Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Lee Hazlewood. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Lee Hazlewood. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018



LEE HAZLEWOOD


"Poet, Fool or Bum?"



Αυτό ήταν το ερώτημα που ο Lee Hazlewood πόζαρε στο άλμπουμ του το 1973. Η New Musical Express απάντησε στην ερώτηση με κριτική μιας λέξης, παρμένης από τον τίτλο και με πολλά υπονοούμενα: "Bum"(Αλήτης). Για ένα αυξανόμενο κοινό ακροατών, η απάντηση δεν είναι έτσι εύκολη. Πως μπορείς να δικάσεις έναν άντρα που ακούγεται σαν τον Johnny Cash μάλλον έχοντας κάνει γαργάρες με ξυριστικές λεπίδες; Ποιός δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι ένας ακόμα γλυκανάλατος τραγουδιστής του Nashville  ή ένας μελαγχολικός απομονωμένος Leonard Cohen? Ποιός βίωσε τεράστια εμπορική επιτυχία με την παραγωγή σε ποπ σταρς όπως η Nancy Sinatra και o Duane Eddy, αλλά τακτικά έβγαζε εκκεντρικά σόλο άλμπουμ που θα μπορούσαν να προσελκύσουν μόνο τον πιο στενό κύκλο ακροατών; Ποιός επένδυσε ένα σημαντικό μέρος χρόνου και προσπάθειας στα sessions για την παραγωγή σε άλλους, αλλά έμοιαζε να κάνει πολλούς δικούς του δίσκους σαν να έκανε αγώνα ταχύτητας με το ρολόι του στούντιο; Ποιανού το όνομα μπήκε στα chart δημιουργώντας παράταιρο ζευγάρι με την κόρη του πιο φημισμένου Αμερικανού ποπ τραγουδιστή του εικοστού αιώνα;

Nancy Sinatra & Lee Hazlewood - Summer Wine




Κανείς δεν είναι σίγουρος, εάν ο Hazlewood προσπαθούσε να κάνει βαρυσήμαντες δηλώσεις ή κατασκεύαζε κάτι μεγάλο μέσα στο συμπαντικό αστείο. Ίσως ο Lee να μην ήταν κι αυτός ο ίδιος σίγουρος. Ο Hazlewood αρνείται να ξεκαθαρίσει το μυστήριο, αποφεύγοντας τα μέσα όπως ένας ασθενής το επόμενο ραντεβού του στον οδοντίατρο. Θα πρέπει να κατέχει τον τίτλο του πιο "γλυστερού" χελιού, μιας και ο τόπος που μπορεί να βρισκόταν δεν μπορούσε να διασταυρωθεί. Ήταν στην Σουηδία. Ήταν στην Ισπανία. Ήταν στο Λας Βέγκας? Ή μάλλον όχι. Αλλά ναι ήταν στην Αμερική. Που όμως; Κανείς δεν γνωρίζει. Ακόμα και οι συνεργάτες του φαίνονται ανίκανοι να δώσουν παγιωμένη εικόνα στο συγγραφικό του έργο και γενικότερα στην κοσμοθεωρία του. Τι είχε στο μυαλό του όταν έγραφε τραγούδια για βελούδινα πρωινά και μυστηριώδεις γυναικείες υπάρξεις με το όνομα Φαίδρα; Κανείς δεν θα μπορούσε να μας πει. Ήταν τόσο παράξενος σαν τύπος για να δουλέψεις μαζί του όπως οι φήμες λένε; Ε ναι (δεν ακολουθεί επεξήγηση). "Δεν με εκπλήσσει καθόλου" λέει ο Billy Strange, ό οποίος συνεργάστηκε εκτενώς μαζί του τη δεκαετία του '60. "Ξεγλύστραγε ακόμα και όταν δουλεύαμε μαζί στο Χόλιγουντ τότε. Υπάρχουν πράγματα στο μυαλό του, που κανένας άλλος δεν γνωρίζει". Ο Hazlewood είναι περισσότερο αναγνωρίσιμος/περιβόητος για τις ηχογραφήσεις του από το '60, αλλά και στις αρχές του '70, όπως επίσης για τα χιτ που έγραψε και έκανε παραγωγή στην Nancy Sinatra, μεταξύ 1966 και 1968. (Η δισκογραφική του LHI επίσης κυκλοφόρησε τα σόλο άλμπουμ των International Submarine Band, το πρώτο country-rock γκρουπ του Gram Parsons και πιθανώς το πρώτο ολοκληρωμένο country-rock άλμπουμ). Ωστόσο, υπήρξε ενεργός στην μουσική βιομηχανία μέχρι τα μέσα του '50, όταν υπήρξε country DJ στο Φοίνιξ της Αριζόνα, μετακινούμενος στην παραγωγή με ένα country/style ροκαμπίλι  του Sanford Clark το "Fool, Fool, Fool" τo 1956. Άφησε το πρώτο πραγματικό σημάδι του με μια σειρά ορχηστρικά με τον κιθαρίστα Duane Eddy, ο οποίος εισήγαγε την επαναστατική προσέγγιση στο παίξιμο της κιθάρας με δυνατή αντήχηση σε κομμάτια όπως το "Rebel Rouser". "Υπήρχε ένας πιανίστας ο Eddie Duchin από την Νέα Υόρκη" θυμάται ο Al Casey, που έπαιξε σε πολλές παραγωγές του Hazlewood το '50 και το '60. "Θα έπαιζε την μελωδία στο πιάνο, πάντα πραγματικά σιγά, πράγμα ασυνήθιστο. Ο Lee ζήτησε στον Duane εάν μπορούσε να το κάνει αυτό με την κιθάρα του. Μετά δούλεψαν το τρέμολο στην κιθάρα και στο στούντιο και όλα αυτά και αυτό ήταν". Ήταν ένας συμπαγής "χαμηλός", γρυλίζων ήχος κιθάρας, που ουσιαστικά θα παρουσίαζε όλα τα χιτ του Eddy, μέχρι που η "κούρσα" τελικά σταμάτησε στις αρχές του '60, αν και ο Lee θα συνέχιζε να προσθέτει τέτοιους "χαμηλούς" ήχους κιθάρας σε πολλές επόμενες παραγωγές του. Μέχρι το 1960 ο Hazlewood είχε πάει στο Χόλιγουντ, όπου απασχολήθηκε κάνοντας παραγωγές, γράφοντας τραγούδια, βοηθώντας μικρές δισκογραφικές, ηχογραφώντας ως μέλος ενός folk γκρουπ που λέγονταν Shacklefords και έκανε τους δικούς του country-folk-pop-rock δίσκους. Έκανε μερικά ποπ χιτ κάνοντας παραγωγή και γράφοντας μερικό υλικό για τους Dino, Desi & Billy, που παρουσίαζε τους νεαρούς υιούς των Dean Martin και Desi Arnaz. Δεν ήταν μόνο για ένα τραγούδι που θα έμενε η ανάμνηση του Hazlewood σήμερα, αλλά και για τέτοιες μικρές επιτυχίες. Στα μέσα του '60, ο Lee άρχισε να δουλεύει με την κόρη του Frank Sinatra, Nancy, που ήταν έτοιμη να "πέσει" από την δισκογραφική του ίδιου του πατέρα της μετά από μια σειρά αποτυχιών. Η Nancy συνάντησε ένα demo από ένα τραγούδι του Lee το "These Boots Are Made for Walking", που ήθελε να το κάνει το επόμενό της single. Ο Lee διαφώνησε λέγοντας ότι θα έπρεπε να τραγουδηθεί από άντρα και όχι γυναίκα. H Sinatra τράβηξε το δρόμο της ερμηνεύοντάς το σε πολύ χαμηλότερο τόνο από ότι συνήθως έκανε. Το φημισμένο quarter-tone (διαστήματα μικρότερα του ημιτονίου) στο μπάσο, η ποικιλία στον ήχο που είχε εκπονήσει για τον Duane Eddy, ήταν ένα μεγάλο μέρος της γοητείας του δίσκου. Ζωηρές go-go τρομπέτες επίσης βοήθησαν το single στην πορεία του για νο1 και αυτό ήταν η καθιέρωση της συνεργασίας, από την οποία ο Lee θα έγραφε και θα έκανε παραγωγή τα περισσότερα single της Nancy.

Lee Hazlewood & Nancy Sinatra - These Boots Are Made For Walking



"Στην Νancy ηχογράφηση έκαναν άνθρωποι σαν τον Jimmy Bowen" επισημαίνει ο Billy Strange που συνεισέφερε ως συνθέτης στους δίσκους της. "Αλλά όλοι ήταν στο ίδιο μοτίβο με έγχορδα και κόρνες. Αυτό που πιστεύω έκανε τους συγκεκριμένους δίσκους, που κάναμε μαζί με τον Lee, μοναδικούς για την Nancy, ήταν η μάλλον country προσέγγιση πράγμα που κανείς δεν επεδίωξε ποτέ. Και για να το σώσουμε από το να είναι τελείως "κιτς" προσθέσαμε μερικές κόρνες. Εκεί ήταν η κόρη του διάσημου ποπ τραγουδιστή και στην πραγματικότητα δεν ήταν ούτε ποπ, ούτε country η ίδια. Επίσης πιστεύω ότι το "Boots" εκκεντρικό κομμάτι ον, ήταν μόλις το κερασάκι στην τούρτα". Ο Hazlewood και η Sinatra ήταν δύο πολύ διαφορετικά ταλέντα που ωστόσο χρειάζονταν ο ένας τον άλλο για να προκαλέσουν ενθουσιασμό στο κοινό. O Hazlewood είχε τα τραγούδια, το δαιμόνιο της παραγωγής, καθώς και το προνόμιο να έχει την αφρόκρεμα των session μουσικών, όπως ο κιθαρίστας James Burton, ο Glen Campbell και ο ντράμερ Hal Blaine. Η ιδιαίτερη με χροιά γυαλόχαρτου φωνή του Lee δεν θα μπορούσε ποτέ να προσελκύσει ευρύ κοινό. Η Sinatra με την γατίσια ματιά όμως, θα το έκανε με ευκολία και με τρόπο, ώστε να αγνοηθεί η περιστασιακή παράξενη λυρική εναλλαγή. Και μερικά από τα τραγούδια ήταν παράξενα, αν και οι ανατρεπτικές τους δομές υποτιμήθηκαν από τους εμπειρογνόμωνες της rock, σε μια περίοδο που το Sgt. Pepper, οι Doors, και ο Jimmy Hendrix άφηναν με το στόμα ανοιχτό τον κόσμο δεξιά-αριστερά. Το "These Boots Are Made for Walking" είχε μερικά σαδιστικά υπονοούμενα. Το "Friday's Child" και το "Love Eyes" ήταν στενάχωρα, με μπλουζ διάθεση, με καταθλιπτική μυστηριώδη ατμόσφαιρα, εντελώς παράξενο σε σχέση με το image της Nancy. Ο Hazlewood θα έκανε την αντίθεση στον επιδέξιο επαγγελματισμό-αλά Tijuana Brass-της τρομπέτας και των εγχόρδων, με τις fuzz κιθάρες και τις πινελιές που έμοιαζαν τόσο ανεπαίσθητα ψυχεδελικές. Πουθενά δεν φαίνεται αυτό καλύτερα από το "Lightning's Girl", ένα χιτ του 1967, που συνδύασε το riff fuzz κιθάρας με βιαίως ανερχόμενα βιολιά, που ήταν τόσο παράφωνα όσο το ορχηστρικό κρεσέντο στο "A Day in the Life" των Beatles και υπογραμμισμένο από την πιο "κακιασμένη" φωνή της Nancy Sinatra.

Nancy Sinatra - Lightning's Girl




Nancy & Lee ‎– Nancy & Lee (Reprise Records ‎– RS 6273) 1968
Ακόμα πιο κάτω από όλα αυτά, ήταν η μπαλάντα ενός καουμπόυ με χορωδία με προσποιητά συναισθηματικά φωνητικά για έμφαση. Λίγοι παραγωγοί και συγγραφείς τραγουδιών κατάφεραν να συνδυάσουν τόσα διαφορετικά στοιχεία και να μπουν στο top 40. Όμως επειδή ο Hazlewood ήταν πολύ πιο pop προσανατολισμένος από τους αναδυόμενους ψυχεδελικούς rock σταρς, δεν θεωρήθηκε μέσα σε αυτό τον χώρο, τον καιρό της αίγλης του. O Hazlewood κράτησε τις πιο παράξενες παραγωγές του με την Nancy ωστόσο, για μια σειρά που έκαναν σαν ντουέτο που αντιστάθμισε την υψηλή κοριτσίστικη φωνή της Sinatra με τα ιδιαίτερα χαμηλά εκτός τόνου μουγκρητά του ίδιου. Ήταν ένα ντουέτο της pop, όμως είχαν μια σειρά από χιτ με μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες, μυστηριώδεις συνθέσεις του Hazlewood, συνήθως να καυχιώνται αξέχαστες μελωδίες σε χαμηλή κλίμακα. Το "Sand" επισημάνθηκε ως η εφαπτομένη του Hazlewood στην ψυχεδέλεια, με μια εκκεντρική ηλεκτρική κιθάρα που ήταν απίστευτη ακόμα για τα στάνταρ του 1968.




Lee Hazlewood & Nancy Sinatra - Sand




"Το "Sand" ήταν το "Norwegian Wood" (Beatles) του Lee", είχε πει η Sinatra στον Al Quaglieri (παραγωγός και μηχανικός) σε μια συνέντευξη που επανεκτυπώθηκε στις σημειώσεις του CD της Sundazed (reissue) του LP της How Does That Grab You?. "Ένα τρέχων θέμα στα τραγούδια του ήταν το νέο κορίτσι με τον μεγαλύτερο άντρα. Αυτό ήταν η φαντασία του και το αιχμαλώτιζε όμορφα στο τραγούδι. Αλλά πρέπει να θυμάσαι ότι ήδη είχε κάνει αυτά τα τραγούδια. Εγώ ήμουν η δεύτερη γυναίκα που τα τραγούδησα. Η Suzi Jane Hokom ήταν η πρώτη. Οι ερμηνείες της Suzi ήταν καλές αλλά διαφορετικές. Με εμένα πήρε το μικρό κορίτσι το έβαλε με τις ενήλικες ιδέες και κάτι πολύ ενδιαφέρον συνέβη".
Το απόγειο της συνεργασίας τους ωστόσο, και πιθανώς το απόγειο της καριέρας του Hazlewood ήταν το "Some Velvet Morning", ένας δυνατός υποψήφιος για το πιο παράξενο κομμάτι που μπήκε ποτέ στο top 40. 
Όμορφα λυπητερά βιολιά, συστήνουν απανωτά riff πάνω στα οποία ο Hazlewood τραγουδάει για κάποιο βελούδινο πρωινό, όταν θα είναι "καθαρός" και ανοίξει τις πύλες κάποιου, προς ένα είδος παράδεισου. 
Παραισθήσεις από ναρκωτικά; Καθώς ζυγίζουμε αυτή την πιθανότητα, η Nancy παρεμβαίνει με την δική της πιο μελωδική και χαρούμενη φωνή, τραγουδώντας αγγελικά για λουλούδια και νάρκισσους και μετά ξαφνικά είμαστε πίσω στον Lee που αναμασά για μια αποκρυφιστική δύναμη που δίνει ζωή και την λένε Φαίδρα. 
H Nancy και ο Lee θα τραγουδάνε στο τέλος δύο εντελώς διαφορετικά τραγούδια, που συγχωνεύονται σε μία απλή ανεξιχνίαστη μελωδία τόσο υπνωτική όσο κάθε "ταξίδι".






Nancy Sinatra & Lee Hazlewood - Some Velvet Morning




Η συνεργασία Hazlewood-Sinatra στα τέλη του '60, είναι η πιο προσιτή δουλειά του Lee και δικαίως η πιο φημισμένη. Ακόμα οι λάτρεις του Hazlewood δεν σταματούν εδώ. Είτε λόγω τύχης, είτε λόγω επιμονής ή λόγω της ελευθερίας που έρχεται όταν κάνεις παραγωγή μαζικά σε επιτυχημένα χιτ single, o Hazlewood ηχογράφησε μια σειρά από παράξενα άλμπουμ για αρκετές διαφορετικές εταιρείες, που δεν θα μπορούσαν να πουλήσουν επιτυχώς το '60. Υπήρχε βεβαίως το θέμα της φωνής του Lee, που αγνοούσε τις πιο συμβατικές αντιλήψεις στο να κρατήσει ένα τόνο. Αυτό βέβαια έκανε και ο Bob Dylan, αλλά αυτός στόχευε ένα συγκεκριμένο αποξενωμένο νεανικό κοινό, με τα σουρεαλιστικά του ποιήματα. Τα τραγούδια του Hazlewood στις περισσότερες εμφανίσεις του ήταν τόσο τρελά όσο και η φωνή του. Υπάρχει το The N.S.V.I.P.'s (Not So Very Important People) που διασπείρει τους μακροσκελείς μονολόγους του Lee με folk μελωδίες, οι οποίες καταφέρνουν να κάνουν τα τραγούδια πολιτικά, χωρίς να συμπεραίνεται καμία πολιτική άποψη, όπως το "Have You Made Any Bombs Today".

Lee Hazlewood - I'm Gonna Fly




Το There's Trouble Is a Lonesome Town ένα concept άλμπουμ με τραγούδια για μια παραλίγο πόλη του Ουέστ ονόματι "Trouble", που ενώνονται μεταξύ τους με μακροσκελείς μονολόγους. Κάτι σαν να ακούς Johnny Cash (που ηχογραφούσε concept άλμπουμ για τρένα και φυλακές) χωρίς ανάλογο ταλέντο.
Lee Hazlewood - Trouble Is a Lonesome Town



Στο Love and Other Crimes o Hazlewood ακούγεται σαν τον Cash επίσης.

Lee Hazlewood - My Autumn's Done Come



To καλύτερό του άλμπουμ θα πρέπει να είναι το Lee Hazlewoodism: Its Cause and Cure που περιέχει δέκα συμπαγείς μελοδραματικές folk-pop μελωδίες. Κάθε επιτυχία στο να παρουσιάσει ένα ισορροπημένο άτομο καταστρέφεται στις σημειώσεις του ιδίου "Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν ένα μικρό μέρος χρημάτων που δίνει από τον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι την έρευνα για το ήπαρ, στα ...στυλό, τι ευτυχισμένος κόσμος θα είμασταν". Ενώ στο κάτω μέρος του εσωτερικού του δίσκου του ανακοινώνει με κεφαλαία γράμματα: "THE CURE: BUY THE DAMN ALBUM".

Lee Hazlewood - Jose



Στα περισσότερα άλμπουμ του στην πραγματικότητα  οι ασυνάρτητες σημειώσεις έδιναν την εντύπωση ότι οι δίσκοι ήταν αυθόρμητα ανέκδοτα για λίγους, παρά σοβαρές προτάσεις. "Δεν νομίζω να τον ένοιαζε ποτέ αν τα άλμπουμ αυτά ήταν χιτ για να σας πω την αλήθεια" σχολιάζει ο Al Casey. "Νομίζω ότι ήταν ένας τρόπος μόνο για να κάνει αυτό που ήθελε να κάνει. Μερικά από αυτά τα τραγούδια είναι πράγματι πολύ ωραία αλλά όχι και εμπορικά. Νομίζω ότι απλά ήθελε να τα βάλει εκεί ώστε να δείξει στον κόσμο τις δυνατότητές του". Ήταν αυτός ο σαρδόνιος τρόπος που τραγούδαγε σκόπιμος; "Ο Lee πάντα με αυτόν τον τρόπο τραγούδαγε" απαντά ο Casey, που θα γνώριζε αφού είχε δουλέψει μαζί του από το '50 και παρουσίασε τον Hazlewood σαν guest τραγουδιστή στο σόλο άλμπουμ του. "Τα πρώτα τραγούδια που άκουσα από αυτόν ήταν τόσο απλά, βασικά country τραγούδια. Μετά φαίνεται μπήκε στην προσέγγιση του να γράφει τραγούδια και άρχισε να γράφει χρησιμοποιώντας βαθύτερες έννοιες". "Νομίζω ότι δεν ήθελε τίποτα άλλο παρά να δείχνει διαφορετικός". λέει ο Billy Strange που συνέθεσε κάποιο από το υλικό των σόλο άλμπουμ του Hazlewood. "Ήταν ένα παιδί της country και αυτός ήταν ο τρόπος που έγραφε". Ήταν μιμητής του Johnny Cash ή/και τον σατύριζε; "Δεν γνωρίζω να προσπαθούσε να αντιγράψει οποιονδήποτε στο βαθμό του γραψίματος ή/και των εμφανίσεών του. Απλώς έκανε τα δικά του πράγματα". Το στυλ του Johnny Cash εξαφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα άλμπουμ στην αρχή του 1970. Το Forty και το Poet, Fool or Bum ήταν κάπως πιο σοβαρές προσπάθειες να εδραιωθεί ως τραγουδιστής/τραγουδοποιός, αν και η μίξη Middle of the road (MOR) pop και εκκεντρικών στίχων απέκλειε τον Lee από τους mainstream καλλιτέχνες. Το Forty ένας κύκλος τραγουδιών για την μέση ηλικία ήταν το πιο αποτελεσματικό αν και δεν περιείχε original του Hazlewood.

Lee Hazlewood - Paris Bells



 Το Poet ήταν ευκολοάκουστο όσο και ο Leonard Cohen, στην πραγματικότητα ο Lee διασκεύασε ένα τραγούδι του Leonard Cohen, όπως επίσης κι ένα του άγνωστου τότε Tom Waits.

Lee Hazlewood - Friday's Child



Ακόμα αρχές του '70 έμοιαζε αποφασισμένος να παίξει τον πιο αστείο ρόλο του σαν εικόνα στο άλμπουμ που έβγαλε κάνοντας ντουέτο με την Ann-Margret, το Cowboy & the Lady. Το εσωτερικό του άλμπουμ έδειχνε την Ann-Margret καθισμένη γυμνή, με καπέλο και μπότες και με μια ομπρέλα να καλύπτει τα επίμαχα σημεία της, ενώ ο Lee στέκεται δίπλα της όρθιος φορώντας μόνο μπότες, μια μπαντάνα και μια ζώνη με θήκη όπλου που κρέμεται ακριβώς εκεί που φανταστήκατε.

Lee Hazlewood & Ann Margret - Sleep in the Grass




Ο Hazlewood πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της προ του '70 καριέρας του ζώντας στην Ευρώπη, κάνοντας σποραδικά ηχογραφήσεις, που από λίγους έχουν ακουστεί. Συμμετείχε στα μέσα του '90 στην περιοδεία της Nancy Sinatra αλλά αρνήθηκε αποφασιστικά να δώσει συνέντευξη. Είναι δύσκολο να εξακριβώσει κανείς εάν είχε συναίσθηση του αναπτυσσόμενου κοινού από underground τύπους, που προσέλκυε με την ασυμβίβαστη φύση του, αλλά και με την γενικότερη παραξενιά του, που τον έκανε να ταιριάζει στη αναπτυσσόμενη "Incredibly Strange Music" τόσο καλά. Τόσο νωρίς όσο τα μέσα της δεκαετίας του '80 προσέλκυσε τόσο απίθανο κοινό, όπως η ντίβα του punk Lydia Lunch, που διασκεύασε το "Some Velvet Morning" κάνοντας ντουέτο με τον Αυστραλό post-punk Roland Howard (Birthday Party) και όπως οι Sonic Youth. Ναι, το 1986 η Kim Gordon περιέγραψε τον Hazlewood στο  Option σαν "ιδιοφυία. Ένας από τους πιο επιδραστικούς τραγουδοποιούς που έβγαλε η Αμερική". Επεκτεινόμενος ο σύζυγος της και συνάδελφος στους Sonic Youth, Thurston Moore, λέει "Ο Lee φορούσε όλο μαύρα, σαν καουμπόυ, τραγουδούσε τραγούδια όπως το "Jackson" που χρησιμοποιούσε κλισέ, αλλά ήταν αλήθεια διεστραμμένα. Νομίζω ότι ο Nick Cave δανείστηκε πολλά από τον Lee Hazlewood. Δεν μπορώ να πω αν ήταν ένας λάθος καουμπόυ ή ένα είδος τραγουδοποιού του Hollywood".

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

"Trouble is little and it’s lonesome, you won’t find it on any map, but you can take three steps in any direction and you’re there.” έλεγε ο Lee στο τραγούδι του. O Lee Hazlewood επέμενε ότι το να είσαι μουσικός είναι επάγγελμα και όχι τέχνη. Όμως η αληθινή του ιστορία ήταν πιο πλούσια, πιο σκοτεινή και πολύ πιο περίπλοκη.  Τρελός, μυστικιστής, πλακατζής, αλήτης ή μεγάλη προσωπικότητα; Τίποτα από όλα αυτά και όλα αυτά μαζί.




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019



ARTHUR



Slip Into a Dream With...Arthur




Ο τραγουδοποιός και τραγουδιστής Arthur Lee Harper ήταν ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος που στα τέλη της δεκαετίας του '60 έγραψε και τραγούδησε εύθραυστα, μελαγχολικά τραγούδια που απέπνεαν αβεβαιότητα, περιθωριοποίηση και αυτολύπηση. Ήταν ένας ειρηνιστής, ένας ονειροπόλος που πίστευε ότι η ειρήνη, ο έρωτας και η αρμονική συμβίωση των λαών μπορούσαν να επιτευχθούν με λίγες νότες και λίγες λέξεις, όπως τόσοι άλλοι καλλιτέχνες πίστευαν εκείνη την περίοδο, όπως και σε κάθε περίοδο, κάθε φορά που υπάρχει ένταση στον κόσμο.

 Winter Time (1968)








Dreams & Images (LHI S 12000) 3/68





Το ντεμπούτο άλμπουμ του αποπνέει αυτή την κατάσταση του πνεύματος. Οι λέξεις του τρακ "Sunshine Soldier", προδίδουν ότι η προσωπικότητα που κρύβεται πίσω από την γραφή αυτή είναι πολύ γλυκιά. Αφήνει στους άλλους, ειδικά στον αγαπημένο session μουσικό του Lee Hazlewood, Don Randi, την φροντίδα για τον μπαρόκ μυστικισμό, το μεγαλείο και την λεπτότητα της δουλειάς του. Μερικές φορές έγχορδα ("Blue Museum", "Children Once Were You"), μερικές φορές όργανο και harpsichord (" Open Up The Door"), μερικές μία μεσαιωνική ατμόσφαιρα ("Dreams and Images").

Dreams and Images (1968)





Ο Arthur ήταν τόσο αγαπητός στον παραγωγό του Lee Hazlewood, που ο τελευταίος δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να γράψει ένα ποίημα και να το βάλει στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ.
"Arthur" ξεκινάει, "a tear looking for a thirsty eye...a mind that listen to pictures...a man who will someday be a child again..."

Blue Museum (1968)







Ίσως η τελευταία πρόταση χωρίς πρόθεση να γράφτηκε ανάποδα. Κρίνοντας όταν τον ακούσεις να τραγουδάει τα μικρά κομμάτια του αναρωτιέσαι αν θα μπορούσε αυτό το αγόρι να είναι ο χαμένος γιός του Rod McKuen.

A Friend of Mine (1968)







Η φωνή του μάλλον πρέπει να έχει διατηρηθεί ίδια από όταν ήταν έφηβος. Από την άλλη μεριά ισχυρίζεται ότι είναι τρελά ερωτευμένος με ένα κορίτσι που λέγεται "Valentine Gray" και ένα από τα τραγούδια του λέγεται "Living Circa 1920".

Sunshine Soldier (1968)







Ένα ασυνήθιστο σετ από ευγενικές μπαλάντες με Αγγλικό ήχο, με περίτεχνες συνθέσεις, ενσωματωμένα έγχορδα, άρπα, χάλκινα, φλάουτο και πιό πολλά. Δεν είναι τόσο ευφάνταστο ή μελωδικό όπως του Donovan και ούτε τόσο απόκοσμο, αλλά εξάγει μία σίγουρη γοητεία.

Children Once Were You (1968)







Τα δέκα τραγούδια είναι παρόμοια σε τέμπο και διάθεση, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται μερικά παιξίματα ώστε να ξεδιπλωθεί η μελαγχολική γοητεία του. Ύστερα από αυτό ο Arthur έκανε περαιτέρω ηχογραφήσεις ως Arthur Lee Harper.

Love Is the Revolution (Nocturne NRS 905) 1969




Δυστυχώς λόγω έλλειψης προώθησης του άλμπουμ από την εταιρεία το Dreams and Images λίγη απήχηση είχε και μετά από την εξίσου λίγη απήχηση (για τους ίδιους λόγους) του follow-up άλμπουμ του Love Is the Revolution, το οποίο είχε καλές δόσεις rock μέσα του, ο Harper είχε ένα ατράνταχτο επιχείρημα να σταματήσει να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να γίνει ένας σταρ του Χόλυγουντ. Τα μάζεψε λοιπόν και επέστρεψε στην Φλόριδα. Εκεί έγινε μηχανικός πυραύλων και δάσκαλος.

Flowers After Childhood (1969)





Αργότερα σε μία συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι συνέχισε να γράφει, να παίζει και να ηχογραφεί μουσική με φίλους και ότι η μουσική παρέμεινε μία σημαντική πτυχή της ζωής του.

I / Soldier / Time Love (1969)





Το πάνθεον των καλλιτεχνών που έχουν γίνει γνωστοί με το μικρό τους όνομα είναι γεμάτο superstars. Ε, ο Arthur δεν είναι ένας από αυτούς. Το ευγενικό του προφίλ, το ταλέντο του στην γραφή και η ξέπνοη, πλημμυρισμένη στα έγχορδα, psych-folk που έβγαλε, προφανώς δεν έγινε ποτέ για μαζική κατανάλωση.
Αυτό ήταν το σύντομο πέρασμα του Arthur στην μουσική σκηνή εκείνης της εποχής, που δεν είδε τα άλμπουμ του να παίρνουν όσα τους άξιζαν, κυκλοφορώντας όταν ήδη οι χίπυς κρεμούσαν τις κιθάρες τους, πέταγαν τα καφτάνια κι άρχιζαν να βάζουν αρώματα.

Light Up Your Man (1969)





Τον Ιανουάριο του 2002, η σύζυγός του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και σε μία τραγική και απροσδόκητη σύμπτωση, ο Arthur Lee Harper πέθανε την ίδια ακριβώς νύχτα από έμφραγμα.

Hymn (1969)




Τα δύο άλμπουμ του επανεκδόθηκαν ως μονό CD σε μία μικρή δισκογραφική, ενώ μία δεύτερη επανέκδοση περίμενε μόνο το Dreams & Images το 2015 στην Light in the Attic.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018




SYD BARRETT


Mad Geniuses



ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Ίσως κανένας cult rocker δεν ενέπνευσε μεγαλύτερη λατρεία ή αφοσίωση, όσο αυτοί που πέθαναν νέοι, αυτοί που έχασαν τα λογικά τους ή αυτοί που απέφυγαν την δημοσιότητα με τόσο ένθερμο πάθος που έφτανε να συνορεύει με την εμμονή. Ένα μεγάλο μέρος αυτού έχει να κάνει απολύτως με το μυστήριο που περιβάλει τις καταστάσεις των καλλιτεχνών. Επειδή δε, οι καλλιτέχνες έχουν πεθάνει, δεν μιλάνε στα μίντια ή απλά δεν είναι ικανοί να εκφραστούν κατανοητά σε ένα περιβάλον συνέντευξης, εγείρεται ένας διαρκής θόρυβος από φήμες μερικές φορές αληθινές, αλλά τις περισσότερες φορές λανθασμένες που εισάγουν τις φιγούρες τους σε ένα φαύλο κύκλο, που το μόνο που εξυπηρετεί είναι να ενισχύει το πέπλο του μυστηρίου που τους περιβάλει. Αυτοί οι καλλιτέχνες ήταν πάντα οι πιό ενδιαφέρουσες και οι πιό πολύπλοκες περιπτώσεις για να ερευνήσει κάποιος. Σε απουσία προσωπικής πρόσβασης με τους περισσότερους οι ερευνητές έπρεπε να μιλάνε με ανθρώπους που τους ήξεραν καλά και δούλεψαν μαζί τους πολύ στενά. Αυτή η προσέγγιση αναπόφευκτα οδηγεί κατά ένα μεγάλο μέρος σε εικασίες. Έχουμε αναφερθεί από αυτό το blog στον Nick Drake, τον Roky Erickson, τoν Skip Spence, τον Lee Hazlewood. Αυτοί και άλλοι μουσικοί που ακολουθούν ήταν/είναι τόσο αινιγματικοί χαρακτήρες, που ακόμα και αυτοί που συνεργάστηκαν μαζί τους προσωπικά, μόνο να μαντέψουν μπορούν κάποια από τα κίνητρα ή τις εμπνεύσεις τους. Είναι όμως το λιγότερο πιό δίκαιο για τους καλλιτέχνες που έχουμε αναφερθεί ή θα αναφερθούμε στο μέλλον να παίρνουμε κάποιες παρατηρήσεις από ανθρώπους που τους ήξεραν καλά, παρά να συνεχίζουμε να ρίχνουμε λάδι στη φωτιά των φημών με ρηχές "μαντεψιές" εγγυημένες ή όχι. O ανεξιχνίαστος Lee Hazlewood για παράδειγμα δεν είναι μόνο μία τραγική ιστορία ανάμεσα σε αυτές που έχουμε πει ή θα πούμε. Είναι μία από τις τραγικότερες ιστορίες στην ιστορία της rock. Δεν έχει σημασία ποιοί δαίμονες ή χημικά οδήγησαν τον Syd Barrett και τον Skip Spence στην τρέλα και χειρότερα. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πίσω από το προσωπείο της παράνοιας, καρτερεί ένα πολύ ανθρώπινο πρόσωπο η ιστορία του οποίου αξίζει ευαίσθητης εκτίμησης από μία ακόμα και σήμερα αυξανόμενη παρέα οπαδών. Αν δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους σε νορμάλ όρους μιλώντας, έχουμε στο τέλος την μουσική τους, που μεταβιβάζει χαρά και συνδυασμό συναισθημάτων σε εντυπωσιακά ζωηρούς όρους που ελάχιστοι από τους λογικούς ανάμεσά μας μπορούν να ανταγωνιστούν.
Ας περάσουμε στην πιό συναρπαστική cult φιγούρα της rock.

Syd Barrett



Ακόμα έρχονται στο μυαλό μου τα λόγια που κάποτε μου έγραψε διαδικτυακός φίλος: "Μην ασχολείσαι με τον Barrett, γιατί δεν θα είσαι ο εαυτός σου", εννοώντας ότι ξεφεύγω από τις προσωπικές μου πεποιθήσεις, όσον αφορά στο κοινότοπο της περίπτωσης. Πολλοί από κριτικούς και δημοσιογράφους μέχρι καλλιτέχνες και φαν έχουν κατά καιρούς αναλύσει την περίπτωση Barrett. Και έτσι με εμένα ή χωρίς, το ψυχόδραμα της πιό συναρπαστικής cult φιγούρας της rock συνεχίζεται. Το concept θα πρέπει να είναι κάπως έτσι: 'Το 90% του κοινού που γέμιζε στάδια για να παρακολουθήσει μία version των Pink Floyd του 1990, δεν είχε την παραμικρή ιδέα ποιός είναι ο Syd Barrett'. Πολλοί θα το έβρισκαν απίστευτο ότι ήταν ο lead singer τους, ο πρώτος τους τραγουδοποιός και ο lead guitarist όταν η μπάντα εκρηγνυόταν στην Αγγλική ψυχεδελική σκηνή το 1967. Για ένα σύντομο, συναρπαστικό διάστημα, ο Syd δεν ήταν απλά ο ηγέτης των Pink Floyd. Ήταν οι Pink Floyd, σίγουρα σε όρους ίδρυσης του μοναδικού αστρικού οραματισμού της μπάντας.

Pink Floyd - Candy and a Currant Bun (1967)


Μετά από ένα λαμπρό άλμπουμ και δύο λαμπρά single, ο Syd ήταν εκτός της μπάντας που είχε δημιουργήσει, ανίκανος είτε να δουλέψει με το γκρουπ ή εξίσου σημαντικά να δουλευτεί ο ίδιος μέσα από το γκρουπ. Ακολούθησαν δύο ασυνεπή αλλά περιοδικά συναρπαστικά σόλο άλμπουμ. Και μετά για τα επόμενα 36 χρόνια σιωπή. Όχι απλά να αποσυρθεί, αλλά μία σχεδόν ολοκληρωτική παραίτηση από τον πραγματικό κόσμο, μέσα στον οποίο σπανίως εντοπιζόταν ακόμα και στην γενέτειρά του το Κέμπριτζ. Η παλιά του μπάντα συνέχισε, περισσότερο επιτυχημένη οικονομικά από σχεδόν κάθε άλλο rock σχήμα στον κόσμο. Αλλά στα μάτια των hardcore ακολούθων του Syd, ποτέ δεν έφτασαν την παιχνιδιάρικη ευφυία του πρώτου άλμπουμ τους, του 1967 The Piper at the Gates of Dawn (που κυριαρχούσε ο Barrett).
Είναι μακρύ και για το μεγαλύτερο μέρος του τρομακτικό το ταξίδι, από τότε που ο Syd δημιούργησε την μπάντα στο Κέμπριτζ στα μέσα της δεκαετίας του '60. Οι Pink Floyd γρήγορα εξέλιξαν τον ήχο τους από τις συνήθεις R&B απομιμήσεις σε ένα πιό άγριο, πιό πειραματικό ηλεκτρονικό ήχο που ενσωμάτωνε στοιχεία αυτοσχεδιασμού και avant-garde. Στα τέλη του 1966, ήταν αντικείμενα λατρείας του underground Λονδίνου, παίζοντας αλλόκοτο οriginal υλικό στο κλαμπ UFO, που αποτελούσε την βάση του underground κινήματος. Ωστόσο δεν θα σήμαιναν πολλά στο ευρύτερο κοινό, χωρίς την ευρηματική γραφή του Barrett. Άρχισε να επινοεί τραγούδια που πάντρευαν τις, από το απώτερο διάστημα, συνθέσεις των Floyd με γοητευτικές, χαρούμενες, δημοφιλείς ιστορίες με ξεκάθαρα Αγγλική κλίση. Το "Arnold Layne"/"Candy and a Currant Bun" ήταν το εντυπωσιακό ντεμπούτο single τους (και μικρό Αγγλικό χιτ), που ο Barrett μετέδιδε την ιστορία ενός ακίνδυνου παρενδυτικού (δηλαδή ατόμου που του αρέσει να ντύνεται με ρούχα του άλλου φύλλου) στην πλευρά που η δισκογραφική ήθελε να παίζουν οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί (the plug side) και μία απόκοσμη σχεδόν συνειρμική ωδή στην ψυχεδελική ευχαρίστηση στην άλλη πλευρά (the flip side). Ήταν ο ήχος μίας νέας ζωής στα άκρα, η όρεξή της για πειραματισμό, γεμάτος από μία ελαφριά τρελή χαιρεκακία. Ότι ελάχιστοι όμως αντιλήφθηκαν εκείνο τον καιρό ήταν ότι η τρέλα εκείνη γινόταν πολύ αληθινή.

Pink Floyd - Arnold Layne (1967)


Ο παραγωγός αυτού του single ήταν ο Joe Boyd, που έχει για τέσσερις δεκαετίες γευτεί μία τεραστίων διαστάσεων επιτυχημένη καριέρα, δουλεύοντας σε ηχογραφήσεις των Fairport Convention, των the Incredible String Band, των R.E.M., του Nick Drake, των John & Beverley Martyn και πολλών άλλων. Σαν παραγωγός στο στούντιο και σαν μουσικός διευθυντής στο προαναφερθέν κλαμπ UFO, ο Boyd είχε την ευκαιρία να παρατηρεί τον Syd και την μπάντα από πολύ κοντά στα τέλη του '66 και αρχές του '67, τους μήνες πριν κάνουν συμβόλαιο με την EMI records. "Κατά την διάρκεια όλης αυτής της περιόδου ο Syd ήταν μία απόλαυση", θυμάται. "Ήταν απόλυτα όμορφη η συνεργασία μαζί του. Ήταν ελαφρά ονειροπαρμένος, αλλά όχι πολύ. Ήταν πνευματώδης και αστείος και ενεργητικός και πραγματικά το επίκεντρο της μπάντας. Ο Roger (Waters, ο μπασίστας) ήταν κατά κάποιο τρόπο το στήριγμα, αυτός που θα οργάνωνε τις σκέψεις του γκρουπ ας πούμε. Αλλά ο Syd ήταν η λάμψη". Αν και το "Arnold Layne" (που είχε γίνει ανεξάρτητη παραγωγή) αμέσως καθιέρωσε τους Floyd σαν ένα μεγάλο νέο υποψήφιο, ο Boyd απομακρύνθηκε από την καρέκλα του παραγωγού από την EMI για χάρη του Norman Smith, ενός βετεράνου που είχε δουλέψει ως μηχανικός σε πολλά αρχικά session των Beatles. Αλλά το ντεμπούτο της μπάντας, The Piper at the Gates of Dawn, ήταν ένα άλμπουμ από αυτά που αποτελούσαν το επίκεντρο, τον πυρήνα της ψυχεδελικής μουσικής. Η ευφυία του Barrett δανείστηκε την παιδική αθωότητα, αλλά και τους παιδικούς φόβους ως πηγή έμπνευσης και συμβολισμού. Τα περισσότερα από τα τραγούδια του θα έμοιαζαν σαν παραμύθια, αν όχι σαν ασαφής απειλή που παραμονεύει κάτω από την επιφάνεια-οι θόρυβοι στο κατάστημα παιχνιδιών στο "Bike", οι μάγισσες και οι σατανικές γάτες του "Lucifer Sam", η μητέρα που αφηγείται ιστορίες στο κρεβάτι να διακόπτει απότομα αφήνοντας τον Syd να κρέμεται απεγνωσμένα από τα λόγια της στο "Matilda Mother".

Pink Floyd - Lucifer Sam (1967)


Παρά το διαστημικό image των Pink Floyd, τα τραγούδια του Barrett ήταν συνήθως πολύ μέσα στην Αγγλική pop παράδοση. Ο Boyd συσχετίζει το-από λίγους γνωστό-γεγονός ότι ο Syd είχε στην πραγματικότητα γράψει επιπρόσθετο υλικό για μία πολύ "ελαφρύτερη/παιχνιδιάρικη" μπάντα με την οποία ο παραγωγός είχε επίσης αναμιχθεί. "Ένας μεγάλος καημός που έχω είναι ότι δεν έχω τα demo που ο Syd μου έδωσε από έξι ή οκτώ τραγούδια που δεν είχε ηχογραφήσει" αποκαλύπτει.
"Ηχογραφούσα μία μπάντα που λεγόταν the Purple Gang και ψάχναμε υλικό και ο Syd μου έδωσε αυτά τα demo. Ήταν μερικά τρομερά τραγούδια, πολύ διαφορετικά από αυτά που τέλειωσαν μέσα στα σόλο άλμπουμ του. Δυνατά, μελωδικά, καλά τραγούδια". Η συνεισφορά των συντρόφων του, Waters, του keyboard player Rick Wright και του Nick Mason δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Μαζί με το ορμητικό τετραδιάστατο παίξιμο της κιθάρας του, η αιθέρια δουλειά του Wright προσέδωσε στο υλικό την υφή (και την μελωδικότητα) που χρειαζόταν για να ακούγεται στ'αλήθεια όχι από αυτό τον πλανήτη. Το "Astronomy Domine" όπως και το ορχηστρικό "Interstellar Overdrive" έδωσαν στα διαστημικά ενδιαφέροντα της μπάντας πλήρη εκτόνωση. Εκτελεσμένο με μία φρεσκάδα που δεν την αγγίζει ο χρόνος, το άλμπουμ πήγε στα Αγγλικά Top Ten όπως έκανε ένα παράλληλο single το "See Emily Play".

Pink Floyd - See Emily Play (1967)


Εκ των υστέρων, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι τον καιρό που αυτοί οι δίσκοι κυκλοφόρησαν, ο Syd που έγραψε τα τραγούδια δεν υπήρχε πιά. Είτε εξαιτίας μαζικής κατανάλωσης LSD, ή των πιέσεων του επερχόμενου rock superstar στάτους ή κάποιων αδρανών μέχρι τότε ψυχολογικών ασταθειών. Το πιό πιθανό να ήταν ένας συνδυασμός όλων των παραπάνω. Αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι στα μέσα του '67 η συμπεριφορά του Syd γινόταν ανησυχητικά τρομακτική. Ο Joe Boyd είδε από κοντά τον Syd για τελευταία φορά τον Ιούνιο του 1967, όταν οι Pink Floyd έπαιζαν στο κλαμπ UFO για τελευταία φορά. "Ήταν τελείως γεμάτο. Δεν μπορούσες να κουνηθείς. Η μπάντα έσπρωχνε με τους αγκώνες για να ανοίξουν δρόμο μέσα από το πλήθος και εγώ τους έσπρωχνα από πίσω για να μπορέσουν να μπουν, καθώς δεν υπήρχε είσοδος από πίσω. Και ήταν τότε που είδα τον Syd για πρώτη φορά μετά από διάστημα τριών μηνών. Τον είδα από απόσταση και οι άνθρωποι γύρω μου έλεγαν ότι θα είχε πάρει πολύ LSD. Έδειχνε τελείως αλλαγμένος, έμοιαζε σαν να μην υπάρχει τίποτα μέσα του. Απλά σταμάτησε να παίζει πάνω στη σκηνή". Μέσα στους επόμενους λίγους μήνες η επιδείνωση του Syd ήταν εκπληκτικά γρήγορη, σε σχέση με την σειρά από περιστατικά που είχε περάσει ο θρύλος των Pink Floyd. Στέκοντας όλη τη νύκτα στη σκηνή για να παίξει μία νότα ή και τίποτα απολύτως. Δίνοντας στον Pat Boone, τηλεοπτικό παρουσιαστή, σιωπηλή συνέντευξη κατά την διάρκεια της σύντομης καταστροφικής περιοδείας των Floyd στην Αμερική το 1967. Κλειδώνοντας μία κοπέλα του σε ένα διαμέρισμα, σπρώχνοντας φαγητό κάτω από την πόρτα για να την κρατάει ζωντανή. Ταίζοντας με LSD την γάτα του. Σπάζοντας ταμπλέτες Mandrax στα μαλλιά του για να δημιουργήσει ένα αυτοσχέδιο στυλ χτενίσματος μόλις πριν ανεβεί στη σκηνή στα τέλη του '67 σε περιοδεία στην οποία η μπάντα εμφανίστηκε με τον Jimi Hendrix.
Όμως το πιό ανησυχητικό για τους φίλους του και συνεργάτες ήταν ότι ο Syd Barrett που ήξεραν είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω του ένα κουφάρι με το οποίο ήταν αδύνατον να επικοινωνήσουν. Ο Keith West ήταν ο lead singer των Tomorrow, μίας περίφημης Αγγλικής ψυχεδελικής μπάντας για την οποία έχουμε αναφερθεί ΕΔΩ, η οποία έκανε σύντομες περιοδείες με τους Pink Floyd στην Ευρώπη. "Θα τον έβλεπα στο κλαμπ (UFO) δύο ή τρεις μήνες πριν γίνουμε όλοι φίλοι. Τρεις μήνες αργότερα ήταν σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση, απλά καθόταν χωρίς να μιλάει σε κανένα, με παράξενη συμπεριφορά, να 'καρφώνει΄ με το βλέμμα του ανθρώπους, να γίνεται αντιπαθητικός και υπερόπτης. Όλοι απλά νόμιζαν ότι γινόταν αλαζονικός. Αλλά όχι δεν ήταν έτσι. Ποτέ δεν αντιληφθήκαμε τι πέρναγε μέσα του. Ο κόσμος θα συζητούσε πίσω από την πλάτη του ξέρεις, 'Νομίζει ότι είναι cool', αλλά δεν γνωρίζαμε πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα". Ένα single στα τέλη του '67 ("Apples and Oranges") "κρέμασε" και καθώς η μπάντα πάλευε να διατηρήσει κάποια εικόνα επαγγελματισμού στη σκηνή και στο στούντιο, άρχισε να βλέπει πόσο δύσκολο θα ήταν να συνεχίσουν με τον Barrett. "Θα έβλεπες την επίδραση που είχε η κατάστασή του στο υπόλοιπο γκρουπ", συνεχίζει ο West. "Δεν ήξεραν τι να κάνουν με αυτό, από κάποιο σημείο και μετά. Όλοι θα έβλεπαν ότι είχαν αγανακτήσει με την κατάσταση. Κάναμε δύο περιοδείες μαζί τους στην Ευρώπη και ο κόσμος θα έγραφε σημειώματα και θα τους τα έδινε επειδή ο Syd δεν μίλαγε για κάποιο λόγο εκείνες τις μέρες. Ήταν πολύ λυπηρό να τα βλέπεις αυτά".

Pink Floyd - Matilda Mother (1967)


Η έκβαση ήταν ότι ο Syd τελικά εκδιώχθηκε από την μπάντα που είχε ιδρύσει. Για λίγο ο κιθαρίστας Dave Gilmour έκανε τους Pink Floyd πενταμελές γκρουπ, αλλά η κατάσταση κράτησε μόνο για σύντομο διάστημα πριν ο Gilmour γίνει ο αντικαταστάτης του Barrett το 1968. Το περισσότερο από το δεύτερο άλμπουμ τους A Saucerful of Secrets ηχογραφήθηκε χωρίς τον Barrett και η διεύθυνση των Pink Floyd είχε τόσες αμφιβολίες ότι η μπάντα θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον Syd-ο οποίος έγραψε τα τραγούδια τους, τα τραγούδησε και ήταν ο lead guitarist-που άφησαν τους υπόλοιπους Pink Floyd στοχεύοντας να μανατζάρουν τον Syd σαν σόλο καλλιτέχνη. Βεβαίως οι Pink Floyd τους απέδειξαν ότι είχαν κάνει λάθος. Το A Saucerful of Secrets μπήκε στα Top Ten και πέντε χρόνια αργότερα με το Dark Side of the Moon, έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα γκρουπ της rock. Για μία σημαντική μειοψηφία των φαν των Floyd ωστόσο, η μετά τον Barrett ενσάρκωση της μπάντας ποτέ δεν έφτασε στα ύψη του lineup με τον Syd Barrett. Όπως εξηγεί ο Boyd: "Ο Syd έγραψε τρίλεπτα pop τραγούδια. Ελαφρώς παράξενα pop τραγούδια, αλλά ήταν τρίλεπτες συνθέσεις. Το γκρουπ στις live εμφανίσεις θα έκανε επίσης αυτά τα μακρά instrumental και θα επέκτειναν τα τραγούδια του Syd με αυτά τα παρατεταμένα σόλο. Τους άκουσα να κάνουν το "Arnold Layne" version των 10 λεπτών. Αλλά ακόμα υπήρχε μία δομή και ένα τραγούδι. Όταν ο Syd σταμάτησε να είναι αυτός που έγραφε όλο το υλικό, η όλη δόμηση των πραγμάτων άλλαξε. Έγιναν κάτι πολύ περισσότερο από ένα instrumental γκρουπ, με τους στίχους και την ερμηνεία σαν εισαγωγή στην ορχηστρική δουλειά. Νομίζω ότι ο Roger σαν τραγουδοποιός και ο Dave Gilmour για αυτό το θέμα, δεν είχαν το πνεύμα που είχε ο Syd. Ο Syd ήταν πολύ αστείος και εφευρετικός τραγουδοποιός και αυτό στ'αλήθεια κανείς άλλος δεν το είχε. Αλλά έχουν κάτι που πιθανώς είναι πιό εμπορικό από ότι είχε ο Syd, ένα συγκεκριμένο είδος σχεδόν Βαγκνερικών chord progressionsπου δίνουν στο ορχηστρικό τους υλικό έναν μοναδικό ήχο. Μπορείς να πεις ότι αυτοί που παίζουν είναι οι Pink Floyd από ένα μίλι μακριά. Είναι κάτι απολύτως χαρακτηριστικό. Το γεγονός ότι ήταν αρχικά ορχηστρικοί είναι ένας από τους λόγους που δεν έγιναν τόσο διάσημοι στη Βραζιλία και στη Ρωσσία όσο ήταν στην Αγγλία και στην Αμερική".

Syd Barrett - Wined and Dined (1970)


Η εκκεντρική συμπεριφορά του Syd ποτέ δεν αντιστράφηκε, αλλά η καριέρα του δεν είχε τελειώσει. Έχοντας κρατήσει χαμηλό μουσικό προφίλ στα τέλη του '60, εμφανίστηκε με δύο σόλο άλμπουμ το 1970, το Madcap Laughs και το Barrett. Ανομοιόμορφα αλλά γοητευτικά, με βασικές συνθέσεις (οι σύντροφοί του στην μπάντα έδωσαν υπολογίσιμη βοήθεια-ιδιαιτέρως ο Dave Gilmour που έκανε την παραγωγή στα περισσότερα session) τα τραγούδια παρόλα αυτά υπονοούν πρόχειρα σχέδια παρά πλήρως ανεπτυγμένες δουλειές. Το αυθόρμητο συναίσθημα όπως καταλήγει, δύσκολα μπορεί κανείς να το μελετήσει. Οι μουσικοί που συνοδεύουν τον Syd μερικές φορές θα αποφάσιζαν για να παίξουν ακόμα μία φορά για να προσεγγίσουν κάτι πιό τέλειο, καθώς ο Barrett συχνά αποδεικνυόταν απρόθυμος να κάνει πρόβες ή ακόμα να γνωστοποιήσει σε τι νότα ήταν τα τραγούδια. "Αυτό είναι αλήθεια", παραδέχεται ο Robert Wyatt τότε μέλος των the Soft Machine που επίσης εμφανίζονταν στο κλαμπ UFO) ο οποίος έπαιξε ντραμς σε κάποια από τα σόλο session του Barrett. "Αλλά εννοώ, εγώ μεγάλωσα μουσικά στα 50'ς. Αν θέλεις εκκεντρικότητα και αυτό το είδος της μη φραστικής επικοινωνίας και όλα αυτά τα παράξενα, ξέρεις δεν μπορείς να τα βάλεις με μουσικούς της jazz".
Σε σύγκριση τονίζει, "Δουλεύοντας με τον Syd Barrett ήταν πολύ εύκολο νομίζω. Τον βρήκα ευγενή και φιλικό". Λοιπόν ο Syd δεν ήταν δύσκολος στο να δουλέψεις μαζί του; "Απολύτως όχι. Όχι. Πολύ εύκολος. Τόσο εύκολος που δεν ήξερες απαραίτητα τι ήθελε ή εάν ήταν ευχαριστημένος ή όχι, επειδή έμοιαζε να είναι εντελώς ευτυχισμένος με ότι κι αν έκανες. Πιθανόν υπέφερε από την μετακίνησή του στην εμπορικότητα. Πρέπει να ήταν πολύ μπέρδεμα για αυτόν. Απλά σκέφτομαι ότι δεν ταιριάζουν όλοι στην μουσική βιομηχανία. Γνωρίζω από προσωπική εμπειρία, δεν είναι τόσο εύκολο".
Η σόλο δουλειά του Barrett λατρεύεται από τους πιστούς παρά την ασυνεπή της φύση, εν μέρει επειδή δεν περίμεναν τίποτα άλλο να έρθει. Μετά από μέτριες πωλήσεις, κριτική αναγνώριση και μερικές εμφανίσεις στο BBC και live, o Barrett σχεδόν εξαφανίστηκε από προσώπου γής. Μία προσπάθεια που έκανε για να σχηματίσει το τελευταίο του γκρουπ (που είχε το όνομα The Stars) με τον Twink (ντράμερ στους Tomorrow και στους the Pretty Things) και τον μπασίστα Jack Monck δεν ήταν κάτι καταστροφικό, μιάς και το νεοσσό σχήμα διήρκεσε μόνο για μερικές δημόσιες εμφανίσεις πριν διαλυθεί.

The Stars - Number Nine (Live, 1972)


Στα μέσα του '70, ο Barrett είχε ήδη αρχίσει να αποκτά μυθικό στάτους, ενισχυόμενο από περιστασιακές του θεάσεις, όπως τότε που εμφανίστηκε απρόσκλητος στο στούντιο με την ελπίδα να συνεισφέρει στο άλμπουμ των Pink Floyd, Wish You Were Here. Απίστευτα οι πρώην συνεργάτες του στην μπάντα, κυριολεκτικά δεν θα αναγνώριζαν με την πρώτη ματιά τoν υπέρβαρo άνδρα, που είχε αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του. Προσπάθειες για ένα τρίτο άλμπουμ το 1974 δεν οδήγησαν πουθενά και σε κάθε περίπτωση ο Barrett έμοιαζε αδιάφορος για την μουσική. Ή ακόμα κάτι-έγινε ερημίτης στην γενέτειρά του το Κέμπριτζ, ανίκανος να εργαστεί, αφημένος να τον φροντίζουν συγγενείς που σέβονταν τις επιθυμίες του για περιορισμένες επαφές με τον έξω κόσμο. Μία φωτογραφία του 1990 που εμφανίστηκε στην βιογραφία των Pink Floyd του Nicholas Schaffner (Saucerful of Secrets) δεν ήταν τίποτα άλλο παρά σοκαριστική. Ακόμα και από τους cult οπαδούς του που πήγαιναν να αποτίσουν φόρο τιμής στο Κέμπριτζ με την ελπίδα να εντοπίσουν τον ήρωά τους, ελάχιστοι θα είχαν αναγνωρίσει αυτόν τον συνηθισμένο, κοντόχοντρο μεσήλικα άνδρα, που έμοιαζε για τα καλά πέντε έως δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τα 45 χρόνια του.

Syd Barrett - Terrapin (1970)


Οι cult οπαδοί του Syd Barrett συνεχίζουν να αυξάνονται και να αυξάνονται, εν μέρει λόγω της μοναδικής λαμπρότητας της δουλειάς του, εν μέρει λόγω του μυστικισμού γύρω από την περιθωριοποίησή του και εν μέρει λόγω της διαχεόμενης αίσθησης της αμφιβολίας ότι υπάρχει τόσο λίγη από την δουλειά του διαθέσιμη. Ένα "lost album" το Opel έγινε στα τέλη του '80 από σκόρπιες σόλο δουλειές και αποκάλυψε κάποιο ωραίο, μέχρι τότε ακυκλοφόρητο υλικό. Ότι ακολούθησε ήταν ένα σετ που παρουσίαζε όλα τα τρία σόλο άλμπουμ και εναλλακτικές version που ουσιαστικά ήταν μέρη από μέρη που δεν είχαν συμπεριληφθεί στα άλμπουμ, τέλος πάντων με το λυσσασμένο κοινό να ηδονίζεται με οτιδήποτε μπορούσε να βρεθεί από τον αγαπημένο του Syd. Bootlegs από αρχικές ραδιοφωνικές εκπομπές, εναλλακτικές μίξεις και άλλα, με πιστότητα που κυμαινόταν από εξαιρετική έως τραγική, εξακολουθούσαν να αλλάζουν χέρια. Μία καλή βιογραφία του Barrett εμφανίστηκε
(Crazy Diamond) και διάφορα περιοδικά για φαν έχουν διατηρήσει την φλόγα να καίει για αυτές τις δεκαετίες. O Iain Smith εκδότης του περιοδικού (Eskimo Chain) εικάζει γιατί ο Barrett συνεχίζει να βγάζει τόσο πειστική γοητεία μετά από τόσα χρόνια από την τελευταία του ηχογράφηση. "Όπως ο Nick Mason επισήμανε κάποτε, είναι το σύνδρομο του James Dean, ενός εξαιρετικά ταλαντούχου νέου που δεν εκπληρώνει το προσδοκώμενο. Οι άνθρωποι το έβρισκαν δύσκολο να πιστέψουν ότι ο Elvis Presley ή ο Jim Morrison ήταν πραγματικά νεκροί, έτσι με τον Syd το γεγονός ότι ήταν κάπου εκεί έξω έκανε την ιστορία του συναρπαστική. Επιπλέον, σίγουρα αν και η δουλειά του είναι τόσο περιορισμένη, ό,τι υπάρχει έχει μία μοναδική-από άλλους κόσμους-λαμπρότητα. Προσθέστε αυτά στον μύθο και έχετε έναν εξαιρετικά δυνητικό συνδυασμό".

Ας είναι ο Syd Barrett ο πιό φημισμένος μουσικός που έχω ασχοληθεί ή θα ασχοληθώ από τώρα και μετά σε αυτό το blog, όσο θα υπάρχει ακόμα.

Pink Floyd - Astronomy Domine (1967)


ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

The Piper at the Gates of Dawn (1967, Capitol)

Ένα από τα μεγάλα ψυχεδελικά άλμπουμ και ο ένας δίσκος στον οποίο τα ταλέντα του Barrett είναι ολάνθιστα. Επίσης τσεκάρετε για τα τρακ των αρχικών single των Floyd, "Arnold Layne", "Candy and a Currant Bun", "Apple and Oranges" και "See Emily Play", διαθέσιμα σε διάφορα compilation.

Crazy Diamond (1993, EMI)

Αν κολλήσεις, κόλλησες. Έτσι αν και ένα τριπλό CD και των δύο άλμπουμ και της συλλογής του Opel και ακόμα περισσότερων ίσως φαίνονται υπερβολικά, αυτό είναι το καθοριστικό compilation του Barrett, σε σόλο δουλειά, με εξαίρεση ορισμένων τρακ που μπήκαν στα the Peel Session.

Magnesium Proverbs (bootleg)

Το καλύτερο compilation από unofficial υλικό. Session των Floyd στο BBC το 1967, ενναλλακτικές versions, σόλο live εμφανίσεις και τέτοια πράγματα.

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Crazy Diamond: Syd Barrett & the Dawn of Pink Floyd από τον Mike Watkinson & Pete Anderson (1991, Omnibus)

Καλή, σαφής βιογραφία με πληθώρα ανεκδότων από φίλους και συνεργάτες. Τίγκα με συναρπαστικές ιστορίες από τις εκκεντρικότητες του Barrett, αλλά με την προτεραιότητα δοσμένη στην θαυμάσια μουσική του. Η βιογραφία των Pink Floyd Saucerful of Secrets (Harmony) από τον Nicholas Schaffner επίσης περιέχει μία καλή δόση από ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον Barrett στα αρχικά του κεφάλαια.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

PHIL SPECTOR 



Υπήρξε πραγματικά ο Νο. 1 παραγωγός στον κόσμο;




Υπάρχουν τρία είδη μουσικών παραγωγών: Το πρώτο είδος είναι ο …”ντοκιμαντέρ” τύπος. Kάποιος π.χ. όπως ο Leonard Chess, ο οποίος πηγαίνει σε ένα μπαρ στη νότια πλευρά του Σικάγου, βλέπει το Muddy Waters με την κιθάρα του, στη συνέχεια τον καλεί στο στούντιο την επόμενη μέρα και λέει: "Παίξε ότι έπαιξες χθες το βράδυ”. Ο δεύτερος είναι ο τύπος που προσπαθεί να εξυπηρετήσει τον καλλιτέχνη. Όπως, π.χ. ο John Hammond, ο οποίος ξέρει να ανακαλύπτει νέα ταλέντα κι απλώς προσπαθεί να τα προωθήσει στη μουσική βιομηχανία. Τέλος, υπάρχει ο παραγωγός που τα κάνει …ΟΛΑ.
O Phil Spector ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία! Με εκατομμύρια θαυμαστές της δουλειάς του, αλλά και πολλούς άσπονδους εχθρούς, ο επανομαζόμενος και ως “Tycoon of Teen”, μέσα στην 50χρονη καριέρα του, ως μουσικός, τραγουδοποιός -  και κυρίως -  παραγωγός δίσκων, αναδείχθηκε ως το αδιαμφισβήτητο Νο. 1 πρόσωπο στην pop ιστορία.
Ποιός είναι όμως ο πραγματικός άνθρωπος πίσω από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στη μουσική, τις φοβερές περούκες και ακανόνιστη συμπεριφορά; Αυτό θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε σε αυτό το αφιέρωμα.
Γεννήθηκε ως Harvey Phillip Spekter στις 26 Δεκεμβρίου του 1939, με εβραϊκές ρίζες από την Ουκρανία, στο Bronx της Νέα Υόρκης. Πριν να κλείσει τα δέκα του χρόνια, ο πατέρας του αυτοκτόνησε – το γεγονός έπαιξε σίγουρα ρόλο στον χαρακτήρα του – και με τη μητέρα του μετακόμισαν στο Los Angeles, το 1953.
Ο Spector έμαθε κιθάρα και άρχισε να γράφει τραγούδια στο Γυμνάσιο της Fairfax. Εκεί σχημάτισε την πρώτη του μπάντα, τους Teddy Bears με τους συμμαθητές του Annette Kleinbard, Marshall Leib και Harvey Goldstein μετά την αποφοίτησή τους. Ο Phil άρχισε να επισκέπτεται τα τοπικά στούντιο ηχογράφησης κι εκεί γνωρίζει τον μέντορά του: τον παραγωγό και συνιδιοκτήτη των Gold Star Studios του Hollywood, Stan Ross. Από αυτόν ο Phil έμαθε πολλά μυστικά για την παραγωγή, από πρώτο χέρι και επηρεάστηκε σημαντικά το κατοπινό του στυλ.
Το 1958, οι Teddy Bears κυκλοφόρησαν το "Do not You Worry My Little Pet" του Spector. Την ηχογράφηση μάλιστα την ανέλαβε προσωπικά ο ίδιος. Και το άρτιο αποτέλεσμα βοήθησε να εξασφαλίσουν μια συμφωνία με την Era Records. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς, με το “To Know Him Is to Love Him”, εμπνευσμένο από στίχους στον τάφο του πατέρα του. Το κομμάτι τους έφερε στο Νο 1 Billboard Hot 100, για τρεις εβδομάδες, με τρομερές πωλήσεις.

Teddy Bears - To Know Him Is to Love Him


Έτσι σε ηλικία 19 ετών, ο Spector έγραψε, έπαιξε, τραγούδησε κι έκανε την παραγωγή στον δίσκο με τις καλύτερες πωλήσεις στη χώρα! Μετά την επιτυχία της, η ομάδα υπέγραψε την Imperial Record. Όμως την επόμενη χρονιά, κι αφού έβγαλαν ένα αποτυχημένο single “I Don’t Need You Anymore”, οι Teddy Bears διαλύθηκαν.
Μετά τη διάσπαση, η καριέρα του Spector μετακόμισε γρήγορα από την ερμηνεία και την παραγωγή τραγουδιών. Κατά την εγγραφή του άλμπουμ των Teddy Bears, είχε συναντήσει τον Lester Sill, πρώην παραγωγό, ο οποίος ήταν σύμβουλος του Jerry Leibel και του Mike Stoller. Το επόμενο έργο του, το “Spectors Three”, πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Sill και του συνεργάτη του, Lee Hazlewood. Το 1960 ο Sill κανόνισε να εργαστεί ο Spector ως μαθητευόμενος στους Leiber και Stoller, στη Νέα Υόρκη. Ο Spector γρήγορα έμαθε πώς να χρησιμοποιήσει ένα στούντιο. Έγραψε μαζί με τον Ben E. King την επιτυχία " Spanish Harlem" και επίσης εργάστηκε ως μουσικός, κυρίως παίζοντας το σόλο κιθάρας στο τραγούδι των Drifters, "On Broadway ”. Οι δικές του παραγωγές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου περιελάμβαναν κυκλοφορίες από τους LaVern Baker, Ruth Brown και Billy Storm, καθώς και την αρχική έκδοση των Top Notes, "Twist and Shout ".
Το 1961, o Spector κι ο Sill σχημάτισαν τη δική τους δισκογραφική εταιρεία με την επωνυμία “Philles Records”. Από τα πρώτα ονόματα εκεί, ήταν τα γυναικεία συγκροτήματα των The Crystals και The Ronettes. Με το πρώτο είχε κάνει πολλά singles - επιτυχίες, όπως τα “No Other (Like My Babe)” και ”Uptown”. Με τις Ronettes τα πράγματα προχώρησαν περισσότερο. Οι επιτυχίες ακολουθούσαν η μία την άλλη. Το μεγάλο μπαμ έγινε το 1963 με το τραγούδι “Be My Babe”, το οποίο έγραψε ο Spector μαζι με τον Jeff Barry και την Ellie Greenwich (αργότερα έγινε - κι αυτή – γυναίκα του Phil). Έφτασε ως το Νο 2 και κυκλοφόρησε με το άλμπουμ “A Cristmas Gift For You”.

The Ronettes - Be My Babe


Μέχρι την ηλικία των 21 ετών, ο Spector ήταν εκατομμυριούχος υπεύθυνος για την παραγωγή 20 διαδοχικών επιτυχιών. Ήταν τότε που καθιέρωσε το εμπορικό σήμα του “Wall of Sound”. Μια τεχνική παραγωγής που εκμεταλλευόταν στο έπακρο τις στούντιο ηχογραφήσεις. Δημιουργούσε μια ασυνήθιστα “πυκνή”, ορχηστρική αισθητική, χαρακτηριστικό των ραδιοφώνων και των τζουκ-μποξ της εποχής. Το αποτέλεσμα ήταν η pop μουσική να διέπεται από έναν πλούσιο, πυκνό ήχο, που ο Spector περιγράφει ως μία “Wagnerian  approach to rock & roll: little symphonies for the kids". Αυτή η τεχνική έκανε τον Spector ακόμη πιο διάσημο στη μουσική βιομηχανία και πολλοί καλλιτέχνες θα άρχιζαν να την μιμούνται τα επόμενα χρόνια, όπως οι the Beach Boys και ο Bruce Springsteen.
Μια βασική ομάδα μουσικών στις ηχογραφήσεις του (γνωστή ως The Wrecking Crew) περιελάμβανε μουσικούς όπως: Hal Blaine, Carol Kaye, Glen Campbell και Leon Russell. Ο Sonny Bono, επίσης, επέβλεπε για λογαριασμό του Spector. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης μια σειρά τραγουδοποιών, μεταξύ των οποίων οι: Ellie Greenwich, Jeff Barry, Gerry Goffin και η Carole King!
Αλλά η ζωή δεν έρχεται πάντα ακριβώς όπως περιμένεις. Ο Phil - ειδικά ο Phil – δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό. Το 1966 έκανε παραγωγή στο "River Deep, Mountain High" του Ike και της Tina Turner. Ο Spector τη θεωρούσε ως τη μεγαλύτερη παραγωγή του μέχρι και σήμερα. Το κομμάτι, αν και πήγε  στο Νο. 3 στα βρετανικά pop charts, κατόρθωσε να φτάσει μόνο μέχρι το Νο. 88 στις ΗΠΑ. O Spector αυτό δεν το χώνεψε ποτέ. Αποσύρθηκε για δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρξαν αναφορές για παράξενη, σχεδόν ψυχωτική συμπεριφορά. Έκανε ελάχιστα την υπόλοιπη δεκαετία του '60.




Το 1969, ο Spector επέστρεψε στη δουλειά του, αρχικά υπογράφοντας μια συμφωνία παραγωγής με την A & M Records. Λίγο αργότερα του ζητήθηκε να επιμεληθεί τα σόλο άλμπουμ του George Harrison και του John Lennon. Μετά από επιτυχημένα αποτελέσματα, του ζητήθηκε να μετατρέψει μια σειρά ηχογραφήσεων των Beatles σε ένα …εμπορεύσιμο άλμπουμ. Αυτό δεν ήταν άλλο από το  "Let It Be". Από εκεί απέσπασε το μοναδικό No. 1, με το "The Long and Winding Road". Αν και το στυλ παραγωγής του Spector ήταν σημαντικά διαφορετικό από τον George Martin, η επιρροή του σημάδεψε τις ηχογραφήσεις των Beatles.
Ο Spector εφάρμοσε τις τεχνικές Wall Of Sound σε πολλά τραγούδια των the Beatles, παρόλο που η πολιτική back-to-basics τηρήθηκε στην πλειοψηφία των tracks του Let It Be, ο Spector εφάρμοσε τη βαριά παραγωγή σε τέσσερα τραγούδια: “Across The Universe”, ”I Me Mine” , “Let It Be” και “ The Long and Winding Road” .
Μετά την ολοκλήρωση των “εργασιών” του, έστειλε σε κάθε ένα από τους Beatles ένα αντίγραφο, μαζί με μια μακροσκελή επιστολή που εξηγούσε τις αποφάσεις του και υποσχόταν να κάνει κάθε ζητούμενη αλλαγή. Αυτή ήταν η πρακτική του. Αυτός ήταν ο Phil!
Ήμουν πάντα ένας μεγάλος θαυμαστής του. Πάντα πίστευα ότι οι ηχογραφήσεις του ήταν φανταστικές - και δημιούργησε πραγματικά σπουδαίους ήχους. Αλλά αυτό που έκανε με το “Let It Be”… ζητούσε να γίνουν πράγματα πέρα απ΄τις δυνατότητές μας… και εγώ τον απείλησα γι 'αυτό... Δεν μου άρεσε το άλμπουμ αυτό με τη μορφή που του έδωσε ο Spector”, έλεγε αργότερα ο George Martin.
Η άποψη του Spector για το “The Long And Winding Road”, ειδικότερα, ήταν ένα σημείο διαμάχης που εξόργιζε τον McCartney. Ωστόσο, το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 8 Μαΐου του 1970, χωρίς να γίνουν οι αλλαγές που ήθελε ο McCartney. Μαζί του δεν θα υπήρχε πλέον καμία επικοινωνία.
Αντίθετα, ο Lennon υπερασπίστηκε το  έργο του Spector για το άλμπουμ, υποδηλώνοντας ότι ίσως τα τραγούδια θα παρέμεναν ανέκδοτα χωρίς την συμβολή του.

the Beatles - The Long And Winding Road


Παρόλα αυτά, για τα επόμενα χρόνια, ο Spector συνέχισε να παράγει επιτυχημένα σόλο άλμπουμ για τους Lennon και Harrison. Το 1970 παρήγαγε το ακατέργαστο, απογυμνωμένο album “John Lennon / Plastic Ono Band” και το περίτεχνο και ενορχηστρωμένο τριπλό άλμπουμ του Harrison “All Things Must Pass”.
Το 1971 διορίστηκε διευθυντής της A & R για την Apple Records, μια θέση την οποία κατείχε για ένα μόνο χρόνο. Με τον Lennon συνεργάστηκε  για το single “Power To the People” και για το άλμπουμ “Imagine”. Εργάστηκε επίσης, με την πρώην σύζυγό του, Ronnie Spector, για το τριπλό άλμπουμ του Harrison "The Concert For Bangla Desh" (για το οποίο λέγεται ότι χρησιμοποίησε 44 μικρόφωνα (!) κατά τη διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων).
Περαιτέρω συνεργασία με τον Lennon περιελάμβανε single του 1971, “Happy Cristmas (War Is Over)” και το άλμπουμ Some Time In New York City, του 1972. Την επόμενη χρονιά άρχισε να δουλεύει στο άλμπουμ Rock ‘N’ Roll του Lennon. Η σχέση τους όμως στις ηχογραφήσεις έφτασαν κι εδώ στο απροχώρητο, εν μέσω κατηγοριών για άγρια συμπεριφορά. Ο Spector λέγεται ότι μπούκαρε με ένα όπλο στο στούντιο κι ύστερα εξαφανίστηκε με  τις master tapes! Ο Lennon ολοκλήρωσε τελικά το άλμπουμ ο ίδιος. Έλεγε μάλιστα: “Ο Phil είναι, πιστεύω, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Αλλά όπως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, είναι πολύ νευρωτικός…”.
Στις αρχές του 1974, ιδρύει την “Warner-Spector” και το επόμενο έτος δημιουργεί την “Phil Spector International” με την Polydor.
Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, ο Spector τραυματίζεται σοβαρά σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Hollywood. Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Dave Thompson ("Το τείχος του πόνου: Η βιογραφία του Phil Spector "), οι τραυματισμοί που προκλήθηκαν στο κεφάλι ήταν ο λόγος που ο Spector άρχισε να φοράει περούκες για τα επόμενα χρόνια.
Ο Spector επανεμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του '70, για να κάνει παραγωγή σε δουλειές της Cher, της Dion, του Leonard Cohen και των Ramones, πριν ξαναγυρίσει στην απομόνωση. Αναφορές για τις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις του έγιναν ολοένα και πιο έντονες, καθώς και για παράξενη - εως αλλόκοτη - συμπεριφορά. Παράδειγμα, στην ομιλία που έκανε στην εκδήλωση του Rock ‘n’ Roll Hall of Fame, το 1989, όταν παρουσιάστηκε με τρεις οπλισμένους σωματοφύλακες μέσα στην αίθουσα, προκαλώντας αμηχανία και αναστάτωση στους προσκεκλημένους. Στις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90, λόγω ίσως του χαρακτήρα και της αυτο-απομόνωσής του, οι αξιόλογες δουλειές του θα είναι ελάχιστες.
Ο Phil Spector δημιούργησε μια φήμη - όχι άδικα - ως ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μουσικής όλων των εποχών. Ήταν σίγουρα ιδιόρρυθμος. Αυτό δεν το έχει αρνηθεί κανείς. Όμως ήξερε, αν μη τι άλλο, να βγάζει επιτυχίες. Είχε τον … δικό του τρόπο. Ήταν ο μοναδικός παραγωγός δίσκων που μπορούσε να διεκδικήσει πλήρως τον ρόλο του “auteur”,  μιας πρωταρχικής, δημιουργικής και οργανωτικής δύναμης πίσω από τη μουσική που παρήγαγε. Σύμφωνα με τον τρόπο που ενεργούσε, ο ρόλος του παραγωγού ήταν περισσότερο παρόμοιος με αυτόν ενός σκηνοθέτη στον κινηματογράφο. Ο Hal Blaine, ο αγαπημένος του drummer, περιγράφει τη συνεργασία με τον Spector, παραστατικά, θεωρώντας τον “σκηνοθέτη του στούντιο”: "Ο Phil είναι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο. Είχε τον τρόπο  του να μας κουμαντάρει. Αντιμετώπιζε τους μουσικούς σαν αγωνιστικά άλογα: "Μην παίζετε ακόμα”. “Δεν παίζεις ακόμα”. Θα προβάριζε τον κιθαρίστα για μια ώρα. Θα προβάριζε το βιολί. Θα προβάριζε το συγκρότημα. "Όλοι παίζουν, αλλά Hal, μην παίζετε. Παίρνω έναν ήχο εδώ ». Τότε θα έλεγε:« Hal, παίζεις τώρα!".
Είχε μία δική του άποψη για κάθε τραγούδι  - εξάλλου πολλά από αυτά που έκανε παραγωγή είχαν, αν όχι δικό του credit, τουλάχιστον βαθιά την προσωπική του σφραγίδα. Το στιλ του ήταν φιξαρισμένο. Μετά τις πρώτες πρόβες, έφερνε κάποια στιγμή το τραγούδι στους καλλιτέχνες, έτοιμο καθ’ όλα, και τους έλεγε: “Αυτό είναι. Και τώρα, παίξτε το”!
Και τώρα κάποιοι ίσως αναρωτηθούν: “Μα πού βρίσκεται σήμερα αυτή η φοβερή μουσική ιδιοφυϊα” ; Η απάντηση δυστυχώς, για όσους δεν ξέρουν την ιστορία, είναι σοκαριστική: “Στις φυλακές  Corcoran της Καλιφόρνια, καταδικασμένος σε πολυετή φυλάκιση για φόνο”! Το είπαμε ότι η ζωή είχε άλλα σχέδια για τον Phil. Η ιστορία περιληπτικά:  Στις 3/2/2003, η Lana Clarkson βρίσκεται νεκρή, πυροβολημένη στο κεφάλι, σε μια βίλα του Spector. Ο τελευταίος συλλαμβάνεται ως κύριος  ύποπτος και κατηγορείται για φόνο. Η πλευρά του εκκεντρικού παραγωγού μιλάει για αυτοκτονία αλλά δεν γίνεται τελικά πιστευτός. Ακουλουθεί μια μακροχρόνια δικαστική διαμάχη, η οποία μάλιστα, ως γνωστόν στους φανατικούς του φίλους, αποτέλεσε έμπνευση για μια ταινία του HBO! Το 2008 έγινε επανάληψη της δίκης, όπου εκεί τουλάχιστον πέντε γυναίκες κατέθεσαν ότι ο Spector είχε τρομακτική τάση για πυροβόλα όπλα και εκρηκτικά μεθύσια. Ότι κι αν είπαν οι δικηγόροι του ήταν πλέον μάταιο. Τον Απρίλη του 2009, λήγει οριστικά η εγγύηση που τον άφηνε ελεύθερο και καταδικάζεται τελεσίδικα σε 19 έτη φυλάκισης. . Δυστυχώς, ακόμη και το 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο επέλεξε να μην αναθεωρήσει την καταδίκη.
Ήταν, δεν ήταν ένοχος, κανείς δεν ξέρει, παρά ο ίδιος. Παραμένει γέρος, 79 ετών, στη φυλακή. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να του συμπαρασταθούμε νοερά, με την νοσταλγική μελωδία ενός τραγουδιού (που έγραψε και παρήγαγε ο ίδιος) από το 1964, ενός γκρουπ-πουλέν του Phil, των Righteous Brothers:

Righteous Brothers - You've Lost That Lovin' Feelin' 


ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης