Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020






 JACK BRUCE











Underrated Gems










Πρόσφατα μία πολύ καλή μουσική μου φίλη, μου έδωσε το ερέθισμα να γράψω για jazz/rock fusion. Ήθελα πολύ καιρό να γράψω για αυτή την τριλογία του τραγουδοποιού / τραγουδιστή και μπασίστα των θρυλικών Cream. Aυτό που κάνει ενδιαφέροντα τα τρία πρώτα άλμπουμ του Jack Bruce, με τα οποία θα ασχοληθούμε εδώ, είναι ότι ο Bruce δεν ήταν ικανοποιημένος να κεφαλαιοποιήσει την τεράστια επιτυχία των ημερών του στους Cream. Σαν καλλιτέχνης επιθυμούσε να ωριμάσει. Ως αποτέλεσμα, τα προσωπικά του άλμπουμ πούλησαν λιγότερο σε σχέση με αυτό που πραγματικά άξιζαν. Και είναι πράγματι για ακόμα μία φορά το πέρασμα του χρόνου που κάνει τον κόσμο να συνειδητοποιεί πόσο καλά ήταν τα άλμπουμ που έκανε ο ταλαντούχος δημιουργός ή συν-δημιουργός του "White Room", του "Sunshine of Your Love" και τόσων άλλων κλασικών, ο οποίος κατά βάθος υπήρξε ένας jazzman.


Theme for An Imaginary Western (1969)





 

Songs for a Tailor (Polydor 583 058) 9/69

Η ιστορία πίσω από το άλμπουμ Songs for a Tailor, πηγαίνει πίσω στο ατύχημα που στοίχισε την ζωή στον νεαρό ντράμερ των Fairport Convention και στο κορίτσι του Richard Thompson, Jeannie Franklyn, η οποία είχε αναλάβει τότε να σχεδιάζει τα ψυχεδελικά κοστούμια των Cream.



Είναι ένα LP που αλήθεια μοιάζει να γεφυρώνει το κενό ανάμεσα στην pop και στην jazz-αλλά περισσότερο με ένα υπερβατικό τρόπο παρά από το να είναι απλά ένα συνονθύλευμα των δύο μουσικών γενών ριγμένων μέσα.







Rope Ladder to the Moon (1969)





Με την ελάχιστη δυνατή συνοδεία, ο Jack ολοκληρώνει μερικά σπάνια μουσικά τρυκ εδώ μέσα και αντίθετα με το άλμπουμ των Blind Faith, το LP είναι αλήθεια ένα αυθεντικό βήμα μπροστά από τους Cream.


Tickets to Waterfalls (1969)







Μία μεγάλη και εντυπωσιακή δουλειά-όχι σε διάρκεια, αλλά για την σημασία που δίνει στην λεπτομέρεια. Καθώς μιλάμε για rock με heavy συνθέσεις που όχι μόνο εξυπηρετεί στο να υπογραμμίσει την γραφή, την ερμηνεία και το ταλέντο στο μπάσο, του εξαιρετικού πρώην άνδρα των Cream, αλλά και στο να εκθέσει την προηγμένη μουσικότητα των μουσικών που τον συνοδεύουν.


Never Tell Your Mother She's Out of Tune (1969)






Δύσκολα θα βρεις άλλον καλλιτέχνη που να έχει αναμίξει χωρίς πρόβλημα την rock, την jazz, τα blues, ακόμα και την κλασική μουσική σαν τον τεράστιο μπασίστα και τραγουδιστή των Cream. Κάθε μία από τις συνθέσεις του έχει περισσότερες ιδέες από ολόκληρο LP μίας νορμάλ progressive μπάντας. Ενώ είναι σύνθετα τραγούδια κι όμως αξιοσημείωτα μένουν στην μνήμη και είναι συνοπτικά (όχι περισσότερο των 5 λεπτών όλα τους). 


The Ministry of Bag (1969)






Το τρακ που ανοίγει "Never Tell Your Mother She's Out of Tune" είναι μία αξιόλογη περίπτωση, με την ασυνήθιστη κόντα και τις μελωδίες και τον ακανόνιστο ρυθμό. Άλλα highlights είναι τα "Weird of Hermiston", "The Ministry of Bag", "The Clearout" και το "Theme from An Imaginary Western" (το οποίο καταφέρνει να μοιάζει στ'αλήθεια επικό παρά την μικρή του διάρκεια). Μόνο το freeform "To Isengard" υπολείπεται σε σχέση με τα υπόλοιπα. Ελάχιστοι δίσκοι αξίζουν να ακούγονται επαναλαμβανόμενα, όσο αυτός.


Weird Of Hermiston (1969)





Με την βοήθεια δύο συνεργατών-κλειδιά των Cream (τον παραγωγό Felix Pappalardi και τον ιδιόμορφο τεχνίτη του λόγου Pete Brown), το ντεμπούτο σόλο άλμπουμ του Bruce είναι παράξενη, καθηλωτική και απαιτητική rock, πολύ σαν τα LP της προηγούμενης μπάντας του. To κομμάτι που ανοίγει εισβάλει μέσα σου επιθετικό, μοχθηρό παίρνοντας τον έλεγχο των πραγμάτων. Το "Weird of Hermiston" και το "He the Richmond" είναι αφοπλιστικά διαμαντάκια που βασανίζουν τις σκέψεις σου μόλις ο δίσκος σταματήσει να παίρνει στροφές, ενώ ο Pappalardi διασκεύασε το "Theme from An Imaginary Western" στο ντεμπούτο LP των Mountain την επόμενη χρονιά.




Things We Like (Polydor 2343 033) 2/71

Αγνότατη jazz, ένα χαλαρό session με τέσσερα θρυλικά ονόματα...Η μουσική είναι γρήγορη και δύσκολη, αλλά γεμάτη λυρισμό...Ένα λαμπρό άλμπουμ με ευήκοη μουσική.



Jon Hiseman και Dick Heckstall-Smith ήταν ιδρυτικά μέλη των progressive Colosseum. O John McLaughlin θα δημιουργούσε μετά από λίγο τους Mahavishnu Orchestra.







Born to Be Blue (1971)






Ο Jack είχε ενθουσιαστεί για αυτό το πρότζεκτ το φθινόπωρο του 1968, λίγους μήνες αφού το έκανε με τον John McLaughlin, τον Jon Hiseman και τον Dick Heckstall-Smith. Ήταν μία χαλάρωση, ένα θεραπευτικό τζαμ ανάμεσα σε φίλους, καθώς οι Cream αναπαύονταν εν ειρήνη. Το κομμάτι "Aging" που ακολουθεί συμπεριλήφθηκε στην επανέκδοση του δίσκου από την Polydor το 2003.


Aging (1971)






Οι οπαδοί της rock που μπορεί να το είχαν διαγράψει παλαιότερα, μπορεί στις σημερινές συνθήκες να είναι πιο πρόθυμοι να ακούσουν. Αξίζει να πούμε ότι δεν είναι μία πνευματική άσκηση ή μία ικανοποίηση του εγωισμού τους, απλά είναι ένα έντονο διασκεδαστικό session.




Harmony Row (Polydor 2310 107) 7/71

Αυτό το άλμπουμ λοιπόν βρίσκει έναν βιρτουόζο μουσικό στο απόγειο των δυνατοτήτων του. 




Ένα άλμπουμ που στέκεται τόσο ψηλά σε σχέση με τα άλμπουμ εκείνης της εποχής, που πολλοί βρίσκουν ευκολότερο να το υποβαθμίσουν παρά να εμβαθύνουν μέσα του.







Victoria Sage (1971)






Από τα τρία άτομα που δημιούργησαν τους Cream στα 60's, ο Jack Bruce εμφανίστηκε να είναι το πιο ενδιαφέρον... Τα τραγούδια αυτά στέκονται σαν δείγματα της ευφυίας του Jack στην δημιουργία rock μουσικής που είναι πολύπλοκη χωρίς να είναι επιφανειακή και επίσης του χαρίσματος του Pete Brown στο βάθος του νοήματος των στίχων.


Morning Story (1971)






Το τρίτο άλμπουμ του μεγάλου μπασίστα ταιριάζει περισσότερο στο ντεμπούτο του με τις εξαιρετικές κριτικές (τέλος πάντων σε εκείνα τα αυτιά που άκουσαν και έγραψαν). Η απόσταξη της jazz, των κλασικών δομών και των εκφραστικών φωνητικών μέσα σε ένα rock πλαίσιο είναι σχεδόν μοναδική. 


Post War (1971)






Μόνο οι Piblokto έφτασαν σε τέτοιο vibe με όποια επιτυχία είχαν. Το "You Turned the Tables on Me" που ροκάρει και το συναισθηματικό "Morning Story" είναι τα καλύτερα παραδείγματα, αλλά όλο το LP δουλεύει φανταστικά. 


The Consult At Sunset (1971)






Τα παρατιθέμενα στυλ το ένα δίπλα στο άλλο του "Post War" ή του "Smiles and Grins" που κλίνει στο νεοκλασικό (και τα δύο στην Β'πλευρά) δείχνουν επαρκώς πόσο ταλαντούχος και μουσικά σπουδαγμένος είναι ο Bruce. Ένα άλμπουμ που συστήνεται ανεπιφύλακτα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

 






BREAD, LOVE & DREAMS











Fine British Folk











Η αρχική ενσάρκωση του υπέροχου αυτού folk-rock γκρουπ έγινε ως τρίο ανάμεσα στον τραγουδοποιό / τραγουδιστή και κιθαρίστα David McNiven, την Angie Rew στα φωνητικά και στο φλάουτο και την Carolyn Davis στην κιθάρα. Η μπάντα αυτή έκανε τρία άλμπουμ κατά την περίοδο 1969-1971. Τρομερή μουσικότητα, πολύ καλή γραφή και τρία σπάνια κλασικά αν και δυσδιάκριτα άλμπουμ.


Amaryllis Part 1. Out of the Darkness Into the Night (1971)







Bread, Love & Dreams (Decca LK / SKL 5008) 9/69

Ήταν ένα Σκωτσέζικο folk τρίο που διέθετε ένα όμορφο παρουσιαστικό. Δύο κορίτσια και ένα αγόρι και πολύ όμορφοι φωνητικοί συνδυασμοί, ενδιαφέροντα τραγούδια και ευφυές backing (στο μεγαλύτερο μέρος του ακουστικό). 

Αυτό είναι το ντεμπούτο LP τουςκαι είναι πολύ καλό-ευχάριστο στην ακοή, γεμάτο νόημα, απολαυστικό.

Μία περίπτωση ενός υποσχόμενου pop-folk γκρουπ, που προδόθηκε από την φορτωμένη παραγωγή. Η δύναμη και η απλότητα των τραγουδιών συχνά φορτώνεται με έγχορδα και διάφορους άλλους ήχους, πράγμα που κάνει τα δύο κορίτσια στο τρίο να ακούγονται σαν χερουβείμ. Ατομικά η τριάδα έχει έναν φρέσκο, ειλικρινή ήχο και πολύ ωραία κιθάρα.


Poet's Song (1969)






Τραγούδησαν κυρίως τις δικές τους pop-folk συνθέσεις, οι οποίες έχουν λέξεις καλύτερες από τις συνηθισμένες σε τέτοια σχήματα. Η ενορχήστρωση που τους συνοδεύει είναι δυστυχώς μάλλον βαριά ώρες-ώρες και ο David McNiven τείνει μάλλον να το παρακάνει λίγο στο τραγούδι. Αλλά το πρώτο τρακ, "Switch Out the Sun", είναι αλήθεια αξιαγάπητο.


Switch Out The Sun (1969)






Μία μελωδική συλλογή από νοσταλγικές folk-pop μπαλάντες, με αισθαντικές φωνητικές αρμονίες και επιδέξια, αποτελεσματική ακουστική κιθάρα, από όλα τα μέλη. Οι στίχοι του David McNiven είναι συχνά πνευματώδεις και μένουν στην μνήμη, αλλά οι συνθέσεις και η απόδοση είναι μερικές φορές υπερβολικά λεπτεπίλεπτες, δίνοντας στο άλμπουμ μία ντελικάτη αίσθηση ("Poet's Song" και "The Yellow-Bellied Redback", για παράδειγμα). 


Virgin Kiss (1969)





Είναι στα καλύτερα τους όταν αφήνονται στις δικές τους φωνές και όργανα, χωρίς έγχορδα, όπως στο χαριτωμένο "Virgin Kiss" και στο στοιχειωτικό "Falling Over Backwards". Λιγότερο αποτελεσματικά είναι τα ευχάριστα τραγούδια όπως το "Main Street" και το κομμάτι που κλείνει "95 Octane Gravy". Διασκεδαστικό άλμπουμ, αλλά όχι ουσιαστικό. Το οπισθόφυλλο λέει ότι το άλμπουμ είναι "τόσο ενοχλητικό όσο η πίεση που γίνεται από ένα αιμοστατικό στικ".


Falling Over Backwards (1969)






Στα συν είναι ότι τα τραγούδια καλύπτουν έδαφος από μελαγχολικά σε ευδιάθετα και ανάμεσα τους παίζουν μία εντυπωσιακή ποικιλία οργάνων.





The Strange Tale of Captain Shannon and the Hunchback from Gigha (Decca LK / SKL 5048) 11/70

Ιδιαιτέρως ηλεκτρική η Α'πλευρά, αλλά η Β'πλευρά έχει μία βασική ηρεμία που είναι αξιέπαινη, όπως αξιέπαινη είναι και η μουσικότητα τους.

Ηχογραφημένο ως μέρος ενός προβλεπόμενου διπλού LP, του οποίου το δεύτερο άλμπουμ σκόπευαν να είναι το Amaryllis, αυτή η συλλογή από folk-pop τραγούδια στέκεται καλά από μόνη της. 

Η Carolyn Davis εμφανίζεται σε ένα μόνο τρακ, την χαριτωμένη σύνθεση της "Purple Hazy Melancholy". Αλλού το άλμπουμ αφήνεται στον David McNiven και στην Angie Rew, βοηθούμενους από τον Danny Thompson και τον Terry Cox από τους Pentangle, όπως επίσης τον Alan Trajan στο όργανο. Άλλα highlights είναι το χαριτωμένο, στοχαστικό "Hymn to Sylvia", το "Masquerade" (μία απροσδόκητη έφοδο στα εδάφη της rock, με μερικές σπουδαίες αρμονίες από την Rew) και το ντελικάτο τραγούδι της Rew, "Butterflyland". 


The Strange Tale of Captain Shannon and the Hunchback from Gigha (1970)





Λιγότερο επιτυχημένο είναι μία παιχνιδιάρικη σύνθεση του "Lobster Quadrille" του Lewis Carroll , ενώ το ομότιτλο κομμάτι είναι ένα τραγούδι με μεγάλης διάρκειας αφήγηση, το οποίο κάποιοι μπορεί να βρουν πολύ λεπτεπίλεπτο. Όσο ακούς το άλμπουμ, τόσο ωριμάζει μέσα σου. Γενικά είναι ένα διασκεδαστικό και με ποικιλία άλμπουμ, αν και λίγο ασυνεπές. Θα μπορούσε να είναι το τελευταίο άλμπουμ της rock ή της pop που έγινε μονοφωνικό από την Decca.


Purple Hazy Melancholy (1970)






Μειωμένοι σε ντουέτο ο David και η Angie McNiven (ζευγάρι πια) χρησιμοποίησαν ένα ρυθμικό μέρος για το πιο δυνατό δεύτερο LP τους. Είναι μία σημαντική βελτίωση σε σχέση με το ντεμπούτο τους, αν και όχι τόσο εντυπωσιακό όσο το Amaryllis, το οποίο ηχογραφήθηκε τον ίδιο χρόνο και αρχικά όπως είπαμε σχεδιαζόταν να αποτελέσει με αυτό ένα διπλό LP. 


Hymn for Sylvia (1970)





Amaryllis (Decca SKL 5081) 6/71

Το περιεχόμενο αυτού του άλμπουμ θα αντιπροσωπευόταν καλύτερα από τον ορίτζιναλ τίτλο του Mother Earth. Προσεγγίζοντας με μία εντυπωσιακή ορχηστρική εισαγωγή, αυτή η σύνθεση τριών μερών από τον David McNiven σπανίως πλησιάζει την ίδια μουσική δυναμική. Από τότε και μετά η έμφαση δίνεται ξεκάθαρα στους στίχους.

Ένα Σκωτσέζικο folk γκρουπ που βρισκόταν κάποια χρόνια ήδη στο χώρο. Το Amaryllis τους είναι ένα song cycle, που πρώτο-παρουσιάστηκε στο Edinburgh Festival την προηγούμενη χρονιά και επίσης είχε παρουσιαστεί λίγο πριν το άλμπουμ αυτό στο London's Royal Court Theatre.

Οι Bread, Love & Dreams είναι ντουέτο, έχοντας χάσει το ένα κορίτσι. Τα φωνητικά μοιράζονται ανάμεσα στην Angie Rew και στον David McNiven, που είναι πια το άλλο της μισό. Αν και το άλμπουμ δεν θα μπορούσε να περιγραφεί ως θεαματικό, το ταλέντο και η φαντασία τους είναι φανερά.


Time's the Thief (1971)





Από την δραματική ορχηστρική εισαγωγή στην σουίτα "Amaryllis" (που καταλαμβάνει ολόκληρη την Α'πλευρά), είναι ξεκάθαρο ότι το ντουέτο ανέβασε τον ρυθμό και πράγματι αυτό το άλμπουμ αποβάλλει την ποικιλία και την περιστασιακή αίσθηση του λεπτεπίλεπτου που διέκρινε τα προηγούμενα για χάρη της ενότητας και του ήχου.


Amaryllis Part 1. Part 2. Zoroaster's Prophecy (1971)





Το "Amaryllis" είχε επινοηθεί ως θεατρική παράσταση και το νόημα του ίσως είναι δυσδιάκριτο χωρίς οπτικές εικόνες, αλλά τα πολυάριθμα μέρη είναι ομοιόμορφα μελωδικά και έντονα, με κάποια τρομερή ακουστική κιθάρα και φωνητικές αρμονίες. Η Β'πλευρά έχει τέσσερα εξαιρετικά αυτοδύναμα τραγούδια-το συγκινητικό "Time's the Thief", το σουρεαλιστικό και ανησυχητικό "My Stair-Cupboard at 3am", το απολύτως υπέροχο τραγούδι της Rew, "Brother John" και το υπνωτικό "Circle of Night" (που ηχογραφήθηκε επίσης από τους Human Beast, με διαφορετικό τόνο και σύνθεση). 


Brother John (1971)







Το μπάσο του Danny Thompson διακρίνεται και το χρησιμοποιεί τέλεια καθόλη την διάρκεια, πράγμα που τον κάνει επίτιμο μέλος του γκρουπ. Ένα από τα πιο δυσδιάκριτα, πιο σπάνια και ασφαλώς πιο πανάκριβα άλμπουμ της περιόδου.


My Stair-Cupboard at 3am (1971)






Μετά από δύο όχι ιδιαιτέρως καλά άλμπουμ, οι Bread, Love & Dreams έκαναν ένα σημαντικό άλμα με το Amaryllis. Η Decca αντάμοιψε το γκρουπ με γενναιόδωρες στουντιακές προσφορές, αν κρίνουμε από την δυνατή παραγωγή και τις συνθέσεις. Το ντουέτο ανταπέδωσε προσφέροντας τεράστια τραγουδοποιία και ενέργεια στο όλο πρότζεκτ. Ακουμπώντας στον τομέα ΄τραγουδοποιός / τραγουδιστής΄ της West Coast των 70'ς, μας προσφέρεται μία εξαιρετική φωνητική διάδραση ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα πάνω από πλούσια folk-rock ενορχήστρωση, ενισχυμένα από keyboards και αποτελεσματική χρήση της jew's harp. Δυο κομμάτια αντανακλούν μία επιρροή από τους Incredible String Band, ενώ άλλα εισάγουν μία ψυχεδελική αίσθηση, τόσο μουσικά όσο και λυρικά. Δεν γνωρίζω πολλά άλμπουμ από εκείνη την περίοδο που μπορώ να παίξω από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς να ασχολούμαι με τίποτα άλλο.


Circles of Night (1971)





Αν και ηχογραφήθηκε ταυτοχρόνως με το προηγούμενο άλμπουμ, το Amaryllis δείχνει μία πολύ διαφορετική πλευρά στην δουλειά της μπάντας, με την μόνη τους σημαντική επιδρομή στην progressive folk στην εξαιρετική ομότιτλη σουίτα που πιάνει ολόκληρη την Α'πλευρά. Υπάρχουν πολλά για να σε ταξιδέψουν και στην άλλη πλευρά επίσης, συμπεριλαμβανομένου του καλύτερου και πιο ατμοσφαιρικού τους τραγουδιού "Brother John". Αλλά, το Amaryllis δεν είναι ανάμεσα στα τέλεια Αγγλικά acid folk άλμπουμ, υπονοώντας ότι η τεράστια αξία του οφείλεται τόσο στην σπανιότητα του όσο και στο περιεχόμενο του.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020






THE DILS






Punk Rock Pioneers (Part 5)







Καθώς η ιστορία της punk rock έχει πλέον εδραιωθεί, το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη κυριαρχούν σε ένα εξωφρενικά μεγάλο μέρος στην κάλυψη του χώρου αυτού. Οι ανυποψίαστοι θα μπορούσαν εύκολα να πιστέψουν ότι δεν έτρεχε τίποτα έξω από τις μεγάλες αυτές μητροπόλεις. Η punk στην California-μία ακόμα πιο κτηνώδης παραλλαγή-θεωρείται μερικές φορές ότι έχει ξεκινήσει μόνο αφού οι Sex Pistols και οι Clash έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αλήθεια είναι κάπως πιο πολύπλοκη από αυτή την θεωρία. Πριν ακόμα και οι Sex Pistols και οι Clash να βγάλουν δίσκους, υπήρχαν Καλιφορνέζικα γκρουπ που σκόρπιζαν με δύναμη μικρά σοκ στον κόσμο, παίζοντας βασισμένη στην κιθάρα punk. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν υπήρχε δίκτυο ανεξαρτήτων εταιρειών που να εγγυηθούν ικανοποιητική εκπροσώπηση για τέτοιου είδους μπάντες να ηχογραφήσουν. Οι μεγάλες εταιρείες σίγουρα δεν ενδιαφέρονταν-δεν κυκλοφορούσαν ούτε τους δίσκους των  Clash και των X-Ray Spex το 1978. Ονόματα όπως οι Nuns, οι Crime, οι The Weirdos, οι The Zeros και οι The Screamers τώρα έρχονται στην μνήμη κυρίως ως ονόματα σε πρόχειρα, χοντροκομένα πόστερ ή για τα βασικά lo-fi ανεξάρτητα singles που κάποιοι ήταν αρκετά τυχεροί για να ηχογραφήσουν. 


I Hate the Rich (1977)





Οι The Dils δεν ήταν τόσο τυχεροί σαν κάποιους από αυτούς, αλλά πάντως ήταν πιο τυχεροί από τους περισσότερους. Το 1977, κατάφεραν να μαζέψουν όπως-όπως δύο 45άρια, το "I Hate the Rich" και το "Class War", που ταίριαζαν στην ενέργεια σε οτιδήποτε είχαν βγάλει οι Ramones ή οι Clash, αν και η ασυμβίβαστα αντι-μεγαλοαστική τους άποψη θα μπορούσε να έχει περισσότερες ομοιότητες με τους δεύτερους. Συνέχισαν να παίζουν αδιάκοπα για τα επόμενα λίγα χρόνια-άνοιξαν ακόμα και για τους Clash μία φορά. Αλλά κανένας δίσκος δεν θα ακολουθούσε μέχρι το 1980, όταν ένα EP αποτελούμενο από τρία τραγούδια, τους βρήκε να έχουν ήδη αρχίσει να μετακινούνται πέρα από την punk. Αυτά τα τρία τραγούδια θα ήταν ο τελικός απολογισμός των επίσημων κυκλοφοριών κατά την διάρκεια της ζωής των The Dils. Ένα άλμπουμ; Ξεχάστε το, αν και δύο (μετά θάνατον) κυκλοφορίες συναρμολογήθηκαν με την προσθήκη πρόχειρων, πιστότητας bootleg, κασετών από live. "Που είναι κρίμα", συμφωνεί ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Chip Kinman, ο οποίος μαζί με τον αδελφό του μπασίστα Tony Kinman, σχημάτισαν τον πυρήνα των The Dils. "Ακούω αυτά τα bootlegs και τις live ηχογραφήσεις και πράγματι είναι σπουδαία τραγούδια. Νομίζω θα είχε γίνει κλασικό, όπως ήδη είναι κλασικά τα singles μας στον μικρόκοσμο των κλασικών της punk rock".


Class War (1977)





Ακόμα και πριν την έλευση της punk rock, οι The Dils δεν ήταν ευτυχισμένοι με το να είναι απλά, μία ακόμα μπάντα. Σαν έφηβοι στο Carlsbad της California, κοντά στο San Diego, τα περισσότερα από τα γκρουπ από το high school ήταν μπάντες της hard rock/metal που έκαναν διασκευές. Ο Chip κι ο Tony προτίμησαν να γράψουν το δικό τους υλικό (επιπλέον όπως λένε και οι ίδιοι δεν αισθάνονταν τόσο καλοί ώστε να διασκευάζουν κομμάτια). Οι Kinman μετακόμισαν στο San Francisco το 1976, όπου εκεί είδαν ένα πόστερ για μία συναυλία των The Nuns και εμφανίστηκαν στον χώρο εκείνο μόνο για να μάθουν από τον ιδιοκτήτη ότι το σόου είχε ακυρωθεί, αν και οι The Nuns του είχαν ζητήσει να μεταφέρει στο κοινό ότι δέχονταν επισκέπτες στον χώρο όπου έκαναν πρόβες. Οι Kinman ήταν οι μοναδικοί που αποδέχτηκαν την πρόσκληση και εμφανίστηκαν στο χώρο που έκαναν πρόβες οι The Nuns, πράγμα που σου δίνει μία ένδειξη του πόσο μικρός ήταν εκείνες τις μέρες ο κόσμος της punk rock. 


You're Not Blank (1977)





Ο Chip παραδέχεται ότι εκείνη την εποχή, πίστευε ότι μπάντες όπως οι The Nuns και οι The Weirdos ήταν καλύτεροι από αυτούς. "Ακούγονταν πιο ατόφιοι, ήταν πιο κοντά στο καλό στυλ της punk rock στα τέλη των 70'ς. Ενώ οι The Dils ήταν πιο γρήγοροι. Αν αυτό κάνει αίσθηση, ήμασταν στον ίδιο χρόνο πιο μελωδικοί και στον ίδιο χρόνο λιγάκι πιο παράφωνοι. Εγώ κι ο Tony προσπαθήσαμε να μην απομακρυνόμαστε από την βασική δομή της pop σε όλες τις μπάντες μας και είχαμε αυτή την βασική δόμηση των τραγουδιών της pop πάντοτε στο μυαλό μας. 






Νομίζω ότι αυτό έτεινε να ξεχωρίσει την μουσική μας από των υπολοίπων, επειδή είχαμε στην πραγματικότητα γέφυρες και όλα αυτά τα riff και τα ρεφρέν και όλο αυτό που περιείχε η μουσική μας. Και δεν ακουγόταν βεβιασμένο. Ενώ πολλές μπάντες, όταν αποφάσισαν ότι ήθελαν να είναι λίγο πιο ΄μουσικοί΄ με την punk rock, ακούγονταν σαν μία πρόφαση για μελωδία. Ε, καλά τώρα δεν είναι έτσι ρε παιδιά. Ήμασταν απλά τόσο άγριοι και γρήγοροι και δυνατοί όσο κάθε μία από εκείνες τις μπάντες, αλλά ήμασταν λιγάκι πιο ΄μουσικοί΄, πράγμα που βοήθησε την μουσική μας να στέκεται λιγάκι πιο διαχρονική. Επειδή δεν είναι όλα οργή. Η οργή από μόνη της δεν στέκεται καλά, εκτός κι αν κάτι την στηρίζει". 


Mr. Big (1977)






Παρόλα αυτά, υπήρχε πολύ οργή στο ντεμπούτο single τους, "I Hate the Rich / You're Not Blank", που ηχογραφήθηκε το 1977, με το μεγαλειώδες ποσό των 60 δολαρίων (δανεικών από την μάνα τους). "I hate the rich, I hate the poor", ούρλιαζαν οι Kinman κατά την διάρκεια της ενάμιση λεπτού έκρηξης. Συναισθήματα που θα έμοιαζαν να καλύπτουν τις περισσότερες από τις επαναστατικές τους βάσεις, αν και μία pop ευαισθησία ήταν παρούσα ακόμα και στα πιο άγρια και ακατέργαστα τραγούδια τους. Έχοντας φτιαχτεί στην λιλιπούτεια δισκογραφική What το 1977, ήταν ένα από τα πιο αρχικά 45άρια της punk από την California και ένα από τα πιο αξιοσέβαστα σε όλο το γένος της punk από τους συλλέκτες. Το session δεν ήταν μία συνηθισμένη κατάσταση ντεμπούτο ηχογράφησης. "Ήταν αστείο, επειδή ο τύπος που έκανε χρέη μηχανικού ήταν χίπι. Έμοιαζε σαν να αναρωτιέται, ω Θεέ μου τι συμβαίνει εδώ; Πιθανώς ποτέ πριν δεν είχε ακούσει punk rock. Πήγαμε λοιπόν εκεί, και παίξαμε και αυτός απλά μας είπε ΄ωραία εδώ αυτός είναι ο δίσκος σας΄". Όταν το τραγούδι πήγε για να γίνουν τα master tapes, όλο κι όλο 100 δευτερόλεπτα, κόπηκε ακόμα περισσότερο από κάποιους υπερβολικά ενθουσιώδεις τεχνικούς. "Ήταν τόσο νωρίς για την punk που οι άνθρωποι που έκαναν αυτή την δουλειά στα τραγούδια δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε. Του έκαναν fade out, ενώ το τραγούδι είχε πολύ συγκεκριμένο τέλος. Με τον Tony είχαμε μείνει κάγκελο. Φυσικά μετά από το σοκ τους είπαμε, "Ε, αφήστε τον δίσκο να φτάσει στο τέλος του".


Sound of the Rain (1979)






Για τον ακροατή που ακούει πρώτη φορά, το "I Hate the Rich" μοιάζει να περιέχει συγκεκριμένους απόηχους από Clash και Ramones. Ο Chip ωστόσο είναι προσεκτικός ώστε να αναφέρει ότι οι The Dils δεν είχαν ακούσει καμία Αγγλική punk μπάντα τότε, με πιθανή εξαίρεση τους Buzzcocks και τους Damned. "Αν υπήρχε κάποια επιρροή, είναι πιθανώς απλά επειδή πήγαμε στις ίδιες πηγές με τους Clash και όλες αυτές τις μπάντες. Ακούσαμε ρέγγε και rock, rockabilly και όλα αυτά. Δεν χρειαζόταν να κλέψουμε τους Clash, τη στιγμή που θα μπορούσαμε να κλέψουμε τον Buddy Holly", λέει γελώντας. Ένα δεύτερο παρόμοια εύλογο punk/pop single, το "Class War" / "Mr. Big", εμφανίστηκε στην δισκογραφική Dangerhouse το 1977. Από τους τίτλους και μόνο είναι φανερό ότι οι The Dils πήραν την πάνκικη επαναστατική ρητορική στα σοβαρά. Ο Tony αποκαλούσε τον εαυτό του σοσιαλιστή σε μία συνέντευξη στο περιοδικό της punk, Slash. O Chip φορούσε ένα T-shirt με σφυροδρέπανο στη σκηνή. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο Greg Shaw της Bomp Records, που κυκλοφόρησε αρκετά single από την punk σκηνή της California, είπε στην μπάντα ότι ήταν πολύ σοβαροί, αν και ένας απολογισμός σε όλο το ρεπερτόριο των The Dils αποκαλύπτει ότι τραγουδούσαν για τον πόλεμο των τάξεων και την πολιτική σε λίγο μόνο μέρος της δουλειάς τους. "Πρόσκαιρα ήταν κάτι στο οποίο πιστεύαμε" λέει ο Chip. "Πιστεύαμε ότι κάτι ακούγεται καλό, κάτι όχι, ότι κάτι έπρεπε να αλλάξουμε και έτσι πήγαινε το πράγμα. Όχι ότι αποκλείσαμε τα κορίτσια, τα αμάξια και το σεξ από τα τραγούδια μας...Μετά από δυο χρόνια αρχίσαμε να διαβάζουμε όλο και περισσότερο για τον κομμουνισμό και την αριστερά γενικά, αντιληφθήκαμε ότι οι κομμουνιστές ήταν απαίσιοι και το σύστημα τρομερό, πόσα εκατομμύρια έχουν πεθάνει. Και αποφασίσαμε ότι δεν ήταν τόσο καλή ιδέα. "Δεν ήταν ατύχημα. Ήμασταν εκεί έξω στην πρώτη γραμμή. Αλλά ποτέ δεν συνεργαστήκαμε με κάποια τοπική ή εθνική κομμουνιστική παράταξη. Πάντα προσπαθούσαν να σφετεριστούν ότι κάναμε και ποτέ δεν θα τους αφήναμε να το κάνουν. Είπαμε , κοίταξε όλα αυτά τα παιδιά έρχονται εδώ να μας δουν επειδή παίζουμε αυτή τη μουσική, όχι λόγω της ανόητης εφημερίδας σου. Έτσι όχι, δεν θα έρθεις στο δικό μας σόου να στήσεις το περίπτερο σου ή κάτι τέτοιο. Έτσι όλοι μας μισούσαν".


It's Not Worth It (1979)




Compilation άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μετά το τέλος της μπάντας με live υλικό αποκαλύπτουν ότι οι The Dils είχαν ένα σωρό τραγούδια που ποτέ δεν ηχογράφησαν στο στούντιο. Αν είχαν ηχογραφήσει ακόμα και σε υποτυπώδεις στουντιακές συνθήκες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχαν μείνει στην μνήμη του κοινού ανάμεσα στις πιο σταθερές Αμερικανικές punk κυκλοφορίες, συνδυάζοντας την ξέφρενη ενέργεια με ένα ταλέντο στα pop μέρη που αιχμαλωτίζουν το αυτί και στις αρμονίες. Είναι δύσκολο να κρίνεις την λυρική τους αξία σε μερικές περιπτώσεις, ωστόσο, δοθέντος ότι τα φωνητικά από τα live που αποτυπώθηκαν, ήταν τόσο αχνά ηχογραφημένα. Αλλά αν πρέπει να πιστέψουμε τον Chip, κάτι τέτοιο θα άκουγες σε ένα live τους. "Εκείνες τις μέρες-δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό", εξομολογείται. "Αλλά παίζαμε με τους ενισχυτές μας στο 10. Όλα ήταν στην τσίτα, έκρηκτικά. Ακόμα και στους Blackbird, που ήταν στα 80'ς η πιο θορυβώδης μπάντα μας, δεν μπορούσα να ανεβάσω πάνω από το 3 τον ενισχυτή μου χωρίς οι τεχνικοί να ξεριζώσουν τα μαλλιά τους. Ουρλιάζαμε στα μικρόφωνα. Πιστεύω ότι πολύ από αυτό είχε να κάνει και μόνο από την παρουσίαση του όλου πράγματος και αυτός είναι ο λόγος που σε κάποιες από αυτές τις ηχογραφήσεις των live δεν είναι δυνατόν να ακουστούν τα φωνητικά, επειδή με δυσκολία θα μπορούσε και στην πραγματικότητα να ακούσει ο καθένας. Αλλά είναι κρίμα σε πολλά τραγούδια, επειδή κάναμε κάποιες πολύ καλές φωνητικές αρμονίες".


Red Rockers (1979)





Προβάροντας μία σειρά από ντράμερ τα επόμενα χρόνια οι The Dils ποτέ δεν κατάφεραν να ηχογραφήσουν σωστά το μεγαλύτερο μέρος από το υλικό τους (αν και μέχρι πρόσφατα οι Kinman αξιολογούσαν προσφορές ώστε να καταφέρουν τελικά να κάνουν τα κομμάτια αυτά στουντιακά). Στα 90'ς, με δεκάδες indie κυκλοφορίες να βγαίνουν κάθε εβδομάδα, είναι δύσκολο να θυμάσαι πόσο μικρό ενδιαφέρον υπήρχε από τις εταιρείες για την εναλλακτική rock στα τέλη των 70'ς. "Κανείς δεν πέταγε τα λεφτά του για τους The Dils και δεν ήθελαν να ηχογραφήσουν κανένα δίσκο", σημειώνει ο Chip. "Σίγουρα δεν είχαμε τα προς το ζην. Ήμασταν φτωχοί! Έπρεπε να παίρνω κουπόνια σίτισης κάποιες φορές. Δεν είχαμε χρήματα. Έτσι δεν μπορούσαμε να πάμε μόνοι μας για να κάνουμε ηχογράφηση". Οι The Dils μερικές φορές έδειξαν τάσεις προς την παράδοση, διασκευάζοντας τραγούδια του Buddy Holly και του Roy Orbison. Κάποια ψήγματα folk/pop ευαισθησίας άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους σαν ταμπέλα για τους country/folk ήχους της επόμενης μπάντας των Kinman, Rank & File. "Οι The Dils ήταν μία από τις ελάχιστες punk μπάντες που θα έπαιζαν μπαλάντες", λέει ο Chip. "Οι περισσότερες μπάντες δεν θα το έκαναν, αλλά εμείς πιστεύαμε ότι ήταν μία σημαντική μας δυνατότητα, να βγάλουμε κάτι τέτοιο προς τα έξω. Πιστεύαμε πως το να επιβραδύνεις ήταν το ίδιο ριζοσπαστικό, όπως το να παίζεις γρήγορα. Σε εκείνο το σημείο του χρόνου όλοι προσπαθούσαν να γίνουν γρηγορότεροι. Έτσι εμείς απλά διευρύναμε τον ήχο λιγάκι, προσθέτοντας ακουστική κιθάρα και επιβραδύναμε. Το "It's Not Worth It" (από το τελευταίο single) αρχικά ήταν σαν ένα κανονικό punk rock τραγούδι, αλλά το επιβραδύναμε τελείως και έγινε θαύμα, υπάρχει μία αλήθεια ωραία μελωδία. Και το να προσθέσουμε την ακουστική κιθάρα ήταν ασφαλώς για τα τότε δεδομένα εξωφρενικό".


Rank & File - Sundown (1982)





Στα 80'ς, σε κάθε περίπτωση η μουσική των Kinman εξελισσόταν πέρα από τα όρια της punk. "Τότε, η punk rock γινόταν hardcore. Έγινε κώδικας με κανόνες, ότι για να είσαι μπάντα punk rock έπρεπε να είσαι έτσι hardcore. Εμείς αλήθεια δεν ενδιαφερόμασταν για κάτι τέτοιο και συμπεράναμε ότι οι The Dils είχαν πει όλα όσα είχαν να πουν. Ήταν καιρός να μετακινηθούμε μουσικά". Το τελευταίο 7-ιντσο των 3 τραγουδιών κατέληξε ένα είδος γέφυρας προς τους Rank & File, όπου γυρίσαμε εντελώς στην παράδοση". Περισσότερες απροσδόκητες αλλαγές βρέθηκαν στον δρόμο των αδελφών Kinman. Αφού έπαιξαν στην country/folk/rock μπάντα των Rank & File για μερικά χρόνια, πήγαν στην σχεδόν industrial rock με ένα drum machine με τους Blackbird. 


Blackbird - What Goes on (1989)





Πιο μετά έπαιξαν καουμπόικη μουσική με τους Cowboy Nation. Διεστραμμένο; Σας αφήνω να βγάλετε συμπέρασμα.

"Ο Tony και γω πάντα πηγαίναμε αντίθετα στο ρεύμα. Όταν παίξαμε punk rock, ήταν ενάντια στο ρεύμα. Όταν το επιβραδύναμε, ήταν ενάντια στο ρεύμα της punk. Όταν το πήγαμε στην country ήταν ενάντια στο ρεύμα της punk. Όταν γίναμε πιο θορυβώδεις ήταν ενάντια στo ρεύμα της country. Σχεδόν σε κάθε αλλαγή μας κάναμε το κοινό μας να αηδιάζει".


Quicksand (1993)






Μισούσαν ακόμα τους πλούσιους; Είναι δίκαιο να πούμε ότι ποτέ τους δεν έγιναν πλούσιοι. "Δεν ήμασταν πολύ καλοί για να γίνουμε συνέταιροι κανενός από αυτά τα είδη", λέει ο Chip χαρούμενα, χωρίς ίχνος μετάνοιας. "Ποτέ δεν ήμασταν". 


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020






 

RAINBOW BAND 


aka


MIDNIGHT SUN








Fine Danish Progressive Rock








Ένα αινιγματικό jazz/rock fusion γκρουπ που προερχόταν από την Κοπεγχάγη. Ξεκίνησαν ως Rainbow Band, όμως άλλαξαν το όνομα τους όταν πληροφορήθηκαν ότι υπήρχε ήδη γκρουπ που το χρησιμοποιούσε. 

Κάνοντας το ντεμπούτο άλμπουμ τους το 1970, έγινε η πρώτη αλλαγή στο lineup, καθώς ο τραγουδιστής του γκρουπ Lars Bisgaard αποχώρησε και αντικαταστάθηκε από τον Allan Mortensen. 


Για να κλείσουν συμβόλαιο με την MCA έπρεπε να αλλάξουν το όνομα τους. 


Έτσι λοιπόν μετονομάστηκαν σε Midnight Sun και ηχογράφησαν εκ νέου το πρώτο άλμπουμ τους, έχοντας ως lead singer τον Mortensen και το άλμπουμ κυκλοφόρησε ξανά με άλλο εξώφυλλο.



Rainbow Song (1971)






Midnight Sun (Sonet SLPS 1523) Denmark 1971

Το άλμπουμ αυτό ήταν η ηχογράφηση του ντεμπούτο τους με άλλον lead singer. 


Ένα γκρουπ που μπορεί να προσαρμοστεί σε jazz αλλά και σε ψυχεδελικό περιβάλλον, προσθέτοντας συχνά soul, horn rock αλλά και folk. 


Πολύ πιάνο με heavy κιθάρες και σταθερό ρυθμικό μέρος και με την υποστήριξη του σαξοφώνου από τον Bent Hesselmann. 




Talkin' (1971)






Σχεδόν αυτοσχεδιασμός και δραματικά ορχηστρικά περάσματα με δυνατές λυρικές στιγμές και διάφορα όργανα να σολάρουν δίνουν την έντονη jazz αίσθηση, 


Living on the Hill (1971)





το υλικό είναι πολύ καλό και λάμπει καθώς το αποδίδουν οι ταλαντούχοι Niels Brondsted στο πιάνο και Peer Frost στην ηλεκτρική κιθάρα. 


Nobody (1971)


 

 

Το κομμάτι που ανοίγει με το αφοπλιστικό riff και τα φωνητικά του Mortensen, τοποθετεί το πλαίσιο που θα κινηθεί το άλμπουμ, αν και ο αυτοσχεδιασμός που ακούμε αμέσως μας προϊδεάζει ότι δεν θα είναι και το πιο ομοιόμορφο άλμπουμ. Τα στοιχεία γίνονται πιο rock στο "Nobody" και στο "Where You're Going to Be". 


Where You're Going to Be (1971)





Το 14λεπτο επικό "Living on the Hill" μπορεί να θεωρηθεί ένα κρυμμένο διαμαντάκι, είναι ότι καλύτερο υπάρχει μέσα στο πολύ όμορφο αυτό άλμπουμ, ενώ ο ακροατής πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι κανένα από τα επόμενα άλμπουμ δεν μπορεί να συγκριθεί με το ντεμπούτο τους.


Winds Gonna Blow (1972)





Η μουσικότητα είναι άριστη. Ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, ένα δυνατό ρυθμικό μέρος και ένας lead singer που διαθέτει μία soul / rock φωνή. Όσο για την παραγωγή είναι υποδειγματική. Ένα γκρουπ που μπορεί να καυχιέται ότι αποτελεί ορόσημο για την progressive rock στην Δανία. 


A La Turca (1972)






Προσωπικά μου φαίνεται ότι ακούω να τζαμάρουν οι Caravan, αλλά σε γενικές γραμμές αυτό είναι το αποτέλεσμα της jazz/rock. Να φέρνει στο μυαλό την Canterbury σκηνή.


   Walking Circles (1972)                         Midnight Dream (1974)







To 1972 o lead singer Allan Mortensen αντικαταστάθηκε από έναν τρίτο στη σειρά τραγουδιστή, τον Frank Lauritsen και ο δυναμικός μπασίστας Bo Stief έφυγε για να αντικατασταθεί από τον Jens Elbol.


Where Ever You Are (1974)







 Με το νέο lineup ηχογράφησαν ακόμα δύο άλμπουμ, το "Walking Circles" (1972) και το "Midnight Dream" (1974), τα οποία δείχνουν την μπάντα να ακουμπάει σε περισσότερο pop στηρίγματα, πριν διαλυθεί τον Νοέμβριο του 1974.




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020






 WALLY RICHARDSON










Under-heralded Guitar Heroes









Αν ακούσεις προσεκτικά, θα αντιληφθείς ένα βαθύ εκφραστικό ήχο να αντηχεί από ένα διαμέρισμα στο Masonic Village στο Dallas. Έχοντας αποτραβηχτεί από την σκηνική παρουσία, όπως και από την στουντιακή, ο Wally Richardson ακόμη δεν χάνει νότα στην κιθάρα του.


Elbow Blues (1968)






Γεννημένος για να τραγουδάει γκόσπελ στο Harlem, o Wally εξερεύνησε αρχικά τις μουσικές του ικανότητες στο πιάνο και στην φωνή του. Το πραγματικό κάλεσμα το άκουσε όμως στα 15 χρόνια του, όταν ο αδελφός του Al, πρότεινε να αγοράσει μία κιθάρα. Ο πατέρας του, του έφερε την πρώτη του κιθάρα και έναν ενισχυτή και από τότε δεν τα έχει παρατήσει.

Ο Wally ήταν τακτικός στο Apollo Theater στο Harlem, το οποίο παρουσίαζε καλλιτέχνες όπως ο Louis Armstrong, η Dinah Washington, o Duke Ellington, o Dizzy Gillespie, o Billy Eckstine και άλλοι πολλοί. "Σαν παιδί, βλέποντας τους ήξερα τι ήθελα να κάνω". "Η μουσική ήταν πολύ ανοιχτή", είπε. "Απλά σου έδινε τα φώτα και την έμπνευση. Θα θαύμαζα τους διαφορετικούς μουσικούς και τον τρόπο που έπαιζαν".


Senor Boogaloo (1968)






Ο Wally έπαιξε στην μπάντα του αδελφού του που ήταν πιανίστας και παρουσίαζαν την δουλειά τους σε γάμους και σε χοροεσπερίδες. "Ήμασταν πολύ καλοί", λέει ο Wally. "Το είχαμε πάρει πολύ σοβαρά και κάναμε συχνά πρόβες". Το 1951 ο Wally υπηρέτησε στον Αμερικανικό στρατό και όταν τελείωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις παντρεύτηκε την Vivian, που ήταν νοσοκόμα. Ηχογράφησε και παρουσίασε με καλλιτέχνες όπως ο King Curtis, o James Brown, η Eartha Kitt και οι The Four Tops και επίσης έπαιξε με διάφορα σχήματα στο Apollo Theater. Δούλεψε σαν session κιθαρίστας (στο στούντιο) με αρκετούς, συμπεριλαμβανομένων των Mahalia Jackson ("The Queen of Gospel"), Etta Jones, Tony Bennett, B.B. King και Louis Armstrong. 


Surf Side Shuffle (1968)






"Οι καλλιτέχνες κυμαίνονταν από αυτούς που ήταν δημοφιλείς μέχρι εκείνους που δεν ήταν τόσο δημοφιλείς αλλά ήταν εξίσου άριστοι", είπε ο Wally. "Από τις καλύτερες ηχογραφήσεις που έχω κάνει ήταν με τον Buddy Tate, ο οποίος με σύστησε στον Benny Goodman".

O Wally προτίμησε να παίξει jazz, αλλά επίσης κάλυψε την γκόσπελ, την R&B, το rock 'n' roll, την pop, τα blues, την funk και την soul. Ηχογράφησε το προσωπικό και μοναδικό άλμπουμ του Soul Guru, το 1968.


Soul Guru (Prestige PRST 7569) 7/68

Ένας φοβερός κιθαρίστας για τον οποίο δεν γράφτηκαν μεγάλα λόγια, κάποιος που θα μπορούσε να παίξει με τους πιο βιρτουόζους κιθαρίστες και ο οποίος κάλυψε πολύ έδαφος μέσα σε αυτό το ένα και μοναδικό του άλμπουμ. 

Το Soul Guru βρίσκει τον Richardson να ηγείται σε δύο διαφορετικά γκρουπ: ένα πιο συμβατικό κουαρτέτο με κιθάρα, πιάνο, μπάσο και ντραμς και ένα μεγαλύτερο με συνδυασμούς lead guitar, 12χορδη, κλαρινέτο, μπάσο, ντραμς και κόνγκα / Israeli ντραμς.

Το τετραμελές σχήμα παρουσιάζει, χωρίς έκπληξη, πιο straight blues ορχηστρικά σε ρυθμούς που ποικίλουν. Το "Elbow Blues" είναι πιο αργό και ακούγεται σαν T-Bone Walker και Albert King μοιρασμένο εξίσου. Το "Surf Side Shuffle" και το "Square Heels, White Stockings" το λιγότερο θα σας κάνουν ασυναίσθητα να χτυπήσετε με ρυθμό το πόδι σας στο πάτωμα, καθώς ο Richardson  χρησιμοποιεί αποτελεσματικά το απόλυτα δεμένο ρυθμικό μέρος σαν υπόβαθρο για τις πολύ ωραίες κιθαριστικές του ικανότητες. 


Soul Guru (1968)






Το πολυμελές σχήμα παρουσιάζει πιο funky και πειραματικές δουλειές. Και τα δύο "Boogaloos"-"Senor" και "Khyber Pass"-θυμίζουν παρόμοιο groove από Grant Green και Ivan 'Boogaloo Joe' Jones, 


Khyber Pass Boogaloo (1968)






η ορχηστρική διασκευή του "Monday Monday" (The Mamas and the Papas) παρουσιάζει πολύ φανταστικό overdubbing κιθάρας, ενώ το "Lonely Rider" (μία ερμηνεία ενός θέματος από το soundtrack μίας ταινίας γουέστερν με τον Charlton Heston) βρίσκει τον Richardson  να δημιουργεί απροσδόκητα έναν εντυπωσιακό ήχο σαν από σιτάρ. Το Ινδικό και Μεσανατολικό (ανακατεμένα) στο ομότιτλο κομμάτι, ξανά παρουσιάζει αυτό το θαυμάσιο ήχο σαν από σιτάρ και ακούγεται σαν ένα υβρίδιο από Sandy Bull / Quicksilver, να κυμαίνεται ανάμεσα στα καλύτερα παραδείγματα της raga-rock που θα μπορούσε να βρει κανείς σε δίσκο από τα τέλη της δεκαετίας του 60.


Lonely Rider (1968)





Σύμφωνα με ένα άρθρο του Scott D. Wilkinson στο περιοδικό Flashback, o Wally Richardson ήταν ο μουσικός των μουσικών. Ο Wally διέθετε πάθος για να παίζει, αλλά καθώς η δουλειά ως ανεξάρτητος παίκτης άρχισε να μην έχει μεγάλη ζήτηση και με γυναίκα και ένα παιδί, αποφάσισε να πάει στο κολέγιο. Αποφοίτησε το 1978 με πτυχίο στην μουσική. "Πολεμούσα να τα βγάλω πέρα και επέστρεψα στα θρανία", είπε. "Υπήρχαν τόσοι νέοι μαθητές που με βοήθησαν. Με την σειρά μου εγώ, μοιράστηκα μαζί τους τις εμπειρίες μου".

Ο Wally δίδαξε στο Essex County College, στο μουσικό εργαστήρι Jazzmobile και στο New Jersey. "Προετοιμαζόμενος, οργανώνοντας τις σκέψεις σου και παρακολουθώντας κάποιους άλλους να απορροφούν τις σκέψεις σου, είναι η καλύτερη ανταμοιβή", είπε για την διδασκαλία. "Παρακολουθούσα τα παιδιά να αναπτύσσονται μέσα από την μουσική. Η μουσική έγινε μία αδελφότητα. Ο ένας παρακινούσε τον άλλο να γίνει καλύτερος και προσπαθούσαν σκληρά. Εξελίσσονταν μαζί, σαν να ήταν αθλητική ομάδα".  


Square Heels, White Stockings (1968)






Ο Wally είναι ένας μουσικός και δάσκαλος, αλλά είναι επίσης ένας αιώνιος μαθητής, που ακούει περισσότερο και μιλάει λιγότερο. Όπως είπε σε ένα πρώην μαθητή, ο οποίος είχε τον Wally σαν πηγή έμπνευσης, "για να συνεχίσεις ένα ταξίδι ζωής αφιερωμένο στη μάθηση, συνέχισε να περιβάλλεσαι από αυτούς που αναζητούν απαντήσεις και να φοβάσαι εκείνους που λένε ότι τις έχουν βρει".

"Σαν νεαρός, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι είχα ολοκληρώσει κάτι από όσα έκανα", είπε. "Η ζωή με έσπρωξε σε όλα αυτά. Πέρα από την γυναίκα μου, με "κατάφερε" και η μόρφωση και η μουσική".


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020








THE NEIGHB'RHOOD CHILDR'N







Psychedelic Unknowns







Η μπάντα ξεκίνησε το 1963 στο Oregon με το όνομα The Navarros, παίζοντας surf και R&B. Μετά από ένα single σε μία τοπική δισκογραφική, πήγαν στο San Francisco, όπου βρέθηκαν να κολυμπούν μέσα στον ωκεανό της ψυχεδέλειας και μετά από διάφορες αλλαγές στο lineup, άλλαξαν το όνομα τους και ηχογράφησαν ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1968. 


Hobbit's Dream (1968)





The Neighb'rhood Childr'n (Acta A-38005) 4/68

Η Dyan Hoffman των The Neighb'rhood Childr'n μιμείται την Grace Slick, αλλά όχι κάθε τι από το έμπειρο στυλ της Slick. 



Το "Long Years in Space" είναι ένα στοιχειωτικό σόλο, αλλά η δύναμη που διαθέτει η Hoffman στην πραγματικότητα εμφανίζεται με την συμμετοχή ολόκληρου του γκρουπ.




Long Years in Space (1968) 





Το "Changes Brought to Me", το "Happy Child" και ιδιαιτέρως το "Patterns" είναι rock θέματα που ξεχωρίζουν. Τα υπόλοιπα είναι ψυχεδελικά, που συμπληρώνουν την ανάμικτη μουσική παρέα και ενισχύουν μία προσπάθεια που θα μπορούσε να βρίσκεται στα chart. 


Patterns (1968)





Ένα από πολύ παλιά αγαπημένο άλμπουμ των συλλεκτών της ψυχεδελικής rock, το παράξενα ονομαζόμενο The Neighb'rhood Childr'n βρίσκεται να καταπιάνεται με την rock σκηνή του San Francisco στα τέλη της δεκαετίας του 60, σε γενικές γραμμές μάλλον καλά. 


Happy Child (1968)





Τα highlights περιλαμβάνουν το απόκοσμο "Long Years in Space" (με την φωνή της καλύτερης απομίμησης της Grace Slick), το ζωηρό "Feeling Zero" και το εξωφρενικό ορχηστρικό "Chocolate Angel", αλλά σχεδόν όλα τα κομμάτια ωφελούνται από τον κερδοφόρο συνδυασμό "acid κιθάρα-όργανο σε υψηλή τονικότητα".


Feeling Zero (1968)






Στα μειονεκτήματα είναι ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να διασκευάσουν το "Over the Rainbow", τραγούδι που ερμήνευσε η Judy Garland το 1938 στην ταινία The Wizard of Oz. Απλά σαν τραγούδι δεν επιδέχεται τέτοιας μεταχείρισης και κάνοντας fade out με ένταση ακούγεται μάλλον γελοίο.


Changes Brought to Me (1968)





Η μπάντα υποστήριξε το άλμπουμ κάνοντας περιοδείες, ανοίγοντας για τους The Who, The Grass Roots, The Beau Brummels και άλλους. Αλλάζοντας εκ νέου το όνομα τους και το ύφος της μουσικής τους, ηχογράφησαν ακόμα ένα άλμπουμ που δεν κυκλοφόρησε ποτέ και το γκρουπ διαλύθηκε το 1970.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης