Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020







JR FLOOD





 

Peart’s first tape (demo… recording…)







Όπως οι Eternal Triangle, οι Mumblin 'Sumpthin' και οι The Majority, έτσι και οι JR Flood αποτέλεσαν ένα από τα αρχικά συγκροτήματα του Neil Peart, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '60 κι αρχές των '70s. Η διάρκειά τους μικρή, όπως και τα πεπραγμένα τους. Σίγουρα όμως αποτελούν ιστορικό ορόσημο, ειδικά για τους φίλους του πρόσφατα χαμένου κορυφαίου ντράμερ.
Ο Neil Peart, γεννημένος στις 12 Σεπτεμβρίου 1952, ήταν Καναδός μουσικός και συγγραφέας, γνωστός ως ντράμερ και πρωταρχικός στιχουργός για το ροκ συγκρότημα Rush. Έγινε πασίγνωστος για την τεχνική του ικανότητα και την αντοχή του. Και φυσικά δεν μπήκε στους Rush τυχαία…

It’s Not Hard (1970)






Ο Peart μεγάλωσε στο Port Dalhousie του Οντάριο (περιοχή St. Catharines). Ίσως προκαλεί έκπληξη αλλά η πρώτη του επαφή με τη μουσική και κάποιο όργανο δεν ήταν τα ντραμς. Πριν εντρυφήσει εδώ είχε ήδη πάρει, από μικρή ηλικία, μαθήματα πιάνου. Όμως η έμφυτη ενασχόληση κατά τη διάρκεια της εφηβείας του με το ρυθμό  - και με το γεγονός ότι χτυπούσε με ξυλάκια όλα τα έπιπλα και τα κατσαρολικά του σπιτιού του – ανάγκασαν  τους γονείς του να το σκεφτούν καλύτερα. Οπότε, για τα δέκατα τρίτα του γενέθλιά, του αγόρασαν ένα ζευγάρι μπαγκέτες, ένα τύμπανο εξάσκησης και του παρείχαν μερικά έξτρα μαθήματα, με την υπόσχεση ότι αν συνέχιζε να είναι “κολλημένος” με το όργανο για έναν ολόκληρο χρόνο, θα του αγόραζαν τότε ένα πλήρες κιτ. Προφανής η εξέλιξη…  Όταν λοιπόν θα αποκτούσε τα πρώτα του ντραμς, θα καθόταν να μάθει μέχρι να τελειοποιήσει το προσωπικό του στιλ. Από τον επόμενο χρόνο θα έδινε την πρώτη του παράσταση σε κοινό. Αυτή θα γινόταν στο χριστουγεννιάτικο χορό του σχολείου, στο St. Johns Anglican Church Hall, στο Port Dalhousie. Η επόμενη εμφάνισή του ήταν στο Γυμνάσιο Lakeport με την πρώτη του μπάντα, τους Eternal Triangle. Σε αυτή η παράσταση μάλιστα (με τον ‘πρωτότυπο’ τίτλο "LSD Forever") έκανε και το πρώτο του σόλο.

Giant Killer (1970)








Στις αρχές της καριέρας του, το στιλ του ήταν βαθιά ριζωμένο στο hard rock. Ανέφερε ως το μεγαλύτερο μέρος της έμπνευσής του ντράμερς όπως ο Keith Moon, ο Ginger Baker και ο John Bonham, μουσικούς που ήταν στην πρώτη γραμμή της βρετανικής hard rock σκηνής. Με την πάροδο του χρόνου, άρχισε να παίζει και μουσική τζαζ, με ινδάλματα κάποια μεγαθήρια, όπως τους Gene Krupa και Buddy Rich. Λίγο αργότερα εντάχθηκε σε διάφορα τοπικά συγκροτήματα προς αναζήτηση καριέρας ως “ντράμερ πλήρους απασχόλησης” - οι JR Flood ήταν ένα απ΄αυτά. Mαζί τους έπαιζε σε διάφορους μικρούς  χώρους στο Οντάριο. Έκαναν πρόβες σε αίθουσες, σε γκαράζ, σε υπόγεια και έδιναν παραστάσεις σε αίθουσες αναψυχής ή εκκλησιών, σε γυμνάσια, σε  παγοδρόμια, σε διάφορες μικρές πόλεις εκεί τριγύρω. «Αυτό που στις αρχές της δεκαετίας του '60 ονομαζόταν "χοροί" ήταν αυτό που λέγαμε αργότερα "συναυλίες", μετά το 1970. Τότε ήταν όλα πολύ διαφορετικά:  "σχεδόν όλοι στο κοινό κάθονταν στο πάτωμα του γυμναστηρίου ή στέκονταν γύρω στους τοίχους για να ακούσουν και να παρακολουθήσουν. Κι αυτό αποτελούσε ένα ικανοποιητικό στάνταρντ για έναν νεαρό μουσικό, τότε, για να νιώσει ότι οι ακροατές τον ακούνε και τον προσέχουν", είπε κάποτε ο Neil Peart.

Lost Dreams (1970)







Το τίμημα όμως για όλα αυτά ήταν να παρατήσει το σχολείο. «… Ήμουν 17…», θα έλεγε αργότερα ο Peart, «…και θεωρούσα ότι ήμουν αρκετά μεγάλος για να αποφασίσω να διακόψω το σχολείο. Με τους  JR Flood παίζαμε κάθε Σαββατοκύριακο. Ομοίως και οι υπόλοιποι είχαν εγκαταλείψει το σχολείο τους για να γίνουν μουσικοί. Έτσι άρχισα κι εγώ σιγά σιγά να πιέζω τους γονείς μου να το παρατήσω για να γίνω full-time μουσικός. Αν δεν τα κατάφερνα, τους είχα υποσχεθεί ότι θα ξαναγυρνούσα στο γυμνάσιο»(…) «Έπρεπε να παίρνω κάθε μέρα το λεωφορείο, όπως και τα υπόλοιπα μέλη, για να πάμε στο σπίτι του Paul Dickinson, Western Hill. Κάναμε σκληρές πρόβες καθημερινά, για μήνες πολλούς, στο υπόγειο του σπιτιού του. Η μητέρα του έπρεπε να είχε γίνει… “αγία”» !

Retribution (1970)  






Το συγκρότημα αποτελούνταν επίσης από τους Gary Luciani (φωνή), Paul Dickinson (κιθάρα), Wally Tomczuk (μπάσο) και Bob Morrison (πλήκτρα). Η μουσική που έπαιζαν κινούνταν στα μονοπάτια κυρίως της  ψυχεδέλειας. Ένας συνδυασμός μεταξύ των Doors και του πρώτου Atomic Rooster, κυρίως λόγω των ήχου του Keyboard - τύπου Vincent Crane. ‘Ελεγε ο ίδιος ο Peart: «Οι JR Flood έπαιζαν, θυμάμαι, διασκευές συγκροτημάτων που μας άρεσαν, όπως από Santana, από Blood, Sweat & Tears κ.α. Παίζαμε επίσης, θυμάμαι, το "Teacher" από Jethro Tull και το  "April" από Deep Purple. Είχαμε κι ένα μικρό ρεπερτόριο δικών μας τραγουδιών. Σε δύο από αυτά βρισκόταν και οι πρώτες μου προσπάθειες για να γράψω στίχους: τα “Retribution” και “Gypsy”».

Gypsy (1970) 






«Όλοι αυτοί οι τύποι ήταν καθοριστικοί στη μουσική μου ανάπτυξη - ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο Βοb ως άψογος καλλιτέχνης. Ο Paul ως απαιτητικός, πειθαρχημένος, αλλά παθιασμένος μουσικός. Ο Wally ως ένα εντελώς προσγειωμένο άτομο του οποίου το εξίσου “γειωμένο” μπάσο έπαιζε τις δικές μου εξάρσεις σε "πραγματικό χρόνο". Και ο Gary ως βασικός τραγουδιστής, στιχουργός και frontman που, κατά κάποιον τρόπο, κατάφερε να αφήσει το “εγώ” του έξω από τη δουλειά. Κι επιπλέον "ήταν ο πρώτος τραγουδιστής που ερμήνευσε τους στίχους μου", έλεγε αργότερα ο Peart.

Life's Illusion (1970)






Δυστυχώς αυτή η μπάντα δεν κατάφερε να κυκλοφορήσει άλμπουμ. Από την άλλη όμως το είχε έτοιμο και κατάφερε κιόλας να το ηχογραφήσει. Κατά ειρωνική σύμπτωση μάλιστα, η ηχογράφηση έγινε στα ‘Toronto Sound Studios’, εκεί όπου λίγα χρόνια αργότερα θα γινόταν η ηχογράφηση των άλμπουμ Fly By Night, Caress of Steel και 2112 με τους Rush. Ενδιαφέρθηκαν αρχικά κάποιες – όχι μία αλλά δύο ! – δισκογραφικές εταιρείες αλλά το πράγμα δεν προχώρησε σε παραγωγή δίσκου. Έλεγε ο Peart: "Είχαμε έναν αρκετά φιλόδοξο παραγωγό, τον Brian O'Mara, ο οποίος κατάφερε να οργανώσει “demo session” για εμάς με μερικές καναδικές δισκογραφικές εταιρείες το 1970. Σίγουρα ήταν συναρπαστικό να βρίσκομαι σε ένα πραγματικό στούντιο ηχογράφησης (πρώτα στο Τορόντο) ‘Sound Studios’ - συμπτωματικά, όπου αργότερα θα συνεργαζόμουν με τους Rush στα τρία πρώτα μας άλμπουμ μαζί - το άλλο στην RCA (αργότερα ονομάστηκε ‘McClear Place’), αλλά τίποτα δεν προήλθε από αυτό. Προφανώς οι δισκογραφικές εταιρείες δεν άκουσαν ούτε ένα" ! Και παρακάτω: "…,ήμασταν πολύ πειθαρχημένοι, προβάραμε καλά και κάναμε αξιοπρεπείς εκτελέσεις των τραγουδιών μας, σε μόλις μία ή δύο λήψεις". Σκεπτόμενος όλα αυτά, μετά από χρόνια, έλεγε επίσης: "Αστείο να ακούω τον εαυτό μου στα 18, …με περισσότερες ιδέες παρά δεξιότητες, με περισσότερη ενέργεια παρά έλεγχο, με περισσότερες επιρροές παρά πρωτοτυπία".
"Ήταν μια μεγάλη υπόθεση για εμάς, εντάξει, και μια αξέχαστη εμπειρία να είμαι σε στούντιο ηχογράφησης για πρώτη φορά. Κυρίως για ένα πράγμα: δεν είχαμε ακούσει ποτέ πιο πριν τους εαυτούς μας να παίζουν!"  (…) "Όλα τα τραγούδια μας ήταν μεγάλα, κατά μέσο όρο πέντε ή έξι λεπτά, με καναδυό γύρω στα δέκα λεπτά. Ένα από αυτά είχε τον παράξενο τίτλο, "(You Don't Have To Be A) Polar Bear (To Live In Canada)”.

Polar Bear (1970)







 Το παίξιμο του Neil ήταν δυνατό, ευέλικτο και ευφάνταστο, ακόμη και σε αυτή τη νεαρή ηλικία. "Ήταν αυτό που ήταν. Δεν είναι κακό για την ώρα του. Ακούω τον εαυτό μου σε αυτήν την ηλικία, όλη την ενέργεια και τον μεταβαλλόμενο έλεγχο και σκέφτομαι, "Κάποιος να δώσει σε αυτό το παιδί ένα valium" !
"Η ανταμοιβή μας από το όλο project ήταν ότι μάθαμε να ακούμε ο ένας τον άλλον, βαθιά, σε πραγματικό χρόνο. Μουσικά, οι πέντε μας αλληλεπιδράσαμε περισσότερο ως μια οργανική ένωση παρά ως κάθε μέλος ξεχωριστά. Αυτή ήταν μια εκπαίδευση και η γνώση που αποκτήθηκε με έναν αναντικατάστατο τρόπο - σε ζωντανή παράσταση - και θα έλεγα ότι δεν υπάρχει καλύτερο σχολείο από αυτό. Τουλάχιστον, αν δουλεύεις με ομοϊδεάτες μουσικούς, καλούς ή και πιο καλούς από εσένα, πάντα κερδίζεις. Κι από αυτή την άποψη υπήρξα αρκετά τυχερός που βρέθηκα κάποτε στους JR Flood".

Flaming Blackbird (1970)







Όλη αυτή η ιστορική - πρώτη και τελευταία – ηχογράφηση του 1970 της  μπάντας υπάρχει σήμερα μόνο σε ένα demo tape που κυκλοφορεί από εδώ κι από εκεί – φυσικά και στο YouTube. Μετά την αποτυχία να κυκλοφορήσει σε δίσκο, οι JR Flood μοιραία διαλύθηκαν. Ο Neil Peart, αμέσως μετά, μόλις στα 18 του, πήγε στο Λονδίνο με στόχο να γίνει εκεί μουσικός σε κάποιο γκρουπ. Δεν έκανε ιδιαίτερα πράγματα και το 1972 ξαναγύρισε στον Καναδά. Και το 1974, ενώ έπαιζε αυτή τη φορά με μια μπάντα ονόματι Hush, έκανε οντισιόν για μια άλλη μπάντα, με παρόμοιο όνομα (.?.) αλλά πολύ διαφορετική σε στιλ μουσικής. Αλλά από εδώ ξεκινάει μια άλλη – μεγάλη – ιστορία…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020










MARC ELLINGTON







Singers / Songwriters of 60's & 70's







Γεννημένος το 1945, o Marc Ellington υπήρξε ένας από αυτούς τους εκπροσώπους του γένους τραγουδιστής / τραγουδοποιός, που έκανε αρκετούς δίσκους, οι οποίοι βέβαια δεν είχαν και πολύ τύχη στην εποχή τους. Η φωνή του ήταν βαθιά και ειλικρινής. Η μουσική του ακουμπούσε στην country, την μουσική της πατρίδας του. Γιατί ήταν από την Αμερική, αλλά την δεκαετία του 70 αναζήτησε την τύχη του στην Αγγλία.


I'm Leaving (America) (1971)






Marc Elilington (Philips (S)BL 7883) 6/69






Ένας Αμερικανός τραγουδιστής της folk, ο οποίος αξίζει πολύ περισσότερη προσοχή από αυτή που μέχρι τώρα έχει. Δεν μπορείς αλήθεια να τον βάλεις κάτω από μία ταμπέλα, εκτός του ότι έχει επηρεαστεί βαθιά από τον Dylan...Απαιτεί να τον ακούσεις μερικές φορές, αλλά από την στιγμή που θα ακουστεί, μένει για πολύ καιρό στην μνήμη.


I Shall Be Released (1969)





Η βερσιόν του "I Shall Be Released" από τον Marc, είναι μία από τις καλύτερες που υπάρχουν. Είναι εδώ μέσα, το ίδιο είναι και οι βερσιόν δύο ακόμα κομματιών του Dylan, συμπεριλαμβανομένου του τεράστιου "Desolation Row"-αλλά αυτό δεν βγήκε τόσο καλό. Αυτό είναι ένα άλμπουμ με ήρεμα φωνητικά για αργά την νύχτα. Σε μία εποχή όταν όλοι οι επίδοξοι καλλιτέχνες συνήθως ήταν 'one shot', αυτός ο Αμερικανός μετανάστης έκανε πέντε άλμπουμ, που δεν πούλησαν καλά βέβαια, όλα με εξαιρετικούς μουσικούς να κάνουν backing. 


Tears of Rage (1969)





Αυτό το γρήγορα ηχογραφημένο, μάλλον σχετικά αδιάφορο άλμπουμ με country χροιά, παρουσιάζει μέλη των Harsh Reality, όπως επίσης τέτοιους ογκόλιθους session παίκτες, όπως ο 'Big' Jim Sullivan και ο Roger Coulam. Όχι από τραγουδοποιό (ή και εξαιρετικό τραγουδιστή), καθώς ο Elilington απλώς διασκευάζει υλικό από την αφρόκρεμα των σύγχρονων του ταλέντων στο χώρο αυτό-Bob Dylan, Al Stewart, John Martyn, Phil Ochs, Ralph McTell, Tim Hardin, Robbie Robertson και άλλους. Αυτά αποκλίνουν από τα χαριτωμένα ("In Brooklyn" του Stewart και "Nana's Song" του McTell) μέχρι το ατέλειωτο και άσκοπο "Desolation Row", με τα περισσότερα τραγούδια να πέφτουν ανάμεσα. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η απόφαση να διασκευάσει το "Bless the Executioner" των Kaleidoscope (των Άγγλων). 


Bless the Executioner (1969)





Ο Elilington παρεμπιπτόντως τραγούδησε την πρώτη βερσιόν του "Million Dollar Bash" που μπήκε στο Unhalfbricking των Fairport Convention, ένα μήνα μετά. 




Rains, Reins of Changes (B&C CAS 1033) 6/71





Ένα αξιαγάπητο country-folk άλμπουμ με ένα κατάλογο τεράστιων ονομάτων να βοηθάνε...Υπάρχουν μερικά πολύ όμορφα τραγούδια γραμμένα από τον Marc. Σε απόλυτη αντίθεση με το ντεμπούτο του,


Yarrow (1971)





 αυτό το άλμπουμ είναι στο μεγαλύτερο μέρος του γραμμένο από τον ίδιο και μάλλον αποτελεί την καλύτερη προσπάθεια του με διαφορά. Αυτό βέβαια δεν το τοποθετεί στο ψηλότερο σημείο της Αγγλικής folk-rock, αλλά έχει τις στιγμές του.


Days Used To Be Much Warmer (1971)






Το κομμάτι που ανοίγει "Oh No, It Can't Be So" είναι ένα συνηθισμένο folk-pop τραγούδι, αλλά τα πράγματα αρχίζουν να αποκτούν ενδιαφέρον με το αισθαντικά ονειρικό "On Your Own", το "I'm Leaving (America)" και το "All the Times".


On Your Own (1971)





Επίσης αξίζει προσοχής το μελαγχολικό ομότιτλο κομμάτι και μία μεγάλης διάρκειας εκδοχή του παραδοσιακού "Yarrow", αλλά απογοήτευση είναι το "Aligator Man" και η πεζή διασκευή του "Blue Suede Shoes". 


All the Times (1971)






Το εξαιρετικό backing περιλαμβάνει τον Chris Hillman (Byrds), τον 'Sneaky' Pete Kleinow, τον Richard Thompson, τον Dave Pegg, τον Dave Mattacks, τον Ian Matthews, τον Pat Donaldson, τον Gerry Conway και την Sandy Denny (η οποία κάνει backing vocals στο πρώτο τραγούδι στο άρθρο).




A Question of Roads (Philips 6308 120) 1972





Το από τον ίδιο κυρίως γραμμένο τρίτο του LP συνεχίζει την δυνατή Αμερικανική country-rock γεύση του προηγούμενου. Περιαμβάνει διασκευές του Bob Dylan ("Open the Door, Homer") και του Ian Matthews ("Please Be My Friend") μαζί με ορίτζιναλ σαν το "Jacobite Lament (A Celtic Dream)" αφιερωμένο στο National Trust for Scotland. 


Jacobite Lament (A Celtic Dream) (1972)






Το backing περιλαμβάνει μουσικούς όπως ο Gordon Huntley (Matthews Southern Comfort) και ο Andy Leigh (Spooky Tooth, Matthews Southern Comfort), όπως επίσης τον Andy Roberts.


Please Be My Friend (1972)





Όλα τα τραγούδια είναι πράγματι πολύ διασκεδαστικά, αλλά σίγουρα όχι πολύ ουσιαστικά.




Restoration (Philips 6308 143) 4/73






Άλλη μία μέτρια συλλογή επηρεασμένη από την country, η οποία κυριαρχείται από όχι και τόσο εμπνευσμένες διασκευές του Dylan ("You Ain't Goin' Nowhere"), του John Sebastian ("Younger Girl"), των The Association ("Along Comes Mary") και άλλα. 


Younger Girl (1973)





Ο Elilington συνεργάζεται με τον παραγωγό Sandy Roberton σε τρία τραγούδια, κανένα από τα οποία δεν μένει στην μνήμη. Το καλύτερο κομμάτι είναι μία πολύ καλή διασκευή του "Coal Tattoo" του Billy Edd Wheeler, με ένα σκληρό ξέσπασμα κιθάρας. 


Coal Tattoo (1973)





Η μουσικότητα είναι τόσο εντυπωσιακή, όπως πάντα, με την υποστήριξη από τα μέλη των Fairport, όπως επίσης την Dolly Collins (The Albion Band), τον Zoot Money (Humble Pie, Grimms, Centipede), τον Ian Whiteman (Mighty Baby), τον Ray Warleigh (Soft Machine) και άλλους.




Marc Time (Transatlantic Xtra 1154) 8/75






Αυτή είναι καλύτερη από τις δύο προηγούμενες προσπάθειες, με πιο δυναμική παραγωγή και πιο δυνατές συνθέσεις. Το κομμάτι που ανοίγει "Wild About My Lovin'" ροκάρει πειστικά.


Wild About My Lovin' (1975)





Το "The Answer Is You" είναι μία σπαρακτική μπαλάντα με ένα φοβερό σόλο από τον Richard Thompson, το "Ad Man" είναι hard-rock, ενώ η διασκευή του "Anyday Woman", του Paul Siebel είναι συμπαθητική. Δεν είναι με τίποτα τα πάντα καλά εδώ μέσα-το "Stealin'" είναι τελείως ανούσιο, το "Streets of Baltimore" είναι παραφορτωμένο και μία διασκευή στο "Shady Lies" του Richard Thompson (ποτέ δεν το είπε ο ίδιος ο Thompson) δεν είναι και ότι θα τραβήξει την προσοχή σου. 


The Answer Is You (1975)





Μεγάλο μέρος του άλμπουμ είναι ακόμα με country χροιά, αλλά αποτελεί γενικά μία αξιοσέβαστη προσπάθεια. Το backing αυτή τη φορά γίνεται από τα μέλη των Fairport,  τον Ian Whiteman, τον BJ Cole, τον Steve Ashley, τον Andy Roberts και άλλους.




Border Skipping (Philips 6308 176) 1975 (Ολλανδία)






Αν και έχει διαφορετικό τίτλο, άλλο εξώφυλλο και ένα έξτρα τραγούδι που μπήκε στο τέλος ("Peggy Gordon"), πρόκειται απλά για την Ολλανδική έκδοση του Marc Time. 


Ad Man (1975)





Στις μέρες μας ο Marc Elilington βρίσκεται να ασχολείται με την γη, έχοντας εγκατασταθεί στο ιστορικό κάστρο Towie Barclay Castle, το οποίο είχε αγοράσει την δεκαετία του 70 (και το αποκατέστησε την εποχή που έκανε αυτούς τους δίσκους).


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020







 

FRESH MAGGOTS 








Hard-Rocking Folk








"Fresh Maggots are going to be very, very big indeed, take it from me" 

Peter Jones - Record Mirror

"Their range is incredible - their sound is amazingly full - they are good and very different" 

Caroline Boucher - Disc and Music Echo


Baloon Song (1971)





Fresh Maggots (RCA SF 8205) 9/71





50 χρόνια πριν δύο φίλοι έκαναν ένα single, το οποίο δεν είχε καμία τύχη. Η καριέρα τους στο χώρο έμοιαζε να έχει βαλτώσει. Αργότερα όμως παίζοντας στο Coventry, είχαν την τύχη να τους ακούσουν δύο στελέχη της RCA. Μία εβδομάδα μετά, υπέγραψαν συμβόλαιο στην εταιρεία αυτή. Το ένα και μοναδικό τους άλμπουμ πήρε αρκετούς μήνες για να ηχογραφηθεί στα The Radio Luxembourg στούντιο στο Λονδίνο. 


Spring (1971)







Το αποτέλεσμα ήταν μία μοναδική ανάμιξη μελωδικής ακουστικής folk να παρατίθεται δίπλα σε ένα κρεσέντο λυσσασμένης fuzz κιθάρας και από πάνω να βγαίνει η καθαρή, ειλικρινής φωνή του Mick. Μπορεί να ακούγεται σαν εγγυημένη συνταγή για να αποτύχεις, αλλά στην περίπτωση του ντουέτου μας δούλεψε υπέροχα. 


Everyone's Gone to War (1971)






Οι Fresh Maggots είναι ένα υπερφυσικό ντουέτο που παράγει αρκετό ήχο, που μπορεί να περάσει σε όλο και περισσότερο κόσμο και παίζουν μία πολύ ωραία μίξη ηλεκτρικής και ακουστικής μουσικής που μπορεί να περάσει κάτω από την ταμπέλα folk-rock.


Who's to Die (1971)






Συχνά είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι εδώ παίζουν μόνο δύο άνθρωποι. Σίγουρα δεν μιλάμε για ένα συνηθισμένο folk-rock ντουέτο. Μιλάμε για ένα εντυπωσιακό σετ οργάνων που χρησιμοποιούν, αλλά περισσότερο αίσθηση κάνει η fuzz κιθάρα. Κάτι που το 1971 φάνταζε τόσο διαφορετικό!


Frustration (1971)






Ο Mick Burgoyne παίζει ηλεκτρική κιθάρα, glockenspiel (είδος ξυλόφωνου), ταμπουρίνο, βιολί και δύο tin whistles (ξύλινο πνευστό) αρμονικότατα, όπως επίσης γράφει στίχους. Ο Leigh Dolphin παίζει ακουστική κιθάρα και γράφει μουσική. Το αποτέλεσμα; Άλλες φορές ακατέργαστο, άλλες φορές πολύ γλυκό, όμως πάντοτε ενδιαφέρον. Ένα άλμπουμ που δημιουργήθηκε από δύο εφήβους που εμφανίστηκαν πιθανώς με το πιο αηδιαστικό όνομα (φρέσκα σκουλήκια), ένα πράγματι παράξενο άλμπουμ. 


Rosemary Hill (1971)






Για περίπου μισό από το άλμπουμ μπορούν να περιγραφούν ως ένα hard rock ντουέτο με ένα και μόνο hard rock μουσικό όργανο. Χωρίς μπάσο, χωρίς ντραμς, μόνο ακουστική κιθάρα και μανιασμένη fuzz κιθάρα. Κάποια από τα πιο folk τραγούδια είναι πολύ όμορφα, με το ενορχηστρωμένο και ονειρικό "Rosemary Hill" να είναι ένα από τα highlights του δίσκου. Το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι στο Blackwater Park στο Buckinghamshire και σχεδιάστηκε από το Keef. Το άλμπουμ περιλάμβανε το πολύ όμορφο και λυπητερό "Who's to Die", το οποίο εμπνεύστηκε από ένα σχεδόν μοιραίο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Eagle street στο Coventry και το εθιστικό "Rosemary Hill", εμπνευσμένο από ένα δρόμο που λέγεται έτσι στο Kenilworth.


Dole Song (1971)






Παρά την αίσθηση που έκαναν και την επιτυχία τελικώς, ήταν πολύ διστακτικοί για να αφήσουν την ημερήσια δουλειά τους, πράγμα που είχε αρνητικό αποτέλεσμα στην καριέρα τους. Βέβαια δεν έμελλε να είναι ακριβώς το τέλος τους, καθώς πολλά χρόνια αργότερα το άλμπουμ άρχισε να παίζεται συχνά από τα Αμερικανικά ραδιόφωνα, ωθώντας στην επανέκδοση σε CD το 1995 στην Amber-sound.


And When She Laughs (1971)






Είναι οπωσδήποτε ένα ενδιαφέρον και μοναδικό άλμπουμ, αν και λόγω υπερβολικά υψηλής αξίας, θα πρέπει να περιοριστεί κανείς σε επανέκδοση (αυτή της Sunbeam του 2006 είναι πάρα πολύ καλή, με εσωτερικές σημειώσεις για την ιστορία του γκρουπ και τα τραγούδια, φωτογραφίες και το ορίτζιναλ δελτίου τύπου από την κυκλοφορία του το 1971). Εδώ βρίσκεται η σελίδα τους. 




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020











THE FORUM QUORUM







Psych Pop Garage







Το κουιντέτο από την Astoria είχε στο lineup του τον Ελληνικής καταγωγής Sturg Pardalis και όπως μπορείτε να δείτε το εξώφυλλο αποπνέει άρωμα Ελλάδας. Οι  The Forum Quorum, έχοντας υπογράψει στην Decca, κυκλοφόρησαν ένα και μοναδικό άλμπουμ σε παραγωγή Milt Gabler υπό την επίβλεψη του Pardalis και έκαναν κάποια δουλειά σε ταινίες και μία σειρά εμφανίσεων σε τηλεοπτικά σόου. Μοιράστηκαν την σκηνή με τον Jimi Hendrix και ήταν η μπάντα που άνοιγε για τους Gladys Knight and The Pips στο The Westbury Music Fair στο Westbury, Long Island, NY.

(I Wanna) Testify (1968)







The Forum Quorum (Decca DL 5030 / 75030) 11/68





Για όλο αυτό στο οποίο δίνει έμφαση το εξώφυλλο, τις Ελληνικές τους ρίζες και ισχυρίζεται ότι "προσθέτουν ένα ηλεκτρικό μπουζούκι, την κλασική Ελληνική κιθάρα, συν ένα φλάουτο πάνω από ένα rock ρυθμό", αυτό το garage LP ακούγεται πολύ παρωχημένο για τα τέλη του 1968. Και δεν το λέω επειδή δεν ακούγεται διασκεδαστικό-ο ήχος τους δεν είναι τόσο περιπετειώδης, αλλά το μελαγχολικό vibe τους κάθεται καλά, με αρμονίες που κάνουν αίσθηση και όργανο Farfisa. 

Monologue (1968)





Εκεί που εμφανίζονται το φλάουτο και το μπουζούκι, στα τραγούδια "Girl Make up Your Mind", "Your Turn to Cry" και "No More Tears" (το θέμα μίας ταινίας με τον τίτλο Mission: Mars) τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα. Είναι κρίμα που δεν τα χρησιμοποίησαν πιο εμφανώς καθ'όλη την διάρκεια του σετ.

Girl Make up Your Mind (1968)





Τίποτα το ιδιαίτερα ψυχεδελικό εδώ, αν και η διασκευή τους του "(I Wanna) Testify", του George Clinton (Parliament) έχει κάποια φανερή lead κιθάρα και μεγάλο ορχηστρικό μέρος και το ορχηστρικό κομμάτι που κλείνει "Synopsis" αγγίζει την acid rock.

51st Thought (1968)






Η μπάντα ήταν επίσης το θέμα ενός βιβλίου που λεγόταν How to form a rock group, που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1968 και είχε την περιγραφή ως ΄ένας οδηγός για μία καριέρα ή χόμπυ σαν μουσικός της rock΄. Σύμφωνα με το εξώφυλλό του, περιγράφει τα επιτεύγματα των The Forum Quorum, οι οποίοι ακολούθησαν τις προτάσεις αυτές βήμα-βήμα για να αγοράσουν μουσικά όργανα, να αναζητήσουν ατζέντη, να ηχογραφήσουν, να επιλέξουν ρούχα και ένα όνομα και να αναπτύξουν ικανότητα παρουσίασης.

No More Tears (1968)





Λαμπερή, με καλή παραγωγή (αν και μερικά τραγούδια θα μπορούσαν να έχουν περισσότερο beat) και καλογραμμένη pop που ενδυναμώνεται με καθαρές garage και ψυχεδελικές επιρροές, χάρη στο ηλεκτρικό μπουζούκι και τα κρουστά. Η αγγλική επιρροή είναι δυνατή, οι συνθέσεις ποτέ δεν φορτώνουν την μουσική τους, τα φωνητικά είναι τέλεια και το όργανο εκδηλώνει ευχάριστα την παρουσία του. 

Misery (1968)





Ιδιαιτέρως μου αρέσει το "Misery" και το "Just the Same". Mε σχεδόν 5 λεπτά, το "(I Wanna) Testify" είναι με μεγάλη διαφορά το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι και το πιο heavy, αλλά παρά κάποια πολύ καλή fuzz κιθάρα και όργανο προς το τέλος, το ψυχεδελικό αυτό στυλ δεν πείθει και πολύ, λαμβάνοντας υπ'όψη τα υπόλοιπα τρακς.

Synopsis (1968)





Ο ήχος από gong στην αρχή του "Synopsis" είναι μία νύξη ότι θα είναι πιο ψυχεδελικό, αλλά-παρά κάποιο μελαγχολικό όργανο-είναι λίγο απογοητευτικό. Ένας δίσκος που θα είχε μεγαλύτερη επιτυχία αν είχε γίνει ένα χρόνο ή κάτι τέτοιο πριν. Αν και προσωπικά για μένα ένας από τους αγαπημένους μου.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020












LUCIFER








Hard Blues Psych







Ο Joey Gallo (keyboards), o Vincent (Butch) Biocca (μπάσο), ο Pete Shelton (lead guitar) και ο Joe (Matti) Mattioli, έγιναν φίλοι και συνεργάτες προς το τέλος των ταραγμένων 60'ς. Βρίσκονταν μαζί σε ένα προηγούμενο σχήμα που επίσης περιλάμβανε και τον Lou Gramm, που αργότερα θα αποκτούσε φήμη στους Foreigner. Ήταν γραμμένο να διαλυθούν για να τραβήξει ο καθένας το δρόμο του, πριν γίνει η επανένωση δυο χρόνια αργότερα.


Where Do We Go from Here (1970)





Lucifer (Gallo LP-2869) 1970





Παγερά αδιάφορο σκοτάδι γεμίζει το συναισθηματικά φορτισμένο αμφιθέατρο, που περιβάλλει την λυσσασμένη λαοθάλασσα που είναι γνωστή ως οι ΄φαν΄. Έξω ο αέρας ουρλιάζει καθώς η βροχή πέφτει, χτυπώντας με δύναμη όλους και όλα στο πέρασμα του. Κι όμως, δεν συγκρίνεται με την αμετακίνητη εμμονή των πιστών που έχουν έλθει σε αυτό το μέρος. Το πλήθος έχει εθελοντικά και με αγάπη πολεμήσει τα στοιχεία της φύσης, μόνο για να έχει μία ευκαιρία να δει και να ακούσει τους ήρωες του. 


Sixteen (1970)




Αυτή τη νύχτα, ο μανιακός πενταμελής οδοστρωτήρας, γνωστός ως Lucifer θα βγει στην σκηνή ακόμα μία φορά, πειράζοντας και καλοπιάνοντας το κοινό, αλλά τα ίδια θα κάνουν και μεταξύ τους. Παίζοντας μουσικά με το μυαλό του κοινού και παίρνοντας τους σε ένα ταξίδι, που εγγυάται να αφήσει το πλήθος εξαντλημένο εντελώς και σε έκσταση.


I'm Gonna Make It (1970)




Αν ρωτούσες ένα μέλος των Lucifer που αποδίδουν την επιτυχία τους, θα σε κοιτούσε σαν άλιεν, καθώς δεν ήταν κάτι που να είχε απασχολήσει ποτέ κανέναν τους. Έκαναν μόνο ότι αγαπούσαν να κάνουν, τίποτα γύρω από αυτούς δεν είχε σχεδιασθεί, ούτε η μουσική, ούτε το σόου, ούτε καν οι προσωπικότητες τους. Απλά ότι έβλεπες, αυτό ήταν. Οι Lucifer ήταν μία Αμερικανική-Ιταλική μπάντα που σχηματίστηκε στο Rochester το 1969. Το δυνατό σημείο της μπάντας υπήρξε ο τραγουδιστής Joe (Matti) Mattioli, του οποίου τα εκφραστικά φωνητικά είχαν απίστευτο εύρος. Τον Απρίλιο του 1971, ο Matti έλαβε μία κλήση από τον Butch να βρεθούν για ένα τζαμ. Θα βρίσκονταν στο σπίτι του ορίτζιναλ lead guitarist Al (Skip) Streber. 


You Better Find Someone to Love (1970)





Το ταλέντο του Skip μπορεί να ακουστεί σε δύο κομμάτια του άλμπουμ. Ήταν σε αυτή την συνάντηση που ο Matti συνάντησε τον νέο τους ντράμερ Joe Bertola και ήταν εκείνη η νύχτα που οι αινιγματικοί Lucifer πήραν ζωή. Μέσα σε ένα χρόνο οι Lucifer είχαν εδραιωθεί στην καρδιά και στο μυαλό των φαν στην δυτική Νέα Υόρκη. Εκείνη την περίοδο ήταν που ο Skip άφησε την μπάντα αναζητώντας άλλες ευκαιρίες, κάνοντας χώρο στον Pete Shelton να ολοκληρώσει το σχήμα.


Dreaming Isn't Good for You (1970)





Η μουσική που έπαιξε η ξεχασμένη αυτή μπάντα μπορεί να σημειωθεί ως υψηλού επιπέδου rock με ψυχεδελικές πινελιές, που θυμίζει Vanilla Fudge με δυναμικές κιθάρες και φωνητικές αρμονίες. Μέσα στο ένα και μοναδικό τους άλμπουμ υπάρχει και μία διασκευή του "Get Together" του Dino Valenti. Όπως γίνεται στις περιπτώσεις αυτές, οι συλλέκτες συνωστίζονται για μία ορίτζιναλ κόπια που αν ποτέ βρισκόταν θα κόστιζε μία περιουσία!


Get Together (1970)






Το πλήθος είναι ακούραστο, οι ενισχυτές έχουν ανοίξει και το βουητό από τα ηχεία ξεσηκώνει το κοινό καθώς σπρώχνουν για να βγουν μπροστά,  να βρουν μία θέση. Τα κόκκινα και τα πράσινα led των ενισχυτών δείχνουν το δρόμο μέσα στο σκοτάδι σαν τους λένε "ετοιμαστείτε". Η μπάντα στολισμένη με χρώματα σε μία ποικιλία από στυλ, ατομικά όσο και μουσικά, συνοδεύεται από τα φώτα που αναβοσβήνουν στην σκοτεινή σκηνή. Δημιουργώντας αναστάτωση γύρω τους, αρχίζουν τα σφυρίγματα και οι στριγγλιές που ξεσπούν σε ένα κύμα από χειροκροτήματα. Μία νότα από το μπάσο για να τεστάρουν. Ακολουθεί η κιθάρα μαζί με ένα χτύπημα στα πλήκτρα. Η μπάντα είναι έτοιμη, όχι απλά για ακόμα ένα κονσέρτο, αλλά για την ενσάρκωση της απόλυτης εμπειρίας, γνωστής ως Lucifer. Τα ντραμς δίνουν τον χρόνο καθώς οι πρώτες νότες βγαίνουν μέσα στο σκοτάδι και η σκηνή εκρήγνυται σε μυριάδες από χρώματα που σε τυφλώνουν όπως ο ήλιος. Ο ήχος των Lucifer σκίζει το σκοτάδι, κάθε νότα βρίσκει το δρόμο διαμέσου των σχεδόν αδιαπέραστων κραυγών του πλήθους και το ταξίδι στην έκσταση ξεκινάει ακόμα μία φορά.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020












CLARK-HUTCHINSON












Raga-Psych for Blues Guitar









Ο Andy Clark ήταν ένας πολυοργανίστας που έπαιζε με πολύ ευφάνταστο τρόπο σαξόφωνο. Όσον αφορά στον Mick Hutchinson μάλλον θα πρέπει να ψάξει πολύ κανείς για να τον παρομοιάσει στον τρόπο που έπαιζε κιθάρα. Απλά κιθαρίστες όπως ο Peter Green, o John McLaughlin και ο Sonny Sharrock συχνά ανέφεραν το παίξιμο του ως μεγάλη επιρροή για αυτούς. Το σχήμα αυτό ενισχυμένο ενίοτε από ντράμερ και μπασίστα έκανε συνολικά 4 δίσκους στην Decca από το 1969 έως το 1971. 

The Summer Seemed Longer (1969)






Clark-Hutchinson (Decca LKR 5006) 1969






Ηχογραφημένο τον Μάρτιο του 1969, το πρώτο LP από το ντουέτο των Mick Hutchinson και Andy Clark απορρίφθηκε από την Decca, επειδή υποτίθεται το τρακ "Make You" θεωρήθηκε άσεμνο. Είναι το ίδιο πιθανόν να έγινε επειδή δεν ήταν τόσο καλό, αν και το υπέροχο δεύτερο άλμπουμ τους έγινε απλώς δυο μήνες αργότερα και είναι σε ένα εντελώς διαφορετικό στυλ.

Guess I Have to Set You Free (1969)






Το απίστευτο παίξιμο του Hutchinson (κιθάρα) είναι προς μεγάλη έκπληξη συγκρατημένο και το ιδιόμορφο, έντονο στυλ που θα ευδοκιμούσε στα επόμενα LP δεν εξυπηρετείται ιδιαίτερα καλά από την στάνταρ φόρμα των blues που κυριαρχεί. Λέγοντας αυτά, υπάρχουν ορισμένα εντυπωσιακά μέρη, όπως το φοβερό σόλο στο "Can't Carry You" και το δεξιοτεχνικό αργό blues "Summer Seemed Longer", το οποίο κλείνει το άλμπουμ. Μία ολοκληρωμένη κόπια επέζησε, χωρίς εξώφυλλο (που ποτέ δεν έγινε μέχρι το 1994).





A=MH2 (Decca Nova (S) DNR 2) 1/70






Άγριοι και ασυμβίβαστοι αυτοσχεδιασμοί σε μία jazz rock συλλογή...
Η κιθάρα του Hutchinson που απογειώνεται και ουρλιάζει, είναι εντελώς ξεχωριστή και οι δύο τους είναι καλοί μουσικοί και έχουν κάτι να πουν...
Όλη η δεξιοτεχνία του λευκού Ευρωπαίου μουσικού της rock του 20 αιώνα είναι διαθέσιμη να την θαυμάσει κάθε θνητός σε όλο αυτό το σετ.

Impromptu in E Minor (1970)






Ο Mick Hutchinson και Andy Clark είναι άξιοι πολλών συγχαρητηρίων που καταφέρνουν να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση σε αυτό το άλμπουμ που έχει raga επιρροή.
Αν και το ντουέτο παίζει μία ποικιλία οργάνων-έγχορδα και πνευστά-είναι το παίξιμο της κιθάρας του Hutchinson που παρουσιάζεται περισσότερο και η τεχνική του ικανότητα ανταγωνίζεται μόνο από την εφευρετικότητα του...
Το άλμπουμ αυτό είναι άριστο και οι μουσικοί ενισχυόμενοι από περισσότερα όργανα στις live εμφανίσεις τους, παρασύρουν όλο και μεγαλύτερο κοινό.

Textures in 3/4 (1970)






Αποτελούμενο από μόλις πέντε μεγάλα ορχηστρικά κομμάτια, αυτό ονομάζεται μάννα εξ ουρανού για ανθρώπους που τους αρέσει η heavy κιθάρα με Ανατολίτικες επιρροές. Ο Hutchinson και ο Clark είχαν παίξει μαζί σε αρκετές μπάντες (συμπεριλαμβανομένων των Sam Gopal's Dream) και ήταν δεξιοτέχνες μουσικοί, που καταλάβαιναν τέλεια ο ένας τον άλλο.
Αυτές οι μεγάλες εκδρομές στον αυτοσχεδιασμό είναι επομένως έντονες και πειστικές και δεν επαναλαμβάνονται, όπως κάποιες άλλες κάνουν.
Το κομμάτι που ανοίγει "Improvisation on An Eastern Scale" έχει πολύ άγρια κιθάρα. Το "Acapulco Gold" είναι ένα γλυκό, σχεδόν jazz θέμα, το "Impromptu in E Minor" έχει ακόμα περισσότερη καυτή κιθάρα πάνω από ήρεμο παίξιμο στο πιάνο, το "Textures in 3/4" σκορπίζει σόλο από κιθάρα και σαξόφωνο πάνω από ένα μελαγχολικό groove και το "Improvisation on An Indian Scale" παρουσιάζει ανωτάτου επιπέδου fleet-fingered παίξιμο, δηλαδή πολύ-πολύ γρήγορο. Πολύ ουσιαστικό άκουσμα και συστήνεται σε όλους όσους έχουν την μουσική ως επάγγελμα. Ουδέτερο ή αδιάφορο πιθανώς άκουσμα για όσους δεν ενδιαφέρονται για την μουσικότητα και απλά θέλουν να ακούσουν ένα καλό τραγούδι.

Improvisation on An Indian Scale (1970)






Τίποτα το κραυγαλέο ή κλισέ δεν υπάρχει εδώ μέσα. Ένα δυνατό υποψήφιο για καλύτερο άλμπουμ με Ανατολίτικη χροιά από τα τέλη των 60'ς-αρχές 70'ς, που εμφανίστηκε από την Αγγλική rock σκηνή.





Retribution (Deram SML 1076) 11/70







Αυτή τη φορά εγκαταλείπουν την μουσική ακεραιότητα για την διασκέδαση...
Το "Death, the Lover" είναι τρομακτικό και θα σε φρικάρει, αλλά ευτυχώς εξελίσσεται με σχετικά ήρεμο κλείσιμο. Αυτό το τρακ και το "Free to Be Stoned" κάνουν αυτό το άλμπουμ να αξίζει.

Free to Be Stoned (1970)






Μία από τις καλύτερες Αγγλικές μπάντες οι Clark και Hutchinson είναι βασικά στην rock, αλλά μπορούν να παίξουν και λίγο φοβερή jazz επίσης...
Η προσθήκη ντράμερ και μπασίστα προσθέτει δύναμη στον ήχο τους, αλλά το στοιχείο της raga που υπήρχε στο A=MH2 έχει εξαφανιστεί.

Best Suit (1970)






Το άλμπουμ επικεντρώνεται σε τρία κομμάτια δυναμίτες-"Free to Be Stoned", "Best Suit" και "Death, the Lover". Το πρώτο είναι αδιαφιλονίκητα το πιο γνωστό τους και είναι 8 μηδενιστικά λεπτά καθαρής εξοντωτικής blues κιθάρας. Το "Best Suit" στο μεταξύ είναι 11 λεπτά από άγρια κιθάρα και Hammond σε αμόκ, θρηνώντας το τι ήταν ένας εξαγριωμένος νέος στην Αγγλία των 70'ς.

Death, the Lover (1970)






Όσο για το "Death, the Lover", είναι ψυχοτροπικό. Μία εφιαλτική λυρική επέλαση στις αισθήσεις. Τα υπόλοιπα δύο κομμάτια είναι στάνταρ blues rock και εύκολα επισκιάζονται από τα προαναφερόμενα.





Gestalt (Deram SML 1090) 12/71







Δύο πολυοργανίστες με την προσθήκη ντραμς, οι οποίοι γράφουν όλο το υλικό. Μία αίσθηση δήθεν και λίγη σύγχυση, όπως φαίνεται στα δύο "Disorientated" κομμάτια. Όμως κάποιοι στίχοι είναι πολύ καλοί.

Love Is the Light (1971)






Το τελευταίο από τα τρία άλμπουμ που έκαναν στην Deram (ένα εντυπωσιακό κατόρθωμα, δοθείσης της κακόφημης έλλειψης εστίασης της εταιρείας καθώς και του απαράδεκτου μάρκετινγκ) και μία σχεδόν καθαρτήρια συλλογή που δίνεται με λύπη και μετάνοια. Υπάρχουν φορές που αισθάνεσαι ότι εισβάλεις σε κάτι βαθιά προσωπικό και σπανίως έχω ακούσει δύο ανθρώπους να προσφέρουν τόσο συναίσθημα με τα μουσικά όργανα.

The Light Burns on (1971)






Ο Mick Hutchinson είναι σίγουρα ένας από τους πιο υποτιμημένους κιθαρίστες που πέρασαν από τον πλανήτη και σίγουρα δεν υπάρχει νότα που να σπαταλιέται άδικα στο άλμπουμ.
Η φωνή του Andy Clark γεμάτη με θλίψη, αλλά ποτέ κλαψιάρικη. Και επιπλέον, να παίζει σαξόφωνο σαν δαιμονισμένος.

Man's Best Friend (1971)






Highlight για μένα είναι το "Love Is the Light", ένα έντονο τραγούδι με εξαιρετική Ισπανική κιθάρα και keyboards που σε πηγαίνουν κατευθείαν στην ψυχή του Clark. Σε αυτό το άλμπουμ χρησιμοποιούν ντράμερ, αλλά χωρίς να θέλω να τον μειώσω παίζει περιστασιακά. Γενικά ένα θαυμάσιο άλμπουμ.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης