Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018



PHILLY JOE JONES



An Unlisted Drummer




Έμπνευση αυτού του άρθρου στάθηκε η ανάρτηση, σε ένα “έγκυρο” ελληνικό μουσικό site, μίας λίστας με τους 10 καλύτερους  jazz ντράμερς. Κι αυτή, όπως και κάποιες  άλλες σχετικές λίστες, αρχίζουν με Νο 1 τον Buddy Rich. Το θέμα όμως είναι στα παρακάτω ονόματα της λίστας. Ούτε σε αυτή δεν είδα έναν μεγάλο ντράμερ που έγραψε τη δική του, τεράστια ιστορία στα jazz drums.  Πραγματικά μου φάνηκε μεγάλη η απουσία του. Θα μου πει όμως κάποιος: “Μα αυτές οι λίστες είναι αρκετά υποκειμενικές”. Συμφωνώ, αν και πρέπει να υπάρχει και μια βάση αντικειμενικότητας. Για παράδειγμα, θα τον είχαν στις  μπάντες τους πχ. ο Miles Davis ή ο Tadd Dameron, αν εκείνος δεν ήταν ένας κορυφαίος ντράμερ;  Aυτός δεν είναι άλλος απ΄τον Philly Joe Jones.

Solo Drums


Γεννήθηκε ως Joseph Rudolph Jones, το 1923, στη Philadelphia, μια πόλη με τεράστια παράδοση στους ντράμερς. Η οικογένειά του είχε ανέκαθεν παράδοση στη μουσική. Η γιαγιά του ήταν επαγγελματίας πιανίστας και ενθάρρυνε τις επτά κόρες της να σπουδάσουν μουσική. Η μητέρα του Jones έμαθε κι αυτή πολύ καλό πιάνο και ενθάρρυνε την μουσική εκπαίδευση για τον γιο της. Ο Joseph θυμάται την προσωπική του προτίμηση, από την παιδική του ηλικία: “Τα τύμπανα ήταν πάντα η επιλογή μου σε ότι αφορά το όργανο. Είχα την ευκαιρία να επιλέξω ανάμεσα σε πολλά, επειδή η γιαγιά μου έκανε όλες τις κόρες της να μάθουν μουσική. Κάποια έπαιζε βιολί, άλλη έπαιζε τενόρο σαξόφωνο, και όλες έπαιζαν πιάνο, επειδή η γιαγιά μου έπαιζε πιάνο. Έτσι η γιαγιά μου έκανε τη μητέρα μου και όλες μου οι θείες να πάρουν πιάνο, και  επίσης έκαναν όλα τα παιδιά τους να πάρουν πιάνο. Όλοι οι ξαδέλφες μου παίζουν πιάνο. Κοίταζα όλα τα όργανα και τελικά είπα: “Τα τύμπανα είναι αυτά που θέλω. Δεν ήθελα να παίζω πιάνο, αν κι έπρεπε να κάνω μαθήματα. Αλλά τα απέφευγα αφού ήθελα να παίζω ντραμς”. Όπως συνέβαινε συνήθως με πολλούς άλλους κορυφαίους τζαζ μουσικούς, ο Jones ξεχώρισε ως παιδί. Αυτό το ταλέντο του τον έφερε να κάνει μια εμφάνιση στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα της Φιλαδέλφειας, “The Kiddie Show”. Ο Jones συνέχισε να παίζει για αρκετό καιρό, συχνά διασκεδάζοντας ως ντράμερ - ή ακόμη και σαν χορευτής - στην πρώιμη επαγγελματική του σταδιοδρομία. Αυτές οι ικανότητες του Jones αναπτύχθηκαν νωρίς και ποτέ δεν ξεθώριασαν, κερδίζοντας γρήγορα τη φήμη ενός “αχαλίνωτου, φλογερού και αριστοτεχνικού” μουσικού. Ο Jones θεωρεί τον James Coatsville Harris, ντράμερ της Φιλαδέλφειας, ως τον πρώτο του μέντορα και δάσκαλο στην πρώτη του εφηβική ηλικία, o οποίος τον παρακίνησε να  μελετήσει τους μεγάλους δάσκαλους της δεκαετίας του 1930 και τις αρχές του ‘40, όπως τον Dodd Baby, τον Chick Webb, τον Dave Tough, τον Jo Jones, τον Kenny Clarke, τον Art Blakey, Max Roach, κλπ. Στη συνέχεια άρχισε να παίζει στα κλαμπ της Φιλαδέλφειας στην εφηβεία του, και μάλλον γρήγορα κέρδισε τη φήμη ως ένα “up-and-coming” αστέρι. “Τον αποκαλούσαμε έτσι επειδή ήρθε από το Coatsville”, λέει για τον Jones ο James Harris. “Με έβαλε στο κάθισμα και μου είπε: εδώ είναι αυτό που πρέπει να κάνεις. Θα είσαι καλός ντράμερ μια μέρα." Ο Max Roach και ο Sid Catlett ήταν δύο από τα είδωλά του που έδωσαν κάποια μουσική και προσωπική συμβουλή στον Jones, ενθαρρύνοντάς τον να εισέλθει στη σκηνή της Νέας Υόρκης. Λέει για τον Catlett: “Ο Sid Catlett μου έδειχνε πολλά πράγματα. Έμαθα τόσους πολλούς διαφορετικούς τρόπους να παίζω από τη μελέτη μαζί του. Ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Αυτοί οι άνθρωποι ήξεραν ότι ήμουν σοβαρός παίκτης και έτσι θα με βοηθούσαν. Έρχονταν εκεί που δούλευα, μερικές φορές και με ενθάρρυναν”. Για τον Roach θυμάται: “ Ο Max ήταν πάντα ένας θαυμάσιος μουσικός.  ‘Hρθε κάποτε στο Syncopation για να με δει. Αυτό ήταν μεγάλη τιμή! Ήρθε αυτός ο τύπος να περάσει μια βραδιά μαζί μου....  Ήταν έκπληξη και τιμή γιατί ήταν ένας από τους αγαπημένους μου”.
Ενώ τελικά εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, κλήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου. Παρόλο που ο Jones μπόρεσε να παίζει με άλλους μουσικούς κατά τη διάρκεια της θητείας , συμπλήρωσε τη μετεγκατάστασή του στη Νέα Υόρκη, το 1947, με μια περίοδο έντονης μελέτης με το θρυλικό καλλιτέχνη της jazz, Cozy Cole, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Σύμφωνα με τον Jones, ο Cole του τόνισε τα βασικά στοιχεία της jazz και ο Jones θα μπορούσε να πει ότι ολοκληρώθηκε ως μουσικός. Όπως θυμάται: “Η ικανότητά μου να διαβάζω ήταν αρκετά καλή εκείνη την εποχή, αλλά δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί που έπρεπε. Έτσι πήγα στον Cozy (Cole) και άρχισα να σπουδάζω. Το Cozy είχε ένα υπέροχο ‘σχολείο’. Ακόμα και ο Max (Roach) και ο γέρος (Jo) Jones έκαναν κάποια προχωρημένα πράγματα με το Cozy. Άνοιξε πραγματικά τα μάτια μου για τα ελαττώματά μου και μου έδειξε πώς να αποκτήσω δύναμη με τα χέρια μου. Ήταν πολύ σκληρός και με εμένα. Μου έδινε ένα μάθημα για όλη την εβδομάδα και όταν θα επέστρεφα την επόμενη, θα έπρεπε να παίξω αυτό το μάθημα για αυτόν, χωρίς κανένα λάθος, προτού με πάει στο επόμενο. Κυρίως, με έβαλε να προσπαθώ με την ανάγνωσή μου κι από τότε δεν είχα κανένα πρόβλημα με αυτό”.

Cherokee (1959)


     Μια από τις πρώτες συναυλίες του Jones κατά την άφιξή του στη Νέα Υόρκη ήταν με το Rhythm ’n’ Blues του Joe Morris, το οποίο περιελάμβανε επίσης τον σαξοφωνίστα Johnny Griffin και τον μπασίστα Percy Heath. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μαζί με ένα διάσημο συγκρότημα στο Birdland το 1950, ο Jones προσχώρησε στο συγκρότημα Bull Moose Jackson, το Bearcats, το οποίο χαρακτήρισε επίσης τον Benny Golson και τον πιανίστα Tadd Dameron. Ο Jones έκανε πολύ περισσότερα από τύμπανα στο Bearcats. Σύμφωνα με τον Golson: “ τραγούδησε, έπαιξε πιάνο, μπάσο, έκανε και λίγο χορό. Ο τύπος ήταν φαινόμενο. Έγραψε μουσική και διάφορα άλλα πράγματα. Και ήταν ένας πραγματικά υπέροχος ντράμερ”. Στην καριέρα του ο Philly γνώρισε καλά και τον κορυφαίο ντράμερ, τον Buddy Rich. Θα έλεγε σχετικά: “Είχα πολλούς ντράμερς να με επηρεάσουν. Ήμουν στη μπάντα του Buddy Rich το '51, αμέσως μετά που έφυγα από τον Duke Ellington. Παίζαμε στο New Jersey με τον Buddy. Εκείνος θα έπαιζε ένα μεγάλο σόλο μία φορά όλη τη νύχτα, και έπειτα θα καθοδηγούσε τη μπάντα, ίσως και να τραγουδούσε ! Δεν ήθελε να παίζει σε όλο το show. Θα έπαιζα εγώ, αντί γι΄αυτόν, όλη την υπόλοιπη μουσική”. Και: “Ο Buddy είναι υπέροχος. Ήταν ένας γίγαντας στην μπάντα του και οι περισσότεροι ντράμερς ήταν αμήχανοι και ψυχροί όταν είναι γύρω του, αλλά αυτό γιατί δεν τον ήξεραν καλά. Αγαπά τα τύμπανα και αγαπά τους παίκτες, όταν παίζουν. Δεν χάιδευε κεφάλια. Ήταν ντόμπρος. Έχει κάνει πολλές δηλώσεις για διαφορετικούς ντράμερς. Λέει τι του αρέσει και τι όχι. Έχει δικαίωμα στη γνώμη του“. Μετά απ΄αυτό, ο Tadd Dameron κάλεσε τον Jones στη μπάντα του, περίπου το 1951-1953 και με αυτόν τον τρόπο προώθησε την καριέρα του Jones στην επόμενη φάση του. Εκεί ο Dameron τον δίδαξε να παίζει ως ντράμερ “μεγάλου συγκροτήματος” καθώς και πίσω από έναν σολίστ. O Jones θα του χρωστούσε μεγάλη χάρη γι’ αυτό, πράγμα που θα το ξεπληρώσει μερικές δεκαετίες μετά.

Super Jet (1956)


     Την περίοδο 1952 και 1953 ο Jones συνεργάστηκε με τον πιανίστα Joe Morris, τον Elmo Hope, και τον Tony Scott που έπαιζε κλαρινέτο. Παρεπιμπόντως ο Scott ήταν και ο …‘νονός’ του! Για να αποφευχθεί η σύγχυση με τον διάσημο  ντράμερ του Count Basie, τον Jo Jones, ο Scott τόσο στα στούντιο όσο και στα live, σύστηνε τον νεαρό ντράμερ του, λέγοντας: "Αυτός είναι ο Joe Jones από τη Philly (σ.σ.Philadelphia ή ‘Philly’)".Τελικά, ο νεότερος Jones ζήτησε από τον Scott να τον αναφέρει ως "Philly Joe" κι αργότερα το όνομά του άλλαξε νομίμως σε “Philly Joe Jones”. Και τότε ο …παλαιότερος το έκανε κι αυτός “Papa” Jo Jones. Εν πάση περιπτώσει,  όπως ο Jo Jones καθιέρωσε το πρότυπο του ρυθμού στις δεκαετίες του '30 και του '40, ο Philly Joe θα έκανε το ίδιο και στη δεκαετία του '50.
      Ο Jones έκανε επίσης ακρόαση για τον Duke Ellington, το 1952. Αν και εντυπωσίασε τόσο τον Duke όσο και όλα τα μέλη της μπάντας κατά την ακρόασή του, η σχέση αυτή - για διάφορους προσωπικούς λόγους - τελικά δεν είχε αξιόλογη συνέχεια. Ίσως ο κυριότερος λόγος ήταν η αποστροφή του Jones για τις συνεχείς περιοδείες. Η παραμονή στη Νέα Υόρκη βελτίωνε όλο και περισσότερο την τεχνική και την πείρα του Philly, καθώς συνένωσε τις δυνάμεις του με τον Miles Davis για σποραδικές συναυλίες το 1953 και το 1954. Στην πρώτη του ηχογράφηση με τον Davis, στις 30 Ιανουαρίου 1953, εμφανίστηκε σε μια ομάδα που αποτελούνταν από τους Davis, Sonny Rollins, Charlie Parker, όπως και Walter Bishop Jr. και Percy Heath. Η συνάντηση μπορεί να ακουστεί στη συλλογή του 1956, από την Prestige, με τίτλο  “Collector's Items”.

The Serpent’s Tooth (1956)


    Κι όντως, μία απ΄τις μεγαλύτερες  επιρροές που έχουν διαμορφώσει τη σταδιοδρομία του Philly Joe ήταν η δουλειά του με τον Miles Davis. Αφού πήρε μέρος, ως session αρχικά, στις συναυλίες του Davis με τον Max Roach, τον Kenny Clarke και τον Art Blakey από το 1953 ως το 1954, εντάχθηκε στο Miles με το πλήρως το 1955, γύρω από μια σταθερή ομάδα που αποτελείται από τον πιανίστα Red Garland, τον μπασίστα Paul Chambers και τον τενόρο σαξοφωνίστα John Coltrane. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια, αυτή η ομάδα θα καταγράψει κάποιες από τις πιο ρεαλιστικές ηχογραφήσεις της jazz και θα μείνει στην ιστορία ως Classic Quintet του Miles Davis. Ο ίδιος ο Davis θα πει αργότερα, στην αυτοβιογραφία του, ότι πάντοτε προτιμούσε να ακούει τον Jones παρά οποιονδήποτε άλλον ντράμερ. Μεγάλο μέρος της μουσικής κληρονομιάς του Jones καθορίστηκε σε αυτά τα δύο χρόνια. Το να παίζει στις ηχογραφήσεις του ‘Κλασσικού Κουιντέτου’ ήταν τόσο δύσκολο, πολυρυθμικό, συνειδητό και διαδραστικό αλλά σίγουρα σκέτη πρόκληση και ‘σχολείο’ ολόκληρης ζωής. "Την πρώτη φορά που παίξαμε μαζί ... απλά κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον και είπαμε ότι έχουμε μουσική τηλεπάθεια. Έχουμε εδώ πέντε ανθρώπους σαν να γνωρίζονται από πάντα. Και αυτοί οι πέντε άνθρωποι έγιναν θρυλικοί…”, έλεγε αργοτερα ο Philly.

Round About Midnight (1956)


     Ο Phillis θυμάται: “Ο Miles Davis ήταν η μόνη μπάντα που εγκατέλειψα τη Νέα Υόρκη για να βγω περιοδεία. Αυτό ήταν το '54, και ήταν η μεγαλύτερη εμπειρία μου στη μουσική επιχείρηση. Δεν νομίζω ότι θα συνδεθώ ξανά με τέσσερις ανθρώπους όπως ο Miles, η Trane, ο Red (Garland) και ο Paul (Chambers) ξανά. Αυτό ήταν σαν ένα είδους ‘εργοστάσιο’. Όλοι μάθαμε, ο ένας από τον άλλον. Ο Miles ήταν πραγματικά δάσκαλος. Όλα όσα μου έλεγε ήταν πολύτιμα. Τώρα, όταν το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ πόσα έμαθα από αυτόν, για το ρυθμό και το χρόνο… Αυτή ήταν μια συνολική εμπειρία”. Το 1957 όμως, η προσωπική απρόβλεπτη κατάσταση του Jones, σε συνδυασμό με τη κάπως τεταμένη μουσική σχέση μεταξύ Davis και Coltrane, ουσιαστικά έθεσαν τέλος στο κλασικό quintet. Παρόλα αυτά, τον Φεβρουάριο του 1958, η μπάντα μπήκε στο στούντιο για το τελευταίο τους μεγάλο άλμπουμ,  Milestones, που  συμπληρώθηκε από τον Julian Cannonball Adderley στο άλτο σαξόφωνο. Στο ομώνυμο  κομμάτι - πραγματικό ορόσημο – πρωτοστατεί ένας μεγάλος Philly Joe Jones. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1958, ο Jones συμμετείχε στη συνεργασία του Gil Evans / Miles Davis, του  “Porgy and Bess”, που περιελάμβανε το χαρακτηριστικό drum, Gone. Εκτός από μια σύντομη επανένωση στο Someday, του 1961, η  θητεία του Jones με τον Miles Davis θα λήξει τυπικά το 1958.

Milestones (1958)


     Εν τω μεταξύ, ο Jones είχε όλα τα φόντα να γίνει ένας από τους πιο εξειδικευμένους  (freelance - ΄χωρίς να ανήκουν σε κάποια μπάντα) ντράμερ, τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και αμέσως μετά το Classic Quintet. Μέσα στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Jones προχώρησε στο στιλ του λεγόμενου post-bop. Ναι μεν διατήρησε έναν παραδοσιακό ήχο στην προσέγγιση αλλά παράλληλα ενσωμάτωσε πολλά στοιχεία της σύγχρονης τζαζ. Αυτό το διάστημα συμμετέχει σε εκατοντάδες κλασικές ηχογραφήσεις, σε μια περίοδο σχεδόν απίστευτης παραγωγικότητας. To 1957, ο Jones ηχογραφεί το  Art Pepper Meets the Rhythm Section, με τον σαξοφωνίστα Art Pepper, τον Red Garland και τον Paul Chambers,  το Blue Train με τον John Coltrane, όπου περιέχεται και το “Locomotion”. Τόσο στο συγκεκριμένο κομμάτι όσο και σε όλο το άλμπουμ, ο Jones «δίνει ρέστα». Ήταν παραγωγή της Blue Note Records, όπως και το  “The Cooker”,  με το Lee Morgan και το  “Newk's Time”,  με τον Sonny Rollins. Εδώ περιέχεται  ένα απίθανο ντουέτο Rollins / Jones, στο "The Surrey with the Fringe on Top”.

The Surrey with the Fringe on Top  (1959)


     Η φήμη του συνεχίζει απτόητη, καθώς όλο και περισσότεροι τζαζ πρωτοπόροι τον θέλουν στις ηχογραφήσεις τους. Έτσι το 1958 ηχογραφεί με τον Bill Evans, Serge Chaloff, Elmo Hope, Phil Woods, Al CohnKenny Drew, Clark Terry και τον Benny Golson, μεταξύ άλλων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Jones κυκλοφόρησε επίσης τους πρώτους δίσκους, ως leader πλέον. Το  πρώτο του άλμπουμ ονομάζεται Blues For Dracula, (1958) με τον Phillis να μιμείται επάξια τη φωνή του “δράκουλα“ Bela Lugosi. Ο Nat Adderley βρίσκεται στο κόρνο κι ο Johnny Griffin στο σαξόφωνο. Το 1959 έχουμε το Drums Around the World, όπου εντυπωσιάζει το άλτο σαξόφωνο του πληθωρικού Cannonball Adderley. Επίσης, το Showcase του ‘59  είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ, με πολλές προσωπικές συνθέσεις Jones, οι οποίες εκτελούνται στην εντέλεια με τη βοήθεια του τρομπετίστα Blue Mitchell, του Pepper Adams στο βαρύτονο σαξόφωνο και Julian Priester στο τρομπόνι. Όλα τα παραπάνω κυκλοφόρησαν με την σφραγίδα της Riverside.

Joe’s Debut (1959)


     Η δεκαετία του 1960 βρίσκει τον Jones σε μια μετασχηματιστική περίοδο στην καριέρα του. Η δεκαετία άρχισε περίπου όπως και η δεκαετία του 1950 και κατέληξε με τον ντράμερ να συμμετέχει σε αμέτρητες συναντήσεις ‘υψηλού προφίλ’ ως freelancer. Μεταξύ των κορυφαίων συνεργασιών, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, καταγράφονται αυτές  με τους Dexter Gordon, Donald Byrd, Freddie Hubbard και τον Hank Mobley, στο Another Workout του 1961, δουλειά που τελικά κυκλοφόρησε απ΄την Blue Note το 1985! Εκείνη την εποχή ο Jones βρισκόταν πραγματικά στο αποκορύφωμά του. Στις δημοσκοπήσεις των περιοδικών της εποχής, όπως π.χ. το Downbeat, κέρδισε την πρώτη θέση στην κατηγορία των ‘νέων αστέρων στα ντραμς’, το 1957,  και ως καλύτερος ντράμερ το 1962. Πήρε και τη δεύτερη θέση το 1961, όντας στην πρώτη ο Max Roach. Καθώς όμως η δεκαετία προχωρούσε, οι συναυλίες τελικά άρχισαν να μειώνονται και ο Jones αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Ευρώπη. Ήταν αγνοημένος και σχεδόν ξεχασμένος. Ένας λόγος λέγεται ότι ήταν ένας ντράμερ, ονόματι Elvin Jones, με το κουαρτέτο του John Coltrane, ο οποίος ίσως να του έκλεψε τα φώτα της δημοσιότητας. Ίσως αυτός, λένε, είναι η αιτία που άφησε τις Η.Π.Α., το 1968. Κι όμως, στην πραγματικότητα ο Philly τον εκτιμούσε βαθύτατα και τον σεβόταν. “ Κοιτάξτε τον Elvin. Είναι δάσκαλος. Είναι συνεχώς σε περιοδείες. Άνθρωποι και  ντράμερς τον ακούνε και μαθαίνουν πράγματα…“, έλεγε. Έπαιξαν μαζί ντραμς μάλιστα σε ένα  ιστορικό άλμπουμ Together!, του 1961.

 Le Roi (1961)


     Η πρώτη του στάση στην Ευρώπη ήταν το Λονδίνο, όπου έζησε από το 1967 έως το 1969, διδάσκοντας την τέχνη του μαζί με τον φίλο και συνεργάτη ντράμερ, Kenny Clarke. Δεδομένου ότι οι νόμοι των βρετανικών μουσικών συνδικάτων εμπόδισαν τον Jones να δουλέψει άλλο στο Λονδίνο, μετακόμισε στο Παρίσι το 1969, όπου διέμεινε μέχρι την επιστροφή του στη Φιλαδέλφεια, το 1972. Περιστασιακά έδωσε  μερικές παραστάσεις στην Ευρώπη, όπως: Moe Joe (1967) και  Round Midnight  (1969), μπαίνοντας μάλιστα και στην avant-garde σφαίρα, κυρίως μέσω παραστάσεων με τον Archie Shepp. Μετά την επιστροφή του στη Φιλαδέλφεια, ο Jones σχημάτισε μια δική του μπάντα, τους Le Grand Prix. Περιόδευσε και ηχογράφησε μαζί με τον Bill Evans, όπως  το Quintessence (1976) και συμμετείχε σε περιστασιακές συναντήσεις με Kenny Burrell, Red Garland, Duke Jordan και Bobby Hutcherson. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Jones κυκλοφόρησε επίσης μια σειρά από άλμπουμς. Tρία από αυτά κυκλοφορούν με την εταιρεία Galaxy κι είναι το Philly Mignon (1977), το Drum Songs (1978) και το Advance! (1978). Στα δύο τελευταία χαρακτηρίζονται από τον κορυφαίο τρομπετίστα Blue Mitchell, στις τελευταίες του ηχογραφήσεις.
      Το τελευταίο και μακροχρόνιο μουσικό έργο του Jones ήταν η Dameronia, ένα bebop jazz σχήμα (nonet για την ακρίβεια - μουσικό σχήμα με εννιά όργανα) , αφιερωμένο στην ενίσχυση της κληρονομιάς ενός από τους πρώτους δασκάλους και συμβούλους του, Tadd Dameron. Ιδρύθηκε αρχές των ‘80s από τον ίδιο και τον Don Sickler, έχοντας δύο στούντιο άλμπουμς. Τα To Tadd With Love (1982) και Look, Stop and Listen (1983). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων του ετών, ο Philly επιδόθηκε στην εκπαίδευση των νέων ντράμερς. Έχοντας ήδη δημιουργήσει ‘σχολή’ στα τύμπανα, έκανε τελικά και δικό του σχολείο, προς κατάρτιση της νέας γενιάς κι επίδοξων νεαρών ντράμερς που τον είχαν ως πρότυπο. Είχε εκδόσει μάλιστα και σχετικό βιβλίο. Έλεγε σε μία απ΄τις τελευταίες του συνεντέυξεις: “Βλέπω σήμερα πολλούς νέους drummers που είναι φανταστικοί. Μπορεί να έχουν κάποιες ελλείψεις, αλλά θα τις ξεπεράσουν. Παίρνει χρόνο. Χρειάζεται πολλή μελέτη αυτό το όργανο.

 Philly J.J. (1982)


     Ο Philly Joe Jones πέθανε από καρδιακή προσβολή στο σπίτι του, στη Φιλαδέλφεια, στις 30 Αυγούστου 1985, σε ηλικία 62 ετών. Οι περισσότερες από 500 ηχογραφήσεις του έθεσαν το πρότυπο για ένα μοντέρνο, ‘επιθετικό’ αλλά σίγουρα και καλαίσθητο jazz drumming. Έμεινε στην ιστορία για την τελειοποίηση της “brushes technique”, με τις λεγόμενες ‘βούρτσες΄. Είτε σε bebop, ή hard-bop ή post-bop, βλέποντας τον Philly Joe Jones στο “personnel”, είσαι σίγουρος για την υψηλή ποιότητα του δίσκου που ακούς. Σίγουρος λόγω της συμμετοχής ενός από των μεγαλύτερων, αλλά - ειρωνικά - αθόρυβων drummers στην ιστορία της jazz. Κι ας λείπει από μερικές λίστες!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018




DAVID LEWIS & ANDWELLA



Great Unknowns




Όταν ακούμε "δεκαετία του '60", αμέσως γεννιέται η εικόνα μίας παγκόσμιας έκρηξης, όσον αφορά στην μουσική και πνευματική δημιουργικότητα. Η Βόρεια Ιρλανδία εκείνο τον καιρό ήταν μία εστία κοινωνικής επανάστασης, αλλά η μουσική σκηνή κυριαρχείτο εν μέρει από showbands, όσο και από παραδοσιακά Ιρλανδικά γκρουπ όπως οι the Clancy Brothers και οι the Dubliners. Ωστόσο υπήρχαν εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα. Το 1964 ένα γκρουπ νεαρών μουσικών δημιούργησε ένα R&B κλαμπ στο ξενοδοχείο Maritime στο Μπέλφαστ. Θα προχωρούσαν για να πετύχουν ένα μυθικό στάτους και να γίνουν οι Them, η μπάντα που με τον δυναμικό της lead singer Van Morrison έβαλε την Βόρεια Ιρλανδία στον μουσικό χάρτη. Η επιτυχία τους αυτή άνοιξε διάπλατα την πόρτα για πολλές άλλες τοπικές μπάντες. Μία από τις καλύτερες ήταν οι the Method (σύντομα μετονομάστηκαν σε Andwella's Dream) με ηγέτη τον μόλις 16χρονο Dave Lewis, που γρήγορα βρέθηκαν να παίζουν στο Maritime, αλλά και σε συνεχώς αυξανόμενο αριθμό άλλων κλαμπ της εποχής, στα Βόρεια και στα Νότια της Ιρλανδίας, όπου σύχναζε η νεολαία της εποχής.

Andwella's Dream - Cocaine (1969)




Ο Dave Lewis γεννήθηκε στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας τo 1951. Έχοντας τελειοποιήσει τις σπουδές του στην κιθάρα και στο πιάνο, άφησε το σχολείο στα 15 χρόνια του και ξεκίνησε να δουλεύει σε ένα δισκοπωλείο, που τότε ήταν το επίκεντρο της μουσικής σκηνής του Μπέλφαστ. Δεν πέρασε ένας χρόνος που έφτιαξε την πρώτη του μπάντα τους the Method, ένα bluesy/soulful σχήμα, που είχε γίνει δημοφιλές στο Δουβλίνο με φαν εκείνη την περίοδο διάσημους μεταγενέστερα παίκτες, όπως ο Phil Lynott, τότε στους Skid Row. Ένας επίσης πατριώτης τους κιθαρίστας που λεγόταν Gary Moore και ήταν πάνω-κάτω στην ίδια ηλικία με τον Dave, τον αντικατέστησε για λίγο στους the Method, όταν ο Dave χρειάστηκε να νοσηλευτεί για πρόβλημα υγείας που είχε. Μετά από αυτή του την σύντομη θητεία στους the Method, ο Gary Moore θα ξεκίναγε την δική του καριέρα στους Skid Row, όπως έχει γραφτεί και σε προηγούμενο άρθρο. Οι the Method σύντομα θα άλλαζαν το όνομά τους στο πιό ψυχεδελικά προσανατολισμένο Andwella's Dream, όταν μετακόμισαν στο Λονδίνο το 1968. To 1969 δε, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους Love and Poetry με όλα τα τραγούδια γραμμένα από τον Dave Lewis, μόλις 18 ετών τότε.

Andwella's Dream - The Days Grew Longer for Love (1969)




Το άλμπουμ αυτό θεωρείται ψυχεδελικό, αν και σε εκείνη την περίοδο η κορεσμένη πιά ψυχεδέλεια διαμοίραζε τα εναπομείναντα κομμάτια της στην progressive rock και στην acid folk. Σε αυτό το άλμπουμ θα ακούσετε ψυχεδέλεια, flower power αλλά και rock 'n' roll.

Andwella's Dream - Midday Sun (1969)




Μη στοχευμένο ως "εμπορική" ηχογράφηση το "Love and Poetry" δεν έβαλε ακριβώς φωτιά στα chart, όμως πέρασε στον κύκλο των hardcore συλλεκτών ως ένα από τα 100 καλύτερα κλασικά ψυχεδελικά LP.
Σε ένα περίπου χρόνο, η μπάντα είχε περικόψει το όνομά της σε Αndwella, υπό το οποίο έβγαλαν ακόμα δύο δίσκους το World's End (1970) και το People's People (1971).

Andwella ‎– World's End (Bellaphon – BLPS 19013 / 1970)





















Αndwella - Reason for Living (1970)




Όλα τα τραγούδια σε αυτά είναι επίσης γραμμένα από τον Dave. Το World's End έγινε όταν στο γκρουπ μπήκε στα keyboards o Dave McDougall.

Αndwella - Lady Love (1970)




Το World's End είναι φανερά πιό όμορφο από το People's People, όχι όσο ψυχεδελικό ήταν το ντεμπούτο τους, αλλά με περισσότερα folk στοιχεία. Κατά την γνώμη του γράφοντος μπορεί να ακουστεί πολλές φορές από την αρχή ως το τέλος.

Αndwella - Hold On to Your Mind (1970)






Andwella – People's People (Bellaphon – BLPS 19029 / 1970)

Στο People's People ο μπασίστας Nigel Smith αντικαταστάθηκε από τον Dave Struthers και ο Jack McCulloch μπήκε στα ντραμς.

















Αndwella - Behind the Painted Screen (1971)





Την περίοδο αυτή ο Lewis κάνει ένα προσωπικό άλμπουμ, μία ιδιωτική παραγωγή (private press), δηλαδή ένα άλμπουμ που κυκλοφορεί όχι από δισκογραφική σε μεγάλες ποσότητες, αλλά σε 500 μόνο κόπιες με τίτλο The Songs of David Lewis, το οποίο αμέσως αποσπά το συλλεκτικό ενδιαφέρον.

David Lewis - On a Day Like Today (1970)






Επίσης οι Andwella έπαιξαν σε ένα σπάνιο δίσκο, όχι δικό τους, αλλά ενός ποιητή του David Baxter με τίτλο Goodbye Dave. Σε όλα τα κομμάτια εδώ, την μουσική έχει γράψει ο Lewis. Ο Dave αμέσως μετά την διάλυση των Andwella ακολουθεί σόλο καριέρα σαν τραγουδιστής/τραγουδοποιός. O μπασίστας Nigel Smith θα πάει στους Khan (Canterbury Scene) και μετά στους Magna Carta, για να καταλήξει στους the Pentangle. Το 1975 ο Dave Lewis κάνει περιοδεία με τους Fairport Convention. Την ίδια χρονιά θα γράψει το χιτ "Happy to Be On an Island In the Sun", για τον δικό μας Ντέμη Ρούσσο, το οποίο θα φτάσει στο νο1 σε όλη την Ευρώπη και θα γίνει πλατινένιο. Στα 70'ς επίσης θα κάνει ακόμα δύο σόλο άλμπουμ From Time to Time (Polydor, 1976) και A Collection of Short Dreams (Polydor, 1978). Αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τις δουλειές του στους Andwella, αλλά είναι πιό pop προσανατολισμένα. Κάπου σε αυτή την περίοδο ο Dave φτιάχνει το σχήμα the Dave Lewis Band.

Αndwella - World of Angelique (1971)




Ο Dave κάθεται στο πιάνο στο άλμπουμ του Van Morrison, Magic Time (Geffen Records, 2005). O Dave ακόμη και σήμερα εμφανίζεται σε διάφορες σκηνές στο Λονδίνο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018


THE DEVIANTS


Psychedelic Unknowns (Part 2)


"Όταν έγινε θόρυβος ότι οι the Deviants θα ηχογραφούσαν ένα LP ήλπιζα ότι θα ήταν καλό, αλλά φοβόμουν ότι όχι και τόσο καλό...ήταν δυνατοί, ενθουσιώδεις, επαναλαμβανόμενοι και όχι πολύ καλοί"

- John Peel, από τις εσωτερικές σημειώσεις του άλμπουμ Ptooff! (1967)

Αυτό δεν είναι το είδος μίας επιδοκιμασίας που μία ανερχόμενη μπάντα ελπίζει όταν η μεγαλύτερη undergroumd rock προσωπικότητα του ραδιοφώνου στην Αγγλία γράφει τις εσωτερικές σημειώσεις για το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Αλλά ανάμεσα στον χρόνο που ο Peel (που μέχρι τον θάνατό του το 2004, ήταν παρεμπιπτόντως ο κορυφαίος underground rock ραδιοφωνικός παραγωγός στην Αγγλία) είδε πρώτα τους the Deviants στο θρυλικό Marquee του Λονδίνου, και στον χρόνο που το Ptooff! κυκλοφόρησε συνέβη ένα μικρό θαύμα. Το ατημέλητο underground σχήμα ήταν μόνο ελάχιστα επαρκείς παίκτες. Είχαν μόνο δουλέψει απλά μία χούφτα δικούς τους τόνους. Αλλά είχαν καταφέρει να συνδυάσουν τις αγρίως διαφορετικές επιρροές τους-Frank Zappa, the Who, Charles Mingus, the Velvet Underground, the Fugs και ακόμα περισσότερους-σε ένα άλμπουμ που ξεπέρασε τους περιορισμούς του γκρουπ και έγινε κάτι σαν μικρό αριστούργημα. Ήταν ψυχεδελική μουσική, blues-rock, avant-rock, proto-punk ή απλά κωμωδία; Όλα τα παραπάνω σε κάποιες στιγμές και τίποτα από τα παραπάνω όλο τον καιρό.

I'm Coming Home (1967)


Ότι πρόσφερε το Ptooff! ήταν ένας συνδυασμός "ταξιδιού" υπό την επήρεια LSD και μίας ταινίας τρόμου. Η κούρσα του LSD πήγαινε διαμέσου εκνευριστικών επαναλαμβανόμενων μεταλλικών σφυριών, ωραιότατων flower-power μπαλάντων, σοβαρής ποίησης και κολάζ ήχων που παρέπεμπαν σε Jimi Hendrix, Bo Diddley και στην νυχτερινή ζωή του παλλόμενου τότε Λονδίνου. Οι Deviants μπορεί να ήταν ευθυγραμμισμένοι με το χίπικο/underground κίνημα. Όμως, αν αυτό ήταν flower-power και free love, δινόταν με μία γκριμάτσα, που δεν είχε την απαραίτητη υπομονή για ένα ανέμελο πέταγμα έξω από την πραγματικότητα και με μία αναρχική ενέργεια που έβλεπε μιά δεκαετία γεμάτη μπροστά. Στο punk. Το στήριγμα του γκρουπ ήταν ο lead singer Mick Farren, ένας πρώην μαθητής σε art school, όταν η μπάντα σχηματίστηκε το 1966. Η Αγγλική R&B εισβολή από σχήματα που τα μέλη τους είχαν κοινό παρελθόν, όπως οι Rolling Stones και οι Pretty Things, ήταν η κληρονομιά των Deviants. To γκρουπ που αρχικά λεγόταν the Social Deviants, σύμφωνα με τον Farren "προσπαθούσε να το εξελίξει ταυτόχρονα σε πιό τρελή και πιό ευφυή κατεύθυνση. Eπειδή δεν μπορούσαμε να ξοδεύουμε την ώρα μας ανακυκλώνοντας τους παλιούς τόνους του Jimmy Reed. Υπήρχε μία ακριβής "χαρούμενη" άποψη σε όλο αυτό". Για έμπνευση οι Deviants κοίταζαν προς την ριζικά μη εμπορική μουσική από μπάντες της Νέας Υόρκης, όπως οι the Fugs και οι the Velvet Underground. Οι σχετικά πρωτόγονες επιδεξιότητες στα όργανα από αυτά τα γκρουπ δεν ήταν μειονέκτημα στα μάτια των Deviants. Οι ίδιοι δεν μπορούσαν να παίξουν τόσο καλά με συμβατικούς όρους. Και σε κάθε περίπτωση τα περιορισμένα οικονομικά τους σήμαιναν ότι τα PA's ηχεία και τέτοια, ήταν λίγο περισσότερο από ευσεβείς πόθοι. "Προσπαθούσαμε να αναμίξουμε τα πάντα σε κάτι που θα έκανε αίσθηση χωρίς πολλά χρήματα", σημειώνει ο Farren. "Οι the Fugs είχαν συγκεκριμένο είδος προσέγγισης jug band  που ταίριαζε στο εισόδημά μας τότε". Διαμέσου του Joe Boyd (ο παραγωγός στην συνέντευξη της Beverley Martyn σε προηγούμενο άρθρο), ενός Αμερικανού με βάση το Λονδίνο, ο οποίος έκανε παραγωγή και έστηνε σόου για underground γκρουπ, όπως οι Pink Floyd, πέρασαν στην κατοχή των Deviants μερικές πρώιμες ακυκλοφόρητες κόπιες χωρίς ντραμς των the Velvet Underground. O Farren άρχισε να σκέφτεται ότι θα ονειρευόταν την ύπαρξη αυτών των ηχογραφήσεων πριν ακριβώς αυτές βγούν στην επιφάνεια ως ο πρώτος δίσκος των Velvets το 1995. Μέχρι που διασκεύασαν και μία ακυκλοφόρητη σύνθεση του Lou Reed από εκεί ("Prominent Men"). Οι the Deviants πάλευαν την μίξη της avant-garde με την στοιχειώδη rock και ακούγοντας σποραδικά τα demos των Velvets των "Venus in Furs" και "All Tomorrow's Parties", ο Farren αισθάνθηκε ότι οι Velvet Underground έρχονταν σε ένα "παρόμοιο είδος σύνθεσης". Οι Deviants δεν θα είχαν την ευκαιρία να παραπέμψουν το όραμά τους σε βινύλλιο μέχρι τα τέλη του 1967. Ένας πλούσιος γνωστός της μπάντας κληρονόμησε ολόκληρο θησαυρό όταν ο πατέρας του αυτοκτόνησε. Ευγενικά τους μετέφερε μερικές χιλιάδες λίρες ή κάτι τέτοιο και οι Deviants βρήκαν τα χρήματα για τα session που σαν αποτέλεσμα είχαν το Ptooff!. Τα αποτελέσματα ήταν δύσκολο να συγκριθούν με πολλά άλλα είτε στο Λονδίνο, είτε στην underground Aμερικανική σκηνή, με την πιθανή εξαίρεση των αρχικών άλμπουμ του Frank Zappa & the Mothers of Invention. Αυτό ήταν ιδιαιτέρως εμφανές στα πιό μακροσκελή και πιό φιλόδοξα κομμάτια που ήταν σουίτες με πολλά μέρη και που αντιπαρέβαλλαν επιδέξια blues-rock, παραμόρφωση κιθάρας, ποίηση και σάτιρα. Η σάτιρα ήταν καταφανής στο "Garbage" με υπερβολικές αναγούλες και μιμήσεις εμετού .

Garbage (1967)


Το "Deviation Street" ήταν ένα εννιάλεπτο κολάζ του παλλόμενου Λονδίνου, περνώντας από κλισέ blues-rock και R&B αλα Pretty Things σε κοινό που ουρλιάζει, μαστουρωμένους σε πάρτυ, χαροποιώντας τον μυστικισμό του σιτάρ και τις χλευαστικές παρατηρήσεις του Farren για τους πράκτορες της CIA και τους χίπυς. Η κοινωνική κριτική/σάτιρα έγινε ιδιαίτερα βίαιη στο "Nothing Man", όπου καταστροφικά εφέ στα κρουστά, χορωδίες με αχνά ουρλιαχτά και απόκοσμοι χειρισμοί στην ηχογράφηση, παρείχαν το υπόβαθρο για την λεκτική επίθεση του Farren στον σύγχρονο Nothing Man. Ο Nothing Man μοιάζει να είναι ένα σύμβολο όλου αυτού για το οποίο οι Deviants ήταν νευριασμένοι, ανίκανος γιά κάθε αίσθημα εκτός του μίσους, ικανός να σκέφτεται αλλά όχι να αισθάνεται. Πολλά από τα credits για τα ασυνήθιστα εφέ σε αυτό το κομμάτι αποδίδονται σε ένα φίλο της μπάντας τον J. Henry Moore, ο οποίος είχε μαθητεύσει στον John Cage. Ο Μoore θα χρησιμοποιούσε ασυνήθιστα τοποθετημένα μαγνητόφωνα για να καταστρώσει τα εφέ της musique concrete, τα οποία (ξανά, πέρα από τις αρχικές δουλειές του Zappa) σπανίως είχαν ακουστεί στη rock.

Nothing Man (1967)


 O Farren παραδέχεται ότι αυτός ο τύπος της εφευρετικότητας ήταν αδύνατον να αναπαραχθεί επιτυχώς στην σκηνή. Για να δομήσουν τα μακριά πειραματικά κομμάτια στο στούντιο, η μπάντα έπρεπε να βγάλει τα καλύτερα αποσπάσματα 45 δευτερολέπτων από ότι θα μπορούσαν να παρουσιάσουν live και "να τα κάνουμε κολάζ με πολύ ακόμα υλικό. Πράγμα πολύ άβολο για να γίνει live. Εννοώ ακόμα και ο Zappa είχε προβλήματα να κάνει πράγματα σαν κι αυτά. Θέλαμε να κάνουμε λίγο από εδώ, λίγο από εκεί να βάλουμε backing vocals εκεί που αλήθεια δεν θα μπορούσαμε να αναπαράγουμε ποτέ σε live. Αλλά ως ηχογράφηση στην ολότητά της, έπεσε ακριβώς". Ο καλύτερος εκπρόσωπος του πώς οι Deviants θα ακούγονταν live ίσως είναι το "I'm Coming Home", που παντρεύει ένα επίμονα επαναλαμβανόμενο hard rock riff με τα λάγνα φωνητικά του Farren. Ο Farren συγκρίνει το κομμάτι με το παρόμοιο σε "κοπάνημα" "Sister Ray" των Velvets, επειδή "το μεγάλο πράγμα για μας ήταν το αλα "Sister Ray" ατελείωτο, μονότονο κιθαριστικό κοπάνημα. Ήμασταν μία από τις πρώτες μπάντες που το κάναμε. Μετά γύρω στον ένα χρόνο αργότερα ακούσαμε τον πρώτο δίσκο των the Stooges, το "Kick Out the Jams" των MC5 και σκεφθήκαμε, 'ω, αδελφά πνεύματα'. Αλλά με τίποτα δεν ήμασταν τόσο ζόρικοι, τσιτωμένοι και ενωμένοι όσο οι MC5. Οι Stooges έκαναν ότι κάναμε live σε δίσκο". Αν και το Ptooff! περιείχε μόνο επτά κομμάτια, κάλυπτε ακόμα περισσότερο έδαφος με δυό όμορφα μελωδικές, ακουστικές μπαλάντες, μία από τις οποίες ("Bun") ήταν ένα Ισπανικό κλασσικό ορχηστρικό με κιθάρα.

Bun (1967) (Ξεκινάει από το 4.22).


Ο Farren ρίχνει τις ευθύνες γι'αυτά στον Cord Rees, κιθαρίστα με σύντομο πέρασμα από τους Deviants, "πάντα τα αισθανόμουν σαν μαλθακά προς το χειρότερο είδος τραγουδιών του Donovan ή της απόκοσμης χίπικης νοοτροπίας των the Incredible String Band στο κοινό". Τα αισθήματά του παρέμειναν ίδια. Όταν το Ptooff! επανεκδόθηκε σε CD στην Αμερική ο Farren έσβησε αυτά τα δύο κομμάτια, καθώς και το blues-rock "Charlie". Με εξώφυλλο εμπνευσμένο από pop-art κόμικ του Roy Lichtenstein το Ptooff! έκανε γρήγορη δουλειά, με πολλές από τις πωλήσεις να έρχονται από το underground κύκλωμα και τα μαγαζιά με πόστερ. Για όλη την underground αξιοπιστία του, υπήρχαν ελάχιστες άλλες indie κυκλοφορίες στην ψυχεδελική σκηνή του Λονδίνου. "Είναι κρίμα που δεν υπήρχαν περισσότερες indie δισκογραφικές τότε, επειδή υπήρχε πολύ υλικό. Η μόνη αξίωση για δόξα που είχαν οι  Deviants, είναι ότι καταφέραμε να επιμείνουμε και πράγματι να βάλουμε κάποιο από το υλικό μας στο βινύλλιο. Επειδή υπάρχουν άλλες μπάντες όπως οι the Brothers Grimm και οι the Giant Sun Troll και ένας ολόκληρος κατάλογος από τέτοιες μπάντες που βλέπεις σε πόστερ. Όμως ποτέ στην πραγματικότητα δεν ηχογράφησαν. Και πίσω σε εκείνες τις μέρες δεν έγραφαν τα σόου, επειδή δεν υπήρχε η τεχνολογία. Έτσι πολύ από το υλικό χάθηκε. Ευτυχώς εμείς όχι. Αυτό ήταν ένα απίστευτα τυχερό γεγονός, αλλιώς θα ήμασταν μόνο ένα όνομα σε ένα πόστερ". Εκ των υστέρων ο Farren αισθάνεται ότι οι original Deviants μπορεί να είχαν παίξει όλα τους τα χαρτιά με το Ptooff! "Βυθιστήκαμε στο Freak Out (των the Mothers of Invention) και στις τεχνικές κατακερματισμού. Όλο αυτό χτίστηκε στον πρώτο δίσκο, που νομίζω εξάντλησε πολλές ιδέες και πολύ πνεύμα. Οι επακόλουθοι δίσκοι ήταν πολύ περισσότερο ότι κάναμε στο δρόμο. Όπως διαπιστώνω εκ των υστέρων, είμαι αυτο-υποτιμημένος και ας πούμε ότι υπάρχει περισσότερη τύχη από κρίση. Αλλά νομίζω ότι είχαμε κάτι, ένα είδος πνεύματος περιπέτειας, που έχεις μόνο όταν στην πραγματικότητα δεν γνωρίζεις αν υπάρχουν κάποιοι κανόνες να σπάσεις". Πριν την διάλυσή τους στα τέλη του '60 οι Deviants θα έφτιαχναν ακόμα δύο άλμπουμ.

              Disposable (1968)                               The Deviants 3 (1969)


Προσπαθώ να προσεγγίσω το θέμα διακριτικά καθώς το Disposable (1968) βρήκε την μπάντα να πηγαίνει σε πιό straight rock κατεύθυνση. Ο κιθαρίστας Paul Rudolph έγραψε το περισσότερο από το υλικό χωρίς ο Farren να συνεισφέρει. Αλλά αν και δυό κομμάτια πλησιάζουν το είδος της με κιθάρα προσανατολισμένης ψυχεδέλειας που αναγνωρίστηκε με τους Yardbirds στις μέρες τους με τον Jimmy Page, οι Deviants δεν είχαν τα straight rock κομμάτια για να συναγωνιστούν σε αυτό το παιχνίδι με επιτυχία. Ο Farren αισθάνεται το ίδιο και μας λέει: "Στο πρώτο άλμπουμ, δεν ξέραμε αλήθεια αρκετά για να φοβόμαστε από αυτό που προσπαθούσαμε να κάνουμε" θεωρεί. "Στο δεύτερο μάθαμε λίγο περισσότερα που ήταν αρκετά για να γίνει το κακό. Μία από τα ίδια ταιριάζει στον τρίτο". Υπήρχαν ακόμα μερικές καλές στιγμές για να έχουν στη διαδρομή. Παίρνοντας τα ρίσκα τους τόσο στην σκηνή όσο και στο στούντιο, οι Deviants έπαιξαν σε καθιστικές διαμαρτυρίες και σε άλλα πολιτικά γεγονότα στην Ευρώπη που μερικές φορές εξελίχτηκαν σε εξεγέρσεις. Οι φωτιές και τα πυροτεχνήματα συχνά άφηναν την σκηνή ένα χάλι. Ακόμα και οι χίπυς θα έβρισκαν το γκρουπ δύσκολο για να το χειριστούν. "Υπήρχε ένα συγκεκριμένο είδος παραξενιάς αλα Beefheart & the Magic Band γύρω από τους Deviants που στ'αλήθεια προκαλούσε σύγχιση στους ανθρώπους. Θα ήταν εκεί με τις χάντρες και τα κουδούνια τους και δεν θα καταλάβαιναν γιατί τους γρυλίζαμε και βάζαμε φωτιές. Όλο αυτό το σκηνικό με τον καπνό και τον χαμό-νόμιζαν ότι ήταν επιθετικό". Ούτε ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στις Αγγλικές επαρχίες, όπου τα μακριά μαλλιά ήταν σταθερά μία πρόσκληση να αμφισβητήσεις την ανδροπρέπεια κάποιου. Ανοίγοντας για τους νεοσύστατους Led Zeppelin, "Παίζαμε στο Δημαρχείο του Exeter και όλα τα παιδιά της επαρχίας ήρθαν. Μερικά κορίτσια μας παρακολουθούσαν στεκόμενα μπροστά-μπροστά και τα αγόρια τους είπαν 'Γιατί κοιτάτε αυτές τις αδερφάρες;' Άρχισε το ξύλο, μπήκαν οι μπάτσοι και τρέξαμε πίσω στα καμαρίνια ανοίγοντας τον δρόμο με κλοτσιές και μπουνιές-κάποιοι roadies προσπαθούσαν να βγάλουν από το δρόμο μας ένα μπάτσο. Φυσικά "πολεμούσαμε" με βάσεις μικροφώνων. Ο Plant και ο Page γελούσαν με την ψυχή τους, λέγοντας, 'Θεέ μου θα ήσασταν αλήθεια φρικτοί μουσικοί'. Και συνέχισαν αυτοί με την ίδια ακριβώς υποδοχή. Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πόσο λίγο χρόνο έπαιρνε να προσβάλεις κάποιον πίσω στο 1968".

The Child of the Sky (1967)


Οι Deviants παρέμειναν άγνωστοι στην Αμερική, αν και ο Seymour Stein της Sire έγινε φαν και κανόνισε το Ptooff! να κυκλοφορήσει στην Αμερική. Ειρωνικά ήταν η μοναδική τους περιοδεία στην Αμερική που αποδείχτηκε μοιραία για τους original Deviants. Μετά από μερικές άγριες εμφανίσεις ο Farren εγκατέλειψε το γκρουπ. Όταν ο Stein πήρε χαμπάρι για την αναχώρηση του Farren απέσυρε την υποστήριξη της περιοδείας που είχε σαν αποτέλεσμα το τέλος της μπάντας. Εκ των υστέρων ο Farren εύχεται οι Deviants να είχαν αφοσιωθεί στις εμφανίσεις τους γύρω από την Νέα Υόρκη, περιοχές που πίστευε ότι ήταν πιό πιθανόν να έχουν την εκτίμηση του κοινού. Ο Farren συνέχισε για να κάνει ένα σόλο άλμπουμ (Mona, The Carnivorous Circus (1970). Οι υπόλοιποι Deviants μεταλλάχτηκαν στους Pink Fairies στα 70'ς (με περιστασιακά την συνεισφορά του Farren). O Farren επανενεργοποίησε τους the Deviants για ένα σικάτο EP στην new wave προσανατολισμένη Stiff (δισκογραφική) στα τέλη του '70, δίνοντας πανκ σάτιρες όπως τα "Screwed Up" και "Let's Loot the Supermarket" με άγριο χιούμορ. "Ήταν ένας τρόπος να φέρνω ανθρώπους στο στούντιο μαζί μου, αλλά ήταν με δική μου χρέωση παρά με δική τους" επισημαίνει ο Farren. "Έτσι έπρεπε να αφήσουν τις φιλονικίες τους στην είσοδο. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο όπως το να παίρνεις ένα τσούρμο μουσικούς που δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους και να τους βάζεις στο στούντιο, όπου δεν είναι υπεύθυνοι παρά μόνο να κάνουν ότι τους ζητείται". Εκείνες τις μέρες ο Farren είναι πολύ περισσότερο γνωστός σαν συγγραφέας παρά σαν μουσικός. Θα είχε στ'αλήθεια να γράψει από τις μέρες των the Deviants και μετά την διάλυσή τους έκανε όνομα σαν κριτικός της rock, δουλεύοντας σε βιβλία γύρω από τον Elvis Presley και την έκρηξη της Beat music και συνεισφέροντας στο Trouser Press, το κορυφαίο new wave περιοδικό στην Αμερική. Στα 1980 ζούσε στην Αμερική και είχε ξεκινήσει μία σειρά από επιτυχημένες νουβέλες επιστημονικής φαντασίας. Προσωρινά εργαζόταν επίσης ως σεναριογράφος στο Λος Άντζελες. Δύο πρότζεκτ περιελάμβαναν μία αντιμετώπιση της ιστορίας της ζωής του Che Guevara και μία φανταστική μελέτη μίας από τις Αγγλικές rock μπάντες στα τέλη του '60 (όχι ωστόσο βασισμένη στους the Deviants). Επίσης περιοδικά ηχογραφούσε και παρουσίαζε με νέες versions των the Deviants, με το δηκτικό, ένρινο στυλ και την ποιητική του παρουσίαση, ακόμα άθικτα. Αν και σχετικά ελάχιστοι άνθρωποι άκουσαν για τους the Deviants, o Farren νομίζει ότι "σίγουρα το πνεύμα του ότι έκαναν οι the Deviants μεταφραζόταν απόλυτα σε ανθρώπους όπως ο Jones και ο Strummer και ο Rotten. O McLaren βασικά στις πρώτες μέρες των Pistols συνήθιζε το ίδιο είδος παράστασης, που χρησιμοποιούσα 8-9-10 χρόνια πιό πριν. Όταν η Patti (Smith) πρωτοπήγε με τον Lenny (Kaye), αυτός ήταν αλήθεια ο διαπλαστικός μας ήχος, εκτός του ότι η Patti ήταν πολύ περισσότερο αμήχανα ποιητική. Οι Ramones και οι Pistols έπαιζαν πολύ μικρότερα κομμάτια, επειδή εμείς κρατάγαμε αυτό το thrash πράγμα που παίζαμε για 20 λεπτά. Και δεν το παίζαμε και τόσο γρήγορα. Αλλά πέρα από αυτό ήταν το ίδιο ηλεκτρικό ξυράφι". Η μέρα της αναγνώρισης για το Ptooff! ωστόσο ίσως είναι εδώ τριγύρω. "Συνεχίζω να παίρνω αυτά τα περιοδικά στο γραμματοκιβώτιο, όπου παραπέμπουν σε lo-fi industrial music από μπάντες που δεν έχω ακούσει ποτέ. Αλλά μοιάζει σαν να χτυπάει μία ευαίσθητη χορδή στην σημερινή νεολαία, πράγμα εκπληκτικό". Χαχανίζει με περηφάνεια ανακατεμένη με αμηχανία. "Είναι επίσης πολύ ικανοποιητικό. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, το καταραμένο πράγμα αρχίζει να κάνει αίσθηση σε κάποιους".



ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Ptooff! (1967, Sire)


Το ουσιαστικό άλμπουμ των the Deviants είναι ένα τσίρκο, από 60'ς underground rock στυλ, που αποδόθηκαν με πανκ άποψη και αδιάκοπη φαντασία που δεν συμβαδίζει με τις στοιχειώδεις δεξιότητες της μπάντας. Αν σταθεί δυνατόν προσπαθείστε να βρείτε τον δίσκο με το original πόστερ. Η επανέκδοση στα μέσα του '90 είναι μία μειωμένη έκδοση που δεν περιέχει τα πιό soft κομμάτια, δύο από τα οποία αντίθετα με την άποψη του Farren είναι μελωδικοί ψυχεδελικοί διαλογισμοί που προσθέτουν αρκετά στην ποικιλία του δίσκου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

 


STEVIE RAY VAUGHAN 


 Last Tour, Last Day…



   Δεν ξέρω για εσάς αλλά σε ότι αφορά εμένα, όταν ακούω το όνομα Stevie Ray Vaughan (SRV), το μυαλό μου πάει αμέσως και ταυτοχρόνως σε δύο λίστες: Η πρώτη αφορά τους καλύτερους κιθαρίστες της  ηλεκτρικής εξάχορδης θεάς. Χωρίς καθόλου υπερβολή νομίζω πως δίκαια θεωρείται ένας από τους θρύλους της κιθάρας και των blues. Ένα σπάνιο ταλέντο με πολυποίκιλη τεχνική κι ιδιαίτερο ύφος, ένας κιθαρίστας που το όνομά του μπορεί να σταθεί άξια δίπλα σε μεγαθήρια όπως ο Jimi Hendrix και ο Rory Gallagher. Κι αν η πρώτη λίστα σας φαίνεται υποκειμενική και συζητήσιμη, δυστυχώς  η δεύτερη λίστα που κατατάσσεται είναι αδιαμφισβήτητη, ωμή κι αληθινή. Δεν είναι άλλη από τον μακρύ κατάλογο μουσικών που έχασαν τη ζωή τους σε αεροπορικά δυστυχήματα: Οι Buddy Holly, Ritchie Valens και Big Bopper (1959), η Patsy Cline (1963),ο Jim Reeves (1964),ο Otis Redding (1967),ο Jim Croce (1973),οι Ronnie VanZant και Steve Gaines (1977), ο Ricky Nelson (1985), John Denver (1997), είναι κάποιοι απ΄αυτούς. Και μιλάω μόνο για Αμερικάνους! Το ότι απ΄τους παραπάνω, μόνο ο Vaughan σκοτώθηκε με ελικόπτερο, δεν κάνει λιγότερο τραγική την περίπτωσή του.



     Το τραγικό δυστύχημα της 27ης Αυγούστου του 1990 στέρησε τη σύγχρονη μουσική από έναν ήρωα της κιθάρας, έναν καλλιτέχνη που κατάφερε να ξανακάνει μόδα τα blues στα αφιλόξενα για το είδος 80's, γεφυρώνοντάς τα μοναδικά με τη ροκ και χαρίζοντάς τους ένα νέο και ευρύ ακροατήριο. Οι επτά δίσκοι που κυκλοφόρησαν όσο ζούσε o Stevie Ray Vaughan (με τον πρώτο, το Texas Flood του 1983 και τον τελευταίο, το In Step του 1989 να ξεχωρίζουν) απετέλεσαν –και αποτελούν μέχρι σήμερα- το αγκωνάρι της σύγχρονης blues κιθάρας για κάθε επίδοξο μουσικό και κάθε φανατικό οπαδό του είδους. Και πώς να μην γίνει απ΄τους πιο γρηγορότερους και ποιοτικότερους κιθαρίστες όταν το παίξιμό του ήταν έντονα επηρεασμένο από σημαντικούς μουσικούς όπως τους Albert King, B.B.King, Muddy Waters, Otis Rush, Chuck Berry, Wes Montgomery, George Benson κ.α. Και κυρίως τον Jimi Hendrix. Είχε πει για αυτόν: “Λατρεύω τον Hendrix για πάρα πολλούς λόγους. Ήταν τόσα περισσότερα από έναν μπλουζ κιθαρίστα. Μπορούσε να παίζει σε κιθάρα, οτιδήποτε". ‘Αλλωστε, έβαλε τα καλύτερά του για να κάνει ένα αξιοπρεπές cover, στον δεύτερό του δίσκο Couldn’t Stand the Weather (1984), στο ανυπέρβλητο κομμάτι του ειδώλου του, “Voodoo Child (Slight Return)”. Εδώ σε μια αλησμόνητη live εκτέλεση του ’89, απ΄την αγαπημένη πατρίδα του, το Τέξας:
Voodoo Child (live 1989)


     Εντωμεταξύ τα δύο αδέρφια, Jimmie και Stevie Ray Vaughan, πάντα ήθελαν να κάνουν ένα άλμπουμ μαζί. Εξέχουσες φυσιογνωμίες της blues σκηνής του Texas αμφότεροι, αποφάσισαν να μην χρησιμοποιήσουν τα συγκροτήματά τους για την ηχογράφηση (τους Fabulous Thunderbirds και Double Trouble αντίστοιχα) άλλα να αναθέσουν το εγχείρημα στο διάσημο παραγωγό και μέλος των Chic, Nile Rodgers. Το αποτέλεσμα ήταν ένας υπερβολικά φίνος και λουστραρισμένος ηχητικά δίσκος, το Family Style, του 1990.  Με στοιχεία pop και soul, που κάπως απογοήτευσε τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς της blues rock, οι οποίοι περίμεναν την κιθαριστική μαεστρία του Stevie Ray Vaughan ενισχυμένη με αυτή του αδερφού του. Σε αντίθεση με τις προσδοκίες, η παρουσία του μεγαλύτερού του αδερφού φαίνεται να φρέναρε τον Stevie, o οποίος είτε από υπερβολικό σεβασμό προς αυτόν είτε από σεμνότητα δεν θέλησε να κλέψει την παράσταση από τον Jimmie.  Οι καλύτερες στιγμές του δίσκου είναι το πιασάρικο, φτιαγμένο για hit, “Tick-Tock” και οι πιο κοντά στα blues συνθέσεις του Stevie Ray Vaughan με τον ντράμερ Doyle Bramhall, "Telephone Song" και "Long Way From Home". Ενδιαφέρον έχει το κομμάτι “Hillbillies From Outerspace”, σύνθεση των δύο αδελφών, που θυμίζει αρκετά το “Green Onions” των Booker T & the MGs. Αν σκεφτεί κανείς ότι το album κυκλοφόρησε ένα μήνα μετά τον χαμό του Stevie Ray Vaughan, η πιο συγκινητική ηχογράφηση είναι το τελευταίο κομμάτι, ένα instrumental με τίτλο “Brothers”. Εκεί τα δύο αδέρφια σολάρουν ο ένας μετά τον άλλο στην ίδια κιθάρα και, αν ακούσει κανείς προσεκτικά, σχεδόν καταλαβαίνει πότε η κιθάρα αλλάζει χέρια.

Brothers (1990)


      Για την ιστορία το άλμπουμ, στον απόηχο του θανάτου του Stevie Ray Vaughan, έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία (πάνω από 1.000.000 πωλήσεις), παρ’όλο που δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση καλλιτεχνικός θρίαμβος για τους αδελφούς Vaughan.  Το κείμενο του άλμπουμ τελειώνει με τα λόγια: “Ευχαριστούμε τη μαμά Vaughan που μας άφηνε να παίξουμε”.  Στα πλαίσια της προώθησης του άλμπουμ, προγραμματίστηκε μια τεράστια περιοδεία 18 μηνών. Δυστυχώς, ειδικά σ΄αυτήν, ο λόγος που κάτι θα πάει στραβά θα ήταν …άλλος! Αλλά ας πάμε λίγο πιο πίσω στον χρόνο: Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του, ο Vaughan πολέμησε δύο εθισμούς. Τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Περίπου δύο χρόνια πριν από την έναρξη της τελευταίας του περιοδείας, ο Stevie και η μπάντα του Double Trouble (από το ομώνυμο τραγούδι του Otis Rush) ήταν στην Ευρώπη παίζοντας για να υποστηρίξει το τρίτο του άλμπουμ, Soul to Soul. Μετά από μια επίδειξη στο Ludwigshafen της Γερμανίας, η “έντονη” ζωή του Vaughan τελικά τον έκανε να καταρρεύσει κι έπρεπε να νοσηλευτεί για μια περίπτωση σοβαρής αφυδάτωσης. Λίγες μέρες αργότερα νοσηλεύτηκε ξανά στο Λονδίνο με εσωτερική αιμορραγία. Η υπόλοιπη περιοδεία ακυρώθηκε αμέσως και όταν ήταν σχετικά υγιής, ο Vaughan πέταξε πίσω στην Αμερική και εισήλθε σε κέντρο αποκατάστασης ναρκομανών.  Όταν τελικά πήρε στα σοβαρά την απόφαση να μείνει “καθαρός”, έμεινε πραγματικά έκπληκτος απ΄αυτό που ανακάλυψε από τον απεξαρτημένο εαυτό του. Σε μια ομιλία που έδωσε σε μια ομάδα ανώνυμων αλκοολικών έλεγε ότι μετά από πολλά πολλά χρόνια θα έκανε κάποια κανονικά και φυσιολογικά πράγματα κι ήταν τρισευτυχισμένος γι’ αυτό. Για το υπόλοιπο της ζωής του, η νηφαλιότητα ήταν κάτι που πήρε εξίσου σοβαρά με τη μουσική του. Ήταν κάτι για το οποίο ήταν πολύ υπερήφανος και κάτι που ήθελε να μοιραστεί με τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, ο τίτλος του επόμενου άλμπουμ In Step αφορούσε το νέο βήμα στο μέλλον, με τον “καθαρό” τρόπο ζωής του.

Let Me Love You Baby (1989)


     Πίσω στην ιστορία μας και πάλι. Το βασικό πλάνο του Stevie ήταν να κάνει μερικές παραστάσεις με τον Eric Clapton - ίσως και με κάποιους άλλους – για τα είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Hendrix. Πείσθηκε όμως απ΄τους παραγωγούς και τους μάνατζερ να αφήσει την ιδέα του για τα τέλη του ’91. Πρώτα θα έπρεπε να προωθήσει το τελευταίο του άλμπουμ και να προετοιμάσει τον δρόμο για το Family Style. Για τον σκοπό αυτό οργανώθηκε μια σειρά εκατοντάδων live shows, σίγουρα η μεγαλύτερη της καριέρας του. Σε κάποιες απ΄ αυτές θα συνεργαζόταν επί σκηνής με μεγάλα ονόματα, όπως για παράδειγμα είχε ήδη γίνει με τον Jeff Beck. Εκείνον τον μοιραίο Αύγουστο του ’90, σε μερικές παραστάσεις θα τζάμαρε στη σκηνή με τους Eric Clapton, τον Robert Cray, τον Buddy Guy και τον αδελφό του Jimmie. Αυτό ακριβώς έγινε κι εκείνη την ημέρα. Το ημερολόγιο έδειχνε 26 Αυγούστου 1990. Όλοι τους είχαν έρθει για την συναυλία στο Alpine Village του Wisconsin, περίπου 75 μίλια βορειοδυτικά του Σικάγο. Αυτή που τελικά έμεινε στην ιστορία. Με 30.000 κόσμο – sold out, τίποτε δεν προμήνυε το τι θα επακολουθούσε. Ίσως μόνο ένα όνειρο - εφιάλτη που είχε δει ο ίδιος την προηγούμενη βραδιά και το ανέφερε μάλιστα στους φίλους του, στα παρασκήνια. Αφορούσε την… κηδεία του, όπου όλοι τους, μαζί με χιλιάδες κόσμο, θα ήταν παρόντες και θα έκλαιγαν. Αν μη τι άλλο, προφητικό και τραγικό. Αρχικά ήταν σαφώς επηρρεασμένος απ΄αυτό. “Ήταν τρομοκρατημένος αλλά εντελώς γαλήνιος”, έλεγαν οι συνεργάτες του.   Όμως όλα ξεχάστηκαν γρήγορα μόλις έφτασε η ώρα του show. Ο Stevie πάντα ξεχωριστός με το …αχώριστο καπέλο του – σήμα κατατεθέν, το τζάκετ με τα κρόσια, τις καουμπόικες μπότες του. Για εκείνη την βραδιά μάλιστα διάλεξε να φορέσει ένα μωβ παντελόνι. Για ακόμη μία φορά άφησε το πλήθος με το στόμα ανοιχτό, παίζοντας φανταστική κιθάρα και με φαντεζί τρόπους: πίσω απ΄την πλάτη, πάνω απ΄το κεφάλι ή με τα δόντια. Το show κορυφώθηκε όταν όλοι τους ανέβηκαν στη σκηνή τζαμάροντας και τραγουδώντας, σχεδόν για δεκαεπτά λεπτά, το γνωστό “Sweet Home Chicago”. Το τελευταίο του τραγούδι…
Sweet Home Chicago (26 / 8 / 1990)


      Η συναυλία έλαβε τέλος γύρω στις 12.15’ τη νύχτα, μέσα σε ξέφρενα χειροκροτήματα και φωνές. Και κάπου εκεί άρχισαν τα θλιβερά γεγονότα και οι τραγικές καταστάσεις. Είχε κανονιστεί από τον υπεύθυνο της συναυλίας και tour manager του Eric Clapton, Peter Jackson, όλα τα μέλη της παράστασης να φύγουν από εκεί, με κατεύθυνση προς Σικάγο, με τέσσερα ελικόπτερα, παρότι ο καιρός δεν ήταν καθόλου καλός. Πραγματικά, αν και Αύγουστος, λόγω του μεγάλου υψόμετρου, στην περιοχή έπεφτε συχνά ομίχλη και μάλιστα πυκνή. Στο ξενοδοχείο, αν και έγινε μια μίνι σύσκεψη σχετικά με το αν ήταν ασφαλές να πετάξουν τα ελικόπτερα, τελικά αποφασίστηκε ότι θα μπορούσαν. Ο Vaughan ήταν μαζί με τον αδελφό του Jimmie Vaughan και τη σύζυγο του Jimmy, Connie. Τα τελευταία του λόγια ήταν προς τον ντάμερ των Double Trouble, Chris Layton: “Σ’ αγαπώ”, του είπε. Όπως είχαν οδηγίες από τον Jackson, τα αδέλφια και η Connie πήγαν για να επιβιβαστούν στο (εφεδρικό) ελικόπτερο Bell 206B Jet Ranger, ιδιοκτησίας Omniflight Helicopters Inc, με πιλότο κάποιον Jeff Brown. Ωστόσο, τρία μέλη του συγκροτήματος του Clapton, είχαν ήδη καταλάβει σ΄αυτό τις θέσεις τους. Ο Stevie τότε ζήτησε απ΄ τον αδερφό του αν θα μπορούσε να πάρει αυτός την τελευταία πρόσφορη θέση που απέμεινε στο σκάφος, επιμένοντας ότι έπρεπε πραγματικά να επιστρέψει, όσο το δυνατόν συντομότερα στο Σικάγο. Μοιραία, η χάρη του έγινε. Τα ελικόπτερα που βρισκόταν σε ένα γήπεδο του γκολφ, πίσω ακριβώς απ τον συναυλιακό χώρο, άρχισαν να απογειώνονται κατά τις 1:00 τα ξημερώματα, μέσα σε χαοτική ομίχλη. Το υπ’ αριθμόν N16933 ελικόπτερο ξεκίνησε τρίτο κατά σειρά. Ο πιλότος αμέσως έκανε μια κίνηση προς τα αριστερά. Δυστυχώς όμως δεν ανέκτησε το ύψος που χρειαζόταν. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έπεσε, χωρίς καν να γίνει έκρηξη ή να πάρει φωτιά, σε μια χιονοδρομική πίστα, περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά. Δεν επέζησε κανείς. Ο Stevie ήταν μόνο 35 ετών!

The Sky Is Crying


Τα άλλα θύματα ήταν ο πιλότος και τα τρία μέλη της συνοδείας του κ. Clapton. Εκτός από τον Vaughan, σκοτώθηκαν ο Bobby Brooks (εκπρόσωπος του Clapton στην Creative Artists Agency), ο Nigel Browne (σωματοφύλακας), ο Colin Smythe (ένας από τους διαχειριστές περιοδείας του Clapton) καθώς και ο Jeff Brown, ο πιλότος. Εκείνη τη στιγμή κανείς δεν αντιλήφθηκε τη συντριβή. Μόνο όταν είδαν αργότερα ότι δεν επέστρεψε στον τόπο προορισμού, στο Meigs Field του Σικάγο, τότε άρχισαν οι έρευνες. Το βρήκαν τελικά στις 7:00 το πρωί. Σώματα και συντρίμια ήταν διάσπαρτα σε ακτίνα 200 μέτρων. Λίγο αργότερα, ο Clapton και ο Jimmie Vaughan κλήθηκαν στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσουν τις σορούς. Σύμφωνα με μια έκθεση αυτοψίας, ο Stevie είχε υποστεί πολλούς τραυματισμούς κατά την πτώση, όπως διατομή της αορτής, πολλαπλά κατάγματα του κρανίου, καθώς και του σπλήνα και του ήπατος, όπως και κατάγματα του δεξιού μηριαίου οστού και των πλευρών. Άλλη μια έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε από κανέναν χρήση φάρμακων, ναρκωτικών ή αλκοόλ και ότι όλα τα θύματα φορούσαν ζώνες ασφαλείας. Δεν βρέθηκαν μηχανικές βλάβες ή δυσλειτουργίες με το ελικόπτερο. . Η αιτία του ατυχήματος του ελικοπτέρου αποδόθηκε σε πιλοτική αμέλεια. Σύμφωνα με το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας των Μεταφορών, η επίσημη αιτία του δυστυχήματος θεωρήθηκε η χαμηλή πτήση κοντά στο έδαφος, καθώς ο Brown δεν μπορούσε να δει το λόφο λόγω χαμηλής ορατότητας. Όπως ήταν φυσικό το τραγικό δυστύχημα σόκαρε την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεργάτες του κι όλη την μουσική κοινότητα. Η απώλεια του θλίβει επίσης τους θρυλικούς μουσικούς, των οποίων τα blues που τραγουδούσαν τον είχαν ωθήσει να μάθει κιθάρα από την ηλικία των 7 ετών, να εγκαταλείψει αργότερα, νεαρός ακόμη, το γυμνάσιο,  εκεί στη γενέτειρά του, στο Ντάλας και να κάνει δικές του συναυλίες στα club από τα 13 του. Ο καθένας έχει να πει μόνο καλά λόγια γι’ αυτόν. Ο Buddy Guy, ο οποίος ήταν μακροχρόνιος φίλος του Vaughan, πραγματικά λύγισε αφού έμαθε για τη συντριβή: "Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους που γνώρισα ποτέ”, είπε. Ο Albert King  μάλιστα, το έτερο μεγάλο του είδωλο, του έγραψε και του αφιέρωσε τραγούδι. Επίσης ο μεγάλος B.B. King δήλωσε, αμέσως μετά: "Ο Stevie Ray Vaughan ήταν σαν ένα από τα παιδιά μου και ένιωσα μεγάλη απώλεια όταν άκουσα τα νέα. Ήταν μόλις στην αρχή της καριέρας του και είχε μόλις αρχίσει ν'αναπτύσσει τις δυνατότητές του". Και πράγματι, ο SRV είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί “σχολή” , τόσο με τον τρόπο παιξίματος της κιθάρας όσο και με την ιδιότυπη σύνθεση των τραγουδιών του. Είναι γνωστό άλλωστε ότι έχει επηρεάσει ένα μεγάλο αριθμό κατοπινών κιθαριστών. Ίσως μια ολόκληρη γενιά, από τον Gary Clark Jr. μέχρι τον John Mayer. Όλα αυτά αποτελούν παράσημα - μεταθανάτια φυσικά - πολύ πιο σημαντικά από τα βραβεία που του αποδόθηκαν κατά καιρούς, όπως τα Grammy που κέρδισε ή την είσοδό του στο Blues Hall Of Fame (2015). Όπως επίσης ότι το περιοδικό Guitar Player ανέφερε τον Vaughan ως τον καλύτερο παίκτη ηλεκτρικής μπλουζ τις χρονιές 1983, 1984, 1985, 1986 και το 1988, όπως επίσης τον έμπασε στο φημισμένο "Gallery of Greats". Αναλόγως και το περιοδικό  Rolling Stone τον κατατάσσει μέσα στη δεκάδα με τους καλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών. Αναμφίβολα υπήρξε ένας μάγος της Stratocaster κι ο μεγαλύτερος αναβιωτής του μπλουζ στα ‘80s.




         Στις 30 Αυγούστου 1990, ο Vaughan θάφτηκε στο πάρκο Laurel Land Memorial Park του Ντάλλας. Λίγο πολύ η κηδεία του έγινε όπως στο όνειρο που είδε την τελευταία νύχτα πριν πεθάνει. Χιλιάδες ο κόσμος που έκλαιγε. Δε νομίζω όμως ότι αρμόζει να κλαίμε μ΄αυτόν τον τρόπο για εκείνον. Μάλλον δεν θα το ήθελε. Αντίθετα πρέπει να τον σκεφτόμαστε πάντα όπως εκείνος θα επιθυμούσε. Με …χαρά κι υπερηφάνεια !

Pride And Joy


Rest In Peace, Stevie Ray Vaughan…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018


THE BLOSSOM TOES


Psychedelic Unknowns (Part 1)


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στην οθόνη του ραντάρ της ιστορίας της rock, η ψυχεδελική μουσική ήταν κάτι παραπάνω από μία παρεμβολή, ένα κύμα ενέργειας στα τέλη του '60, που διήρκεσε για μερικά χρόνια πριν οι μουσικοί ανακτήσουν τις αισθήσεις τους και οπισθοχωρήσουν σε περισσότερο συμβατικούς ήχους. Μόνο ελάχιστα ψυχεδελικά σχήματα έγιναν αλήθεια τεράστια-οι Beatles στην Sgt. Pepper περίοδο, ο Jimi Hendrix, οι the Jefferson Airplane, οι the Doors, οι Pink Floyd (που γρήγορα έγιναν prog-rockers) και μερικοί άλλοι. Αλλά τα χρόνια 1966-1969 είδαν μία αληθινά απέραντη ποικιλία από ακούραστες πειραματικές προσπάθειες επινοημένες για κατανάλωση από το κοινό και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Το LP είχε πάρει τα πρωτεία από το 45άρι, με το μεγάλο μέγεθός του να προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία για μακρές, ποικίλες και εμπνευσμένα συνδεδεμένες δουλειές. Οι μεγάλες δισκογραφικές, για λίγο χρόνο, ήταν δεκτικές σε ήχους και κινήσεις που θα είχαν σταματήσει στο κατώφλι τους ένα ή δύο χρόνια πριν. Πολλοί από αυτούς τους δίσκους ήταν αλήθεια "καλομαθημένοι" ή ακόμα και τρομακτικοί καθώς τα γκρουπ πήραν το πλεονέκτημα της ελευθερίας για να εμπλακούν σε "τουμπανιασμένα" τζαμαρίσματα ή μισοτελειωμένες φιλόδοξες δουλειές, εμπνευσμένες από την αύρα που άφηνε το Lord of the Rings του Tolkien. Αλλά όπως είναι το θέμα με κάθε τι που αρμέγεται μέχρι τέλους, υπήρχαν επίσης ελάχιστα εμπνευσμένα σχήματα που εξερεύνησαν ενδιαφέρουσες κατευθύνσεις που όχι μόνο λίγοι είχαν ταξιδέψει τότε, αλλά επίσης λίγοι ταξίδεψαν από τότε και μετά. Από την φύση τους πολλές από αυτές τις φιλόδοξες δουλειές ήταν μη εμπορικές. Επίσης άλλες ήταν τόσο παράξενες ή τόσο μακροσκελείς για να παίξουν στο ράδιο ή για να κυκλοφορήσουν στην αγορά από τις δισκογραφικές. Επομένως χωρίς έκπληξη πολλά από τα πιό ενδιαφέροντα ψυχεδελικά γκρουπ διήρκεσαν μόλις για ένα δίσκο ή δύο πριν διαλυθούν μέσα από την σύγχιση. Αρκετές από τις ψυχεδελικές μπάντες που κατάφεραν να κάνουν ένα μόνο άλμπουμ (Tomorrow, the United States of America, Judy Henske/Jerry Yester) αναφέρθηκαν εκτενώς σε προηγούμενα άρθρα στα One Shot Group. Σε αυτά μπορούν να προστεθούν ακόμα μερικά one shot, όπως οι Clear Light, οι Faine Jade, οι the Lollipop Shoppe και οι C.A. Quintet. Ένα two-shot αξίας ήταν οι H.P. Lovecraft, αν και το ντεμπούτο τους επισκίαζε μακράν το δεύτερο άλμπουμ τους, οι οποίοι τραγούδησαν στοιχειωτικά τραγούδια εμπνευσμένα από την επιστημονική φαντασία με ταυτόχρονες folk-rock αρμονίες που ταίριαζαν πολύ με αυτές των Jefferson Airplane. Όπως αρμόζει στην ποικίλη φύση των στυλ, τα τέσσερα σχήματα που θα σκιαγραφήσουμε μέσα από συνεντεύξεις μελών και παραγόντων δείχνουν πολύ διαφορετικές πλευρές του ψυχεδελικού πειραματισμού. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τους πρώτους παίκτες.

the Blossom Toes


Η Αγγλική ψυχεδελική σκηνή στα τέλη της δεκαετίας του '60 ¨σπιλώθηκε" με ντουζίνες από μπάντες με αστεία ονόματα όπως, the Orange Seaweed, Mandrake Paddle Steamer και the Glass Menagerie. Συχνά η μουσική που δημιούργησαν αυτά τα σχήματα, ήταν όσο αστεία ήταν και τα ονόματά τους. Θα μπορούσες να συγχωρεθείς αν από άγνοια, για αυτούς ακριβώς τους παραπάνω λόγους, απέρριπτες τους the Blossom Toes, στην απίθανη περίπτωση που σκόνταφτες πάνω σε κάποιον δίσκο τους. Αλλά η μπάντα αυτή του Λονδίνου, η οποία για ένα λόγο, μίσησε το όνομά της-που δεν επιλέχθηκε από τους ίδιους-είναι η πιό αξιοσημείωτη εξαίρεση που αποδεικνύει τον κανόνα των αστείων ονομάτων/μουσικής. Ίσως κανένα άλλο Αγγλικό γκρουπ της εποχής, ψυχεδελικό ή άλλο, ηχογράφησε τόσο ωραία μουσική με τόση λίγη αναγνώριση. Από όλες τις μπάντες στην ιστορία της rock που έχουν ηχογραφήσει μόνο δύο άλμπουμ, ελάχιστες μπορούν να συναγωνιστούν το σπάνιο επίτευγμα να κάνουν άλμπουμ που όχι μόνο ήταν πολύ καλά, αλλά και τελείως διαφορετικά μεταξύ τους.

Love Is (1967)


Το πρώτο ήταν ενορχηστρωμένο σαν φαντασία μίας pop/ψυχεδελικής Αγγλικής καλοκαιρινής μέρας. Το δεύτερο ήταν όλο heavy κιθάρες και στίχους καταστροφικούς, κοντύτερα στους τόνους του Captain Beefheart παρά των the Kinks. Μέσα στα χρόνια οι δίσκοι έπλεξαν ένα απίστευτο πέπλο μυστηρίου στους hardcore συλλεκτικούς κύκλους, συχνά αναφερόμενοι ως ψυχεδελικά κειμήλια που άξιζαν όσο τίποτα άλλο να επανεκδοθούν (πράγμα που τελικά έγινε στα τέλη του '80). Το ιδιόμορφο επίτευγμα του γκρουπ, δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί στα μέσα του '60. Εκείνο τον καιρό ήταν οι the Ingoes, μία από τις άπειρες Αγγλικές R&B μπάντες που προσπαθούσε να ορθοποδήσει σε μία χώρα που η παροχή ήταν μεγαλύτερη κατά πολύ από την ζήτηση. Ήταν τυχεροί αρκετά να γίνουν πελάτες του Άγγλου ιμπρεσάριου Giorgio Gomelsky (μάνατζερ των Yardbirds και μέντορα πολλών άλλων καινοτόμων Αγγλικών σχημάτων) και μία 18μηνη παραμονή στην Γαλλία στήριξε τις ικανότητές τους.
Υπογράφοντας στην Marmalade του Gomelsky στους the Ingoes επιβλήθηκε η ονομασία the Blossom Toes ενάντια στη θέλησή τους και άρχισαν να γράφουν υλικό για το πρώτο LP τους το 1967. Το ντεμπούτο άλμπουμ τους We Are Ever So Clean, είναι αξιόλογο για τον πλούτο του δυνατού original υλικού με δεδομένο ότι η μπάντα ένα χρόνο πριν έκανε R&B και soul διασκευές.
Ο κιθαρίστας Brian Godding, ο πιό πολυγραφότατος και πιθανόν ταλαντούχος συνθέτης στο γκρουπ, έγραφε αλήθεια τραγούδια για λίγο. Αλλά αυτοί οι τόνοι δεν ήταν soul προέλευσης. Ήταν εκκεντρικοί, αβάσταχτα Αγγλικού χαρακτήρα περιγράφοντας ωρολογοποιούς, οδηγούς αερόστατου, παγωμένα σκυλιά και το να αργοπορήσεις σε πρόσκληση για τσάι, δοσμένα με ένα εκστατικό, υπνωτικό πνεύμα που συμβάδιζε με την ατμόσφαιρα του Λονδίνου το 1967. Πολύπλοκες, ενορχηστρώσεις πνευστών στόλιζαν τις βασικές συνθέσεις από κιθάρα-μπάσο-ντραμς. Το όλο αποτέλεσμα ήταν κάτι σαν οι the Kinks να τζάμαραν με τους Salvation Army Brass Band. Ο Godding αρνείται ότι το γκρουπ επηρεάστηκε υπερβολικά από τους the Kinks.

Look At Me I'm You (1967)

Αλήθεια, ενώ είναι περήφανος για το άλμπουμ, προσέχει να επισημάνει ότι δεν ήταν ένα πρότζεκτ ακριβώς, στο οποίο είχαν οι Blossom Toes το 100% του ελέγχου. "Ήταν ένας πολύ δύσκολος δίσκος για να γίνει, επειδή πρώτον δεν ήμασταν έμπειροι στο στούντιο ηχογράφησης και δεύτερον εκείνες τις μέρες ήταν τέτοιοι οι κανόνες και οι περιορισμοί στην ηχογράφηση. Υπήρχαν μόνο μηχανήματα four-track. Έπρεπε να κάνεις τα πάντα αμέσως. Έτσι αν ο Giorgio έλεγε ΄έχω μία 20μελή μπάντα για αυτό΄ έπρεπε να το κάνεις. Δεν μπορούσες να πεις, ΄ωραία το γράφουμε και μετά το κάνουμε overdub΄. Έπρεπε να πας εκεί και να κάνεις τα πάντα με αυτούς τους τύπους, που ήταν όλοι επαγγελματίες session μουσικοί, καλοί μουσικοί. Εμείς μαθαίναμε να παίζουμε και εκείνοι ήταν επαγγελματίες πρώτης ποιότητας μουσικοί. Ήταν πολύ τρομακτικό μερικές φορές. Θα κάναμε demo και θα τα δίναμε στον συνθέτη, κυρίως τον David Whitaker, που ήταν καλός και ευφάνταστος άνθρωπος. Και μετά θα εμφανιζόταν με την σύνθεση. Αλλά την στιγμή που θα γινόταν αυτό, αυτό ήταν. Δεν συζητούσαμε αν μας αρέσει ή όχι, απλά πήγαινε και τό'κανε. Ευτυχώς μπορούσα να το ακούσω και νομίζω μου άρεσε, αλλά δεν χώραγε συζήτηση. Εκτός αυτού, ο David Whitaker δεν είναι κάποιος που μπορείς να συζητήσεις πράγματα μαζί. Είναι πολύ καλός, αλλά αν πεις ΄δεν μου αρέσει κάτι τέτοιο΄ σε κοιτάζει με μιά αρτιστική κακοκεφιά, που δεν έχεις δει ξανά ποτέ. Το πρώτο μας άλμπουμ δεν ήταν δική μας παραγωγή. Ήταν ένα είδος συνδυασμένης προσπάθειας ανάμεσα σε εμάς και τον Giorgio με τον συνθέτη. Ποτέ δεν αισθανθήκαμε ότι ήταν ο δίσκος μας ακόμα και όταν κυκλοφόρησε". Μία ακόμη μεγάλη απογοήτευση για το γκρουπ ήταν ότι λόγω της πολυπλοκότητας των συνθέσεων, λίγο από το υλικό τους θα μπορούσε να παιχτεί live. Ένα bootleg μιάς εμφάνισης στη Σουηδία, του 1967 επιβεβαιώνει πώς ότι έπαιζαν σε κονσέρτα είχαν πολύ μικρή σχέση με ότι είχαν κάνει στο στούντιο. Στην πραγματικότητα είναι μία εξαιρετικά πρόχειρη εμφάνιση, με χαοτικό αυτοσχεδιασμό παρά σαν ένα διασκεδαστικό γράψιμο της μουσικής να ήταν το πρόσταγμα της ημέρας. Όχι ότι οι προσφορές για live συνέρρεαν, καθώς το άλμπουμ λίγο πούλησε στην Αγγλία και δεν υπήρχαν χιτ single.

You (1967)


Επομένως ήταν ότι μετά από δυό αλλαγές προσωπικού, στη μπάντα σύμφωνα με τα λόγια του Godding "υποσχεθήκαμε μετά την δημιουργία του πρώτου δίσκου, ότι εάν κάναμε άλλον, ποτέ δεν θα γινόταν με τον ίδιο τρόπο. Δεν θα ξαναπερνούσαμε αυτό πάλι, με όλες αυτές τις συνθέσεις, ενορχηστρώσεις, κλπ. Σκεφθήκαμε ότι έπρεπε να κάνουμε ένα δίσκο που μπορούσαμε να παίξουμε". Οι Blossom Toes παίζουν όλη την μουσική στο δεύτερο άλμπουμ, If Only for a Moment, που είναι αξιοσημείωτο για μερικά από τα πιό κλασσικά proto-progressive με dual lead κιθάρες (ανάμεσα στον Godding και στον Jim Cregan), που πιθανόν να έχετε πέσει πάνω ψάχνοντας. Οι μελαγχολικές αρμονίες στα φωνητικά είναι επίσης ακέραιες, αλλά χωρίς λάθος, αυτός είναι ήχος από hard-rock και μερικές φορές εντελώς heavy μπάντα και η χαρωπή ορχήστρα του 1ου LP έχει φύγει για τα καλά.

Listen to the Silence (1969)


Προς μεγαλύτερη ακόμα έκπληξη, ωστόσο, είναι οι μελαγχολικοί λυρικοί τόνοι των μακροσκελών συνθέσεων που αναφέρονται σε βόμβες, αντιπολεμικές διαμαρτυρίες και βασανισμένη αβεβαιότητα. Τα φωνητικά του μπασίστα Brian Belshaw στο "Peace Loving Man" κάνουν τον Captain Beefheart (μία από τις μεγαλύτερες επιρροές τους εκείνο τον καιρό) να ακούγεται σαν τον Tonny Bennett. Μοιάζει σαν το χαμογελαστό πρόσωπο του πρώτου άλμπουμ να είχε αναστραφεί σε ένα μπερδεμένο κατσούφιασμα.

Peace Loving Man (1969)


"Λυρικά, το 2ο άλμπουμ είναι πολύ πιό σοβαρός δίσκος", παρατηρεί ο Godding. "Λέει για θανάτους και βόμβες και σκοτωμούς και βλάβες εγκεφαλικές και τέτοια πράγματα. Δεν θέλω να πω ότι ήμασταν πρεζόνια ή κάτι τέτοιο, αλλά το LSD ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Επίσης περιοδεύαμε σε περιοχές όπως η Τσεχοσλοβακία και μέρη που είχαν ιδιαίτερα σκληρές πολιτικές σκηνές, με τους Ρώσσους να εισβάλουν και τον Dubcek να εξέρχεται βιαίως. Όλα αυτά σε επηρεάζουν και σε κάνουν να βλέπεις τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Αυτό το 2ο λοιπόν άλμπουμ οριοθετείται στα άλμπουμ διαμαρτυρίας". Δυστυχώς οι Blossom Toes τα πήγαν πολύ καλύτερα στην Ευρώπη (όπου έπαιξαν σε αρκετές συναυλίες) και σε μέρη σαν την Πράγα (στην οποία γέμιζαν αμφιθέατρα με περισσότερους από 10.000 ανθρώπους), από ότι στην πατρίδα τους. Στην Αγγλία συνέχισαν να δουλεύουν σκληρά στο κύκλωμα των κλάμπ, όπου μερικές φορές απειλούνταν με φυσική βία σε μικρότερα κλαμπ και κλαμπ όπου σύχναζαν εργάτες, όπου δεν έτειναν να ακούνε κομμάτια όπως το "Love Bomb" ή το "Peace Loving Man".

Love Bomb (1969)


H σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι έφτασε το 1969, όταν το βαν του γκρουπ ανατράπηκε στον δρόμο καθώς γύριζαν από μία εμφάνισή τους. Κανείς δεν χτύπησε σοβαρά, αλλά σε συνδυασμό με την συνεχή ένταση της περιορισμένης επιτυχίας και την ρουτίνα της περιοδείας το γκρουπ ποτέ δεν ανέκαμψε. Ο Godding, ο μπασίστας Brian Belshaw και ο Kevin Westlake, που ήταν ο ντράμερ στο 1ο LP, υπό το όνομα B.B.Blunder έκαναν ένα άλμπουμ στις αρχές του '70. Ο διάδοχος του Westlake, Barry Reeves μετακινήθηκε στον πιό ασυνήθιστο ρόλο του ντράμερ με τους the James Last Orchestra, ενός από τα πιό  μακρόχρονα, ευκολοάκουστα σχήματα της Ευρώπης. Ο Godding παρέμεινε απασχολημένος με πολλά rock και jazz πρότζεκτ από τότε. Εκείνες τις μέρες παίζει στην μπάντα του jazzman Mike Westbrook. Ακόμα περήφανος για την θητεία του στους Blossom Toes (αν και λίγο σαστισμένος από τον Αμερικανό ερευνητή που μπήκε σε τόσο κόπο να εντοπίσει ένα μέλος από μία μπάντα τελείως άγνωστη στην Αμερική για να του πάρει συνέντευξη), έχει παρόλα αυτά ελάχιστα παράπονα για την διάλυση του γκρουπ. Επισημαίνει ότι το σχήμα λειτουργούσε με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και λίγη υποστήριξη από δισκογραφικές εταιρείες.

Wait a Minute (1969)


 "Τον καιρό που οι the Blossom Toes διαλύθηκαν παίζαμε όλο το υλικό του 2ου άλμπουμ και θα μπορούσαμε να το κάναμε και στον ύπνο μας. Θα μπορούσαμε να ανέβουμε στη σκηνή τελείως ζαλισμένοι και να μην υπάρχει καμία διαφορά στο αποτέλεσμα. Άρχίζεις τότε να σκέφτεσαι ότι πρέπει να κάνεις κάτι διαφορετικό γιατί γίνεσαι σαν τους the Swinging Blue Jeans. Πράγμα το οποίο δεν είναι προσβλητικό για αυτούς επειδή έτσι είναι αυτό που θέλουν να κάνουν και είναι ωραίο. Θέλουν μόνο να βγαίνουν να περνάνε καλά να κάνουν τους ανθρώπους να χορεύουν και να είναι ευτυχισμένοι. Αλλά αν θέλεις κάτι διαφορετικό, τότε πάει αλλιώς".

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Collection (1988, Decal, UK)

Ένα διπλό LP με τα περισσότερα από το πρώτο άλμπουμ, όλο το 2ο και ένα single που δεν βρίσκεται σε κανένα LP. Σχεδόν όλα είναι εδώ και είναι πολύ ευκολότερο να το βρεί κανείς από τις original κυκλοφορίες.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης