Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020




DOWN UNDERGROUND




Once Upon a Time In Australia (Part I)





Παρά το γεγονός ότι υπήρχε η φήμη της συντηρητικότητας, στα τέλη της δεκαετίας του '60 και αρχές της δεκαετίας του '70, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία είχαν εκπληκτικά γόνιμες μουσικές σκηνές, που γέννησαν πολυάριθμους καλούς καλλιτέχνες, των οποίων τα άλμπουμ είναι σχεδόν όλα περιζήτητα στις μέρες μας. Από τα καλύτερα άλμπουμ αυτής της εποχής για την μουσική σκηνή αυτών των χωρών, εδώ θα σας παρουσιάσω 50 συνολικά άλμπουμ, που κυμαίνονται από επιδραστική pop μέχρι ψυχεδελική folk δια μέσου acid-rock και jazzy-prog...Ξεκινάω με τα πρώτα 15:

1. ALBATROSS

A Breath of Fresh Air (Australia, 1973)



O Lindsay Bjerre ήταν ο ηγέτης των The Sunsets και των Tamam Shud, πριν σχηματίσει τους Albatross, τον Σεπτέμβριο του 1972. Είχε ήδη απομακρυνθεί από την progressive rock προσέγγιση των Tamam Shud, παίζοντας ακουστική κιθάρα, η οποία ταίριαζε στα τραγούδια του για την οικολογία, την ζωή στην φύση και την θάλασσα. Οι εύγευστοι, folksy, με πινελιές country Albatross, ήταν στα μαχαίρια με τις τάσεις που κυριαρχούσαν στην Αυστραλιανή μουσική, αν και η μπάντα κατάφερε να κρατήσει το μερίδιο της στο κύκλωμα των φεστιβάλ και των κονσέρτων, δίπλα στα heavy σχήματα της εποχής. Slide guitar, φλάουτο, όργανο, μαντολίνο και μπουζούκι προσθέτουν χρώματα στις πλούσιες μελωδίες και κάποια τραγούδια έχουν μία folk προσέγγιση. Την εποχή που το άλμπουμ έκανε την εμφάνιση του το 1973, ο Bjerre είχε διαλύσει τους Albatross, για να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στις Ανατολίτικες θρησκείες.

The Angel and the Boy (1973)

2. ARIEL

A Strange Fantastic Dream (Australia, 1973)



Μέσα σε αυτό το άλμπουμ ο πρώην τραγουδοποιός / τραγουδιστής και κιθαρίστας των Spectrum, Mike Rudd μεταφέρει κάποια από τα πιο λαμπρά, ανισόρροπα τραγούδια του. Τα "Confessions Of A Psychopathic Cowpoke" και το "Chicken Shit" εκρήγνυνται με σκοτεινές μελωδίες και σαρκαστικό χιούμορ, αλλά τα "Garden Of The Frenzied Cortinas" και "Miracle Man" (από τον κιθαρίστα Tim Gaze-δες Tamam Shud και Kahvas Jute) είναι τα κομμάτια κλειδιά εδώ και η μπάντα παίζει ακόμα και boogie-rock με το ζωηρό "Worm-Turning Blues". Οι κιθάρες πολύ γευστικές, αιχμηρές και με την δυνατή υποστήριξη του οργάνου του John Mill. Ίσως να το εντάξετε κάπου ανάμεσα σε ένα πιο τρελαμένο στυλ από Steely Dan και από Sparks, αν και είναι τόσο προκλητικό σαν θέα για να περιοριστεί σε τέτοια όρια.

Garden Of The Frenzied Cortinas (1973)

3. DOUG ASHDOWN

The Age Of Mouse (Sweet Peach SP 12001) 1970



Το πρώτο διπλό LP που κυκλοφόρησε από Αυστραλό καλλιτέχνη, είναι επίσης ένα από τα πιο παράξενα άλμπουμ από τραγουδοποιό / τραγουδιστή της εποχής. Η βαθιά, ηχηρή φωνή είναι μερικές φορές πολύ ειλικρινής και παλαιομοδίτικη για μοντέρνα μουσική, αλλά ταιριάζει το μάλλον δραματικό του γράψιμο. Το άλμπουμ έχει μία ενθυμητική δομή. Αναμιγνύει τα κανονικής διάρκειας κομμάτια του με αρκετά σύντομα ΄διαλείμματα΄ τόσο φωνητικά όσο και ορχηστρικά. Μοιράζει το ομότιτλο κομμάτι ανάμεσα στις δύο πλευρές του άλμπουμ με ένα περίεργο τρόπο και έξυπνα πλέκει συγκεκριμένα καθ όλη την διάρκεια επαναλαμβανόμενα τραγούδια και τμήματα με αποτέλεσμα πολύ δυναμικό. Το καλύτερο τραγούδι είναι μακράν το "I’ve Come To Save Your World", με απόκοσμο όργανο και acid κιθάρα. Μπαίνει νωρίς και οι ελπίδες ότι θα ακούσεις ξανά κάτι παρόμοιο πεθαίνουν, όμως υπάρχουν πολύ καλό και έντονο folk-rock και στις 4 πλευρές. Αξίζει να το ψάξει κανείς.

I’ve Come To Save Your World (1970)

4. THE AVENGERS

Electric Recording (New Zealand, 1967)



Αυτοί οι τύποι μοιάζουν σκληροί πάνω στο πολύ cool εξώφυλλο του ντεμπούτο άλμπουμ τους, αλλά οι ήχοι μέσα δύσκολα έχουν τα vibe της R&B που θα περιμένατε. Αντί αυτού είναι συμπαθητική, ρυθμική, μελωδική pop με μία θολή αίσθηση σε τραγούδια όπως το "Everyone’s Gonna Wonder" και την απομίμηση των Procol Harum "What Price Love" και μία πιο heavy αιχμή στην εκδοχή τους του "Morning Dew". Το highlight ωστόσο είναι το αιθέριο "Water Pipe", που σίγουρα θα είχε σαν αποτέλεσμα την αποπομπή τους από το HMV αν τα στελέχη του γνώριζαν σε τι αναφέρεται. Η παραγωγή θα μπορούσε να είναι πιο στιβαρή, αλλά υπάρχουν κάποιες καθαρές ψυχεδελικές πινελιές και η γοητεία της μπάντας λάμπει δυνατή και καθαρή.

Water Pipe (1967)

5. AZTECS

Live! At Sunbury (Australia, 1972)



Το 1972 οι Billy Thorpe & the Aztecs ήταν μία live υπερδύναμη, μοιράζοντας κομματάρες heavy blues-rock που έθεταν σε έκσταση το τοπικό κοινό. Η ηγετική παρουσία του Thorpie επί σκηνής, ο ανατριχιαστικός φωνητικός βρυχηθμός και το ρωμαλέο παίξιμο της κιθάρας, ήταν η παρακαταθήκη του για το μέλλον και η μπάντα έφτασε στο peak της με το διπλό LP, ένα κλασικό προκλητικό Αυστραλιανό rock’n’roll δίσκο. Ηχογραφημένο σε εξωτερικό χώρο, στο εναρκτήριο Sunbury Rock Festival, είναι οι Aztecs στο στοιχείο τους. Το "Most People I Know Think That I’m Crazy" και υψηλής τάσης διασκευές των C.C. Rider και Ooh Poo Pa Doo rock, but Momma tops the lot: proto-metal riff, ντραμς σόλο και ο Thorpe στα πιο πρωτόγονα του, να ουρλιάζει σαν να ήταν ο Roky Erickson μπροστά από τους Hawkwind...

Mama (1972)

6. BAKERY

Momento (Astor ALPS 1035) 1972



Εδώ έχουμε ένα πολύ heavy progressive άλμπουμ. Ελάχιστα τραγούδια ξεφεύγουν σε τζαμ ή σε προβλέψιμο έδαφος, αλλά τον περισσότερο χρόνο σε κρατάνε σε αγωνία. Το highlight είναι ξεκάθαρα το "The Gift", αλλά υπάρχει περίσσευμα ποιότητας, συμπεριλαμβανομένου του σταδιακού χτισίματος του κομματιού που ανοίγει τον δίσκο, "Holocaust", του τρόπου που γκρουβάρουν πάνω από την επαναλαμβανόμενη χορωδία  στο "Faith To Sing A Song" και το υψηλό επίπεδο ενέργειας που διατηρείται καθ'όλη την διάρκεια. Γίνονται λίγο jazzy εδώ κι εκεί, αλλά δεν ακούγεται σαν να το επιδεικνύουν. Δεν χρειάζεται να είσαι λάτρης της progressive για να σου αρέσει αυτό το LP.

Holocaust (1972)

7. BLACKFEATHER

At The Mountains Of Madness (Australia, 1971)



Αυτό το συνεκτικό και δυναμικό άλμπουμ είναι ένα κορυφαίο παράδειγμα Αυστραλιανού heavy psych διασταυρωμένου με progressive rock. Παίζουν καταπληκτικά (ιδιαιτέρως η εκρηκτική, πλην λυρική κιθάρα του John Robinson), οι συνθέσεις είναι φιλόδοξες , τα τραγούδια ενδιαφέροντα. Οι επιρροές μπορεί να είναι εμφανείς-Cream ("On This Day That I Die"), Led Zeppelin ("Long Legged Lovely"), Ennio Morricone ("Mango’s Theme")-αλλά όλα εμφανίζονται να ακούγονται ορίτζιναλ. Το "Seasons Of Change" ήταν ένα χιτ σινγκλ, ένα από τα πιο στοιχειωτικά Αυστραλιανά τραγούδια που έχουν γραφτεί (και παρουσιάζει τον μελλοντικό τραγουδιστή των AC/DC, Bon Scott να παίζει φλογέρα).

Seasons of Change Pt.1 (1971)

8. RAY BROWN & MOONSTONE

Mad House (Australia, 1970)



Ο τραγουδιστής Ray Brown είχε αποκτήσει στάτους pop star με την μπάντα Ray Brown & the Whispers πριν προσπαθήσει να χτίσει μία καριέρα ως τραγουδοποιός / τραγουδιστής στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του '60. Επέστρεψε στην πατρίδα του με το κεφάλι γεμάτο από country-rock και ψυχεδελικές επιρροές και η κατάληξη ήταν το Mad House-ένα από τα πιο ασυνήθιστα, μη εμπορικά τεχνουργήματα της εποχής, ένα εσωτερικό πάντρεμα country τόνων ("King Velvet", "Danville Queen"), soft rural rock ("Oh Sarah"), ψυχεδέλειας με ανατολίτικη χροιά που παρουσιάζει πολύ σιτάρ ("Flight Of The Gulls"). Το "Start Of A New Day" μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχεται απευθείας από το The Notorious Byrd Brothers. Το άλμπουμ δεν έχει απόλυτα έναν ειρμό, αναπόφευκτα, αλλά έχει μία βέβαιη γοητεία.

Oh Sarah (1970)

9. BUFFALO

Volcanic Rock (Australia, 1973)



Οι Buffalo σχηματίστηκαν στο Σίδνεϊ το 1971 και ηχογράφησαν για την Vertigo, επομένως έγιναν ομόσταυλοι των Black Sabbath, τους οποίους μιμήθηκαν μουσικά. Το Volcanic Rock ήταν το δεύτερο άλμπουμ τους και κατέχει μία θέση ανάμεσα στα πιο δυνατά και πιο δυναμικά LP της δεκαετίας. Το κομμάτι που ανοίγει (και που προτείνεται εδώ) είναι ένα από τα καλύτερα heavy rock τραγούδια που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ και τα υπόλοιπα είναι σχεδόν το ίδιο καλά. Ο τραγουδιστής Dave Tice ακούγεται σαν μία πιο ωμή εκδοχή του Phil Mogg των UFO και ο κιθαρίστας John Baxter παίζει εντυπωσιακά heavy riffs καθ'όλη την διάρκεια-τσεκάρετε το "Shylock" για παράδειγμα. Όροι όπως ‘doom metal’ και ‘stoner rock’ δύσκολα υπήρχαν εκείνη την εποχή (οι Buffalo πρωτοπόρησαν πριν πάρουν μορφή γνωστά σχήματα όπως οι AC/DC), αλλά υπάρχει πληθώρα τέτοιων ήχων στο Volcanic Rock, το οποίο στ'αλήθεια θα κάνει τους τοίχους σας να κουνιούνται.

Sunrise (1973)

10. CARSON

Blown (Australia, 1972)



Με ηγέτες τους λάτρεις της jazz και των blues Broderick Smith (φωνητικά, φυσαρμόνικα) and Sleepy Greg Lawrie (slide guitar), οι Carson ήταν μόνιμοι στο κύκλωμα των φεστιβάλ και κονσέρτων και ποτέ δεν απέτυχαν να εντυπωσιάζουν το κοινό. Αυτό το ντεμπούτο παρουσιάζει άγρια, bluesy hard rock, η μπάντα βασικά τζάμαρε στο στούντιο, για να δημιουργήσει ένα δυναμικό, live ήχο. Το υλικό κυμαίνεται από υψηλής τάσης κομμάτια με κοφτερά riff στην κιθάρα ("Boogie"), δυνατά rock’n’jazz ("Rock’n’Roll Game") και έντονα ορχηστρικά θέματα με σαξόφωνο ("Banana Power") μέχρι χαλαρά blues ("Sunday In The City") και bluegrass ("Let Me Sleep"). Ένα απολαυστικό LP που παρουσιάζει άψογη μουσικότητα-και ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα της εποχής, από τον σχεδιαστή Ian McCausland.

Boogie Pt.1 (1972)

11. CHAIN

Toward The Blues (Australia, 1971)




Το όνομα Chain είχε γίνει συνώνυμο με τα ποιοτικά Αυστραλιανά blues για πάνω από 45 χρόνια. Αυτό το συγκεκριμένο line-up παρουσίαζε τον τραγουδιστή και παίκτη της φυσαρμόνικας, έναν απίστευτο τύπο, τον Matt Taylor, του οποίου τα ωμά, κλαψουριστά φωνητικά και οι γήινοι στίχοι βοήθησαν να καθοριστεί ο ήχος της μπάντας, τον κιθαρίστα Phil Manning, τα riffs του οποίου ήταν ακριβή και αξέχαστα και ένα από τα καλύτερα rhythm sections που έχει γίνει: τον Barry Sullivan (μπάσο) και τον Barry Harvey (ντραμς). Ζωηρή, heavy blues-rock, ωραία σύνθεση και επιδέξιο παίξιμο. Η διασκευή του "32-20 Blues", του Robert Johnson είναι γρήγορη και ΄ταραγμένη΄, το επικό "Boogie" πηγαίνει από μία απαλή και γλυκιά εισαγωγή με ανατολίτικες επιρροές σε ένα hard rock groove και το τραγούδι που προτείνεται παραμένει η αποθέωση των Αυστραλιανών blues.

Black and Blue (1971)

12. THE CLEVES

The Cleves (Australia, 1970)



Αυτή η heavy prog μπάντα έχει ένα στυλ μελαγχολικής τραγουδοποιίας που τους κάνει να ακούγονται σαν λιγότερο φιλόδοξοι Yes, με την ελκυστική προσθήκη μίας τραγουδίστριας. Η έλλειψη σύνθετων ρυθμών και η απρόβλεπτη τραγουδοποιία κάνουν την μουσική τους να πουλάει εύκολα σε αρχάριους φαν της prog και οι εσωτερικές σημειώσεις της επανέκδοσης τους συγκρίνουν ακριβώς με τους Cressida. Το κομμάτι που ανοίγει "Work Out" είναι ένα άψογο θέμα, που παρουσιάζει ένα επίμονο, ανεβαστικό ρυθμό, εκρήξεις από το όργανο, μία ενθυμητική χορωδία και μία λαμπερή παραγωγή. Είναι ό,τι θα μπορούσες να θέλεις από ένα mainstream prog τραγούδι και διατηρεί το ενδιαφέρον του ακροατή με ευκολία για 7 λεπτά. Τα υπόλοιπα του άλμπουμ προσπαθούν να ταιριάξουν και ενώ τα περισσότερα είναι πολύ καλά είναι φανερό ότι έχουν την ίδια φόρμουλα με το πρώτο. Υπάρχει πολύ σολάρισμα (το όργανο περισσότερο από την κιθάρα, πράγμα λίγο κουραστικό μετά από λίγο), αλλά δεν υπάρχουν άσχημα τραγούδια και η ειλικρινής φωνή του Gaye Brown είναι μία ανάσα καθαρού αέρα σε αυτό το γένος. Η ζωγραφιά στο εξώφυλλο είναι απαίσια ωστόσο.

Work Out (1970)

13. COLOURED BALLS

Ball Power (Australia, 1973)




Με πάθος, ακεραιότητα, επιθετικότητα και πειραματισμό τυλιγμένα με ένα περιτύλιγμα, αυτός είναι ένας σημαντικός δίσκος στο πάνθεο των Αυστραλιανών hard rock. Παντρεύοντας μελωδική σκληρότητα και ηλεκτρικά blues και στα πλαίσια του κομφορμισμού, το είδος της μπάντας του heavy rock και των cosmic blues ήταν ακόμα πιο σκληρό, γρήγορο και περισσότερο επιδραστικό από οτιδήποτε άλλο πίσω στο 1973. Ο τοπικός ήρωας της κιθάρας Lobby Loyde είναι σε λαμπρή φόρμα, προσφέροντας heavy riffs και εκτυφλωτικά lead περάσματα καθ'όλη την διάρκεια-και οι υπόλοιποι της μπάντας ανταποκρίνονται, ροκάροντας και στέκονται όπως οι MC5 ή οι Τhe Pink Fairies. Ιδιαίτερα το "Human Being" παραμένει μία καθοριστική εκτέλεση της εποχής.

Human Being (1973)

14. COMPANY CAINE

A Product Of A Broken Reality (Australia, 1971)




Με ηγέτη τον απολαυστικά εκκεντρικό τραγουδιστή και ποιητή Gulliver Smith, οι Company Caine ήταν μία μοναδική οντότητα στο αχανές Αυστραλιανό μουσικό τοπίο. Το ημι-κόνσεπτ άλμπουμ είναι ένα underground ορόσημο, μία θαρραλέα μίξη psych-rock, blues και avant-jazz ήχων, επικεντρωμένων σε sci-fi θεματική ενός πιθανώς μίζερου μέλλοντος (το έτος 3201), όπου το rock’n’roll είναι απαγορευμένο. Το space-rock "Symptoms" θέτει την βάση, ενώ το jazzy, ελεγειακό "The Last Scene" κλείνει το δίσκο. Ανάμεσα βρίσκονται το ζωηρό "Simple Song Of Spring", τα ακουστικά love songs "Woman With Reason", "It’s Up To You" και "Go See The Gypsy" και το φρικαρισμένο "The Day Superman Got Busted", το οποίο υφίσταται σε ένα δικό του κόσμο.

Woman With Reason (1971)

15. DADDY COOL

Sex, Dope, Rock’n’Roll: Teenage Heaven (Australia, 1972)




Οι Daddy Cool καθιέρωσαν την παρουσία τους ως χαριτωμένοι, ιδανικοί για αγκαλίτσες pop stars το 1971 με το νο1 Αυστραλιανό κλασικό χορευτικό "Eagle Rock" και ένα ζωηρό ντεμπούτο LP από vintage rock’n’roll και doo-wop. Αυτό είναι το follow-up όπου είναι περισσότερο τολμηροί, με progressive τάσεις. Η φαντασμαγορία των "Hi Honey Ho" και του τριπλού τραγουδιού "Teen Love" πάνε πίσω στην προηγούμενη μπάντα του τραγουδιστή Ross Wilson και του κιθαρίστα Ross Hannaford, τους Sons Of The Vegetal Mother. Το "Daddy Rocks Off" είναι σαν ο John Lee Hooker να συναντάει τα Αυστραλιανά blues, ενώ ο Wilson βάσισε την μελωδία του "Make Your Stash" στο "Jupiter" του κλασικού Gustav Holst (πριν κάνουν το ίδιο στο "Joybringer" οι Manfred Mann’s Earth Band). Δεν αποφεύγουν εντελώς το vintage ωστόσο, όπως τις διασκευές "Sixty Minute Man" και "Baby Let Me Bang Your Box".

Make Your Stash (1972)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020



ORIENTAL SUNSHINE




Fine Norwegian Folk 






Η Νορβηγία στα τέλη της δεκαετίας του '60, δύσκολα αποτελούσε τον ιδανικό τόπο και χρόνο για να παίξει κάποιος ψυχεδελική folk, αλλά το ντουέτο των εφήβων Nina Johansen και Rune Walle (βοηθούμενοι από τον φίλο τους Satnam Singh) πάλεψαν ενάντια στις δυσκολίες για να κάνουν ένα από τα πιο μαγευτικά άλμπουμ του γένους...

Across Your Life (1969)





"Γεννήθηκα στο Bergen τον Νοέμβριο του 1951 και έπιασα κιθάρα πρώτη μου φορά στα 9 μου χρόνια", λέει ο Rune Walle. "Ο ήχος που έκανε πήγε κατευθείαν στην καρδιά μου και με αιχμαλώτισε. Οι γονείς μου ήταν πάντα πολύ υποστηρικτικοί στα μουσικά μου ενδιαφέροντα και συνήθιζα να ακούω πολύ το Radio Luxembourg και είχα μία μεγάλη συλλογή δίσκων. Όταν ήμουν στα 15, θα στρεφόμουν σε μεγάλο βαθμό στους Ανατολίτικους ήχους, από τους δίσκους των Beatles και κλασικούς μουσικούς όπως ο Ravi Shankar και το 1967 αγόρασα ένα σιτάρ που είχα δει στη βιτρίνα ενός μαγαζιού και έμαθα μόνος μου πώς να παίζω. Άρχισα να απορροφώ κάθε τι που μπορούσα μουσικά, όπως επίσης να βγάζω μελωδίες και σχημάτισα μία μπάντα που λεγόταν Τhe Waves (επηρεασμένοι πολύ από τους Pentangle) με έναν τοπικό δάσκαλο και ποιητή, τον Hans Jørgen Høines, ο οποίος ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος μου".

Visions (1969)




Η Nina στο μεταξύ γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1950 και μεγάλωσε στην μικρή πόλη του Skien, 400 χιλ. νοτιοανατολικά του Bergen. "Στα 13 ή 14 χρόνια μου περίπου θα αντιλαμβανόμουν ότι τα ενδιαφέροντα μου ήταν πιο αρτιστικά από αυτά των συμμαθητών μου, έτσι όταν έγινα 16 οι γονείς μου με έστειλαν σε ένα προοδευτικό σχολείο που λεγόταν Manger, μόλις έξω από το Bergen, όπου μπορούσες να αναπτύξεις τις ικανότητες σου στην τέχνη και τη μουσική", εξηγεί. "Συνάντησα τον Rune εκεί και ξεκινήσαμε να γράφουμε τραγούδια και να παίζουμε σαν ντουέτο σε συγκεντρώσεις. Στην αρχή είχα δυσκολίες να τον πείσω να τραγουδήσει, επειδή ήταν πεπεισμένος ότι δεν μπορούσε, αλλά τελικά τα κατάφερα-και είχε μία υπέροχη φωνή". Το ντουέτο ξεκίνησε να παίζει σε σχολικές συγκεντρώσεις και ο Rune ενδιαφέρθηκε για την πιθανότητα να συνδυάσει το σιτάρ του με την φωνή της Nina. "Η Nina ήταν πολύ ήρεμη και εντελώς ιδιαίτερη, με ένα μυστικισμό να την περιβάλει", λέει, ενώ για την Nina "Ο Rune είχε μία γλυκιά, ευγενική προσωπικότητα-ποτέ δεν κόμπαζε".

Unless (1969)





Παρά το ταλέντο και τον ενθουσιασμό του νεαρού ντουέτου, η Νορβηγία δεν ήταν ένα εύκολο μέρος για ένα νέο ιδεαλιστή της εποχής. "Θα μπορούσαμε να πάρουμε το NME και να επικαιροποιούμε την μουσική μας από τις λίστες, αλλά η Νορβηγική αντικουλτούρα της εποχής δεν ήταν η ίδια όπως στην Αγγλία ή στην Αμερική" εξηγεί ο Rune. "Η Νορβηγία ήταν πολύ συντηρητική και δεν υπήρχαν πραγματικοί χίπις-το στριφτό ήταν πολύ σπάνιο. Αλλά υπήρχαν μικρές underground σκηνές σε μερικά μέρη του Όσλο και του Bergen". Το 1968 η Nina άφησε το Manger και πήγε στο art school στο Bergen. "Μετακόμισα σε ένα μικρό και πολύ παλαιό διαμέρισμα. Ήμουν μπερδεμένη σχετικά με το μέλλον μου και πέρασα πολλά απογεύματα να σκέφτομαι διάφορα. Άρχισα να ακούω Joni Mitchell-στην Νορβηγία ήταν ανήκουστο για τα κορίτσια να εκφράζονται έτσι και πίστεψα ότι ήταν ο πιο όμορφος ήχος που είχα ακούσει ποτέ. Αρκετά τραγούδια ξεπήδησαν από εκείνη την περίοδο, συμπεριλαμβανομένων των "Across our Life" και "Can Anybody Tell". Έμοιαζε φυσικό να τραγουδάμε στα Αγγλικά, επειδή κανείς δεν θα τραγουδούσε στην Νορβηγία αυτό το είδος μουσικής και ακούγαμε πολλούς άλλους δίσκους με Αγγλικό στίχο". Σε ερώτηση από ένα Νορβηγικό περιοδικό της εποχής να περιγράψει την διαδικασία στο γράψιμο της η Nina αποκρίθηκε: "Αδύνατον να το εξηγήσω. Αν κάτι μου συμβαίνει θετικό ή αρνητικό πάντα θα πυροδοτήσει κάποιο τόνο. Συχνά, διαφορετικοί άνθρωποι έχουν τις δικές τους μελωδίες μέσα στην συνείδηση μου. Οι λέξεις άλλων ανθρώπων ή τα ποιήματα κάποιων άλλων περιέχουν μία μελωδία για μένα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει..."





Ο Rune επέστρεψε στο Bergen όταν τέλειωσε το σχολείο, έχοντας επίσης εγγραφεί σαν μαθητής και ξανάρχισε την συνεργασία με την Nina ("Το σχολείο τέχνης του Bergen ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου μπορούσαν να μαζευτούν καλλιτέχνες", λέει). Στον δρόμο μία μέρα συνάντησε έναν 27χρονο μαθητή από την Ινδία, τον Satnam Singh. "Υπήρχαν πολύ ελάχιστοι έγχρωμοι στην Νορβηγία τότε, έτσι ο Satnam ξεχώριζε αμέσως", λέει ο Rune. Ο Satnam είχε γεννηθεί στο Νέο Δελχί τον Δεκέμβριο του 1942 και είχε παίξει tabla για ταινίες Bollywood στο Mumbai πριν ταξιδέψει στην Ολλανδία, Δανία και τελικά στην Νορβηγία. "Μιλήσαμε και είπε ότι ήταν επίσης μουσικός, έτσι κανόνισα να βρεθούμε να παίξουμε. Ήμουν χωμένος βαθιά στην Ινδική μουσική, έτσι όταν αποδείχτηκε ότι ήταν και άριστος παίκτης (ιδιαίτερα στο φλάουτο και στο tabla), ανατρίχιασα". Για την Nina, "ο Satnam ήταν ένας πολύ αγαπητός τύπος, λίγα χρόνια μεγαλύτερος μας και έφερε περισσότερο κλασική αίσθηση στην μουσική μας. Δεν μπορούσε να μιλήσει Νορβηγικά, έτσι επικοινωνούσαμε στα Αγγλικά. Τον θυμάμαι να μας μαγειρεύει ένα πολύ καυτερό Ινδικό φαγητό και να πρέπει να αδειάσω ένα τεράστιο μπολ με νερό στο στόμα και πάνω μου!"

Land of Wisdom (1969)




Αφού ο Satnam είχε ταξιδέψει στο Όσλο για να φέρει το φλάουτο του, το τρίο άρχισε να παίζει στα τοπικά folk κλαμπ, στα σχολεία και σε μαθητικές συγκεντρώσεις και σύντομα τράβηξαν την προσοχή του Kees de Bakker, ενός νεαρού Ολλανδού που είχε μετακομίσει στο Bergen με την Νορβηγίδα αρραβωνιαστικιά του το καλοκαίρι του 1969. "Είχα γίνει δημοσιογράφος στην Ολλανδία, μετά έγινα DJ σε ένα ξενοδοχείο στο Bergen, αλλά το διεύθυναν πολύ αυστηροί άνθρωποι και απολύθηκα για υπέρμετρο ενθουσιασμό!", λέει γελώντας. "Μετά από αυτό ξεκίνησα μία ντισκοτέκ στο Bergen η οποία έγινε πολύ δημοφιλής, αλλά άρχισαν 15χρονα να πίνουν "στη ζούλα" μπύρα. Ήταν κάτι εντελώς αθώο, αλλά με έκλεισαν. Μετά από αυτό έγραψα μία στήλη για την τοπική εφημερίδα, την Arbeiderblad και άρχισα να αναζητώ ένα ή και δύο σχήματα για να γίνω μάνατζερ. Ένα ήταν μία μπάντα που λεγόταν Neither Nor και το άλλο ήταν οι Nina, Rune και Satnam. Ήθελαν να αποκαλούνται Τhe Orientals, αλλά πρότεινα το όνομα Oriental Sunshine, που τους άρεσε. Θυμάμαι τον Rune τόσο ήσυχο και άνετο και την Nina λίγο περισσότερο περίπλοκη-αλλά ήταν πολύ ταλαντούχα. Με τον Satnam, ήταν εκ πρώτης όψεως ένας παράξενος συνδυασμός, αλλά αλήθεια ήταν καλά ισορροπημένοι και ακούγονταν υπέροχα".

Can Anybody Tell (1969)




Εντυπωσιασμένος από τις όμορφες, εύθραυστες μπαλάντες της Nina και την μουσικότητα του γκρουπ, ο Kees τους ενθάρρυνε να κάνουν μία demo ηχογράφηση. "Το ηχογραφήσαμε στο πατρικό της Nina στο Skien, σχεδόν 10 ώρες από το Bergen, κατά την διάρκεια των διακοπών, το καλοκαίρι του 1969", λέει ο Rune. "Επειδή ήμουν τελείως άφραγκος, έκανα ωτοστόπ για να πάω στο βουνό, με το σιτάρ στο χέρι. Παρά τα πολύ μακριά μαλλιά μου, έφτασα εκεί ασφαλής και κάναμε την ηχογράφηση την επόμενη μέρα. Σ'αυτήν ήταν το "Mother Nature", το "Visions" και η εκδοχή μας του απίστευτου "Long, Long, Long" των Τhe Beatles". Με έναν ασυνήθιστο ήχο (που παρουσίαζε πιθανώς το μοναδικό σιτάρ στην χώρα), μία εξωτική εικόνα και ένα δυνατό σετ από ορίτζιναλ υλικό, είχαν ξεκάθαρα εμπορική δυναμική-αλλά οι ευκαιρίες για εγχώρια ταλέντα να ηχογραφήσουν στην Νορβηγία ήταν ελάχιστες και πολύ λιγότερες ευκαιρίες είχε η pop. Συμπτωματικά, ωστόσο, έκαναν μία εμφάνιση σε ένα μουσικό σόου για ταλέντα που γινόταν κάθε χρόνο στην τηλεόραση. "Κάποιοι φίλοι μας μας έπεισαν να στείλουμε την κασέτα και προσκληθήκαμε να λάβουμε μέρος", λέει η Nina. "Για να εμφανιστούμε έραψα ένα φόρεμα για μένα και ο Rune ένα πουκάμισο από το ίδιο ύφασμα, αλλά ήμουν τόσο φτωχή για να αγοράσω παπούτσια, έτσι έπρεπε να εμφανιζόμαστε ξυπόλητοι. Πεινάγαμε στ'αλήθεια".





Δυστυχώς, θέματα σχετικά με την άδεια εργασίας, σήμαιναν ότι δεν επιτρεπόταν στον Satnam να εμφανιστεί στο σόου, που έγινε τον Νοέμβριο και λεγόταν Talent 69. "Τραγουδήσαμε το "Mother Nature", αλλά με άλλη ορχηστρική κάλυψη κι όχι με την συνοδεία φλάουτου που ακούγεται στον δίσκο", ανακαλεί ο Rune.

Mother Nature (1969)




"Το τραγούδι γράφτηκε από τον παλιόφιλο μου τον Hans Jørgen Høines και ήταν πολύ επηρεασμένο από την Ινδική φιλοσοφία. Μάλλον προς έκπληξή μας, περάσαμε όλους τους γύρους και τελικά κερδίσαμε". (Σε μία άλλη συνέντευξη, ο Rune τόνισε: "Μετά τον πρώτο γύρο, μία κυρία εμφανίστηκε και μου έδωσε ένα νόμισμα για τύχη. Είπε ότι ήταν για τον νικητή και ακόμα το φυλάω!". "Σχεδόν αμέσως μόλις κερδίσαμε τον διαγωνισμό, όρμηξαν μέσα στο στούντιο ηχογράφησης στο Όσλο, για να κάνουν ένα σινγκλ του "Mother Nature" και του "Visions" με παραγωγό εμένα", λέει ο Kees. "Η Philips το κυκλοφόρησε αμέσως και ήταν ένα μικρό χιτ στην Νορβηγία και επίσης κυκλοφόρησε στην Ολλανδία-θυμάμαι να προσπαθώ να το προμοτάρω εκεί όταν πήγα τα Χριστούγεννα του 1969 στο πατρικό μου".

My Way to Be Hurt (1969)




Μετά την δόξα τους, η αλλαγή στις συνθήκες ήταν δραματική. "Ξαφνικά υπήρξε φασαρία και βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε σε όλη την χώρα", λέει η Nina. "Ήταν αλήθεια ένας εφιάλτης για τον Rune, επειδή μισούσε τα αεροπλάνα. Μία πιο ευτυχής συνέπεια ήταν ότι ένας παραγωγός από την Philips που λεγόταν Michael Aas έδειξε την διάθεση να κάνουμε ένα άλμπουμ και ήμασταν πολύ χαρούμενοι να το αποδεχτούμε". Με μεγάλη λύπη ο Kees τον Μάρτιο του 1970 ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στην Ολλανδία για να κάνει την θητεία του, πράγμα που σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να είναι παρών στα sessions-και, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν τους είδε ξανά. "Είχα ήδη σχεδιάσει το άλμπουμ με λεπτομέρεια μαζί τους ωστόσο", λέει "και φυλάω σαν θησαυρό την κόπια που μου έστειλαν όταν κυκλοφόρησε".





Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε κατά την διάρκεια ενός μακρού Σαββατοκύριακου στο Όσλο, με την Nina στην κιθάρα, τον Rune στο σιτάρ και τον Satnam στο sarod, στο bamboo flute και στο tabla. "Τα sessions ήταν πολύ χαλαρά και γρήγορα", λέει ο Rune. "Μας βοήθησε ο Sture Janson στο μπάσο και ο Espen Rud στα ντραμς, και οι δύο εξαιρετικοί παίκτες της jazz, όπως επίσης και ο Helge Grøsli, ο οργανίστας από ένα τοπικό rock γκρουπ, τους Junipher Greene. Κανείς δεν μας είπε τι να κάνουμε, πράγμα υπέροχο. Ήταν σχεδόν σαν να κάναμε τζαμ-αυθόρμητο και χωρίς πρόβες, με την δική του μαγεία. Ηχογραφήσαμε το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου μας, αν και στο κονσέρτο τραγουδούσαμε λιγάκι Beatles που δεν μπήκαν στο LP. Είμαι περήφανος για τον δίσκο που έγινε-ήταν καλά προσεγμένος από τον μηχανικό μας Jan Erik Kongshaug και έχει μία ζεστή ατμόσφαιρα".  "Κάναμε πρόβες στο στούντιο για λίγο και μετά ηχογραφήσαμε τα πάντα πολύ-πολύ γρήγορα", λέει η Nina. "Αφεθήκαμε περισσότερο ή λιγότερο στις δικές μας δυνάμεις και εγώ διεύθυνα τους μουσικούς χωρίς παρεμβολές. Αλήθεια ήταν πολύ φανταστικά". Το άλμπουμ που προέκυψε είναι όμορφα ηχογραφημένο και παιγμένο όπως θα ακούτε, μελωδικό και μελαγχολικό, με πολύ έντονο το σιτάρ όπως επίσης και πινελιές από όργανο και ντραμς που του προσδίδουν μία χροιά rock-περισσότερο σημειωτέα στο αριστούργημα που ανοίγει τον δίσκο "Across Your Life", το οποίο καταλήγει σε ένα τρομερό τζαμ. Αλλού υπάρχουν πολύ φοβερές μπαλάντες όπως το "Unless" και το "Visions" και ένα τραγούδι σε γλώσσα Hindi από τον Satnam, το "Where You Went". Και τα έντεκα τρακς είναι μικρά και άψογα, εκφράζοντας μία δυναμική συναισθηματική και πνευματική επιθυμία κάτω από την επιφανειακή γλυκύτητα τους.

Where You Went (1969)




Με το άλμπουμ να αναμένει την κυκλοφορία του, οι Oriental Sunshine υπέγραψαν σε ένα πρακτορείο στο Όσλο και άρχισαν να ταξιδεύουν στην χώρα παίζοντας σε κονσέρτα, συμπεριλαμβανομένου ενός, μίας εμφάνισης σε ένα εστιατόριο στο Tromsø, πολύ βόρεια και γνωστό ως ‘the capital of the Arctic’. Ήταν μία συναρπαστική περίοδος για το τρίο-αλλά μετά χτύπησε η καταστροφή. "Ο πατέρας μου ήταν πάντοτε το μοναδικό πρόσωπο στην οικογένεια που με ενθάρρυνε με την μουσική", αναστενάζει η Nina. "Έπεσε θανάσιμα άρρωστος πολύ λίγο πριν το άλμπουμ μας κυκλοφορήσει και έφυγα για το σπίτι ώστε να βρίσκομαι κοντά του. Αυτός επέμενε να μην κολλήσω εκεί επειδή δεν ήταν καλά, έτσι απρόθυμα συμφώνησα να επιστρέψω στο Bergen. Πολύ σύντομα έπρεπε να επιστρέψω καθώς έλαβα ένα μήνυμα από την οικογένεια μου που μου έγραφαν ότι είχε πεθάνει. Κόπηκα σε πολλά μικρά κομμάτια και δεν μπορούσα να συνεχίσω να παρουσιάζω και να προωθώ το γκρουπ".

Let It Be My Birth (1969)




Ένα δεύτερο και τελικό (μόνο στην Νορβηγία) 45άρι-"Across Your Life" / "Unless"-κυκλοφόρησε τον Ιούνιο, όπως και το Dedicated To The Bird We Love. "Το πουλί αναφερόταν στο "Blackbird" των Beatles, που ο Rune και εγώ λατρεύαμε", λέει η Nina, ενώ ο Rune προσθέτει ότι "ο τίτλος ήταν επίσης ένα tribute στον πατέρα της Nina". Η Nina ανακαλεί "Ο Michael Aas μας παρουσίασε με τις πρώτες κόπιες από αυτό σε μία μικρή τελετή πριν ένα κονσέρτο τον Ιούνιο του 1970. Αυτή ήταν επίσης η πρώτη φορά που είδαμε την καλλιτεχνική επιμέλεια". Μία επαινετική κριτική εμφανίστηκε δεόντως στην Νορβηγική εφημερίδα Telen στις 22 Ιουνίου: ΄Η κοινή φράση, "αυτό είναι καλό επειδή είναι Νορβηγικό, δεν ταιριάζει στην περίπτωση αυτή, καθώς το Dedicated To The Bird We Love στέκεται σε διεθνή στάνταρντ. Χάριν στον Satnam Singh, αυτό το άλμπουμ έχει ένα τόνο και ένα χρώμα που προέρχεται πέρα από τα βουνά και τις κοιλάδες της Νορβηγίας. Μπορεί να παραμένει με μετριότητα στο background, αλλά το παίξιμο του είναι που κάνει τον δίσκο αυτό που είναι. Η δεξιοτεχνία του γκρουπ και η τεχνική είναι εξαιρετική, μία δήλωση που γίνεται από το πρώτο κιόλας κομμάτι του δίσκου. Κανένας από τους τραγουδιστές δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει την καλύτερη φωνή του κόσμου και τα ντουέτα μεταξύ της Nina και του Rune φανερά δείχνουν τις αδυναμίες τους, αλλά όλοι οι session μουσικοί ενισχύουν τον δίσκο, με τον ντράμερ Espen Rud να φαντάζει ίσως ο δυνατότερος παίκτης. Χωρίς αυτούς η όλη εντύπωση μπορεί να ήταν επίπεδη και επαναλαμβανόμενη, αλλά ακόμα θεωρώ ότι αυτός είναι ο καλύτερος δίσκος που έχω ακούσει από την Νορβηγία. Ειδικό κρέντιτ πρέπει να δοθεί στην Nina Johansen, η οποία είναι υπεύθυνη για τους στίχους στο μεγαλύτερο μέρος. Γράφει πολύ καλά στα Αγγλικά και καθώς όλες οι λέξεις είναι σε αυτή την γλώσσα, μπορεί ο καθένας να συμπεράνει ότι αυτός ο δίσκος είναι για εξαγωγή. Ας ελπίσουμε ότι θα γίνει χιτ. Συγχαρητήρια!!΄.





Δυστυχώς ωστόσο, ήταν πολύ μακριά από το να γίνει χιτ. "Απέσπασε μεγάλη προσοχή σε συγκεκριμένους κύκλους, αλλά δεν πούλησε καλά, πράγμα φυσικά πολύ απογοητευτικό", λέει η Nina. "Αλλά ήταν ακόμα αρχές για την βιομηχανία της pop στην Νορβηγία και δεν είχε οργανωθεί η κατάλληλη διαφήμιση. Ποτέ στ'αλήθεια δεν υπήρξε μία ευκαιρία για διεθνή επιτυχία, καθώς παίζαμε μόνο σε τοπικά κλαμπ και ποτέ στο εξωτερικό-αν και ειρωνικά, το επακόλουθο ενδιαφέρον στην μουσική μας φαίνεται να έχει μεγαλώσει πολύ στο εξωτερικό". Ο Rune προσθέτει "Υπήρξε επίσης φήμη ότι το άλμπουμ έχει κυκλοφορήσει στην Vertigo στην Αγγλία και από εκεί εμφανίστηκε στην Ολλανδία, όπου η Philips είχε μεγαλύτερη δραστηριότητα. Ο μάνατζερ μας Kees de Bakker, μας ζήτησε να μετακομίσουμε εκεί, αλλά δεν συνέβη ποτέ. Ένας συγκεκριμένος αριθμός άλμπουμ πρέπει να πουλήθηκαν στην Νορβηγία, επειδή σύντομα μετά τα πρώτα αντίτυπα στη Philips επανακυκλοφόρησε στην Fontana". Ωστόσο, ο μικρός πληθυσμός της Νορβηγίας και η αρχάρια βιομηχανία δίσκων το έκαναν σχεδόν αδύνατον σε εγχώριους καλλιτέχνες να διατηρήσουν μία καριέρα αποκλειστικά στην πατρίδα τους.

Look at Me (1969)




Οι χαμηλές πωλήσεις δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα του τρίο καθώς το καλοκαίρι συνεχίστηκε, όταν ο Satnam αντιμετώπισε την απέλαση και η Nina πάλευε να χωνέψει την απώλεια του πατέρα της. "Δεν μπορούσα να συνεχίσω να τραγουδάω" λέει. "Κάθε φορά που άνοιγα το στόμα μου απλά με έπιαναν τα κλάματα, έτσι έπρεπε να τα παρατήσουμε". Ο Rune το γύρισε σε άλλα πρότζεκτ, παίζοντας με Νορβηγούς ρόκερς, όπως οι Hole In The Wall και οι Flying Norwegians πριν μετακομίσει στην Αμερική και πάει στους Ozark Mountain Daredevils. Η Nina συνέχισε για να γίνει δασκάλα και εκτροφέας σκύλων, ενώ ο Satnam πιέστηκε να φύγει για την Δανία, καθώς δεν είχε άδεια παραμονής εκεί. Ούτε η Nina ούτε ο Rune τον είδαν ξανά από τότε ("δεν ξέρω που βρίσκεται σήμερα, αλλά θα ήθελα να έχουμε πάλι επαφή..." λέει ο Rune). Ο Kees de Bakker συνέχισε στην CBS και στην Polydor στην Ολλανδία, πριν ξεκινήσει μία μακρά καριέρα ως εκδότης βιβλίων, ενώ ο Michael Aas έγινε διευθυντής στην Νορβηγική Phonogram. Η Nina και ο Rune έκοψαν επαφή για 35 χρόνια, μέχρι την επανένωση τους το 2006, όταν το Dedicated To The Bird We Love έλαβε την πρώτη του εξουσιοδοτημένη επανέκδοση.

I'm Going (1969)





Κοιτάζοντας πίσω στην μουσική που έκαναν παρέα ο Rune λέει "Ήμασταν απλά έφηβοι που λατρεύαμε την μουσική και αλήθεια σεβόμασταν ο ένας το ταλέντο του άλλου, αλλά ο κόσμος στην Νορβηγία δεν ήταν ανοικτός σε αυτό το είδος εκείνη την εποχή. Κοιτάζω πίσω στον δίσκο και σε αυτή την όλη περίοδο με μεγάλη ευχαρίστηση και σεβασμό". Η Nina στο μεταξύ καταλήγει: "Το άλμπουμ έγινε πολύ καιρό πριν και σε ένα πολύ διαφορετικό κόσμο. Το βρίσκω φανταστικό να βλέπω ότι κατάφερε να κρατηθεί ζωντανό από τότε".


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020




MARC BRIERLEY




Unknown Folkies






O Marc Brierley ήταν ένας από τους τόσους νέους που συνωστίζονταν στο Λονδίνο κρατώντας την κιθάρα τους κατά την διάρκεια της έκρηξης από την αναβίωση της folk στα μέσα της δεκαετίας του '60. Ένας θαυμάσιος παίκτης, ήταν επίσης και ένας καλός τραγουδοποιός και τα άπαντα του έχουν από το 2005 επανεκδοθεί σε ένα διπλό CD, με τίτλο Autograph Of Time.

A Presence (I Am Seeking) (1970)







Οι ηχογραφήσεις του ξεκινούν στα μέσα του 1966, όταν η Transatlantic τύπωσε πέντε ενθυμητικά, νοσταλγικά τραγούδια για ένα σπάνιο ΕΡ. Αυτά συμπεριλαμβάνονται ως bonus στο Welcome To The Citadel.

Take Me For a Ride on Your Airplane (1969)




Έχοντας κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 1969, το άλμπουμ αντανακλά τις έντονες εμπειρίες του με τα παραισθησιογόνα (έχει ξεκαθαρίσει ότι τα τραγούδια ήταν εμπνευσμένα κατευθείαν υπό την επήρεια LSD) και-ασυνήθιστα για τραγουδοποιό / τραγουδιστή που εμφανίστηκε μέσω των folk κλαμπ-οι συνθέσεις δείχνουν να ακουμπάνε έντονα στην jazz.

Thoughts and Sounds (1969)





Υπάρχει πολύ υλικό για να μας αρέσει, από το pop "Take Me For A Ride On Your Aeroplane" στο μπαρόκ folk-rock "Vagabond Of Sleep" και το μακροσκελές ψυχεδελικό θέμα που κλείνει τον δίσκο "Thoughts & Sounds" (που ξεκάθαρα αντηχεί σαν το ωραίο κομμάτι που ανοίγει "The Answer Is" στον επίλογο του.

Time Itself (1969)





Πρόκειται για έναν από τους πιο ενδιαφέροντες και αξιόλογους underground δίσκους από τραγουδοποιούς / τραγουδιστές της εποχής του και-πέραν από τα τρακς του ΕΡ-η προσθήκη πέντε rehearsal demos του αρχικού του ντουέτου με τον Steve Cross κάνουν το όλο σετ ένα must have για τους οπαδούς της acid folk.

The Answer Is (1969)





Το δεύτερο άλμπουμ του Marc Brierley έχει περισσότερο χρώμα στις συνθέσεις του από ότι είχε το ντεμπούτο του. Κι αυτό πιθανώς οφείλεται στην παραγωγή από τον παραγωγό του Donovan, Ashley Kozak, ο οποίος έστρεψε τον Brierley σε πιο μελωδικές κατευθύνσεις όμοιες με αυτές που ακολουθούσε και ο Donovan. Εδώ γενικά τα πράγματα κυμαίνονται από ενορχηστρωμένη folk-pop σε jazzy bossa nova και σε πιο μελαγχολικό και ακουστικό υλικό.

The Room (1970)





Το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ του Brierley, Hello, εμφανίστηκε τον Δεκέμβριο του 1969. Μία λιγότερο ενοποιημένη δουλειά από το προκάτοχο άλμπουμ βρίσκει την ασυμβίβαστη προσωπικότητα του άθικτη, αλλά σε αρκετά κομμάτια βαδίζει προς το mainstream, με μερικές πλούσιες θορυβώδεις συνθέσεις και απερίσκεπτα κομμάτια που αφαιρούν την θλίψη από μπαλάντες όπως οι "Today I Feel Like Leaving You", "The Room" και "A Presence (I Am Seeking)", στις οποίες είναι άριστος.

Today I Feel Like Leaving You (1970)





Το τελευταίο θέμα ίσως είναι ότι καλύτερο έχει ηχογραφήσει, με τον αυτοσχεδιασμό στο φλάουτο από τον Harold McNair. Ο Dudley Moore (ο ηθοποιός, τον θυμάστε;) εμφανίζεται στο πιάνο κάπου αλλού σε αυτό το LP.

Lady of the Light (1970)





Το bonus υλικό σε αυτή την επανέκδοση είναι γενναιόδωρο, από ένα σινγκλ που δεν μπήκε στο δίσκο και εννέα ακόμα demos που έγιναν το 1973 για την Island και δεν χρησιμοποιήθηκαν. Τα βιβλιαράκια που συνοδεύουν τα CD περιλαμβάνουν σημειώσεις από τον Brierley και από κάποιους συνεργάτες του, όπως επίσης και σπάνιες φωτογραφίες και ο ήχος σε όλη την διάρκεια είναι υπέροχος, κάνοντας και τα δύο σετ πολύ δελεαστικές προτάσεις. Το site του βρίσκεται εδώ.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020



MARGO GURYAN




Take a Picture





H Margo Guryan γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Νέα Υόρκη. Έχοντας λάβει εκπαίδευση ως κλασική και jazz παίκτρια του πιάνο, μελέτησε σύνθεση και τελικά εστίασε στην τραγουδοποιία. Το μοναδικό της άλμπουμ Take A Picture, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1968 και τώρα θεωρείται ως κλασικό pop-αλλά παρά το ότι περιέχει καινοτόμες συνθέσεις και αιχμαλωτιστικά τραγούδια που διασκευάστηκαν από διάφορους καλλιτέχνες (Astrud Gilberto, Jackie DeShannon, Claudine Longet, Julie London και Cass Elliott), πήρε 30 χρόνια για να συναντήσει την αναγνώριση που του άξιζε. Η Margo μας μιλάει για την μουσική στην ζωή της, σε συνέντευξη που έδωσε το 2014:

Love (1968)




Ο πατέρας μου έπαιζε λιγάκι πιάνο και είχε ένα υπέροχο αυτί και η μητέρα μου ήταν τεχνικός και είχε σπουδάσει μουσική στο Cornell University. Δεν ήταν λοιπόν μουσικοί, αλλά μου ξεκίνησαν μαθήματα μπαλέτου στα 5 χρόνια μου και μαθήματα πιάνου όταν έγινα 6 χρονών και συνέχισα το μπαλέτο μέχρι που μπήκα στο high school και το πιάνο μέχρι το κολέγιο. Όταν ήταν να παρουσιάσω ένα ρεσιτάλ στο κολέγιο, άλλαξα την προτεραιότητα μου από το πιάνο στην σύνθεση. Ποτέ δεν διασκέδαζα να δίνω παραστάσεις.
Όταν ο πατέρας μου, μου έκανε δώρο ένα πικάπ, τα πρώτα πράγματα που έπαιξα ήταν το "East Of The Sun" του George Shearing και ένας δίσκος της Barbara Carroll. Αλλά ποτέ δεν μαγεύτηκα αλήθεια από την jazz μέχρι που μπήκα στο Boston University το 1955 και άκουσα άλλους μαθητές να παίζουν στο δωμάτιο που κάναμε πρόβες.





Ενώ ήμουν ακόμα στο Boston University, μου δόθηκε ένα συμβόλαιο από τον George Wein, ιδιοκτήτη του Storyville, ενός κλαμπ της Βοστόνης, που ήθελε να εκδώσει τα τραγούδια μου. Οι γονείς μου με πήγαν σε έναν δικηγόρο στην Νέα Υόρκη για να πάρω την συμβουλή του. Δεν του άρεσαν κάποιοι όροι, αλλά είπε ότι αν υπήρχε ενδιαφέρον για την μουσική μου στην Βοστόνη, ίσως να υπήρχε και στην Νέα Υόρκη. Με έστειλε στην εκδοτική εταιρεία του Frank Loesser όπου έπαιξα τραγούδια για τον Herb Eiseman. Ο Eiseman έγινε πολύ σημαντικός για μένα, γιατί αν και αισθάνθηκε ότι τα τραγούδια μου δεν ήταν εμπορικά, με έστειλε στην Atlantic, στην οποία πίστευε ότι θα άρεσαν οι με jazz χροιά δουλειές μου. Ένα ραντεβού έλαβε χώρα με τον Jerry Wexler και τον Ahmet Ertegun και οι γονείς μου επέμειναν να έρθουν μαζί μου, πράγμα που με έκανε αμήχανη. Όταν με κάλεσαν μέσα ο Wexler και ο Ertegun είπαν "εντάξει, ας ακούσουμε τα demos σου". Απάντησα "Τι είναι demos;" Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και είπαν σχεδόν μαζί. "Τι περίμενες;" "Νόμιζα ότι θα σας έπαιζα τραγούδια" είπα. Με πήραν σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου υπήρχε ένα πιάνο και έπαιξα ένα τραγούδι και μετά άλλο...και άλλο. Τελικά ένας από αυτούς πήγε σε ένα γραφείο και τράβηξε ένα μάτσο από συμβόλαια. Μου ζήτησαν να πάω γύρω από το τετράγωνο σε ένα άλλο κτίριο και να κάνω ότι είχα κάνει για αυτούς για έναν Tommy Dowd, τον μηχανικό για τις ηχογραφήσεις τους. Έτσι ανακάλυψα τι είναι demo!

Sunday Morning (1968)




Όχι πολύ αργότερα αφού έγινε το demo, ο Wexler κάλεσε στο σπίτι μου και είπε στον πατέρα μου ότι ήθελαν να υπογράψω σαν τραγουδίστρια. Ο πατέρας μου, μου έδωσε το τηλέφωνο και επανέλαβε την προσφορά. Ήμουν έκπληκτη και χαιρόμουν σαν μικρό παιδάκι. Μερικούς μήνες αργότερα, ένα session ηχογράφησης σχεδιάστηκε. Ήταν μία καταστροφή-μου ήταν δύσκολο να υπερβώ μία αδυναμία που είχα στο εύρος της φωνής μου και αυτοί επέμεναν να τραγουδάω πιο δυνατά. Όσο πιο δυνατά τραγουδούσα τόσο χειρότερα γινόταν. Επίσης, εκείνες τις μέρες, δεν υπήρχε ΄tracking΄ στην διαδικασία παραγωγής-τραγουδούσες καθώς οι μουσικοί έπαιζαν και αν έκανα κάποια γκάφα θα έστρεφα να κοιτάξω στο control, κλείνοντας το μικρόφωνο. Δεν ήξεραν με τι αρχάρια είχαν μπλέξει! Έτσι η καριέρα μου ως τραγουδίστρια εκείνες τις μέρες ήταν βραχύβια, αλλά οδήγησε τον Chris Connor να ηχογραφήσει το "Moon Ride" το 1958...




Το Lenox School of Jazz ήταν πιο σημαντικό στη ζωή μου (και είμαι σίγουρη ότι το ίδιο ήταν για πολλούς άλλους), από ότι ποτέ θα μπορούσα να είχα φανταστεί. Κάποιοι από τους μεγαλύτερους μουσικούς του κόσμου βόλταραν σε εκείνο το όμορφο μέρος, μοιράζοντας τις ιστορίες τους, ανέκδοτα με τα παιδιά και διδάσκοντας μας τόσα πολλά για την ιστορία της jazz, αλλά και τι σήμαινε να παίζεις jazz. Το 1959 ήταν μία φανταστική χρονιά! Μπήκα στο γκρουπ του Max Roach, που περιλάμβανε τον Ornette Coleman και τον Don Cherry σαν μαθητές. Ο John Lewis συν-επέβλεπε το γκρουπ και ήμουν στην τσίτα γράφοντας ένα κομμάτι που ηχογραφήθηκε και λεγόταν "Inn Tune (For Music Inn)". Ήταν εντελώς ακατάλληλο για τον Ornette-αλλά ποιος ήξερε τι να γράψει γι'αυτόν εκείνο τον καιρό; Συγκλόνισε τους μαθητές και πολλούς από το σχολείο με την γραφή και το παίξιμο του. Θυμάμαι ένα τζαμ session αργά μία νύχτα που άρχισε με όλους αυτούς τους καλύτερους μουσικούς να παίζουν free-jazz ο ένας στον άλλο. Καθώς κουράζονταν οι καλύτεροι παίκτες έδιναν τα όργανα σε άλλους παίκτες. Τελικά το session (που συνεχίστηκε για ώρες) έφτασε στους μαθητές. Στεκόμουν δίπλα σε δύο αγόρια όταν κάλεσαν το ένα από αυτά να πάει να παίξει μπάσο. Έπαιξε γύρω στα 20 λεπτά πριν επιστρέψει. Ο φίλος του του είπε: ΄αυτό ήταν υπέροχο-αλλά πώς γνώριζες τι να παίξεις;΄ Ποτέ δεν ξέχασα την απάντηση: ΄Απλά έπαιξα την άσκηση που είχα και μόλις την τέλειωσα, την έπαιξα ξανά στην επόμενη νότα!΄

Take a Picture (1968)




Ο Gunther Schuller ήταν πολύ σημαντικός σε πολλούς από μας. Μαζί με τον John Lewis, υπέγραψαν μαζί μου στην εκδοτική του εταιρεία και-ως η μόνη στιχουργός ανάμεσα σε πολλούς μουσικούς της jazz που είχαν επίσης υπογράψει-μου έδωσε αρκετά τραγούδια για να γράψω στίχους γι'αυτά. Το "Lonely Woman" ήταν το πρώτο. Αυτός και ο John ήταν επίσης που μου έδωσαν το δεύτερο ορχηστρικό ηχογραφημένο τραγούδι "On My Way To Saturday", ένα calypso που έγραψα έχοντας στο μυαλό μου τον Harry Belafonte. Ο John and Gunther το πήγαν στον Leon Bibb, ο οποίος το ηχογράφησε και σύντομα μετά από αυτό ηχογραφήθηκε από τον Belafonte! Ο Gunther και εγώ παραμένουμε ακόμα φίλοι.





Δεν ήταν τόσο το ότι έγραψα τραγούδια για μουσικούς της jazz, παρά το ότι ήμουν αρκετά τυχερή να έχω μερικούς να ηχογραφούν την μουσική μου-το "Sunday Morning" από τον Dick Wellstood, ένα τρομερό πιανίστα της jazz και μία υπέροχη ηχογράφηση από τον Malcolm McNeill ενός τραγουδιού του Ornette Coleman, το "Una Muy Bonita" με δικούς μου στίχους και μετονομαζόμενο σε "To Welcome The Day".

Can You Tell (1968)




Δούλεψα ως γραμματέας του Creed Taylor στην ABC Paramount και συνέχισα όταν πήγε στην Verve (στην MGM). Μου δίδαξε πολλά για την δημιουργία των δίσκων. Δεν είχα για χρόνια ακούσει pop, μόνο jazz και λίγο κλασική, αλλά μία μέρα ο φίλος μου Dave Frishberg (ένας εκπληκτικός jazz πιανίστας και τραγουδοποιός) μου είπε ότι είχε κάτι που έπρεπε να ακούσω. Έπαιξε το "God Only Knows for Μe" και η ζωή μου άλλαξε! Πίστευα ότι ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους που έχω ακούσει ποτέ. Αγόρασα το Pet Sounds, το έπαιξα πολλές φορές και μετά κάθισα και έγραψα το "Think Of Rain", το οποίο άρχισε την pop καριέρα μου. Το έπαιξα για τον Creed (η Astrud Gilberto ήταν στο γραφείο του εκείνη την ώρα και της άρεσε επίσης) και με έστειλε να παίξω τα τραγούδια μου στην April / Blackwood, τον εκδοτικό βραχίονα της Columbia Records. Εκεί ήταν που συνάντησα τον David Rosner, ο οποίος υπέγραψε μαζί μου χρίζοντας με ως μόνιμο συντάκτη τον Ιανουάριο του 1968 και αργότερα κανόνισε το δισκογραφικό μου συμβόλαιο με την Bell Records.

Think Of Rain (1968)




Είναι δύσκολο να πω από που αντλούσα έμπνευση για να γράφω τραγούδια-πρέπει να είναι η παράθεση τυχαίων λέξεων που με στέλνει τρέχοντας στο keyboard ή ένα μελωδικό μέρος που σφηνώνεται στο μυαλό μου ή ένα συντριπτικό συναίσθημα. Η νουβέλα Raintree County του Ross Lockridge, Jr. ήταν μία τεράστια επιρροή στην δόμηση των στίχων μου. Το βιβλίο είναι γραμμένο με ένα μοναδικό τρόπο: η τελευταία πρόταση του ενός κεφαλαίου, επαναλαμβανόταν ως πρώτη πρόταση του επόμενου κεφαλαίου, άσχετα αν ο χρόνος και ο τόπος μπορούσε να ήταν τελείως διαφορετικοί. Με συνεπήρε και ακούσια τελείως, υιοθέτησα αυτή την τεχνική. Μπορείτε να την ακούσετε σε πολλά τραγούδια μου.
Δεν θυμάμαι να συνεργάστηκα με κανέναν από όσους καλλιτέχνες διασκεύασαν τραγούδια μου. Στην πραγματικότητα, αν και δεν είναι δύσκολο για μένα να γράψω λέξεις για τα τραγούδια άλλων, δεν είμαι καλή στο να γράφω μαζί με άλλους. Έχω προσπαθήσει μερικές φορές όχι με καλά αποτελέσματα. Κάποιες από τις διασκευές που έχουν γίνει σε τραγούδια μου είναι υπέροχες, όπως το "Think Of Rain" της Jackie DeShannon. Άλλες ήταν απλά σαν βερσιόν από τα demos μου που δεν μου άρεσαν καθόλου.
Όλη αυτή η μουσική μου επιρροή από κλασική και jazz συγχωνεύτηκε σε ό,τι είδος συγγραφέα τραγουδιών είχα γίνει. Ξέρω ότι δεν θα μπορούσα να έχω γράψει το "Someone I Know", χωρίς να έχω σπουδάσει αντίστιξη στο Boston University.





Ήθελα να γράψω ένα τραγούδι όπου η μελωδία από τον J.S. Bach θα χρησιμοποιείτο ως background. Διάλεξα το "Jesu, Joy Of Man’s Desiring", έγραψα μία αντίστιξη σε αυτό και μετά έγραψα τις λέξεις στην αντίστιξη.

Someone I Know (1968)




Δεν ήταν στ'αλήθεια δική μου απόφαση να ηχογραφήσω τα τραγούδια μου! Το να πηγαίνω τα demos τριγύρω σε παραγωγούς σε διάφορα επίπεδα, έκανε τον David Rosner (εκδότη και μελλοντικό σύζυγό μου) να έρχεται απολύτως αντιμέτωπος με το ερώτημα: 'γιατί απλά δεν την ηχογραφούμε;' Καθώς το γύριζα από την jazz στην pop / rock, κορίτσια με ωραίες φωνές βρέθηκαν για να τραγουδήσουν τα demos μου, αλλά δεν είχαν χρόνο. Τότε άλλαξαν τα 3/4 (σε ένα 4/4 τραγούδι) σε 4/4, καταστρέφοντας απλά τον σκοπό μου. Ικέτευσα με τον David να με αφήσουν να προσπαθήσω ξανά. Πρότεινε να κάνω doubling στα φωνητικά μου (τεχνική για να πετύχει πιο δυνατό, γεμάτο ήχο) και δούλεψε. Ήταν η πρώτη φορά που ήμουν ευτυχισμένη με τον ήχο της φωνής μου. Υπήρξαν αρκετές προσφορές, αλλά διάλεξε την Bell ως σχετικά νέα εταιρεία με πολύ δυναμική, όπου δεν θα χανόμουν στον ανταγωνισμό με μεγάλους αστέρες. Και άρχισε μία εταιρεία παραγωγής για να χειριστεί την υπόθεση την Daylight Productions.

Don't Go Away (1968)




Το πρώτο μου 45άρι, "Spanky & Our Gang", δεν ήταν δική μου επιλογή! Θα είχα προτιμήσει άλλο τραγούδι, αλλά ο David και ο John Hill (που θα έκανε την παραγωγή στο Take A Picture) επέλεξαν αυτό. Από την στιγμή που το τραγούδι επιλέχτηκε, ήταν αποφασισμένο ότι θα γινόταν μία ταινία σαν promotion. Με πήγαν στο Palisades Amusement Park για την κινηματογράφηση. Μισούσα τα Amusement Parks! ΄Δανειστήκαμε΄ μερικά παιδιά και κάναμε μερικές πρόβες. Μίσησα κάθε λεπτό. Πρόσφατα αγοράσαμε την ταινία από τον κάτοχο της. Είχε διατηρηθεί για να ΄μπει΄ σε κάτι καινούριο, όποτε γινόταν.
Ο David αρχικά επέλεξε τον John Simon για την παραγωγή και ο John έκανε την παραγωγή σε ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια το "Don’t Go Away". Αλλά του ζητήθηκε να κάνει παραγωγή στην Janis Joplin και άφησε το πρότζεκτ για να πάει εκεί. (Συχνά αναρωτιέμαι πώς θα ακουγόταν το άλμπουμ εάν είχε τελειώσει με αυτόν-αλλά ποιος να τον κατηγορήσει;) Ο David μετά στράφηκε στον John Hill, έναν ταλαντούχο συνθέτη της April/Blackwood με καλή γνώση του στούντιο. Συνέθεσε πολλά από τα κομμάτια και επέβλεψε την υπόλοιπη ηχογράφηση. Τα sessions δεν ήταν βιαστικά-είχα όλο το χρόνο που χρειαζόμουν. Οι μουσικοί ήταν όλοι τους στούντιο μουσικοί και ήταν διαφορετικοί από κομμάτι σε κομμάτι, έτσι δεν μπορώ να θυμηθώ τα ονόματα όλων. Θυμάμαι ότι μου ζητήθηκε να τραγουδήσω ταυτόχρονα, καθώς το "What Can I Give You" ηχογραφείτο. Ο Paul Griffin, ένας φανταστικός πιανίστας που έπαιξε σε πολλές διάσημες ηχογραφήσεις, εμφανίστηκε και μου είπε, ΄Αυτό είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχω ακούσει ποτέ!΄ Παρεμπιπτόντως ήταν ιδέα του John Hill να βάλουμε τις φωνές και τα σφυρίγματα σε εκείνο το τραγούδι, πράγμα που δεν είμαι σίγουρη ότι αντέχει στο πέρασμα των χρόνων.

What Can I Give You (1968)




Για να επικοινωνώ αποτελεσματικά στο στούντιο επειδή ήμουν γυναίκα σε ένα ανδροκρατούμενο χώρο, στην αρχή θα έλεγα στον David ό,τι ήθελα από τους μουσικούς και αυτός θα τους τα μετέφερε. Αλλά κουράστηκε να το κάνει και μου είπε ΄πες τους το μόνη σου΄. Θυμάμαι μόνο ένα θέμα: ακούγοντας ένα τονικό πρόβλημα, ρώτησα ένα μουσικό αν θα μπορούσε να ανεβάσει τον τόνο λίγο. Αυτός προσβλήθηκε και ρώτησε τους άλλους μουσικούς ΄δεν ήμουν παράφωνος, ήμουν;΄ Εκείνοι απάντησαν ΄Καλά, ας το κάνουμε πάλι'. Αυτή ήταν και η μόνη φορά που θυμάμαι ότι είχα κάποια αντίδραση.





Το άλμπουμ έχει μία νοσταλγική, ρομαντική, γεμάτης λαχτάρα ατμόσφαιρας. Αυτό δεν ήταν σκόπιμο. Ένας φίλος της μητέρας μου που άκουσε το άλμπουμ, της είπε ΄Δεν ήξερα ότι η Margo ήταν τόσο πεσιμίστρια!΄Φυσικά δεν είμαι. Γενικά, τα τραγούδια ήταν απλά επιλεγμένα λόγω ποιότητας-αν και υπάρχουν σίγουρα πράγματα που θα άλλαζα. Δεν θα είχα συμφωνήσει με αυτά που ακούγονται στο "What Can I Give You?" και θα προτιμούσα το χορικό του Μπαχ να αρχίσει από την αρχή του τραγουδιού (όπως το έγραψα) παρά να μπει στην μέση. Μου άρεσε πολύ η δουλειά στο εξώφυλλο. Ο φωτογράφος / σχεδιαστής ήταν ο Joel Brodsky, ο οποίος τράβηξε την διάσημη φωτογραφία του Jim Morrison χωρίς μπλούζα. Το εξώφυλλο ήταν αρχικά να έχει ένα κολάζ από φωτογραφίες που τράβηξε αναπαριστώντας τα διάφορα τραγούδια (βλέπε αρχική φωτογραφία). Ωστόσο, η φωτογραφία για το "Sun" με έδειχνε με τα μαλλιά να ανεμίζουν (τεχνικά), αλλά μία τούφα είχε πέσει κατά μήκος του προσώπου μου και έμοιαζε σαν ουλή. Τοποθετήθηκε εμφανώς στο κολάζ και το μίσησα! Αντί να κάνει άλλο κολάζ ο φωτογράφος, μου είπαν ΄Διάλεξε μία φωτογραφία!' Διάλεξα αυτήν για το "Think Of Rain" και την χρησιμοποίησαν σαν εξώφυλλο και οπισθόφυλλο.

Shine (2001)




Υπήρξαν μερικές κριτικές-από τα Record World, CashBox και Billboard-αλλά όλες ήταν επιφανειακές. Ο Larry Utall, κεφαλή στην Bell Records, με κάλεσε μετά στο γραφείο του να μου πει ότι ήθελε να αρχίσω να δίνω παραστάσεις και εγώ είπα όχι. Δεν ήθελα την ζωή αυτή, τους ανθρώπους που έπρεπε να έχεις γύρω σου, τους μάνατζερ, πράκτορες, δικηγόρους, υπαλλήλους κλπ και τα εξαντλητικά προγράμματα που έπρεπε να τηρείς. Η αγάπη μου ήταν για το γράψιμο. Ως αποτέλεσμα, ο Bell δεν έκανε τίποτα περαιτέρω για να προωθήσει το άλμπουμ. Ούτε διαφημίσεις εμφανίστηκαν και δεν θυμάμαι να δίνω καμία συνέντευξη εκείνη την εποχή. Είχα λιγάκι ραδιοφωνικό αέρα, αλλά όταν σταμάτησε η προώθηση, σταμάτησε κι αυτός επίσης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το άλμπουμ πάτωσε-το είδα σε ένα καλάθι με δίσκους των 39 σεντς στην Νέα Υόρκη, έτσι μπορείτε να πείτε ότι η αναγνώριση ήρθε αργά και εξαφανίστηκε γρήγορα. Δεν έχω ιδέα πόσα άλμπουμ τυπώθηκαν ή πουλήθηκαν και ποτέ δεν μου ζητήθηκε να κάνω άλλο άλμπουμ.

Thoughts (1968)




Μετά το Take A Picture συνέχισα να γράφω τραγούδια, αλλά τα πράγματα άλλαζαν. Παντρεύτηκα τον David Rosner το 1970 (έξυπνη κίνηση) και μετακομίσαμε από την Νέα Υόρκη στο Λος Άντζελες για να στεγάσουμε την επαγγελματική του σχέση με τον Neil Diamond. Ο David μπλέχτηκε με την παραγωγή και με τράβηξε και μένα. Κάναμε την παραγωγή ενός άλμπουμ με τον Dave Frishberg, ένα με τους Wool και ένα θαυμάσιο με τον Van Dunson. Μετά από μερικά χρόνια, ο γιος του άντρα μου Jon Rosner ήρθε να μείνει μαζί μας. Έπρεπε να βρω ένα δάσκαλο του πιάνο γι'αυτόν και αυτός ήταν ένας νεαρός μαθητής του UCLA που λεγόταν Howard Richman. Ήμουν τόσο εντυπωσιασμένη μαζί του που ζήτησα να μελετώ μαζί του επίσης. (Δεν είχα παίξει ή εξασκηθεί στην κλασική μουσική για χρόνια και ήθελα να επανέλθω). Μετά από αρκετά χρόνια μελέτης με τον Howard, πρότεινε να γίνω κι εγώ δασκάλα. Ένα καλοκαίρι άφησε το τηλέφωνό μου στον τηλεφωνητή του και έλεγε: ΄αν καλείτε για μαθήματα πιάνο, καλέστε την Margo!΄ Έτσι έγινα δασκάλα και το λάτρεψα.
Στην πραγματικότητα ήταν όταν πρόσεξα πόσα παιδιά λάτρευαν το Mozart’s Variations (που κάθε παιδί ξέρει ως Twinkle, Twinkle Little Star)που αναρωτήθηκα τι θα μπορούσα να γράψω που να είναι βασισμένο σε κάτι που να είναι οικείο σε όλα τα παιδιά. Μου ήρθε το Chopsticks. Έτσι από αυτή την ιδέα έγινε το The Chopsticks Variations.

Adagio (2009)




Χρόνια μετά ένας ντράμερ που δουλεύαμε μαζί καθώς έκανα την παραγωγή στο άλμπουμ του Van Dunson, διάβασε ένα άρθρο σε μία εφημερίδα που αφορούσε εμένα και το Take A Picture. Μου ζήτησε να υπογράψουμε για ένα δίσκο και μου είπε ότι ποτέ δεν ήξερε ότι έγραφα τραγούδια, επειδή ποτέ δεν είχαμε μιλήσει γι'αυτό. Το Take A Picture είχε αποκτήσει cult κοινό. Διασκευές των τραγουδιών μου συνεχίζουν να ξεπηδούν από νέους καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων των παλαιών ηχογραφήσεων από μεγάλους καλλιτέχνες όπως η Cass Elliot και o Harry Nilsson. Είμαι στ'αλήθεια πολύ ικανοποιημένη από αυτό.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020





DAVID ALLAN COE




Country Rock Rebel Singing Blues




Κάποιες ιστορίες που λέγονται γι'αυτόν είναι δύσκολο να τις πιστέψει κανείς. Άλλες είναι πιο δύσκολο να επιβεβαιωθούν. Και άλλες είναι δύσκολο ακόμα και να τις αναφέρεις εξαιτίας της μοχθηρής φύσης των περιστατικών που σχετίζονται. Ο David Allan Coe είναι μία ζωντανή διχοτόμηση. Είναι τρομακτικός, παράξενος, ένας από εκείνους τους τύπους που όλοι γνωρίζουμε από την γειτονιά, το σχολείο, τη ζωή. Στον ίδιο χρόνο, είναι και θησαυρός για την Αμερικανική κληρονομιά, ως ένας θρύλος της country. Επειδή ανεξάρτητα αν κάποιοι τον σέβονται, τον λατρεύουν ή τον μισούν, ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει άλλος τέτοιος καλλιτέχνης της country σαν τον David Allan Coe. O David, όπως πολλοί πριν από αυτόν, έχει γράψει και τραγουδάει τραγούδια σχετικά με την φυλακή. Τραγούδια δύσκολα, για την απελπισία, την βρωμιά και την οδύνη πίσω από τόνους ατσάλινες μπάρες και τσιμεντένιους τοίχους. Μόνο ο David γνωρίζει από πρώτο χέρι τους στίχους που τραγουδάει. Είκοσι από τα είκοσι-εννέα χρόνια του (όταν έκανε το ντεμπούτο του), τα πέρασε πίσω από αυτές τις μπάρες. Και έτσι ξέρει τι στο διάολο τραγουδάει. Θα ακούσουμε κάποιες επιλογές μόνο από τα δύο πρώτα άλμπουμ, δηλαδή αυτών με την blues προσέγγιση, μίας πλούσιας δισκογραφικής καριέρας, που εκτείνεται σχεδόν ως τις μέρες μας. 

Funeral Parlor Blues (1970)




Penitentiary Blues (SSS International 9) 5/70



Για όσους δεν γνωρίζουν τον David Allan Coe, η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του δίσκου, που τον απεικονίζει στο όχημα που χρησιμοποιούσε για τις περιοδείες του-μία διασκευασμένη νεκροφόρα καλυμμένη με κακόγουστες επιγραφές και φωτογραφίες-δημιουργεί εικόνες μίας μικρής μπάντας που κάνει παραστάσεις της μίας βραδιάς στην ύπαιθρο του Αμερικανικού Νότου.




Όποια κι αν είναι η πραγματική ιστορία, η μουσική έχει αυτήν την πολύ αυθεντική αίσθηση μέσα της. Δεν πρόκειται απλώς για ψυχαγωγία. Είναι αληθινή ανθρώπινη μουσική. Ο Coe είναι ένας πολύ δυναμικός τραγουδιστής και η μπάντα του προσφέρει τρομερό backing με κιθαριστικά riff που ακούγονται σαν από Elvis Presley στα αρχικά του στάδια και έναν παίκτη φυσαρμόνικας που θα μπορούσε εύκολα να πιάσει δουλειά σε κάθε νέγρικη μπάντα του Σικάγο.

Little David (1970)





Το θέμα που καταπιάνονται τα περισσότερα είναι τόσο συναρπαστικό όσο η μουσική. Είναι η αντιμετώπιση των πιο βρόμικων πλευρών της φυλακής. Είτε ο Coe ήταν πρώην φυλακισμένος είτε όχι, οι εικόνες που μας μεταφέρει ακούγονται από μία φωνή γεμάτη εμπειρίες. Μπορεί να μην είναι πολύ σοφιστικέ όλο αυτό, αλλά ελάχιστοι μπορούν να κάνουν το ίδιο. Ίσως θα μπορούσε να ήταν ο επόμενος Johnny Cash.

Age 21 (1970)





Ο Coe είναι 29 χρονών, αραχνούφαντος, λευκός, με τατουάζ σε όλο το σώμα (συμπεριλαμβανομένου ενός που διστάζω να αναφέρω) και πρόσφατα ελευθερώθηκε από το Ohio State Pen, όπου έγραψε ατέλειωτα blues και τελειοποίησε το παίξιμό του με την ηλεκτρική του κιθάρα. Το εκπληκτικό-αφήνοντας τα φανερά κόλπα πίσω-είναι ότι πρόκειται ακόμα για ένα πολύ καλό άλμπουμ.
Ο Coe έχει μία δεμένη ομάδα πίσω του αποτελούμενη από φυσαρμόνικα, ντραμς και μπάσο και προσφέρει μία μεγάλη ποικιλία στα-στην φυλακή βασισμένα-blues του. Χωρίς να υπάρχει κάποια φανερή (ή κρυφή) σύνδεση, ο Coe είναι συνομήλικος με τον δικό μας Γιώργο Μάμμο, τον συνθέτη του σε όλους γνωστού τραγουδιού "κελί 33". Σίγουρα πάντως ο Γιώργος Μαργαρίτης δεν ήταν ο πρώτος που τραγούδησε τραγούδι με αυτό τον τίτλο:

Cell #33 (1970)





Ένα πράγμα που κερδίζει ο David Allan Coe είναι το να πείθει. Μοιάζει σαν καταζητούμενος και ακούγεται σαν να έχει περάσει όσα τραγουδάει. Το "Funeral Parlor Blues" είναι ένα καλό δείγμα της δουλειάς του. Ένα τραγούδι για έναν χρήστη ναρκωτικών, που πάει να δει το κορίτσι του για τελευταία φορά μέσα στο φέρετρο της, δείχνει την δυναμική φωνή του Coe, το ταλέντο του στην μίμηση της φρίκης και την ικανότητα του να ΄στύβει΄ τους στίχους με έναν αέρα απόγνωσης που έχει βιώσει. Με ένα νοσηρό τρόπο, το "Death Row" είναι ένα αστείο τραγούδι για ένα καταδικασμένο άνδρα και την σουρεαλιστική του επιθυμία για το τελευταίο του γεύμα. Το τραγούδι είναι αρκετά αστείο όπως έχει γραφτεί, αλλά ο Coe είναι ικανός να υπαινίσσεται κάτω από τον πανικό ενός κατεστραμένου ανθρώπου που θα προσπαθήσει οτιδήποτε για να καθυστερήσει το αναπόφευκτο.

Death Row (1970)





Το "Oh, Warden" εκφράζει τον "ύπουλο" τρόπο ομιλίας, όταν όλες οι λέξεις μπλέκονται μεταξύ τους, δηλαδή ο τρόπος που μίλαγαν παλιά οι κρατούμενοι στον δεσμοφύλακα. Το μόνο αλήθεια λάθος εδώ είναι ότι από την στιγμή που το άλμπουμ είναι μία συλλογή από τραγούδια στο ίδιο θέμα και όχι ένα ενιαίο, κάθε τραγούδι μοιάζει να μειώνει το αποτέλεσμα που καταφέρνει κάποιο άλλο. Ο Coe είναι ένας ολοκληρωμένος τραγουδοποιός και αποτελεσματικός ως ερμηνευτής και φαντάζομαι ότι το κοινό θα αγωνιούσε να ακούσει κι άλλες δουλειές του ενώ θα βρισκόταν λιγότερο καταπιεσμένος.

Oh, Warden (1970)





O Coe είναι πιο γνωστός για το background του (ένας πρώην κατάδικος, αν και οι ισχυρισμοί του ότι ήταν θανατοποινίτης για τον φόνο ενός συγκρατούμενου δεν αποδεικνύονται) ή για τα αμφιλεγόμενα κωμικά άλμπουμ του (δύο στα τέλη της δεκαετίας του '70 / αρχές '80ς με αισχρούς ρατσιστικούς στίχους) παρά για την μουσική του, αν και ο κόσμος γνωρίζει τα τραγούδια του περισσότερο ως διασκευές, τραγουδισμένα από πιο γνωστούς καλλιτέχνες της country. Η ηχογραφική του καριέρα ξεκίνησε εδώ, όχι με μουσική country, αλλά με καθαρά blues. Μουσικά, ο δίσκος είναι ενεργητικός, αν και κάπως στάνταρντ, αλλά λυρικά είναι ακατέργαστος και υπάρχει μία στρεβλωμένη αναγκαιότητα που τον κάνει να ακούγεται πολύ πιο ενδιαφέρων από τους περισσότερους blues-rock δίσκους της περιόδου. Είναι πιο συναρπαστικός από σχεδόν όλα τα heavy blues άλμπουμ των εφήβων hard rockers της περιόδου. Συστήνεται ανεπιφύλακτα και όχι μόνο στους φαν των blues.

Penitentiary Blues (1970)





Αρχίζει το άλμπουμ με ένα σοκαριστικό τρόπο, με το ομότιτλο τραγούδι, που περιγράφει τίμια έναν συγκρατούμενο υπό την επήρεια ναρκωτικών, αλλά το πιο ενθυμητικό τραγούδι είναι το "Death Row" στο οποίο απαγγέλλει μία πραγματικά αηδιαστική λίστα για το τελευταίο γεύμα ενός θανατοποινίτη. Όλα εκτός από ένα τραγούδι είναι ορίτζιναλ, αν και αρκετά από αυτά (όπως συμβαίνει γενικώς με τα blues), μοιάζουν καταπληκτικά με άλλα πιο γνωστά τραγούδια. Στο τυπικό πνεύμα του Coe, στις εσωτερικές σημειώσεις στην επανέκδοση που έγινε σε CD υποθέτει ότι ο Charles Manson δεν θα είχε σκοτώσει κανέναν αν του είχε δοθεί ένα δισκογραφικό συμβόλαιο.






Requiem For a Harlequin (SSS International 31) 1970




Tο δεύτερο άλμπουμ του Coe είναι πολύ πιο παράξενο, πολύ πιο σπάνιο και ακόμα πιο πολύτιμο από το πρώτο. Τα "μιλητά" τραγούδια δεν έχουν τίτλο (η πρώτη πλευρά λέγεται "The Beginning" και η δεύτερη "The End") και στην πραγματικότητα δεν χωρίζονται, με την έννοια ότι λένε μία μακριά ιστορία. Ο Coe ισχυρίζεται ότι αυτό ήταν το πρώτο άλμπουμ της ραπ, που δεν είναι απολύτως ακριβές, αν και μιλάει με ένα ρυθμό, σουλατσάροντας στους δρόμους, από τον καιρό του στην φυλακή και από την "ασφάλτινη ζούγκλα" της ζωής του, κάτω από ακουστικές κιθάρες σε μερικά τραγούδια, soulful blues-rock (περιστασιακά με fuzz κιθάρα) σε άλλα και τυχαίους ήχους σε άλλα.

The Beginning (1970)





Κάποια από την ΄ποίηση΄του είναι γελοία. Η αγαπημένη στροφή είναι ΄I sit in reticissation of a robbery scheme΄ ότι κι αν σημαίνει αυτό (πιθανώς προσπαθεί να πει ότι ήταν εγκληματίας κατά συρροή). Αντίθετα με την φήμη του αργότερα ως ρατσιστής, κάνει αρκετές δηλώσεις για τα κοινωνικά δικαιώματα. Το Requiem For a Harlequin είναι πολύ ενδιαφέρον κάποιες φορές και είναι καθοριστικό, δοθείσης της γλώσσας που χρησιμοποιεί και τα περιστασιακά αποτρόπαια κοινωνικά θέματα που συζητάει, αλλά ουσιαστικά είναι μία παραξενιά. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι είναι άνευ προηγουμένου και μοναδικό, αλλά δεν είναι. Είναι παρόμοιο με το A Lot of People Would Like to See Armand Schaubroeck Dead, αν και το άλμπουμ του Schaubroeck προσδιορίζεται καλύτερα και έχει ένα αριθμό straight τραγουδιών. Επίσης φέρνει στο μυαλό τα κωμικά ψυχεδελικά άλμπουμ του Murray Roman. Το LP είναι πολύ μικρής διάρκειας, λιγότερο από 27 λεπτά.




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης