Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019



JUDY DYBLE



Singer In Depth




Γεννημένη στο Βόρειο Λονδίνο στις 13 Φεβρουαρίου του 1949, η Judy πήρε μαθήματα πιάνου σε νεαρή ηλικία μαθαίνοντας επίσης να παίζει φλογέρα. Έχοντας συστηθεί στην folk κατά την διάρκεια των εφηβικών της χρόνων, πήγε στο πρώτο της γκρουπ Judy & The Folkmen ενώ πήγαινε ακόμα στο σχολείο το 1964. Αυτό παρουσίαζε τους κιθαρίστες Bruce WestRod Braxton και Ernie Balding, όπως επίσης και ένα παίκτη μαντολίνου χωρίς επώνυμο τον Alan. Το σχήμα αυτό έπαιξε μόνο μία φορά live, αλλά κατάφεραν να ηχογραφήσουν μερικά κομμάτια κάπου στα Χριστούγεννα του 1964. "Το όλο πράγμα ήταν μόνο να δοκιμάσουμε το reel-to-reel  και να δούμε πώς θα ακουγόταν η μπάντα μας". Θυμάται η Judy. "Υπήρχαν 11 τραγούδια ηχογραφημένα όλα μαζί, στο διαμέρισμα του αρχηγού της μπάντας Bruce West, όπου ζούσε με την γυναίκα και το μωρό τους. Τα πρώτα 5 κομμάτια ήταν ο Bruce, σόλο, να παίζει και να τραγουδάει τα επόμενα 4 ήταν όλη η μπάντα και στα τελευταία 2 ήμασταν μόνο εγώ και ο Bruce". Το τραγούδι που ξεχώριζε από αυτές τις ηχογραφήσεις ήταν μία ασαφής, αλλά σαγηνευτική έκδοση του "Come All Ye Fair And Tender Ladies". Ήταν όταν βρισκόταν με αυτήν την μπάντα που η Judy ξεκίνησε να παίζει autoharp, ένα ασυνήθιστο μουσικό όργανο στον κόσμο της rock που όμως θα ήταν παρόν στις περισσότερες από τις ηχογραφήσεις της στα τέλη του '60.

I Talk To the Wind 




"Καταπιάστηκα με περίεργα όργανα" παραδέχεται. "Ήταν μικρότερο από ένα πιάνο, αλλά συνήθως μου έφευγε από την αγκαλιά, έτσι ένας παίκτης του μπάντζο μου συνέστησε να την κρατάω κατακόρυφη και να χρησιμοποιώ την Clawhammer τεχνική. Έτσι δούλεψε". Με την αναγέννηση της folk στα καλύτερά της υπήρχαν πολλές τοπικές αίθουσες που ενδιαφέρονταν να έχουν μπάντες και τραγουδιστές. "Σχεδόν κάθε πάμπ τριγύρω στο μέρος που ζούσαμε έμοιαζε να έχει γκρουπ", ανακαλεί η Judy. "Η αδελφή μου και εγώ συνηθίζαμε να πηγαίνουμε και μερικές φορές θα σηκωνόμουν και θα τραγουδούσα. Ήταν στο ίδιο σχολείο που πήγαινε και ο Ashley ‘Tyger’ Hutchings και τον είδαμε στα περισσότερα κλαμπ. Σταδιακά ξεκίνησα να γνωρίζω τον Ashley, που ζούσε στην επόμενη γωνία από μένα και μετά τον Simon Nicol και τον Richard Thompson και άλλα γκρουπ φίλων, από φίλους φίλων..." Ο Richard και η Judy άρχισαν να βγαίνουν έξω μαζί και συνεργάστηκαν σε ένα 13λεπτο avant-garde τζαμ. Ηχογραφήθηκε στο σαλόνι της οικογένειάς μου", ανακαλεί η Judy. Ο Richard και εγώ δοκιμάσαμε απλά κάποιο free-form παίξιμο με ότι έτυχε να υπάρχει τριγύρω στο σπίτι μία μέρα, έτσι ήταν μέσα η autoharp, πιάνο, φλογέρες, ο αδελφός μου έκανε κάποια εφέ με ένα νικελένιο ποτήρι και η μαμά μου χρησιμοποιούσε την ραπτομηχανή της στο background. Ο Richard θα ήταν τρομοκρατημένος αν ποτέ κυκλοφορούσε δημόσια. Φεύγοντας από το σχολείο η Judy άρχισε να δουλεύει σε μία βιβλιοθήκη. Η φιλοδοξία της ήταν να γίνει βιβλιοθηκάριος, αλλά η μουσική βρέθηκε στον δρόμο της. "Ο Ashley, ο Simon και ο Richard συναντήθηκαν με τον Martin Lamble και οι Fairport Convention είχαν σχηματιστεί. Ήθελαν πολύ να έχουν ένα κορίτσι στην μπάντα και ήμουν η πιό κοντινή υποθέτω, έτσι με ρώτησαν. Συμφώνησα σκεφτόμενη ότι θα ήταν μία ώθηση για εμένα. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η πρώτη μου εμφάνιση με τους Fairport, αλλά πιθανόν ήταν τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 1967".

FAIRPORT CONVENTION

Όταν οι Fairport ξεκίνησαν να απογειώνονται, τα μέλη τους άφησαν τις δουλειές τους και η Judy την σχολή της, για να επικεντρωθούν στο γκρουπ. Την 28 Ιουλίου 1967 έπαιξαν στο UFO κλαμπ με τους Pink Floyd, το οποίο κλαμπ διευθυνόταν από τον Joe Boyd (παραγωγός) και ήταν ευρέως θεωρούμενο σαν η καρδιά του ψυχεδελικού underground Λονδίνου. Ο Boyd είχε ήδη κάνει την παραγωγή στο ντεμπούτο single των Floyd και στα πρώτα δύο άλμπουμ των Incredible String Band. Αρχικά τους "απέλυσε", αλλά εντυπωσιασμένος από ένα σκληρό σόλο του Thompson κατά την διάρκεια της version τους του "East-West" των Paul Butterfield, "Μετά από αυτό όρμησα στο καμαρίνι τους και τους πρόσφερα ένα συμβόλαιο" έγραψε το 2005 ο Boyd. "Δεν θυμάμαι πολλά από την οντισιόν μας στο UFO, μόνο ότι ήταν κάτι πολύ μεγάλο να παίζεις εκεί με τους Pink Floyd. Κάναμε μία version του "Crucifixion", του Phil Ochs και σε αυτό έπαιζα αυτή την τεράστια autoharp που είχε νομίζω 72 χορδές και ήταν τόσο βαριά που έπρεπε να παίζω καθισμένη. Μετά το παίξιμο ο Joe Boyd ήρθε να μας δεί και μιλήσαμε για ηχογραφήσεις, παραγωγή κ.λ.π. Κυρίως μίλησε με τον Ashley, ο οποίος ήταν λίγο-πολύ υπεύθυνος τότε, ενώ εγώ πιθανώς καθόμουν στην γωνία και έτριβα τα πονεμένα μου δάκτυλα (από την άρπα που λέγαμε)". Εγκατεστημένος ως μάνατζερ και παραγωγός τους ο Boyd πήρε την μπάντα στo Sound Techniques στο Chelsea τον Νοέμβριο του 1967. Εκεί κάνουν πρώιμες version του τραγουδιού "One Sure Thing" του folk ντουέτου Jim & Jean και ένα μελαγχολικό μικρό τραγούδι που λέγεται "Both Sides Now", γραμμένο από την τότε άγνωστη Joni Mitchell. "Ο Joe γνώριζε την Joni και είχε φέρει ένα σωρό demo στην Αγγλία για να κάνει μαζί της ένα είδος συμφωνίας νομίζω. Τα έπαιξε σε εμάς και τα αγαπήσαμε. Έτσι τα παίξαμε με την δική μας αμίμητη μόδα". Γρήγορα μετά από αυτά τα session ήταν μία ηχογράφηση του "If I Had A Ribbon Bow", ένα παιχνιδιάρικο και λίγο ανόητο κομμάτι που είχε γραφτεί πίσω στα 1930. Έμοιαζε μία μάλλον ανώμαλη επιλογή, αλλά ήταν τόσο όμορφα δοσμένο από την Jude και την μπάντα που δεόντως εμφανίστηκε ως το ντεμπούτο single των Fairport τον Φεβρουάριο του 1968.

Fairport Convention - If I Had A Ribbon Bow (1968)


Το σχόλιο ήταν ευνοικό, αλλά οι πωλήσεις απογοητευτικές. Μεγαλύτερης μακροπρόθεσμα σημασίας ήταν η άφιξη του Ian MatthewsMacDonald, όπως ήταν ακόμα τότε γνωστός), πριν με τους Pyramid στην Deram. Προστιθέμενος με εντολή του Boyd για να επεκτείνει τις φωνητικές ικανότητες του γκρουπ, εμφανίστηκε στο δεύτερο session των Fairport στο BBC ηχογραφημένο την 6η Φεβρουαρίου και μεταδιδόμενο την 3 Μαρτίου στο Top Gear του John Peel. Ο παραγωγός του BBC Bernie Andrews, πρότεινε αυτό το session ως μία δοκιμαστική μετάδοση για μελλοντική δουλειά του BBC. Το πάνελ έδωσε στην μπάντα μία ομόφωνη, ενθουσιώδη πρόκριση, συγκρίνοντάς τους με τους Ηarpers Bizarre. Τον Μάρτιο η μπάντα επέστρεψε στην Sound Techniques για να ηχογραφήσει το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ της. "Θυμάμαι να είμαι εντυπωσιασμένη για το πώς κυλάει ο χρόνος όταν ήμασταν εκεί-ολόκληρες ημέρες και νύχτες έμοιαζαν απλά να εξαφανίζονται" λέει η Judy. "Δεν είχαμε καθόλου εμπειρία με μαγνητόφωνα, έτσι ένα ολόκληρο στούντιο ηχογραφήσεων άγχωνε κάποιους (εμένα!) και ήταν ένας παιχνιδότοπος για άλλους (ιδιαιτέρως για τον Simon!). Υπήρχε και ένα φανταστικό πολύ ακριβό μαγαζί με κέικ δίπλα, το θυμάμαι πολύ καλά".

Fairport Convention - I Don't Know Where I Stand (1968)




Το Fairport Convention ήταν ένα υπέροχο ντεμπούτο, επωφελούμενο από μία πρωτοποριακή επιλογή τραγουδιών (συμπεριλαμβανομένων των ιλιγγιωδών versions της Joni Mitchell "I Don’t Know Where I Stand" και "Chelsea Morning", που συμπληρώθηκαν αργότερα με ψυχοτροπική lead κιθάρα και δεύτερα ηλεκτρονικά επεξεργασμένα φωνητικά από τον Matthews), εναρκτήρια ηρωική δουλειά στην κιθάρα από τον Thompson και ένα συνολικό West Coast στυλ ήχου και φωνητικής προσέγγισης αρσενικού-θηλυκού που έδειξαν την μπάντα ευρέως συγκρινόμενη με τους the Jefferson Airplane. (Για κάποιο λόγο, οι Fairport αντέδρασαν σε αυτό. "Οποιοσδήποτε τολμήσει να μας συγκρίνει με τους Jefferson Airplane θα έχει κακά ξεμπερδέματα" είχε πληροφορήσει η Judy την εβδομαδιαία pop εφημερίδα Disc πίσω στον Δεκέμβριο του 1967, λίγο μετά που η Cilla Black είχε σύμφωνα με την Disc, φρικάρει βλέποντας φευγαλέα τους Fairport μαζί με τον Jimi Hendrix και τον Eric Clapton.) Επιπροσθέτως στα καθοριστικά φωνητικά της, η Judy άφησε το σημάδι της στο άλμπουμ ως μουσικός, παίζοντας ηλεκτρική και ακουστική autoharp, φλογέρα και πιάνο. Επίσης συν-έγραψε το "Portfolio". "Ήταν κάτι που είχα γράψει στο σπίτι στο πιάνο μου. Ο Tyger πρόσθεσε μπασογραμμή και οι υπόλοιποι απλά μας συνόδευαν. 
Το φτωχό πιάνο του στούντιο ήταν φρικτά εκτός τόνου επειδή οι Floyd το είχαν χρησιμοποιήσει την προηγούμενη μέρα και ήταν πολύ κουρασμένο..."

Fairport Convention - Portfolio (1968)




Έχοντας συμπληρώσει τα sessions οι Fairport επέστρεψαν στα έγκατα του UFO, του Middle Earth και άλλων groovy underground κλαμπ της εποχής. "Συνεχίσαμε να εμφανιζόμαστε και να περνάμε όμορφα", λέει η Judy. "Έμοιαζε όλο να πηγαίνει περίφημα". Αλλά τα πράγματα θα άλλαζαν. Από το πουθενά ο Joe Boyd είχε προφανώς ενδοιασμούς για ό,τι είδε στην αβεβαιότητα των φωνητικών της Judy, αλλά ισχυρίζεται, "ήταν το κορίτσι του Thompson και εκφοβίζοντάς τους να την διώξουν δεν έμοιαζε ο σωστός τρόπος να ξεκινήσεις μία σχέση". Αλλά μόλις η Judy σταμάτησε να βγαίνει με τον Richard, την άνοιξη του 1968, έγινε ξαφνικά ευάλωτη. "Μόλις πριν κυκλοφορήσει το άλμπουμ, είχα ανεπίσημα πεταχτεί από την μπάντα", λέει τώρα. Έκανε μία τελευταία εμφάνιση στη Ρώμη, που η ίδια ζήτησε να κάνει, εν μέρει με την ελπίδα να δει την πόλη, αλλά επίσης επειδή νόμιζε ότι η μπάντα θα άλλαζε γνώμη και θα της ζητούσε να παραμείνει. Αλλά η συναυλία τελείωσε "και μετά αυτό ήταν. Τους έδωσα πίσω την αγαπημένη μου ηλεκτρική άρπα και έφυγα για το αεροδρόμιο. Μετά έπρεπε να επιστρέψω επειδή είχα ξεχάσει το εισιτήριό μου. Κανείς δεν ήρθε μαζί μου και κανένας δεν υπήρχε καν εκεί να συναντήσω. Αυτά τον Μάιο του 1968".

Fairport Convention - Sun Shade (1968)




Η απόλυση από τους Fairport είχε ένα βαθύ ψυχολογικό αντίκτυπο στην Judy. Αντί για θυμό στην μεταχείριση που της επιβλήθηκε από τους φίλους της, υπέφερε από κρίση αυτοπεποίθησης που, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά ακόμα την "τρώει". "Ήμουν τόσο σοκαρισμένη που μου είχε ζητηθεί να φύγω, που δεν ήξερα αλήθεια τι να σκεφτώ. Ήμουν πολύ πολύ πληγωμένη και νομίζω μόλις υπέθετα ότι θα πρέπει να ήμουν μία αλήθεια πολύ χάλια τραγουδίστρια και αναρωτιόμουν γιατί δεν μου είχαν πει τίποτα πιό πριν. Δεν πίστευα ότι η μπάντα είχε συμπεριφερθεί άσχημα σε μένα...γιατί σε μένα; Ήταν φίλοι μου...δεν νομίζω ότι ο Joe Boyd είχε να κάνει με την κατάσταση αυτή, αν και τώρα αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήταν καθόλου δυστυχής που μου ζητήθηκε να φύγω... Το τελικό αποτέλεσμα της αναχώρησής μου από τους Fairport με αυτό τον τρόπο ήταν να τραυματίσω σοβαρά την αυτοεκτίμησή μου επομένως πάντα έφευγα από κάθε άλλη μελλοντική συνεργασία πριν πεταχτώ πάλι έξω". Οι Fairport προσπάθησαν να συνεχίσουν σαν αντρική μόνο μπάντα, αλλά όταν εμφανίστηκαν σε συναυλίες και το κοινό ρωτούσε πού είχε πάει η τραγουδίστριά τους, αντιμετώπισαν ένα δίλημμα: έχοντας απολύσει την Judy, με τέτοιο αλαζονικό τρόπο, ήταν τόσο αμήχανοι να της ζητήσουν να επιστρέψει. Τον καιρό που επιστράτευσαν την μάλλον πιό γήινη Sandy Denny, η Jude είχε προχωρήσει στο επόμενό της πρότζεκτ. "Κάπως, κάπου συναντήθηκα με τον Ian McDonald (όχι τον Ian Matthews), ο οποίος ήταν τότε στο Army Music School, αλλά στην διαδικασία να φύγει από εκεί. Έπαιζε σαξόφωνο, φλάουτο και κιθάρα και επίσης κάνα εκατομμύριο άλλα πράγματα. Τραγουδήσαμε μερικά τραγούδια μαζί και ήμασταν ζευγάρι για λίγο. Αλλά θέλαμε να παίξουμε με περισσότερους μουσικούς, έτσι βάλαμε αγγελία που ζητούσαμε μουσικούς". Επομένως έτσι έγινε, την 1η Ιουνίου του 1968, η Melody Maker στον τομέα ζητούνται μουσικοί περιελάμβανε την παρακάτω αγγελία.


JUDY'S ADVERTISEMENT

 "Ο Peter Giles μας απάντησε και συναντηθήκαμε με τον Peter, τον αδελφό του Mike και τον φίλο τους Robert Fripp. Μόλις είχαν κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ το The Cheerful Insanity Of Giles, Giles & Fripp και ήταν πολύ λαμπρό επίσης, αλλά δεν νομίζω ο κόσμος να ήταν εντελώς έτοιμος για αυτούς. Ο Ian και εγώ περάσαμε μερικό χρόνο στο διαμέρισμά τους στο Brondesbury Park στο Kilburn και προσπαθήσαμε πολλά τραγούδια μαζί. Τα ηχογραφήσαμε στο Revox του Peter, για να τα ακούμε ξανά. Ήταν δοκιμαστικό αλήθεια επειδή ο Ian και εγώ μόλις τους είχαμε συναντήσει. Σε κάθε περίπτωση μαντεύω τσεκάρανε την φωνή μου και το εύρος της και έβλεπαν πώς διάφορα τραγούδια ακούγονταν με διαφορετικούς συνδυασμούς οργάνων και φωνών. Σίγουρα μου επέκτειναν τις φωνητικές μου ικανότητες! Δεν είμαι σίγουρη ότι είχαμε μιλήσει σοβαρά για να σχηματίσουμε μαζί μία μπάντα σε εκείνο το χρόνο. Απλά συνέχισα και τραγούδησα ότι μου ζητήθηκε να τραγουδήσω-όπως πάντα έκανα με κάθε ένα από τους μουσικούς που δούλεψα μαζί. Ποτέ δεν ήθελα να γίνω ηγέτης μπάντας-είμαι πιό ευτυχισμένη απλά να κάνω ότι μου ζητείται". Η Judy ηχογράφησε μερικά τραγούδια με τους αδελφούς Giles, τον Fripp και τον McDonald συμπεριλαμβανομένου του "I Talk To The Wind" (που στη συνέχεια εμφανίστηκε στο In The Court Of The Crimson King), το ανεξέλεγκτο "Murder" και το "Passages Of Time", το οποίο μοιράστηκε ένα μουσικό μοτίβο με άλλο ένα των Crimson που θα ακολουθούσε "Peace – A Theme" από το In The Wake Of Poseidon). Τον Ιούλιο ωστόσο οι νέοι της συμπαίκτες χάνονταν στην δύση του ήλιου με τον στιχουργό Pete Sinfield και τον παλιό φίλο του Fripp από την Δυτική ακτή, Greg Lake, ναι ναι...για να ξεπεταχτούν λίγο αργότερα ως King Crimson.

Giles, Glies & Fripp featuring Judy Dyble - Under the Sky (1968)




Ακόμα μία φορά έμοιαζε ότι η Judy ήταν μόνη. Το 1969 έφυγε από το σπίτι για να μοιραστεί ένα διαμέρισμα στο Fulham με την καλύτερη φίλη της Soup. "Είχαμε γνωριστεί όταν δουλεύαμε σαν υπάλληλοι στο Moorgate. Ήμασταν και οι δύο στο σχολείο τότε, αλλά παραμείναμε φίλοι (και είμαστε ακόμη και σήμερα). Συναντήσαμε την μπάντα Steamhammer και η Soup ερωτεύθηκε τον κιθαρίστα Martin Quittenton, που κι αυτός την ερωτεύθηκε. Έτσι φύγαμε για το Notting Hill Gate, όπου μοιραστήκαμε και οι τρεις ένα διαμέρισμα. Το δωμάτιό μου είχε μία σπιράλ σκάλα που κατέβαινα σε έναν από αυτούς τους θαυμάσιους κοινόχρηστους κήπους που έβρισκες στο Notting Hill. Στο υπόγειο της διπλανής πόρτας έμενε ο Brian Patten, ένας από τους ποιητές του Liverpool. Ήταν γλυκός, έμοιαζε σαν ξωτικό και πάντοτε μιλούσε με ποίηση, φυσικά... όπως ανέπνεε. Με συνεπήρε. Συνήθιζα να προσέχω την γραφομηχανή του όποτε έπρεπε να φύγει. Μου έδωσε ένα ποίημα που λεγόταν Enchanted Garden, που πολλά χρόνια αργότερα το μετέτρεψα τελικά σε μουσική". Η Judy ηχογράφησε ένα σόλο τρακ εκείνο τον καιρό αν και δυστυχώς δεν βγήκε ποτέ. "Δούλευα σαν γραμματέας στο Revolution Club και η διπλανή πόρτα ήταν η Bryan Morrison Agency που είχε τους the Pretty Things. Ο Bryan μου ζήτησε να ηχογραφήσω ένα τραγούδι τους, το "The Loneliest Person", από το S. F. Sorrow. Ένα όμορφο τραγούδι, αλλά δεν δούλεψε όλο αυτό. Μακάρι να είχα και εγώ μία κόπια του. Στο μεταξύ, του Martin ζητήθηκε να δουλέψει με τον Rod Stewart, μαζί με τον Pete Sears, επίσης μέλος των Steamhammer. Ο Pete μοιραζόταν ένα σπίτι με τον Jackie McAuley και κάπως κόλλησα με αυτούς και προβάραμε μερικά τραγούδια. Μετά ο Pete εξαφανίστηκε (ήταν πάρα πολύ περιζήτητος και πήγε στην Αμερική να φτιάξει τους Silver Meter με τον Leigh Stevens (γκρουπ με ένα LP, που είναι ευσεβής πόθος των απανταχού συλλεκτών) και μετά για να βρεθεί στους Hot Tuna και στους Jefferson Starship και σε πιθανόν κάθε άλλη μπάντα στο γνωστό σύμπαν)-αφήνοντας τον Jackie και μένα να σχηματίσουμε τους Trader Horne



Trader Horne - Growing Man (1970)




Το όνομα ήρθε από τον John Peel, που είπε ότι ήταν το όνομα της νταντάς του. Ο John μου έδωσε την μοναδική άλλη ηλεκτρική autoharp στην χώρα εκείνη την εποχή. Αυτή που έπαιξα στους Fairport ήταν stereo αν και νόμιζα ότι ήταν κι αυτή θύμα του τραγικού τροχαίου ατυχήματος που είχαν. Πρόσφατα ανακάλυψα ότι ακόμα την έχουν. Των Trader Horne ήταν μονοφωνική. Την έχω ακόμα και ακόμα ακούγεται υπέροχα". Στην εικόνα το δίδυμο Dyble-McAuley ήταν κάτι ασυνήθιστο: τα σαν βιβλιοθηκάριου γυαλιά της Judy, το folkie background και η English rose προσωπικότητά της  έμοιαζαν πολύ παράξενα με την συμμετοχή του Jackie στους Them, απ'όπου είχε δραπετεύσει στα σοκκάκια του Μπέλφαστ, μη συμβιβαζόμενος με τον τραχύ R&B ήχο τους ή την ευέξαπτη συμπεριφορά τους.

TRADER HORNE

Ωστόσο ο McAuley ενδιαφερόταν να εξερευνήσει ένα πιό εσωστρεφές ήχο μετά  την κατάρρευση των Belfast Gypsies (Όπως ονομάστηκε το σχήμα μετά τους Them) και αυτή η νέα ένωση έφτιαξε ένα ζευγάρι ωραία single και ένα μεγαλειώδες άλμπουμ, το Morning Way, με παραγωγό τον Barry Murray, τον Αύγουστο του 1969. Η αρχική πρόθεση του Jackie ήταν να δημιουργήσει ένα άλμπουμ με παιδικά τραγούδια, ενώ η συνεισφορά της Jude ήταν, όπως τώρα λέει "ότι συνέβαινε τότε μέσα στο κεφάλι μου". Αυτά περιελάμβαναν το "Velvet To Atone" (γραμμένο μαζί με τον Martin Quittenton) και το μαγευτικό ομώνυμο τραγούδι, το οποίο επίσης εμφανίστηκε σε single στην flipside από το "Sheena" του Jackie.

Trader Horne - In My Loneliness (1970)




Το Morning Way τελικά εμφανίστηκε παλλόμενο στο φώς του ήλιου στην underground Dawn τον Μάρτιο του 1970 με ένα κατάλληλα ποιητικό εξώφυλλο από τον Brian Patten. Αυτό τον καιρό ωστόσο, η Judy είχε εξέλθει του σχήματος, μία απόφαση που μοιάζει να είχε παρθεί από ένα μίγμα κορεσμού λόγω περιοδειών και την έλλειψη αυτοπεποίθησης από μέρους της. "Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη" τολμάει να πει. "Υποτίθεται θα παίζαμε στο Hollywood Festival, που το πρακτορείο μας είχε κάνει μία προσπάθεια να "σπάσει" τα δύο βασικά του σχήματα, εμάς και τον Mungo Jerry. Αλλά είχα ένα είδος ξεσπάσματος/φλασιάς και έφυγα μακριά από τα πάντα. Ζούσα με τον μέλλοντα σύζυγό μου εκείνο τον καιρό, τον Simon Stable, έναν underground DJ και εξαιρετικό μουσικό. Τους άφησα όλους σε δύσκολη θέση και λυπάμαι γι'αυτό".

Trader Horne - Down And Out Blues (1970)



Λοιπόν πώς αισθάνθηκε όταν το Hollywood Festival (που δεν έγινε στην Καλιφόρνια, αλλά στο Newcastle-under-Lyme στο Staffordshire, την 23 και 24 Μαίου του 1970) ανέδειξε τον Mungo Jerry σε σούπερσταρ μέσα σε μία νύχτα; "Δεν νομίζω να νοιαζόμουν για να γίνω σούπερσταρ (ευτυχώς!).  Δεν νομίζω ότι πίστεψα ότι είχα αλήθεια ποτέ φτάσει σε τέτοιο επίπεδο. Ήταν κάτι που άλλοι άνθρωποι έκαναν. Στην πραγματικότητα ήμουν τόσο κακόκεφη και ανήσυχη εξαιτίας αυτού που έκανα για να σκεφτώ τι συνέβαινε στο φεστιβάλ. Ήταν η έλλειψη αυτοπεποίθησης που ήταν το πρόβλημα. Πριν να μου πούν ότι είμαι παράφωνη (ο λόγος που μου ζητήθηκε να φύγω από τους Fairport), ήμουν πολύ χαρούμενη με τα live. Και φοβάμαι αυτός είναι ο λόγος πιθανόν που όλα αυτά τα χρόνια μετά είμαι ακόμα διστακτική να τραγουδήσω live". Ενώ ο άτυχος Jackie McAuley για σύντομο διάστημα προσπάθησε να επαναφέρει τους Trader Horne με την βοήθεια του folkie Saffron Summerfield, η Judy (τώρα κυρία Stable) που μέχρι τότε διατηρούσε χαμηλούς τόνους, ενώνοντας τις δυνάμεις της με αρκετούς μουσικούς της Canterbury σκηνής έκανε ένα σχήμα τους Dyble, Coxhill & the Miller Brothers (γνωστοί και ως DC & MB's ή Penguin Dust), με τους Lol Coxhill και τους αδελφούς Steve και Phil Miller γύρω από την Judy. Επίσης αναμίχθηκε ο μπασίστας Jack Monck, γνωστός ως το τρίτο μέλος στην φευγαλέα μπάντα του Twink και του Syd Barrett, Stars. "Η δική μας κι αν ήταν παράξενη μπάντα" παραδέχεται η Judy "όχι οι Stars". "Κάναμε μερικές συναυλίες στην Ολλανδία και μετά το διαλύσαμε. Τίποτα δεν έχει μείνει από αυτούς. Ούτε ηχογραφήσεις, ούτε φωτογραφίες, μόνο μία παλιά λίστα (που δείχνει ότι το "One Sure Thing" ήταν ακόμα στο ρεπερτόριό της). Ήταν πολύ καλό, αν και jazzy, όπως ο Lol έτεινε να είναι". Γύρω στον ίδιο χρόνο, η Judy ηχογράφησε ένα υποτιθέμενο σόλο single "A Better Side of Me", με τον παραγωγό της Liberty Records και αργότερα εγκέφαλο των Wombles, Mike Batt στο πηδάλιο. Όταν απέτυχε να εμφανιστεί, η Judy γύρισε την πλάτη σε μία καριέρα. Μετά από μία σύντομη δουλειά για την Shelter, η Judy και ο σύζυγός της άφησαν το Λονδίνο το 1973 για να ζήσουν στο Northamptonshire. "Επέστρεψα στην δουλειά της βιβλιοθηκάριου και ο άντρας μου άρχισε να αναπαράγει κασσέτες, δουλειά η οποία συνεχώς μεγάλωνε. Μετακομίσαμε σε ένα χωριουδάκι στο Oxfordshire και η εταιρεία αλήθεια απογειώθηκε. Είχαμε δύο παιδιά και συνεχίζαμε να εργαζόμαστε. Και έκανα ένα single το "Satisfied Mind"-ένα τραγούδι που είχε ηχογραφηθεί από τους the Byrds πίσω στα μέσα του '60 και είχε επίσης παρουσιαστεί στην αυθεντική λίστα των Fairport με δύο κιθαρίστες τον Jon Hooker και τον Ron Pickering, που είχαν έρθει να ηχογραφήσουμε ένα single της Shelter στο υπόγειό μας. Αποκαλούμασταν Septic Tank ένα τρομερό όνομα αλήθεια, που ήταν ένα είδος αστείου του Simon". Ακόμα μία ασυνήθιστη δημιουργία του Simon και της Judy ήταν η ηχογράφηση μιάς όμορφα τραγουδισμένης προσαρμογής του "Amazing Grace". Όπως εξηγεί η Judy "Ο Simon πάντα έψαχνε τρόπους να διαφημιστεί και εμφανίστηκε με αυτό το συγκεκριμένο όνομα για μία κασσέτα χρωμίου το Mirror Master. Έκλεψα τις λέξεις του "Amazing Grace" για να τραγουδήσω ‘Amazing tape, how true the sound…’ κλπ. Ο Bob Harris και ο Simon έκαναν τα voiceovers, και ο Adrian Wagner, που συνέχισε για να εφεύρει το Wasp synthesizer, παρείχε το backing.” Ο Wagner είχε ουσιαστικό ρόλο στο να ηχογραφήσει η Judy μία βερσιόν του "See Emily Play"-αν και αντί να αντιγράψουν το περιστρεφόμενο, βαρύ ψυχεδελικό συναίσθημα του ορίτζιναλ των Floyd, η βερσιόν τους (που έφτασε μόνο ως demo) ήταν τελείως διαφορετική.

Judy Dyble - See Emily Play




Ήταν μία ενδιαφέρουσα συνεργασία. "Υπήρχε λίγη κουβέντα για να κάνουμε κάτι περισσότερο με τον Adrian, αλλά δεν βγήκε κάτι", λέει η Judy. "Εκείνο τον καιρό ήμουν μητέρα δύο πολύ μικρών παιδιών, που προσπαθούσα να τα βγάλω πέρα με την γονεϊκή ιδιότητα, βοηθώντας τον Simon να διευθύνει την εταιρεία του. Αλλά επανήλθα στον ενεργό μου ρόλο δυό φορές σαν γκεστ στο Cropredy festival στο Broughton Castle το 1981 και ξανά το 1982. Φοβήθηκα πολύ και τις δύο φορές και είμαι σίγουρη ότι έγινε ορατό. Επίσης εμφανίστηκα σε δύο παντομίμες και αυτό ήταν όλο". Δυστυχώς η βαθμιαία επιστροφή της Judy στον κόσμο της μουσικής ήρθε μόνο μετά την προσωπική της τραγωδία. "Ο Simon πέθανε το 1994 και πέρασα κάποια από τα επόμενα χρόνια σε κατάσταση απάθειας. Τα παιδιά μεγάλωσαν και πήγαν στο πανεπιστήμιο. Το 1997 οι Fairport μου ζήτησαν εάν θα ήθελα να τραγουδήσω στην 30η επέτειο στο Cropredy. Είπα ναι, χωρίς να σκεφτώ και πέρασα τους επόμενους μήνες τρώγωντας τα νύχια μου και προσπαθώντας να σκεφτώ ένα τρόπο να βγώ από όλο αυτό. Την πρώτη πρόβα αισθάνθηκα πολύ απαίσια. Θυμάμαι δεν είχα δει κανέναν από αυτούς για 20 χρόνια και αν και όλοι έπαιζαν και ποτέ δεν σταμάτησαν, δεν είχα αλήθεια τραγουδήσει ούτε μία νότα. Δεν είχα εξασκηθεί καθόλου και αισθανόμουν πολύ ντροπαλή μπροστά σε όλους αυτούς τους τώρα διάσημους μουσικούς. Με δυσκολία έβαλα δύο λέξεις μαζί και αλήθεια αισθάνθηκα ότι ήταν λάθος. Μετά μου είπαν να έπαιζα σε μία εμφάνισή τους στο Mill επίσης. "Τι;" σκέφτηκα, "πρέπει να το κάνω και δεύτερη φορά; γαμώτο!" Αλλά ένα παράξενο πράγμα συνέβη εκεί. Ανέβηκα στη σκηνή για να ξεκινήσω να τραγουδάω στην πρόβα και ξαφνικά τα χρόνια που μεσολάβησαν εξαφανίστηκαν. Θυμήθηκα που έπρεπε να σταθώ και πώς να τραγουδήσω. Νομίζω οι άλλοι ξαφνιάστηκαν λίγο. Ξέρω ήμουν αλήθεια τρομαγμένη, αλλά ευτυχισμένη και όταν ήρθε η απογευματινή μας εμφάνιση πήγε αλήθεια πολύ καλά. Το κοινό ήταν τόσο φιλικό και θετικό και όλα με μιάς ήταν υπέροχα, το να τραγουδάω με τον Richard, τον Simon και τον Ashley ξανά, όπως τις παλιές καλές μέρες. Το Cropredy ήταν η απόλυτη ευτυχία. Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν έπαιξα και όλα ότι έβλεπα ήταν μία θάλασσα από πρόσωπα που έμοιαζαν να με καλωσόριζαν. 



FAIRPORT CONVENTION

Το 2002 οι Fairport μου ζήτησαν ξανά να τραγουδήσω στην 35η επέτειο και είπα ξανά το ναι. Δεν μπορώ να σκεφτώ ένα καλό λόγο που να μην το έλεγα το ναι, έτσι νάμαστε πάλι. Αυτή την φορά ο Iain Matthews ήταν μαζί μας. Ακόμα μία φορά, οι πρώτες πρόβες ήταν μάλλον κουραστικές. Μην ξεχνάμε ότι είχα να δω τον Iain πάνω από τριάντα χρόνια. Αλλά συνέβη το ίδιο πράγμα που είχε συμβεί και πριν. Με το ζέσταμα στο Mill όλα πήραν το δρόμο τους και στο Cropredy ήμουν πολύ ήρεμη. Είχε πιό πολύ κέφι από ότι είχε το 1997 και ευχήθηκα να ήταν εκεί ο Simon μου, να με ακούσει να τραγουδάω. Τα παιδιά μου είχαν και τα δύο τότε φύγει από το σπίτι και είχα μάθει να ζω με τα σκυλιά μου". Η Judy πέρασε μία έντονη απογοήτευση μετά το Cropredy του 2002, αν και η δουλειά της στην τοπική βιβλιοθήκη περιστασιακά ζωντάνευε με την θέα πελατών να φορούν T-shirts των Fairport με το όνομά της στο πίσω μέρος. Ξαφνικά ωστόσο, δέχθηκε μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση. "Ο Marc Swordfish της techno / dance / trance μπάντας Astralasia επικοινώνησε μαζί μου. Θα μπορούσα να τραγουδήσω κάτι γι'αυτόν, καθώς πάντοτε του άρεσε η φωνή μου στους Trader Horne; Μου έστειλε μερικά loops, μέρη δηλαδή που το ίδιο riff έπαιζε συνέχεια. Δεν είχα ποτέ πριν ακούσει κάτι παρόμοιο και αρχικά το βρήκα πολύ δύσκολο να δουλέψω πάνω σε αυτό, αλλά σταδιακά ένα-δύο από τα loops άρχισαν να σχηματίζουν μία φράση και ένα ρυθμό. Έτσι την στιγμή που εμφανίστηκε να με δεί με το λάπτοπ του, είχα δύο σετ έτοιμα να τραγουδήσω. Και αυτό έκανα. Αυτός τα ηχογράφησε και έφυγε. Δυό μήνες αργότερα μου έστειλε μία κόπια μιξαρισμένη. Εντυπωσιάστηκα με αυτό που είχε κάνει. Έτσι σταδιακά τα επόμενα δύο χρόνια δουλέψαμε με την ίδια μέθοδο και τελειώσαμε με ένα ολόκληρο CD από φρέσκα τραγούδια, το Enchanted Garden".

Judy Dyble - Enchanted Garden (2004)




Κυκλοφορώντας το 2004 το Enchanted Garden (το ομώνυμο κομμάτι τελικά παρείχε μία θέση στο ποίημα που της είχε δώσει ο Brian Patten πάνω από τριάντα χρόνια πριν) αντιπροσώπευε μία συναρπαστική επιστροφή της Judy στην αγορά ρίχνοντας μία φωνή που πάντοτε ήταν συνδεδεμένη με την folk στα τέλη της δεκαετίας του '60 και ήταν η πεμπτουσία της Αγγλικής υπαίθρου απέναντι σε ένα προκλητικά σύγχρονο μουσικό φόντο. Το αποτέλεσμα σε τραγούδια όπως το "Rivers Flow", το "Starcrazy" (οι στίχοι του οποίου είχαν γραφτεί κατά την διάρκεια των Trader Horne) και το κομμάτι που άνοιγε το δίσκο "Summer Gathers" έμοιαζε με την New Age trancefolk και το υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό αρκετοί σχολιαστές που το πήραν. Η Judy διασκέδασε την εμπειρία τόσο πολύ που συνέχισε να εργάζεται με τον Marc Swordfish και δύο ακόμα συνεργασίες τα Spindle και Whorl προέκυψαν το 2006 για να συμπληρώσουν την τριλογία των Dyble / Swordfish.

Judy Dyble - Dreamtime (2009)




Και τα δύο περιείχαν σύνδεσμους στο μουσικό παρελθόν της Judy. Ο παλιός της φίλος Robert Fripp συνεισέφερε στην lead guitar και σε ότι αναφέρεται στα credits ως ‘soundscape’, ενώ έκανε ξανά το "I Talk To The Wind" και το "See Emily Play", με βιολιά και keyboards από τον Simon House, έναν βετεράνο του Αγγλικού underground με σχήματα όπως οι High Tide, Third Ear Band και Hawkwind. Το 2006 και 2007 ο Simon και η Judy δούλεψαν μαζί μερικά demos και επίσης η Judy ηχογράφησε το μυστηριώδες νανούρισμα "Little No-One" στο πρότζεκτ Songs From The Blue House. Αλλά δεν ήταν πριν το 2008 που επέστρεψε στα φώτα της δημοσιότητας. Με backing μπάντα τους Conspirators, η Judy έκανε μία νέα βερσιόν του "One Sure Thing", ενός κομματιού που είχε εμφανιστεί στο πρώτο άλμπουμ των Fairport 40 χρόνια νωρίτερα.

The Conspirators featuring Judy Dyble - One Sure Thing (2008)




Κυκλοφορώντας σε βινύλιο και CD έφτασε το νο7 στα indie charts, αν και κάπως το όνομα της Judy δεν μπήκε στα credits, με το τραγούδι ύποπτα να εμφανίζει μόνο το όνομα των Conspirators. Το 2009 η Judy κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ το Talking With Strangers, μία συνεργασία με τον Tim Bowness και τον Alastair Murphy, που χαιρετίστηκε από το BBC ως ένας "σοφιστικέ θρίαμβος". Διαπιστώστε το και εσείς:

Judy Dyble - Jazzbirds (2009)




Για τα επόμενα δύο χρόνια δούλεψε σε ένα άλμπουμ που ονομάστηκε Newborn Creatures. Δύο από τα τραγούδια εμφανίστηκαν στο περιοδικό Classic Rock σε ένα compilation CD το 2011, αλλά τα υπόλοιπα απέτυχαν να δούν το φως της ημέρας. Τον χρόνο που δινόταν η συνέντευξη ένα από τα τραγούδια αυτού του πρότζεκτ ξαναπιάστηκε από την Judy με τον Alastair Murphy και μαζί με άλλα τραγούδια νέα και παλιά θα σχηματιζόταν η βάση για ένα νέο άλμπουμ.

Judy Dyble - Earth Is Sleeping (2018)



Αλλά θα γίνονταν και άλλα συναρπαστικά βήματα από δίσκους/ανθολογίες και άλλους δίσκους μέχρι τον Ιούλιο του 2018, σε μία ασταθή καριέρα, που παρά μία παύση τριών δεκαετιών, ξεκάθαρα ακόμα έχει την ικανότητα να εκπλήσει και να ευχαριστεί.

JUDY



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

The Chambers Brothers




THE CHAMBERS BROTHERS



Soul-Funk-Psych




Οι The Chambers Brothers είναι περισσότερο γνωστοί για τις soul-funk-ψυχεδελικές τους ηχογραφήσεις στα τέλη του '60 και αρχές '70 και ιδιαιτέρως για το τεράστιο χιτ τους "Time Has Come Today". Η επιτυχία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα οι βαθιές γκόσπελ και μπλουζ ρίζες τους να αγνοηθούν. Δεν είναι ευρέως γνωστό, ακόμα και ανάμεσα σε φαν του γκρουπ ότι είχαν καταφέρει να ηχογραφήσουν αρκετά άλμπουμ με αξιόλογο υλικό, που βρισκόταν κοντύτερα σε αυτές τις ρίζες πριν κατακτήσουν το στάτους των σταρ. Τέσσερα LP εμφανίστηκαν στην Vault Records, όλα τους τώρα πιά σε επανεκδόσεις.

When the Evening Comes (1971)


Πολλοί μεγάλοι Αφροαμερικανοί της soul και της rock προέρχονταν από ταπεινές ρίζες, αλλά ελάχιστοι από τόσο ταπεινές όσο οι The Chambers Brothers. Ο Willie, o Joe, o Lester και ο George Chambers ήταν μόνο τα 4 από τα αδέλφια, σε μία οικογένεια που είχε άλλα τέσσερα αγόρια και πέντε κορίτσια. Από νεαρή ηλικία, δούλευαν στα χωράφια του πατέρα τους, στις βαμβακοφυτείες και σχεδόν σε κάθε άλλο είδος που θα μπορούσε να καταναλωθεί. Υπήρχε χρόνος για τραγούδι ωστόσο, και στα χωράφια και στο σπίτι, όπως επίσης και στην εκκλησία και σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Σύμφωνα με την τραγουδίστρια της folk Barbara Dane, (την οποία τα αδέλφια είχαν συνοδεύσει στο LP της Barbara Dane and the Chambers Brothers): "Μερικές φορές ζήταγαν από τα μικρά αγόρια να τραγουδήσουν για εύπορους λευκούς και η αμοιβή τους ήταν...ένα μήλο". Η παραδοσιακή παρουσίαση αυτού του μήλου/αμοιβής ήταν με ένα κομμάτι να έχει αφαιρεθεί με δαγκωνιά, έτσι ώστε ο καθένας να κρατάει τη κοινωνική του θέση. Όσο και εξευτελιστική να ήταν η αμοιβή, όπως και ο Willie Chambers λέει διηγούμενος την ίδια ιστορία: "Αυτό το μήλο εξακολουθούσε να είναι κάτι περισσότερο από ότι είχαν τα άλλα παιδιά και στο μεταξύ, διασκεδάζαμε τόσο πολύ με το να τραγουδάμε, ώστε δεν μας ένοιαζε για την αμοιβή μας". Η οικογένεια μετακόμισε στο Λος Άντζελες στα μέσα της δεκαετίας του 1950 αναζητώντας καλύτερη ζωή, αλλά και για να ξεφύγουν από τις σκληρές προκαταλήψεις που υπέμεναν οι νέγροι. Αρχικά οι Willie, Joe, Lester και George ερμήνευσαν γκόσπελ, συχνά στην εκκλησία τις Κυριακές και για λίγο το γκρουπ τους περιλάμβανε επίσης τραγουδιστές εκτός οικογενείας, όπως τον Tommy James και τον Oscar Reed. "Αυτό που συνηθίζαμε να κάνουμε" λέει ο Joe, "ήταν επειδή είχαμε τόσο όμορφες αρμονίες, να τραγουδάμε τα αδέλφια στο background ενώ είχαμε άλλους τραγουδιστές στα lead vocals. Πάντοτε όμως αποκαλούμασταν the Chambers Brothers". Αρχές του '60 με τον Joe και τον Willie στην κιθάρα, τον Lester στη φυσαρμόνικα και τον George στο washtub μπάσο, άρχισαν να επιχειρούν έξω από το γκόσπελ, παίζοντας σε καφέ που έκλειναν folk σχήματα. Το Ash Grove, ένα από τα πιό δημοφιλή folk κλαμπ του Λος Άντζελες, έγινε ένα ιδιαίτερα αγαπητό στέκι, φέρνοντάς τους σε επαφή με τους Hoyt Axton, Ramblin' Jack Elliott, Reverend Gary Davis και Barbara Dane. Και ήταν η τελευταία που έγινε η μεγαλύτερη υποστηρίκτριά τους, όχι μόνο παίζοντας μαζί τους στη σκηνή και ηχογραφώντας μαζί, αλλά επίσης κάνοντας περιοδείες μαζί. Αυτή ήρθε σε επαφή με τον Pete Seeger ώστε να βοηθήσει να βάλουν τα αδέλφια στους εμφανιζόμενους στο Newport Folk Festival στα μέσα του '60 και το τραγούδι τους "I Got It," μπήκε στο compilation LP Newport Folk Festival (1965) από την Vanguard. Ακόμα κι αν το γκρουπ βρήκε πιό ευρεία αποδοχή μέσα στην folk κοινότητα, ωστόσο, όπως πολλοί του folk κυκλώματος, αισθάνθηκαν την έλξη προς το ηλεκτρικό rock'n'roll. "Ο κόσμος πηδούσε και έσπαγε τους φράκτες και έτρεχε και ορμούσε στη σκηνή-ήταν απίστευτα" θυμάται ο Joe Chambers από την εμφάνισή τους το 1965 στο φεστιβάλ. "Το Newport ποτέ δεν είχε δεί ή ακούσει κάτι τέτοιο. Και αφού τελειώσαμε και ησύχασε τελικά το πλήθος, ο παρουσιαστής επέστρεψε και μας είπε: "Είτε το γνωρίζετε είτε όχι αυτό ήταν rock'n'roll". Εκείνο το βράδυ έπαιξαν και σε ένα κονσέρτο μετά το φεστιβάλ για όσους καλλιτέχνες παρουσίασαν και λίγο αργότερα πήγαν σε ένα session για ηχογράφηση στον Bob Dylan, ο οποίος μόλις είχε κάνει την μετάβασή του στον ηλεκτρισμό. Όμως ας περάσουμε να δούμε την δισκογραφική τους δουλειά.

People Get Ready (Vault 9003) 5/66


Πριν από το top 20 χιτ τους "The Time Has Come Today" στην Columbia το 1967, οι The Chambers Brothers είχαν ηχογραφήσει για δευτερεύουσες εταιρείες όπως η Folkways και η Vault. Έχοντας κυκλοφορήσει το 1966, μόλις πριν την μεγάλη επιτυχία τους, το People Get Ready ήταν το πρώτο από τα δύο LP που έγιναν κατά την διάρκεια της θητείας τους στην Vault. Ηχογραφημένο θεωρητικά σε κλάμπ στο Λος Άντζελες και στην Βοστώνη το 1965, παρουσιάζει μία ποικιλία από μπλουζ, πρώιμη rock, σόουλ και ποπ. Ενώ σίγουρα δεν είναι τόσο πρωτοποριακό ή συναρπαστικό όσο το πιό περιπετειώδες υλικό τους στην Columbia, είναι ακέραιες αποδόσεις που σηματοδοτούνται από τις εξέχουσες αρμονίες των Chambers. Αν και ποτέ φανταχτερή, η ικανή κιθαριστική δουλειά του Joe και η επιδεξιότητα του Lester στην φυσαρμόνικα παρέχουν κατάλληλη ορχηστρική στήριξη, με ένα δεύτερο κιθαρίστα τον Willie, τον George στο μπάσο και έναν άγνωστο ντράμερ (πιθανώς όχι ο Brian Keenan) να κρατάει το ρυθμό. Όπως πολλά σύγχρονα (αλλά κυρίως λευκά) γκρουπ βγάζουν την επιρροή από τον Jimmy Reed με το "Yes, Yes, Yes" (μιά βερσιόν με άλλο τίτλο το "Goin' Upside Your Head") και το "You've Got Me Running". Ακόμα και η βερσιόν του Johnnie Taylor "You Can Run" είναι φτιαγμένη στο χαρακτηριστικό στυλ των μπλούζμεν. Το "Reconsider Baby" είναι μία μνεία στον Lowell Fulson, ενώ η rock απόδοση του "Summertime" από την όπερα Porgy & Bess προηγείται χρονικά από την βερσιόν των Big Brother & The Holding Company το λιγότερο δύο χρόνια. Η πρώιμη σόουλ αντιπροσωπεύεται από διασκευές των "Reople Get Ready", "Money", "Your Old Lady" και "It's All Over Now". Το "Tore Up" είναι μία καλή εκδοχή του κλασικού του Hank Ballard και το "Hooka Tooka", ενώ πιθανώς είναι εμπνευσμένο από το χιτ του Chubby Checker τον προηγούμενο χρόνο, επιδεικνύει μία έμμεση folk επιρροή.

People Get Ready (1966)


Το "Call Me" είναι το μόνο κομμάτι που δεν είναι διασκευή (τα credits πάνε στον  Joe και στον Willie), ενώ ένας ωραίος τόνος οφείλεται ελαφρώς στον ήχο των Isleys, αν και αυτό δεν είναι κακό. Και ο καθένας θα πρόσεχε το κουδούνι, το οποίο φυσικά θα χρησιμοποιείτο για παρόμοιο αποτέλεσμα στο "The Time Has Come Today".



Now! (Vault 115) 5/67


Άλλο ένα live LP μάλλον έχοντας ηχογραφηθεί αργότερα από το προηγούμενο, γύρω στο 1965 ή αρχές του 1966. Συνολικά είναι μία δυνατότερη συλλογή από τραγούδια και τα αδέλφια ροκάρουν με περισσότερη σιγουριά αυτή τη φορά. Όπως με το People Get Ready, τα κομμάτια που περιέχονται είναι μπλουζ, ροκ και σόουλ από τα τέλη του '50, αρχές '60. Μολονότι δύσκολα καινοτόμο, ο τρόπος που αποδίδουν εκτιμάται για την ευθύτητα και την έλλειψη προσποίησης. Μουσική σαν αυτή ακούγεται τόσο φυσική να έρχεται από τέσσερα μαύρα αδέλφια από την ύπαιθρο του Μισσισσιππή, που είχαν μεγαλώσει μέσα στην ανέχεια. Τα πράγματα αρχίζουν δυνατά με το "High Heel Sneakers" και το στάνταρ διατηρείται από εκεί και πέρα. Οι Chambers χρησιμοποιούν τις εξέχουσες φωνητικές τους αρμονίες για ένα άριστο αποτέλεσμα στο "Baby Please Don't Go" (στην πραγματικότητα μία διασκευή του "Please, Please, Please" του James Brown και το "What I'd Say", που αργότερα έγινε η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ. Δεν έχει σημασία πόσες φορές έχετε ακούσει αυτό το κλασικό κομμάτι του Ray Charles. Η 8λεπτη βερσιόν ακούγεται φρέσκια και ζωηρή με τη συναρπαστική τους ερμηνεία να το φτάνει σε άλλο επίπεδο. Το ίδιο γίνεται και με το "Long Tall Sally". Χωρίς αμφιβολία είστε οικείοι με το ορίτζιναλ του Little Richard, αλλά αυτή είναι μία καθηλωτική παρουσίαση με την lead guitar του Willie να παίρνει την θέση του φρενήρους πιάνου του Little Richard. Το "Bony Maronie" είναι μία ωραία αναθεωρημένη βερσιόν του τραγουδιού του Larry Williams, ενώ το "It's Groovin' Time" (ένα καλό, μπλουζ ύφους τραγούδι του Joe Chambers) είναι το μόνο ορίτζιναλ. Είναι δύσκολο να πούμε ποιός ενέπνευσε τους Brothers να κάνουν το "C.C. Rider", από την στιγμή που αυτό το τραγούδι πηγαίνει πολύ πολύ πίσω, αλλά σίγουρα το κάνουν καλά.

C.C. Rider (1967)


Το κομμάτι που κλείνει "So Fine" (των The Fiestas), είναι ένα τραβηγμένο σε διάρκεια τραγούδι, αλλά τα υπέροχα φωνητικά του γκρουπ θα βοηθήσουν να αγνοήσετε τέτοιες ασημαντότητες.



Shout! (Vault 120) 12/68


Το υλικό που μαζεύτηκε για αυτό το LP που κυκλοφόρησε το 1968, χρόνο που οι The Chambers Brothers ηχογραφούσαν για την Columbia, αντανακλά αυτή την συναρπαστική και μέχρι ένα βαθμό δύσκολη μετάβαση. Πρώτη πλευρά, όπως το σύνολο των δύο προηγούμενων LP που η Vault είχε κυκλοφορήσει, ηχογραφήθηκε live και κυρίως αφιερώθηκε στο R&B και στις soul προσανατολισμένες διασκευές. (Ίσως αυτά τα κομμάτια, όπως εκείνα που κυκλοφόρησαν στα δύο προηγούμενα άλμπουμ, ηχογραφήθηκαν στο Ash Grove στο Λος Άντζελες και στο Unicorn στη Βοστώνη, αν και το εξώφυλλο του δίσκου δεν γράφει ακριβώς). Το "Johnny B. Goode" του Chuck Berry ακολουθείται από ένα από τα πιό λαμπρά γκόσπελ-μπλουζ τους το θρηνητικό "Blues Get Off My Shoulder" (γραμμένο και αρχικά ηχογραφημένο από τον Bobby Parker σε single το 1958).   

Blues Get Off My Shoulder (1968)


Μετά έρχεται ένα 9λεπτο ποτ-πουρί που κυμαίνεται ανάμεσα στις πιό γκόσπελ ηχογραφήσεις, αρχίζοντας με το παραδοσιακό "I Got It" (αυτό που είπαν στο Newport) και περνάει ομαλά στο "Shout" των Isley Brothers, ένα κλασικό, που αν και χιτ το 1959, ήταν από την ορίτζιναλ βερσιόν του rock/γκόσπελ κατά βάθος. Σε αντίθεση η δεύτερη πλευρά ήταν ολόκληρη αφιερωμένη στις στουντιακές ηχογραφήσεις και κυρίως σε ορίτζιναλ υλικό, πολύ από το οποίο βρήκε το γκρουπ να σχεδιάζει κάτι από pop-folk-rock στον ήχο του. Ενώ διασκευές των the Fiestas ("So Fine", που σε live βρίσκεται στο προηγούμενο άλμπουμ) και το "Pretty Girls Everywhere" ένα rock 'n' roll του 1959 από τον Eugene Church, ήταν τυπικά του είδους που ηχογραφούσαν live, οι δικές τους συνθέσεις πήγαιναν σε πιό περιπετειώδες έδαφος. Το "There She Goes" ήταν R&B rock, συμπληρωμένο με φυσαρμόνικα που ακουγόταν σχεδόν σαν θέμα που θα συμπλήρωνε ένα αρχικό LP των Rolling Stones. Το "Seventeen" του Joe Chambers είχε πολύ γκόσπελ και στα lead αλλά και στα backing vocals, αλλά με αποφασιστικούς λαικούς ρομαντικούς στίχους. Πολύ πιό εκπληκτικό είναι το "It Rained the Day You Left" του Joe, το οποίο είναι πολύ στο πνεύμα της τάσης για folk-rock στα μέσα του '60 και στη μελωδία και στα riff της κιθάρας και οφείλει πολλά σε γκρουπ όπως οι the Beau Brummels παρά σε blues ή R&B. Επίσης το "Love Me Like the Rain" είναι πιό συνειδητά σε εκλεπτυσμένες Καλιφορνέζικες ηλιόλουστες pop-rock αρμονίες.

Love Me Like the Rain (1968)


Γραμμένο από τον Brian Keenan, που επίσης φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι είχε πάει σαν ντράμερ στο lineup των the Chambers Brothers τον καιρό που έκαναν τις τελευταίες τους ηχογραφήσεις στη Vault, αν και πιθανόν δεν βρίσκεται σε όλο το υλικό τους στη Vault, καθώς ο Ed Michel (παραγωγός του 1ου LP) πιστεύει ότι ο Keenan δεν έπαιξε ντραμς σε αυτό. Το γκρουπ θα κυκλοφορούσε μία διαφορετική ηχογράφηση του ίδιου τραγουδιού σε ένα single στην Columbia το 1967. Ένα είναι σίγουρο. Το εξώφυλλο στο Shout! που δείχνει τον Keenan στο lineup δεν χρονολογείται από τον καιρό που το γκρουπ ηχογραφούσε στη Vault. "Αυτές οι φωτογραφίες προέρχονται από ένα κονσέρτο που δώσαμε στα τέλη του '60 στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ", αποκαλύπτει ο Joe Chambers. "Όι φωτογραφίες αυτές ήρθαν από την Columbia. Πάντα μας μπέρδευε πώς έκαναν τέτοια συμφωνία να χρησιμοποιήσουν φωτογραφίες της Columbia σε άλμπουμ της Vault. Συνέβαινε κάτι παράξενο". Και για το credit για την σύνθεση του Keenan στο "Love Me Like the Rain", ο Joe Chambers συμπληρώνει, "Ο Brian δεν ήταν μαζί μας όταν ηχογραφούσαμε για την Vault και δεν έπαιξε σε τίποτα από όλο αυτό το υλικό".


The Time Has Come (Columbia CL2722 / CS9522) 1967


Το ομώνυμο τρακ είναι ένα ψυχεδελικό αριστούργημα, αλλά όποιος περιμένει να είναι και τα υπόλοιπα στο ίδιο στυλ μάλλον θα απογοητευθεί. Έχει παίξει σε εκατοντάδες ταινίες και σόου στην τηλεόραση, αλλά και σε video games και έχει διασκευαστεί από την Cheryl Crow μέχρι την Joan Jett και τους the Ramones.

Time Has Come Today (1967)


Τα υπόλοιπα είναι πρώτης ποιότητας soul και R&B και θυμίζουν πολύ τους The Temptations.



A New Time-A New Day (Columbia CS9671) 10/68


Όπως πολλά άλμπουμ που κυκλοφόρησαν χάριν της εμπορικότητας, έτσι και αυτό δεν μπορεί να εξισωθεί με το προηγούμενο, αλλά ωστόσο υπάρχουν πολλές καλές στιγμές που ενισχύουν την θέση των αδελφών, ως ένα από τα καλύτερα μαύρα σχήματα της Αμερικής (όχι ότι υπήρχαν τότε πολλοί Αφροαμερικανοί που έπαιζαν αυτό το είδος της μουσικής). Διατηρώντας το στυλ του πρώτου τους άλμπουμ στην Columbia, δεν θα καταφέρουν να πάνε πολύ μακριά από την πόλη τους, αλλά καταφέρνουν να κάνουν την μουσική τους όπως και στο The Time Has Come ψυχεδελοποιημένη. Δεν υπάρχει έλλειψη φωνητικών αρμονιών, εννοώντας ότι ακόμα και το μη ορίτζιναλ υλικό που έχει διασκευαστεί από πολλούς άλλους, ακούγεται φρέσκο όταν το παρουσιάζουν αυτοί. Η βερσιόν του "Can't Turn You Loose" από τον Ottis Redding σκαρφάλωσε μέχρι το νο37 το 1968 και είναι αρκετά καλό, σχεδόν σαν το ορίτζιναλ. Το ίδιο ισχύει και για το "Guess Who" του Jesse Belvins. Το δικό τους "Do Your Thing" δεν περιέχει πολύ ευφάνταστους στίχους, αλλά έχει το κατάλληλο groove για να σε ταρακουνήσει. Μόνο οι Chambers θα μπορούσαν να είχαν κάνει μία τόσο συναρπαστική ερμηνεία του "Where Have All the Flowers Gone?" του Pete Seeger. Από την στιγμή που το "Love Is All I Have" γράφτηκε από τον Brian Keenan θα μπορούσε να θεωρηθεί blue-eyed soul, αλλά πώς θα το αποκαλούσαμε έτσι όταν τραγουδούν τέσσερις μαύροι από το Μισσισσιππή; Στα Highlights: "You Got the Power-to Turn Me On" είναι οι μπερδεμένες κιθάρες του Joe και του Willie και η soulful φυσαρμόνικα του Lester, ενώ στο παραπονιάρικο " I Wish It Would Rain" είναι τόσο καλοί όσο και οι The Temptations. Το "Rock Me Mama" είναι μία διασκευή με παρόμοιο τίτλο του "Rock Me Baby", το οποίο περιέχει την συναρπαστική κιθάρα του Joe. Από την πένα του Willie το "No, No, No, Don't Say Goodbye" ακούγεται παρόμοιο με το "Do Your Thing". Οι λέξεις δεν σου μένουν πολύ αφού ακούσεις το τραγούδι, αλλά ορχηστρικά είναι εντυπωσιακό. Το "Satisfy You" ακούγεται σαν τον παλιό γκόσπελ ήχο τους, εστιάζοντας στις υπέροχες αρμονίες τους.

Satisfy You (1968) 




Τελικά το ομώνυμο κομμάτι θεωρείται από κάποιους τίποτα άλλο παρά ένα πεζό "The Time Has Come". Ενώ είναι αλήθεια ότι παρουσιάζει ένα δυνατό κουδούνι και μία σχεδόν επική διάρκεια, θα έπρεπε να εκτιμηθεί για τις δικές του αξίες. Ο Joe και ο Willie με τις κιθάρες τους να παίζουν σαν η raga να συναντάει τα blues και οι ήχοι τους να ξεδιπλώνονται σαν ψυχεδελικά ερπετά καθ'όλη την 7λεπτη διάρκεια με απόκοσμες φωνές και κλάματα στο background. Συμπερασματικά είναι μία από τις ωραιότερες στιγμές της μαύρης μουσικής.


Love, Peace & Happiness (Columbia KGP 20) 2/70


Αυτό το δύσχρηστο διπλό LP είναι δυσοίωνα χωρισμένο σε live και στούντιο πλευρές. Tο πρώτο είναι οριακά καλύτερο, με μία funky αλα Temptations αίσθηση. Ωστόσο οι εξαιρετικά τραχιές φωνητικές αρμονίες δεν εξυπηρετούνται από τα αχρείαστα παρατεταμένα ορχηστρικά περάσματα. Το στούντιο LP κάποιες φορές τα καταφέρνει και κάποιες όχι.

If You Want Me To (1968)



Η πρώτη πλευρά έχει μερικά πολύ καλά R&B ("Let's Do It" και "If You Want Me To", αλλά όλη η δεύτερη πλευρά αναλώνεται από το ομώνυμο κομμάτι, το οποίο παρά την επίδειξη ταλέντου έχει έπαρση αλλά και νωθρότητα.


New Generation (Columbia C 30032) 2/71


Αν συγκριθεί με πιό διάσημα επηρεασμένα από το LSD Αφροαμερικανικά γκρουπ όπως οι Funkadelic, οι Chambers ήταν αρκετά πιό μπροστά. Το New Generation το προτελευταίο τους άλμπουμ για την Columbia είναι το αναγνωρισμένο τους επίτευγμα και αναμιγνύει τέλεια τις γκόσπελ ρίζες τους, της υπαίθρου του Μισσισσιπή με τις εκλεκτικές τους επιρροές από την δεκαετία του '60. Τα ντραμς που αρχίζουν το "Are You Ready?" δίνουν στον ακροατή μία καλή ιδέα για το πού οδηγεί το άλμπουμ από την αρχή του. Αυτό είναι ένα αληθινό ψυχεδελικό funk ψήγμα με τον Joe και τον Willie να παραθέτουν μερικές αδύναμες wah-wah κιθαριστικές δουλειές πάνω από φανταστικά κόνγκας, μάλλον από τον αδελφό τους Lester. Το "Young Girl" παρουσιάζει μερικές εξαιρετικές φωνητικές αρμονίες και ήχους όχι διαφορετικούς απ'ότι ο Curtis Mayfield έκανε εκείνο τον καιρό. Το "Funky" είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο τίτλος και ενώ δεν είναι τόσο συναρπαστικό όσο το "Are You Ready?", θα σας κάνει να χτυπήσετε ρυθμικά τα πόδια σας, αν δεν σας κάνει να σηκωθείτε να χορέψετε. Η ενορχηστρωμένη μεγαλειότητα του "When the Evening Comes" είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα της ευαίσθητης πλευράς των Chambers, αλλά δεν βγαίνει υπερβολικά συναισθηματικό, ενώ το "Practice What You Preach" μου θυμίζει τους Steve Miller Band στα αρχικά τους στάδια (και αυτό είναι κοπλιμέντο, αν θέλετε διαπιστώστε το εδώ). Το "Reflections" είναι ένα γλυκό κομμάτι με τις φωνητικές του συνθέσεις και το σύντομο, αλλά βαρύ "Pollution" είναι κάτι ανάμεσα σε κοινωνικό-περιβαλλοντικό σχολιασμό. Και αυτό μας φέρνει στο συναρπαστικό 11 και μισό λεπτών κομμάτι "New Generation". Εδώ πώς να βρώ τις λέξεις να περιγράψω αυτό το αριστούργημα;

New Generation (1971)


Ας πούμε απλά ότι είναι ισάξιο του επικού τους χιτ "The Time Has Come" και αντιπροσωπεύει καθετί μεγάλο γύρω από αυτή την μπάντα. Το ακαπέλα "Going to the Mill" ακούγεται όπως ακουγόταν το γκρουπ αρχικά, με άριστα φωνητικά και παλαμάκια. Είναι το τέλειο κλείσιμο ενός τέλειου άλμπουμ. Το υπέροχο εξώφυλλο παρεμπιπτόντως είναι φτιαγμένο από τον Abdul Mati Klarwein, τα έργα του οποίου κοσμούν το Bitches Brew και το Abraxas.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019



CLARE TORRY



The Greatest Voice Beneath the Sky




     Ο Richard Wright είχε ήδη γράψει το “The Great Gig In The Sky” δύο χρόνια πριν - όχι φυσικά στη μορφή που όλοι το ξέρουμε. Η αρχική του ενορχήστρωση περιλάμβανε κυρίως ένα Hammond, καθώς και σκόρπιους θρησκευτικούς στίχους. Όταν οι Pink Floyd μπήκαν στα στούντιο της Abbey Road για να ηχογραφήσουν το The Dark Side of the Moon (TDSOTM), μεταξύ των άλλων, άρχισαν να δουλεύουν και πάνω στο εν λόγω κομμάτι. Αποφάσισαν να φύγουν οι στίχοι κι ότι το κυρίαρχο όργανο θα πρέπει να είναι το πιάνο. Προοδευτικά θα έμπαινε το όργανο κι ο Mason με τα τύμπανα. Από εκεί και πέρα δοκίμασαν κι άλλες αλλαγές: ηχητικά εφέ, ηχογραφήμένες ενδοεπικοινωνίες αστροναυτών με τη NASA κι άλλα πολλά και διάφορα. Τίποτε όμως δεν φαινόταν αρκετά ικανοποιητικό, ώστε να ΄γεμίζει’ το κομμάτι. O χρόνος τελείωνε και κάτι έπρεπε να γίνει.  Ώσπου ο μηχανικός του ήχου, ο δαιμόνιος κι ευφυής Alan Parsons σκέφτηκε να βάλουν γυναικεία φωνητικά. Και μάλιστα τους πρότεινε και την κατάλληλη φωνή γι’ αυτόν τον σκοπό. Την Clare Torry!

The Mortality Sequence (live 1972)


       Η μπάντα έπαιζε το κομμάτι από τις αρχές του ’72. Τότε ήταν γνωστό με το όνομα "The Mortality Sequence" (Η Ακολουθία της Θνησιμότητας), αλλά και ως "The Religion Song”. Όταν το έγραψε ο Wright ήθελε να εκφράσει την αίσθηση της σταδιακής μετάβασης από τη ζωή στο θάνατο, με το χωρισμό του κομματιού σε δύο ξεχωριστά μέρη: Το πρώτο να δείχνει την άρνηση του τέλους, ενώ το δεύτερο την παραίτηση και την ήσυχη αποδοχή. Μουσικά, όσο και στη δομή του, δεν είχε πάντα την ίδια μορφή (Κατά βάθος αναφερόταν στο δικό του άγχος για τον θάνατο, που εκφράζεται πιο έντονα μέσω της φοβίας του: "Για μένα, μία από τις πιέσεις της ύπαρξής μου στο συγκρότημα ήταν αυτός ο συνεχής φόβος να πεθάνω λόγω των ταξιδιών που κάνουμε με τα αεροπλάνα και στους αυτοκινητόδρομους της Αμερικής και της Ευρώπης", είχε πει κάποτε). Συνήθως το παρουσίαζαν ως ένα ψυχεδελικό instrumental όπου συχνά ακουγόταν - ηχογραφημένοι ή μη - στίχοι της Βίβλου ή αποσπάσματα από ομιλίες του βρετανού συγγραφέα Malcolm Muggeridge, γνωστού για το έντονο, θρησκευτικό του αίσθημα. Ολοένα όμως έπαιρνε τη γνωστή του φόρμα. Τελικά, λίγο πριν μπούνε στο στούντιο το ‘στρογγύλεψαν’ αρκετά. Παρακάτω παίρνετε μια ιδέα από ένα σπάνιο live, στη Ζυρίχη, στα τέλη του 1972:

The Great Gig In The Sky (live 1972)


      Μπαίνοντας στο στούντιο, τον Μάιο του ΄72, οι Floyd δεν άφησαν εκτός concept το κομμάτι. Αντίθετα συμφώνησαν ότι θα αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο όλων των τραγουδιών του άλμπουμ. Έπρεπε λοιπόν να το τελειοποιήσουν. Η ως τότε μορφή του δεν τους ικανοποιούσε. Πειραματίστηκαν αρκετά. Τίποτε. Κι όμως, μουσικά ήταν σχεδόν άψογο. Το πιάνο ήταν το κάτι άλλο. Αλλά ήταν διάχυτη η άποψη σε όλους ότι κάτι του έλειπε. Κάτι διαφορετικό, πρωτότυπο, που θα το απογείωνε. Τρεις εβδομάδες τους απέμειναν. Οι ιδέες έπεφταν βροχή. Μάταια όμως. Το άκουγαν και το ξανάκουγαν…

The Great Gig In The Sky (1972) 


       Εντωμεταξύ η Clare Torry εκείνη την εποχή ήταν-δεν ήταν 25 ετών. Γεννημένη το 1947 στο Λονδίνο, από εύπορη οικογένεια, ήταν από παιδί διαφορετική, ανένταχτη στο σύστημα. Μικρή την έγραψαν στο σχολείο ‘Battle Abbey’ στο ανατολικό Σάσεξ, όπου συγκρούστηκε με τον συντηρητικό και αυστηρό κώδικα του σχολείου. Τελικά το παράτησε. Μέσα της κουβαλούσε μια καλλιτεχνική φύση που έψαχνε τρόπους να εκφραστεί. Ασχολήθηκε με το τραγούδι και την σύνθεση τραγουδιών, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60.  Μετά την εμφάνισή του σε ένα μουσικό ντοκιμαντέρ στο Malmö, το 1967, παρουσίασε ένα ντοκιμαντέρ του BBC σχετικά με τον Καθεδρικό ναό του Canterbury κι άρχισε να δοκιμάζει την τύχη της  με τις διασκευές. "Μπήκα ως συνθέτης τραγουδιών και πληρωνόμουν  10 λίρες την εβδομάδα", δήλωσε η Clare. "Έπρεπε να τους παραδώσω ένα συγκεκριμένο ποσό τραγουδιών το χρόνο. Άρχισα να συναντώ παραγωγούς, διοργανωτές και μουσικούς”. Ήταν αρκετά φιλόδοξη, παρά τις αντιξοότητες. Τον Αύγουστο του ΄67 μάλιστα κατάφερε και κυκλοφόρησε ένα single, το “The Music Attracts Me”, το οποίο όμως, όπως και το επόμενο ("Unsure Feelings"), δεν είχαν καμία τύχη. “ Ήμουν αρκετά απογοητευμένη…”, είχε πει. “Αλλά όταν είσαι νέος, συνεχίζεις".

The Music Attracts Me (1967)


    Τον Μάρτιο του 1968, τραγουδούσε στην πρώτη της εκπομπή στο BBC, με την τζαζ μπάντα The Harry Roche Constellation. Με μέλη όπως οι Kenny Clare και Don Lusher, η  μπάντα αυτή προσέφερε στην Clare ακόμα περισσότερες εμπειρίες και επαφές με την μουσική βιομηχανία. Αν και ήταν ακόμα στην εφηβεία της, μαθαίνει. “Δεν είχα πρόθεση οπωσδήποτε να γίνω τραγουδίστρια”, εξηγεί. “Ήθελα να γίνω τραγουδοποιός. Αλλά μόλις άρχισα να τραγουδάω, σκέφτηκα “Ωω, αυτό είναι διασκεδαστικό”!  Περνώντας ο καιρός όμως και χωρίς να μπορεί να βρει μια μπάντα να την εκφράζει, για καθαρά βιοποριστικούς λόγους,  καταλήγει να κάνει σινγκλάκια ή να τραγουδά διασκευές ποπ τραγουδιών. Πέρασε έτσι από πολλές δισκογραφικές εταιρείες κάνοντας πολλές και χρήσιμες γνωριμίες. “Στο τέλος της δεκαετίας του '60, άρχισα να κάνω πολλές διασκευές, για το ‘Top Of The Pops’. Πήγα στα studios Mayfair στην οδό South Molton και έκανα όλα αυτά τα covers.... Έμαθα πολλά. Απλώς έγραψα ποπ τραγούδια”, λέει η Clare. Η φύση της δουλειάς της θα την φέρει, μετά το 1970, και στα φημισμένα Abbey Road Studios. Συνήθως, όπως λέει η ίδια, την φώναζαν για ψιλοδουλειές, κάνοντας βοηθητικά φωνητικά σε διάφορους καλλιτέχνες και συγκροτήματα, χωρίς να έχει ιδέα για ποιους ‘δουλεύει’. Εκεί λοιπόν συνάντησε για πρώτη φορά και τον Alan Parsons, ο οποίος είχε δουλέψει μαζί της, ως υπεύθυνος μηχανικός του ήχου των studios. Την είχε ακούσει μερικές φορές και του άρεσε η φωνή της. Συγκεκριμένα την είχε ακούσει σε μια διασκευή του κομματιού "Light My Fire". Έτσι λοιπόν, την κρίσιμη στιγμή, την θυμήθηκε!
       Όταν οι Floyd, με την ουσιαστική παραίνεση του Parsons, αποφάσισαν να βάλουν γυναικεία φωνητικά στο τραγούδι, δεν είχαν ιδέα τι ακριβώς επρόκειτο να γίνει. Ήξεραν μόνο ότι χρειαζόταν κάποια φωνή ικανή να παράξει ένα είδος ‘θρήνου’ πάνω σ΄ένα κομμάτι σχετικό με τον θάνατο. Προτάθηκε η Madeleine Bell, η Doris Troy κ.α . Όμως ο Alan Parsons είχε μάλλον κάτι άλλο στο μυαλό του. Κάποια που τον εντυπωσίασε στο παρελθόν με τα φωνητικά της ταλέντα. Κι αμέσως ανέλαβε δράση. Έτσι αρχές Γενάρη του ΄73, με τη μεσολάβηση ενός υπαλλήλου του στούντιο,  τηλεφωνεί στη Torry. Εκείνος της λέει ότι ο κύριος Parsons την καλεί στο στούντιο για μια δουλειά ρουτίνας. Αρνείται. Της είπε κατόπιν ότι επρόκειτο για τους Pink Floyd. Και πάλι δεν ενθουσιάζεται, καθώς δεν ήταν φαν. “Να ήταν τουλάχιστον για τους Kinks…”, σκέφτηκε. Συνεχίζει να αρνείται, καθώς ήταν, όπως είχε πει, απασχολημένη, αφού είχε κανονίσει να πάει με το αγόρι της σε μια συναυλία του Chuck Berry. “Λοιπόν, τι λέτε για αύριο; μου είπε”, αφηγείται η Clare. “Είπα, ‘Η μόνη πιθανότητα να έρθω είναι μέσα στην επόμενη εβδομάδα’. Είπε, ‘Ω, όχι, είναι απασχολημένοι με τη μίξη. Έχουν φτάσει στο τέλος του δίσκου’. Είπα, ‘Η μόνη ώρα που μπορώ να το κάνω είναι 7 με 10 το βράδυ της ερχόμενης Κυριακής’ “ . Την Κυριακή λοιπόν καταφθάνει στο στούντιο, μαζί με τον φίλο της. Η αλήθεια είναι ότι προκάλεσε κάποια έκπληξη στα μέλη του γκρουπ. Αλλιώς την περίμεναν. Για την ακρίβεια δεν είχαν ιδέα ποια ήταν. Σε αντίθεση με την Bell και την Troy, η Clare ήταν λευκή και πολύ κοντή. Ο David Gilmour θα ομολογήσει αργότερα ότι η νεαρή κοπέλα έμοιαζε περισσότερο με μια κοινή Αγγλιδούλα νοικοκυρά, παρά με μια τραγουδίστρια.
         Μετά τις τυπικές, ψυχρές συστάσεις έφτασαν και στο προκείμενο. Ήταν σε όλους έκδηλη μια μεγάλη αμηχανία. “Ο μόνος που μου είπε κάτι ήταν ο David. Έτσι νομίζω. Δεν θυμάμαι πραγματικά να μιλάω σε κανέναν από τους άλλους. Μόλις μπήκα μέσα μου είπαν: ‘Λοιπόν, κάνουμε αυτό το άλμπουμ και υπάρχει αυτή η κατάσταση. Δεν γνωρίζουμε πραγματικά τι να κάνουμε με αυτό’ ", θυμάται η Torry. Ο David της είπε ότι δεν υπήρχαν στίχοι για το τραγούδι. Υποτίθεται ότι απλώς έπρεπε να τραγουδήσει σκεπτόμενη το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο, ουσιαστικά αυτοσχεδιάζοντας. Της έβαλαν να ακούσει το κομμάτι. Τελικά, της έδωσαν πλήρη ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα ήταν σαφές ότι δεν είχαν ιδέα για το τι έπρεπε πραγματικά να κάνει. Η Torry ήταν διστακτική κι αμήχανη. Δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τι ζητούσαν από αυτήν. Κανείς δεν της έδινε μια πειστική εξήγηση για το τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Έτσι, αντλώντας από την εμπειρία της, έκανε ό, τι οι περισσότεροι τραγουδιστές όταν προσλαμβάνονταν για μια στούντιο δουλειά: πειραματισμό και αυτοσχεδιασμό. “Πήγα, έβαλα τα ακουστικά”, μας λέει η Clare. “Άρχισα να κάνω 'Ooh-aah, baby, baby, - yeah, yeah, yeah,….' Είπαν: Όχι, όχι - δεν το θέλουμε κάτι τέτοιο. Όχι λόγια. Όχι λέξεις. Αν θέλαμε, θα είχαμε πάρει την Doris Troy. Μου είπαν: ‘Δοκίμασε κάτι πιο συναισθηματικό,  να τραγουδάς ίσως κάποιες νότες'..., οπότε θυμάμαι να λέω, ‘πραγματικά, πραγματικά δεν ξέρω τι να κάνω’“.
       Από τη δύσκολη αυτή θέση, τη βγάζει μια σκέψη σαν σπίθα: "Αυτό που σκέφτηκα τότε ήταν ότι ίσως θα έπρεπε να προσποιηθώ ότι είμαι εγώ ένα όργανο. Ναι, αυτό ήταν! Ήμουν ένα όργανο, το βασικό όργανο μελωδίας του τραγουδιού κι έπρεπε να συγχωνεύσω τη φωνή μου με το ηχητικό πλαίσιο του Wright. Μετά, όταν έκλεισα τα μάτια μου - κάτι που πάντα έκανα - τα πάντα βγήκαν αβίαστα”. Το στούντιο τώρα είχε πάρει ένα διαφορετικό χρώμα, αν και τα πρόσωπα παρέμεναν αποσβολωμένα και ψυχρά. Μόλις τελείωσε η πρώτη εγγραφή θα έπρεπε να ακολουθήσει και δεύτερη. Στο διάλειμμα, και για να σπάσει λίγο ο πάγος, ο Gilmour την ξαναπλησιάζει, μιλάνε λίγο και της προτείνει μια μπίρα. “Μου προσέφερε μια Heineken, νομίζω”, θυμάται η Clare. Ίσως και να της έκανε καλό, γιατί τώρα ήταν πιο σίγουρη, πιο απελευθερωμένη. Αυτή τη φορά δεν θα ακολουθούσε το τραγούδι: απλώς θα ...ήταν το τραγούδι , τιθασεύοντας το συναισθηματικό κύμα που κινούνταν μέσα της, αφήνοντας το να πνίξει τα πάντα εκεί μέσα. Η μελωδική φωνή της, οι σπαραχτικές κραυγές, η μεταφυσική φόρτιση πλημμύρισαν το στούντιο ηχογράφησης. Η ανθρώπινη φωνή θα έγραφε νέο κεφάλαιο στην ιστορία της το απόγευμα  της Κυριακής εκείνης, 23/1/1973.

The Great Gig In The Sky (1973)


Της είπαν να κάνουν ακόμη μία λήψη. Πριν περάσουν λίγα λεπτά όμως η Torry αντέδρασε. Σταμάτησε, αισθανόμενη ότι δεν είχε να προσθέσει κάτι παραπάνω. Είχε ήδη δώσει το καλύτερο που μπορούσε να κάνει. Τους το ανακοίνωσε, αποφασισμένη να φύγει. Τα μέλη της μπάντας, αν και εντυπωσιάστηκαν βαθιά από την απόδοση της Torry, δεν της το έδειξαν κι ήταν επιφυλακτικά στα λόγια μαζί της. Εκείνη έφυγε με την εντύπωση ότι τα φωνητικά της δυστυχώς δεν θα έμπαιναν στη τελική version του τραγουδιού (caterwauling). “Είπα, ελπίζω ότι είναι εντάξει", λέει η Clare. “Και είπαν τυπικά: ‘Ναι, υπέροχα,  ευχαριστούμε’… 'Σκέφτηκα ότι ειλικρινά ποτέ δεν θα έβλεπε αυτή η δουλειά μου το φως της δημοσιότητας”. Για την τρίωρη αυτή δουλειά της πληρώθηκε το συμφωνηθέν ποσό των 30 λιρών – για τη ακρίβεια πήρε 60, γιατί ήταν Κυριακή βλέπετε! Και πήγε για φαγητό με το αγόρι της. Πολύ γρήγορα το είχε ξεχάσει.
        Τυχαία όμως, μετά από λίγους μήνες, θα έμενε με το στόμα ανοιχτό. Μας αφηγείται: “Πέρασα από ένα μεγάλο δισκοπωλείο και στη βιτρίνα υπήρχε αυτή η τεράστια αφίσα του πρίσματος με το φάσμα του φωτός και είδα τις λέξεις 'Pink Floyd'. Τότε σκέφτηκα: 'Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι το άλμπουμ που έκανα εκείνο το τραγούδι'. Έτσι μπήκα μέσα και κοίταξα το άλμπουμ. Βλέπω τότε: ‘Vocals on the Great Gig In The Sky: Clare Torry’ “. Αμέσως αγοράζει ένα αντίγραφο, πάει στο σπίτι της και το ακούει ενθουσιασμένη. Οι κόποι της είχαν απροσδόκητα ανταμειφθεί!
        Για την ιστορία θα πρέπει να ειπωθεί ότι στην τελική μίξη χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία κι από τις δύο - δυόμισι για την ακρίβεια - ηχοληψίες. Κι επίσης, για την ιστορία, ας αναφερθεί εδώ πως οι “κάτι σαν στίχοι” που ακούγονται στο συγκεκριμένο τραγούδι είναι τα λόγια των Gerry O'Driscoll (επιστάτη των studios) και της Patricia ‘Puddie’ Watts (συζύγου του road menager της μπάντας, Peter Watts). Κι αυτό γιατί κατά την διάρκεια της εγγραφής του TDSOTM ο Roger Waters, πήγαινε γύρω από τα στούντιο του Abbey Road - όσο και μέσα - καταγράφοντας τις απαντήσεις τυχαίων ανθρώπων σε ερωτήσεις του τύπου “Φοβάστε τον θάνατο;” Τελικά προτιμήθηκαν οι απαντήσεις των οικείων τους, Gerry και Patricia. Στην αρχή σχετικά του κομματιού, γύρω στο 0:38 – 0:52, ακούγεται πρώτα η φωνή του Gerry να λέει: “And I am not afraid of dying. Any time will do, I don’t mind. Why should I be frightened of dying? There’s no reason for it. You’ve got to go sometime”. Κι αργότερα ακούγεται αχνά η Watts :”I never said I was frightened of dying”, αμέσως λίγο πριν επανέλθει η εκστατική Clare με τις ‘οργασμικές’ κι αιθέριες φωνές της. Ποτέ ίσως ένα τραγούδι για τον θάνατο δεν μας επέτρεψε να νιώσουμε τέτοια κλίμακα συναισθημάτων, σε τόσο μεγάλο βαθμό.
       Η καριέρα της Clare Torry, μετά από όλα αυτά, δεν άλλαξε δραματικά. Έγινε αρκετά γνωστή, αλλά όχι διάσημη. Απλώς τώρα η συμμετοχή της σε ένα από τα πιο διάσημα ηχογραφημένα κομμάτια της ιστορίας, της επιτρέπει να χτίσει ένα όνομα. Έτσι κατά καιρούς προσλαμβάνεται για να τραγουδάει διαφημίσεις jingles και αρχίζει να γίνεται δημοφιλής, τόσο στα στούντιο (Alan Parsons Project, Tangerine Dream, Culture Club, Roger Waters) όσο και σε ζωντανές εκδηλώσεις.
      Κι όμως οι μετέπειτα σχέσεις της Torry με τους Pink Floyd ράγισαν. Το 2004, η Torry πείστηκε τελικά (από ποιους ή ποιον άραγε;…) να προσφύγει στα δικαστήρια με τους Floyd και την EMI, ζητώντας τους αποζημίωση για θέματα ιδιοκτησίας και παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων. Τελικά το δικαστήριο την δικαίωσε και της χορήγησε το μισό μερίδιο στην κυριότητα του τραγουδιού, όπως η ίδια ζητούσε. Το σκεπτικό ήταν ότι η Clare Torry κατά την ηχογράφηση χρησιμοποίησε μια ειδική ‘wailing technique’ που βοήθησε αποτελεσματικά στην τελική σύνθεση και δομή το κομματιού, συμβάλλοντας έτσι αποτελεσματικά στην τεράστια επιτυχία του συγκεκριμένου κομματιού αλλά κι ενός από τα πιο επιτυχημένα κι εμπορικά άλμπουμ όλων των εποχών. Τελικά οι δύο πλευρές συμβιβάστηκαν. Το ποσό του εξωδικαστικού διακανονισμού δεν αποκαλύφθηκε αλλά θα πρέπει να ήταν τεράστιο, αν αναλογιστούμε ότι έλαβε επιστροφή για τα δικαιώματα που δεν αναγνωρίστηκαν κατά τα προηγούμενα έτη. Η μόνη καλή σχέση που εξακολουθούσε για πολύ καιρό να έχει η Torry ήταν με - ποιον άλλον; - τον Waters. Συμμετείχε μάλιστα και σε κάποιες παραστάσεις του, όπως αυτή του ΄87, στο Wembley:

The Great Gig in the Sky (1987)


      Είναι σε όλους μας αυτονόητο ότι το “The Great Gig in the Sky” δεν θα γινόταν ποτέ ένα prog-rock αριστούργημα χωρίς τη συμβολή της Torry. Το συναισθηματικό, φωνητικό κύμα, που κέντησε τόσο θαυμάσια στο μουσικό χαλί του Richard Wright, καταφέρνει πραγματικά να εκφράσει τη ροή της ύπαρξης και αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την αίσθηση της μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο.
      Ποιος ξέρει τι θα συνέβαινε εάν η Clare δεν έκανε ‘εκείνη’ την αγγαρεία των 30 λιρών; Εάν δεν πήγαινε εκείνη την Κυριακή στο στούντιο να καταθέσει φωνητικά την ψυχή της;  Εάν δεν συνέβαινε δηλαδή αυτό το “ happy accident ”, όπως το περιέγραψε, κατά λέξη, ο Roger Waters; Ίσως οι Pink Floyd να είχαν αφήσει ΄Την Μεγάλη Συναυλία στον Ουρανό’ στην οργανική της έκδοση. Βουβή! Θα ήταν σίγουρα μια ήττα για όλους. Για όλους μας!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019


 

RICHIE HAVENS


A Gentle Soul



Ποτέ δεν εγκατέλειψε την πεποίθησή του ότι η μουσική είναι μία δύναμη για κοινωνική αλλαγή. Πηγαίνοντας στο Greenwich Village, τον παράδεισο των καλλιτεχνών έγινε φίλος με τον Fred Neil και αναπόσπαστο κομμάτι της εναλλακτικής κουλτούρας, παρουσιάζοντας ποίηση και αναπτύσσοντας το αξιοσημείωτο στυλ του στο παίξιμο της κιθάρας, με την καινοτόμα τεχνική του open tuning. Με την ζεστή, σπηλαιώδη φωνή του και το γούστο του για ασυνήθιστες συνθέσεις. Ένας δυναμικός ερμηνευτής, που ειδικευόταν να διασκευάζει με λαμπρό τρόπο γνωστά κομμάτια. Αξιοσέβαστος ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης επίσης, είχε μεγάλη δυναμική στις live εμφανίσεις του. Εξερεύνησε διαφορετικά μουσικά είδη, όπως η folk, τα blues, η jazz, τα gospel, η soul και η rock και αυτό μπορεί να ακουστεί στους πολλούς δίσκους που ακούραστος συνέχισε να βγάζει μέχρι το 2008, όταν η υγεία του κλονίστηκε. Ο νέγρος τροβαδούρος της folk που άνοιξε το φεστιβάλ του Woodstock, σίγησε το 2013 σε ηλικία 72 χρόνων. Οι στάχτες του σκορπίστηκαν στον ουρανό πάνω από το Bethel Woods, όπου έλαβε χώρα το θρυλικό φεστιβάλ. Εδώ θα προσπαθήσουμε να δούμε μερικούς από τους πρώτους δίσκους του καλλιτέχνη που αν και νέγρος, ξεφεύγει από την πεπατημένη, αποτελώντας μία κατηγορία μόνος του.

Mixed Bag (Verve Forecast FT/FTS 3006) 12/66


Εδώ είναι ένας νέος τραγουδιστής, ο οποίος έχει αρκετά φωνητικά και ερμηνευτικά χαρίσματα για να τον αναδείξουν στην πρώτη κατηγορία των urban folk τραγουδιστών. Ευλογημένος με μία πλούσια, ελαφρώς βραχνή βαρύτονη φωνή, o Havens είναι ένας εξαιρετικά συγκινητικός παρουσιαστής, που πείθει εξίσου ερμηνεύοντας ένα τρυφερό ερωτικό τραγούδι, όσο και μία δημόσια καταγγελία της κόλασης του πολέμου ή του ρατσισμού. Εάν είχε ποτέ τραγουδήσει blues, πιστεύω ότι θα έκανε μεγάλη αίσθηση, αλλά δεν το έκανε-τουλάχιστον όχι σε αυτόν τον δίσκο. Το Mixed Bag περιέχει κυρίως σύγχρονα τραγούδια του καθώς και άλλα-κάποια καλά, κάποια αδιάφορα. To άλμπουμ αυτό καυχιέται για άριστα τραγούδια, όπως το "High Flying Bird" ή το "Handsome Johnny". Τα ακομπανιαμέντα των ηλεκτρικών οργάνων είναι ευρηματικά σε είδος και ρυθμό. Αν και ο Havens είναι νέγρος (από τον τομέα Bedford-Stuyvesant του Μπρούκλιν) δεν μπορεί να μπεί στην ταμπέλα "Negro Singer". Το υλικό του πηγαινοέρχεται συνεχώς από τα μελανόλευκα σύνορα. Δεν μιμείται κανέναν, είναι ο ίδιος μία κατηγορία μόνος του. Είμαι σίγουρος ότι μπορούσε να τραγουδήσει οτιδήποτε ήθελε.

Three Day Eternity


Μοναδική φιγούρα της folk σκηνής του Greenwich Village, όχι μόνο για τo ότι είναι μαύρος, αλλά και για την τραχιά φωνή του και την μοναδική open-tuned κιθάρα του. Η μουσική του επίσης έλαβε μία χροιά jazz, περισσότερο κάτι σαν του Tim Hardin (γνωστός για την προτίμηση σε jazz μπάντα) και στον δίσκο πετυχαίνει να είναι επίσης τόσο ευέλικτος. Η ηχογραφήσεις του δεν είναι τόσο ενδιαφέρουσες, όσο είναι το στυλ και η προσωπικότητά του ωστόσο, κυρίως επειδή ποτέ δεν ήταν πολύ στο πεδίο του τραγουδοποιού. Σε αυτό το πιό ΄ακουσμένο΄ άλμπουμ του, οι διασκευές ΄τρώνε΄ τα ορίτζιναλ κομμάτια, πράγμα πολύ κακό, επειδή το jazzy "Adam" με την έξυπνη συνοδεία ηλεκτρικού πιάνο, το αέρινο "Three Day Eternity" και το δυνατό αντιπολεμικό "Handsome Johhny" είναι όλα πολύ καλά. To καλύτερο τραγούδι ωστόσο, δεν είναι του Havens, αλλά κάτι που δεν είχε ηχογραφηθεί πιό πριν-το "Follow" του Jerry Merrick, ένα ποιητικό έπος με συμβολισμό αντάξιο του Dylan, ένα τραγούδι που ανυψώνεται παρά το όχι καλό μπάσο. Πολλές από τις διασκευές είναι λαμπρές. Για να ονομάσω δύο, ο Havens δίνει δυναμικές ερμηνείες στο "Morning, Morning" των The Fugs και στο "Can't Make It Anymore" που γράφτηκε από τον Gordon Lightfoot.

Can't Make It Anymore


Αλλά η εξάρτηση από τραγούδια άλλων έχει τελικά το αντίτιμό της, καθώς το άλμπουμ αρχίζει με την πιό συχνή διασκευή της εποχής το "High Flying Bird" και κλείνει με κλασικά των Dylan και Beatles, αφήνοντας τα ορίτζιναλ στη μέση.


Somethin' Else Again (Verve Forecast FTS 3034) 10/67


Τα στυλ και οι διαθέσεις του Havens είναι ακόμη πολύ μπερδεμένα, αλλά τώρα ο εκλεκτισμός φαίνεται να δουλεύει βάσει μίας σύνθεσης. Το άλμπουμ έχει σημεία από τον ήχο της Motown, της folk, από raga, Latin και θρησκευτικές ψαλμωδίες αναμιγμένα μαζί. Πηγαίνοντας από το ένα κομμάτι στο άλλο μπορεί να προκαλέσει προβληματισμό.

Inside of Him


Κάτι από τον ενθουσιασμό που δημιουργείται σε μία εμφάνιση του Havens υπάρχει μέσα σε αυτό το άλμπουμ. Θα ήταν άδικο να κατηγοριοποιήσουμε την μουσική του και το μόνο επίθετο που έρχεται αυτομάτως στο νού είναι "εκλεκτικός". Έξι από τις επιλογές είναι ορίτζιναλ του Havens ή προσαρμογές. Ανάμεσα στα τραγούδια που κάνει από άλλους καλλιτέχνες είναι το "Maggie's Farm", στο οποίο (λέω αυτό με το ρίσκο να βεβηλώσω ένα είδωλο) σχεδόν καπελώνει το ορίτζιναλ. Οι στίχοι του Havens είναι βαθιά προσωπικοί και αντανακλούν μία αξιοσημείωτη ωριμότητα που βρίσκεται μόνο σε μία χούφτα από μοντέρνους τραγουδοποιούς. Ο Jeremy Steig ηγέτης ενός γκρουπ που έχουμε μιλήσει από αυτό το μπλογκ τους Jeremy and the Satyrs, προσθέτει μία ελαφριά jazz γεύση στο άλμπουμ με το διακριτικό και γευστικό παίξιμο του φλάουτου.

Sugar Plum


Ο Havens κατέχει την αξιοζήλευτη ικανότητα να αιχμαλωτίζει τα συναισθήματα του κοινού. Τα βαθιά συναισθήματα που όλοι μας κατέχουμε στον ίδιο βαθμό.


The Richie Havens Record (Douglas SD 779) 4/68


Οι φίλοι του Richi Havens θα λατρεύουν αυτή την συλλογή από τις πρώιμες ηχογραφήσεις του (1963-1965). Αυτό το LP είναι στην ουσία demos που έγινε ηχογράφηση πάνω τους, που αν και κατανοητά ο ίδιος ο Havens δεν συμφώνησε να γίνει κάτι τέτοιο, το αποτέλεσμα πράγματι μόνο κακό δεν είναι. Όπως πολλοί άλλοι πριν από αυτόν, ο Richie ηχογράφησε μερικά sessions πριν την άνοδό του στην δημοφιλία. Όπως οι δύο προηγούμενοι δίσκοι του είναι μία συλλογή από καλά και μη κομμάτια, που κρατούνται μαζί αρχικά με την φωνή του Havens που βρίσκω πολύ συναρπαστική.

It Hurts Me


Σαν πολλούς άλλους urban folk τραγουδιστές, δεν κρίνει σωστά τους περιορισμούς γι'αυτόν και συχνά επιλέγει υλικό μη κατάλληλο γι'αυτόν. Όλα τα κομμάτια δείχνουν ένα δυνατότερο soul-gospel-blues προσανατολισμό από ότι τα επόμενα άλμπουμ του θα ακολουθούσαν. Αυτό το άλμπουμ κρίνεται συλλεκτικό γιά όλους τους φαν του καλλιτέχνη.


Richard P. Havens, 1983 (Verve FTS 3047-2) 11/68


Αυτό το επεκτεινόμενο σετ αποτελούμενο από 2 δίσκους είναι το αριστούργημα του Havens και τον βρίσκει στα πιό ψυχεδελικά του. Είναι μία συνέχεια του προκατόχου του Something Else Again στο οποίο βρίσκεται να πειραματίζεται με εξωτικά όργανα που αποτελεσματικά στολίζουν τα εξώφυλλα κάποιων δίσκων του, όσο και το δικό του folk-rock υλικό. Παρουσιάζοντας guests συμπεριλαμβανομένου του κιθαρίστα Bruce Langhorne (την έμπνευση του "Mr Tambourine Man"), τον παίκτη του σιτάρ Collin Walcott, τον Stephen Stills στο μπάσο και τον ντράμερ Skip Prokop από τους ομόσταυλους the Paupers, το άλμπουμ σίγουρα περιέχει ένα ποικιλόμορφο γκρουπ τραγουδιών, των οποίων τα χαρακτηριστικά είναι αντανακλάσεις των παικτών που λαμβάνουν μέρος. Τα καλύτερα κομμάτια τείνουν να είναι τα ορίτζιναλ του Havens, που κυμαίνονται από δυνατά ("Stop Pulling And Pushing Me", "Just Above My Hobby Horse's Head") σε μυστικιστικά ("Indian Rope Man", "Putting Out the Vibration", "Hoping It Comes Here"), σε στοχαστικά ("For Havens' Sake", "What More Can I Say, John?", "The Parable of Ramon").

For Havens' Sake


Αν και κάποιες από τις διασκευές είναι ενδιαφέρουσες-το "I Pity the Poor Immigrant" του Dylan και το "Priests" του Leonard Cohen για παράδειγμα-το άλμπουμ επίσης εκθέτει μία ώριμη εμμονή με τους Beatles, που εκφράζεται από την ενσωμάτωση από ένα τραγούδι των Lennon-McCartney σε κάθε μία από τις 4 πλευρές. Το τελευταίο μισό του 2ου δίσκου περιέχει live στο Santa Monica Civic Center το καλοκαίρι του 1968. Ενώ οι ερμηνείες του των "A Little Help From My Friends" και του "Wear Your Love Like Heaven" είναι μόνο μέτριες, το ποτ-πουρί του "Run Shaker Life/Do You Feel Good?" είναι τρομερό και εξυπηρετεί ως μία πρώτη ματιά της καθηλωτικής του παρουσίασης στο Woodstock τον επόμενο χρόνο.

Run Shaker Life/Do You Feel Good?

Αν και οι κριτικοί της μουσικής του '60 θα το έδειχναν ως ένα παράδειγμα υπερβολής της δεκαετίας, αυτό το 'υπερβολικό΄ σετ των δίσκων ίσως είναι ο λόγος που νέοι ακροατές ελκύονται από τον Havens.

Electric Havens (Laurie SD 780) 11/68


Αν και δεν είναι το συνεκτικό έργο τέχνης που είναι το 1983, "ραμένα" μαζί (όπως φαίνεται) από διάφορες κόπιες, τα μεμονωμένα τραγούδια είναι έγκυρα κομμάτια ενός Havens που κάνει στροφή 180 μοιρών. Το "Oxford Town" είναι ένα ιδιαίτερα καλό κομμάτι, όπως επίσης και το "My Own Way" της Buffy Sainte Marie.

I'm A Stranger Here


Ένας συνοπτικός σχολιασμός του άλμπουμ αυτού θα μπορούσε να είναι ότι είναι έντονο όπως τα αρχικά του άλμπουμ.

Stonehenge (Stormy Forest SFS 60001) 1970


Νομίζω ο Havens είναι τέλειος και παραμένει έτσι όπως από τότε που τον πρωτοάκουσα. Αν και όπως στα προηγούμενα άλμπουμ του υπάρχει κάποιο είδος 'πατέντας' σε όλα, ποτέ δεν είναι προβλέψιμος. Έχει το δικό του στυλ να διασκευάσει το "I Started A Joke" των Bee Gees και το "Baby Blue" του Dylan. Εδώ βρίσκεται το μακρύ, μονότονο, στο περισσότερο μέρος του instrumental "Shouldn't All the World Be Dancing" και μία μικρή μπαλάντα "It could Be the First Day", όπως και το "Prayer" ένα δυνατό, όμορφο κομμάτι.

It could Be the First Day


Παρακαλώ όσους είναι ουδέτεροι σχετικά με τον Havens να ακούσουν αυτόν τον δίσκο. Ίσως η ελκυστικότητά του δεν είναι παγκόσμια, αλλά θεωρώ τον Havens ανάμεσα στους καλύτερους ερμηνευτές του καιρού του.

The Great Blind Degree (Stormy Forest SFS 6010) 1972


Τα τραγούδια εδώ είναι όλα αφιερωμένα από διάφορες απόψεις στο χάσμα των γενεών. Ένα θέμα που παράγει δυνατές αντιδράσεις από τους περισσότερους ανθρώπους. Αλλά το ήπιο, ατάραχο τραγούδισμα σε αυτό τον δίσκο με αφήνει λίγο μπερδεμένο και τελικά λίγο βαριεστημένο. Ο Havens σίγουρα εξαφανίζει την σύγκρουση του James Taylor στο "Fire and Rain", με την μη κατάλληλη jazzy προφορά του.

Teach Your Children 


Όπως έλεγε το American Record Guide το 1972 "σε αυτό τον δίσκο υπάρχουν ορισμένες υπερβολικά περίπλοκες ενορχηστρώσεις με όχι τόσο καλά έγχορδα και ελάχιστες στιγμές τραγικής κλάψας".


Portfolio (Stormy Forest SFS 6013)1973


Κάθε ένα από τα άλμπουμ του Havens φαίνεται να ακολουθεί την ίδια πατέντα. Εννέα τραγούδια, από τα οποία τα επτά είναι μικρά και τα δύο μεγάλα. Τα πιό μεγάλα σε διάρκεια είναι αδιαφιλονίκητα πολύ προσεγμένες διασκευές, στην περίπτωση αυτή το "What's Going On" του Marvin Gaye (πιστό στο ορίτζιναλ αλλά με την τραχιά θαυμάσια φωνή του Havens) και ένα τραγούδι του Leon Russel.

I Know I Won't Be There


Ως συνήθως πίσω του βρίσκεται ένα ολοκληρωμένο και δομημένο backing γκρουπ-ηλεκτρική κιθάρα, ακουστική, μπάσο. Υπάρχει κάτι καθησυχαστικό και αυθεντικό στον Havens, παθιασμένος χωρίς να γίνεται ηθικολόγος, παραδοσιακός αλλά ποτέ πεζός.



Μετά από αυτούς τους δίσκους συνέχισε την δισκογραφική δουλειά ως το 2008. Μετά έκανε κάποιες live εμφανίσεις μέχρι το 2010 που αποσύρθηκε επίσημα για λόγους υγείας. 
Richie Havens, One-of-A-Kind.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης