Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.
Κυριακή 17 Μαρτίου 2019
THE CORPORATION
Psychedelic Unknowns
- Φαντάσου τον εαυτό σου να πετιέται μέσα από μία χρονοδίνη πίσω στο 1969. Το λιβάνι πλανιέται μέσα στον αρωματισμένο αέρα. Ακούγονται χάντρες και κουδούνια να κουδουνίζουν. Μπαίνουμε σε μία ντισκοτέκ και υπάρχει μία σιγανή μουρμούρα από ένα πλήθος χίπις, ντυμένων με καφτάνια, να κρατούν σφιχτά αρωματικά ξυλάκια που καίγονται αργά. O DJ ρίχνει πίσω στους ώμους του τα μακριά μαλλιά και φυσάει μεγάλα σύννεφα καπνού κάτω από τα decks. Στροβοσκοπικά φώτα αρχίζουν να πάλλονται και δέσμες λέιζερ σκίζουν τον αέρα. Διακοσμημένη με χρωματιστές λάμπες που αρχίζουν να ανάβουν σε τυχαία συχνότητα και μία αστραφτερή μπάλα να περιστρέφεται πάνω από τα κεφάλια μας, ρίχνοντας μυριάδες στίγματα φωτός μέσα στα μάτια μας. Και τώρα η μουσική ξεκινάει να παίζει καθώς το μαύρο βινύλλιο αρχίζει να παίρνει στροφές στο πικάπ.
"This is it everyone..."India" by The Corporation!" κραυγάζει ο DJ και οι χίπις ανταποκρίνονται με ουρλιαχτά καθώς ξεκινούν ένα tribal χορό, με τα ζωγραφισμένα τους πρόσωπα να λαμπυρίζουν στα ψυχεδελικά φώτα του σόου.🔻
India (1969)
Ήταν κατά την διάρκεια του peak της περιόδου των χίπις, που αυτή η συγκεκριμένη παρουσίαση, παρμένη από το ντεμπούτο άλμπουμ των Αμερικανών The Corporation, έγινε κάτι σαν disco classic. Αυτή η saga των 20 λεπτών πήρε όλη την δεύτερη πλευρά του ορίτζιναλ δίσκου που κυκλοφόρησε στην Capitol Records το 1969. Το κομμάτι πραγματικά γράφτηκε από τον μεγάλο jazz τενόρο σαξοφωνίστα John Coltrane και αυτή είναι η μοναδική εκτέλεση του θέματος από μία rock μπάντα. Οι Corporation είχαν έδρα το Detroit και το lineup περιλάμβανε τον τραγουδιστή John Alexander Kondos, που έπαιζε επίσης κιθάρα, φλάουτο, άρπα και πιάνο. Έγραψε τo περισσότερo από το υλικό στο άλμπουμ, μερικό σε συνεργασία με τον αδελφό του Nicholas Alexander Kondos που έπαιζε ντραμς. Το υπόλοιπο του lineup ήταν ο Kenneth Bernard Berdoll (μπάσο, κιθάρα και φωνητικά), ο Patrick Daniel McCarthy (όργανο και τρομπόνι), o Gerard Jon Smith (lead κιθάρα και φωνητικά) και ο Daniel Vincent Pell (lead vocals). Αυτό το φιλόδοξο σεξτέτο παγιδεύτηκε στο κύμα του πειραματισμού που έπληξε τις μπάντες της Αμερικής στα τέλη του '60 και οδήγησε στην δημιουργία περισσότερο επιτυχημένων σχημάτων όπως οι Blood, Sweat & Tears και οι Chicago. Οι the Corporation είναι τελείως ξεχασμένοι σήμερα, αλλά ο κορυφαίος Ευρωπαίος συλλέκτης δίσκων "Willy The Brain" λέει: "Η μπάντα είχε ένα μεγάλο χιτ με το "India", ιδιαιτέρως στις Γερμανικές ψυχεδελικές ντισκοτέκ και κλαμπ στα τέλη της δεκαετίας του '60. Αν και συνεχιζόταν για 20 λεπτά ήταν πολύ συναρπαστικό και οι χίπις το λάτρεψαν. Τα υπόλοιπα κομμάτια ωστόσο, όπως το "I Want to Get Out of My Grave" και το "Ring That Bell" είναι περισσότερο rock".
Στo άλμπουμ την παραγωγή έκανε ο John Rhys και ηχογραφήθηκε στα στούντιο Tera Shirma στο Detroit. Φανερά αποκαλύπτει την άριστη μουσικότητα του γκρουπ και τον ενδιαφέροντα συνδυασμό οργάνων που τους επέτρεψαν να εισάγουν στοιχεία jazz, rock και freak out. Οι Corporation έβγαλαν μόνο ένα άλμπουμ στην Capitol, αλλά πιστώνονται με άλλα δύο LP τα Get On Our Swing και Hassels In My Mind, όλα τους τώρα συλλεκτικά. Ας πάμε να ακούσουμε όμως κάτι από το κάθε ένα:
ALBUM BY ALBUM
The Corporation (Capitol ST 175) 1969
Εδώ έχουμε το πρώτο άλμπουμ των the Corporation, όπου περιλαμβάνει μία τεχνική άσκηση για την μετατροπή της σύνθεσης του John Coltrane (μπορείτε να πιστέψετε ότι επίσημα από την δισκογραφική αναφέρεται ως Coletrane;)"India" σε rock σύνθεση, με την παραμόρφωση της κιθάρας να παίρνει την θέση του σαξόφωνου. Και με τον όρο "τεχνική άσκηση" δεν εννοώ ότι είναι flat το κομμάτι ή νεκρό ή χωρίς groove. Bluesy hippie rock με όργανο, περιστασιακά φλάουτο και fuzz στην κιθάρα. Δεν γνωρίζω γιατί ο lead singer Daniel Peil επιμένει να σφυρίζει σε διάφορα σημεία σε κάθε τραγούδι ίσως αυτό να ήταν το σήμα κατατεθέν τους. Σε κάθε περίπτωση αυτό το άλμπουμ είναι τόσο γενικό και ενδύκνειται για κλασικούς rockers καθώς και για αυτούς που ψάχνουν για ακόμα ένα άλμπουμ με όργανο, fuzz...και κάτι ακόμα.
Highway (1969)
Get On Our Swing (Age of Aquarius KS 4150) 1970
Αποτυγχάνοντας να κάνουν ξανά δουλειά στην Capitol οι The Corporation βρίσκουν τον εαυτό τους σε δισκογραφική μικρότερης εμβέλειας τον επόμενο χρόνο. Ηχογραφώντας υπό άθλιες συνθήκες στη θυγατρική της Cuca, Age of Aquarius, το Get On Our Swing είναι πιό ωμό και κυριευμένο από garage ήχο, με αισθητή την απουσία του πιό σοφιστικέ και συγκρατημένου ντεμπούτο τους. Αυτό το ατελές αλλά διασκεδαστικό σετ πραγματικά ακούγεται περισσότερο σαν ντεμπούτο άλμπουμ από ότι το ντεμπούτο τους. Το fuzz, το blues και το hippie-rock στυλ είναι περισσότερο ή λιγότερο επαναλαμβανόμενο, αλλά με ιδιαίτερα αυξημένες επιστροφές και μειωμένη επιδειξιομανία. Τα αναμφισβήτητα highlights είναι το βίαιο fuzzy rock "You Make Me Feel Good" και το "Heard the News", τα οποία είναι τέλεια για υποψήφια να συμπεριληφθούν σε ένα μελλοντικό heavy psych compilation. Ένα cool, χαμηλού κόστους εξώφυλλο προσθέτει στην εμφάνιση και η πολύ σύντομη διάρκεια επίσης βοηθάει καθώς οι ορίτζιναλ συνθέσεις συνεχίζουν να υπάρχουν σε όλη την διάρκεια πέρα από το fuzz pedal.
Heard the News (1970)
Hassels In My Mind (Age of Aquarius KS 4250) 1970
Την ψυχεδέλεια αρχίζει να καλύπτει ένας hard rock ήχος σε αυτό το LP με τα heavy soulful φωνητικά. Ακόμα ένα μέτριο άλμπουμ που εμφανώς ηχογραφήθηκε στα ίδια session με το προκάτοχό του. Fuzz κιθάρα και εδώ, βαριά riff από το όργανο, με τα ακουστικά ορχηστρικά περάσματα και τον αυτοσχεδιασμό να βρίσκονται μαζί και περισσότερο πειθαρχημένα σε σχέση με άλλα σχήματα που έπαιξαν εκείνη την περίοδο, αλλά το γράψιμο των τραγουδιών δεν είναι και τόσο καλό με τους στίχους να ακούγονται αδέξιοι.
Sky Faces (1970)
🔺Πίσω στη ντισκοτέκ μας. Οι τελευταίες νότες από το "India" αντηχούν στο κλαμπ και οι χίπις καταρρέουν στο πάτωμα εξουθενωμένοι. "Wow, far out, too much man" λέει μία που κυλιέται στο πάτωμα, με το σατέν παντελόνι της να έχει σκιστεί σε λωρίδες. Λοιπόν σου άρεσαν οι Corporation; την ρωτάω για να πάρω την απάντηση: "Ποιοί είναι αυτοί; Δεν τους έχω ακούσει ποτέ μου". Αυτό είναι το τίμημα της δόξας. Αλλά να είστε βέβαιοι ότι χάρη στην Repertoire Records, το όνομά τους συνεχίζει να υπάρχει, έχοντας αποκατασταθεί στην θέση που του αρμόζει στην freak out ιστορία.
The Corporation
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019
ROTARY CONNECTION
Not Exactly Soul
Προιόν επινόησης του κληρονόμου Marshall Chess, της θρυλικής Chess Records μαζί με τον Charles Stepney, παραγωγό, συνθέτη, τραγουδιστή και τραγουδοποιό ήταν οι Rotary Connection, στους οποίους συνδύασαν rock συγκρότημα με soul τραγουδιστές και μουσική επηρεασμένη από την κλασική, την jazz, την soul, την rock βεβαίως, αλλά με γνώμονα την ψυχεδέλεια και τον πειραματισμό.
I Took a Ride (Caravan) (1968)
Όλα αυτά τους κάνουν μοναδικούς στο είδος, λαμβάνοντας υπόψη ότι στο γκρουπ αυτό τραγουδίστρια υπήρξε η μία πολύ νέα Minnie Riperton, μία τραγουδίστρια και τραγουδοποιός γνωστή για την σοπράνο φωνή της-τα μέσα της εποχής την αποκαλούσαν με τον τίτλο Queen of the whistle register, δηλαδή κατείχε την υψηλότερη συχνότητα στην οποία μπορεί να φτάσει μία ανθρώπινη φωνή. Τσεκάρετέ το παρακάτω και μόνοι σας στο τραγούδι "Silent Night". Ας περάσουμε όμως στην δουλειά αυτού του αδίκως μη ακουσμένου γκρουπ.
ALBUM BY ALBUM
Rotary Connection (Cadet Concept LPS 312) 2/68
Από την πληθώρα των γκρουπ στην δισκογραφία, μόνο ελάχιστα έχουν πετύχει διασκευάζοντας χιτ. Οι Rotary Connection ήταν ένα γκρουπ προορισμένο να βρίσκεται ανάμεσα στα επιλεγμένα ελάχιστα, καθώς συνύφαναν την κλασική, την τζαζ, την ποπ και την R&B σε ένα άλμπουμ διαμάντι.
Επινόημα της Chess ως μία προσπάθεια να βγούν στην ψυχεδελική αγορά, ο ήχος των Rotary Connection συνδύαζε υπερβολικές, ονειρικές συνθέσεις με heavy παλμό, funky μπασογραμμές, δυναμικά φωνητικά από το σύνολο και ασυνήθιστη χρήση σιτάρ, harpsichord και ηλεκτρονικών. Χωνεύοντας ορίτζιναλ και ριζικά ανανεωμένες διασκευές, πολύ από την μουσική τους ακόμα ακούγεται σύγχρονη. Το ντεμπούτο τους ανοίγει με το συναρπαστικό "Amen", που καυχιέται κάποια από τα πιό φανταστικά φαλσέτο της Minnie Riperton και ίσως είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που έχουν κάνει. Άλλα highlights είναι η "διαστημική" μπαλάντα "Turn Me On", μία ωραία δουλειά στο "Lady Jane" και το "ζαλισμένο" "Memory Band". Το υλικό είναι λίγο ασύμμετρο (η διασκευή του "Soul Man" είναι ιδιαίτερα ειλικρινής και το κομμάτι που κλείνει "Rotary Connection" είναι ένα κουραστικό κολάζ), αλλά όπως σε όλους τους δίσκους τους οι συνθέσεις του Charles Stepney είναι άψογες και συναρπαστικές και η χαρά, η ενέργεια και ο ενθουσιασμός μεταδίδονται πολύ δυνατά.
Amen (1968)
Aladdin (Cader Concept LPS 317) 10/68
Άλλο ένα καλό άλμπουμ των the Rotary Connection έχουμε εδώ. Ο ήχος των φωνητικών του σεξτέτο στα upbeat κομμάτια όπως το "I Took A Ride (Caravan)", "VIP" και "I Feel Sorry" και μπαλάντες όπως το "I Must Be There", τοποθετούν αυτόν τον δίσκο σε περίοπτη θέση, Το "Paper Castle" είναι ακόμα ένα διαμάντι. Αποφεύγουν τις διασκευές και αγκαλιάζουν ένα πιό mainstream rock ήχο, αν και
οι συνθέσεις ακόμα παρουσιάζουν εξέχοντα πνευστά και έγχορδα. Υπάρχουν πολλά highlights-το τραγούδι που ανοίγει "Life Could" παντρεύει την heavy ψυχεδελική κιθάρα με το απόμακρο beat και εκκωφαντικά πνευστά.
Life Could (1968)
Το "Teach Me How To Fly" είναι ερεθιστικό, νευρικό ποπ θέμα με θυελώδη ηλεκτρονικά, το ομώνυμο τραγούδι είναι μελωδικό και funky, το "I Took A Ride (Caravan)" ακολουθεί ένα heavy Ανατολίτικο groove σε ένα δυναμικό progressive αποτέλεσμα και το "I Feel Sorry" έχει σκληρή παραμόρφωση στην κιθάρα. Το αποτέλεσμα είναι περισσότερο συνεκτικό στον ήχο και στη διάθεση από το ντεμπούτο τους. Το άλμπουμ πλούσια ενορχηστρωμένο και θαυμάσια μελωδικό, αναμιγνύει την soul, την ποπ και την σύγχρονη rock. Παρά τις όποιες έξυπνες πινελιές στην παραγωγή, δεν είναι το πιό εφευρετικό τους LP, αλλά είναι σταθερά απολαυστικό και ολοκληρωμένο.
I Feel Sorry (1968)
Peace (Cadet Concept LPS 318) 11/68
Αν πάντοτε λαχταρούσατε ένα Χριστουγεννιάτικο άλμπουμ με ψυχεδελική κιθάρα να το περιβάλει είστε τυχεροί. Έχοντας κυκλοφορήσει σχεδόν ένα μήνα μετά το Aladdin, αποφεύγει το κλισέ υλικό που θα γέμιζε τέτοιες κυκλοφορίες για χάρη του Χριστουγεννιάτικου mood. Highlights είναι το moody "Sidewalk Santa" και το εκκεντρικό "Peace At Least", που οι στίχοι πάνε: "there's something I can't ignore/Why does Santa come down the chimney?/If he were cool he'd come through the door" πριν συμπεράνουν ότι είναι "stoned out of his mind", που στην διάλεκτο των ναρκωτικών, σημαίνει ότι δεν ξέρει που πατάει και που βρίσκεται. Η εικόνα του στο εξώφυλλο σίγουρα υποστηρίζει αυτή την υπόθεση. Υπάρχει και ένα τρομερό instrumental το "Silent Night" που φέρνει στο νου τον Hendrix στο "The Star Spangled Banner". Ακούστε τις οκτάβες της Minni Riperton εκεί γύρω στο 1.30, είναι αληθινή η φωνή της, αν και βρίσκεται πέρα από το απίστευτο, δεν πρόκειται για μουσικό όργανο. Το άλμπουμ προωθήθηκε με μία ολόκληρη σελίδα στο Billboard τον Δεκέμβριο του 1968, που απεικόνιζε τον Santa Claus αιμόφυρτο σε ένα πεδίο μάχης. Δυστυχώς οι εμπορικοί αντιπρόσωποι υπέθεσαν ότι αυτό θα ήταν και το εξώφυλλο του άλμπουμ και ακύρωσαν τις παραγγελίες τους. Tο αριστούργημά τους είναι μία σουίτα πειραματική και πολύ δημιουργική στη συνηθισμένη ψυχεδελική soul και rock.
Silent Night (1968)
Songs (Cadet Concept LPS 322) 6/69
Συνεχίζουν να είναι φρέσκοι και λαμπεροί σε ότι κάνουν. Ένα μεγάλο LP, που όπως στους πρώτους δύο δίσκους τους εξακολουθούν να κάνουν τρομερές διασκευές. Αναμφίβολα δεν είναι τυχαίο που το άλμπουμ ανοίγει με το "Respect" (Ottis Redding), ένα ωραία συγκρατημένο "Tales of Brave Ulysses" (το ένα τρίτο του LP αυτού είναι διασκευές των Cream), αλλά υπάρχουν επίσης και μέρη που κάνουν "κοιλιά" όπως το άχρωμο "This Town" και το πομπώδες "Salt of the Earth" και υπάρχει λιγότερος άγριος πειραματισμός που έκανε την προηγούμενη δουλειά τους τόσο αστραφτερή. Είναι ένα καλό άλμπουμ, όμως όχι ο ενδεικνυόμενος τρόπος να ξεκινήσει κάποιος να τους ψάχνει. Το άλμπουμ των διασκευών είναι πράγματι πολύ τολμηρό. Τρία από τα εννέα τραγούδια είναι των Cream, αλλά και από τον Jimi Hendrix, τον Otis Redding, τους Rolling Stones και τους theBand, μεταχειρίζονται το υλικό με το δικό τους γνωστό στυλ και το κάνουν να ακούγεται εκπληκτικά ομοιογενές. Εάν σαν εμένα σας αρέσει το είδος της ψυχεδελικής soul/funk με τις ευρείες συνθέσεις, τότε σίγουρα θα διασκεδάσετε με αυτό το LP-αλλά μπορώ να φανταστώ τους φαν από τις μπάντες που διασκευάζονται να το βρίσκουν ιεροσυλία.
Tales of Brave Ulysses (1969)
Dinner Music (Cadet Concept LPS 328) 7/70
Στους μήνες που ακολούθησαν την κυκλοφορία του Songs, η προσέγγισή τους πήρε μία σημαντική στροφή. Οι εκτενείς παραγωγές και οι ψυχεδελικές κιθάρες που στιγμάτιζαν την προηγούμενη δουλειά τους έχουν φύγει και έχουν αντικατασταθεί από μία απαλή μίξη pop, blues, folk και country. Από τον τίτλο κάποιος θα περίμενε να ακούσει κουβεντολόι ή κάποιους θόρυβους από κατσαρολικά σε κάποιο τραγούδι. Το "We Will Be Free" είναι ένα βαρετό ομαδικό τραγούδι. Το "Country Things" σχεδόν μουσική ασανσέρ, το "Stormy Monday Blues" περιλαμβάνει τα φωνητικά σαν από θέρεμιν της Minnie Riperton, ενώ το "Lonely Summer" είναι ένα αδιάφορο pop. Πιό εντυπωσιακά η απλή folk-pop μπαλάντα "Living Alone" και το αιθέριο "May Our Amens Be True". To άλμπουμ παραμένει πειραματικό (άκουσε το παράξενο "Merry Prankster"), με ωραίες συνθέσεις και εκτελέσεις.
Merry Prankster (1970)
Hey Love (Cadet Concept 50006) 7/71
Το γκρουπ έχει γίνει The New Rotary Connection. Τα ορίτζιναλ μέλη Minnie Riperton, Phil Upchurch και Charles Stepney,με την μουσικότητα που διακρίνει τον κιθαρίστα Phil Upchurch παράγουν ένα πλούσιο, με τρομερό ήχο δίσκο, που κατά ένα μεγάλο μέρος οφείλεται στον όγκο των τραγουδιών και παλεύει να επιτύχει σαν σύνολο. Τα τραγούδια που αποτελούνται από space-soul αλλά και flower-rock με μία jazz γεύση, σε γενικές γραμμές δεν απαιτούν επαναλαμβανόμενο άκουσμα. Και λέω σε γενικές γραμμές επειδή υπάρχουν δύο-τρεις κολλοσιαίες εξαιρέσεις. Το "I Am the Black Gold of the Sun", είναι ένα από τα πιό αξιόλογα κομμάτια μουσικής που έχω ακούσει ποτέ. Παραδέχομαι ότι αυτό ακούγεται ακραία υπερβολικό, ή και γελοίο-αλλά είναι ένα τραγούδι τόσο διαφορετικό, τόσο μη κατηγοριοποιήσιμο που θα ήθελε ένα βιβλίο μόνο του για να αναλυθεί. Εκτοξεύεται, είναι funky, ημι-σπιρίτουαλ, επικό που συναρπάζει από την αρχή ως το τέλος, ώστε να αναζητώ μία απάντηση στο πώς αυτό το σχήμα (ή οποιοδήποτε άλλο κι αν ήταν) κατάφερε να βάλει όλα αυτά τα στοιχεία μαζί. Μοιάζει σαν να εμφανίστηκε από το πουθενά. Ένα δώρο στον κόσμο που δεν μπορεί να ξεπληρωθεί. Το άλλο τρακ που επίσης προκαλεί θαυμασμό είναι αυτό που κλείνει το δίσκο το "Vine of Happiness".
I Am the Black Gold of the Sun (1971)
Επίσης ένα πολύ ωραίο θέμα είναι και το κομμάτι που ακολουθεί. Το έγραψε ο Terry Callier και τη σύνθεση έκανε ο Charles Stepney. Lead singer εδώ είναι η ντίβα του gospel Shirley Wahls, η οποία βρίσκεται σε αρκετές από τις δουλειές του Terry Callier.
Song For Everyman (1971)
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Τρίτη 12 Μαρτίου 2019
IAN DURY
Punk Poet
Στην ιστορία του Rock ‘n’ Roll υπήρξαν πολλές γραφικές,
περιθωριακές φιγούρες καλλιτεχνών που απέκτησαν μεγάλο ακροατήριο λόγω των
τεράστιων ιδιοτροπιών τους. Λίγοι όμως κατόρθωσαν να γίνουν τόσο περίεργοι κι
αγαπημένοι ταυτόχρονα. Μια τέτοια περίπτωση, ίσως κορυφαία για τα τέλη των
΄70ς, ήταν ο Ian Dury.
Ο Dury ήταν
ένας τραγουδιστής με το μυαλό και τη νοημοσύνη του Noël Coward και του Oscar
Wilde. Η λεκτική του επιδεξιότητα και η ιδιότητά του σε ρόλο διασκεδαστή
και λυρικού συγγραφέα, έδωσε στον κόσμο μερικές από τις πιο διάσημες φράσεις,
όπως “Sex And Drugs And Rock & Roll” και “Reasons to Be Cheerful”. Ήταν
ένας πραγματικά grottesco άνθρωπος, ένας
ταλαντούχος ζωγράφος, μουσικός, ηθοποιός, τραγουδοποιός, που άφησε πίσω του αξιόλογη
δουλειά, που αξίζει - ειδικά στην εποχή μας - μία σοβαρή ‘αναψηλάφηση’.
I Want To Be Straight (1980)
Γεννήθηκε ωςIan Robins Dury στο Harrow, στο Δυτικό
Λονδίνο στις 12 Μαΐου 1942. Η μητέρα του, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας,
ήταν επισκέπτρια υγείας και ο πατέρας του οδηγός λεωφορείου και μποξέρ. Οι
γονείς του χώρισαν αμέσωςμετά το τέλος
του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ο Ian και η μητέρα του πήγαν στο Essex για
να συνεχίσουν τη ζωή τους. Και σαν να μην έφτανε μια ελαφράς μορφής αυτισμού
που είχε ο Ian, στα επτά του μόλις χρόνια, τον βρήκε η συμφορά που θα
στιγμάτιζε τη ζωή του. Προσβάλλεται από πολυομυελίτιδα, που πιθανότατα την
κόλλησε από πισίνα, στο Southend-on-Sea, κατά την επιδημία του 1949. Πέρασε
περίπου 1,5 χρόνο σε νοσοκομεία και κλινικές αποκατάστασης, με επίπονες συχνά
φυσιοθεραπείες. Το αποτέλεσμα ήταν, μετά από όλα αυτά, να του μείνει μια
αναπηρία στο αριστερό του χέρι και πόδι και να πρέπει να περπατά με “Π” ή
μπαστούνι. Κατόπιν θα γραφτεί σε σχολείο-νοσοκομείο για ΑμεΑ. Η μητέρα του όμως
προτιμούσε μια πιο ακαδημαϊκή μόρφωση για τον Ian κι έτσι τον έγραψε στο Royal
Grammar School-High του Wycombe. Εκεί η κάθε τιμωρία του για την απειθαρχία
ήταν να μαθαίνει μακροσκελέστατα αποσπάσματα ποίησης, γεγονός που διαμόρφωσε τη
μετέπειτα στάση του, όπως έχει δηλώσει ίδιος. Τα σχολεία αποδείχθηκαν σκληρά
για αυτόν: "Ήταν ένα πολύ δύσκολο μέρος, πολύ κρύο και πολύ βάναυσο",
θυμάται αργότερα ο Dury. "Ο νόμος της ζούγκλας κυβερνούσε εκεί”.
Συχνά, λόγω του προβλήματός του γινόταν στόχος bullying κι έτσι, αναγκαστικά,
έμαθε να πολεμά με τις γροθιές του, και τη ‘γλώσσα’ του. Επιδίωξε να εξαλείψει
τις δυσκολίες της σχολικής ζωής και να κερδίσει σεβασμό, εκφράζοντας τον εαυτό
του μέσα από το σχέδιο και τη μουσική. Γίνεται συλλέκτης δίσκων της εποχής,
καθώς οι Elvis Presley, Gene Vincent και Bluecaps γίνονται τα εφηβικά του
μουσικά πρότυπα.
Sweet Gene Vincent (1977)
Στα δεκαέξι του επέλεξε
να παρακολουθήσει μια σχολή τέχνης, πηγαίνοντας στο Walthamstow School of Art,
το 1959. Εκεί βρήκε τελικά ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον που τον αποδέχτηκε για
αυτό που ήταν. Τότε δίδασκε εκεί κι ο γνωστός ζωγράφος Peter Blake, ίσως ο
σημαντικότερος μέντορας του. "Pop Art, υποθέτω ότι θα το
αποκαλούσατε", δήλωσε αργότερα ο Dury για την καλλιτεχνική κατεύθυνση της
Σχολής. Το Walthamstow γίνεται έτσι το πνευματικό του σπίτι, όντας ανάμεσα σε
ένα ταλαντούχο σύνολο καλλιτεχνών που αγαπούσαν πολύ, εκτός των άλλων, και τη
μουσική. Μέχρι το 1963 συνέχισε ένα πρόγραμμα σπουδών που τον οδήγησαν να
αποφοιτήσει ως εικονογράφος και καθηγητής της τέχνης. Αργότερα, εργάστηκε για
κάποιο διάστημα ως εικονογράφος για τους Sunday Times.
Ο θάνατος του
Gene Vincent το 1971 ενέπνευσε τον Ian να σχηματίσει την πρώτη του μπάντα, τους
Kilburn and the High Roads. Έγινε ο τραγουδιστής και στιχουργός τους,
έχοντας ως πιανίστα τον Russell Hardy. Τα υπόλοιπα αρχικά μέλη: Ted
Speight (κιθάρα), Charlie Hart (μπάσο), George Khan (σαξόφωνο) και Chris Lucas
(ντραμς). Έπαιζαν απλό rock ‘n’ Roll του '50, περιστασιακά κάνοντας κάποιες
jazz ‘μετατροπές’. Έδωσαν την πρώτη τους συναυλία μέσα του ΄71 και μέχρι το
1973 είχαν γίνει must για την pub rock σκηνή της εποχής. Θα τους καλέσουν
μάλιστα ως support στους Who, στο tour του Quadrophenia, το 1975. Τότε
κυκλοφόρησε και το πρώτο (κι ουσιαστικά και μοναδικό) άλμπουμ τους. Ονομάστηκε Handsome, αν και η μπάντα ήθελε να ονομαστεί ‘No Hand Signals’. Εδώ, η
φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του δίσκου σε στιλ ‘duck walk’ αποτέλεσε και την
έμπνευση για τους Madness να παρουσιάσουν κάτι ανάλογο στο εξώφυλλο του δικού
τους άλμπουμ One Step Beyond.... Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τελικά από την Dawn, αλλά το στιλ pub rock δεν ήταν πλέον και τόσο στη μόδα, οπότε αγνοήθηκε από τον
κόσμο. Αυτός βασικά ήταν κι ο λόγος της διάλυσης της μπάντας, στα τέλη του
1975. Δύο χρόνια αργότερα, το 1977, μετά τις πρώτες σόλο επιτυχίες του Dury, η Warner μέσω της θυγατρικής της Raft
Records αποφασίζει να κυκλοφορήσει ένα ξεχασμένο άλμπουμ της μπάντας, το Wotabunch! το οποίο είχε ηχογραφηθεί πριν το Handsome.
Rough Kids (1975)
Μετά
τη διάλυση του γκρουπ, ο Ian δε σταμάτησε να γράφει νέο υλικό και να εξετάζει
τις επιλογές του. Αυτή τη φορά στο δρόμο του βρέθηκαν μουσικοί μιας άλλης
μπάντας, των The Loving Awareness Band, η οποία είχε κι αυτή μόλις διαλυθεί.
Έτσι ο μπασίστας Norman Watt-Roy και ο ντράμερ Charlie Charles ένωσαν τις
δυνάμεις τους με τον Dury σε μια νέα μπάντα που την ονόμασαν Ian Dury and
the Blockheads, αναγνωρίζοντας φυσικά την ιδιαίτερη περσόνα του Ian. Ακολούθως
συμμετέχουν εδώ και οι Johnny Turnbull (κιθάρα) και Mickey Gallagher (πλήκτρα),
όπως επίσης και ο πρώην σαξοφωνίστας του Kilburns Davey Payne. Χρειαζόταν
όμως και το κάτι παραπάνω. Μια τυχαία συνάντηση σε ένα κατάστημα ενοικίασης
μουσικών οργάνων με τον κιθαρίστα (και πιανίστα) Chaz Jankel οδήγησε σε μια νέα
προσθήκη και μάλλον την σημαντικότερη. Dury και Jankel αποτέλεσαν το δίδυμο
όλων των μεγάλων επιτυχιών του γκρουπ – ο Dury στον στίχο και ο Jankel στη
μουσική σύνθεση.
Οι στίχοι του
Dury είναι ένας συνδυασμός λυρικής ποίησης, λογοπαίγνιων, παρατήρησης της
βρετανικής καθημερινής ζωής. Μιλάνε για την καθημερινότητα αλλά όχι μόνο.
Περιέχουν ωμό χιούμορ, πολιτικές και κοινωνικές τοποθετήσεις, σεξουαλικές
ατάκες και προβάλλονται συχνά μέσω φανταστικών, σχεδόν θεατρινίστικων,
χαρακτήρων. Αλλά και ο ήχος των Blockheads πηγάζει μέσα από τις ποικίλες
μουσικές επιρροές των μελών του, ειδικά του Jenkel, οι οποίες περιελάμβαναν
jazz, rock and roll, funk, reggae και punk. Και μην ξεχνάμε πως αν το
γκρουπ αυτό έγραψε ιστορία στη βρετανική new wave και funk-rock σκηνή, ήταν
λόγω της ιδιαίτερης και ανατρεπτικής περσόνας του Ian Dury, της εξαιρετικής
δεξιοτεχνίας των υπολοίπων μελών του και του συνδιασμού τόσων μουσικών
ιδιωμάτων που ίσως αυτό να αποτελεί ένα δικό του, προσωπικό είδος.
Clevor Trevοr (1977)
Κάτω από την
επίβλεψη των Andrew King και Peter Jenner (γνωστοί από τους Pink
Floyd) οι Blockheads κερδίζουν τη φήμη μιας ανερχόμενης new wave μπάντας κι
αρχίζουν τα live σε σκηνές του Λονδίνου. Παράλληλα υπογράφουν στην Stiff
Records, ένα τέλειο ‘σπίτι’ για την ιδιοφυΐα του Ian. Η πρώτη τους απόπειρα
είναι και το μεγάλο hit: Στις 26 Αυγούστου 1977 κυκλοφορεί το θρυλικό πλέον
single "Sex & Drugs & Rock & Roll" (με Β-side το
"Razzle in My Pocket"). Το κομμάτι γράφτηκε μαζί με τον Chaz Jankel και
βοήθησαν, παίρνοντας μέρος στις ηχογραφήσεις όλα τα μέλη. Εν τούτοις κυκλοφόρησε
κάτω από το όνομα μόνο του Ian Dury. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο ίδιος ο Jankel
που ‘έγραψε’ το riff, παραδέχτηκε αργότερο ότι το ‘εμπνεύστηκε’ από τον
μπασίστα Charlie Haden, στο τραγούδι του Ornette Coleman, “Ramblin” (1960). Και
ο Dury μάλιστα ζήτησε επίσημα συγγνώμη,
αλλά ο Haden υποτίμησε το γεγονός λέγοντας ότι όλοι ίσως να το ‘εμπνεύστηκαν’
από ένα παλιό bluegrass του Κεντάκυ, με τίτλο “Old Joe Clark”. Τέλος πάντων, το
συγκεκριμένο κομμάτι, αν και αρχικά πούλησε μόνο 19 χιλιάδες αντίτυπα, έγινε πολύ
γρήγορα ένας ύμνος της punk rock σκηνής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στην
πραγματικότητα ο Dury προέβαλε ως πρότυπο τα τρία αυτά χαρακτηριστικά. Όπως
εξήγησε ο ίδιος, προτείνει στους ανθρώπους να ακολουθήσουν έναν εναλλακτικό
τρόπο, μια ζωή που επεκτείνεται πέρα από τη μίζερη ρουτίνα και την καθημερινή
δουλειά 9 με 5.
Sex & Drugs & Rock & Roll (1977)
Αν και θα του έφερνε νέες, καλές πωλήσεις, σύμφωνα
με την πολιτική του Dury να μην συμπεριλάβει τα singles του στα άλμπουμ του, το
παραπάνω κομμάτι δεν το συμπεριέλαβε επίσημα στο άλμπουμ New Boots and
Panties !! Αυτό κυκλοφόρησε στις 30/9/77 στη Βρετανία και σε πολύ μικρό
διάστημα έγινε πλατινένιο. Κι αυτό πάλι, όπως και το πρώτο τους άλμπουμ,
πιστώνεται μόνο στον Ian Dury. Aυτό συνέβη καθότι οι Blockheads δεν είχαν
ιδρυθεί με κάθε επισημότητα, αλλά και γιατί δύο απ΄ τα μέλη τους δεν έπαιξαν
στις ηχογραφήσεις. Η εταιρεία Stiff, τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, ένωσε όλους
τους καλλιτέχνες και τα σχήματα που πατρονάριζε σε μια σειρά live παραστάσεων,
την περίφημη για τη εποχή "Live Stiffs Tour". Εδώ ο Ian Dury και οι
Blockheads ανεβαίνουν στη σκηνή με μεγάλα ονόματα, όπως Elvis Costello, Nick
Lowe, Wreckless Eric και Larry Wallis. Κι όμως καταφέρνουν να γίνουν η
‘αποκάλυψη’ του tour, καθώς όλος ο κόσμος ζητούσε - πέρα από το “Sex And Drugs
& Rock & Roll”, το απόλυτο encore – όλα τα τραγούδια του νέου τους
άλμπουμ. Από τότε και μετά νοείται και η επίσημη ίδρυση της μπάντας. Της cover-μπάντας
του Dury μέχρι το 1982. Κομμάτια όπως τα"Wake Up and Make Love with Me" έγιναν μεγάλες επιτυχίες, ενώ
από το άλμπουμ ξεχωρίζουν τα "Clevor Trevοr", το …’πρόστυχο’“Billericay Dickie” καθώς και το αφιερωμένο
στο παιδικό του είδωλο, “Sweet Gene Vincent”. Δίκαια θεωρείται ίσως η καλύτερη
δουλειά του και σίγουρα είχε τις καλύτερες πωλήσεις. Εδώ αναμειγνύονται η pub
rock, η funk, η disco, τοrock and roll
και η λεγόμενη βρετανική music hall μουσική – το αγαπημένο είδος του Ian.
Για την ιστορία, το αρχικό όνομα του άλμπουμ επρόκειτο να είναι το ‘Live at Lourdes’ αλλά τελικά δεν
προτιμήθηκε.
Wake Up and Make Love with Me (1977)
Kι αυτό ήταν
μόνο η αρχή. Ομολογουμένως, μια πολύ καλή αρχή. Μετά την περιοδεία η Stiff
ξεκίνησε μια συντονισμένη εκστρατεία μάρκετινγκ του Ian Dury και της μπάντας
του. Δεν αποτέλεσε έκπληξη λοιπόν η τεράστια ζήτηση που ακολούθησε, όταν τον
Απρίλη του ΄78 κυκλοφόρησε νέο single με το τραγούδι "What a
Waste" (στην άλλη πλευρά βρισκόταν το "Wake Up and Make Love
with Me"). Το κομμάτι αυτό γράφτηκε, από το 1975, μαζί με τον Rod Melvin.
Ακόμη μια μεγάλη επιτυχία, με το single “Hit Me With Your Rhythm Stick”(9/’78),
να φτάνει στο Νο.1 στη Βρετανία μέσα στο 1979, πουλώντας γύρω στο ένα
εκατομμύριο αντίτυπα. Υπήρξε ένα από τα τελευταία τραγούδια που συνεργάστηκε με
τον Jankel, αφού ο ταλαντούχος συνθέτης αποχώρησε από το γκρουπ εκείνη την
εποχή. Οι στίχοι του κομματιού μας ταξιδεύουν σε εξωτικά μέρη σε όλο τον κόσμο,
ενώ κάποιες φράσεις λέγονται στα γερμανικά και στα γαλλικά.
Hit Me With Your Rhythm Stick (1978)
Ο Dury πλέον
γίνεται ένας pop star - χωρίς απαραίτητα να το επιζητεί - και αρχίζει έναν
μακρύ κι επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων – περιζήτητος, βλέπετε, πλέον από όλους.
Ο ρόλος των Blockheads υποβιβάζεται, αφήνοντας την προσωπικότητα του Ian στην
επιφάνεια. Παρόλα αυτά η μπάντα ως Ian Dury and the Blockheads κυκλοφορεί - σύσσωμη
πλέον – το πρώτο επίσημο άλμπουμ της, με τον τίτλο Do It Yourself, τον Μάη
του 1979. Κάνει κι αυτό μεγάλες πωλήσεις, γίνεται πλατινένιο και στα charts έρχεται
δεύτερο, μόλις πίσω από το Voulez-Vou των ABBA. Εδώ είναι που ο Chaz
Jankel, αν και κάνει την παραγωγή κι συν-υπογράφει τα τραγούδια, αποχωρεί από
την μπάντα. Η αιτία βρισκόταν στην μεταλλαγμένη συμπεριφορά του Ian. Κατά τη
διάρκεια των ηχογραφήσεων - ίσως από την τεράστια, απότομη επιτυχία, ίσως από
το ανεξέλεγκτο άγχος του – ο Dury έχασε σε μεγάλο βαθμό τον έλεχγο του εαυτού
του. Άρχισε να γίνεται εριστικός, απόλυτος σε όλα, απρεπής, σπάταλος σε πολύ
μεγαλύτερο βαθμό απ΄ό,τι τον είχαν συνηθίσει. Οι διαξιφισμοί του με την μπάντα
και οι παραξενιές του ήταν πλέον καθημερινό φαινόμενο. Η περιοδεία που
ακολούθησε το άλμπουμ - ίσως και λόγω έλλειψης single - δεν τα πήγε καθόλου
καλά. Φυσικό λοιπόν για τον Chaz να μη θέλει να μείνει. Ένα άλλο πρόβλημα
άρχισε να φαίνεται στον ορίζοντα: η εξάρτηση του Ian από το αλκοόλ! Την
κατάσταση σώζει - προσωρινά πάντα - η κυκλοφορία ενός single, του "Reasons
to Be Cheerful, Part 3", τον Ιούλιο του ΄79.
Reasons to Be Cheerful, Part 3(1979)
Οι στίχοι του
μοιάζουνπερισσότερο με λίστα για ψώνια
σε super-market παρά με στίχους τραγουδιού. Περιγράφει - όπως λέει και ο τίτλος - για
ποιους κοινούς, καθημερινούς λόγους θα πρέπει να είναι κάποιος χαρούμενος. Από
αυτή την άποψη θυμίζει κι ένα παλιότερο κομμάτι του, το "England's
Glory". Ο κατάλογος περιλαμβάνει από τον Buddy Holly, τον Woody Allen και
το Hammersmith Palais μέχρι τις… κίτρινες κάλτσες, το καροτόζουμο, τον Adriano
Celentano και τον Salvador Dali! Σύμφωνα με τον Dury, οι στίχοι γράφτηκαν στην
Ιταλία (όπου και έγινε η ηχογράφηση, Eretcia Studios - RCA) μετά από ένα
δυστύχημα και τον θάνατο από ηλεκτροπληξία ενός βοηθού φωτισμού, κατά τη
διάρκεια κάποιου live. Εκεί γράφτηκε και το B-side του single, το "Common
as Muck", όταν ακυρώθηκαν οι προσεχείς παραστάσεις τους. Εδώ ας σημειωθεί, ότι μετά τον θάνατο του Ιan, στο αγαπημένο μέρος, στο Richmond Park στο ΝΔ
Λονδίνο, και με την επιμέλεια του γιου του, κατασκευάστηκε το 2002 ένα παγκάκι
που είχε γραμμένους επάνω του τους στίχους από το "Reasons to be
cheerful", κομμάτι του που είχε αγαπήσει πολύ ο κόσμος. Το παγκάκι
λειτουργούσε με ηλιακή ενέργεια κι έδινε τη δυνατότητα σε όποιον το επιθυμούσε
να συνδεθεί και να ακούσει 8 τραγούδια, καθώς και μία συνέντευξη του αγαπημένου
τους καλλιτέχνη. Μην το ψάξετε τώρα – το έχουν βανδαλίσει.
Common as Muck (1979)
Ο Chaz Jankel φεύγοντας αντικαταστάθηκε από τον πρώην κιθαρίστα των Dr. Feelgood, τον Wilko Johnson. Μαζί του, ο Ian με την μπάντα του έκαναν το 1980 το άλμπουμ Laughter. Όμως, ως πρώτη δουλειά της νέας σύνθεσης του γκρουπ καταγράφεται το single"Sueperman's Big Sister”. Όπως καταλάβατε, εδώ σκόπιμα δε γράφεται σωστά η λέξη “Superman”, ώστε να μην μπλέξουν με πνευματικά δικαιώματα της DC Comics. Η κυκλοφορία του άλμπουμ που ακολούθησε το single σηματοδοτεί αφενώς το τελευταίο άλμπουμ του με την Stiff Records, αφετέρου το τελευταίο (μέχρι το 1998) κοινό άλμπουμ του Dury με τους Blockheads. Δυστυχώς, ήδη από την περίοδο των ηχογραφήσεων όλα έδειχναν την επερχόμενη αποτυχία. Ο Ian εκείνη την περίοδο ήταν βαριά αλκοολικός και επίσης εθισμένος στα ηρεμιστικά χάπια. Είχε εκρήξεις επιθετικότητας, ήταν μανιώδης, δεν μπορούσε κανείς, ούτε καν οι συνάδελφοι στην μπάντα, να του μιλήσει. Κατάληξε να έχει μέχρι και νευρική κατάρρευση. Περιτό να αναφέρουμε ότι οι πωλήσεις δεν πήγαν καθόλου καλά. Αυτό ήταν και το κερασάκι στην τούρτα για τα μέλη των Blockheads, ειδικά για τον Wilko Johnson. Ο τελευταίος τα βρόντηξε κι έφυγε και η μπάντα διαλύθηκε. Ο Dury μένει μόνος, χωρίς μπάντα, σε άσχημη κατάσταση. Πρέπει να κερδίσει το στοίχημα. Δεν έχει μάθει να τα παρατάει. Έχει να προσφέρει κι άλλα…
Sueperman's Big Sister (1980)
Είχε έτοιμο - όπως πάντα - το υλικό για το δεύτερο σόλο άλμπουμ του. Δεν είχε όμως στήριγμα. Δεν είχε μουσικούς. Για καλή του τύχη όμως στο δρόμο του βρίσκεται ένας παλιός (όχι και τόσο παλιός) φίλος: Ο Jankel! Μαζί πετάνε μέχρι τις Μπαχάμες για την ηχογράφηση, στα στούντιο Compass Point της Polydor. Εκεί συμπράττουν με τους σούπερ σταρ της reggae, Sly Dunbar και Robbie Shakespeare. Το άλμπουμ που προκύπτει είναι το Lord Upminster. Κυκλοφόρησε το 1981, δεν τα πήγε καλά στις πωλήσεις, πήρε ανάμεικτες κριτικές. Κι όμως το άλμπουμ ήταν καλό. Θύμιζε τον παλιό, καλό Ian, o Chaz βρήκε ξανά τα γνωστά του πατήματα, με ένα ευρύ φάσμα μουσικών στιλ να καλύπτει το σύνολο των κομματιών. Εδώ ακούγονται τα πολύ γνωστά τραγούδια – σήματα κατατεθέν του Dury, “The (Body Song)", "Funky Disco (Pops)” όπως και το μοναδικό μη-δικό του κομμάτι στη δισκογραφία του, το “Girls (Watching)”, του Sly Dunbar.
The (Body Song) (1981)
Η αποκάλυψη όμως του άλμπουμ είναι ένα κομμάτι - το σημαντικότερο ίσως του Dury - το οποίο είχε κυκλοφορήσει κι ως single: Το "Spasticus Autisticus", ήταν μίαδιαμαρτυρία ενάντια στο ‘Διεθνές Έτος των Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες’ όπως είχε ανακηρυχθει το 1981. Όντας ο ίδιος άτομο με Ειδικές Ανάγκες και πολύ ευαισθητοποιημένος με τα άτομα με αναπηρία, είχε δεχτεί επανειλημμένα να βοηθήσει την κοινότητα των Α.Μ.Ε.Α και τώρα βρήκε επιτέλους την κατάλληλη ευκαιρία. Ο ίδιος το χαρακτήριζε ως “κραυγή πολέμου”. Αποτελεί μια κραυγή απόγνωσης, μια σκληρή μάχη για αποδοχή, μια έκκληση για κατανόηση. "Hello to you out there in normal land. You may not comprehend my tale or understand". Οι στίχοι είναι σκόπιμα προκλητικοί, καθώς η λέξη ‘spastic’ χρησιμοποιείται κατά κόρον για πάσχοντες από εγκεφαλική παράλυση και η Spastics Society (Εταιρεία Σπαστικών) αποτελούσε ένα όρο ταμπού για την Βρετανία – και όχι μόνο! Το επαναλαμβανόμενο ρεφρέν "I'm Spasticus, I'm Spasticus, I'm Spasticus, Autisticus" ίσως να παραπέμπει στην φράση “I’m Spartacus", από την ταινία του 1960, “Spartacus”. To ΒΒC θεώρησε το τραγούδι προσβλητικό, και μαζί με αρκετούς άλλους σταθμούς, αρνήθηκε να το παίξει – τουλάχιστον πριν τις 6:00 το απόγευμα, το πρώτο διάστημα. Μία - κατόπιν εορτής - ηθική δικαίωση τόσο για το συγκεκριμένο κομμάτι, όσο και τον δημιουργό του, ήρθε όταν αυτό εκτελέστηκε ζωντανά στην τηλεόραση και μεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο κατά τη διάρκεια της τελετής έναρξης των Θερινών Παραολυμπιακών Αγώνων του 2012.
Spasticus Autisticus (1981)
Μετά την εμπορική αποτυχία του ‘Lord Upminster’, ο Dury είναι πλέον πιο συγκρατημένος στις δισκογραφικές του κινήσεις. Το 1984, το 4000 Weeks Holiday, ένα άλμπουμ με τη νέα του μπάντα Music Students , ήταν το τελευταίο σημαντικό του άλμπουμ της δεκαετίας του '80. Από εδώ και πέρα ασχολείται με πολλά και διάφορα όπως πχ. ο κινηματογράφος. Παίρνει μέρος - κυρίως ‘περάσματα’ - σε πολλές ταινίες , ειδικά στα ‘80ς, όπως στους “Πειρατές”, του Roman Polanski , το “The Raggedy Rawne” του Bob Hoskins και το “Hearts of Fire” με τον Bob Dylan. Θατονθυμάστείσωςκαιστο “The Cook, the Thief, His Wife & Her Lover” (1989) καιστο “Split Second” (1992). Το πιο πρόσφατό του ήταν ίσως στο “The Crow: City of Angels” (1996), σε σκηνοθεσία Tim Pope, ο οποίος είχε σκηνοθετήσει και μερικά video-clip του Dury.
Ian Dury
Καθ 'όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '90, η ομάδα έπαιζε συναυλίες σε τακτική βάση, συχνά στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ένα δεύτερο άλμπουμ, το The Bus Driver's Prayer & Other Stories , κυκλοφόρησε το 1992. Στα τέλη του 1995 ο Ian επιστρέφοντας από μια κινηματογραφική ταινία στην Αμερική, αισθάνθηκε αδιαθεσία. Ήταν τότε που διαγνώστηκε για καρκίνο του παχέος εντέρου. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κι επανήλθε. Ο Ian άρχισε τότε τη συνεργασία του με την UNICEF, συνοδεύοντας την οργάνωση στη Ζάμπια για να παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα. Συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό του έργο, ταξιδεύει στη Σρι Λάνκα αυτή τη φορά με τον Robbie Williams, το ίδιο έτος, για την προώθηση του εμβολιασμού κατά της πολιομυελίτιδας . Εν τω μεταξύ, αυτός και οι Blockheads άρχισαν να δουλεύουν σε ένα νέο υλικό και τον Ιούνιο του 1998, κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ μετά από δεκαεπτά χρόνια, το Mr. Love Pants. Παμψηφεί αναγνωρίστηκε από πολλούς κριτικούς ότι ήταν το καλύτερο άλμπουμ του Ian από την εποχή του New Boots and Panties !!. Δυστυχώς όμως η απόλυτη αναγνώριση άργησε. Ανακοινώνεται ότι ο καρκίνος του παχέος εντέρου έχει εξαπλωθεί στο ήπαρ του κι ότι η κατάσταση είναι ίσως μη αναστρέψιμη. Για το επόμενο έτος, πολεμούσε την ασθένεια διατηρώντας παράλληλα ένα δημόσιο προφίλ. Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του ήταν, μαζί με τους Blockheads , σε μια φιλανθρωπική συναυλία για την ενίσχυση του ‘Cancer BACUP’, στις 6 Φεβρουαρίου 2000 στο London Palladium. Εκεί οIan έβγαλε τα τελευταία του αποθέματα ενέργειας που είχε για να προσφέρει μια εκπληκτική απόδοση. Για λίγες εβδομάδες ακόμη θα περνούσε τις τελευταίες του στιγμές στο σπίτι με την οικογένειά του. Όταν ο Paul McCartney ήρθε στο κρεβάτι του να τον επισκεφτεί, ο Dury είπε στη σύζυγό του ότι ήταν "σαν να έρχεται η Βασιλομήτωρ για τσάι”. O Dury υπέκυψε στον καρκίνο στις 27 Μαρτίου 2000. Η στάχτη του σκορπίστηκε στον Τάμεση και μια από τις πατερίτσες του ρίχτηκε τελετουργικά κάτω από τη Γέφυρα Hammersmith.
Jack Shit George (1998)
Απ΄ό,τι καταλάβατε, από όλα τα παραπάνω, ο Ian Dury δεν ήταν κι ο καλύτερος χαρακτήρας. Και δεν έφταιγε η δόξα κι η αναγνώριση. Έτσι τον έκανε η ζωή από τα παιδικά του χρόνια. Αυτή η πολιομυελίτιδα τον είχε στιγματίσει για πάντα – κι όχι μόνο στο σώμα του. Έπρεπε από μικρό παιδάκι να αμύνεται απέναντι στο bullying που του γινόταν απ΄την ομήγυρή του. Απέκτησε έτσι έναν επιθετικό χαρακτήρα, εσωστρεφή, χωρίς φραγμούς, στη χαρά, τον ενθουσιασμό, στον πειραματισμό, αλλά και στον πόνο – και τον δικό του και των άλλων. Απλώς η κατοπινή φήμη που απέκτησε επέτεινε το πρόβλημα. Έγινε αναίσθητος, σκληρός, κυνικός, με οτιδήποτε normal και φυσιολογικό. Χρησιμοποιούσε τα πάντα για όφελός του, αδιαφορώντας για τους άλλους.”Ο Dury δεν ήταν ποτέ ‘εύκολος’. Θα μπορούσε, σε πρώτη άποψη, να είναι ένας πολύ ευχάριστος και αστείος άνθρωπος. Είχε επίσης μια πλευρά μοναχικού κι αδίστακτου ανθρώπου. Και είχε μια μοναδική ικανότητα να γοητεύει τους ανθρώπους όταν τους χρειαζόταν”- ‘ελεγε ένας πρώην συμφοιτητής του. Τον περιγράφει ως "τον καλύτερο προσωπικό χειραγωγό ανθρώπων που έχω συναντήσει ποτέ. Δεν είχε όμως κανένα δισταγμό στην απόρριψη τους μόλις είχε εξαντληθεί η χρησιμότητά τους”. Επίσης ο φίλος του ο Jenkel λέει για αυτόν : "Μισούσε κάθε σημάδι αυτοσυγκράτησης ή επιείκειας". Θυμάται μάλιστα ότι οι πρώτες λέξεις που του είπε ποτέ ο Dury ήταν "fuck-off". Ο ίδιος αποδίδει μεγάλο μέρος της αυταρχίας του Ian στο αλκοόλ. Όλα τα παραπάνω όμως τον έκαναν ακόμη περισσότερο αγαπητό και σεβαστό στην punk κοινότητα της εποχής, όπου θεωρούνταν το πιο εξέχον μέλος.
Billericay Dickie (1977)
Το πηγαίο χιούμορ στα τραγούδια του, η θυελλώδης σκηνική του παρουσία, η Cockney προφορά κι εκφράσεις, η άγρια ιδιοσυγκρασία του, τον καθιστούν, μέχρι και σήμερα, ένα μοναδικό φαινόμενο στη μουσική σκηνή. Ίσως κανένας βρετανός τραγουδοποιός δεν πλησίασε τόσο πολύ σε τέτοια γλωσσική αταξία. Θα παραμένει για πάντα μια μεγαλοφυία, καθώς και μία υπενθύμιση του πόσο όμορφο αλλά και ενοχλητικό μπορεί να είναι ένα ταπεινό pop τραγούδι. Υπήρξε ο πιο μοναδικός και συναρπαστικός χαρακτήρας της βρετανικής pop μουσικής, συνδυάζοντας μοναδικούς στίχους, σκηνικό music hall, απλό funk, φορώντας ένα προκλητικό σακάκι (αρχικά έκρυβε στο μανίκι το παράλυτο χέρι του), μαύρη σκιά ματιών και το χαρακτηριστικό - κι αχώριστο - σκουλαρίκι-ξυράφι στο αφτί του. Η παρακάταθήκη του; “Δεν με νοιάζει αν θα με ξεχάσουν αμέσως. Δεν είμαι εδώ για να με θυμούνται, είμαι εδώ για να ζω”!
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Για τους φανατικούς φίλους: Το 2010 η ταινία "Sex & drugs & rock n' roll" (από το ομώνυμο τραγούδι του), σύστησε στο ευρύ κοινό το μύθο του Ian Dury. Η σκηνοθεσία είναι του Mat Whitecross ενώ στον ρόλο του Dury παίζει ο Andy Serkis. Βρείτε το και δείτε το.
Ian Dury
ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ
Κυριακή 10 Μαρτίου 2019
RHINOCEROS
Earthy White R&B/Hard Rock/Country
Σεπτέμβριος του 1967 στο Λος Άντζελες. Η αισιοδοξία της ψυχεδελικής μουσικής επανάστασης ήταν η ενωτική δύναμη στον κόσμο. Το φεστιβάλ του Monterey είχε γίνει. Το Sergeant Pepper των Beatles δεν ήταν απλά ένα μουσικό γεγονός, αλλά επίσης ένα κοινωνιολογικό και πολιτιστικό γεγονός. Παρά τον πόλεμο στο Βιετνάμ, η ιστορία του κόσμου βρέθηκε για μία απαστράπτουσα στιγμή στην ίδια σελίδα. Η Elektra Records (προηγούμενα δισκογραφική folk) είχε επιτυχώς φέρει τo ηλεκτρικό rock 'n' roll στο ρόστερ της, πρώτα με τους Butterfield Blues Band και μετά σε μία γρήγορη αλληλουχία τους ήρωες του Λος Άντζελες Love και φυσικά τους the Doors (έτοιμοι να κυκλοφορήσουν διαδοχικά οι πρώτοι το Forever Changes και οι δεύτεροι το Strange Days, δύο επιδραστικούς δίσκους της ίδιας εποχής). Ο Paul Rothchild έκανε την παραγωγή όλων αυτών των σχημάτων. Έμοιαζε να έχει το άγγιγμα του Μίδα και παρά κάποια παιδέματα με μπάντες, όπως με τους Clear Light, φανερά είχε πιάσει τον παλμό της μουσικής και του όλου κινήματος. Παραλείποντας έξι μήνες στην αρχή του '67 ο Frazier Mohawk πλησίασε τον Rothchild με ένα κόνσεπτ, να μαζέψει μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς του Λος Άντζελες που δεν ήταν μέλη σε μπάντες, σε ένα γκρουπ με προορισμό να πάει την μουσική της εποχής πιό μακριά. Είχε δε και το όνομα για αυτή την μπάντα: Supergroup.
Ο Mohawk είχε τέλεια αξιοπιστία στο να βοηθάει να σχηματίζονται μπάντες, ιδιαιτέρως τους Buffalo Springfield, τους οποίους ώθησε στις αρχές του 1966, πριν χάσει την διεύθυνση από την μοχθηρή ομάδα των Greene & Stone. Το όλο κόνσεπτ δεν είναι πολύ διαφορετικό από μία άλλη μπάντα που θα εμφανιζόταν ένα χρόνο αργότερα από την Αγγλία: Τους Led Zeppelin. Η πρώτη συνάθροιση μουσικών στο σπίτι των Rothchild και Mohawk στο Laurel Canyon εκείνο τον Σεπτέμβριο περιλάμβανε τον κιθαρίστα Doug Hastings (ο οποίος νωρίτερα είχα αντικαταστήσει τον Neil Young στους Springfield) και τον-από το Σικάγο-τραγουδιστή/τραγουδοποιό και πιανίστα Alan Gerber που και οι δύο ήταν στο τελικό σχήμα. Επίσης συμμετείχε ο κιθαρίστας Danny Kortchmar και ο μπασίστας Kerry Magness, ανάμεσα σε άλλους. Κατά την διάρκεια μίας σύντομης παύσης τον Νοέμβριο, ο Rothchild πήγε ένα ταξίδι στην Νέα Υόρκη και στρατολόγησε τον μπασίστα Peter Hodgson και τον lead singer John Finley από την θρυλική R&B μπάντα του Καναδά Jon & Lee and the Checkmates. Ο Rothchild είχε δει τους Checkmates σε ένα από τα ταξίδια του με την Elektra πίσω στο 1965. Ο Rothchild επέστρεψε στο Λος Άντζελες για να συνεχίσει να συγκεντρώνει την μπάντα, ακολουθούμενος γρήγορα από τον Finley και τον Hodgson. Άλλη μία προσθήκη κατά την περίοδο αυτή ήταν ο κιθαρίστας (πρώην στους Iron Butterfly) Danny Weis, ο οποίος μόλις είχε προταθεί από τον φίλο του David Crosby με την πιθανότητα να πάει στους Blood, Sweat & Tears του Al Kooper, μία προσφορά που απέκλεισε. Γύρω εκεί που ο Weis πήγε στο πρότζεκτ, προστέθηκε και ο Michael Fontara, ακόμα ένα μέλος των Jon & Lee and the Checkmates, ο οποίος ήταν keyboard player και είχε λάβει κλασική εκπαίδευση. Στα τέλη του 1967, ο Weis σύστησε τον μπασίστα Jerry Penrod, που στο σημείο εκείνο αντικατέστησε τον Hodgson. Κατά την διάρκεια του τέλους του 1967, έκαναν την backing band στον David Ackles στο ντεμπούτο άλμπουμ του. Η τελική προσθήκη στη μπάντα εκείνη την περίοδο ήταν ο ντράμερ Billy Mundi, που πριν έπαιζε με τους Frank Zappa & the Mothers of Invention και τον Tim Buckley. Σε μία παράξενη στροφή της μοίρας ο Mundi είχε παίξει στους Buffalo Springfield το 1966.
Same Old Way (1968)
Μετά από ένα σύντομο διάλλειμα στα τέλη του '67 αρχές του '68, οι Καναδοί στην μπάντα τελικά εξασφάλισαν κατάλληλες visa για να δουλεύουν και γρήγορα μαζεύτηκαν σε ένα στούντιο του Λος Άντζελες όπου σύμφωνα με τον Hastings το σεπτέτο τελικά "ακουγόταν σαν αληθινή μπάντα. Πληρωνόμασταν επίσης για να κάνουμε πρόβες και να ηχογραφούμε, πράγμα ανήκουστο για την εποχή. Δεν ξοδεύαμε μία, μέχρι την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ". Μερικές πηγές αναφέρουν ότι η Elektra επένδυσε περίπου 80.000 λίρες στην μπάντα, ένα σημαντικό ποσό για την εποχή. Ο Finley σχολίασε σε συνέντευξη στο Καναδέζικο περιοδικό Egg στα τέλη του '69: "Η Elektra δεν μας αποκάλεσε σούπεργκρουπ. Μας αποκάλεσε πρότζεκτ σούπεργκρουπ, κόνσεπτ που χρησιμοποιούσε γιά όλους τους αγαπημένους της μουσικούς. Είχε δε αυτή την καμπάνια με τα χιλιάδες δολλάρια, ώστε να μας κάνει άμεσα mini rock stars". Μέσα στις αρχές του 1968, η μπάντα έγραψε και βελτίωσε τα τραγούδια της και το καλοκαίρι οδηγήθηκε στην Elektra, στα ολοκαίνουρια στούντιο για να δουλέψει με τον μηχανικό John Haeny (και τον Rothchild σαν παραγωγό) και έβγαλαν αρκετό υλικό για το ντεμπούτο άλμπουμ τους μέσα σε οκτώ ημέρες. Ακούγοντας αυτό το άλμπουμ σήμερα, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το γκρουπ ήταν ικανό να δώσει τέτοιο απίστευτο αποτέλεσμα σε τόσο μικρή περίοδο. Παρά τον τρόπο που το γκρουπ σχηματίστηκε, υπάρχει μία απίστευτη χημεία στο groove του. Κατά ένα τρόπο ο δυναμικός συνδυασμός των soul καταβολών και της hard rock κάνει την μπάντα να ακούγεται σαν να ήταν χρόνια μαζί, παρά μόνο μερικούς μήνες. Δύο από τα κομμάτια που είναι πιό φανερό αυτό, είναι βερσιόν τραγουδιών που εμφανίστηκαν σε ένα άλμπουμ του Little Richard. Το "You're My Girl", που αργότερα θα διασκευαζόταν από τον Rod Stewart και το "I Need Love" του Larry Williams.
I Need Love (1968)
Και τα δύο τα σύστησε στο γκρουπ ο Billy Mundi. Φτιαγμένα live στο στούντιο (όπως όλα τα τρακς) υπάρχει μία αλληλεγγύη στην παρουσίαση και ακρίβεια στις κιθάρες των Hasting και Weis, στο heavy drumming του Mundi-ένα χρόνο πριν ο John Bonham δώσει τον ορισμό της τεχνικής-και ιδιαίτερα στο εκτυφλωτικό λευκό funk στυλ του lead singer John Finley. Η μπάντα επίσης καθιερώθηκε ως άριστη στην γραφή επίσης, όπως αποδείχτηκε από τα άλμπουμ, εντυπωσιάζοντας με το hard rock/soul άνοιγμα με το "When You Say You're Sorry", γραμμένο από τον Αlan Gerber και το "I Will Serenade You" μία soulful, θρηνητική μπαλάντα από τον Finley. Αυτό το τραγούδι αργότερα θα διασκευαζόταν από τους Three Dog Night, που συγκέντρωναν τους πόρους τους την ίδια περίοδο, με ελαφρά πιό επιτυχημένα εμπορικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με τον John Finley, "Ήταν σχέδιο του Paul Rothchild από την έναρξη να ηχογραφήσει την μπάντα live χωρίς overdubs".
When You Say You're Sorry (1968)
Ο Danny Weis συζήτησε αυτό το κόνσεπτ με τον John Mars στο περιοδικό Blitz το 1980: "Εκείνο τον καιρό όλα τα μεγάλα γκρουπ όπως οι Cream και Jimmy Hendrix Experience έκαναν overdumbs σε όλα τους τα τραγούδια με κάτι σαν εννέα κιθάρες να πηγαινοέρχονται στα ηχεία σε κάθε τρακ. Ήμουν ο πρώτος στους Rhinoceros που ήθελα να προσπαθήσω για live ήχο με όλα τα πλεονεκτήματα του στούντιο. Ο Michael Fontara επίσης σκέφτηκε ότι ήταν καλή ιδέα επίσης και αργότερα όλα τα υπόλοιπα μέλη το βρήκαν ένα καλό στοίχημα. Έκανε αίσθηση να παίζουμε έτσι το υλικό μας τότε". Και πραγματικά έκανε αίσθηση και η απόδειξη είναι στα grooves. Ο συνδυασμός του όλου ήχου της μπάντας, με την θαυμαστή ηχητική έκσταση του νέου στούντιο, δοσμένη με την άψογη επαγγελματική κατάρτιση του John Haeny, έφερνε μία νέα πιό σοφιστικέ εικόνα στον ακροατή. Μουσικώς, το άλμπουμ είναι μία δραστική αναχώρηση από την ψυχεδελική υπερβολή της περιόδου, ενώ ακόμα διατηρεί μία λαμπερή αναπόφευκτη γοητεία. Στο τέλος το άλμπουμ φαίνεται να "γερνάει" πολύ καλύτερα από πιό θρυλικά σύγχρονά του. Τι πήγε στραβά; Ε αυτό αποτελεί από μόνο του μία ιστορία και συστήνεται στους αναγνώστες να τσεκάρουν το www.rhinoceros-group.com για την πλήρη τους ιστορία.
Find My Hand (1969)
Πολλά έχουν γίνει με τον όρο σούπεργκρουπ. Το 1969, ανάμεσα σε γκρουπ όπως οι CSN&Y, οι Blind Faith, οι Blood, Sweat &Tears (και κάποιοι άλλοι) ξεχύνονταν στην rock μουσική σκηνή σαν παλιρροϊκό κύμα. Μερικοί από αυτούς φτιαγμένοι μόνοι τους σαν γκρουπ, άλλοι προιόν της βιομηχανίας δίσκων. Οι Rhinoceros ήταν σε μεγάλη έκταση, μέρος της δεύτερης κατηγορίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το γκρουπ δεν είχε αληθινό ταλέντο και σίγουρα αξίζουν μία σωστή θέση πολύ πάνω από τα στάνταρντ ενός rock 'n' roll κοινού. Ακολουθώντας την κυκλοφορία του άλμπουμ και μία μακρά περίοδο περιοδείας, το γκρουπ χωρίστηκε σε δύο φατρίες. Ο Finley και ο Gerber ήθελαν να παραμείνουν στο Λος Άντζελες για να συνεχίσουν να δουλεύουν με τον Paul Rothchild. Οι υπόλοιποι ήθελαν να μετακινηθούν στην Νέα Υόρκη και μακριά από τον αυταρχικό έλεγχο του Rothchild για το follow up τους Satin Chickens.
Sweet, Nice 'N' High (1970)
Σε μία κρίσιμη συνάντηση του γκρουπ, ο Gerber αποφάσισε να πάει με την υπόλοιπη μπάντα και έτσι μετακόμισαν και άλλαξαν παραγωγό. Στο πνεύμα να διατηρήσει ενωμένη την μπάντα o Finley διστακτικά τους ακολούθησε στην Νέα Υόρκη. Το αποτέλεσμα ήταν δύο άλμπουμ το Satin Chickens και το Better Times Coming που έχουν μερικές καλές στιγμές, αλλά τους λείπει η συνοχή του ντεμπούτο άλμπουμ. Η αληθινή μαγεία όμως φαίνεται να είναι στο άλμπουμ με το οποίο συστήθηκαν, χωρίς να λείπουν οι λαμπρές στιγμές από τα δύο επόμενα.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019
MADDEN AND HARRIS
Aussie Folk
Ένα folk ντουέτο από το Sydney(Αυστραλία) που έχουν μία ιδιαιτερότητα μοναδική, να αποτελούνται από τον δάσκαλο (Peter Harris) και τον μαθητή του (Dave Madden). O Harris με κλασσική μουσική εκπαίδευση, πολυοργανίστας, ενώ ο Madden μαθητής του στην κιθάρα. Ξεκίνησαν να παίζουν το 1972, κυκλοφορώντας ένα single το '74 (Remember Me/A Simple Song), αγνή σαν Κέλτικη folk βουτηγμένη στο mellotron, πριν κυκλοφορήσουν το μοναδικό άλμπουμ τους
το 1975 Fools Paradise. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε από την ιδιωτική τους δισκογραφική Jasmine Records και μόνο σε μερικές εκατοντάδες κόπιες, κάνοντας το ορίτζιναλ LP να στοιχίζει πολύ ακριβά τώρα πιά.
Remember Me (1974)
Το τραγούδι που ανοίγει τον δίσκο το "Wishes" είναι ένα στοιχειωτικό κομμάτι δραματικής folk σαν αυτή που έπαιζε ο Bert Jansch, με τσέλο, άρπα και συνοδεία κιθάρας, με το τσέλο να στέλνει βέλη στην ραχοκοκκαλιά καθώς το κομμάτι ξεδιπλώνεται και το μέλλοτρον να ακούγεται από μακριά, ενώ οι φωνές του ντουέτου εναλλάσσονται και το τραγούδι σβήνει σχεδόν, πριν αναβιώσει με ένα εντυπωσιακό τρόπο και τελικά τελειώσει.
Wishes (1975)
Ακολουθεί ένα συντομευμένο "Fools Paradise Pt", αλλά είναι μικρό για να το πούμε περίληψη του κλεισίματος του δίσκου, τόσο μουσικά όσο και ηχητικά (τελειώνει με ένα ενοχλητικό fade out). Το τρίτο κομμάτι "Wind At Eve" είναι ένα υπέροχο αλήθεια ambient folk κομμάτι, που πλημμυρίζεται στο μέλλοτρον, με το ντουέτο για ακόμη μία φορά να εναλλάσσεται στις μελαγχολικές αρμονίες.
Wind At Eve (1975)
Στο επόμενο "Margaret O'grady" το πιανάκι μοιάζει λίγο παράταιρο, αλλά το τραγούδι αυτό αποτέλεσε το θέμα για το promotion στον δίσκο.
Margaret O'grady (1975)
Το πιό συμβατικό "I Heard a Man Say" είναι περισσότερο στο πνεύμα των Fairport Convention με ένα απαλό φλάουτο να το τυλίγει.
I Heard a Man Say (1975)
Με ξεσηκωτικό πνεύμα το "O'weary Brain", που ενώ τελειώνει με τον ήχο εκκλησιαστικού οργάνου, δίνει την εισαγωγή στο "Cool September", το οποίο κρατάει το όργανο να κυλάει αργά καθ'όλη την διάρκειά του.
Cool September (1975)
Το εξέχον ομώνυμο αριστούργημα σε τέσσερις πράξεις γεμίζει την δεύτερη πλευρά του δίσκου. Πρώτη πράξη "A Children of Ice" αρχίζει με παιδική χορωδία πάνω από αρπέτζιο (αρπισμός) της κιθάρας, δίνοντας γοητευτική πλήν όμως απλοική ατμόσφαιρα, πριν τα βάρβαρα για αυτό το σχήμα ντραμς σε ταρακουνήσουν από το λήθαργο, παρέχοντας μία ιδανική αλλαγή καθώς το "Will You Be There" σερβίρεται χωρίς προειδοποίηση. Η χορωδία συνεχίζει, τώρα συνοδευόμενη από τον ένα τροβαδούρο μας. Ένα πιάνο, ένα μπάσο μία ηλεκτρική κιθάρα μπαίνει που αργότερα ξεσπά σε ένα fuzz σόλο, η χορωδία έχει εξαφανιστεί πιά αντικαθιστώμενη από όργανο για ένα δεύτερο πέρασμα της συχνότητας του κομματιού. Μερικοί παράφωνοι αρπισμοί ανοίγουν το "E.I.E.I.O.", (παρακαλώ μη ρωτάτε τι σημαίνει), που είναι ένα μικρό και ιδιόρρυθμο κομμάτι. Η δεύτερη πλευρά κλείνει απειλητικά με το "End Game", στην αρχή με τεράστια μπασογραμμή συνοδευόμενο από το στροβίλισμα του μέλλοτρον, τελειώνοντας απότομα από ένα βαρύτονο σαξόφωνο και ακουστική κιθάρα και με τα φωνητικά των τροβαδούρων μας.
Fools Paradise (1975)
Ένα από τα πιό θεαματικά συλλεκτικά άλμπουμ, αυτό το μοναδικό άλμπουμ των Madden & Harris, είναι ένα από τα κρυμμένα διαμάντια που δεν χρειάζονται κατεργασία. Όσοι δεν μπήκαν σε πειρασμό να ακούσουν ακόμα, ας σκεφτούν μερικά ονόματα όπως Bert Jansch, Caravan, Fairport, Spirogyra, έτσι για να καταλάβουν για τι μιλάμε εδώ. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε επανέκδοση στις αρχές του '90, αλλά και πιό πρόσφατα το 2014, γεγονός που ξάφνιασε ευχάριστα τους δύο δημιουργούς να ξέρουν πώς υπάρχει κόσμος που ακόμα ενδιαφέρεται για αυτά που έγραψαν και παρουσίασαν πριν τόσα χρόνια.
Όσοι έχετε ακούσει την μουσική των Tir Na Nog, από το άρθρο Tir Na Nog (πατήστε εδώ) ή σας αρέσουν οι Magna Carta ακούστε δίχως δεύτερη σκέψη.