να εμπλακούμε σε καυγά. Δεν μπορώ να το συγκρίνω με μια σημερινή εικόνα παρά (λέει γελώντας) να έχεις έξω το πουλί σου και να μπεις σε μια pub για να συγκρίνεις πως μας αντιμετώπιζαν τότε".
Οι Pretties έμειναν στην ιστορία και για τα μνημειώδη πάρτυ τους στην κατοικία τους στην 13 Chester Street, όπου για κάποιο διάστημα έμενε και ο Brian Jones των Rolling Stones. Η περιοδεία τους στην Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία ξεσήκωσε τεράστιο κύμα αγανάκτησης από τα μέσα της εποχής με συνέπεια να γίνουν απαγορευτικοί στην Νέα Ζηλανδία, περισσότερο για την φήμη του Viv Prince, που περιέγραφαν ότι μέθαγε τόσο άσχημα στις συναυλίες ώστε άναβε φωτιές στη σκηνή.
Όπως ανακαλεί ο May, ο Viv αρνιόταν να παίξει αν η pub που πήγαινε δεν τον σέρβιρε μπύρα. Στην σύντομη καριέρα του ο Viv αναμφίβολα έβαλε ένα σημείο αναφοράς που μόνο ο θρυλικός Keith Moon έφτασε. Ειρωνία είναι ότι ο Viv είχε αντικαταστήσει τον Keith Moon στους Who για δυο εβδομάδες που ήταν άρρωστος. Για την υπόλοιπη δεκαετία του '60, γύριζε σε μπάντες άγνωστες (μέσα σε αυτές μία με τον πρώην των Moody Blues και μελλοντικό κιθαρίστα των Wings Denny Laine). Το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του τον έκανε να καταφέρει να απομακρυνθεί από τους Hell's Angels για μη παραδεκτή συμπεριφορά!!! Από το 2005 ζει στην Πορτογαλία και εκτρέφει Γερμανικούς ποιμενικούς. Οι υπόλοιποι στο μεταξύ είχαν βγάλει το 2ο άλμπουμ Get the Picture? στα τέλη του 1965.

You Don't Believe Me (1965)


Αν όχι και τόσο συνεπής όσο ο 1ος, έδειξε τους Pretties να απορροφούν soul και folk επιρροές αλλά και να γράφουν περισσότερα δικά τους κομμάτια. Στα ντραμς ήταν session μουσικοί, ιδιαιτέρως ο Mitch Mitchell (Jimmy Hendrix Experience) και ο 17χρονος Skip Alan, ο οποίος όπως λέει ο May ταίριαζε περισσότερο στο προφίλ του γκρουπ. Οι Pretties ήταν ακόμα ένα επιτυχημένο γκρουπ στην Αγγλία και στην Ευρώπη. Ιδιαιτέρως η Ολλανδία τους είχε ως την κορυφαία μπάντα, ενώ Ολλανδικά γκρουπ επηρεάζονταν μόνο από αυτούς με γνωστότερο τους Outsiders μία από τις καλύτερες μπάντες Ευρωπαικής χώρας με μη Αγγλική γλώσσα. Βέβαια ακόμα οι Pretties ήταν παντελώς άγνωστοι στην Αμερική. Ενώ λοιπόν οι Stones, οι Yardbirds, οι Animals και άλλα μεγάλα Αγγλικά γκρουπ ξεχύθηκαν καταιγιστικά στις Ηνωμένες πολιτείες, παρέμεινε το μεγάλο μυστήριο για αρκετές δεκαετίες, πως ένα τόσο καλό γκρουπ δεν έκανε προσπάθεια να εισβάλει στην Αμερική. Έπρεπε να είναι κάποιος πολύ αφοσιωμένος οπαδός τους για να βρει κάποιο δίσκο τους στην Αμερική. Πάντως κάποια Αμερικανικά γκρουπ έβγαζαν διασκευές των Pretty Things (the Montells "Don't Bring Me Down") όπως και οι Brogues με κιθαρίστα τον, μετέπειτα στους Quicksilver Messenger Service, Gary Duncan, που το "Don't Shoot Me Down" στηρίχθηκε πάνω στο "Mama, Keep Your Big Mouth Shut" των Pretties. O Duncan είχε για καλύτερο του τραγουδιστή τον Phil May, ενώ πάντα έλεγε ότι οι Pretty Things ήταν πολύ καλύτεροι των Rolling Stones.
Ο May παραδέχεται ότι το να μην επικεντρωθούν στην Αμερική ήταν μια ηλίθια απόφαση του συμπαραγωγού Bryan Morrison. Βέβαια πριν καν κυκλοφορήσει ένας δίσκος τους είχε απαγορευτεί για ένα στίχο "laid her on the ground" που στην αρχή του έβαζαν μπιπ, αλλά μετά σταμάτησαν πια να παίζουν το κομμάτι. "Αν είχαμε στην Αμερική την επιτυχία που είχαμε στην Ευρώπη, πιστεύω ότι όλα θα είχαν τελειώσει μέσα σε 3-4 χρόνια" εξομολογείται ο Phil May. Ο Taylor από την άλλη είναι λιγότερο ασαφής λέγοντας ότι απλά θα έπρεπε να είχαν πάει άμεσα χωρίς δεύτερη σκέψη.
"Έπρεπε να γράψουμε μόνοι μας" ανακαλεί ο May. "Δεν θα είχαμε πολύ ζωή μπροστά μας σαν γκρουπ περιμένοντας από τρίτους ανθρώπους να γράφουν τραγούδια για εμάς. Προσωπικά μισούσα το να γράφω τραγούδια". Όμως ο May και ο Taylor ήδη είχαν στο ενεργητικό τους δουλειές όπως το "Midnight to Six Man", όπως και σε κάθε κομμάτι του 3ου LP Emotions. Κατά τα άλλα ο Brian Pendleton απλά πήδηξε από το τραίνο και ο John Stax εγκατέλειψε κάπου στις ηχογραφήσεις του  Emotions. Αντικαταστάθηκαν από τους πολυοργανίστα Wally Waller και τον keyboard player John Povey, οι οποίοι και ευθύνονται για την στροφή του γκρουπ από την R&B στην ψυχεδέλεια. Το Emotions είναι ένα σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ και των μελών του γκρουπ αλλά και των θαυμαστών τους. Οι May και Taylor με τον Waller να βοηθάει, πάνε για πρώτη φορά μακριά από την R&B σε πιο ποπ κατεύθυνση με υπαινιγμούς folk αλλά και ψυχεδέλειας. To βιαστικά παιγμένο "Death of a Socialite", ο ύμνος "My Time" αλλά και το ευαίσθητο και τρυφερό "The Sun".

the Sun (1967)


Όμως σε αυτό το LP προστέθηκαν πάνω από την ηχογράφηση άλλα πνευστά και έγχορδα, που αν ήταν σποραδικά ενίσχυαν το κομμάτι ή αντίθετα αν ήταν πιο πολύ μέσα στο κομμάτι το άλλαζαν τελείως. Αυτό ήταν και ένα λάθος που έγινε και που θα έκανε το γκρουπ να το αρχίσει από την αρχή, αλλά αυτό θα σήμαινε περισσότερο χρόνο στο συμβόλαιό τους πράγμα που δεν ήθελαν. Με αυτό το LP τέλειωσε και η συνεργασία τους με την δισκογραφική Fontana. Ο Taylor μας λέει "οι άνθρωποι της δισκογραφικής αντιλήφθηκαν ότι η αξία μας ήταν όχι στην μουσικότητα ακριβώς. Ήταν φανερό πως ήμασταν μια ωμή, άγρια παρέα γεμάτη ενέργεια. Ο Bobby Graham που μας ανέλαβε μετά κατάλαβε ποιός ήταν ο καλύτερος τρόπος να μας εκμεταλευτεί. Ο παραγωγός του Emotions δεν πρέπει να κατάλαβε ποιοί πραγματικά ήμασταν. Το άλμπουμ ήταν μια μεταβατική δουλειά. Προσωπικά μου άρεσαν ορισμένα κομμάτια αν και θα ήθελα να βάλω μέσα πολύ περισσότερη κιθάρα. Έπρεπε να εξερευνήσουμε το χώρο για να πάμε και κάπου αλλού".
Βέβαια για να ανταπεξέλθουν στα έξοδά τους, όταν οι δίσκοι τους δεν πούλαγαν έφτιαχναν soundtracks. Αυτό τους επέτρεψε να βγάλουν μερικά πολύ ωραία θέματα που δεν ήταν υποτίθεται τόσο δυνατά για τα άλμπουμ τους. Τα καλύτερα από αυτά βγήκαν για το παράξενο άλμπουμ τους των '60'ς Electric Banana. Το όνομα αυτό χρησιμοποιούσαν για να κρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα. Έβγαλαν αυτό το άλμπουμ αλλά και ακόμα τέσσερα για την De Wolfe Music Library, μια εταιρεία που υπήρξε ο αρχικός κρίκος σε αυτό που αργότερα θα έμενε ως Library Music. Η μουσική τους από αυτές τις παραγωγές έντυσε πολλά έργα τρόμου αλλά και σοφτ-πορνό της εποχής.

Alexander (1969)


Μια ακόμα άγνωστη πτυχή της ιστορίας τους είναι η παράξενη παραγωγή με τους Pretties (εκτός του May) να κάνουν την back band στον άγνωστο εκκεντρικό και εκατομμυριούχο Γάλλο τραγουδιστή Phillipe DeBarges. Όπως θυμάται ο May "Ο Wally (Waller) μαζί μου έγραψε μερικά τραγούδια γι'αυτόν τον εκατομμυριούχο". Αυτά τα ποπ/ψυχεδελικά κομμάτια ποτέ δεν κυκλοφόρησαν ως τραγούδια των Pretty Things. Με την EMI έβγαλαν ένα single "Defecting Grey"/"Mr. Evasion" που είχε κυκλοφορήσει αρχικά τέλη του '67. Tο πρώτο έμοιαζε να προέρχεται από τελείως διαφορετική μπάντα από ότι δηλαδή είχαν μέχρι τότε βγάλει, ο May ακούγεται σαν άλλος τραγουδιστής, το κομμάτι είναι γεμάτο ψυχεδέλεια, αρμονίες στα φωνητικά, keyboards εκπληκτικά, σιτάρ και εισαγωγή με βαρύγδουπο μπάσο (σαν να πέφτει στο πάτωμα). Η ενορχήστρωση και οι ονειρικοί στίχοι μοιάζουν πολύ με την ψυχεδελική ποπ που έπαιζαν κι οι Pink Floyd το 1967, όταν το γκρουπ βρισκόταν υπό την ηγεσία του "mad genious" Syd Barrett.

Defecting Grey (1967)


Βέβαια η ομοιότητα δεν ήταν εντελώς συμπτωματική, αφού υπήρχε κοινός παραγωγός ο Norman Smith, ο οποίος είχε κάνει τον μηχανικό ήχου στους περισσότερους δίσκους των Beatles από τέλη του '65 πριν στραφεί στην παραγωγή. Ωστόσο ενώ συνέχιζαν με τον Smith να δουλεύουν το επόμενο single "Talkin' About the Good Times"/"Walking Through My Dreams", δούλευαν επίσης ένα μεγάλο θέμα που δεν θα μπορούσε να χωρέσει σε 45άρι. Αυτό ήταν το S.F. Sorrow, για τους περισσότερους ιστορικούς της μουσικής η πρώτη ροκ όπερα βασισμένη σε μια μικρή ιστορία από τον Phil May. Όταν αυτή η τρομερή παραγωγή ολοκληρωνόταν ήταν που ο Twink Alder πήρε την θέση του Skip Alan στα ντραμς. Η ιστορία της όπερας είναι η ζωή του S.F. Sorrow από την γέννησή του τον πρώτο του έρωτα, την κατάταξή του στο στρατό, την απώλεια της αθωότητας και της ελπίδας, τα γεράματα, τον θάνατο. Μέχρι τότε υπήρχαν κάποια ασαφή concept rock άλμπουμς, πασίγνωστα (Beatles - Sgt. Pepper) έως πολύ άγνωστα (Nirvana - the Story of Simon Simopath).

S.F. Sorrow is Born (1968)


Το S.F. Sorrow ήταν επίσης ασαφές, αλλά ήταν η πρώτη ροκ όπερα που αποτελεσματικά ακολούθησε την ιστορία από την αρχή έως το τέλος της. "Θα την ονόμαζα "Cutting Up Sergeant Time", που βασιζόταν στην ιστορία κάποιου, στον Α'Παγκόσμιο Πόλεμο, που βρισκόταν στα χαρακώματα" θυμάται ο May. Ξεκίνησα από την γέννησή του και συνέχισα με τα διάφορα γεγονότα στην ζωή του. Μας πήρε κάπου 14 μήνες για να το φέρουμε εις πέρας". Ο May επίσης δίνει τα credits που αρμόζουν στον Norman Smith, τον παραγωγό τους, που κατάλαβε ότι ο καλύτερος τρόπος να δουλέψει κανείς με τους Pretty Things ήταν να βρίσκεται μαζί τους συνέχεια. Ο έπαινος για τον Norman Smith έρχεται σε αντίθεση με την γνώμη των Pink Floyd για αυτόν, που έλεγαν ότι ήταν τόσο απόμακρος που μετά από τα πρώτα άλμπουμ τους σταμάτησαν τη συνεργασία μαζί του. "Ήταν τόσο εγωιστής ο Roger(Waters)" λέει ο May. "Θα ξεφορτωνόταν οποιονδήποτε προσπαθούσε να προσθέσει κάτι στους Pink Floyd, το επόμενο κιόλας λεπτό. Τους ήθελε μόνο για τον εαυτό του. Και ήταν πολύ δυναμικός τύπος. Τον σέβομαι, έχει κάνει πολλά σπουδαία πράγματα, αλλά ήθελε να έχει όλο τον έλεγχο. Και ο Norman (Smith) δεν ήταν μέσα σε όλο αυτό". Ο Taylor επισημαίνει ότι η μεταφορά της μουσικής τους από την R&B στην ψυχεδέλεια δεν ήταν τόσο ξαφνική όσο φαινόταν από τις ηχογραφήσεις, καθώς το γκρουπ είχε ασχοληθεί με διαφορετικά είδη. To γκρουπ επηρεάστηκε από πολλά διαφορετικά είδη, ο ίδιος δηλώνει για παράδειγμα ότι ήταν επηρεασμένος από τους Doors, τον Sun Ra, τον John Coltrane και τον Captain Beefheart, ενώ σημειώνει ότι άκουγε τους the Fifth Dimension και το Forever Changes των Love, καθώς το S.F. Sorrow έπαιρνε σχήμα. Παραδέχεται ακόμα ότι στο κομμάτι "Ballon Burning" αντέγραψε μέρος του riff από το "A House Is Not a Motel" των Love. Το S.F. Sorrow βγήκε στην Αγγλία στα τέλη του 1968. Μια ακόμα πιο φημισμένη rock όπερα βγήκε στα μέσα του 1969. Φιλονικίες στο κατά πόσο οι Who επηρεάστηκαν από το S.F. Sorrow στη δημιουργία του Tommy, ίσως και ποτέ να μην επιλυθούν μέσα στην διάρκεια ζωής των Pretty Things. Περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο την σύγκριση, ΄να πούμε για την ατυχή καθυστέρηση  του S.F. Sorrow στην Αμερική, που έκανε την εμφάνισή του μερικούς μήνες μετά το Tommy. Τότε απορρίφθηκε από ορισμένους κριτικούς σαν απομίμηση του Tommy, αν και γνώριζαν ότι στην Αγγλία είχε βγει μισό χρόνο πριν το Tommy. Το S.F. Sorrow δεν ήταν τόσο μελωδικό και σίγουρα όχι τόσο εμπορικό. Αναμφίβολα όμως ήταν πρώτο. Ατυχώς δεν παίχτηκε ποτέ ολόκληρο το 1960 σε live. Ο May δεν κρύβει την δυσφορία του για τον Pete Townshend, που μετέπειτα είπε ότι ποτέ δεν είχε ακούσει το 1960 για S.F.Sorrow, άποψη που επισκιάζεται από την ομοιότητα στο άνοιγμα με ακουστική κιθάρα του "Old Man Going" στο S.F. Sorrow με την ακουστική κιθάρα που συνοδεύει το "Pinball Wizard". Ο Pete Townshend βέβαια είχε πει τότε ότι το S.F. Sorrow υπήρξε η βασική επιρροή για το Tommy. O Taylor αμέσως μετά το S.F. Sorrow, πάνω στην πιο δημιουργική περίοδο του γκρουπ, αφήνει τους Pretties για να δοκιμάσει αλλού τις δυνάμεις του. Η θέση του δεν θα καλυπτόταν εύκολα. Στο τελικό τους, για το '60, άλμπουμ Parachute, αρχίζουν την στροφή σε πιο progressive/rock κατεύθυνση. Ο Twink Alder αντικαθιστά τον Skip Alan και τη θέση του Taylor παίρνει ο Victor Unitt, καθιστώντας τον Phil May το μόνο original μέλος του γκρουπ.

Parachute (1969)


Το Parachute γίνεται από το περιοδικό Rolling Stone άλμπουμ της χρονιάς, παρόλα αυτά όμως οι πωλήσεις δεν συμβαδίζουν και αποτέλεσμα είναι το γκρουπ να διαλυθεί προσωρινά στις αρχές του '70, όμως επανενώνεται γρήγορα και συνεχίζει, ενώ μπαίνει στο γκρουπ κι ο κιθαρίστας Peter Tolson.
Ακολουθεί το έκτο LP τους Freeway Madness το 1972, δεύτερο LP χωρίς τον Taylor και σε παραγωγή του μπασίστα Wally Waller, με αξιόλογα τραγούδια.

Love is Good (1972)


Το 1974 ο μάνατζερ των Led Zeppelin, Peter Grant αναλαμβάνει τους Pretties και επιτέλους επιχειρούν να παίξουν και στην Αμερική, όπου σημειώνουν πολύ χαμηλή επιτυχία στα charts με τους δίσκους Silk Torpedo και Savage Eye.

Dream/Joey (1974)




My Song (1976)



Μέχρι εδώ οι Pretties είναι ένα μέτριο hard/rock γκρουπ του '70 με την μεγαλύτερη ιστορία και ρεπερτόριο από όλα τα υπόλοιπα. "Ήταν πολύ παράξενο" θυμάται ο May. "Να είμαστε γνωστοί για τις νέες μας δουλειές, χωρίς να είναι γνωστή η προηγούμενη δουλειά μας στον κόσμο". Ο May θα αφήσει το γκρουπ το 1976 και μερικούς μήνες αργότερα οι Pretty Things θα διαλυθούν. Οι φανατικοί οπαδοί του γκρουπ, ανά τον κόσμο συνέχισαν να ψάχνουν τις παλιές δουλειές των Pretties ιδιαίτερα από τότε που ο David Bowie διασκεύασε δύο από τα κομμάτια τους τα "Rosalyn" και "Don't Bring Me Down" για τον δίσκο του Pin-Ups. "Ανακάλυψα" λέει ο May,  "ότι η μητέρα του Johnny Rotten υπήρξε φανατική θαυμάστριά μας και έπαιρνε τον μικρό Johnny μαζί της από τα 12 χρόνια του να παρακολουθεί όλα μας τα live". Για τα επόμενα χρόνια οι Pretty Things σποραδικά βρίσκονταν (May και Taylor, ο οποίος δεν έκανε και πολλά αφότου άφησε τους Pretties, αν εξαιρέσουμε την παραγωγή του πρώτου δίσκου των Hawkwind) για να παίξουν σε φεστιβάλ και events. Όπως λέει ο May, αν μπορούσε να παίξει κάποιος από εμάς, έπαιζε, δεν προγραμματίζαμε τίποτα. Στα τέλη της δεκαετίας του '90, το line up του 1967 May, Taylor, Waller, Povey και Alan ξαναμαζεύονται με επιπλέον τον κιθαρίστα Frankie Holland. Επανέκδοσαν όλα τα άλμπουμ τους του 1960 και αρκετά του 1970, με ιστορικής σημασίας σημειώσεις για όλα τους τα τραγούδια. Το S.F. Sorrow δεν άργησε να κερδίσει τον τίτλο, ως ένα από τα 5 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών από τον Genesis P-Orridge, προς μεγάλη έκπληξη των περισσοτέρων κριτικών. Ένα νέο άλμπουμ το  ... Rage Before Beauty, τουλάχιστον μια εικοσαετία πριν στην προσμονή, είδε τελικά το φως το 1999.

Passion of Love (1999)


Και τον Σεπτέμβριο του 1998 οι Pretties μαζεύτηκαν στο Abbey Road για να παρουσιάσουν το S.F. Sorrow στην ολότητά του live με κάλυψη ζωντανά μέσω διαδικτύου, με την περιγραφή για το κάθε κομμάτι της όπερας να γίνεται από τον Arthur Brown (the Lord of Hellfire), και τον David Gilmour των Pink Floyd σαν guest guitar.

S.F. Sorrow (1998)


Και ο Gilmour ασφαλώς γνωρίζει πόσο λεπτή είναι η γραμμή μεταξύ ενός cult καλλιτέχνη και ενός διεθνούς σούπερσταρ. Εξάλλου κι αυτός υπήρξε ένας άγνωστος κιθαρίστας από το Κέμπριτζ που δεν είχε παίξει πριν για κάποιο άλμπουμ και προτάθηκε να αντικαταστήσει τον Syd Barrett στους Pink Floyd, σε μια περίοδο που Pink Floyd και Pretty Things έφταναν στην πιο ψηλή κορυφή της ψυχεδέλειας στο Abbey Road με τον Norman Smith κοινό παραγωγό. "O Gilmour" λέει ο Phil May, "εκτιμάει άλλους μουσικούς που ξέρει ότι με λίγη τύχη θα μπορούσαν να είναι εκεί που βρέθηκε αυτός. ...Σαν τους Pretty Things".

Επιπλέον δισκογραφικές τους δουλειές:

                                                                    Balboa Island (2007)                                    
                 

                                                            The Sweet Pretty Things (2015) 
    

“The Beatles were cute, The Stones were students, but The Pretty Things were just plain frightening!” – John Peel

“The most exciting rock ‘n’ roll band of the last 50 years who are still on the road today” – Jack White, The White Stripes

“The Sweet Pretty Things” – Bob Dylan

 “Phil May is GOD!!” -entry in David Bowie’s Telephone Book

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 15 Ιουλίου 2018



THE OUTSIDERS

From the Continent (Part 4)



Ολλανδία. Μία μικρή χώρα 17 εκ. κατοίκων, στερεότυπο των τουλιπών, των ανεμόμυλων και των καλών τυριών, όχι όμως εκκολαπτήριο επαναστατών ρόκερ. Αυτοί όμως που είναι εξοικειωμένοι με την σκηνή του Nederbiet των '60'ς γνωρίζουν καλύτερα. Από τα σκορ των ατημέλητων R&B/beat γκρουπ, που ξεπετάχθηκαν στα μέσα του '60, κανένα δεν ήταν πιο καταπληκτικό από τους the Outsiders. Κατέκτησαν με διαδοχικά χιτ την μητρική τους χώρα, με τα καταιγιστικά punk/blues και τα άφθαστα, μελωδικά folk-rock, κάπου-κάπου αναμιγνύοντας τα παράταιρα στυλ μέσα στο ίδιο τραγούδι. Δεν ήταν μόνο το πιο καλό Ολλανδικό γκρουπ των '60'ς, αλλά το ΚΑΛΥΤΕΡΟ rock γκρουπ από μη αγγλόφωνη χώρα. Οι Outsiders μπορεί να μην είχαν ποτέ κυκλοφορήσει τους δίσκους τους στην Αμερική, αλλά ήταν τόσο καλοί, όσο τα καλύτερα από τα Αμερικάνικα και Αγγλικά γκρουπ της περιόδου.

I Love Her Still, I Always Will (1966)


Η μουσική τους είναι σίγουρα γεμάτη με περισσότερη ένταση, από ότι όλα (εκτός ελαχίστων) τα διάφορα άλλα γκρουπ κατάφεραν να δημιουργήσουν. Οι punk ήχοι παίζουν απέναντι στις χαριτωμένες μελωδίες, το R&B απέναντι στην pop, λαγνεία και πόθος συγχωνευμένα με αγανάκτηση και άγχος. Θα αισθανόσουν ότι οι Outsiders παίζουν με τέτοια ένταση, επειδή η καταστροφή επίκειται ή όπως ο Wally Tax τραγούδησε σε ένα από τα πρώτα τους τραγούδια, μπορούν πάντα να αισθάνονται ότι "Sun's Going Down". Άκόμα κι όταν ανατινάχτηκαν σε ψυχεδελικό overdrive με το τελευταίο τους άλμπουμ, η απειλή και ο τρόμος έκλεβαν την προσοχή, από την αγάπη και τα λουλούδια. Στις εσωτερικές σημειώσεις του compilation άλμπουμ Pebbles Vol.15, με Ολλανδικό rock του '60, γράφεται: "Οι Ολλανδοί είναι masters των blues, όπως ταιριάζει σε μιά χώρα χωρίς νέγρους και με το υψηλότερο στάνταρ ζωής στην Ευρώπη". Είναι μια αστεία πρόταση βεβαίως, αλλά ο ηγέτης, lead singer και συγγραφέας των τραγουδιών των Outsiders, Wally Tax βρήκε τις blues ρίζες του, πολύ πριν οι Rolling Stones τις κάνουν μόδα. Γεννημένος από Ολλανδό πατέρα και Ρωσίδα αθίγγανη μητέρα που είχαν συναντηθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά την διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου πολέμου έζησε κοντά σε ένα ξενώνα στο Άμστερνταμ, που φιλοξενούσε πολλούς Αμερικανούς ναυτικούς. Όπως έκαναν και στο Λίβερπουλ, έτσι κι εκεί οι Γιάνκηδες έφερναν μαζί τους R&B δίσκους για τους φαν του είδους στο εξωτερικό, όπως ακριβώς υπήρξε και ο πατέρας του Tax. Ο Tax ξεκίνησε να εμφανίζεται και να παρουσιάζει την δουλειά του από τα 8 του χρόνια!! Και ήδη είχε φτιάξει τους Outsiders από την ηλικία των 11! τραγουδώντας στα Αγγλικά. Το Άμστερνταμ είχε ένα τρόπο να μεγαλώνει τους νεαρούς γρήγορα χάρη στην ξένη γλωσσική ευφράδεια που αποκτούσαν. Ο Tax έμαθε Αγγλικά σε πολύ μικρή ηλικία, αποκαλύπτει, εν μέρει "για να επικοινωνήσω με τους Αμερικανούς ναυτικούς. Επίσης έκανα και πολλά λεφτά δείχνοντάς τους μέσα στο Άμστερνταμ τα καλά μέρη για να ξεκουραστούν. Με πλήρωναν ένα δολλάριο κάθε φορά που τους πήγαινα σε μια καλή και καθαρή πόρνη. Έτσι ήρθε εντελώς φυσιολογικά η Αγγλική γλώσσα". Τον καιρό που ο Tax ήταν 17, οι Outsiders ήταν έτοιμοι να κάνουν την ντεμπούτο ηχογράφησή τους
με ένα άγριο R&B-punk υβρίδιο. Το "You Mistreat Me" προδίδει την συντριπτική τους επιρροή από τους the Pretty Things, την Αγγλική μπάντα, που έκανε μερικά χιτ στην Αγγλία, με πιο ωμό ήχο από τους πρώιμους Rolling Stones, αν και ποτέ δεν τα κατάφεραν στην Αμερική. Όπως οι the Pretty Things ήταν πιο extreme από τους Rolling Stones, έτσι οι Outsiders ανέβασαν τα επίπεδα της οργής των the Pretty Things ακόμα ένα κλικ, με βομβαρδισμό κιθάρας σαν το βουητό μέλισσας, τέμπο που κόβουν την ανάσα και τα τραχιά ελκυστικά φωνητικά του Tax. Η εξίσου εντυπωσιακή δεύτερη πλευρά του "Sun's Going Down", ήταν μία λυπητερή, folk μπαλάντα με Αιολικές αρμονίες που έδειχναν ότι τα ενδιαφέροντα, για την απίστευτη αυτή μπάντα, ήταν κάτι περισσότερο από άγριο R&B. Αυτά τα δύο τραγούδια θεμελίωσαν τους πυλώνες που θα όριζαν την καριέρα της μπάντας από το 1965 έως το 1969. Ωμό, ακραίο, blues-rock από την μία πλευρά, τρυφερό, μελαγχολικό folk-rock από την άλλη.

You Mistreat Me (1965)


Στην αρχή ωστόσο, η μπάντα έρρεπε στην πρώτη πλευρά. Αν ένα γκρουπ του '60 κέρδιζε τον όρο "aphetamined" αυτό θα ήταν οι the Outsiders. Τα τραγούδια τους ήδη πολύ γρήγορα κατά το ξεκίνημά τους, θα επιτάχυναν στο ρυθμό όπως ένας σπρίντερ που πλησιάζει την κορδέλα του τερματισμού. Η μπάντα θα έπαιζε ένα νευρικό, τραυλίζον γκρουβ, με κοφτή fuzz κιθάρα, μανιασμένο μπάσο και περιστασιακά ξέφρενα βελάσματα της φυσαρμόνικας του Tax. Τα πιο εκκεντρικά από τέτοια κομμάτια ήταν τα "If You Don't Treat Me Right", "Ain't Gonna Miss You", ή το καταπληκτικό "Won't You Listen", που περιέχει ένα από τα πιο μεγάλα σε έκταση σόλο fuzz κιθάρας. Ο ντράμερ Buzz Busch ιδιαιτέρως, οδηγεί το ρυθμό με όλη την υπομονή και την φινέτσα ενός παράνομου που δραπετεύει από το αστυνομικό τμήμα. Αυτό είναι μέρος της προσέγγισης βέβαια. Σαν να ακούς hardcore punk με μια ευρύτερη αίσθηση μελωδίας και γενικά είναι αυτό που λέγεται joie de vivre.

Won't You Listen (1965)


Αν μπορούσε να τσεκάρει κάποιος το σπάνιο μισό live-μισό στούντιο ντεμπούτο άλμπουμ τους (που έγινε στην δισκογραφική με τον πιο άκυρο τίτλο Relax 😂 Records) θα άκουγε τον φρενήρη ρυθμό των Outsiders σε εκείνη την πρώιμη φάση. Ιδιαίτερα στα live κομμάτια τους η κατάσταση βρίσκεται εκτός ελέγχου, με ένα κοινό να ουρλιάζει, όπως θα έκανε σε μια αρένα. Μακράν πιο ωμή κατάσταση από οτιδήποτε μια μεγάλη Αμερικάνικη δισκογραφική θα έκανε εκείνη την περίοδο. "Ηχογραφούσαμε μάλλον γρήγορα και ασφαλώς αυτά είναι λάθη" λέει ο Tax για την πρώιμη πλευρά τους προσθέτοντας ότι το πρώτο τους άλμπουμ ηχογραφήθηκε μια κι έξω. "Αλλά η κούρσα-πηγαίνοντας όλο και πιο γρήγορα-ναι, ήταν σκόπιμο. Ήταν σκληρό παίξιμο, αλλά ήταν ειλικρινές και πολύ ενεργητικό. Και αυτό μας άρεσε. Δεν ήταν ψεύτικο. Ήταν εμείς". Παίζανε τα κομμάτια στο στούντιο γρηγορότερα από ότι στα live? "Ω όχι" απαντάει. "Στα live γινόταν έκρηξη αλήθεια. Και κάτι περισσότερο". Αυτό θα προσέδιδε αξιοπιστία στον ισχυρισμό του Tax ότι "Η τύχη μας θα ήταν το 1966, όταν οι Rolling Stones έκαναν το δεύτερο κονσέρτο τους στην Ολλανδία, σε ένα χώρο που έκαναν δημοπρασία βοοειδών. Το λιγότερο δέκα γκρουπ ήταν στο πρόγραμμα και ήμασταν ακριβώς πριν τους Rolling Stones. Και είχαμε μεγαλύτερη επιτυχία από αυτούς. Αυτό ήταν που μας έδωσε δημοσιότητα σε Εθνικό επίπεδο". Επίσης το 1966 οι Outsiders έφυγαν από την μικρή δισκογραφική Muziek Express Op-Art για να πάνε στην Γαλλική Relax, μια εταιρεία με κλασικό προφίλ, που οι οικονομικές χασούρες ώθησαν στην συνθηκολόγηση με τo τότε pop-rock ξέσπασμα. Σύμφωνα με τον Tax, "Ο μάνατζερ μας εκείνη την εποχή, τους ώθησε να υπογράψουν με τους Outsiders, επειδή ήθελαν ένα άλλο από τα γκρουπ που είχε, που ήταν περίπου σαν τους Hollies. Ο μουσικός διευθυντής της εταιρείας δεν ήθελε με κανένα τρόπο εμάς. Ήμασταν πολύ περισσότερο σκληροί και αταίριαστοι με τα γούστα του. Αλλά για να έχει τους άλλους έπρεπε να υπογράψει και για εμάς. Ένας εκβιασμός δηλαδή". Το "Lying All the Time" το 1966 εγκαινίασε μια μεγάλη κούρσα από μεγάλα Ολλανδικά χιτ για την μπάντα αν και ποτέ δεν θα γίνονταν μεγάλοι έξω από την χώρα τους, παρά το γεγονός ότι είχαν πολλούς θαυμαστές στην Γερμανία, Παρίσι και Ρώμη.

Lying All the Time (1965)


Όλα, από τις τέσσερις ντουζίνες ή κάτι τέτοιο τραγούδια που οι Outsiders θα έβγαζαν μεταξύ 1965 και 1969 ήταν ορίτζιναλ του γκρουπ γραμμένα από τον Tax με την βοήθεια του κιθαρίστα Ronnie Splinter. Κι αν νομίζετε ότι αυτό δεν είναι κάτι ξεχωριστό, προσπαθήστε να σκεφτείτε άλλα αξιόλογα γκρουπ που επίσης ηχογράφησαν παρόμοιo πλούσιο υλικό από το 1965 έως το 1969, χωρίς να κάνουν ούτε μια διασκευή (προσωπικά σκέφτομαι τους Velvets και τους Bufalo Springfield). Μέσα σε δύο χρόνια οι ξέφρενοι ρυθμοί είχαν υποστεί αναθέρμανση από την folk-rock, με στοιχειωτικές μινόρε κλίμακες, περιστασιακά μοιραίες μελωδίες και απροσδόκητα γυρίσματα του τέμπο μεταξύ της μπαλάντας και της hard-rock. O Tax ποτέ δεν υπήρξε γνήσιος οπαδός της R&B παραδεχόμενος μια αγάπη στην folk-pop των Peter, Paul & Mary, όπως επίσης στην ανερχόμενη Καλιφορνέζικη ψυχεδελική folk-rock των Byrds και των Love (οι τελευταίοι βέβαια δύσκολα ήταν γνωστοί έξω από την Καλιφόρνια, όχι στην Ηπειρωτική Ευρώπη). Η επιρροή από τους Pretty Things τονίζεται τόσο καλά, όσο κι αν ο Tax προτίμησε ένα τόνο τρυφερό αλλά και σκυθρωπό, αν και πραγματικά πολύ δυνατό. Οι στίχοι μερικές φορές ρομαντικοί αλλά συχνά πικροί, απογοητευτικοί, σαρκαστικοί ή κατηγορητικοί, κάποτε πραγματικά παρανοικοί συμπληρώνουν την ερμηνεία του Tax πολύ καλά. Το χιτ single "Touch" εξαιρετικά υποδηλωτικό των στάνταρ του '60, επιτομεί το "σπρώξε-τράβα" των Outsiders, με το ξέφρενο ρυθμό, την ωμότητα, τις μπλουζ στροφές να εναλλάσσονται με πιο ευαίσθητες.
Touch (1966)


 Όσο για το τι έκανε τους δίσκους των Outsiders διαφορετικούς από οτιδήποτε συνέβαινε στην Αμερική ή στην Αγγλία τότε, ο Tax συλλογίζεται "Νομίζω υπάρχει ένα πολύ Ευρωπαικό άγγιγμα σε όλο το πράγμα. Ένα τραγούδι όπως το "Touch" με τέτοιο ρομαντικό διάλειμμα είναι ένα μάλλον Ευρωπαικό concept που δεν έχω βρει σε Αμερικάνικα γκρουπ. Επίσης ο τρόπος που παίζαμε τα μπλουζ δεν είναι αλήθεια Αμερικάνικος. Έχει επίσης μια Ευρωπαική γεύση. Ήμουν εξαιρετικά κοντά στον Robert Johnson, τον Elmore James, τον Sonny Terry, τον Brownie McGhee, τον Little Walter. Αλλά επίσης θα έχετε ακούσει ότι είχαμε "σκάψει" πολύ και τον Jacques Brel. Ξέρετε το "Sun's Going Down"? Αυτό λίγο-πολύ είναι μια Ρωσική folk μελωδία με blues στίχο. Οι Άγγλοι ήταν πολύ της αντιγραφής του ρυθμού και των blues. Όπως οι Rolling Stones ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις τους χρησιμοποιώντας Αμερικανικό ρυθμό και υλικό για τα blues. Εμείς ξεκινήσαμε να ηχογραφούμε με δικό μας υλικό. Νομίζω ο Mick Jagger παλιά προσπαθούσε να ακούγεται σαν έναν νέγρο R&B τραγουδιστή. Εγώ ποτέ δεν προσπάθησα να ακούγομαι σαν κάποιος άλλος. Ο Keith Richard είναι κάποιος που ξεκίνησε προσπαθώντας να γίνει ο Chuck Berry. Αλλά ο Ron Splinter ποτέ δεν προσπάθησε να είναι τίποτα άλλο παρά ο εαυτός του". Δεν υπήρχε έλλειψη σε ωραία single των Outsiders, όπως το "I've Been Loving You So Long", όπου η ντελικάτη μελωδία σταματούσε στην διάρκεια του τραγουδιού από ένα avant-garde επιταχυνόμενο ρυθμό που πετιόταν με όλη την ορμή που πετάγεται το πώμα από σαμπάνια.

I've Been Loving You So Long (1967)


Το "I'm Only Trying to Prove to Myself That I'm Not Like Everybody Else", ήταν ακόμα ένα folk-rock με ακτιβιστικό στίχο και άγριο ορχηστρικό ξέσπασμα διανθισμένο με ηλεκτρονικές εφορμήσεις. Άλλο ένα ενδεικτικό των αυξανόμενων ρομαντικών προτιμήσεων του Tax ήταν το "Summer Is Here", ένα όμορφο, σχεδόν ολόκληρo ακουστική folk-rock με μπαλαλάικα και zither. "Είναι μάλλον Ευρωπαικό είδος μελωδίας δεν νομίζετε;" λέει ο Tax."Και επίσης η ενορχήστρωση ήταν ένα τεράστιο βήμα μακριά από το rock 'n' roll". Ο Tax είχε την ευκαιρία να κάνει και ένα σόλο άλμπουμ το Love-In με συμφωνική ορχήστρα το 1967. "Αλλά αυτοί οι βλάκες στην Philips πρόσθεσαν φωνές πουλιών ανάμεσα στα κομμάτια. Μισούσα τον τίτλο επίσης! Είμαι ρομαντικός και αγαπώ την ορχήστρα. Μου άρεσε πολύ να ηχογραφώ εκείνα τα ρομαντικά τραγούδια. Αλλά δεν ήμουν καθόλου μέσα σε αυτό το εμπορευματοποιημένο πράγμα". Είναι επομένως επόμενο, ότι όταν οι Outsiders έκαναν την προσπάθεια τους σε concept άλμπουμ με το CQ (1968), θα καυχιόταν ότι ήταν μακριά από τις περισσότερες ψυχεδελικές προσπάθειες. Το CQ κυκλοφόρησε τον καιρό εμπορικής αβεβαιότητας ακολουθώντας δυό single που είχαν αποτύχει να γίνουν μεγάλα χιτ. Αντί να αναλογιστούν την εμπορική επιτυχία, το γκρουπ φρέναρε ένα από τους καλύτερους ψυχεδελικούς δίσκους στα τέλη του '60. Σαν κάποια παραμορφωμένη ηχώ από τον Hendrix, τους πρώιμους Pink Floyd και την ψυχεδελική περίοδο των Pretty Things, το CQ έχει πολύ ηχητικό πειραματισμό, μπάσο σαν του Bo Diddley στο "Misfit", απόκοσμα διαστημικά φωνητικά στο ομώνυμο τραγούδι "CQ".

Daddy Died on Saturday (1968)


Ο λυρισμός πολύ πιο γήινος και σαρδόνιος σε σχέση με όλο το flower-power, ωστόσο να ακούγεται περισσότερο ως διαστημόπλοιο και να κατεβαίνει προς την αναρχία, παρά σα ένα αιθέριο αστρικό ταξίδι. Περιοδικά το άλμπουμ μπλέκει σε ένα σπιράλ επιταχύνσεων που θυμίζει τα πρώιμα single τους, αλλά η ατμόσφαιρα είναι πιο ανησυχητική τώρα, καθώς έχουν συνυφάνει πιο πολύπλοκες συνθέσεις και λέξεις. Με τις μετατοπίσεις από το punkadelic rock και τα jungle beat, στο απαλό σχεδόν απόκοσμο σεληνιακό ηχητικό εφέ, είναι μια κούρσα τέτοια, που κι ο ίδιος ο Tax μοιάζει χαμένος να περιγράψει τι είδους concept θα μπορούσε να οδηγεί ένα τέτοιο ταξίδι. "Τα περισσότερα γκρουπ από όλο τον κόσμο έκαναν concept άλμπουμ" θυμάται. "Είχαμε την ίδια αρρώστεια να συνθέσουμε αλήθεια και να δημιουργήσουμε ένα άλμπουμ που δεν θα ήταν απλά μια συλλογή από τραγούδια, αλλά με έναν ειρμό σε όλο αυτό, σαν το Sgt.Pepper και το F.S.Sorrow. Νομίζω τα καταφέραμε. Το CQ ήταν ψυχεδελικό απόλυτα, αλλά ήταν και εντελώς άγριο". Και με τραγούδια όπως το "Misfit", το "Daddy Died on Saturday", το "It Seems Like Nothing's Gonna Come My Way Today" και το "Prisonsong", ήταν μακράν πιο σκοτεινό από τα περισσότερα άλλα ψυχεδελικά αριστουργήματα.
Misfit (1968)


"Ένα μεγάλο μέρος ήταν αυτοβιογραφικό. Αλλά ήταν επίσης παραμύθι. Ήταν επίσης για ένα διαστημικό ταξίδι που ήταν πολύ μέσα στο μυαλό μου. Το CQ είναι επίσης ραδιοφωνικός όρος, όπως "seek you" όταν προσπαθείς να έρθεις σε επαφή με μια άλλη παρέα, αλλού". Ίσως μια καθαρή εξήγηση κάθε είδους ιστορίας σχετικά με το άλμπουμ αυτό θα μείωνε τον μυστικισμό του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Tax ήταν αρκετά σοβαρός όσον αφορά στο ταξίδι στο διάστημα μιας και είχε αγοράσει πιστοποιητικό από την NASA για μια θέση σε πτήση στην σελήνη, όποτε υπήρχε διαθεσιμότητα. Πέρα από το τελευταίο single "Do You Feel Allright", με την μάλλον, εδώ που τα λέμε, σοκαριστική περιγραφή βίας σε ένα μάλλον κεφάτο rock ρυθμό, το CQ ήταν η τελευταία κυκλοφορία από τους Outsiders. Το άλμπουμ με τα λόγια του Tax, πούλησε "όχι τόσο καλά-το λιγότερο όχι αυτό στο οποίο είχαμε συνηθίσει. Πούλησε αντί 50.000, ίσως 12000. Πολλοί άνθρωποι δεν ήταν έτοιμοι για κάτι τέτοιο. Ήμασταν μπροστά από την εποχή μας σίγουρα. Και είχαμε όλα τα είδη φασαρίας με τον μάνατζερ μας που μας κατάκλεβε. Ο Splinter άφησε το γκρουπ για τρίτη φορά και αυτή την φορά το έκανε για μένα. Ήμουν πολύ φαν του στυλ του Tim Hardin και του Richie Havens και ήθελα να πάω στην ακουστική rock". Ο Tax πήγε στην Αμερική στις αρχές του '70, όπου έμεινε με τον Hardin για λίγο. Αυτός, ο Hardin και ο Jimmy Hendrix έπαιξαν και τραγούδησαν κάποιο ακουστικό υλικό μαζί, στο στούντιο Electric Ladyland του Hendrix στην Νέα Υόρκη, λίγο πριν τον θάνατο του Jimmy. Ο Tax επίσης ηχογράφησε ένα LP στην Αμερική ως μέλος της μπάντας Tax Free, όπου ο John Cale εμφανιζόταν ως session μουσικός στην βιόλα. Επιστρέφοντας στην Ολλανδία, έκανε μερικά σόλο άλμπουμ στα μέσα του '70, αλλά σύντομα εγκατέλειψε αυτό που έκανε ως τότε, για να δουλέψει ως παραγωγός και τραγουδοποιός. Ακόμα ένας σόλο δίσκος εμφανίστηκε αρχές του '90 και σύντομα ετοίμαζε ακόμα έναν να κυκλοφορήσει. Αλλά είναι οι Outsiders που εξακολουθούν να είναι το σημείο αναφοράς του Tax.

Sun's Going Down (1965)


Τελικά το cult κοινό των Outsiders εξαπλώθηκε πέρα από τον ωκεανό, καθώς οι λάτρεις της rock του '60 από την Αμερική, συχνά πολύ νέοι ώστε να είχαν γεννηθεί όταν ο Tax ξεκίνησε να ηχογραφεί, ανακάλυψαν την μπάντα κατά τα '80'ς και τα '90'ς. Ο Tax λέει ότι οι φαν των Outsiders συμπεριελάμβαναν τους Soundgarden και τον Kurt Cobain. Και έπειτα δούλεψε την αυτοβιογραφία του, για να εκδοθεί στα πεντηκοστά του γενέθλια το 1998.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Στην Αμερική το όνομα Outsiders πάντα σήμαινε "Time Won't Let Me", ένα horn-rock χιτ, ηχογραφημένο από ένα γκρουπ του Cleveland με το ίδιο όνομα το 1966. Και επαναλαμβάνω ότι αυτοί οι Outsiders που αναφερθήκαμε εδώ είναι οι Ολλανδοί, οι αληθινοί Outsiders, αν Outsider είναι αυτός που κινείται στην κόψη του ξυραφιού. Οι Outsiders του Άμστερνταμ βλέπετε δεν ήξεραν να κινηθούν σε άλλο μέρος.




Συνιστώμενη δισκογραφία

The Outsiders (1967, Pseudonym, Holland)


Το ωμό ντεμπούτο άλμπουμ τους με επτά μπόνους κομμάτια, δείχνει την μπάντα επηρεασμένη από τους the Pretty Things.


CQ (1968, Pseudonym, Holland)


Ένας από τους πιο ικανοποιητικά παράξενους ψυχεδελικούς δίσκους όλων των εποχών, πάλι εμπλουτισμένος με μπόνους κομμάτια στην επανέκδοσή του.


Best of the Outsiders (1979, MFP, Holland)


Όποιος μπορέσει να βρει αυτό το LP με τα 16 κομμάτια, θα έχει κάνει μιά πολύ καλή επιλογή των χιτ από το 1966-1968.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018



TOMORROW


One Shot Was All They Got (Part 7)



Το πρώτο μισό του 1967 ήταν συναρπαστική εποχή να βρίσκεσαι στο Λονδίνο. Το Sgt. Pepper των Beatles ήταν απλά η αποκορύφωση μηνών δραστηριότητας που βρήκε την Αγγλική rock να αποχωρίζεται τις blues/R&B ρίζες της για την πειραματική ψυχεδελική μουσική. Οι μπάντες τα έκαναν άνω-κάτω με τις δομές συμβατικών pop τραγουδιών εκχυλίζοντας την μουσική και τους στίχους τους με μία "ελαφριά" ουτοπική λαχτάρα. Ένα επίκεντρο για αυτή τη σκηνή ήταν το κλαμπ UFO, επίκεντρο έκρηξης για το εκρηγνυόμενο underground Λονδίνο. Από όλες τις μπάντες που ξεπήδησαν και που έπαιζαν στο UFO συχνά, τρεις συνήθως ξεχώριζαν σαν πιό καινοτόμες. Η μία, οι Pink Floyd, συνέχισε για να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα σχήματα στον κόσμο. Άλλη μία ήταν οι Soft Machine, που θα γίνονταν ηγέτες της avant-garde rock τα επόμενα πέντε χρόνια. Ωστόσο η τρίτη, οι Tomorrow, θα ηχογραφούσαν μόνο ένα άλμπουμ και περισσότερο θα τους θυμόταν ο κόσμος στις μέρες μας, επειδή παρουσίασαν τον μετέπειτα κιθαρίστα των Yes, Steve Howe.

Hallunications (1968)


Αυτό είναι ιδιαιτέρως αληθές στην Αμερική, όπου οι Tomorrow ποτέ δεν θα εμφανίζονταν. Από όλα τα one-shot άλμπουμ στην ιστορία της rock, το ομώνυμο άλμπουμ των Tomorrow το 1968, μετράει σαν ένα από τα καλύτερα και πιό πλήρη ανεπτυγμένα άλμπουμ. Απόκοσμα, χαρακτηριστικά Αγγλικά τραγούδια για Συνταγματάρχες, μαγαζιά με ρούχα και νάνους εναλλάσσονται με επηρεασμένα από την Δυτική ακτή ψυχεδελικά κομμάτια που παρουσιάζουν εντυπωσιακά riff κιθάρας. Το "My White Bicycle" και το "Revolution" συνοψίζουν τις αφελείς ελπίδες της εποχής για αλλαγή και την αναμπουμπούλα επίσης όπως και κάθε τι άλλο εκείνης της περιόδου. Παρά τον προσδιορισμό του γκρουπ στην ψυχεδέλεια, όλα τα τραγούδια είναι σφιχτά δομημένα, με σφραγισμένες αεροστεγώς συνθέσεις, χωρίς άσκοπα τζαμαρίσματα. Για αυτούς που ξέρουν τον Steve Howe από τους Yes, λέμε πως ελάχιστη σχέση έχει με αυτούς το υλικό των Tomorrow, καθώς είναι πολύ πιό pop προσανατολισμένο και πνευματώδες. Τον καιρό που το άλμπουμ τελείωνε ωστόσο, είχε παρέλθει η στιγμή. Η ψυχεδέλεια ξεθώριαζε και το γκρουπ δεν θα υπήρχε σε λίγο. Για τους Tomorrow δεν θα υπήρχε tomorrow.

The Incredible Journey of Timothy Chase (1968)


Όπως οι περισσότερες ψυχεδελικές μπάντες είχαν τις ρίζες τους στην συμβατική rock, R&B και soul της Αγγλικής εισβολής. O Howe και ο lead singer και τραγουδοποιός Keith West είχαν ήδη ηχογραφήσει με ασήμαντες μπάντες του Λονδίνου, τον καιρό που έγιναν μία μπάντα που ονομάστηκε the In Crowd. Το μοντέρνο σύνολο είχε μία ισχυρή live φήμη, αλλά τα single τους είχαν μικρό αντίκτυπο. Η μετάβασή τους στην ψυχεδέλεια ήταν γρήγορη και ήρθε από αναγκαιότητα σαν επινόησή τους. Ο Keith West λέει: "Όταν ο Steve Howe ήρθε στην μπάντα the In Crowd, το όλο πράγμα άλλαξε λίγο επειδή τζάμαρε λίγο περισσότερο. Δεν θα έπαιζε το ίδιο πράγμα δύο φορές. Βαριόμασταν να παίζουμε R&B, βλέπαμε κάτι άλλο να συμβαίνει. Σκεφτήκαμε ότι ήταν ώρα να ξεκινήσουμε να γράφουμε το δικό μας υλικό. Δεν νομίζα ότι θα μπορούσαμε να διαρκέσουμε αλλιώς". Οι the In Crowd έχασαν μία ευκαιρία για ευρύτερη έκθεση όταν για λίγο χρόνο διεκδίκησαν τον ρόλο της μπάντας σε μία σκηνή σε κλαμπ στην ταινία του Michelangelo Antonioni, Blow Up (η σκηνή καλύφθηκε τελικά από τους the Yardbirds).

Colonel Brown (1968)


Τον ίδιο χρόνο άλλαξαν το όνομά τους σε Tomorrow, αν και είχαν δουλειές σαν μπάντα στο UFO κλαμπ, ιδιαιτέρως όταν οι πιστοί Pink Floyd δεν μπορούσαν να παίζουν συχνά. Ζητώντας να συγκρίνει τους Tomorrow με τους Pink Floyd και τους Soft Machine ο West αποκρίνεται: "Οι Floyd μάθαιναν καθώς προχωρούσαν, περισσότερο ή λιγότερο, τότε δεν ήταν μεγάλοι μουσικοί, όσο και να τεντώσει κάποιος την φαντασία του. Εμείς είχαμε τον Steve Howe, ο οποίος ήταν o κορυφαίος κιθαρίστας, από όσους γνώριζα στο Λονδίνο. Οι Soft Machine ήταν άλλο είδος πολύ πιό avant-garde. Εμείς είμασταν πιό straight rock μπάντα. Κάναμε τρελά πράγματα και περνούσαμε καλά. Δεν θέλαμε να γίνουμε τόσο σοβαροί. Ήμασταν σοβαροί σε αυτό που κάναμε, αλλά πάντοτε θέλαμε να περνάμε καλά". Παίρνοντας έμπνευση από ένα πρόγραμμα στο Άμστερνταμ να παρέχονται ελεύθερα ποδήλατα στους πολίτες, το "My White Bicycle", επιτομεί σίγουρα την ψυχεδέλεια στα πιό δημιουργικά της, με τα κρουστά στον ρυθμό της ποδηλασίας, την κιθάρα, τις σφυρίχτρες και το επίμονο ρεφρέν. Το 1975 θα το διασκεύαζαν οι Nazareth και θα έμενε αρκετό καιρό στα chart της Αγγλίας.

My White Bicycle (1968)


Η δουλειά ξεκίνησε με ένα άλμπουμ. Μετά συνέβη το αναπάντεχο. Ένα σόλο single του Keith West το πομπώδες "Excerpt from a Teenage Opera" κυκλοφόρησε με χαμηλές προσδοκίες, αλλά ανέβηκε στο Νο2 στα Αγγλικά τσαρτ. Στην κιθάρα βρισκόταν ο Steve Howe.

Keith West - Excerpt From a Teenage Opera (1967)


Μία σουίτα με πολλά μέρη, με πνευστά και παιδική χορωδία που περιέγραφε την τελευταία ημέρα της ζωής ενός "grocer Jack", είχε θεωρηθεί ως επιρροή για την σύνθεση των rock οπερών "S.F. Sorrow" των the Pretty Things και "Tommy" των the Who. Περισσότερες πληροφορίες για την σουίτα θα βρείτε εδώ.

Keith West - Sam (1967)


Το πρόβλημα ήταν ότι τώρα το κοινό ήταν μπερδεμένο για την ταυτότητα των Tomorrow. Οι Tomorrow έπαιζαν hard ψυχεδελική μουσική, όχι ντελικάτες ποπ οπερέτες. Η επιτυχία της "Teenage Opera" και το "Sam" (από την άλλη πλευρά), ένα μέτριο χιτ, καθώς και η ευρεία σπέκουλα των μέσων για μία όπερα που ο West θα συνέθετε και θα παρουσίαζε με τον παραγωγό Mark Wirtz, ίσως να καθυστέρησε την κυκλοφορία του άλμπουμ του γκρουπ. Τον καιρό που ξεπήδησε τελικά, ήταν ήδη 1968, η ψυχεδελική σκηνή ξεθώριαζε και οι Tomorrow ήταν ένα λαμπρό φως του χθες. "Γνωρίζω ότι ο John Lennon εκείνο τον καιρό ήρθε σε επαφή με το γραφείο μας και ζήτησε εάν οι Tomorrow ήταν ελεύθεροι, τι κάναμε, εάν μπορούσαμε να φύγουμε από εκεί. Του άρεσε το "My White Bicycle", του άρεσε η διασκευή του "Strawberry Fields". Αυτή θα ήταν μία υπέροχη κίνηση για μένα, να υπογράψω με την Apple ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα όμως ήμουν ήδη ¨κλειδωμένος¨στην EMI. Και ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω κάτι το διαφορετικό. Ήμουν συνέχεια εκεί στην EMI, που πιστεύω ήταν η λάθος εταιρεία για εμάς".

Now Your Time Has Come (1968)


Στα μέσα του '68 η μπάντα διαλύθηκε. ο ντράμερ Twink, ένας από τους μεγάλους πλακατζήδες της Αγγλικής rock συνέχισε την πορεία του στους the Pretty Things και στους the Pink Fairies, δύο μπάντες με cult underground κοινό. Ο Howe και ο West συνέχισαν για λίγο να γράφουν με την ελπίδα πως κάτι θα προχωρήσει, αλλά σύντομα πήραν διαφορετικούς δρόμους, ο West σόλο και μαζί με γκρουπ πρότζεκτς και ο Howe να κερδίζει τελικά το στάτους του σταρ με τους Yes. "Έγιναν όλα τόσο γρήγορα" θυμάται ο West με λίγο προφανή έκπληξη ή μεταμέλεια. "Η original σκέψη, ό,τι είχαμε υπολογίσει να γίνουμε, όλα είχαν τελειώσει. Όταν η ψυχεδέλεια εμφανίστηκε μας ζητήθηκε να παίξουμε στο UFO κλαμπ. Θα λέγαμε: "Αυτό το κοινό είναι φανταστικό, πράγματι τους αρέσει να ακούν μουσική". Και όλοι ήταν καλότροποι και ευγενείς. Όλοι νόμιζαν ότι ήταν μία πολύ cool φάση. Είχαμε μία ή δύο χρονιές σε αυτό το ύφος και είχαμε κακομάθει. Αυτό με επηρέασε. Νόμιζα θα συνεχίζαμε-η μουσική θα άλλαζε, η πολιτική θα άλλαζε. Όμως αυτό βεβαίως δεν συνέβη ποτέ. Πάντα γυρίζουν όλα στην αρχή. Ήμασταν λίγο άβγαλτοι τότε".






ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ


Tomorrow (1968, Parlophone, UK)


Ουσιαστικά όλα όσα ηχογραφήθηκαν από την μπάντα συμπεριλαμβανομένου στην Β' πλευρά του "Claremont Lake".
Για όσους θέλουν ακόμα περισσότερα τσεκάρετε τα compilation της RPM  δυσδιάκριτων κυκλοφοριών του '60 που παρουσιάζει πρότζεκτς των Steve Howe και Keith West όταν είχαν μπάντα. Η έγχρωμη εκδοχή του εξωφύλλου προέρχεται από επανεκδόσεις.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

  

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018


THE DEVIANTS


Psychedelic Unknowns (Part 2)


"Όταν έγινε θόρυβος ότι οι the Deviants θα ηχογραφούσαν ένα LP ήλπιζα ότι θα ήταν καλό, αλλά φοβόμουν ότι όχι και τόσο καλό...ήταν δυνατοί, ενθουσιώδεις, επαναλαμβανόμενοι και όχι πολύ καλοί"

- John Peel, από τις εσωτερικές σημειώσεις του άλμπουμ Ptooff! (1967)

Αυτό δεν είναι το είδος μίας επιδοκιμασίας που μία ανερχόμενη μπάντα ελπίζει όταν η μεγαλύτερη undergroumd rock προσωπικότητα του ραδιοφώνου στην Αγγλία γράφει τις εσωτερικές σημειώσεις για το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Αλλά ανάμεσα στον χρόνο που ο Peel (που μέχρι τον θάνατό του το 2004, ήταν παρεμπιπτόντως ο κορυφαίος underground rock ραδιοφωνικός παραγωγός στην Αγγλία) είδε πρώτα τους the Deviants στο θρυλικό Marquee του Λονδίνου, και στον χρόνο που το Ptooff! κυκλοφόρησε συνέβη ένα μικρό θαύμα. Το ατημέλητο underground σχήμα ήταν μόνο ελάχιστα επαρκείς παίκτες. Είχαν μόνο δουλέψει απλά μία χούφτα δικούς τους τόνους. Αλλά είχαν καταφέρει να συνδυάσουν τις αγρίως διαφορετικές επιρροές τους-Frank Zappa, the Who, Charles Mingus, the Velvet Underground, the Fugs και ακόμα περισσότερους-σε ένα άλμπουμ που ξεπέρασε τους περιορισμούς του γκρουπ και έγινε κάτι σαν μικρό αριστούργημα. Ήταν ψυχεδελική μουσική, blues-rock, avant-rock, proto-punk ή απλά κωμωδία; Όλα τα παραπάνω σε κάποιες στιγμές και τίποτα από τα παραπάνω όλο τον καιρό.

I'm Coming Home (1967)


Ότι πρόσφερε το Ptooff! ήταν ένας συνδυασμός "ταξιδιού" υπό την επήρεια LSD και μίας ταινίας τρόμου. Η κούρσα του LSD πήγαινε διαμέσου εκνευριστικών επαναλαμβανόμενων μεταλλικών σφυριών, ωραιότατων flower-power μπαλάντων, σοβαρής ποίησης και κολάζ ήχων που παρέπεμπαν σε Jimi Hendrix, Bo Diddley και στην νυχτερινή ζωή του παλλόμενου τότε Λονδίνου. Οι Deviants μπορεί να ήταν ευθυγραμμισμένοι με το χίπικο/underground κίνημα. Όμως, αν αυτό ήταν flower-power και free love, δινόταν με μία γκριμάτσα, που δεν είχε την απαραίτητη υπομονή για ένα ανέμελο πέταγμα έξω από την πραγματικότητα και με μία αναρχική ενέργεια που έβλεπε μιά δεκαετία γεμάτη μπροστά. Στο punk. Το στήριγμα του γκρουπ ήταν ο lead singer Mick Farren, ένας πρώην μαθητής σε art school, όταν η μπάντα σχηματίστηκε το 1966. Η Αγγλική R&B εισβολή από σχήματα που τα μέλη τους είχαν κοινό παρελθόν, όπως οι Rolling Stones και οι Pretty Things, ήταν η κληρονομιά των Deviants. To γκρουπ που αρχικά λεγόταν the Social Deviants, σύμφωνα με τον Farren "προσπαθούσε να το εξελίξει ταυτόχρονα σε πιό τρελή και πιό ευφυή κατεύθυνση. Eπειδή δεν μπορούσαμε να ξοδεύουμε την ώρα μας ανακυκλώνοντας τους παλιούς τόνους του Jimmy Reed. Υπήρχε μία ακριβής "χαρούμενη" άποψη σε όλο αυτό". Για έμπνευση οι Deviants κοίταζαν προς την ριζικά μη εμπορική μουσική από μπάντες της Νέας Υόρκης, όπως οι the Fugs και οι the Velvet Underground. Οι σχετικά πρωτόγονες επιδεξιότητες στα όργανα από αυτά τα γκρουπ δεν ήταν μειονέκτημα στα μάτια των Deviants. Οι ίδιοι δεν μπορούσαν να παίξουν τόσο καλά με συμβατικούς όρους. Και σε κάθε περίπτωση τα περιορισμένα οικονομικά τους σήμαιναν ότι τα PA's ηχεία και τέτοια, ήταν λίγο περισσότερο από ευσεβείς πόθοι. "Προσπαθούσαμε να αναμίξουμε τα πάντα σε κάτι που θα έκανε αίσθηση χωρίς πολλά χρήματα", σημειώνει ο Farren. "Οι the Fugs είχαν συγκεκριμένο είδος προσέγγισης jug band  που ταίριαζε στο εισόδημά μας τότε". Διαμέσου του Joe Boyd (ο παραγωγός στην συνέντευξη της Beverley Martyn σε προηγούμενο άρθρο), ενός Αμερικανού με βάση το Λονδίνο, ο οποίος έκανε παραγωγή και έστηνε σόου για underground γκρουπ, όπως οι Pink Floyd, πέρασαν στην κατοχή των Deviants μερικές πρώιμες ακυκλοφόρητες κόπιες χωρίς ντραμς των the Velvet Underground. O Farren άρχισε να σκέφτεται ότι θα ονειρευόταν την ύπαρξη αυτών των ηχογραφήσεων πριν ακριβώς αυτές βγούν στην επιφάνεια ως ο πρώτος δίσκος των Velvets το 1995. Μέχρι που διασκεύασαν και μία ακυκλοφόρητη σύνθεση του Lou Reed από εκεί ("Prominent Men"). Οι the Deviants πάλευαν την μίξη της avant-garde με την στοιχειώδη rock και ακούγοντας σποραδικά τα demos των Velvets των "Venus in Furs" και "All Tomorrow's Parties", ο Farren αισθάνθηκε ότι οι Velvet Underground έρχονταν σε ένα "παρόμοιο είδος σύνθεσης". Οι Deviants δεν θα είχαν την ευκαιρία να παραπέμψουν το όραμά τους σε βινύλλιο μέχρι τα τέλη του 1967. Ένας πλούσιος γνωστός της μπάντας κληρονόμησε ολόκληρο θησαυρό όταν ο πατέρας του αυτοκτόνησε. Ευγενικά τους μετέφερε μερικές χιλιάδες λίρες ή κάτι τέτοιο και οι Deviants βρήκαν τα χρήματα για τα session που σαν αποτέλεσμα είχαν το Ptooff!. Τα αποτελέσματα ήταν δύσκολο να συγκριθούν με πολλά άλλα είτε στο Λονδίνο, είτε στην underground Aμερικανική σκηνή, με την πιθανή εξαίρεση των αρχικών άλμπουμ του Frank Zappa & the Mothers of Invention. Αυτό ήταν ιδιαιτέρως εμφανές στα πιό μακροσκελή και πιό φιλόδοξα κομμάτια που ήταν σουίτες με πολλά μέρη και που αντιπαρέβαλλαν επιδέξια blues-rock, παραμόρφωση κιθάρας, ποίηση και σάτιρα. Η σάτιρα ήταν καταφανής στο "Garbage" με υπερβολικές αναγούλες και μιμήσεις εμετού .

Garbage (1967)


Το "Deviation Street" ήταν ένα εννιάλεπτο κολάζ του παλλόμενου Λονδίνου, περνώντας από κλισέ blues-rock και R&B αλα Pretty Things σε κοινό που ουρλιάζει, μαστουρωμένους σε πάρτυ, χαροποιώντας τον μυστικισμό του σιτάρ και τις χλευαστικές παρατηρήσεις του Farren για τους πράκτορες της CIA και τους χίπυς. Η κοινωνική κριτική/σάτιρα έγινε ιδιαίτερα βίαιη στο "Nothing Man", όπου καταστροφικά εφέ στα κρουστά, χορωδίες με αχνά ουρλιαχτά και απόκοσμοι χειρισμοί στην ηχογράφηση, παρείχαν το υπόβαθρο για την λεκτική επίθεση του Farren στον σύγχρονο Nothing Man. Ο Nothing Man μοιάζει να είναι ένα σύμβολο όλου αυτού για το οποίο οι Deviants ήταν νευριασμένοι, ανίκανος γιά κάθε αίσθημα εκτός του μίσους, ικανός να σκέφτεται αλλά όχι να αισθάνεται. Πολλά από τα credits για τα ασυνήθιστα εφέ σε αυτό το κομμάτι αποδίδονται σε ένα φίλο της μπάντας τον J. Henry Moore, ο οποίος είχε μαθητεύσει στον John Cage. Ο Μoore θα χρησιμοποιούσε ασυνήθιστα τοποθετημένα μαγνητόφωνα για να καταστρώσει τα εφέ της musique concrete, τα οποία (ξανά, πέρα από τις αρχικές δουλειές του Zappa) σπανίως είχαν ακουστεί στη rock.

Nothing Man (1967)


 O Farren παραδέχεται ότι αυτός ο τύπος της εφευρετικότητας ήταν αδύνατον να αναπαραχθεί επιτυχώς στην σκηνή. Για να δομήσουν τα μακριά πειραματικά κομμάτια στο στούντιο, η μπάντα έπρεπε να βγάλει τα καλύτερα αποσπάσματα 45 δευτερολέπτων από ότι θα μπορούσαν να παρουσιάσουν live και "να τα κάνουμε κολάζ με πολύ ακόμα υλικό. Πράγμα πολύ άβολο για να γίνει live. Εννοώ ακόμα και ο Zappa είχε προβλήματα να κάνει πράγματα σαν κι αυτά. Θέλαμε να κάνουμε λίγο από εδώ, λίγο από εκεί να βάλουμε backing vocals εκεί που αλήθεια δεν θα μπορούσαμε να αναπαράγουμε ποτέ σε live. Αλλά ως ηχογράφηση στην ολότητά της, έπεσε ακριβώς". Ο καλύτερος εκπρόσωπος του πώς οι Deviants θα ακούγονταν live ίσως είναι το "I'm Coming Home", που παντρεύει ένα επίμονα επαναλαμβανόμενο hard rock riff με τα λάγνα φωνητικά του Farren. Ο Farren συγκρίνει το κομμάτι με το παρόμοιο σε "κοπάνημα" "Sister Ray" των Velvets, επειδή "το μεγάλο πράγμα για μας ήταν το αλα "Sister Ray" ατελείωτο, μονότονο κιθαριστικό κοπάνημα. Ήμασταν μία από τις πρώτες μπάντες που το κάναμε. Μετά γύρω στον ένα χρόνο αργότερα ακούσαμε τον πρώτο δίσκο των the Stooges, το "Kick Out the Jams" των MC5 και σκεφθήκαμε, 'ω, αδελφά πνεύματα'. Αλλά με τίποτα δεν ήμασταν τόσο ζόρικοι, τσιτωμένοι και ενωμένοι όσο οι MC5. Οι Stooges έκαναν ότι κάναμε live σε δίσκο". Αν και το Ptooff! περιείχε μόνο επτά κομμάτια, κάλυπτε ακόμα περισσότερο έδαφος με δυό όμορφα μελωδικές, ακουστικές μπαλάντες, μία από τις οποίες ("Bun") ήταν ένα Ισπανικό κλασσικό ορχηστρικό με κιθάρα.

Bun (1967) (Ξεκινάει από το 4.22).


Ο Farren ρίχνει τις ευθύνες γι'αυτά στον Cord Rees, κιθαρίστα με σύντομο πέρασμα από τους Deviants, "πάντα τα αισθανόμουν σαν μαλθακά προς το χειρότερο είδος τραγουδιών του Donovan ή της απόκοσμης χίπικης νοοτροπίας των the Incredible String Band στο κοινό". Τα αισθήματά του παρέμειναν ίδια. Όταν το Ptooff! επανεκδόθηκε σε CD στην Αμερική ο Farren έσβησε αυτά τα δύο κομμάτια, καθώς και το blues-rock "Charlie". Με εξώφυλλο εμπνευσμένο από pop-art κόμικ του Roy Lichtenstein το Ptooff! έκανε γρήγορη δουλειά, με πολλές από τις πωλήσεις να έρχονται από το underground κύκλωμα και τα μαγαζιά με πόστερ. Για όλη την underground αξιοπιστία του, υπήρχαν ελάχιστες άλλες indie κυκλοφορίες στην ψυχεδελική σκηνή του Λονδίνου. "Είναι κρίμα που δεν υπήρχαν περισσότερες indie δισκογραφικές τότε, επειδή υπήρχε πολύ υλικό. Η μόνη αξίωση για δόξα που είχαν οι  Deviants, είναι ότι καταφέραμε να επιμείνουμε και πράγματι να βάλουμε κάποιο από το υλικό μας στο βινύλλιο. Επειδή υπάρχουν άλλες μπάντες όπως οι the Brothers Grimm και οι the Giant Sun Troll και ένας ολόκληρος κατάλογος από τέτοιες μπάντες που βλέπεις σε πόστερ. Όμως ποτέ στην πραγματικότητα δεν ηχογράφησαν. Και πίσω σε εκείνες τις μέρες δεν έγραφαν τα σόου, επειδή δεν υπήρχε η τεχνολογία. Έτσι πολύ από το υλικό χάθηκε. Ευτυχώς εμείς όχι. Αυτό ήταν ένα απίστευτα τυχερό γεγονός, αλλιώς θα ήμασταν μόνο ένα όνομα σε ένα πόστερ". Εκ των υστέρων ο Farren αισθάνεται ότι οι original Deviants μπορεί να είχαν παίξει όλα τους τα χαρτιά με το Ptooff! "Βυθιστήκαμε στο Freak Out (των the Mothers of Invention) και στις τεχνικές κατακερματισμού. Όλο αυτό χτίστηκε στον πρώτο δίσκο, που νομίζω εξάντλησε πολλές ιδέες και πολύ πνεύμα. Οι επακόλουθοι δίσκοι ήταν πολύ περισσότερο ότι κάναμε στο δρόμο. Όπως διαπιστώνω εκ των υστέρων, είμαι αυτο-υποτιμημένος και ας πούμε ότι υπάρχει περισσότερη τύχη από κρίση. Αλλά νομίζω ότι είχαμε κάτι, ένα είδος πνεύματος περιπέτειας, που έχεις μόνο όταν στην πραγματικότητα δεν γνωρίζεις αν υπάρχουν κάποιοι κανόνες να σπάσεις". Πριν την διάλυσή τους στα τέλη του '60 οι Deviants θα έφτιαχναν ακόμα δύο άλμπουμ.

              Disposable (1968)                               The Deviants 3 (1969)


Προσπαθώ να προσεγγίσω το θέμα διακριτικά καθώς το Disposable (1968) βρήκε την μπάντα να πηγαίνει σε πιό straight rock κατεύθυνση. Ο κιθαρίστας Paul Rudolph έγραψε το περισσότερο από το υλικό χωρίς ο Farren να συνεισφέρει. Αλλά αν και δυό κομμάτια πλησιάζουν το είδος της με κιθάρα προσανατολισμένης ψυχεδέλειας που αναγνωρίστηκε με τους Yardbirds στις μέρες τους με τον Jimmy Page, οι Deviants δεν είχαν τα straight rock κομμάτια για να συναγωνιστούν σε αυτό το παιχνίδι με επιτυχία. Ο Farren αισθάνεται το ίδιο και μας λέει: "Στο πρώτο άλμπουμ, δεν ξέραμε αλήθεια αρκετά για να φοβόμαστε από αυτό που προσπαθούσαμε να κάνουμε" θεωρεί. "Στο δεύτερο μάθαμε λίγο περισσότερα που ήταν αρκετά για να γίνει το κακό. Μία από τα ίδια ταιριάζει στον τρίτο". Υπήρχαν ακόμα μερικές καλές στιγμές για να έχουν στη διαδρομή. Παίρνοντας τα ρίσκα τους τόσο στην σκηνή όσο και στο στούντιο, οι Deviants έπαιξαν σε καθιστικές διαμαρτυρίες και σε άλλα πολιτικά γεγονότα στην Ευρώπη που μερικές φορές εξελίχτηκαν σε εξεγέρσεις. Οι φωτιές και τα πυροτεχνήματα συχνά άφηναν την σκηνή ένα χάλι. Ακόμα και οι χίπυς θα έβρισκαν το γκρουπ δύσκολο για να το χειριστούν. "Υπήρχε ένα συγκεκριμένο είδος παραξενιάς αλα Beefheart & the Magic Band γύρω από τους Deviants που στ'αλήθεια προκαλούσε σύγχιση στους ανθρώπους. Θα ήταν εκεί με τις χάντρες και τα κουδούνια τους και δεν θα καταλάβαιναν γιατί τους γρυλίζαμε και βάζαμε φωτιές. Όλο αυτό το σκηνικό με τον καπνό και τον χαμό-νόμιζαν ότι ήταν επιθετικό". Ούτε ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στις Αγγλικές επαρχίες, όπου τα μακριά μαλλιά ήταν σταθερά μία πρόσκληση να αμφισβητήσεις την ανδροπρέπεια κάποιου. Ανοίγοντας για τους νεοσύστατους Led Zeppelin, "Παίζαμε στο Δημαρχείο του Exeter και όλα τα παιδιά της επαρχίας ήρθαν. Μερικά κορίτσια μας παρακολουθούσαν στεκόμενα μπροστά-μπροστά και τα αγόρια τους είπαν 'Γιατί κοιτάτε αυτές τις αδερφάρες;' Άρχισε το ξύλο, μπήκαν οι μπάτσοι και τρέξαμε πίσω στα καμαρίνια ανοίγοντας τον δρόμο με κλοτσιές και μπουνιές-κάποιοι roadies προσπαθούσαν να βγάλουν από το δρόμο μας ένα μπάτσο. Φυσικά "πολεμούσαμε" με βάσεις μικροφώνων. Ο Plant και ο Page γελούσαν με την ψυχή τους, λέγοντας, 'Θεέ μου θα ήσασταν αλήθεια φρικτοί μουσικοί'. Και συνέχισαν αυτοί με την ίδια ακριβώς υποδοχή. Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πόσο λίγο χρόνο έπαιρνε να προσβάλεις κάποιον πίσω στο 1968".

The Child of the Sky (1967)


Οι Deviants παρέμειναν άγνωστοι στην Αμερική, αν και ο Seymour Stein της Sire έγινε φαν και κανόνισε το Ptooff! να κυκλοφορήσει στην Αμερική. Ειρωνικά ήταν η μοναδική τους περιοδεία στην Αμερική που αποδείχτηκε μοιραία για τους original Deviants. Μετά από μερικές άγριες εμφανίσεις ο Farren εγκατέλειψε το γκρουπ. Όταν ο Stein πήρε χαμπάρι για την αναχώρηση του Farren απέσυρε την υποστήριξη της περιοδείας που είχε σαν αποτέλεσμα το τέλος της μπάντας. Εκ των υστέρων ο Farren εύχεται οι Deviants να είχαν αφοσιωθεί στις εμφανίσεις τους γύρω από την Νέα Υόρκη, περιοχές που πίστευε ότι ήταν πιό πιθανόν να έχουν την εκτίμηση του κοινού. Ο Farren συνέχισε για να κάνει ένα σόλο άλμπουμ (Mona, The Carnivorous Circus (1970). Οι υπόλοιποι Deviants μεταλλάχτηκαν στους Pink Fairies στα 70'ς (με περιστασιακά την συνεισφορά του Farren). O Farren επανενεργοποίησε τους the Deviants για ένα σικάτο EP στην new wave προσανατολισμένη Stiff (δισκογραφική) στα τέλη του '70, δίνοντας πανκ σάτιρες όπως τα "Screwed Up" και "Let's Loot the Supermarket" με άγριο χιούμορ. "Ήταν ένας τρόπος να φέρνω ανθρώπους στο στούντιο μαζί μου, αλλά ήταν με δική μου χρέωση παρά με δική τους" επισημαίνει ο Farren. "Έτσι έπρεπε να αφήσουν τις φιλονικίες τους στην είσοδο. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο όπως το να παίρνεις ένα τσούρμο μουσικούς που δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους και να τους βάζεις στο στούντιο, όπου δεν είναι υπεύθυνοι παρά μόνο να κάνουν ότι τους ζητείται". Εκείνες τις μέρες ο Farren είναι πολύ περισσότερο γνωστός σαν συγγραφέας παρά σαν μουσικός. Θα είχε στ'αλήθεια να γράψει από τις μέρες των the Deviants και μετά την διάλυσή τους έκανε όνομα σαν κριτικός της rock, δουλεύοντας σε βιβλία γύρω από τον Elvis Presley και την έκρηξη της Beat music και συνεισφέροντας στο Trouser Press, το κορυφαίο new wave περιοδικό στην Αμερική. Στα 1980 ζούσε στην Αμερική και είχε ξεκινήσει μία σειρά από επιτυχημένες νουβέλες επιστημονικής φαντασίας. Προσωρινά εργαζόταν επίσης ως σεναριογράφος στο Λος Άντζελες. Δύο πρότζεκτ περιελάμβαναν μία αντιμετώπιση της ιστορίας της ζωής του Che Guevara και μία φανταστική μελέτη μίας από τις Αγγλικές rock μπάντες στα τέλη του '60 (όχι ωστόσο βασισμένη στους the Deviants). Επίσης περιοδικά ηχογραφούσε και παρουσίαζε με νέες versions των the Deviants, με το δηκτικό, ένρινο στυλ και την ποιητική του παρουσίαση, ακόμα άθικτα. Αν και σχετικά ελάχιστοι άνθρωποι άκουσαν για τους the Deviants, o Farren νομίζει ότι "σίγουρα το πνεύμα του ότι έκαναν οι the Deviants μεταφραζόταν απόλυτα σε ανθρώπους όπως ο Jones και ο Strummer και ο Rotten. O McLaren βασικά στις πρώτες μέρες των Pistols συνήθιζε το ίδιο είδος παράστασης, που χρησιμοποιούσα 8-9-10 χρόνια πιό πριν. Όταν η Patti (Smith) πρωτοπήγε με τον Lenny (Kaye), αυτός ήταν αλήθεια ο διαπλαστικός μας ήχος, εκτός του ότι η Patti ήταν πολύ περισσότερο αμήχανα ποιητική. Οι Ramones και οι Pistols έπαιζαν πολύ μικρότερα κομμάτια, επειδή εμείς κρατάγαμε αυτό το thrash πράγμα που παίζαμε για 20 λεπτά. Και δεν το παίζαμε και τόσο γρήγορα. Αλλά πέρα από αυτό ήταν το ίδιο ηλεκτρικό ξυράφι". Η μέρα της αναγνώρισης για το Ptooff! ωστόσο ίσως είναι εδώ τριγύρω. "Συνεχίζω να παίρνω αυτά τα περιοδικά στο γραμματοκιβώτιο, όπου παραπέμπουν σε lo-fi industrial music από μπάντες που δεν έχω ακούσει ποτέ. Αλλά μοιάζει σαν να χτυπάει μία ευαίσθητη χορδή στην σημερινή νεολαία, πράγμα εκπληκτικό". Χαχανίζει με περηφάνεια ανακατεμένη με αμηχανία. "Είναι επίσης πολύ ικανοποιητικό. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, το καταραμένο πράγμα αρχίζει να κάνει αίσθηση σε κάποιους".



ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Ptooff! (1967, Sire)


Το ουσιαστικό άλμπουμ των the Deviants είναι ένα τσίρκο, από 60'ς underground rock στυλ, που αποδόθηκαν με πανκ άποψη και αδιάκοπη φαντασία που δεν συμβαδίζει με τις στοιχειώδεις δεξιότητες της μπάντας. Αν σταθεί δυνατόν προσπαθείστε να βρείτε τον δίσκο με το original πόστερ. Η επανέκδοση στα μέσα του '90 είναι μία μειωμένη έκδοση που δεν περιέχει τα πιό soft κομμάτια, δύο από τα οποία αντίθετα με την άποψη του Farren είναι μελωδικοί ψυχεδελικοί διαλογισμοί που προσθέτουν αρκετά στην ποικιλία του δίσκου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης