Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Skip Spence. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Skip Spence. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018




SKIP SPENCE


Mad Geniuses



Ρωτήστε ανθρώπους να κατονομάσουν το σημαντικότερο θύμα των ναρκωτικών, όσον αφορά στον κόσμο της rock μουσικής και οι περισσότεροι θα σας πουν το όνομα του Syd Barrett του φυσικού ηγέτη των Pink Floyd, που αποκοιμήθηκε στην παραφροσύνη μετά το 1967. Αν ο Barrett έχει ένα αντιστάθμισμα στην Αμερική, τότε αυτό έχει το όνομα Skip Spence, ο κιθαρίστας των Moby Grape που κυκλοφόρησε ένα λαμπρό acid-folk άλμπουμ το 1969, πριν εξαφανιστεί στα έγκατα του συστήματος πνευματικής υγείας της Καλιφόρνια. Όπως ο Barrett, έτσι κι αυτός μετέφερε μία μαγική αίσθηση με τα ιδιαίτερα, μοναδικά τραγούδια του, που σαγηνεύουν με την απόκοσμη σχοινοβασία μεταξύ της λογικής και της τρέλας.

Cripple Creek (1969)


Αν ο Skip είναι ένα ψυχεδελικό ξαδερφάκι του Barrett, άντλησε τις επιρροές του από τα θεμέλια των Αμερικανικών blues, της country και της folk, σε υπερθετικό βαθμό από το Αγγλικό του ισοδύναμο. Τραγικά το μοναδικό σόλο άλμπουμ του, Oar, πέρασε χωρίς να γίνει αντιληπτό κατά την περίοδο της κυκλοφορίας του το 1969, θύμα ελλιπούς προώθησης καθώς και ξεπερασμένης μόδας. H ακόμα μεγαλύτερη τραγωδία είναι ότι η τρέλα που υπαινισσόταν το Oar, ήταν μία πολύ πραγματική κόλαση που εμπόδισε τον Spence από το να ζήσει σαν ένας επαγγελματίας μουσικός, από τότε και μετά και βασικά τον εμπόδισε από το να είναι λειτουργικός μέσα στην κοινωνία επίσης. Ο Spence ποτέ δεν ήταν το πιό οργανωμένο άτομο, αλλά κανείς δεν θα τον απεικόνιζε ως έναν μανιακό με τσεκούρι που θα κατέληγε στο ψυχιατρείο Bellevue της Νέας Υόρκης, όταν πήγαινε στους Jefferson Airplane το 1965. H ιστορία πηγαίνει κάπως έτσι: Ο Alexander "Skip" Spence, ο οποίος ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα στους Quicksilver Messenger Service σαν κιθαρίστας, πολύ σύντομα αντικαταστάθηκε, γιατί ο Martin Balin ιδιοκτήτης του κλαμπ που εμφανίζονταν οι Quicksilver Messenger Service, ήθελε έναν ντράμερ για το συγκρότημά του και διάλεξε τον Skip μόνο επειδή έμοιαζε σαν ντράμερ, αν και o Spence σαν κιθαρίστας, ποτέ δεν είχε παίξει ντραμς στη ζωή του. "Θυμάμαι πόσο μπερδεμένος και ενθουσιασμένος μαζί ήταν στο να μάθει να παίζει ντραμς", λέει ο Dave Aguilar, της ψυχεδελικής σκηνής του Σαν Φραντσίσκο και lead singer των the Chocolate Watch Band. "Όταν ήταν στους Airplane ήταν πολύ ευτυχισμένος και ταλαντούχος και ενθουσιασμένος για ότι συνέβαινε τότε". Ο Spence έπαιξε στο πρώτο άλμπουμ των Airplane και βοήθησε στο να γραφτούν μερικά από τα καλύτερα αυθεντικά folk-rock τραγούδια στο πρώιμο ρεπερτόριό τους. Αλλά διώχτηκε και/ή έφυγε, όπως πάει η ιστορία, λόγω αναξιοπιστίας. Ο Skip ξεκάθαρα θα καλωσόριζε την ευκαιρία να επιστρέψει στο αγαπημένο του όργανο, την κιθάρα και την πήρε αυτήν την ευκαιρία από τον Matthew Katz (που ήταν ο μάνατζερ των Airplane στα αρχικά τους βήματα, φτιάχνοντας ένα νέο γκρουπ γύρω από τον ίδιο που το ονόμασε Moby Grape. Κάθε μέλος από τους πέντε άνδρες του γκρουπ έγραψε τα τραγούδια στο κλασικό ντεμπούτο άλμπουμ τους το 1967. Ένα κρίσιμο άλμπουμ, αγαπημένο για την ανάμιξη των blues, της rock, της country, της folk και της ψυχεδέλειας. Το πιό πληθωρικό και πιθανώς δημοφιλές από αυτά τα κομμάτια ήταν το "Omaha" του Spence, ένα εγερτήριο στην αγάπη και στην ενότητα.

Moby Grape - Omaha (1968)


Σύμφωνα με τον Peter Lewis, (ένας από τους τρεις κιθαρίστες του γκρουπ), οι συνθέσεις του Spence διέφεραν από αυτές των άλλων μελών της μπάντας στο πώς "αυτοί αντιμετώπιζαν τις καταστάσεις που ο Skip έβρισκε μέσα τον εαυτό του. Δεν ήταν τραγούδια για κορίτσια και τέτοια πράγματα, όσο για το τι συνέβαινε, μιλώντας για τις σχέσεις του που είχε με όλους εμάς. Ήταν ίσως περισσότερο από τον καθένα ο πιό κατάλληλος να γράφει για την μπάντα". Σχεδόν πριν να σταθούν στο χώρο η καριέρα τους παρέλυσε από την υπερ-διαφήμιση (η Columbia κυκλοφόρησε με την μία 5 single) και το σκάνδαλο (τρία μέλη, συμπεριλαμβανομένου του Spence συνελλήφθησαν για συναναστροφή με ανήλικα κορίτσια την νύχτα του πάρτυ για το ντεμπούτο άλμπουμ τους). Αρχές του 1968 η μπάντα είχε σοβαρά προβλήματα. Για να ηχογραφήσουν το επόμενο άλμπουμ τους, οι μουσικοί μετακόμισαν στην Νέα Υόρκη, μακριά από οικείο περιβάλλον φίλων και οικογένειας. Τα ναρκωτικά, η εσωτερική τριβή και μία γενική έλλειψη ποιοτικού υλικού έκαμψαν το ηθικό τους. Ήταν σε αυτή την άβολη ατμόσφαιρα που ο ανέμελος Spence μεταμόρφωνε τρομακτικά την προσωπικότητά του σε κάτι που θα τον έβαζε στο ψυχιατρείο. Φαίνεται σαν ο Spence, μετά την εμφάνιση στο Fillmore East της Νέας Υόρκης, να έφυγε με μία γυναίκα, κάποιες φορές περιγραφόμενη σαν μάγισσα-που του έδωσε ένα ιδιαίτερα δυνατό ναρκωτικό. O Spence φρίκαρε, πήρε ένα τσεκούρι από πυροσβεστικό σημείο και όρμηξε στο Albert Hotel σε αναζήτηση του ντράμερ Don Stevenson (για τον οποίο νόμιζε ότι είχε καταληφθεί από τον διάβολο), σπάζοντας την πόρτα του δωματίου που ο Stevenson μοιραζόταν με τον κιθαρίστα των Grape Jerry Miller. Βρίσκοντάς το άδειο πήγε στο στούντιο, όπου ο παραγωγός David Robinson τον αφόπλισε. Το περιστατικό κατέληξε στην διακομιδή του Spence στο κακόφημο ψυχιατρείο Bellevue Hospital για έξι μήνες.

Moby Grape - Sitting By The Window (1968)


"Νομίζω ότι έκανε blue cheer (μπλε χαπάκια LSD και μεθαμφεταμίνης) και απογειώθηκε εντελώς" θυμάται ο Robinson. "Έγινε πολύ παράλογος και καταστροφικός και ήταν πολύ αναστατωμένος με τα μέλη του γκρουπ, με τον μηχανικό, ήταν γενικά τελείως σαλταρισμένος. Έπρεπε να τον πάρουμε από το στούντιο. Απειλούσε ανθρώπους και ήταν πολύ αυτοκαταστροφικός, θα μπορούσε αλήθεια να κάνει κακό στα μέλη της μπάντας, αλλά και στον εαυτό του. Απλά δεν ήταν ο εαυτός του. Ήταν πολύ ευμετάβλητος σαν προσωπικότητα, αλλά όχι θυμωμένος. Όμως ήταν αλήθεια σαλταρισμένος και στο νοσοκομείο επίσης. Πιστεύω ότι αυτό προκάλεσε μεγάλη βλάβη". Ο Peter Lewis δεν ήταν στην Νέα Υόρκη εκείνη την περίοδο έχοντας επιστρέψει για λίγο στην Καλιφόρνια. Αλλά θυμάται να του είπαν πώς σε διάστημα τριών ημερών ο Mr. Love είχε γίνει Mr. Hate φορώντας ανάποδους σταυρούς και σκαλίζοντας κέρατα σατανά στην στρατοκάστερ του. Δεν ήταν απαραίτητα το ναρκωτικό μόνο θεωρεί ο Lewis αλλά "το υλικό που απελευθερώνει στο σώμα σου. Αν δεν υπάρχει περισσότερο τότε δρά σαν να σε "σπιντάρει". Νομίζω αυτό συνέβη με τον Skip. Το μόνο πράγμα στο οποίο βασιζόταν ήταν αυτή η αντίληψη που είχαν οι άνθρωποι για αυτόν σαν ροκ σταρ. Βρισκόμενος στους τάφους του Bellevue...με τους ανθρώπους να τον σκέφτονται ως παρανοικό σχιζοφρενή...Το να λέμε ότι είναι τραγικό απλά υποβαθμίζει την πραγματικότητα". Αν και ο Spence δεν είχε κιθάρα στο Bellevue ξεκίνησε να συγκεντρώνει ιδέες για μερικά από τα τραγούδια που κατέληξαν στο σόλο LP του. Σύμφωνα με τον Robinson, αφού οι Moby Grape συνέχισαν για να ολοκληρώσουν το δεύτερο άλμπουμ τους χωρίς τον Skip, "πήγα στο Bellevue και έφερα μαζί και έναν δικηγόρο. Βάλαμε μαζί τα χρήματα και κάναμε ένσταση. Έβαλα μία εγγύηση και τον βγάλαμε έξω. Αλλά ήταν υπ'ευθύνη μου. Έπρεπε να υπογράψω ότι βεβαίωνα ότι θα ήταν εντάξει. Αυτό που ήθελε μόλις βγήκε ήταν ένα μηχανάκι για να πάει στο Nashville και να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ. Και η Columbia με γενναιοδωρία εκείνη την στιγμή έδωσε το ok. Του έδωσαν ένα ποσό και έφυγε για το Nashville, πιστεύω με μηχανάκι, για να δουλέψει στο στούντιο". Μέσα σε διάστημα περίπου μίας εβδομάδας ο Spence τελείωσε όλο το υλικό και ηχογράφησε το άλμπουμ. Επιπρόσθετα έπαιξε όλα τα όργανα μόνος του και έκανε την παραγωγή ο ίδιος. Πράγμα που ίσως μετράει και για την πολύ προσωπική φύση του υλικού, αλλά και την θεμελιώδη αίσθηση των συνθέσεων, που έχουν μία ατμόσφαιρα μοναξιάς σε ένα δωμάτιο με ένα απλό λαμπτήρα. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ψυχεδέλεια με την έννοια αυτής του Σαν Φρανσίσκο, αλλά ένα είδος συνόδου κορυφής των μπλούζμεν του Δέλτα και του πνεύματος του Haight-Ashbury. Τα βαθιά, ψυθιριστά, σχεδόν οργισμένα φωνητικά του Spence εμπότιζαν τα τραγούδια με μία συναρπαστική, σε κάποιες στιγμές αφόρητα διάφανη εντιμότητα. Αυτή ήταν μουσική χωρίς τεχνάσματα αλλά σημαντικού βάθους, ιδιαίτερα στο πνευματώδες και χιουμοριστικό λογοπαίγνιο που είναι η δυνατότερη ομοιότητα ανάμεσα στον Skip Spence και τον Syd Barrett. Σε κάποιες στιγμές τα τρελαμένα φωνητικά του Skip Spence προσαρμόζονται σε λυρικά θέματα σχεδόν βιβλικής απήχησης, όπως στο "Books of Moses" και στο κουρασμένο "Weighted Down (The Prison Song)".

Weighted Down (The Prison Song) (1969)


Ακόμα υπάρχει επίσης σημαντικό χιούμορ όπως επίσης φράσεις λογοπαίγνια σε τραγούδια όπως το "Lawrence of Euphoria" και το "Dixie Peach Promenade", όπου ο Spence συλλογίζεται πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει λίγο yin στο yang του. Εάν το όραμα του Spence είχε επηρεαστεί από την υπερβολική χρήση ναρκωτικών και τις εμπειρίες στο Bellevue που τόσο τον κατέβαλαν, σίγουρα δεν του επισκίασαν την παιδιάστικη λαμπρότητα του πνεύματός του. H ηχογράφηση του Oar διαμορφώθηκε σε κάτι πιό προσβάσιμο από τον Robinson και αρκετούς μηχανικούς. "Ο σκοπός ήταν να κάνουμε τις ιδέες του πιό ξεκάθαρες σε κάποιον που ακούει τον δίσκο", λέει ο Robinson που συγκρίνει το πρότζεκτ με την αποκρυπτογράφηση της στήλης της Ροζέττας. "Να διευκρινίσουμε, να διυλίσουμε, όχι να το τελειοποιήσουμε, ούτε να απαλύνουμε τα σκληρά μέρη, κάνοντάς το όπως ήταν κάθε άλλος δίσκος. Αλλά να εξάγουμε την ουσία του. Σε αυτό τον χρόνο εμφανίστηκε το Sgt. Pepper. Ακόμα και οι Moby Grape ήθελαν πράγματα αναχρονιστικά στα άλμπουμ τους. Ότι συνέβη στο Oar ήταν εντελώς αντίθετο σε αυτό το ρεύμα. Ήταν εντελώς από καρδιάς και εντελώς ωμό". Ήταν σαν να κάθεσαι και να ακούς αυθεντικά blues από δίσκους 78 στροφών και όπως λέει ο Robinson στις σημειώσεις εντός του δίσκου: "Εάν υπήρχε κάτι σαν αθώο, άβγαλτο κίνημα στο Rock 'n' Roll, το Oar θα ήταν το πρώτο στο είδος αυτό. Είναι απονήρευτο. Δεν υπήρχε τίποτα ανάμεσα σε αυτόν και στην τέχνη του, ούτε ΄πρόκειται να κάνω ένα δίσκο για χιτ΄, ούτε ΄ελπίζω να αρέσει στους κριτικούς΄ ούτε ΄στοιχηματίζω ότι θα βγάλω χρήματα αν το κάνω κάπως έτσι΄ ή ΄ποιό είναι το μπάτζετ΄ ή ΄έχουμε αρκετό χρόνο;΄. Ποτέ δεν υπήρξε ούτε σκέψη για τέτοια. Θα καθόταν στην μπροστινή βεράντα και θα δημιουργούσε ένα αριστούργημα. Δεν υπήρχε 'Πώς να κάνω αυτό, ποιά τα καλύτερα ακόρντα εδώ;΄Ήταν εντελώς διαισθητικό. Ήταν στα νιάτα του, πολύ πνευματώδης, ευφάνταστος, καλόκαρδος και χαρωπός. Και όχι ποιητής του σκότους. Αυτό το άλμπουμ είναι προσωπικό και πολύ πνευματώδες".

Diana (1969)


Αλλά όχι πολύ εμπορικό θα συμπλήρωνα. Το Oar φημολογείται ως ένα από τα πιό χαμηλά σε πωλήσεις άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην Columbia. Έντυπο της εποχής αναφέρει κάπου 700 πωλήσεις που φαντάζει ως ορθογραφικό λάθος, αλλά ίσως όχι, αναλογιζόμενοι ότι δύσκολα κάποιος είχε δει μία αυθεντική κόπια του δίσκου τότε. "Όταν άκουσαν στην Columbia τον ολοκληρωμένο δίσκο σάστισαν" σημειώνει ο Robinson. "Αλλά τότε δεν είχαν φιλοδοξίες εμπορικές για αυτόν. Δεν νόμιζαν ότι θα μπορούσε να πουλήσει και δύσκολα τύπωσαν κόπιες του, βασικά τον έθαψαν. Ποτέ δεν τον προμόταραν εννοείται". Σαν αποτέλεσμα το Oar έχει πιθανότατα πουλήσει πολύ περισσότερες κόπιες σαν επανέκδοση, από ότι στην original μορφή του. Ο Lewis θυμάται να πηγαίνει με τον Spence σε ένα δισκοπωλείο του Λος Άντζελες για να αγοράσουν το Oar και το ντεμπούτο άλμπουμ του Neil Young (ομώνυμο, που κυκλοφόρησε σχεδόν την ίδια εποχή). Παίξανε τους δίσκους και κατέληξαν ότι καλύτερος ήταν το Oar ξεκάθαρα. Επίσης παραδέχεται ότι "το Oar ήταν τρομακτικό για μένα όταν το άκουσα...όχι ότι δεν ήταν οργανωμένο. Ήταν. Αλλά υπήρχε η πλευρά του που βούταγε στα σκοτάδια της ψυχής". Μετά τα session του Oar ο Spence επέστρεψε στην οικογένειά του στο Cambell. Δεν θα υπήρχε σόλο επόμενο άλμπουμ παρά μόνο μερικές σύντομες εμφανίσεις με τους Moby Grape. Και ο Spence θα άρχιζε ένα μακρύ ταξίδι μέσα από νοητικές δυσκολίες και περιπέτειες με το να είναι άστεγος, πράγμα που συνεχιζόταν μέχρι τον θάνατό του.




Διάσπαρτες ιστορίες από τις εκκεντρικότητές του θα δημοσιοποιούνταν τελικά, όπως τότε που δηλώθηκε νεκρός από υπερβολική δόση, από έναν ιατροδικαστή στην Santa Cruz, για να σηκωθεί μετά από λίγο και να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. Ο Lewis θυμάται ένα ιδιαίτερα τρομακτικό περιστατικό, όταν o Spence κυριολεκτικά προσπάθησε να τον πνίξει, καθώς οδηγούσε επιστρέφοντας στον πολιτισμό από ένα μοναστήρι που είχαν επισκεφθεί στο Big Sur της Καλιφόρνια. Τον καιρό που εντοπίστηκε από την San Francisco Bay Guardian το 1994, ζούσε στο San Jose, σε ένα σπίτι όπου παρείχε φροντίδα σε ανθρώπους όπως ο Spence, έχοντας διάγνωση παρανοικού σχιζοφρενή, λαμβάνοντας αντιψυχωτικά φάρμακα, ακούγοντας φωνές και μιλώντας στον εαυτό του. Η φωτογραφία που συνόδευε το δημοσίευμα παρουσίαζε τον Skip με οδοντοστοιχία που παρέπεμπε σε άνθρωπο 40 χρόνια μεγαλύτερο. Στα τέλη του 1996 ο Lewis λέει " Ο Spence ζούσε σε ένα τρέιλερ στην Σάντα Κρουζ. Δεν είχε καθόλου χρήματα, επειδή η πολιτεία του είχε αφαιρέσει όλα τα δικαιώματα. Έπινε πολύ μπύρα και καθόταν εκεί όλη τη μέρα στρίβοντας τσιγάρα περιμένοντας να συμβεί κάτι. Αλλά ήταν άρρωστος. Το συκώτι του δεν ήταν ότι καλύτερο. O Skippy ποτέ δεν έλυσε τα προβλήματα της υγείας του, αν και ελέγθηκε εξονυχιστικά από ανθρώπους με Ph.D και τέτοια. Για ένα τύπο όπως αυτός να πρέπει να λογοδοτεί σε ένα τσούρμο ανθρώπων που τον έλεγχαν ήταν ίσως το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί". Θα πρέπει να προστεθεί ότι ο Spence δεν ήταν το μόνο μέλος των Grape που είχε δύσκολες στιγμές μετά τα '60'ς. Ο Lewis ανακάλυψε τον μπασίστα Bob Mosley να ζει άστεγος δίπλα σε ένα αυτοκινητόδρομο του Σαν Ντιέγκο αρκετά χρόνια πριν. Η μπάντα έχασε τα δικαιώματά της για το ίδιο το όνομά τους για πολλά χρόνια και μόνο πρόσφατα σχετικά κέρδισαν το δικαίωμα να παίξουν στα reunion ως Moby Grape.

Moby Grape - Someday (1968)


Μία απροσδόκητα λαμπρή νότα ακούστηκε για τον Spence αρχές του 1998 όταν ένα tribute άλμπουμ στο Oar αναφέρθηκε ότι ήταν στα σκαριά, παρουσιάζοντας εκτός του Robert Plant και του Tom Waits, εναλλακτικά rock είδωλα, όπως ο Robyn Hitchcock, oι Wilco, οι Mudhoney, οι the Flaming Lips και οι Son Volt. Θα ήταν επίσης κατάλληλο για τον εκλεκτικό folk-rock-rap Beck να συνεισφέρει στο πρότζεκτ καθώς τα αφύσικα χαμηλά φωνητικά του σκοπίμως ή μη προδίδουν καθαρές ομοιότητες με το Oar. Για ό,τι πέρασε, ο Spence ακόμη εμπνέει σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια αυτούς που τον ξέρουν καλά. Ο Lewis που βοήθησε να γίνει η παραγωγή ηχογραφήσεων μερικών τραγουδιών του Spence, ισχυρίζεται ότι πολλοί "δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από ένα παρανοικό σχιζοφρενή. Αλλά θα μπορούσε επίσης να είναι σαν τον Maharishi, όταν μένοντας κοντά του για μία μέρα, λειτουργεί τελείως ενεργειακά. Τον έχω δεί να μπαίνει σε περιπολικό, λέγοντας στους αστυνομικούς να τον πετάξουν μέχρι το επόμενο τετράγωνο και αυτοί να τον πηγαίνουν και να τον αφήνουν σαν να ήταν ταξιτζήδες. Είχε σίγουρα δύναμη και επιρροή στους ανθρώπους που ήταν αντικειμενικά ρεαλιστές. Μου άρεσε να παίζω μαζί του επειδή ακόμα ήταν το αγνό νέο παιδί. Θα χοροπήδαγε αν έπαιζες κάτι που του άρεσε και θα ούρλιαζε από χαρά. Το ότι τον έβλεπα να υποφέρει έτσι ήταν κάτι που δεν άντεχα". "Δεν ξέρω κανένα που να είδε ποτέ τον κόσμο με τον τρόπο που τον έβλεπε ο Skippy", καταλήγει ο Robinson. "Νομίζω είναι τρομακτική τραγωδία που τα ναρκωτικά έκαναν ότι έκαναν στο μυαλό του, επειδή ήταν αλήθεια φαινόμενο σαν ποιητής και πηγή ενέργειας. Πολλοί άνθρωποι έχουν δύσκολα ψυχολογικά προβλήματα. Είναι απλά ο βαθμός που ο καθένας μπορεί να κοινωνικοποιηθεί και να λειτουργήσει. Και δυστυχώς αυτός πήρε τον δρόμο των ναρκωτικών και αυτό κατέστρεψε εντελώς την ζωή του. Δεν μπορώ να σκεφτώ πιό εμφανές παράδειγμα των αποτελεσμάτων της ασθένειας από ψυχο-φαρμακευτικά σκευάσματα από τον Skip Spence. Και δεν θα έπρεπε να είναι έτσι". 


ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Oar (1969, Sony)


H acid-folk εμπειρία, στοιχειωτική, εμπνευσμένη και μοναδική. Η επανέκδοση σε CD προσθέτει μερικά προηγουμένως ανέκδοτα κομμάτια, αν και είναι μισοσχηματισμένες ιδέες σε αντίθεση με τα υπόλοιπα τραγούδια. Αρκετά από τα τραγούδια του Spence είναι επίσης διαθέσιμα στο The Jefferson Airplane Takes Off (1966) και στα πρώτα δύο άλμπουμ των Moby Grape.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018




SYD BARRETT


Mad Geniuses



ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Ίσως κανένας cult rocker δεν ενέπνευσε μεγαλύτερη λατρεία ή αφοσίωση, όσο αυτοί που πέθαναν νέοι, αυτοί που έχασαν τα λογικά τους ή αυτοί που απέφυγαν την δημοσιότητα με τόσο ένθερμο πάθος που έφτανε να συνορεύει με την εμμονή. Ένα μεγάλο μέρος αυτού έχει να κάνει απολύτως με το μυστήριο που περιβάλει τις καταστάσεις των καλλιτεχνών. Επειδή δε, οι καλλιτέχνες έχουν πεθάνει, δεν μιλάνε στα μίντια ή απλά δεν είναι ικανοί να εκφραστούν κατανοητά σε ένα περιβάλον συνέντευξης, εγείρεται ένας διαρκής θόρυβος από φήμες μερικές φορές αληθινές, αλλά τις περισσότερες φορές λανθασμένες που εισάγουν τις φιγούρες τους σε ένα φαύλο κύκλο, που το μόνο που εξυπηρετεί είναι να ενισχύει το πέπλο του μυστηρίου που τους περιβάλει. Αυτοί οι καλλιτέχνες ήταν πάντα οι πιό ενδιαφέρουσες και οι πιό πολύπλοκες περιπτώσεις για να ερευνήσει κάποιος. Σε απουσία προσωπικής πρόσβασης με τους περισσότερους οι ερευνητές έπρεπε να μιλάνε με ανθρώπους που τους ήξεραν καλά και δούλεψαν μαζί τους πολύ στενά. Αυτή η προσέγγιση αναπόφευκτα οδηγεί κατά ένα μεγάλο μέρος σε εικασίες. Έχουμε αναφερθεί από αυτό το blog στον Nick Drake, τον Roky Erickson, τoν Skip Spence, τον Lee Hazlewood. Αυτοί και άλλοι μουσικοί που ακολουθούν ήταν/είναι τόσο αινιγματικοί χαρακτήρες, που ακόμα και αυτοί που συνεργάστηκαν μαζί τους προσωπικά, μόνο να μαντέψουν μπορούν κάποια από τα κίνητρα ή τις εμπνεύσεις τους. Είναι όμως το λιγότερο πιό δίκαιο για τους καλλιτέχνες που έχουμε αναφερθεί ή θα αναφερθούμε στο μέλλον να παίρνουμε κάποιες παρατηρήσεις από ανθρώπους που τους ήξεραν καλά, παρά να συνεχίζουμε να ρίχνουμε λάδι στη φωτιά των φημών με ρηχές "μαντεψιές" εγγυημένες ή όχι. O ανεξιχνίαστος Lee Hazlewood για παράδειγμα δεν είναι μόνο μία τραγική ιστορία ανάμεσα σε αυτές που έχουμε πει ή θα πούμε. Είναι μία από τις τραγικότερες ιστορίες στην ιστορία της rock. Δεν έχει σημασία ποιοί δαίμονες ή χημικά οδήγησαν τον Syd Barrett και τον Skip Spence στην τρέλα και χειρότερα. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πίσω από το προσωπείο της παράνοιας, καρτερεί ένα πολύ ανθρώπινο πρόσωπο η ιστορία του οποίου αξίζει ευαίσθητης εκτίμησης από μία ακόμα και σήμερα αυξανόμενη παρέα οπαδών. Αν δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους σε νορμάλ όρους μιλώντας, έχουμε στο τέλος την μουσική τους, που μεταβιβάζει χαρά και συνδυασμό συναισθημάτων σε εντυπωσιακά ζωηρούς όρους που ελάχιστοι από τους λογικούς ανάμεσά μας μπορούν να ανταγωνιστούν.
Ας περάσουμε στην πιό συναρπαστική cult φιγούρα της rock.

Syd Barrett



Ακόμα έρχονται στο μυαλό μου τα λόγια που κάποτε μου έγραψε διαδικτυακός φίλος: "Μην ασχολείσαι με τον Barrett, γιατί δεν θα είσαι ο εαυτός σου", εννοώντας ότι ξεφεύγω από τις προσωπικές μου πεποιθήσεις, όσον αφορά στο κοινότοπο της περίπτωσης. Πολλοί από κριτικούς και δημοσιογράφους μέχρι καλλιτέχνες και φαν έχουν κατά καιρούς αναλύσει την περίπτωση Barrett. Και έτσι με εμένα ή χωρίς, το ψυχόδραμα της πιό συναρπαστικής cult φιγούρας της rock συνεχίζεται. Το concept θα πρέπει να είναι κάπως έτσι: 'Το 90% του κοινού που γέμιζε στάδια για να παρακολουθήσει μία version των Pink Floyd του 1990, δεν είχε την παραμικρή ιδέα ποιός είναι ο Syd Barrett'. Πολλοί θα το έβρισκαν απίστευτο ότι ήταν ο lead singer τους, ο πρώτος τους τραγουδοποιός και ο lead guitarist όταν η μπάντα εκρηγνυόταν στην Αγγλική ψυχεδελική σκηνή το 1967. Για ένα σύντομο, συναρπαστικό διάστημα, ο Syd δεν ήταν απλά ο ηγέτης των Pink Floyd. Ήταν οι Pink Floyd, σίγουρα σε όρους ίδρυσης του μοναδικού αστρικού οραματισμού της μπάντας.

Pink Floyd - Candy and a Currant Bun (1967)


Μετά από ένα λαμπρό άλμπουμ και δύο λαμπρά single, ο Syd ήταν εκτός της μπάντας που είχε δημιουργήσει, ανίκανος είτε να δουλέψει με το γκρουπ ή εξίσου σημαντικά να δουλευτεί ο ίδιος μέσα από το γκρουπ. Ακολούθησαν δύο ασυνεπή αλλά περιοδικά συναρπαστικά σόλο άλμπουμ. Και μετά για τα επόμενα 36 χρόνια σιωπή. Όχι απλά να αποσυρθεί, αλλά μία σχεδόν ολοκληρωτική παραίτηση από τον πραγματικό κόσμο, μέσα στον οποίο σπανίως εντοπιζόταν ακόμα και στην γενέτειρά του το Κέμπριτζ. Η παλιά του μπάντα συνέχισε, περισσότερο επιτυχημένη οικονομικά από σχεδόν κάθε άλλο rock σχήμα στον κόσμο. Αλλά στα μάτια των hardcore ακολούθων του Syd, ποτέ δεν έφτασαν την παιχνιδιάρικη ευφυία του πρώτου άλμπουμ τους, του 1967 The Piper at the Gates of Dawn (που κυριαρχούσε ο Barrett).
Είναι μακρύ και για το μεγαλύτερο μέρος του τρομακτικό το ταξίδι, από τότε που ο Syd δημιούργησε την μπάντα στο Κέμπριτζ στα μέσα της δεκαετίας του '60. Οι Pink Floyd γρήγορα εξέλιξαν τον ήχο τους από τις συνήθεις R&B απομιμήσεις σε ένα πιό άγριο, πιό πειραματικό ηλεκτρονικό ήχο που ενσωμάτωνε στοιχεία αυτοσχεδιασμού και avant-garde. Στα τέλη του 1966, ήταν αντικείμενα λατρείας του underground Λονδίνου, παίζοντας αλλόκοτο οriginal υλικό στο κλαμπ UFO, που αποτελούσε την βάση του underground κινήματος. Ωστόσο δεν θα σήμαιναν πολλά στο ευρύτερο κοινό, χωρίς την ευρηματική γραφή του Barrett. Άρχισε να επινοεί τραγούδια που πάντρευαν τις, από το απώτερο διάστημα, συνθέσεις των Floyd με γοητευτικές, χαρούμενες, δημοφιλείς ιστορίες με ξεκάθαρα Αγγλική κλίση. Το "Arnold Layne"/"Candy and a Currant Bun" ήταν το εντυπωσιακό ντεμπούτο single τους (και μικρό Αγγλικό χιτ), που ο Barrett μετέδιδε την ιστορία ενός ακίνδυνου παρενδυτικού (δηλαδή ατόμου που του αρέσει να ντύνεται με ρούχα του άλλου φύλλου) στην πλευρά που η δισκογραφική ήθελε να παίζουν οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί (the plug side) και μία απόκοσμη σχεδόν συνειρμική ωδή στην ψυχεδελική ευχαρίστηση στην άλλη πλευρά (the flip side). Ήταν ο ήχος μίας νέας ζωής στα άκρα, η όρεξή της για πειραματισμό, γεμάτος από μία ελαφριά τρελή χαιρεκακία. Ότι ελάχιστοι όμως αντιλήφθηκαν εκείνο τον καιρό ήταν ότι η τρέλα εκείνη γινόταν πολύ αληθινή.

Pink Floyd - Arnold Layne (1967)


Ο παραγωγός αυτού του single ήταν ο Joe Boyd, που έχει για τέσσερις δεκαετίες γευτεί μία τεραστίων διαστάσεων επιτυχημένη καριέρα, δουλεύοντας σε ηχογραφήσεις των Fairport Convention, των the Incredible String Band, των R.E.M., του Nick Drake, των John & Beverley Martyn και πολλών άλλων. Σαν παραγωγός στο στούντιο και σαν μουσικός διευθυντής στο προαναφερθέν κλαμπ UFO, ο Boyd είχε την ευκαιρία να παρατηρεί τον Syd και την μπάντα από πολύ κοντά στα τέλη του '66 και αρχές του '67, τους μήνες πριν κάνουν συμβόλαιο με την EMI records. "Κατά την διάρκεια όλης αυτής της περιόδου ο Syd ήταν μία απόλαυση", θυμάται. "Ήταν απόλυτα όμορφη η συνεργασία μαζί του. Ήταν ελαφρά ονειροπαρμένος, αλλά όχι πολύ. Ήταν πνευματώδης και αστείος και ενεργητικός και πραγματικά το επίκεντρο της μπάντας. Ο Roger (Waters, ο μπασίστας) ήταν κατά κάποιο τρόπο το στήριγμα, αυτός που θα οργάνωνε τις σκέψεις του γκρουπ ας πούμε. Αλλά ο Syd ήταν η λάμψη". Αν και το "Arnold Layne" (που είχε γίνει ανεξάρτητη παραγωγή) αμέσως καθιέρωσε τους Floyd σαν ένα μεγάλο νέο υποψήφιο, ο Boyd απομακρύνθηκε από την καρέκλα του παραγωγού από την EMI για χάρη του Norman Smith, ενός βετεράνου που είχε δουλέψει ως μηχανικός σε πολλά αρχικά session των Beatles. Αλλά το ντεμπούτο της μπάντας, The Piper at the Gates of Dawn, ήταν ένα άλμπουμ από αυτά που αποτελούσαν το επίκεντρο, τον πυρήνα της ψυχεδελικής μουσικής. Η ευφυία του Barrett δανείστηκε την παιδική αθωότητα, αλλά και τους παιδικούς φόβους ως πηγή έμπνευσης και συμβολισμού. Τα περισσότερα από τα τραγούδια του θα έμοιαζαν σαν παραμύθια, αν όχι σαν ασαφής απειλή που παραμονεύει κάτω από την επιφάνεια-οι θόρυβοι στο κατάστημα παιχνιδιών στο "Bike", οι μάγισσες και οι σατανικές γάτες του "Lucifer Sam", η μητέρα που αφηγείται ιστορίες στο κρεβάτι να διακόπτει απότομα αφήνοντας τον Syd να κρέμεται απεγνωσμένα από τα λόγια της στο "Matilda Mother".

Pink Floyd - Lucifer Sam (1967)


Παρά το διαστημικό image των Pink Floyd, τα τραγούδια του Barrett ήταν συνήθως πολύ μέσα στην Αγγλική pop παράδοση. Ο Boyd συσχετίζει το-από λίγους γνωστό-γεγονός ότι ο Syd είχε στην πραγματικότητα γράψει επιπρόσθετο υλικό για μία πολύ "ελαφρύτερη/παιχνιδιάρικη" μπάντα με την οποία ο παραγωγός είχε επίσης αναμιχθεί. "Ένας μεγάλος καημός που έχω είναι ότι δεν έχω τα demo που ο Syd μου έδωσε από έξι ή οκτώ τραγούδια που δεν είχε ηχογραφήσει" αποκαλύπτει.
"Ηχογραφούσα μία μπάντα που λεγόταν the Purple Gang και ψάχναμε υλικό και ο Syd μου έδωσε αυτά τα demo. Ήταν μερικά τρομερά τραγούδια, πολύ διαφορετικά από αυτά που τέλειωσαν μέσα στα σόλο άλμπουμ του. Δυνατά, μελωδικά, καλά τραγούδια". Η συνεισφορά των συντρόφων του, Waters, του keyboard player Rick Wright και του Nick Mason δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Μαζί με το ορμητικό τετραδιάστατο παίξιμο της κιθάρας του, η αιθέρια δουλειά του Wright προσέδωσε στο υλικό την υφή (και την μελωδικότητα) που χρειαζόταν για να ακούγεται στ'αλήθεια όχι από αυτό τον πλανήτη. Το "Astronomy Domine" όπως και το ορχηστρικό "Interstellar Overdrive" έδωσαν στα διαστημικά ενδιαφέροντα της μπάντας πλήρη εκτόνωση. Εκτελεσμένο με μία φρεσκάδα που δεν την αγγίζει ο χρόνος, το άλμπουμ πήγε στα Αγγλικά Top Ten όπως έκανε ένα παράλληλο single το "See Emily Play".

Pink Floyd - See Emily Play (1967)


Εκ των υστέρων, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι τον καιρό που αυτοί οι δίσκοι κυκλοφόρησαν, ο Syd που έγραψε τα τραγούδια δεν υπήρχε πιά. Είτε εξαιτίας μαζικής κατανάλωσης LSD, ή των πιέσεων του επερχόμενου rock superstar στάτους ή κάποιων αδρανών μέχρι τότε ψυχολογικών ασταθειών. Το πιό πιθανό να ήταν ένας συνδυασμός όλων των παραπάνω. Αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι στα μέσα του '67 η συμπεριφορά του Syd γινόταν ανησυχητικά τρομακτική. Ο Joe Boyd είδε από κοντά τον Syd για τελευταία φορά τον Ιούνιο του 1967, όταν οι Pink Floyd έπαιζαν στο κλαμπ UFO για τελευταία φορά. "Ήταν τελείως γεμάτο. Δεν μπορούσες να κουνηθείς. Η μπάντα έσπρωχνε με τους αγκώνες για να ανοίξουν δρόμο μέσα από το πλήθος και εγώ τους έσπρωχνα από πίσω για να μπορέσουν να μπουν, καθώς δεν υπήρχε είσοδος από πίσω. Και ήταν τότε που είδα τον Syd για πρώτη φορά μετά από διάστημα τριών μηνών. Τον είδα από απόσταση και οι άνθρωποι γύρω μου έλεγαν ότι θα είχε πάρει πολύ LSD. Έδειχνε τελείως αλλαγμένος, έμοιαζε σαν να μην υπάρχει τίποτα μέσα του. Απλά σταμάτησε να παίζει πάνω στη σκηνή". Μέσα στους επόμενους λίγους μήνες η επιδείνωση του Syd ήταν εκπληκτικά γρήγορη, σε σχέση με την σειρά από περιστατικά που είχε περάσει ο θρύλος των Pink Floyd. Στέκοντας όλη τη νύκτα στη σκηνή για να παίξει μία νότα ή και τίποτα απολύτως. Δίνοντας στον Pat Boone, τηλεοπτικό παρουσιαστή, σιωπηλή συνέντευξη κατά την διάρκεια της σύντομης καταστροφικής περιοδείας των Floyd στην Αμερική το 1967. Κλειδώνοντας μία κοπέλα του σε ένα διαμέρισμα, σπρώχνοντας φαγητό κάτω από την πόρτα για να την κρατάει ζωντανή. Ταίζοντας με LSD την γάτα του. Σπάζοντας ταμπλέτες Mandrax στα μαλλιά του για να δημιουργήσει ένα αυτοσχέδιο στυλ χτενίσματος μόλις πριν ανεβεί στη σκηνή στα τέλη του '67 σε περιοδεία στην οποία η μπάντα εμφανίστηκε με τον Jimi Hendrix.
Όμως το πιό ανησυχητικό για τους φίλους του και συνεργάτες ήταν ότι ο Syd Barrett που ήξεραν είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω του ένα κουφάρι με το οποίο ήταν αδύνατον να επικοινωνήσουν. Ο Keith West ήταν ο lead singer των Tomorrow, μίας περίφημης Αγγλικής ψυχεδελικής μπάντας για την οποία έχουμε αναφερθεί ΕΔΩ, η οποία έκανε σύντομες περιοδείες με τους Pink Floyd στην Ευρώπη. "Θα τον έβλεπα στο κλαμπ (UFO) δύο ή τρεις μήνες πριν γίνουμε όλοι φίλοι. Τρεις μήνες αργότερα ήταν σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση, απλά καθόταν χωρίς να μιλάει σε κανένα, με παράξενη συμπεριφορά, να 'καρφώνει΄ με το βλέμμα του ανθρώπους, να γίνεται αντιπαθητικός και υπερόπτης. Όλοι απλά νόμιζαν ότι γινόταν αλαζονικός. Αλλά όχι δεν ήταν έτσι. Ποτέ δεν αντιληφθήκαμε τι πέρναγε μέσα του. Ο κόσμος θα συζητούσε πίσω από την πλάτη του ξέρεις, 'Νομίζει ότι είναι cool', αλλά δεν γνωρίζαμε πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα". Ένα single στα τέλη του '67 ("Apples and Oranges") "κρέμασε" και καθώς η μπάντα πάλευε να διατηρήσει κάποια εικόνα επαγγελματισμού στη σκηνή και στο στούντιο, άρχισε να βλέπει πόσο δύσκολο θα ήταν να συνεχίσουν με τον Barrett. "Θα έβλεπες την επίδραση που είχε η κατάστασή του στο υπόλοιπο γκρουπ", συνεχίζει ο West. "Δεν ήξεραν τι να κάνουν με αυτό, από κάποιο σημείο και μετά. Όλοι θα έβλεπαν ότι είχαν αγανακτήσει με την κατάσταση. Κάναμε δύο περιοδείες μαζί τους στην Ευρώπη και ο κόσμος θα έγραφε σημειώματα και θα τους τα έδινε επειδή ο Syd δεν μίλαγε για κάποιο λόγο εκείνες τις μέρες. Ήταν πολύ λυπηρό να τα βλέπεις αυτά".

Pink Floyd - Matilda Mother (1967)


Η έκβαση ήταν ότι ο Syd τελικά εκδιώχθηκε από την μπάντα που είχε ιδρύσει. Για λίγο ο κιθαρίστας Dave Gilmour έκανε τους Pink Floyd πενταμελές γκρουπ, αλλά η κατάσταση κράτησε μόνο για σύντομο διάστημα πριν ο Gilmour γίνει ο αντικαταστάτης του Barrett το 1968. Το περισσότερο από το δεύτερο άλμπουμ τους A Saucerful of Secrets ηχογραφήθηκε χωρίς τον Barrett και η διεύθυνση των Pink Floyd είχε τόσες αμφιβολίες ότι η μπάντα θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον Syd-ο οποίος έγραψε τα τραγούδια τους, τα τραγούδησε και ήταν ο lead guitarist-που άφησαν τους υπόλοιπους Pink Floyd στοχεύοντας να μανατζάρουν τον Syd σαν σόλο καλλιτέχνη. Βεβαίως οι Pink Floyd τους απέδειξαν ότι είχαν κάνει λάθος. Το A Saucerful of Secrets μπήκε στα Top Ten και πέντε χρόνια αργότερα με το Dark Side of the Moon, έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα γκρουπ της rock. Για μία σημαντική μειοψηφία των φαν των Floyd ωστόσο, η μετά τον Barrett ενσάρκωση της μπάντας ποτέ δεν έφτασε στα ύψη του lineup με τον Syd Barrett. Όπως εξηγεί ο Boyd: "Ο Syd έγραψε τρίλεπτα pop τραγούδια. Ελαφρώς παράξενα pop τραγούδια, αλλά ήταν τρίλεπτες συνθέσεις. Το γκρουπ στις live εμφανίσεις θα έκανε επίσης αυτά τα μακρά instrumental και θα επέκτειναν τα τραγούδια του Syd με αυτά τα παρατεταμένα σόλο. Τους άκουσα να κάνουν το "Arnold Layne" version των 10 λεπτών. Αλλά ακόμα υπήρχε μία δομή και ένα τραγούδι. Όταν ο Syd σταμάτησε να είναι αυτός που έγραφε όλο το υλικό, η όλη δόμηση των πραγμάτων άλλαξε. Έγιναν κάτι πολύ περισσότερο από ένα instrumental γκρουπ, με τους στίχους και την ερμηνεία σαν εισαγωγή στην ορχηστρική δουλειά. Νομίζω ότι ο Roger σαν τραγουδοποιός και ο Dave Gilmour για αυτό το θέμα, δεν είχαν το πνεύμα που είχε ο Syd. Ο Syd ήταν πολύ αστείος και εφευρετικός τραγουδοποιός και αυτό στ'αλήθεια κανείς άλλος δεν το είχε. Αλλά έχουν κάτι που πιθανώς είναι πιό εμπορικό από ότι είχε ο Syd, ένα συγκεκριμένο είδος σχεδόν Βαγκνερικών chord progressionsπου δίνουν στο ορχηστρικό τους υλικό έναν μοναδικό ήχο. Μπορείς να πεις ότι αυτοί που παίζουν είναι οι Pink Floyd από ένα μίλι μακριά. Είναι κάτι απολύτως χαρακτηριστικό. Το γεγονός ότι ήταν αρχικά ορχηστρικοί είναι ένας από τους λόγους που δεν έγιναν τόσο διάσημοι στη Βραζιλία και στη Ρωσσία όσο ήταν στην Αγγλία και στην Αμερική".

Syd Barrett - Wined and Dined (1970)


Η εκκεντρική συμπεριφορά του Syd ποτέ δεν αντιστράφηκε, αλλά η καριέρα του δεν είχε τελειώσει. Έχοντας κρατήσει χαμηλό μουσικό προφίλ στα τέλη του '60, εμφανίστηκε με δύο σόλο άλμπουμ το 1970, το Madcap Laughs και το Barrett. Ανομοιόμορφα αλλά γοητευτικά, με βασικές συνθέσεις (οι σύντροφοί του στην μπάντα έδωσαν υπολογίσιμη βοήθεια-ιδιαιτέρως ο Dave Gilmour που έκανε την παραγωγή στα περισσότερα session) τα τραγούδια παρόλα αυτά υπονοούν πρόχειρα σχέδια παρά πλήρως ανεπτυγμένες δουλειές. Το αυθόρμητο συναίσθημα όπως καταλήγει, δύσκολα μπορεί κανείς να το μελετήσει. Οι μουσικοί που συνοδεύουν τον Syd μερικές φορές θα αποφάσιζαν για να παίξουν ακόμα μία φορά για να προσεγγίσουν κάτι πιό τέλειο, καθώς ο Barrett συχνά αποδεικνυόταν απρόθυμος να κάνει πρόβες ή ακόμα να γνωστοποιήσει σε τι νότα ήταν τα τραγούδια. "Αυτό είναι αλήθεια", παραδέχεται ο Robert Wyatt τότε μέλος των the Soft Machine που επίσης εμφανίζονταν στο κλαμπ UFO) ο οποίος έπαιξε ντραμς σε κάποια από τα σόλο session του Barrett. "Αλλά εννοώ, εγώ μεγάλωσα μουσικά στα 50'ς. Αν θέλεις εκκεντρικότητα και αυτό το είδος της μη φραστικής επικοινωνίας και όλα αυτά τα παράξενα, ξέρεις δεν μπορείς να τα βάλεις με μουσικούς της jazz".
Σε σύγκριση τονίζει, "Δουλεύοντας με τον Syd Barrett ήταν πολύ εύκολο νομίζω. Τον βρήκα ευγενή και φιλικό". Λοιπόν ο Syd δεν ήταν δύσκολος στο να δουλέψεις μαζί του; "Απολύτως όχι. Όχι. Πολύ εύκολος. Τόσο εύκολος που δεν ήξερες απαραίτητα τι ήθελε ή εάν ήταν ευχαριστημένος ή όχι, επειδή έμοιαζε να είναι εντελώς ευτυχισμένος με ότι κι αν έκανες. Πιθανόν υπέφερε από την μετακίνησή του στην εμπορικότητα. Πρέπει να ήταν πολύ μπέρδεμα για αυτόν. Απλά σκέφτομαι ότι δεν ταιριάζουν όλοι στην μουσική βιομηχανία. Γνωρίζω από προσωπική εμπειρία, δεν είναι τόσο εύκολο".
Η σόλο δουλειά του Barrett λατρεύεται από τους πιστούς παρά την ασυνεπή της φύση, εν μέρει επειδή δεν περίμεναν τίποτα άλλο να έρθει. Μετά από μέτριες πωλήσεις, κριτική αναγνώριση και μερικές εμφανίσεις στο BBC και live, o Barrett σχεδόν εξαφανίστηκε από προσώπου γής. Μία προσπάθεια που έκανε για να σχηματίσει το τελευταίο του γκρουπ (που είχε το όνομα The Stars) με τον Twink (ντράμερ στους Tomorrow και στους the Pretty Things) και τον μπασίστα Jack Monck δεν ήταν κάτι καταστροφικό, μιάς και το νεοσσό σχήμα διήρκεσε μόνο για μερικές δημόσιες εμφανίσεις πριν διαλυθεί.

The Stars - Number Nine (Live, 1972)


Στα μέσα του '70, ο Barrett είχε ήδη αρχίσει να αποκτά μυθικό στάτους, ενισχυόμενο από περιστασιακές του θεάσεις, όπως τότε που εμφανίστηκε απρόσκλητος στο στούντιο με την ελπίδα να συνεισφέρει στο άλμπουμ των Pink Floyd, Wish You Were Here. Απίστευτα οι πρώην συνεργάτες του στην μπάντα, κυριολεκτικά δεν θα αναγνώριζαν με την πρώτη ματιά τoν υπέρβαρo άνδρα, που είχε αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του. Προσπάθειες για ένα τρίτο άλμπουμ το 1974 δεν οδήγησαν πουθενά και σε κάθε περίπτωση ο Barrett έμοιαζε αδιάφορος για την μουσική. Ή ακόμα κάτι-έγινε ερημίτης στην γενέτειρά του το Κέμπριτζ, ανίκανος να εργαστεί, αφημένος να τον φροντίζουν συγγενείς που σέβονταν τις επιθυμίες του για περιορισμένες επαφές με τον έξω κόσμο. Μία φωτογραφία του 1990 που εμφανίστηκε στην βιογραφία των Pink Floyd του Nicholas Schaffner (Saucerful of Secrets) δεν ήταν τίποτα άλλο παρά σοκαριστική. Ακόμα και από τους cult οπαδούς του που πήγαιναν να αποτίσουν φόρο τιμής στο Κέμπριτζ με την ελπίδα να εντοπίσουν τον ήρωά τους, ελάχιστοι θα είχαν αναγνωρίσει αυτόν τον συνηθισμένο, κοντόχοντρο μεσήλικα άνδρα, που έμοιαζε για τα καλά πέντε έως δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τα 45 χρόνια του.

Syd Barrett - Terrapin (1970)


Οι cult οπαδοί του Syd Barrett συνεχίζουν να αυξάνονται και να αυξάνονται, εν μέρει λόγω της μοναδικής λαμπρότητας της δουλειάς του, εν μέρει λόγω του μυστικισμού γύρω από την περιθωριοποίησή του και εν μέρει λόγω της διαχεόμενης αίσθησης της αμφιβολίας ότι υπάρχει τόσο λίγη από την δουλειά του διαθέσιμη. Ένα "lost album" το Opel έγινε στα τέλη του '80 από σκόρπιες σόλο δουλειές και αποκάλυψε κάποιο ωραίο, μέχρι τότε ακυκλοφόρητο υλικό. Ότι ακολούθησε ήταν ένα σετ που παρουσίαζε όλα τα τρία σόλο άλμπουμ και εναλλακτικές version που ουσιαστικά ήταν μέρη από μέρη που δεν είχαν συμπεριληφθεί στα άλμπουμ, τέλος πάντων με το λυσσασμένο κοινό να ηδονίζεται με οτιδήποτε μπορούσε να βρεθεί από τον αγαπημένο του Syd. Bootlegs από αρχικές ραδιοφωνικές εκπομπές, εναλλακτικές μίξεις και άλλα, με πιστότητα που κυμαινόταν από εξαιρετική έως τραγική, εξακολουθούσαν να αλλάζουν χέρια. Μία καλή βιογραφία του Barrett εμφανίστηκε
(Crazy Diamond) και διάφορα περιοδικά για φαν έχουν διατηρήσει την φλόγα να καίει για αυτές τις δεκαετίες. O Iain Smith εκδότης του περιοδικού (Eskimo Chain) εικάζει γιατί ο Barrett συνεχίζει να βγάζει τόσο πειστική γοητεία μετά από τόσα χρόνια από την τελευταία του ηχογράφηση. "Όπως ο Nick Mason επισήμανε κάποτε, είναι το σύνδρομο του James Dean, ενός εξαιρετικά ταλαντούχου νέου που δεν εκπληρώνει το προσδοκώμενο. Οι άνθρωποι το έβρισκαν δύσκολο να πιστέψουν ότι ο Elvis Presley ή ο Jim Morrison ήταν πραγματικά νεκροί, έτσι με τον Syd το γεγονός ότι ήταν κάπου εκεί έξω έκανε την ιστορία του συναρπαστική. Επιπλέον, σίγουρα αν και η δουλειά του είναι τόσο περιορισμένη, ό,τι υπάρχει έχει μία μοναδική-από άλλους κόσμους-λαμπρότητα. Προσθέστε αυτά στον μύθο και έχετε έναν εξαιρετικά δυνητικό συνδυασμό".

Ας είναι ο Syd Barrett ο πιό φημισμένος μουσικός που έχω ασχοληθεί ή θα ασχοληθώ από τώρα και μετά σε αυτό το blog, όσο θα υπάρχει ακόμα.

Pink Floyd - Astronomy Domine (1967)


ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

The Piper at the Gates of Dawn (1967, Capitol)

Ένα από τα μεγάλα ψυχεδελικά άλμπουμ και ο ένας δίσκος στον οποίο τα ταλέντα του Barrett είναι ολάνθιστα. Επίσης τσεκάρετε για τα τρακ των αρχικών single των Floyd, "Arnold Layne", "Candy and a Currant Bun", "Apple and Oranges" και "See Emily Play", διαθέσιμα σε διάφορα compilation.

Crazy Diamond (1993, EMI)

Αν κολλήσεις, κόλλησες. Έτσι αν και ένα τριπλό CD και των δύο άλμπουμ και της συλλογής του Opel και ακόμα περισσότερων ίσως φαίνονται υπερβολικά, αυτό είναι το καθοριστικό compilation του Barrett, σε σόλο δουλειά, με εξαίρεση ορισμένων τρακ που μπήκαν στα the Peel Session.

Magnesium Proverbs (bootleg)

Το καλύτερο compilation από unofficial υλικό. Session των Floyd στο BBC το 1967, ενναλλακτικές versions, σόλο live εμφανίσεις και τέτοια πράγματα.

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Crazy Diamond: Syd Barrett & the Dawn of Pink Floyd από τον Mike Watkinson & Pete Anderson (1991, Omnibus)

Καλή, σαφής βιογραφία με πληθώρα ανεκδότων από φίλους και συνεργάτες. Τίγκα με συναρπαστικές ιστορίες από τις εκκεντρικότητες του Barrett, αλλά με την προτεραιότητα δοσμένη στην θαυμάσια μουσική του. Η βιογραφία των Pink Floyd Saucerful of Secrets (Harmony) από τον Nicholas Schaffner επίσης περιέχει μία καλή δόση από ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον Barrett στα αρχικά του κεφάλαια.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

DINO VALENTI 

QUICKSILVER MESSENGER SERVICE

"I'll stay awhile, but I won't stay long"

Κοιτάζοντας την παλιά 60άρα TDK, που ως δια μαγείας βρέθηκε στην πλαϊνή θήκη της πόρτας του αυτοκινήτου μου, και στην κιτρινισμένη ετικέτα της αχνοφαίνονται οι λέξεις Quicksilver Messenger Service, ένα νοσταλγικό δάκρυ ανεβαίνει στα μάτια, καθώς σκέφτομαι το παιδί που ήμουν τότε, την μουσική παιδική μου ηλικία και τι σημασία είχε ο Dino Valenti και οι Quicksilver Messenger Service για μένα, για ένα παιδί γεννημένο στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του '60. 


Ο Dino Valenti και οι Quicksilver Messenger Service με έβαλαν σε ένα μονοπάτι, συνεχώς μεταβαλλόμενο. Ένα μονοπάτι το οποίο όταν δεν θα είμαι εδώ πια, αυτό σίγουρα θα συνεχίζει να παραμένει και να περιμένει κάποιους να το περπατήσουν ακόμα πιο πέρα, από εκεί που εγώ έφτασα. Αυτή ήταν η αξία του Dino Valenti για μένα, το μονοπάτι του προς τον παράδεισο, προς την κόλαση και οτιδήποτε άλλο μεταξύ αυτών. Το μονοπάτι που περπατήθηκε λιγότερο. Ο Dino Valenti, που είχε την δική του ιδιαίτερη θέση, σε ένα ταραγμένο κόσμο γύρω του, αντικατοπτρίζοντας τις πιθανότητες αλλά και τα απίθανα όνειρα του.

Dino Valente - Time

Κατά την ταπεινή μου άποψη, περισσότερο καλή μουσική δημιουργήθηκε την δεκαετία του '60, από κάθε άλλη δεκαετία. Περισσότερο από 50 χρόνια μετά την περίοδο αυτή, οι δίσκοι συνεχίζουν να πουλάνε, να παίζονται στο ράδιο και να αναφέρονται από νέες γενιές μουσικών. Για την περίοδο 1964-1969 γίνονται ανέκαθεν οι βαθύτερες έρευνες,
περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο. Αυτό βεβαίως μόνο τυχαίο δεν είναι. Δεν ήταν αποτέλεσμα επιδεξιότητας ή πιο χαρισματικών μουσικών της δεκαετίας αυτής. Κοινωνικές και μουσικές είναι οι αλλαγές που επηρέασαν τα ακούσματα της περιόδου αυτής. Το 1964-65 συνέβηκε η εισβολή των Αγγλικών γκρουπ, αλλά και η συνύπαρξη και μετά πάντρεμα της folk με την rock, δίνοντας την folk/rock και σκορπίζοντας μυριάδες νέες δυνατότητες. Την ίδια περίοδο κλιμακωνόταν και αποκτούσε γιγαντιαίες διαστάσεις στην Motown και στην Atlantic (δισκογραφικές εταιρείες) η soul. Αλλά ρόλο έπαιξε και η συνεχώς εξελισσόμενη βελτίωση των στούντιο και των μουσικών οργάνων που έδιναν την δυνατότητα να στραφούν οι μουσικοί και αλλού, πολύ πέραν από την ρομαντική πλευρά ενός τραγουδιού για την αγάπη. Η επίδραση των ουσιών (drugs), ενέπνευσε την ψυχεδέλεια, ενώ οι αντιπολεμικές διαμαρτυρίες επηρέασαν δραστικότατα και τα τραγούδια. Όλα αυτά συνέβηκαν σε αυτή την τόσο μικρή χρονική περίοδο, που έμελλε να επηρεάσουν την ροκ μουσική, όσο σε καμία άλλη περίοδο. Σε αυτήν την περίοδο υπήρξαν και πολλοί μουσικοί που έκαναν "άγνωστη" μουσική, που δεν πούλησαν τόννους δίσκων και παραμένουν μέχρι τις μέρες μας ανεξερεύνητοι από το ευρύ κοινό. Σε πολλές περιπτώσεις το ίδιο καλοί όσο τα είδωλα της εποχής, σε πάρα πολλές δε περιπτώσεις εμπνευστές αυτών των ειδώλων, όμως έξω από τα ροκ στάνταρντ ενός μέσου ακροατή, όπως αυτά αναφέρονται σε βιβλία, στο ράδιο, και στο rock & roll hall of fame. Ο Dino λοιπόν ήταν μια προσωπικότητα που δεν συνάντησε ακόμα και σήμερα 23 χρόνια μετά θάνατον την αναγνώριση που του έπρεπε. Ένας νεωτεριστής folk-rocker, που το πάθος του για αυτό που έκανε τον οδήγησε σε απάτητα μονοπάτια, όπως συνέβη και με άλλους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης. Μονοπάτια της ροκ που ακόμα και σήμερα περιμένουν να περπατηθούν. Κοινωνικά και μουσικά το '60, έχει υπερ-αναλυθεί μέχρι σήμερα. Οι ροκ γίγαντες που περπάτησαν στη γη τότε, οι Beatles, οι Rolling Stones, ο Jimmy Hendrix, οι Beach Boys, αλλά και πιο "μικροί" γίγαντες όπως οι Byrds ή οι Velvet Underground έχουν την δική τους ιστορία που έχει ειπωθεί και γραφτεί πολλές φορές και από πολλούς. Και ο σκοπός μας δεν είναι για να πούμε ότι ο Dino Valenti και οι Quicksilver Messenger Service υπήρξαν καλύτεροι από όλους αυτούς,...ούτε καν το ίδιο καλοί. Δεν ήταν τόσο καλοί. Όμως ήταν πολύ καλοί αλήθεια.


Quicksilver Messenger Service - Gone Again



Κατ'αρχάς δεν θυμάμαι την δεκαετία του '60, γιατί δεν ήμουν ενεργά εκεί. Τέλος πάντων γεννημένος στα μέσα της, δεν είχα αναπτύξει κριτική ικανότητα για να αξιολογήσω την μουσική σκηνή. Για μένα η μουσική περιπλάνηση ξεκίνησε από τους περισσότερο δημοφιλείς μουσικούς στη γη, τους Beatles στα πολύ μικρά μου χρόνια, όπως ακριβώς συνέβη και θα εξακολουθήσει να συμβαίνει με πολλούς νέους οπαδούς της ροκ. Αυτό με οδήγησε και σε άλλη μουσική που έπαιζε εκείνη την εποχή, στους Rolling Stones, Jefferson Airplane, Kinks, Yardbirds κλπ. Δεν ήταν πριν το 1979-1980 που "έπεσα" πάνω σε ένα συγκρότημα που εκείνα τα χρόνια, κανένας από όσους προσωπικά γνώριζα δεν έτυχε
να έχει ακούσει ποτέ. Ήταν οι Quicksilver Messenger Service.  
Τότε βέβαια δεν υπήρχε ούτε διαδίκτυο, ούτε youtube και για να πέσεις πάνω σε ένα συγκρότημα άγνωστο για την Ελλάδα τουλάχιστον, κάποιος έπρεπε να σου μιλήσει γι'αυτό, να σε μυήσει. Αυτό ακριβώς συνέβη σε μένα τότε. Ακούγοντας συνεχώς και χωρίς να αποκλείω τα μουσικά είδη, κατά τις δεκαετίες '80 και '90 είχα αποκτήσει αρκετό μουσικό πλούτο, έχοντας ακούσει αρκετή μουσική από διάφορα είδη, όμως η μουσική του '60 και ιδιαίτερα του δεύτερου μισού μέχρι το 1970, συνεχίζει να με τραβάει περισσότερο, ακόμα και σήμερα. Κάποιοι όπως ο Syd Barrett, ο Nick Drake, ο Tim Buckley, ο αγαπημένος μου Arthur Lee με τους Love. Οι Wilde Flowers και η λατρεμένη πρώιμη Canterbury σκηνή με τους Soft Machine και τους Caravan.

Quicksilver Messenger Service - Words Can't Say

Βέβαια το ραδιόφωνο πάντοτε έπαιζε και εξακολουθεί ακριβώς και σήμερα να παίζει τα διαχρονικά θρυλικά κομμάτια των γνωστών κορυφαίων συγκροτημάτων. Η απόφαση να παίξει στο ραδιόφωνο ένας δίσκος, αλλά και το "σπρώξιμο" του δίσκου σίγουρα δεν ήταν πάντοτε και ίσως όχι συχνά συνυφασμένη με την ποιότητα της μουσικής του. Υπό αυτό το πρίσμα, σαφώς δεν είχες καμία τύχη να ακούσεις για παράδειγμα kaleidoscope, Dino Valenti, Beau Brummels, Fred Neil ή τους the Pretty ThingsΉ για παράδειγμα έφταναν στο ράδιο μόνο τα hit, από μουσικούς τεραστίων δυνατοτήτων και επιτυχιών, όπως για παράδειγμα ο Arthur Brown και το "Fire". Ήταν επομένως πολύ συχνό το φαινόμενο ακόμα και οι πιο αφοσιωμένοι ακροατές να μην έχουν ακούσει τα τραγούδια που αγάπησαν, όταν αυτά κυκλοφόρησαν και αυτό όχι λόγω ηλικίας. Αυτή είναι και η αλήθεια γενικότερα, όσον αφορά σε αυτό που λέγεται, ότι χρειάζεται μια ζωή να ερευνάς πάνω στη μουσική για να πιάσεις ότι έχασες, όχι από δική σου υπαιτιότητα. Και για την συντριπτική πλειοψηφία βέβαια δεν φτάνει μια ζωή. Πολλοί είναι βέβαια αυτοί που κατακρίνουν την δεκαετία του '60, ότι απλά είναι μία κενή νοσταλγική εποχή. Η δεκαετία του '60 τέλειωσε και οι επαναστάτες μουσικοί της δεν κατάφεραν να αλλάξουν τον κόσμο. Όμως εδώ ήδη χάνουν σε ένα ουσιαστικότατο σημείο. Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια που έχτισε η μοίρα, πέραν από τους Beatles, τους Kinks, τους Velvet Underground, στους the Pretty Things και στον Fred Neil και ακόμα παρακάτω  στον Randy Holden των Blue Cheer δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για νοσταλγία. Δεν είναι δυνατόν να είσαι νοσταλγός μιας δεκαετίας που στην πραγματικότητα δεν έχεις ακούσει τραγούδια της, ενώ έχουν περάσει 30, 40 ή και 50 χρόνια αφότου γράφτηκαν. 

Quicksilver Messenger Service - All In My Mind

Ας κλείσω όμως την παρένθεση και ας συνεχίσω με τον Chester Powers όπως έλεγαν κατά κόσμον τον Dino Valenti. Όπως έλεγε ο Ben Fong Torres, ένας δημοσιογράφος που το αντικείμενό του ήταν η ροκ μουσική ιστορία, ο Dino Valenti υπήρξε ο "underground Dylan". Ρωτώντας τον όταν εργαζόταν για το Rolling Stone, για τον δίσκο του Dino Valente (1968), ένα καταπληκτικό folk αριστούργημα, το οποίο έκανε πριν σχηματίσει τους Quicksilver Messenger Service και που στην πραγματικότητα δεν πούλησε, για το πως έγραψε τα κομμάτια του άλμπουμ,  ο Dino απάντησε με ένα τρόπο τόσο παράξενο όσο και η στάση της ζωής του γενικότερα: 
"κάθε τραγούδι είναι διαφορετικό, όπως η κάθε μέρα είναι τελείως διαφορετική από την προηγούμενη. Εκεί που κάθεσαι κάτι σε τριβελίζει, σε τριβελίζει και τελικά ακούς ένα ήχο, μια δόνηση, επειδή το ξέρεις ότι αυτό ήρθε στιγμιαία εξαιτίας αυτού που στριφογύριζε στο μυαλό σου. Και είναι ακριβώς μέσα στο μυαλό σου όταν το ακούς. Άλλοτε απαλό, ωραίο, άλλοτε βαρύ, όμως πάντα συγκεκριμένο. Ή διαφορετικά κάθεσαι κάτω και ξεκινάς να παίζεις την κιθάρα σου και όπως παίζεις καμιά φορά ακούς ότι η μουσική έχει λέξεις μέσα της.
Και έτσι ανακαλύπτεις τι λέει το τραγούδι που παίζεις. Άλλες φορές είσαι στενοχωρημένος, απογοητευμένος από κάτι, και γράφεις λέξεις χωρίς να σκέφτεσαι καθόλου τη μουσική. Μετά ακούς τις λέξεις που έγραψες ξανά και ξανά και ακούς τη μουσική τους. Όταν το τραγούδι ξεκινήσει δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο παρά να είσαι κοντά του χωρίς να επεμβαίνεις σε αυτό. Όπως όταν είσαι κοντά σε ένα άγριο άλογο."
O Gary Dunkan που έπαιζε μαζί του στους Quicksilver Messenger Service, αλλά και στο σόλο δίσκο του το 1968, θυμάται ότι ο Dino έγραφε όπως έγραφαν οι Beatles.
Τα τραγούδια του είχαν μεταξύ τους γέφυρες, ήταν δεμένα μεταξύ τους. Και εκπληκτικά γραμμένα. O Dino γνωριζόταν με τον David Crosby των Byrds, στην πραγματικότητα μοιράζονταν ένα ποταμόσπιτο στο San Fransisco. O Gene Clark θυμόταν όταν κάποτε του είχαν πάρει συνέντευξη, ότι όταν οι Byrds αναζητούσαν όνομα για το γκρουπ τους, είχε προτείνει το Birdses βαθιά γοητευμένος από το τραγούδι του Dino "Birdses". Το οποίο έγινε κατόπιν ρετουσαρίσματος ...Byrds.


Dino Valenti-Birdses

Ο Dino δεν πήγε βέβαια ποτέ στους Byrds. Αντί αυτού μαζί με μερικούς μουσικούς από το San Francisco σχημάτισε τους Quicksilver Messenger Service. Ο John Cipollina συστάθηκε και έγινε αποδεκτός από τον Dino αμέσως. Ένας άλλος, ήταν ο φίλος του Dino, David Freiberg, που πριν με τον David Crosby και τον Paul Kantner των Jefferson Airplane, έπαιζαν σε ένα άλλο γκρουπ.
Εδώ μια μνεία πρέπει να γίνει στον Alexander "Skip" Spence, ο οποίος ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα στους Quicksilver Messenger Service σαν κιθαρίστας, όμως πολύ σύντομα αντικαταστάθηκε, γιατί ο Martin Balin ιδιοκτήτης του κλαμπ που εμφανίζονταν οι Quicksilver Messenger Service, ήθελε έναν ντράμερ για το συγκρότημά του, που τότε άνοιγε φτερά και που έμελλε να γίνει η θρυλική μπάντα Jefferson Airplane. Έτσι ο Skip Spence έγινε ο ντράμερ των Jefferson Airplane. Αργότερα θα σχημάτιζε τους Moby Grape, ένα από τα ελάχιστα γκρουπ που όλα τα μέλη του υπήρξαν lead singers.
O Balin που πήρε τον Skip Spence ήρθε σε επαφή με τον Greg Elmore και τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Gary Duncan, για να έρθουν στο γκρουπ του Dino. Τέλος με τον Jim Murray (κιθαρίστα) έκλεισε το αρχικό line-up των Quicksilver Messenger Service.
Όσον αφορά στο όνομα τους, ο John Cipollina θυμάται:
"Ο Freiberg και εγώ γεννηθήκαμε την ίδια μέρα και ο Gary Duncan με τον Greg Elmore γεννήθηκαν και αυτοί την ίδια μέρα, είμαστε όλοι στο ζώδιο Παρθένοι και ο Murray ήταν Δίδυμος. Και η Παρθένος με τους Δίδυμους επηρεάζονται από τον Ερμή. Ένα από τα ονόματα του Ερμή είναι Quicksilver. Ο Ερμής (Quicksilver) είναι ο αγγελιοφόρος των Θεών, και η Παρθένος είναι υπηρέτης τους. Έτσι ο Freiberg είπε "Oh, Quicksilver Messenger Service".
O Dino υπήρξε lead singer των Quicksilver Messenger Service στην χρυσή τους εποχή. Υπήρξε όμως και συνθέτης του ύμνου "Let's get together" που τραγουδήθηκε από τους Kingston Trio το 1964, αλλά το υιοθέτησαν και άλλοι, μεταξύ των οποίων οι Jefferson Airplane, οι H.P. Lovecraft και οι Youngbloods. Ήταν τότε που πούλησε τα δικαιώματα του τραγουδιού για να πληρώσει δικηγόρους και έξοδα σε υπόθεση ναρκωτικών που είχε μπλεχτεί.


Dino Valenti-Let's Get Together


Οι Quicksilver Messenger Service λοιπόν ξεκινούν μόνοι για τα πρώτα τους δύο χρόνια, χωρίς τον Dino και φτιάχνουν τους δύο στουντιακούς δίσκους τους. Υπέροχοι δίσκοι με απίστευτα όμορφα κομμάτια. Στον πρώτο/ντεμπούτο άλμπουμ υπάρχει και το τραγούδι του Valenti "Dino's Song".


Quicksilver Messenger Service-Quicksilver Messenger Service (1968)

Quicksilver Messenger Service-Dino's Song




Quicksilver Messenger Service-Shady Grove (1969)


Quicksilver Messenger Service-Flute Song (r.i.p.)


Όμως όταν ο Dino Valenti ξαναμπαίνει στο γκρουπ το 1970, οι δύο επόμενοι δίσκοι που κυκλοφορούν το 1970 (Just For Love και What About Me), είναι σαν να γράφτηκαν από θεϊκό χέρι. Τα folk στοιχεία του Valenti αναμιγνύονται με τη μοναδική χροιά της κιθάρας του μοναδικού John Cipollina, αλλά και με το μαγικό παίξιμο από τον εκπληκτικό και για πολλούς καλύτερο πιανίστα/keyboard player της εποχής Nicky Hopkins (που είχε πάει στο μεταξύ στο γκρουπ), με αποτέλεσμα εντελώς ....καθηλωτικό. Ο Dino υπογράφει στα τραγούδια με το ψευδώνυμο Jesse Oris Farrow. Τα περισσότερα κομμάτια είναι δική του πέννα και στους δύο δίσκους.


Quicksilver Messenger Service-Just For Love (1970)

Quicksilver Messenger Service-Just For Love

Quicksilver Messenger Service-What About Me (1970)


Quicksilver Messenger Service-Long Haired Lady



Στους αμέσως επόμενους δύο δίσκους απουσιάζει ο John Cipollina, όμως επιστρέφει στον τελευταίο Solid Silver, ο οποίος είναι επίσης ένας θαυμάσιος δίσκος. 


Quicksilver Messenger Service-Quicksilver (1971)


Quicksilver Messenger Service-Don't Cry My Lady Love


Quicksilver Messenger Service-Comin' Thru (1972)


Quicksilver Messenger Service-Don't Lose It


Quicksilver Messenger Service-Solid Silver (1975)


Quicksilver Messenger Service-Cowboy On the Run/Flames

Μέχρι το 1980 δεν ξανακάνουν τίποτα άλλο, απλά ο Dino εμφανίζεται live κάποιες φορές ώσπου στα τέλη του '80 διαγιγνώσκεται με όγκο στον εγκέφαλο. Εγχειρίζεται και ζει με ενδιάμεσα κενά στη μνήμη του, ενώ εξακολουθεί να γράφει τα αγαπημένα του τραγούδια, μέχρι το 1994, που πεθαίνει ξαφνικά στο σπίτι του στη Santa Rosa της California. Πίσω μένουν οι υιοί του Joli και Sterling καθώς και η μικρότερη αδελφή του Katherine (Kay). 


Το site της αδελφής του Kay με πλούσιο υλικό βρίσκεται εδώ: http://www.dinovalenti.com/



"When times get bad
The world goes upside down
I will be the one
To come when you call me..."


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης