Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019



THE GENTLE SOUL 



Folk-Psych Pop




Την δεκαετία του '60 υπήρχε ένας τραγουδιστής/τραγουδοποιός που τον έλεγαν Rick Stanley. Ο ίδιος δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο στην folk-rock σκηνή, όμως συνεργάστηκε με μία νέα κοπέλα την Pamela Polland, που έκανε ακριβώς το ίδιο με τον Rick και σχημάτισαν την μπάντα μας, δίνοντας μορφή σε ένα ονειρικό μουσικό ντουέτο. Έπαιξαν στο Troubadour και είχαν φίλους διάσημους μουσικούς του είδους (Jackson Browne, Ry Cooder, Linda Ronstadt, και πολλούς ακόμα) ενώ με παραγωγό τον Terry Melcher των The Byrds, έκαναν ένα συμβόλαιο στην Columbia (στην Epic που ήταν η θυγατρική label για τα εναλλακτικά θα λέγαμε της εποχής). Υπέροχες φωνητικές αρμονίες και κάποιοι υπέροχοι τόνοι, με την βοήθεια καταξιωμένων session καλλιτεχνών, με harpsichord, τσέλο και φλάουτα.

Young Man Blue (1968)




Όλοι έλεγαν ότι το μουσικό ζευγάρι ήταν πολλά υποσχόμενο κι ότι θα ξεχύνονταν στην κλίμακα των chart, όμως δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Το 1969 ήταν δυστυχώς η τελευταία χρονιά αυτού του σχήματος, με τον Rick και την Pamela να αρχίζουν ξεχωριστά σόλο καριέρα και οι The Gentle Soul σύντομα θα ανήκαν στο παρελθόν.
Όμως ας απολαύσουμε την υπέροχη κιθάρα του "δάσκαλου" Ry Cooder στα καλύτερά της:

Overture (1968)




The Gentle Soul (Epic BN 26374) 7/68




Μία ωραιότατη ηχογράφηση που είναι ταυτόχρονα συναρπαστική και ευχάριστα χαλαρωτική. Τα τραγούδια είναι μελωδικά, οι αρμονίες πολύπλοκες και καθαρές και η μουσικότητα ιδιαιτέρως καλά αναπτυγμένη στα ακουστικά όργανα. Μοιάζουν να έχουν κληρονομήσει την πλούσια κληρονομιά των Richard & Mimi Farina, εξελίσοντας τις πιό τρυφερές πτυχές της και γλυκαίνοντας τον ήχο με πιό πλούσια ενορχήστρωση.

Reelin' (1968)




Σαν ένα άλλο Song Cycle (Van Dyke Parks) μοιάζει o δίσκος του ζευγαριού μας να διεκδικεί τον τίτλο του πιό υποτιμημένου πανέμορφου άλμπουμ. Σε παραγωγή του Terry Melcher είναι κάτι που πρέπει να ακουστεί και σίγουρα ανήκει στα ακούσματα που προωθεί η μουσική γωνιά μας.

See My Love (1968)




Είναι πιθανόν σημείο των καιρών ότι το είδος της μουσικής με την γλυκιά ευτυχία με την οποία την εξέφρασαν οι The Gentle Soul δεν συγκρατεί το ενδιαφέρον κάποιων. Ναι, είναι καλά παιγμένη, ναι, είναι ευχάριστη, γλυκιά και αμυδρά θυμίζει εκατοντάδες απόμακρα folk θέματα και μελωδίες. Αλλά είναι αυτό αρκετό; Δεν νομίζω. Αν κάποιος άκουγε folk εκείνη την εποχή στην εμπορική της μορφή, θα προτιμούσε να ακούσει τις πολύ περισσότερο δυναμικές εκδοχές που έκαναν τύποι σαν τον Bob Dylan, τον Tim Hardin και την Joni Mitchell.

Flying Thing (1968)




Ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ, ένα LP που φανερά κανείς δεν ενδιαφερόταν γι'αυτό τότε και πόσο μάλλον στις μέρες μας. Μία αυθεντική ομορφιά που αρχίζει κάθε μέρα με ηρεμία και θετική σκέψη. Η Pam Polland και ο Rick Stanley έγραψαν τα περισσότερα από τα τραγούδια και τα τραγούδησαν με ένα στυλ σαν του Donovan ή των Richard & Mimi Farina. Οι Van Dyke Parks, Paul Horn και Ry Cooder είναι ανάμεσα στους μουσικούς που συνεισφέρουν. Το "Overture" και το "Marcus" είναι ιδιαιτέρως ελκυστικά.

Marcus (1968)




Ντελικάτη folk-pop κατευθείαν από το ντουέτο του Laurel Canyon με την βοήθεια των Van Dyke Parks, Paul Horn, Ry Cooder, Mike Deasy, Bill Plummer και άλλους. Το κομμάτι που ανοίγει το δίσκο "Overture" με πινελιές από μελωδίες που ακούγονται και αλλού στο άλμπουμ, είναι φανερά προιόν πολλής σκέψης και επιμέλειας. Το ντουέτο τραγουδάει και παίζει κιθάρα καλά και οι συνθέσεις (έγχορδα, φλάουτο, όργανο, harpsichord, tabla και άλλα), ποτέ δεν "πνίγουν" τα κομμάτια. Στα highlights είναι το νανούρισμα "Marcus", το ευαίσθητο "See My Love (Song For Greg) και το ονειρικό "Empty Wine". Παρά το ταξιδιάρικο εξώφυλλο, η μουσική δεν είναι σχεδόν καθόλου ψυχεδελική και αναμφίβολα πολύ δύσκολη για κάποια αυτιά. Αλλά εάν σου αρέσει η λυρική, χωρίς κυνισμό ακουστική μουσική σίγουρα πρέπει να το ακούσεις. Το ντουέτο, παρεμπιπτόντως, είχε κάνει συμβόλαιο το 1966, αλλά το άλμπουμ τους δεν εμφανίστηκε μέχρι τον Ιούλιο του 1968,  εγείροντας πολλά μουρμουρητά από τον underground μουσικό τύπο για την καθυστέρησή του.

Empty Wine (1968)




Το πομπώδες "Overture" υπονοεί ότι αυτό το άλμπουμ πρόκειται να είναι progressive, αλλά το υπόλοιπο έχει μία αίσθηση περισσότερο του στυλ τραγουδιστής/τραγουδοποιός, με δυνατές μπαρόκ αιχμές και αξιόλογα χίπικα στοιχεία. Είναι ένα ωραίο LP, με πρώτης τάξεως συνθέσεις και ενορχήστρωση, αλλά δεν προξενεί μεγάλη έκπληξη που δεν είχε την επιτυχία που θα ανέμενε κανείς.

Renaissance (1968)




Δεν ήταν πολύ αιχμαλωτιστικά τα τραγούδια για να περάσει στα top 40, αλλά ούτε και ιδιαίτερα για να κάνουν αίσθηση στους underground ακροατές. Παρόλα αυτά, το στοιχειωτικό, ελαφρά ταξιδιάρικο "Reelin" είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι και ίσως το καλύτερο τρακ μαζί με το "Overture". Το ντουέτο μας διαλύθηκε αμέσως μετά την ηχογράφηση του άλμπουμ και ο καθείς ξεκίνησε σόλο καριέρα.


PAMELA POLLAND

Pamela Polland (Columbia KC 31116, με εσώφυλλο) 5/72




Με ένα στυλ ερμηνείας τόσο μακριά από το συμβατικό, όπως η Melanie, η Ms. Polland προσφέρει ένα εμπορικό πακέτο με σκοπό να την ανεβάσει στα chart. Σε αυτό το άλμπουμ βρίσκεται στο πιάνο ο Nicky Hopkins, ενώ σαν guest εμφανίζεται o Jimmy Spheeris.
Αυτό το άλμπουμ δεν ακούγεται καθόλου σαν το άλμπουμ των The Gentle Soul ή κάποιο από τα δύο τραγούδια που η Polland είχε συνεισφέρει στο απίστευτο (και καλά κρυμμένο) Some Songs I've Saved της Kathy Smith την προηγούμενη χρονιά (και που κανένα δεν εμφανίζεται σε αυτό το LP). Είναι mainstream pop-rock με πιάνο επηρεασμένο πολύ από Carole King. Στους guest επίσης μπορεί να συναντήσει κανείς τον Taj Mahal.

Out of My Hands / Texas (1972)




H Pamela ηχογράφησε κι άλλα δύο LP, ένα από τα οποία την επόμενη χρονιά με τον Ry Cooder.


RICK STANLEY

O Rick Stanley σήμερα σχεδιάζει και κατασκευάζει άρπες και παρουσιάζει Κέλτικη μουσική μόνος ή με το συγκρότημά του.

Song of Life (Ganesh Productions) 1970


Χρόνια πριν είχε ηχογραφήσει ένα δυναμικό άλμπουμ το Song of Life, που περιέχει κάποιες από τις αγαπημένες του μπαλάντες από την Αγγλική, Ιρλανδική και Σκωτσέζικη παράδοση, όπως και κάποια ορίτζιναλ. Ακούστε κάτι...

Truth of Life (1970)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019



HEADSTONE CIRCUS



Great Unknowns



Οι Headstone Circus ήταν ένα γκρουπ της ψυχεδελικής rock / folk rock και σχηματίστηκαν το 1966 από τον Glenn Faria. Έκαναν ένα μόνο θαυμάσιο άλμπουμ ηχογραφημένο ανάμεσα στο 1968-1970, το οποίο όταν ακούσεις θα θυμηθείς τους Crosby, Stills, Nash & Young και όχι μόνο. Καλές συνθέσεις, καλά παιγμένο υλικό, αλλά και μία απόκοσμη λάμψη.

Summers Gone (2004)




Η ιστορία όπως μας αφηγείται ο Glenn Faria έχει ως εξής:
"Την νύχτα του Halloween πήγαμε σε ένα παλιό νεκροταφείο, πήραμε LSD και περάσαμε μία πολύ παράξενη νύχτα ανάμεσα στις ταφόπλακες. Οι ταφόπλακες έμοιαζαν να λιώνουν και να παίρνουν μορφές ζώων. Κάποιοι είδαμε πνεύματα, εγώ δεν είμαι σίγουρος τι είδα, αλλά όλο αυτό ήταν πολύ ενοχλητικό. Ύστερα ονομάσαμε εκείνη την νύχτα "Headstone Circus". Έμοιαζε κατάλληλος τίτλος και για το γκρουπ μας, έτσι δημιουργήθηκε το όνομα της μπάντας μας".

I'm Going Down (2004)




Η μπάντα μας ήταν από την Ουάσινγκτον και το lineup περιλάμβανε τον Nick Bonis στο μπάσο, τον Glenn Faria στα φωνητικά και στην lead guitar, τον Mike Johnstone στην ρυθμική κιθάρα και τον Randy Pope στα ντραμς. Κύριος τραγουδοποιός ήταν ο Faria, αλλά η μπάντα μας ενώ ηχογράφησε υλικό περισσότερο από δύο χρόνια, ποτέ δεν κατάφερε να κάνει συμβόλαιο ή να προσελκύσει το ενδιαφέρον. Αυτό μοιάζει να τους αδικεί κατάφωρα, μιάς κι αν κρίνουμε από τα τρακς του δίσκου, επρόκειτο για ταλαντούχους μουσικούς που έπαιξαν όπως οι Allman Brothers, οι Buffalo Springfield, οι CSN & Y, διατηρώντας τον προσωπικό ιδιαίτερο ήχο τους.

I'm Crazy (2004)




Η γλυκιά, soulful μελωδική φωνή του Faria κάλυπτε ευρύ φάσμα, από blues μέχρι εμπορική pop, ενώ τα υπόλοιπα μέλη υποστήριζαν άξια. Το θέμα βέβαια δεν είναι ότι μιμήθηκαν γνωστά σχήματα της εποχής. Είναι ότι άξιζαν περισσότερο από άλλα σχήματα που είχαν αγκιστρωθεί στην μουσική βιομηχανία. Μου είναι δύσκολο να χωνέψω ότι για αυτό τον υπέροχο δίσκο δεν κέρδισαν ποτέ τίποτα από δικαιώματα.

Arms of God (2004)




O Glenn Faria άφησε το γκρουπ όταν του έγινε πρόταση για σόλο καριέρα. Η σόλο δουλειά του είναι ένα psych-folk LP του 1970, μία κόπια του οποίου αν ποτέ βρεθεί θα κοστίζει πάνω από 500 ευρώ και περιέχει μέσα δικό του υλικό, αλλά και τραγούδια από την εποχή με τους Headstone Circus, όπως το "Summer's Gone".

Bear Down (2004)




Το LP των Headstone Circus κυκλοφόρησε πολλά χρόνια αργότερα, το 2004 και ενώ πρόκειται για ηχογραφήσεις που έγιναν με υποτυπώδη παραγωγή και πενιχρά μέσα, ακούγεται υπέροχο και κρίνεται ουσιαστικό να γνωρίσουν οι αναγνώστες την μουσική που έπαιξε το απίθανο αυτό γκρουπ.

I Love the Wind (2004)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019



RUSH - A FAREWELL TO KINGS





Γράφει ο Γιάννης Μπιτσάκος


Ταξιδεύοντας με το κύμα του progressive rock που είχε καταφέρει να φτάσει στην κορυφή των charts, οι Rush είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχαν τη δύναμη να χρησιμοποιήσουν το ταλέντο τους για να κάνουν εξαιρετικά progressive μουσικά αριστουργήματα.
Μετά την επιτυχία του επικού 2112 και την περιοδεία του, οι Rush επέστρεψαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το καινούργιο τους άλμπουμ A Farewell To Kings. Με αυτόν το νέο δίσκο, υποσχέθηκαν στις λεγεώνες των αφοσιωμένων οπαδών τους ότι θα κάνουν το τέλειο progressive rock άλμπουμ, το οποίο θα ξεπερνούσε όλα εκείνα πριν από αυτό ...

Rush - A Farewell to Kings (1977)




Το τρίο από τον Καναδά ταξίδεψε στη Βρετανία τον Ιούνιο του 1977 για να πραγματοποιήσει μια σύντομη Βρετανική περιοδεία και να ηχογραφήσει το A Farewell To Kings στα Rockfield Studios του Monmouthshire. Στο ντοκιμαντέρ Beyond the Lighted Stage, ο μπασίστας και τραγουδιστής Geddy Lee παρατηρεί : "Το να πάμε εκεί ήταν πραγματικά ευχάριστο, επειδή όλοι οι ήρωές μας ήταν Αγγλοι μουσικοί της ροκ". Κατά συνέπεια, δεδομένου πως το χρέος των Rush στους Led Zeppelin είναι προφανές, είναι επίσης σαφές ότι ο Lee, ο κιθαρίστας Alex Lifeson και ο ντράμερ Neil Peart έφτιαχναν με μαεστρία ένα δικό τους όραμα μέχρι τη στιγμή που το εν λόγω άλμπουμ ήταν σε εξέλιξη : συγκεκριμένα, ένας συνδυασμός τολμηρής, σύνθετης μουσικής και φανταστικών στίχων (που συνήθως γράφει ο Peart) ή sci-fi θεμάτων.

Όταν συζητάμε για τους Rush με το ευρύ κοινό, είναι πολύ εύκολο να διαιρέσεις τους ανθρώπους σε δύο ομάδες. Εκείνους που μισούν τους Rush, και εκείνους που αγαπούν τους Rush. Το βασικό πρόβλημα που οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν με αυτή την μπάντα περιστρέφεται γύρω από το φωνητικό στυλ του frontman Geddy Lee. Οι υψηλές φαλσέτο στριγκλιές και φωνές που συχνά χαρακτηρίζουν τα τραγούδια των Rush δίνουν πάντα το παρόν εδώ, και αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι η ισχυρότερη απόδοση του Geddy μέχρι τώρα.



RUSH



Η κλασική κιθάρα στην εισαγωγή του ομότιτλου τραγουδιού είναι εξαιρετική, προσφέροντας ένα μεσαιωνικό υπόβαθρο που περιλαμβάνει τους ήχους των πραγματικών πτηνών που τιτιβίζουν. Το μπάσο, η ηλεκτρική κιθάρα και τα τύμπανα στη συνέχεια μπαίνουν με ζήλο, κάνοντας γνωστό ότι αυτοί είναι οι Rush και είναι μουσικά στα καλύτερά τους. Λυρικά, το τραγούδι είναι μια μεταφορά μιας καταρρέουσας Βασιλείας ως αλληγορίας της κοινωνίας στο σύνολό της. Οι στίχοι φαίνεται επίσης να δείχνουν ότι αυτό θα είναι το πρώτο άλμπουμ όπου θα απομακρυνθούν από τον κόσμο της συγγραφέως Ayn Randian που ήταν παρών στο προηγούμενο άλμπουμ.


Το "Xanadu" βασίζεται στο ποιήμα του δέκατου όγδοου αιώνα Kubla Khan, του Samuel Taylor Coleridge, όπου ο αφηγητής περιγράφει την αναζήτηση ενός μυθικού τόπου όπου μπορεί κανείς να βρει την αθανασία. Η ήρεμη αρχή φέρνει στο νου τους αγρότες που εργάζονται σε ένα χωράφι ή κοντά σε ένα μοναστήρι σε μια αργή εισαγωγή περίπου δύο λεπτών. Στη συνέχεια, η κιθάρα και τα εφέ ξεκινούν πριν τα τύμπανα έρθουν σαν μια καταιγίδα που κυλάει στα χωράφια. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν λέξεις εδώ, φαίνεται ότι η έννοια μπορεί κυριολεκτικά να είναι ό, τι θέλετε να είναι, και αυτό βοηθά να ζωγραφίσει μια νοητική εικόνα στο μυαλό του ακροατή. Λυρικά, ο πρώτος στίχος είναι ο τραγουδιστής που σκέφτεται πόσο ωραία θα ήταν να βρει το Xanadu. Στη συνέχεια, ο πρωταγωνιστής ξεκινάει το ταξίδι του για να βρει πραγματικά αυτό τον μυθικό τόπο και, μέχρι την τρίτη στροφή, ο ακροατής διαπιστώνει ότι έχει περάσει τα τελευταία χίλια χρόνια παγιδευμένος στον εκεί θόλο της ευχαρίστησης. Το μήνυμα εδώ είναι ο κίνδυνος της εμμονής, και η πραγματική ειρωνεία είναι ότι ακόμη και οι ουρανοί μπορούν να γίνουν κόλαση αν χάσεις την ελευθερία σου.

Xanadu (1977)




Το "Closer to the Heart" είναι το πρώτο τραγούδι των Rush που έχει έναν εξωτερικό συγγραφέα, τον Peter Talbot. Λυρικά, το τραγούδι συνεχίζει το σχεδόν αντι-2112 , αλτρουιστικό μήνυμα. Έχει μια ωραία γέφυρα μετά το δεύτερο στίχο και η κιθάρα του Lifeson είναι αξέχαστη καθ' όλη τη διάρκεια

Closer to the Heart (1977)




Το "Cinderella Man" είναι βασισμένο στην ταινία 'Mr. Deeds Goes to Town' του Frank Capra από το 1936, το οποίο αφορά έναν άνθρωπο που κληρονομεί πολλά χρήματα και στη συνέχεια θεωρείται τρελός όταν αρχίζει να τα ξοδεύει για να βοηθήσει τους φτωχούς. Μουσικά, το τραγούδι είναι εξαιρετικό με το μπάσο του Lee να ξεχωρίζει πραγματικά σε ολόκληρο το τραγούδι μέχρι και την άγρια και funky γέφυρα όπου λάμπει περισσότερο.

Cinderella Man (1977)




Το "Madrigal" είναι λιγότερο εμπνευσμένο, σχεδόν ατελές. Στην επιφάνεια είναι ένα πολύ απλό τραγούδι αγάπης, αλλά βάζοντάς το σε αυτό το άλμπουμ με πιο περίπλοκα και επικά τραγούδια το κάνει να μοιάζει λίγο θλιβερό μουσικά και λυρικά. Υπάρχει ένας ωραίος συνδυασμός ακουστικής και ηλεκτρικής κιθάρας, πλήκτρων και μπάσου, αλλά σχεδόν καθόλου τύμπανο από τον Peart και φαίνεται να τελειώνει πολύ σύντομα, καθιστώντας το ένα από τα πιο παράξενα τραγούδια στη συλλογή των Rush.

Madrigal (1977)




Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το "Cygnus X-1 Book 1: The Voyage". Αυτό το περιπετειώδες τραγούδι φέρνει στο νου πολλά λογοτεχνικά και επιστημονικής φαντασίας θέματα, με ένα φαινομενικά καταδικαστικό τέλος, καθώς το διαστημόπλοιο το ρουφά μια μαύρη τρύπα (αν και επανεμφανίζεται στη συνέχεια στο επόμενου άλμπουμ).

Cygnus X-1 Book 1: The Voyage (1977)




Το ταλέντο του Geddy δεν τελειώνει με τα μοναδικά φωνητικά του. Σε γενικές γραμμές ενεργεί ως ο multi-instrumentalist της μπάντας, παίζει επίσης μπάσο και πλήκτρα. Ενώ τα πλήκτρα δεν είναι τόσο εμφανή εδώ όσο στις μεταγενέστερες κυκλοφορίες των Rush, το ελαφρύ synth ανθίζει στα "Madrigal" και "Cygnus" βοηθώντας να προσθέσει στην ατμόσφαιρα του άλμπουμ και να επεκτείνει την progressive αίσθηση προηγούμενων κυκλοφοριών.
Όταν πρόκειται για το μπάσο, ο Lee θεωρείται ένας από τους καλύτερους. Οι γραμμές μπάσου του είναι γρήγορες, πιασάρικες και πολύ εύκολες στο αυτί. Ακόμη και τα πιο αργά τμήματα των τραγουδιών δείχνουν ότι ο Geddy παίζει γρήγορα και έντονα, συχνά ενώ τραγουδά ταυτόχρονα. Από τις γρήγορες γραμμές στο "Xanadu" μέχρι τα σκαμπανεβάσματα στο "Madrigal", η απόδοση του Geddy σίγουρα δεν θα απογοητεύσει.

Θεωρούμενος ευρέως ως ένας από τους σπουδαιότερους ντράμερ όλων των εποχών, ο Neil Peart προσφέρει τους εκτεταμένους ρυθμούς που ωθούν τη μουσική σε νέα επίπεδα. Ενώ το 2112 είχε παρουσιάσει το πιο επιφυλακτικό του στυλ, πιθανόν λόγω αργότερων δομών τραγουδιού, το A Farewell To Kings δείχνει τον καλύτερό του. Χρησιμοποιώντας ένα τεράστιο 360º' κιτ τυμπάνου, χρησιμοποιεί κάθε μορφή drumming και κρουστών που μπορεί να φανταστεί κανείς. Υπάρχουν πάρα πολλές εκπληκτικές στιγμές εδώ. 



Rush



Ο Peart ενεργεί επίσης ως επικεφαλής στιχουργός της μπάντας, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικά και επιστημονικά φανταστικά θέματα σε μεγάλο μέρος των τραγουδιών του. Οι στίχοι είναι ποικίλοι και ενδιαφέροντες και συνδυάζονται πολύ καλά με τη μουσική.

Ο Alex Lifeson, ο βιρτουόζος κιθαρίστας της μπάντας, συχνά βρίσκεται στη σκιά της δεξιοτεχνίας και της επιδεξιότητας των συναδέλφων του. Αυτό είναι ατυχές, καθώς είναι ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, ικανός να παράγει σπουδαία, ισχυρά riffs καθώς και να παίζει ευαίσθητα ακουστικά κομμάτια. Τα σόλο του είναι μοναδικά και ενδιαφέροντα, και η χρήση των διαφόρων τόνων και εφέ εξασφαλίζει ότι το παίξιμο της κιθάρας του δεν είναι ποτέ βαρετό ή υπερβολικό.

Το A Farewell To Kings είναι αυτό που θα περιγράφαμε ως αριστούργημα των Rush (που ακολουθείται στενά από τo Hemispheres). Τα όργανα είναι απολύτως λαμπερά, με κάθε μουσικό στην κορυφή του ταλέντου του. Η σύνθεση των τραγουδιών είναι ενδιαφέρουσα και συνεκτική και υπάρχει μεγάλη ποικιλία διαφορετικών τύπων και δομών τραγουδιού. Θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε αγαπά την progressive μουσική ή απλώς ενδιαφέρεται για μερικούς λαμπρούς βιρτουόζους που κάνουν αυτό που κάνουν καλύτερα...

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019


LISTENING

&

CYNARA



Psych-Hard-Prog & Jazz Rock




LISTENING 

Listening (Vanguard 6504) 12/68



Ένα γκρουπ που του αξίζει ο τίτλος του ονόματός του. Παρουσιάζοντας τα φωνητικά και τις συνθέσεις του Michael Tschudin και slick guitar από τον Peter Malick, οι Listening κλίνουν εντυπωσιακά στον ήχο της pop που παιζόταν στον αέρα των FM. Ο Ernie Kamanis λάμπει στα φωνητικά σε αυτό το γκρουπ της Βοστώνης.

Stoned Is (1968)




Οι Listening είναι σημαντικοί για διαφόρους λόγους, ανάμεσα στους οποίους είναι το χάρισμα στην σύνθεση και στο παίξιμο του Michael Tschudin, που έχει γράψει τα περισσότερα τραγούδια εδώ. Ένας απόφοιτος του Harvard, ο οποίος έκανε την σύνθεση σε δύο σόου του Hasty Pudding, το γύρισε στην rock. Φέρνει-στην σύνθεση και στο παίξιμο στο πιάνο κυρίως-ένα διασκεδαστικό και λυρικό ταλέντο με ελαφρούς jazz τόνους.

You're Not There (1968)




Εξίσου αίσθηση κάνει ο ήχος του γκρουπ, λίγο ωμός αλλά μεταδοτικός και φανερά κάνουν τρομερά πράγματα. Κάποιες φορές είναι λίγο άνω-κάτω μουσικά, αλλά πάντως ένα πολύ ευχάριστο "άνω-κάτω". Υπάρχει μία καλή δόση λυρισμού εδώ, αλλά υπάρχουν επίσης μερικά μάλλον εκλεπτυσμένα γεγονότα, όπως το "9/8 Song" για παράδειγμα, που είναι κάτι ανάμεσα στην jazz και στη rock και πολύ καλό και στα δύο γένη. Και υπάρχει το "Stoned Is", που διακατέχεται από ένα ήχο που το γκρουπ αποκαλεί "organ wash".

Laugh at the Stars (1968)




Μέσα στον πειραματισμό που επικρατεί εκείνη την εποχή ήταν ένα γκρουπ το οποίο όχι μόνο μοιάζει να απολαμβάνει αυτό που κάνει, αλλά βγάζει μία ζωντάνια και αληθινή ενέργεια κάνοντάς το. Ίσως αυτή η εντύπωση προέρχεται από το γεγονός ότι όλα τα τραγούδια έγιναν μιά κι έξω. Χωρίς να συναρμολογούνται κασέτες και τέτοια. Μακριά από το να χαρακτηριστεί άλμπουμ της χρονιάς, αλλά το πιό σίγουρο είναι ότι ήταν ένα από τα πιό υποσχόμενα ντεμπούτο άλμπουμ.

I Can Teach You (1968)




Αυτό είναι ένα από τα καλύτερα ψυχεδελικά LP από την Vanguard. Ανοίγει δυναμικά με το κλασικό rock "You're Not There", ολοκληρωμένο με ένα πολύ καλό κιθαριστικό σόλο. Δεν είναι οτιδήποτε εδώ μέσα αξέχαστο, αλλά υπάρχει αξιόλογη επιμονή στο "Laugh at the Stars" και στο "I Can Teach You" και το "Stoned Is" θα έχει πάντα αυτό το αιχμαλωτιστικό πλεονέκτημα.

See You Again (1968)




Δεν είναι λιγότερο εντυπωσιακό το jazzy "8/9 Song" (μου θυμίζει πολύ έντονα Caravan). Αυτοί οι τύποι μοιάζει σαν να μην μπορούν να αποφασίσουν αν είναι mainstream ή underground και η μουσική που παίζουν δεν μπορεί να εστιάσει σε ένα αποτέλεσμα.

8/9 Song (1968)




Το γκρουπ μας δυστυχώς δεν είχε μέλλον, όπως συνέβη σε πολλά ταλαντούχα σχήματα που βρίσκονταν πραγματικά μπροστά από την εποχή τους. Ο ηγέτης του γκρουπ Michael Tschudin, συνέχισε για να σχηματίσει τους jazz-rock Cynara, ενώ ο μπασίστας Walter Powers εμφανίστηκε στην αμφιλεγόμενη περίοδο των Velvets (1970-1971).


CYNARA 

Cynara (Capitol ST 547) 9/70



Ο ρυθμός των congas παρείχε το βασικό υπόβαθρο για τον υπερφυσικό παίκτη του πιάνο και των keyboard Michael Tschudin και τους υπόλοιπους των Cynara. Το άλμπουμ είναι ενδιαφέρον με διάφορα σόλο στυλ, συμπεριλαμβανομένων πειραματισμών στην jazz και στην κλασική rock. Η εκκεντρικότητα του γκρουπ είναι φανερή σε τόνους όπως το "Stoned Is" (που υπήρχε και στο Listening) και το "Lullaby For CIA".

Lullaby For CIA (1970)




Jazzy rock με keyboards και αιχμές progressive (αν και στο κομμάτι που κλείνει "Lullaby For CIA" περνάνε ξεκάθαρα στην jazz, με τον σπουδαίο Elvin Jones σαν guest στα ντραμς).

Life Stories (1970)




Υπάρχει παίκτης των congas όπως επίσης και ντράμερ, πράγμα που δίνει στο υλικό μία έξτρα ώθηση στα κρουστά (σαν τους Joy of Cooking).

Religious Song (1970)




Στην διάρκεια πέντε μεγάλων κομματιών η έλλειψη της κιθάρας γίνεται ανησυχητική, αν και υπάρχει αρκετό καλοδεχούμενο vibraphone.
Listening - Cynara: Δύο τόσο διαφορετικές μπάντες με κοινό ηγέτη.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019



AFTER ALL



Psych-Prog-Jazz Rock




Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του '60, στο Tallahassee, στην Florida. Εκεί η μοίρα ένωσε τέσσερις πολύ ταλαντούχους μουσικούς. Τον βετεράνο του Βιετνάμ Mark Ellerby (ντραμς και φωνητικά) που είχε θεωρητικές σπουδές στο μουσικό κολλέγιο. Τον παίκτη του οργάνου (Hammond) Alan Gold ένα απόφοιτο της σχολής αυτής και session μουσικό με πλούσια παρουσία στα τοπικά κλαμπ. Οι άλλοι δύο που μετείχαν σε αυτό το εξαίσιο γκρουπ ήταν, ο μπασίστας και τραγουδιστής Bill Moon που είχε για πολύ καιρό ασχοληθεί με τα rhythm and blues και ο κιθαρίστας Charles Short, που είχε jazz μουσικό υπόβαθρο. Και οι δύο τελευταίοι ήταν κάπως μεγαλύτεροι στην ηλικία, αλλά μοιράζονταν απόλυτα τις απόψεις των νεωτέρων συμπαικτών τους. Έτσι γεννήθηκαν οι After All.

Instangible She (1969)




Ένα γκρουπ που κατάφερε να μπλέξει την ψυχεδέλεια με την progressive rock και με την jazz. Περαιτέρω στο πρόγραμμά τους ήταν τα τζαμ, για να "βρεθούν" και να ταιριάξουν, όπως και η αναζήτηση τραγουδοποιού (στιχουργός τους γίνεται η ντίβα της country Linda Hargrove όπως έμεινε γνωστή) καθώς και ενός παραγωγού (ο Tom Brannon αναλαμβάνει το κουαρτέτο μαζί με τον συνθέτη/ενορχηστρωτή Richard Dean Powell). Στην ομάδα μεταφέρεται η απαίτηση: ηχογραφήστε τον δίσκο στον μικρότερο δυνατό χρόνο. Τα οικονομικά ήταν πενιχρά. Και οι τύποι με περίσσια άνεση το έκαναν πράξη. Σε μόλις δύο μέρες.

After All (Athena 6006) 1969




Blue Satin (1969)




Το πρώτο πράγμα που σου τραβάει την προσοχή είναι ο ήχος. Σε όσους γνωρίζουν θα θυμίσει έντονα τους Cressida. Το όργανο που παίζει ο Peter Jennings είναι πολύ παρόμοιο, αν και υπάρχουν διαφορές. Οι παίκτες μας δεν προτίθενται να δουν με ρομαντισμό την όλη διαδικασία. Κι αν το κομμάτι που ξεκινάει το άλμπουμ "Intangible She" θυμίζει μία τυπική σύνθεση αναμεμιγμένη με Doors, τότε το θέμα που ακολουθεί "Blue Satin" μοιάζει σαν jazz αντίποδας ενός πολύ γνωστού θέματος που είπαν οι The Moody Blues (ακούστε το, συνδυάστε τίτλο και τόνο και θα το βρείτε). Μιλάει για τον πόνο ενός άνδρα που βλέπει με τα μάτια του μυαλού του ένα νεαρό κορίτσι να γίνεται γυναίκα. Ένα ωραιότατο θέμα βγαλμένο μέσα από την ανδρική ψυχή και γραμμένο από μία νέα γυναίκα (Linda Hargrove).

Nothing Left to Do (1969)




Το "Nothing Left to Do" ισορροπεί ανάμεσα στην περιπλάνηση που κάνει κάποιος όταν προσπαθεί να κοιμηθεί και στα βίαια ρυθμικά ξεσπάσματα. Ακόμα καλύτερα τα καταφέρνουν σε μονόλογους του τύπου "And I Will Follow", με την συνοδεία όργανου.

And I Will Follow (1969)




Πράγματι ο Ellerby κάποιες φορές βρίσκεται σε σύγχιση με την ιδιαιτερότητα των blues, όπως μπορούμε να ακούσουμε στο "Let It Fly", αλλά αυτό δεν χαλάει το όλο τραγούδι.

Let It Fly (1969)




Και ενώ δουλειές όπως το "Now What Are You Looking For" δεν έχουν την μελωδικότητα, το γενικό ξεσήκωμα σε αποζημιώνει για κάθε του ψεγάδι. Σπαραξικάρδιο το "Α Face That Doesn't Matter" που ακολουθεί.

Α Face That Doesn't Matter (1969)



Όμως η πραγματική αξία τους πρέπει να αναζητηθεί σε κομμάτια όπως αυτό που κλείνει το άλμπουμ. “Waiting” με την λυρικότητα αλα Cressida και την δουλειά του οργάνου που δείχνει ένα ακόμα δυναμικό σχήμα της progressive rock...After All.

Waiting (1969)




Ένας ωραίος proto-progressive δίσκος, στον οποίο κυριαρχεί ένας θαυμάσιος ήχος από το Hammond. Ασυνήθιστα για εκείνη την περίοδο υπάρχει μία καθαρή κλασική επιρροή στο παίξιμο και σε κάποιες φάσεις στα φωνητικά. Και τα 8 κομμάτια είναι υψηλής ποιότητας και όταν αισθάνεσαι ότι το όργανο έχει αρχίσει να σε κουράζει, ρίχνουν λίγη κιθάρα, όπως στο "A Face That Doesn't Matter" και στο "Let It Fly". Ένα υπέροχο γκρουπ που δεν γνώρισαν πολλοί, πέραν των κύκλων των συλλεκτών, μέχρι το 2000 όπου έγινε επανέκδοσή του σε CD. Το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι λίγο ανατριχιαστικό.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019




ASHES 

&

THE PEANUT BUTTER CONSPIRACY



Timeless Psych-Rock Sound



Παλιά, το 1965 υπήρχε ένα ωραιότατο folk-rock γκρουπ το οποίο λεγόταν Ashes. Η ιστορία σε αδρές γραμμές έχει ως εξής:
Σε αυτό το σχήμα τραγουδούσε μία κοπέλα η Barbara "Sandi" Robison και έπαιζαν οι John Merrill (κιθάρα), Alan Brackett (μπάσο), Jim Cherniss (κιθάρα) και ο Spencer Dryden (ντραμς).

Ashes - Dark On You Now (1966)



Σε αυτήν την πρώτη ενσάρκωσή τους η μπάντα μας κυκλοφόρησε μόλις δύο single. Τον επόμενο χρόνο ο Spencer Dryden πηγαίνει στους Airplane και αντικαθιστά τον Skip Spence (που είχε χρίσει ντράμερ ο Balin). Η Sandi επίσης εγκαταλείπει για να γεννήσει και η μπάντα αυτή διαλύεται για λίγο. Ο μπασίστας Alan Brackett με ένα κιθαρίστα τον Lance Baker Fent και τον ντράμερ Jim Voigt, φτιάχνουν ένα νέο σχήμα, στο οποίο επανέρχονται ο John Merrill και η Robison και το νέο αυτό γκρουπ παίρνει το όνομα The Peanut Butter Conspiracy.

Lonely Leaf (1968)




THE PEANUT BUTTER CONSPIRACY

Is Spreading (Columbia CS 9454) 3/67





Αυτό το LP χαρακτηριστικά καθιέρωσε τους Peanut Butter Conspiracy, ως ένα σημαντικό rock γκρουπ. Η Sandi, το κορίτσι που τραγουδούσε είχε έναν υπέροχο, δυναμικό ήχο. Δύο από τα μεγάλα τους single που έγιναν χιτ προέρχονται από αυτό το άλμπουμ.

It's a Happening Thing (1967)




Δεν ήταν αποκαρδιωτικοί, αλλά δεν ήταν και ιδιαίτεροι. Όπως οι Airplane ήταν αρκετά εύστροφοι ώστε να συμπεριλάβουν ένα κορίτσι στο σχήμα, την Sandi Robison. Το κορίτσι αυτό όπως θα ακούτε τραγουδούσε καλά και οι υπόλοιποι της μπάντας της πρόσφεραν απλόχερα χώρο για να οδηγεί το γκρουπ. Ενώ οι δύο κιθαρίστες έκαναν καταπληκτική δουλειά, ο ντράμερ, σύμφωνα με τους κριτικούς της εποχής, ήταν πολύ heavy, "κοπάναγε" πολύ και τον θεωρούσαν τον χειρότερο παίκτη στο γκρουπ. Υπερβολικό για μένα. Πάντως τα περισσότερα credits οφείλονταν στην Miss Robison.

Then Came Love (1967)




Αυτό το ντεμπούτο άλμπουμ τους δεν εκθειάστηκε από τον μουσικό τύπο της εποχής. Με εξαίρεση το "Then Came Love" οι κριτικές που πήρε δεν ήταν κολακευτικές. Πολλοί κριτικοί τους είπαν ότι ήταν απομίμηση των The Mamas & the Papas με ολίγο από Byrds.

The Most Up Till Now (1967)




Flower pop με ψυχεδελικές αιχμές σε άριστη παραγωγή από τον Gary Usher. Κάποιοι ίσως μειώνουν τα ψυχεδελικά credits στην δουλειά της μπάντας μας, επειδή έπαιζαν τόσο δυνατά με ιδιαίτερα εμπορικό ήχο, αλλά ο δίσκος ρωτάει σημαντικά πράγματα όπως "Why Did I Get So High?" και κάνει εύστοχες παρατηρήσεις όπως "You Took Too Much". Στα καλύτερά τους, όπως στον αντικομφορμιστικό ύμνο "Dark On You Now", παράγουν άριστη light ψυχεδελική rock. Αυτό το τρακ είχαν κάνει single το 1966, η πρώτη ενσάρκωση του γκρουπ Ashes.

Why Did I Get So High? (1967)




Οι Airplane χωρίς την σκοτεινότητα, την εφευρετικότητα ή την αδιάκοπη πρωτοτυπία θα μπορούσε να είναι μία δίκαιη ανακεφαλαίωση αυτού του διασκεδαστικού, αλλά συνηθισμένου ψυχεδελικού pop LP. Ωστόσο οι Airplane δεν ήταν η μοναδική επιρροή, καθώς οι Peanut Butter Conspiracy αντλούν έμπνευση από σχεδόν κάθε τι εμπορικό εκείνης της εποχής, συμπεριλαμβανομένων των The Mamas & the Papas (περισσότερο στο baroque "Second Hand Man"). Αν αυτό λέει κάτι, ο μακροβιότερος ντράμερ των Airplane, Spencer Dryden, είχε υπάρξει για λίγο χρόνο μέλος της προηγούμενης ενσάρκωσης της μπάντας μας, τους Ashes.


The Great Conspiracy (Columbia 9590) 1/68



Το δεύτερο LP τους δεν απέχει στυλιστικά από το πρώτο τους, αλλά είναι μακράν καλύτερο. Μολονότι ακόμα μοιάζουν στους Airplane (και-λιγότερο προβλέψιμα-στους Fairport Convention, στο 1ο LP τους), είναι βελτιωμένοι σημαντικά ως τραγουδοποιοί και κάποιες ανεπαίσθητες και έξυπνες νότες δίνουν μία άλλη γεύση στο δίσκο.

Turn on a Friend (1968)




Κυρίως το μπάσο στο "Turn on a Friend", οι αργές και στοιχειωτικές ομοιοκαταληξίες στο "Lonely Leaf" και το σαν raga μέρος του "Too Many Do".

Living Loving Life (1968)




Η Columbia ηχογράφησε για τις επόμενες γενιές, αλλά και για τα χρήματα, ίσως επειδή οι Peanut Butter Conspiracy ακούγονταν αμυδρά σαν τους Jefferson Airplane, όπως και επειδή το look των ατημέλητων West Coast γκρουπ ήταν πολύ "in" εκείνη την περίοδο. Είχαν πολύ καλά φωνητικά. Δυστυχώς δεν είχαν ιδιαίτερη συνοχή στα όργανα. Η μίξη των φωνών και των οργάνων που σηματοδοτεί ένα καλό rock γκρουπ έρχεται μόνο με τον χρόνο και η μπάντα μας βιάστηκε να ηχογραφήσει.

Too Many Do (1968)




For Children of All Ages (Challenge 2000) 1969



Τα κομμάτια που συνθέτουν αυτό το άλμπουμ δεν σκόπευαν να κυκλοφορήσουν με το όνομα αυτό, καθώς είχαν γραφτεί και ηχογραφηθεί από τον μπασίστα Al Brackett ενώ ο έτερος τραγουδοποιός της μπάντας, John Merrill είχε αφοσιωθεί στο πρότζεκτ του με τους Ashes.

Loudness of Your Silence (1969)




Επομένως είναι πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα άλμπουμ του γκρουπ, αποτελούμενο από πιό heavy soul-rock με πνευστά και τον Brackett να τραγουδάει (αν και η frontwoman Sandi Robison λέει δύο από τα καλύτερα τρακς).

Try Again (1969)




ASHES

Featuring Pat Taylor (Vault 125) 8/69




Οι Ashes ήταν η μπάντα που προυπήρχε της πιό γνωστής Peanut Butter Conspiracy. Μετά την κυκλοφορία δύο άλμπουμ ως Peanut Butter Conspiracy, μία απόσχιση συνέβη ανάμεσα στους δύο βασικούς τραγουδοποιούς της μπάντας, του κιθαρίστα John Merrill και του μπασίστα Al Brackett, με τους τέως αναστημένους Ashes,

Return Home (1969)




 ενώ οι Peanut Butter Conspiracy (με την βοήθεια του Merrill) έφτιαχναν τα τραγούδια που κυκλοφόρησαν ως το τρίτο άλμπουμ τους, For Children of All Ages.

Gone to Sorrow (1969)




Από την στιγμή που η τραγουδίστρια των Peanut Butter, Sandi Robison, δεν ήταν διαθέσιμη για τα session των Ashes, κάποια Pat Taylor έκανε την εμφάνισή της, η οποία διέθετε μία πολύ όμορφη άλτο φωνή που περιστασιακά μιμείτο μία πιο ονειρική Sandi Shaw.

Sleeping Serenade (1969)




Η λέξη πανέμορφο είναι επίσης πολύ καλό επίθετο για αυτό το άλμπουμ σαν σύνολο. Δεν είναι δύσκολο σαν άκουσμα, ούτε περιέχει μουσική προηγμένη. Όμως πρόκειται για West Coast rock μουσική, που σπάνια έφτασε στα αυτιά μου πιό γλυκιά και στοχαστική και δύσκολα θα βρεί κάποιος ψεγάδι εδώ μέσα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019



HEARTS AND FLOWERS



Fine Country-Folk




Η μπάντα μας υπήρξε κάποτε ανάμεσα σε γκρουπ-γίγαντες της εποχής. Ανάμεσα σε μπάντες θρυλικές, όπως οι The Beau Brummels, οι Byrds, οι Burrito Bros κλπ. Με country πινελιές και sunshine pop παραγωγή εδώ έχουμε μία ακόμα ξεχασμένη μπάντα-αν και δεν θα έπρεπε επ'ουδενί- που αντανακλά την μαγική εκείνη λάμψη πίσω στην δεκαετία του '60.

Ode to a Tin Angel (1968)




Ελαφρές ψυχεδελικές αύρες μέσα από ένα συνδυασμό ορίτζιναλ και δανεικών τρακς (Donovan -"Try for the Sun", Tim Hardin "Reason to Believe," που έγινε δημοφιλές από τον Rod Stewart), Hoyt Axton "10,000 Sunsets", Goffin & King "Road to Nowhere" και Merle Haggard "I'm a Lonesome Fugitive". Όλο το ντεμπούτο άλμπουμ πατάει εξίσου με το ένα πόδι στην folk και το άλλο στην country. Δυστυχώς γι'αυτούς το άλμπουμ δεν πήγε πουθενά εμπορικά.

Now Is the Time (1967)




Now Is the Time For... (Capitol ST 2762) 6/67



Αυτό το ντεμπούτο μπορεί να το αποκαλέσει κανείς rock άλμπουμ. Αλλά καθώς δεν υπήρχε ντράμερ, το γκρουπ κατά πάσα πιθανότητα θα έπαιρνε την ταμπέλα folk ή πιό ειδικά country / bluegrass...Ένα από τα μέλη είναι αναγνωρίσιμο στο εξώφυλλο, ως Larry Murray, ένας νέος που συνδεόταν με την folk και την bluegrass στο Σαν Ντιέγκο και στο Λος Άντζελες. Με παγιωμένη την ικανότητα να τραγουδάει hillbilly, συν την ρινικότητα και την country ιδιαιτερότητα του τρίο και των περιστασιακών ήχων dobro ή μαντολίνου, το αποτέλεσμα είναι κάπως ευχάριστο και γραφικό. Αυτό είναι το πρώτο hillbilly rock γκρουπ που έχω ακούσει. Δεν βρίσκω το λόγο που κάτι τέτοιο δεν έγινε χιτ στην εποχή του.

Rock and Roll Gypsies (1967)




Δεν θα πούλαγε εκατομμύρια δίσκους και δεν θα έπαιρνε θέση στα chart. Ωστόσο είναι απολύτως φοβερό. Folk, ολοκληρωμένη με ηλεκτρική autoharp και περιστασιακά τσέλο. To "Save Some Time" και το "Rock and Roll Gypsies" είναι αξιοσημείωτα τρακς της πρώτης πλευράς, ενώ το "Reason to Believe" και το "Please" της δεύτερης. Αλλά το κλασικό είναι το country "I'm a Lonesome Fugitive".

Save Some Time (1967)




Οι Hearts and Flowers έκαναν την έκπληξη. Η Capitol για κάποιον αναμφίβολα παράξενο λόγο, επέλεξε να κρύψει τον δίσκο μέσα σε ένα εξώφυλλο που δεν κάνει την παραμικρή νύξη για το περιεχόμενο του δίσκου. Το γκρουπ πειραματίζεται με ένα συνδυασμό folk, country, bluegrass και rock με νύξεις από ψυχεδέλεια, που ελάχιστα γκρουπ κατάφεραν να συνδυάσουν πίσω στο 1967. Η μουσική είναι πειστική, αν και όχι με συνοχή. Όλα τα τραγούδια είναι εξαιρετικά και αξίζουν πολύ προσοχή.

Road to Nowhere (1967)




Δυνατό country-rock άλμπουμ με τρομερές αρμονίες. Στηρίζεται πολύ σε διασκευές, αλλά είναι ένα πολύ καλό ανακάτεμα στυλ, είναι πολύ καλά παιγμένο και διατηρεί μία δική του προσωπικότητα, παρά την έλλειψη ορίτζιναλ υλικού.

I'm a Lonesome Fugitive (1967)




Πριν την ηχογράφηση του δεύτερου άλμπουμ τους ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Rick Cunha αναχωρεί και αντικαθίσταται από τον μελλοντικό συνιδρυτή των Eagles, Bernie Leadon. Αυτό το LP περιλαμβάνει περισσότερα ορίτζιναλ, όπως και κάποιες διασκευές (Arlo Guthrie-"Highway in the Wind" και James Lee Kincaid-"She Sang Hymns Out of Tune" (αυτόν που έπαιζε στους The Rising Sons με Mahal και Cooder).


Of Horses, Kids & Forgotten Women (Capitol ST 2868) 6/68





Για κάποιο λόγο, αυτό το γκρουπ δεν κατάφερε ποτέ να έχει ένα μεγάλο ρεύμα, πράγμα κακό. Ήταν από τους καλύτερους της West Coast και αυτό το δεύτερο άλμπουμ αποδεικνύει το πόσο ταλαντούχοι ήταν.

She Sang Hymns Out of Tune (1968)




Ίσως είναι ό,τι καλύτερο έχουν κάνει. Αυτό το τοπικό γκρουπ από το Λος Άντζελες που το γνώριζε ο κόσμος από τις εμφανίσεις του στο Troubadour, αξίζει πολύ μεγαλύτερη αναγνώριση, πράγμα για το οποίο έχουν συμφωνήσει όλοι οι κριτικοί. Ηχογραφώντας σχεδόν μόνο δικό τους υλικό, κάνουν επίσης ωραία πράγματα στο "Highway in the Wind" του Arlo Guthrie και σε ένα μοναδικό κομμάτι που λέγεται "She Sang Hymns Out of Tune". Πρόκειται πράγματι για ένα από τα καλύτερα folk-rock γκρουπ.

Highway in the Wind (1968)



Το δεύτερο άλμπουμ τους είναι παρόμοιο με το πρώτο, αλλά με καλύτερη παραγωγή και εδώ υπάρχει το υπέροχο ονειρικό ψυχεδελικό "Ode to a Tin Angel", το οποίο δεν είναι καθόλου country, αλλά με κάποιο τρόπο καταφέρνει να ταιριάζει καλά με τα υπόλοιπα. Αναμιγνύει λίγο περισσότερο την country με την folk από το ντεμπούτο και συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Second-Hand Sundown Queen (1968)




Λίγο μετά από αυτό το άλμπουμ η υπέροχη πραγματικά αυτή μπάντα διαλύεται. Ήταν λίγο πριν κυκλοφορήσει το Sweetheart of the Rodeo, ένα άλμπουμ το οποίο η μπάντα μας άφησε για να συστήσει στον κόσμο αυτό που εκείνοι πράγματι είχαν ξεκινήσει πρώτοι.

Hearts & Flowers 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης