Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020
GINGER BAKER
Live at An Club (1986)
Τα αισθήματα που μου δημιουργήθηκαν διαβάζοντας την πολύ όμορφη σελίδα στο facebook Δισκοπωλείον Η Χάρις: ανοιχτό 11 με 1, σελίδα που αντιπροσωπεύει την εκπομπή 11 με 1 και στην οποία μπορείτε να μεταφερθείτε πατώντας εδώ, ήταν μία ανάμιξη έκπληξης, χαράς και λύπης.
Ήταν μεγάλη η έκπληξη μου όταν διάβασα ότι το 1986 είχε βρεθεί στην χώρα μας ένας θρύλος της rock, ο top-notch ντράμερ των Cream, Ginger Baker. Η χαρά μου δεν περιγράφεται όταν είδα ότι υπάρχουν μέχρι και στιγμιότυπα καταγεγραμμένα με βιντεοκάμερα, που χωρίς να έχουν καλή ποιότητα ήχου, ωστόσο είναι ιδιαίτερα σημαντικά (και μοναδικά) και μπορούμε σε αυτά να δούμε πώς το έκανε ο Baker, έστω και στα πενήντα του σχεδόν χρόνια. Επίσης είχε ενδιαφέρον να διαβάσω την ιστορία πίσω από αυτή την απροσδόκητη εμφάνιση του κορυφαίου ντράμερ σε γνωστό στέκι της εποχής, από την συνέντευξη που πήρε η ραδιοφωνική παραγωγός στον ngradio και πολύ καλή φίλη Χαρούλα Νικολαίδου στον Νίκο Βαρδή, έναν από τους σημαντικότερους jazz παίκτες μπάσου στην Ελλάδα, ο οποίος είχε την τύχη να παίξει μαζί του. Πόσο λυπάμαι που δεν ήμουν εκεί.
Ginger Baker
Ο Ginger Baker ήρθε στην Αθήνα το 1986 για μερικές συναυλίες στο An Club της οδού Σολωμού στα Εξάρχεια και ο Νίκος Βαρδής έπαιξε μαζί του.
Νίκος Βαρδής
Ο Νίκος Βαρδής είναι ένας από τους σημαντικότερους jazz μπασίστες στην Ελλάδα και επίσης έχει παίξει σε αμέτρητους ελληνικούς δίσκους από τη δεκαετία του 80 μέχρι σήμερα, των πιο γνωστών Ελλήνων τραγουδιστών. Υπήρξε περιζήτητος session μουσικός σε συναυλίες και ενδεικτικά αναφέρω κάποιες από τις συμμετοχές του: Αλεξίου, Βίσση, Ρέμος, Ζιώγαλας, Κυριαζής, Λαθρεπιβάτες, Σαββόπουλος, Πάριος, Σιδεράς και δεκάδες άλλοι.
Εκτός από σπουδαίος μουσικός, ο Νίκος Βαρδής είναι ένας γλυκός, ευγενής και παιδικός χαρακτήρας, λιγομίλητος και πολύ καρδιακός. Ήταν μεγάλη μου τιμή που συζήτησε (σε ανυποψίαστο χρόνο) μαζί μου για την εμπειρία του με τον Ginger Baker. Εκτός από τις αναμνήσεις του, ο Νίκος Βαρδής μου έδωσε και το ανυπολόγιστης αξίας βίντεο στο οποίο έχει καταγραφεί το live αυτό στο An Club. Την καταγραφή έκανε ο αδερφός του. Δυστυχώς, ο ήχος είναι παραμορφωμένος. Όμως πρόκειται για ένα σπάνιο ντοκουμέντο, υψίστης αξίας που έπρεπε να μοιραστούμε μαζί σας (τουλάχιστον ένα μέρος του).
Είχα έρθει στην Ελλάδα από τη Γαλλία. Για διακοπές ήρθα στην Ελλάδα, αν θυμάμαι καλά. Διότι τότε εγώ έμενα μόνιμα στο Παρίσι. Μόλις έπαιξα λοιπόν με τον Ginger Baker γύρισα στη Γαλλία.
Δηλαδή έτυχε να έρθεις στην Ελλάδα τη συγκεκριμένη περίοδο;
Ναι. Και έτυχε να μην υπάρχει μπασίστας για το live της Ελλάδας. Κανονικά ήτανε να παίξει ο Bill Laswell, που εκείνη την περίοδο συνεργάζονταν. Αλλά για κάποιο λόγο δεν μπόρεσε να έρθει στην Ελλάδα. Και πήρα εγώ τη θέση του! Με δοκιμάσανε πρώτα με οντισιόν. Έπαιξα ένα δικό του κομμάτι σε δώδεκα όγδοα. Πρίμα βίστα, εκείνη την ώρα. Το άκουσα που το έπαιζε ο John Mizaroli, ο κιθαρίστας.
Ο Mizaroli ήταν ο κολλητός του τότε και ήτανε μόνιμα στην μπάντα του. Η εποχή των Cream είχε τελειώσει. Επίσης ζούσε στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Ήταν μισός Κύπριος και μισός Ιταλός. Ο Mizaroli που λες με πήρε τηλέφωνο. Mου λέει έλα να δούμε τι θα γίνει, γιατί αλλιώς, αν δεν του κάνεις, θα φύγει! Δεν θα παίξει καθόλου. Έτσι πήγα και ο ίδιος ο Baker με διάλεξε!
Κάναμε μερικές πρόβες και ξεκινήσαμε μετά από δυο τρεις μέρες τα live. Γιατί τα ήξερα τα περισσότερα κομμάτια. Αυτά του Jimi Hendrix και των Cream τα ήξερα πολύ καλά ("Sunshine Of Your Love", "Hey Joe", "Foxy Lady").
Ο δε Ginger Baker εκείνη την περίοδο ζούσε σε μία φάρμα στην Ιταλία και έβγαζε ελαιόλαδο. Μου έδειξε και τα χέρια του που ήταν σκληρά και ταλαιπωρημένα. Δούλευε ο ίδιος τη γη. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήτανε άτομο να ξέρεις με πολύ υψηλό επίπεδο. Πολύ καλός άνθρωπος, πολύ καλή ψυχή και ευθύς. Ήτανε λιοντάρι στο ζώδιο. Σου λέω ήτανε το κάτι άλλο.
Ποια ήταν η πρώτη σου εντύπωση όταν τον είδες;
Δέος. Έπαιζα με το αστέρι των Cream, που εγώ τους άκουγα και τρελαινόμουνα. Kαι ξαφνικά έπαιζα μαζί του! Ήμουνα μεγάλος οπαδός σου λέω.
Κι εκείνος πώς ήταν μαζί σου;
Θυμάμαι ερχόταν στο σπίτι μου στο Παλαιό Φάληρο που έμενα τότε. Εκείνος έμενε σε ένα ξενοδοχείο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Και πήγαινα και τον έπαιρνα με ένα Fiat 600 που είχα και δεν χωράγανε τα πόδια του διότι ήτανε πολύ ψηλός! Τον πήγαινα σε μία πιτσαρία που είχε ανοίξει τότε εκεί κοντά στο σπίτι μου και αυτός ευχαριστιότανε. Λάτρευε τα ιταλικά φαγητά.
Εσύ από ποιο σημείο και μετά άρχισες να ξεπερνάς το γεγονός ότι είσαι με τον θρυλικό Ginger Baker;
Κοίταξε να δεις, όταν τον βλέπεις και σου μιλάει και είναι οικείος, λες κι αυτός είναι σαν και εμένα. Ένας κανονικός άνθρωπος. Και καλύτερος από εμένα βέβαια. Γενικά, σε αυτούς που του αρέσανε ήτανε πολύ ευγενικός.
Baker's solo drumming during the concert
Μίλησε μου για το live σας στο An Club στα Εξάρχεια.
Θυμάμαι όλα κυλούσαν πολύ καλά. Αισθανόμουν αληθινά όμορφα και προσπαθούσα να κάνω ότι καλύτερο μπορώ. Ο Baker ήταν ιδιαίτερος παίχτης. Και αγαπησιάρης! Δηλαδή την ώρα που παίζαμε μόλις άκουγε στο παίξιμό μου κάτι που του άρεσε, αμέσως γύριζε και με κοίταζε όλο χαμόγελο.
Και να σου πω την αλήθεια εγώ όταν πήγα στην ακρόαση είπα από μέσα μου σιγά μην επιλέξει εμένα. Άλλωστε είχανε πάει πολλοί μπασίστες για δοκιμή. Και τους έδιωξε.
Ένα από τα βράδια ήρθε και ο Καρβέλας να τον δει και μάλιστα μου ζήτησε να τον βάλω στα καμαρίνια για να του δώσει αυτόγραφο! Ο Καρβέλας ήταν φανατικός των Cream.
Τι εννοείς ένα από τα βράδια; Πόσες μέρες παίξατε δηλαδή;
Δεν θυμάμαι καλά. Δεν παίξαμε μία φορά. Εγώ θυμάμαι πως ήτανε αρκετές μέρες γιατί πήρα και καλά λεφτά. Ήτανε φίσκα κάθε βράδυ. Έπαιρνε ο Baker τότε πολύ καλά λεφτά σου λέω. Κάπου τρεις χιλιάδες δολάρια την ημέρα. Ξέρεις τι ήταν τρεις χιλιάδες δολάρια εκείνη την εποχή; Και η ουρά ξεκινούσε από την Ομόνοια μέχρι το An Club για να έρθεις να μας δεις!
Και κάθε βράδυ που παίζατε το ίδιο πρόγραμμα έπαιζε διαφορετικά?
Και βέβαια κάθε βράδυ έπαιζε διαφορετικά! Έπρεπε να είσαι στην τσίλια. Στα πιο κλασσικά κομμάτια ήταν πιο βατά τα πράγματα. Έκανε διάφορες παραλλαγές στο παίξιμό του αλλά γενικά ήτανε συγκεκριμένα. Όταν παίζαμε πιο τζαμ και πιο ελεύθερα, ήτανε το κάτι άλλο δεν περιγράφεται με λόγια. Έπρεπε να είσαι πάνω του 100% και να τον ακολουθείς. Και αν πήγαινες να κάνεις το λάθος την ώρα που παίζει ο άνθρωπος αυτά που παίζει, να μην κρατήσεις το χρόνο (time) είχες βγει έξω από το ρυθμό με τη μία. Όλα αυτά τα μαθαίνεις με την εμπειρία βέβαια.
Χαρούλα, άμα δεις στο βίντεο πόση ώρα παίζει σόλο, είναι πραγματικά απίστευτο. Ο άνθρωπος ήταν ακούραστος, δεν “ίδρωνε το αυτί του”. Και σου μιλάω για δύναμη έτσι; Όχι χαϊδέματα! Άμα στεκόσουν δίπλα κουφαινόσουν!
Το εντυπωσιακό είναι ότι εσείς δεν είχατε παίξει ποτέ μαζί και το αποτέλεσμα ήταν μοναδικό.
Ο Θεός το έκανε. Και βέβαια είχα δίπλα και τον κιθαρίστα τον John Mizaroli, ο οποίος τον ήξερε. Και έτσι έβλεπα και αυτόν αλλά και τον Baker και προσπαθούσα να ακολουθήσω.
Επίσης εκείνη την περίοδο έπαιζε μαζί με τον Baker ο Αφρικανός σαξοφωνίστας Malik Yaqub, ο οποίος ήταν καταπληκτικός μουσικός. Και ήταν και εκείνος στις συναυλίες στο An Club. Δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα του Έλληνα πιανίστα που επίσης ήταν σε εκείνα τα live. Δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα του πιτσιρικά με τίποτα. Και όσους έχω ρωτήσει κανείς τους δεν θυμάται, ένα περίεργο πράγμα.
Πες μου για την φάρσα που σου έκανε.
Τελευταία μέρα στο An Club. Μου είχε φέρει η μητέρα μου ένα μπάσο από την Αμερική που ήμουνα ο πρώτος που το έφερε εδώ στην Ελλάδα. Μιλάμε τώρα για ένα εργαλείο άλλο πράγμα. Είδε λοιπόν ο Baker ότι εγώ είχα τρέλα με το όργανο, ξέρεις ότι ήμουν πολύ κολλητός με το μπάσσο μου. Και κάποια στιγμή το αφήνω στον ενισχυτή μου και εκείνος χωρίς να τον δω πάει και μου το κρύβει! Αφού λοιπόν έχουμε τελειώσει, ο Baker κάθεται στο μπαρ και πάω κι εγώ να πιώ δίπλα του ένα ποτό. Και από την έννοια μου γυρίζω να κοιτάξω προς τον ενισχυτή και δεν βλέπω το μπάσο! Και πετάγομαι και αρχίζω να πηδάω πάνω από καρέκλες, σκαμπό και τραπέζια! Και ξαφνικά τον ακούω να γελάει και γυρίζω και τον βλέπω που έχει πέσει κάτω από τα πολλά γέλια. Εγώ νόμιζα ότι μου το κλέψανε κατάλαβες; Άρχισε να μου φωνάζει πως εκείνος το έκρυψε και να μη στενοχωριέμαι. Είχα γίνει κάτασπρος από τον φόβο μου κι εκείνος πραγματικά με λυπήθηκε!
Sunshine of Your Love (Live at An Club-Athens) (1986)
Ευχαριστούμε πολύ την δημιουργό για την άδεια αναδημοσίευσης.
Σάββατο 21 Μαρτίου 2020
X-RAY SPEX
Punk Rock Pioneers (Part 2)
"Some people think little girls should be seen and not heard", απαγγέλλει σοβαρά η Poly Styrene στην αρχή του ντεμπούτο single των X-Ray Spex. "But I think-" και μετά ξαφνικά η φωνή δυναμώνει και γίνεται ουρλιαχτό, "OH BONDAGE! UP YOURS! 1-2-3-4!"
Μετά μπαίνει η μπάντα τόσο απότομα, σαν να τρως τούρτα στο πρόσωπο!
Oh Bondage! Up Yours! (1977)
Μπερδεμένα ακόρντα και φρενιασμένο μουρμουρητό στο σαξόφωνο παλεύουν με τα φωνητικά της Styrene, μία μίξη χαιρεκακίας και οργής που περιοδικά μετατρέπονται σε κραυγές. Ένα θαρραλέο ντεμπούτο, για να μην υπερβάλλω-και όπως θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς, όχι πολύ εμπορικό, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί ότι το ημερολόγιο τότε έγραφε 1977.
Το punk απογειώνεται στην Αγγλία ωστόσο και το "Oh Bondage! Up Yours!" βάζει την μπάντα στο επίκεντρο των media σχεδόν άμεσα. Ακολούθησε ένα κύμα από χιτ single-"The Day the World Turned Dayglo", "Identity" και "Germ Free Adolescents". Το ντεμπούτο LP μπαίνει στα UK Top 30 και οι X-Ray Spex έπαιξαν δύο εβδομάδες μπροστά από ενθουσιασμένο κοινό στο CBGB's (κλαμπ) της Νέας Υόρκης, ανάμεσα στο οποίο (κοινό) υπήρχαν φαν όπως οι Blondie και o Richard Hell (Television).
Τραγουδώντας για τον καταναλωτισμό, τον φεμινισμό και την γυαλιστερή στειρότητα του μοντέρνου κόσμου με έναν κεφάτο κυνισμό και με σιδεράκια στα δόντια, η Styrene και οι X-Ray Spex ήταν ενορχηστρωμένοι για την διεύρυνση της ακτίνας της punk από απλή οργή σε ευρύτερες ανησυχίες. Ως ένα γκρουπ που ανέμιξε τα γένη, αδιαφορώντας να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως λαμπερά είδωλα, αψήφησαν επίσης το στερεότυπο των τυπικών rock εικόνων. Ωστόσο, όλα έφτασαν στο τέλος γρήγορα μετά από το ντεμπούτο άλμπουμ, όταν οι ορίτζιναλ X-Ray Spex διαλύθηκαν. Η Poly Styrene έκανε ένα πολύ πιο ήρεμο, πιο jazz σόλο άλμπουμ και ακολούθησε τους Hare Krishnas στα 80'ς. Παράξενες φήμες κυκλοφόρησαν ότι η Styrene είχε εξαφανισθεί από προσώπου γης και εντελώς από τον μουσικό κόσμο για να αφιερωθεί στην θρησκεία.
Identity (1977)
Όπως κατέληξε, στις αρχές του 1997 η Styrene ήταν ζωντανή, καλά και έκανε μουσική στο Λονδίνο. Όχι μόνο αυτό, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να κάνει μουσική στα χρόνια που παρεμβλήθηκαν. Ένα δεύτερο άλμπουμ των X-Ray Spex, το Consumer Consciousness τελικά εμφανίστηκε το 1995, εξερευνώντας λυρικές ανησυχίες, καθόλου διαφορετικές από τις μέρες του Germ Free Adolescents. Μία νομική διαμάχη στους X-Ray Spex, έριξε το ηθικό της κάπως. Κι όμως ήταν ακόμη ενθουσιασμένη για τον πάντα αναπτυσσόμενο κατάλογο ακυκλοφόρητων τραγουδιών, στα οποία δούλευε αδιάκοπα, ακόμα και όταν ζούσε στους Hare Krishnas για περίπου πέντε χρόνια. Μία μεγάλη εταιρεία, είχε δείξει, όπως έλεγε, ενδιαφέρον για κάποια demos που ήταν "ένα είδος αλήθεια spiritual, ένα είδος διασταύρωσης ανάμεσα σε rock και new age".
Το παράξενο ταξίδι της από την punk στα υβρίδια της rock-new age άρχισε στα μέσα των 70'ς. Κόρη ενός Σομαλού και μίας Αγγλίδας, η έφηβη Marian Elliott πήγε σε πάρτι που πήγαν και μέλη των Pink Floyd και των Led Zeppelin. Ο Brian May των Queen ήταν στην πραγματικότητα ένας δάσκαλος της. Με το όνομα Mari Elliott ηχογράφησε ένα από λίγους γνωστό single (με επιρροές από reggae), το 1976. Ένα πόστερ στο Hastings Pier για ένα άγνωστο τότε γκρουπ, με το όνομα The Sex Pistols άλλαξε αυτή την πορεία της.
Germ Free Adolescents (1978)
"Αναρωτήθηκα τι ήταν, έτσι πήγα στο Pier και παρακολούθησα τους Pistols", θυμάται. "Δεν ήταν ούτε διάσημοι, ούτε τίποτα-σχεδόν κανένας δεν υπήρχε εκεί. Έπαιζαν κάποιες διασκευές από παλιά νομίζω τραγούδια των Stones ή κάποια R&B. Δεν νομίζω ότι είχαν όλα τα καινούρια τραγούδια τους που αργότερα τους έκαναν διάσημους. Αυτό, μου έδωσε το έναυσμα για να φύγω από εκείνη την σκηνή για την οποία ήμουν λιγάκι νέα και με έκανε να καταλάβω ότι κάτι συνέβαινε πέρα από αυτό. Υπήρχε κάτι που ξεπερνούσε λιγάκι την γενιά μου. Ήταν απλά λίγο διαφορετικό από το rock σύνδρομο με τα μακριά μαλλιά που υπήρχε. Σκέφθηκα, ΄Ω, αν αυτοί κατάφεραν να κάνουν μπάντα, θα μπορούσα να κάνω κι εγώ επίσης΄". Μετά από αγγελία στην Melody Maker και οντισιόν σε κάποιους μουσικούς, η Styrene κατέληξε να ηγηθεί των X-Ray Spex, αν και η μουσική δεν κατέληξε ακριβώς σαν αυτή των The Sex Pistols.
Πώς οι X-Ray Spex, διακρίθηκαν από τις υπόλοιπες μπάντες της πρώτης γενιάς της Αγγλικής punk; "Νομίζω ότι το μήνυμα ήταν διαφορετικό λυρικά", εκτιμάει η Styrene, "επειδή έγραφα για πράγματα που εκείνη την εποχή ήταν λίγο φουτουριστικά. Όπως το "Genetic Engineering" ήταν απλά εμπνευσμένο από ένα άρθρο που είχα διαβάσει για την γενετική μηχανική στο Time. Τώρα είναι πραγματικότητα ε; Μερικοί άνθρωποι θα την χρησιμοποιούσαν στα σοβαρά αν μπορούσαν...Πάντα ενδιαφερόμουν για αυτά τα πράγματα και τον καταναλωτισμό και τέτοια πράγματα. Οι άλλες μπάντες έγραφαν κυρίως για τις ουρές που σχηματίζονται όταν περιμένει ο κόσμος για το επίδομα ανεργίας. Εννοώ, βαριόμουνα λίγο στο τραγούδι "I Am a Clishe" (η Β' πλευρά στο single "Oh Bondage! Up Yours!"). Αλλά γενικά μιλώντας, πήγαιναν προς την αναρχία. Και εγώ δεν έγραφα στ'αλήθεια για τέτοια πράγματα τόσο, όσο για τον καταναλωτισμό του σήμερα".
Plastic Bag (1978)
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία των αρχικών τραγουδιών των X-Ray Spex, ήταν το σαξόφωνο της Lora Logic, μία δεκαεξάχρονη ασυνήθιστη φιγούρα (όπως και η Styrene), στον από άνδρες κυριαρχούμενο κόσμο της rock. Τον καιρό που το Germ Free Adolescents τέλειωσε, το 1978, ωστόσο, θα αντικαθίστατο από έναν πιο συμβατικό θα έλεγα παίκτη, τον Rudi Thompson. Η Logic συνέχισε για να φτιάξει τους Essential Logic και εμφανίζεται στο άλμπουμ των X-Ray Spex το 1995, αν και δεν έπαιζε με την Styrene σε μακροχρόνια βάση.
"Πήγαινε ακόμα σχολείο τότε, ήταν 16 χρονών", εξήγησε η Styrene όταν ρωτήθηκε για την αναχώρηση της Lora. "Δεν μπορούσε να μετέχει σε περιοδείες, έπρεπε να ολοκληρώσει το σχολείο της. Και όταν παίζαμε live, έπαιζε σαξόφωνο πάνω από όλους μου τους στίχους". Γελάει εγκάρδια. "Δεν μπορούσα να ακούσω την φωνή μου καθώς τραγουδούσα! Στ'αλήθεια δεν μπορούσα να την περιορίσω να παίζει στα διαστήματα που δεν τραγουδούσα. Προφανώς όταν έκανα το τελευταίο άλμπουμ, ήταν λίγο πιο εύκολο να δουλέψω μαζί της. ΄Λοιπόν΄, της είπα, ΄Μην κάνεις ξανά αυτό που έκανες τότε! Αλλιώς δεν πρόκειται να βγει καλό το αποτέλεσμα΄. Ξέρετε πώς είναι όταν κάποιος θέλει να βγαίνει μπροστά. Απλά παίζει πάνω στα φωνητικά για να έχει αυτός ουσιαστικά την φωνή. Αυτό συνέβαινε λίγο και ήταν κάπως εκνευριστικό".
Οι X-Ray Spex ήταν στα καλύτερα τους στα singles τους, τα οποία είχαν μία pop-punk εγκατάλειψη, η οποία δεν εμφανίστηκε καλά στο ένα άλμπουμ που έκανε η μπάντα στην ορίτζιναλ ενσάρκωση της. Η Styrene αισθάνεται ότι αυτό έγινε επειδή τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους μέσα σε μία περίοδο ενός χρόνου και όχι πάντα με τον ίδιο παίκτη στο σαξόφωνο, πράγμα που οδήγησε στην απώλεια συνέχειας. Δυστυχώς, εξαιτίας του πολυάσχολου προγράμματος της μπάντας, δεν υπήρχε άλλος τρόπος που θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το άλμπουμ.
Αν και το άλμπουμ μπήκε στα charts για μία μεγάλη εταιρεία στην Αγγλία, ούτε καν κυκλοφόρησε στην Αμερική, όπου οι εμφανίσεις των X-Ray Spex περιορίστηκαν σε δύο εβδομάδες στο CBGB's στην Νέα Υόρκη. (Τελικά κυκλοφόρησε κι εκεί, με μπόνους τρακς από τα αρχικά singles, στην Carοline το 1992). "Όταν παίξαμε στην Νέα Υόρκη, αισθανθήκαμε ότι ήδη ήμασταν γνωστοί", θυμάται η Styrene. "Νομίζω ότι ήμασταν στους New York Times την πρώτη μέρα που φτάσαμε. Για εμάς τότε σήμαινε ότι όποιος θέλαμε να γνωρίζει για εμάς, ήξερε ποιοι ήμασταν. Όταν είσαι τόσο νέος έχεις μία πολύ αφελή προσέγγιση στα πράγματα. Το γεγονός ότι ο χώρος γέμιζε δυο φορές κάθε νύχτα μας έκανε ευτυχισμένους".
Genetic Engineering (1978)
Οι προοπτικές των X-Ray για επιτυχία στην Αμερική αμφισβητήθηκαν όταν η μπάντα διαλύθηκε λίγο μετά την κυκλοφορία του Germ Free Adolescents. "Για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, το πράγμα έφτασε σε τέτοιο σημείο που ήταν ή για να παραιτηθούμε ενώ ήμασταν "καβάλα" ή να πάρουμε αναπόφευκτα την κατιούσα. Το τελευταίο single που φτιάξαμε μετά το άλμπουμ δεν πήγε τόσο καλά. Είχαμε μεγάλη προσοχή από τα media και τεράστια έκθεση πάρα πολύ νωρίς. Στην πρώτη εμφάνιση που κάναμε έγινα εξώφυλλο στο Sounds. Ύστερα, πάντα ήμουν στον ημερήσιο τύπο επίσης. Το να αντιμετωπίζεις κάτι τέτοιο ήταν κάτι μεγάλο, σε τέτοια ηλικία. Μουσικά, επειδή θα έκανες περιοδείες, δεν θα είχες πολύ χρόνο να γράψεις. Χρειαζόμουν ένα διάλειμμα για να γράψω".
Η Styrene κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ το Translucence (1980), κάνοντας μεταβολή στην punk και βλέποντας κατά μέτωπο ένα κοκτέιλ σαν jazz συνθέσεις. Προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στους φαν της όταν πήγε στους Hare Krishnas. Πάνω από μία δεκαετία οι περισσότεροι φαν της εναλλακτικής rock υπέθεταν ότι είχε εξαφανισθεί ακολουθώντας την νέα της πίστη. Αν και αργότερα, έχοντας αποχωρήσει από τον λατρευτικό χώρο επιβεβαίωσε ότι "είμαι ακόμα πολύ αφοσιωμένη...δεν ήταν σαν μία μόδα για μένα". Και ακόμα και τότε έλεγε ότι θα επιθυμούσε να ζει τον μισό χρόνο στην Ινδία, για την πνευματική της αναζήτηση. Αλλά, της προκαλεί πόνο να ανακοινώσει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι ήθελε ποτέ να εγκαταλείψει την μουσική.
Melancholy (1995)
"Είχαμε ένα στούντιο ηχογράφησης στον λατρευτικό χώρο (ναό των Hare Krishna). Ήθελα να δουλέψω αλλά μπήκα στη μαύρη λίστα επειδή ήμουν στους Hare Krishna", λέει. "Εκείνο τον καιρό, ήθελα να κάνω μουσική. Έκανα ακόμα μουσική. Αλλά δεν μπορούσα να κλείσω μια συμφωνία. Και την στιγμή που ήξεραν ότι ήμουν Hare Krishna...δεν ήταν απλά κάτι που περνούσε απαρατήρητο, επειδή θα έμπαινα στην EMI φορώντας σάρι. Έπαιξα στο Glastonbury Festival, αλλά υπό την ιδιότητα της Hare Krishna. Μετά, αργότερα εμφανίστηκαν άλλοι άνθρωποι όπως ο Boy George και έκανε χιτ με τραγούδια των Hare Krishna. Εγώ οργάνωσα τους ψαλμούς σε αυτό το δίσκο. Επίσης ήταν γνωστό ότι είχα ένα νευρικό κλονισμό", προσθέτει. "Έτσι κι αυτό αιωρείτο, πράγμα όχι και τόσο καλό. Επειδή τότε ο κόσμος σκέφτηκε, θα είναι σε θέση να κάνει περιοδείες ή θα καταρρεύσει; Και πήρα την ταμπέλα του σχιζοφρενή, επειδή είπα σε ένα άρθρο ότι είδα ένα UFO. Εννοώ ότι δεν είμαι σχιζοφρενής", λέει με έμφαση. "Αλλά ακόμα υπάρχει η φήμη στην πιάτσα ότι μπορεί πράγματι να είμαι σχιζοφρενής. Είναι δύσκολο να αποτινάξεις κάτι τέτοιο από πάνω σου, όταν έρχεται η ώρα ενός συμβολαίου".
Sophia (1995)
Σαν συνέπεια, αν και το άλμπουμ του 1995 Conscious Consumer, θεωρήθηκε σαν ΄comeback΄, πολύ από το υλικό είχε γραφτεί γύρω στα 15 χρόνια πριν κυκλοφορήσει. Όλα όσα ήθελε η μουσική βιομηχανία, ισχυρίζεται η Styrene, ήταν για αυτήν "να επαναλάβω το Germ Free Adolescents. Ποτέ δεν είχα την ευκαιρία (να κάνω άλλα πράγματα), πράγμα που δεν με ενδιέφερε καθόλου σαν τραγουδοποιό". Αλλά γιατί το να γεμίσεις ένα άλμπουμ στο μεγαλύτερο μέρος με παλαιά τραγούδια που η Styrene θα μπορούσε να είχε ηχογραφήσει ως μέρος των X-Ray Spex πίσω στο 1980, είχε κάνει κάνει την μπάντα να διαρκέσει τόσο; "Όταν κάνω άλμπουμ", έλεγε η Styrene, "προσπαθώ να απαλλαγώ από τα παλαιά τραγούδια πρώτα, πριν βάλω τα καινούρια μου, επειδή έχω πάρα πολλά. Έτσι προσπαθώ να διατηρώ μία συνέχεια".
Τα ορίτζιναλ μέλη των X-Ray Spex, Paul Dean (μπάσο) και Lora Logic παίζουν στο Conscious Consumer. Ένα μέλος των Kula Shaker, που το 1996 θα κέρδιζε σημαντική επιτυχία στα Αγγλικά charts με το "Tattva", έπαιξε κιθάρα με ψευδώνυμο. Αν και κάπως πιο ήσυχη σε σχέση με τις ηχογραφήσεις στα τέλη των 70'ς, είναι μία αξιόλογη προσπάθεια που βρίσκει την Styrene να συνεχίζει να εξετάζει την κουλτούρα του καταναλωτή σε τραγούδια όπως το "Junk Food Junkie" και να μπαίνει σε πιο πνευματικές αναζητήσεις σε κομμάτια όπως το "Prayer for Peace" και το "India". Το "Crystal Clear", μία σχετικά πρόσφατη σύνθεση, ίσως έχει την πιο pop προσέγγιση από οτιδήποτε άλλο ηχογράφησε.
India (1995)
Αλλά όταν ήρθε ο καιρός να προωθήσει τον δίσκο, το ΄comeback΄ των X-Ray Spex έσβησε πριν αρχίσει. Η Styrene είχε φτιάξει μία μπάντα για να κάνει περιοδείες, αλλά χτυπήθηκε από ένα πυροσβεστικό όχημα, πράγμα που την έθεσε εκτός αποστολής για αρκετούς μήνες. Όταν ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, θα τσακωνόταν με τον ατζέντη της μπάντας, ο οποίος κατάφερε να πείσει τους άλλους μουσικούς να κάνουν περιοδεία χωρίς την Poly. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο οι X-Ray Spex έπαιξαν στην πραγματικότητα με διαφορετικό τραγουδιστή, λέγοντας στο κοινό ότι εξαιτίας απρόβλεπτων καταστάσεων δεν μπορούσε η Poly να είναι μαζί τους. Δηλαδή σαν να έλεγαν οι Rolling Stones στο κοινό, ότι ο Mick Jagger ήταν αδύνατον να έρθει σήμερα, έτσι θα καλωσορίσετε αυτόν τον άγνωστο που βρίσκεται στη θέση του;
Cigarettes (1995)
Τελικά η Styrene έπρεπε να ξεκινήσει νομικές διαδικασίες εναντίον των μουσικών για να τους εμποδίσει να χρησιμοποιήσουν το όνομα της μπάντας. Άσχετα με την έκβαση αυτή, η Styrene ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει να γράφει οτιδήποτε την ενδιέφερε, είτε αυτό προερχόταν από μία διαφήμιση, είτε από ένα άρθρο στην εφημερίδα ή εξαιτίας της συνείδησης της ως Hare Krishna. Μετά, είχε γίνει χαμός με το νέο πρότζεκτ της Flower Aeroplane, το οποίο είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον μιας μεγάλης δισκογραφικής. "Ήταν κάτι πολύ ωραίο που έκανα με δυο φίλους μου. Ένας από αυτούς ήταν θεραπευτής και αποφασίσαμε να κάνουμε μία θεραπευτική δουλειά, αλλά με επιρροές από την rock. Πνευματική, θεραπευτική, αλλά pop και rock επίσης".
Θεραπευτική μουσική μετά από το Germ Free Adolescents 😂; Πιο πιθανόν μία υπόθεση της Styrene να συνεχίσει να λέει "Oh Bondage! Up Yours!", σαν ενήλικας που ήθελε να συναντήσει την μουσική βιομηχανία με δικούς της όρους, ακόμα κι αν αυτό είχε πάρει το μεγαλύτερο μέρος μίας εικοσαετίας.
Η Styrene πέθανε από καρκίνο το 2011 σε ηλικία 53 χρονών.
Oh Bondage! Up Yours!
ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ
Germ Free Adolescents (1978, Caroline)
Ένα από τα επιδραστικά πρώιμα άλμπουμ της punk. Η επανέκδοση σε CD προσθέτει αρκετά αρχικά τους singles.
Conscious Consumer (1995, Receiver, UK)
Πιθανώς όχι τόσο αλλόκοτο όσο οι θερμοί οπαδοί της punk θα ήθελαν, αλλά βρίσκει την εκκεντρική γραφή της Styrene άθικτη σε ένα πιο ατόφιο rock περιεχόμενο από το υλικό που ηχογραφήθηκε από την πρώτη ενσάρκωση της μπάντας.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020
KAK
Psychedelic Unknowns
γράφει ο Δημήτρης Μπουντούρης
Θα ήταν νομίζω πιο δόκιμο οι KAK να μπουν στα psychedelic unknown groups, μιας και η παρουσία τους στον χώρο της μουσικής ως group, κράτησε κάτι λιγότερο από ένα χρόνο. Σε αυτόν τον χρόνο πρόλαβαν να βγάλουν ένα LP, 2 singles για προώθηση του LP και να εμφανιστούν σε κάποιες τοπικές συναυλίες.
Το LP βγήκε στην Epic, πούλησε ελάχιστα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα καλό ψυχεδελικό άλμπουμ αλλά μέχρι εκεί. Σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να πάρει τον τίτλο του συλλεκτικού, μιας και υπάρχουν πάρα πολλά διαμάντια που έχουν χαθεί μέσα στα χρόνια και τα βρίσκεις σε εξευτελιστικές τιμές.
Τους έμαθα στα early 90s όταν το βινύλιο είχε πάρει για λίγο την κατιούσα, λόγω της εμφάνισης του νέου είδους αποθήκευσης μουσικής που άκουγε στο όνομα cd.
Τότε ήταν, που από το μόνο δισκάδικο που υπήρχε στη Λευκωσία και πουλούσε μόνο cd αγόρασα τη τριπλή συλλογή THE PSYCHEDELIC YEARS REVISITED 66-69. Στο Far Οut cd, ξεχώρισα το "Lemonaide Kid" των KAK, ενός άγνωστου για μένα μέχρι τότε group.
Lemonaide Kid
Κάποιος θα το χαρακτηρίσει ως υποτονικό και μονότονο τραγούδι. Για μένα είναι ένα ευχάριστο 6άλεπτο νοσταλγικό psych folk κομμάτι, στο οποίο δεν ακούς μουσικές εξάρσεις, αλλά ένα παραμυθένιο μουσικό χαλί, στο οποίο η ινδική tabla του Christopher A. Lockheed και το βαθύ σόλο της lead κιθάρας του Dehner C. Patten, ακολουθούν άψογα και ευλαβικά τις εναλλαγές της φωνής του Gary L. Yoder. Ο στίχος του Yoder και αυτός παραμυθένιος και φευγάτος.
… I saw the lemonaide kid on the peppermint sticks
He had a mindblowing kitty
He said he'd set it aside for you…
Στο Back in the USA cd άκουσα το 2o κομμάτι από KAK, το "Rain". Σε πλήρη αντίθεση με το "Lem kid", επιθετικό, speadαριστό, beatάτο, γεμάτο, με τους στίχους να οδηγούν τελικά στον εξαγνισμό και το γλυκό σόλο της κιθάρας να κλείνει το κομμάτι.
…Nothing but the rain to cool me
nothing but my life to school me
nothing but the sun to warm me
nothing but the stars to guide me
You’re so kind to hide me now.
Το κομμάτι παρ' ότι μου άρεσε, μου φαινόταν μικρό και ξεκάρφωτο. Αργότερα αγοράζοντας το βινύλιο, κατάλαβα πόσο δίκιο είχα. To "Rain" αποτελεί το τρίτο μέρος μιας υπέροχης τριλογίας που ουσιαστικά αποτελεί το 2ο κομμάτι της 2ης πλευράς του LP.
Golgotha / Mirage / Rain
To 8άλεπτο "Trieulogy" ξεκινάει όμορφα με το "Golgotha" με βάση τις lead και rhythm κιθάρες των Patten και Yoder πλαισιωμένες από τα aggressive φωνητικά του Yoder, με το "Mirage" να ακροβατεί riffάροντας στο background και σε πρώτο πλάνο και κλείνει ξεκινώντας ακουστικά με το "Rain".
Golgotha
Dawn crept through the blanket off the sky
asleep on a grassy knoll it caught my eye
a voice cried out
and it said to me
you better start walking boy
you ‘re already as late as you can be…
Mirage
…through a mirror she passed like a shadow
watching each life bend flash into nothing
and I wonder which direction
she would go
can’t you see
what you ‘re headed for…
Αναμνήσεις τέλος. Πάμε τώρα για λίγο ιστορία και ανάλυση.
Δημιουργήθηκαν το 1968 στο Davis της California, αλλά ουσιαστικά έδρασαν στο San Francisco όπου ηχογράφησαν το μοναδικό τους LP και έδωσαν και όλες τις συναυλίες τους μέχρι την διάλυση τους το 1969. Μέλη του group οι Dehner C. Patten lead κιθάρα, Gary L. Yoder rhythm κιθάρα και φωνητικά, Joseph D Damrell μπάσο, sitar και tambourine και Christopher A. Lockheed ντραμς, tabla και harpsichord. Στιχουργός ο Yoder, συνεπικουρούμενος από τον παραγωγό των KAK Gary Grelecki, ο οποίος αποτελούσε το ΄πίσω από την μπάντα΄ μέλος του group και ο οποίος φιλοτέχνησε και το σουρεαλιστικό εξώφυλλο του LP τους. Διακρίνεται στο πίσω μέρος του δίσκου.
Οι Yoder και Patten γνωρίζονταν από πριν, αφού ήταν μαζί στην ίδια ψυχεδελική μπάντα, τους Oxford Circle με την οποία έπαιζαν σε διάφορα club της Βόρειας California και πολλές φορές μοιράζονταν τη σκηνή με τους Grateful Dead, Jefferson Airplane και την Janis Joplin. Σε παρόμοια μπάντα έπαιζε και ο μπασίστας Joe Dave Damrell (Group "B"). Ο ντράμερ Christopher Lockheed με 12 χρόνια σπουδές στο κλασσικό πιάνο, στην αρχή της καριέρας του έπαιζε σε ένα τρίο σε πάρτι γάμων μέχρι να δημιουργήσει στο Γυμνάσιο την πρώτη του rock μπάντα. Στη συνέχεια γνώρισε τον Patten παίζοντας μαζί στους Cherry Jam και τελικά κατέληξαν στους KAK.
Everything's Changing
Το όνομα τους σημαίνει σκόνη στη Σανσκριτική διάλεκτο.
Ο ήχος τους επηρεασμένος από τον ψυχεδελικό ήχο του San Francisco, εμπλουτισμένος με κάποιες garage πινελιές και με πηγές έμπνευσης ξεκάθαρα από Quicksilver Messenger Service (απόμακρη ηχώ στις κιθάρες), Grateful Dead (ανεπαίσθητα περάσματα από blues rock), Moby Grape (αρμονία φωνής, riffs κιθάρας), αλλά και Donovan (country rock και λυρισμός).
Τα "Everything’s Changing" και "Electric Sailor" χαρακτηρίζονται ως καταξιωμένα, κλασσικά ψυχεδελικά κομμάτια.
Electric Sailor
Γεμάτος και δυνατός ήχος drums, απίθανο κιθαριστικό acid σόλo και πιασάρικο ρεφρέν σε πρώτο πλάνο, με τους υπόλοιπους στίχους σε δεύτερο.
Στο "Disbelievin'" ξεχωρίζει το όμορφα δυνατό κιθαριστικό combo των Yoder και Patten, οι οποίοι –όπως αναφέρουν και οι ίδιοι σε συνέντευξή τους- μπορούσαν να ροκάρουν ασταμάτητα, χαρίζοντας μια σιγουριά και μια γοητεία στο κοινό.
Disbelievin'
Έντονα σκληρός bluesίστικος ήχος στο "Bryte ‘N’ clear day", ξεφεύγει από τα κλασικά ψυχεδελικά πατήματα των KAK, ενώ o Yoder βγαίνει εν γνώσει του μπροστά και μας δείχνει πόσο επαγγελματίας είναι, αλλά και πως είναι ικανός να μεταλλάσσεται μαζί με την μπάντα και να παίζει διαφορετικά είδη μουσικής.
Από τα υπόλοιπα κομμάτια, θα ξεχωρίσω το ''Flowing By" μια ακουστική μπαλάντα με έντονο country style και επιρροή από Donovan.
Flowing By
Μετά την διάλυση των KAK, o Yoder έπαιξε στους Blue Cheer ενώ ο Lockheed υπήρξε μέλος των Population II και των Goose Creek Symphony, ενώ συμμετείχε μαζί με τον John Cipollina σε LP του Stu Blank.
Εκτός από το LP των KAK που επανακυκλοφόρησε αρκετές φορές με τελευταία το 2019, κυκλοφόρησε και cd το 1999 με τίτλο KAK-OLA με αρκετά bonus tracks του group, ακυκλοφόρητα demos, ακουστικές εκτελέσεις, κάποια τραγούδια του Yoder και ένα ένθετο με την ιστορία του group και των τραγουδιών.
Τρίτη 17 Μαρτίου 2020
BARBARA & ERNIE
Soulful Psychedelic Jazz-Funk-Folk
Ήταν κάποτε δύο μουσικοί, ένα όμορφο κορίτσι και ένας ώριμος άνδρας, όχι άγνωστοι στον μουσικό κόσμο της εποχής, οι οποίοι αποφάσισαν να κάνουν ένα άλμπουμ. Αυτή τραγουδίστρια της soul, αυτός έμπειρος παίκτης της jazz κιθάρας. Με την βοήθεια μίας καταπληκτικής παραγωγής και κάποιων εξαιρετικών μουσικών, ο δίσκος που προέκυψε είναι ένα αριστούργημα, με μία σπάνια ανάμιξη μουσικών γενών, που προσέλκυσε με το πέρασμα των χρόνων την προσοχή των συλλεκτών.
For You (1971)
...I can be a smile for your memories
I wish I could for you
When the day is gone
And you'll be on the run
You can lean on me
Like a tree...
.
Prelude To...(Cotillion SD 9044) 7/71
H Barbara έχει ένα πολύ χαριτωμένο φωνητικό στυλ, το οποίο ενισχύεται καλά από το θαυμαστό ταλέντο του Ernie Calabria με διάφορα έγχορδα και από λίγους αξιόλογους μουσικούς, όπως ο Chuk Rainey, o Grady Tate και oι ήρωες της jazz Joe Beck και ο Keith Jarrett. Η μουσική σε αυτό τον δίσκο είναι ομοιόμορφα μυστικιστική, επιπλέοντας κάπου ανάμεσα στη γη και στο απώτερο διάστημα.
Somebody to Love (1971)
Η soulful διασκευή του "Somebody to Love" είναι ωραία δοσμένη και το "Searching the Circle" είναι ποιοτικά λυρικό. Τα "Satisfied" και "Listen to Your Heart" είναι δυνητικά τα καλύτερα κομμάτια για πολλούς. Γενικά ένα πολύ όμορφο και σπάνιο LP.
Searching the Circle (1971)
Οι ενορχηστρώσεις από τον Eumir Deodato και μία εξαιρετική μπάντα να κάνει backing είναι μόνο μέρος του λόγου, που αυτό που ακούμε είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ. Η Barbara Massey και ο Ernie Calabria είναι οι αληθινοί σταρ του σόου. Αυτή έχει μία πανέμορφη και παραπονιάρικη φωνή και οι δυο τους είναι ικανοί γραφείς, αναμιγνύοντας στοιχεία της jazz, της soul, της funk και του χίπικου μυστικισμού σε οκτώ άριστα ορίτζιναλ τραγούδια.
My Love and I (1971)
Προσωπικά μου αρέσει πολύ η διασκευή που έχουν κάνει στο στανταράκι "Somebody to Love", η οποία μετασχηματίζει την δυναμική rock του ορίτζιναλ σε ένα ελικοειδές, φιδίσιο κομμάτι που αργά ξεδιπλώνει την ήρεμη γοητεία του.
Do You Know (1971)
Μία θαυμάσια ανάμιξη folk, jazz, funk και ψυχεδέλειας ενορχηστρωμένη από τον εξαιρετικό Eumir Deodato. Η Barbara είχε δουλέψει ήδη με τον Hendrix, τον Cat Stevens, τον Johnny Winter και άλλους, την στιγμή που ο Ernie είχε παίξει με τον Harry Belafonte και με την Nina Simone την δεκαετία του '60. Η Barbara και ο Ernie έγραψαν το "L'Etranger" για την Nana Mouskouri το 1969, για την οποία ο Ernie είχε παίξει κιθάρα πιο παλιά. Ένα χαμένο κλασικό θα έλεγα, που όποιος ακούσει δεν ξεχνάει και έχει τελικά μετά τόσα χρόνια προσελκύσει συλλέκτες παγκοσμίως.
Satisfied (1971)
Τα τραγούδια είναι αιθέρια, στοιχειωτικά, αξιαγάπητα και χαλαρωτικά. Όπως μας λένε οι εσωτερικές σημειώσεις: "Αυτό με το οποίο εμφανίστηκαν η Barbara, o Ernie και ο Joel (ο παραγωγός του δίσκου), είναι λιγάκι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Φαίνεται να υπάρχει ένα εμπορικό vibe, αλλά τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, με στοιχεία R&B, psychedelic soul, και folk-rock αναμειγμένα".
Play With Fire (1971)
Τα φωνητικά της Barbara φέρνουν στο νου την Minnie Riperton μαζί με λίγο από Flora Purim, ακόμα και Grace Slick. Ένα κόλπο του Joel Dorn ήταν το multi-tracking στα φωνητικά της Barbara, κάνοντας τον ήχο να βγαίνει σαν να τραγουδούν δύο.
Tip: όσοι ενδιαφέρεστε θα το βρείτε σε λογικές τιμές στο Discogs
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Κυριακή 15 Μαρτίου 2020
TIM BUCKLEY
Folk-Rock Innovators
Ανάμεσα στο 1966 και στο 1970, ο Tim Buckley όχι μόνο είχε ΄καταπιεί΄ τόσους στιλιστικούς χώρους μουσικά, όσο κανείς άλλος cult rocker της εποχής του. Αναμφίβολα εξόρμησε σε τόσες πολλές περιοχές, με τέτοια επιτυχία, όσο κανένας μουσικός της rock οποιασδήποτε εποχής μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και σε τόσο νεαρή ηλικία. Σε συνάρτηση με το ποιο άλμπουμ-ή ακόμα και τραγούδι-έφερε στα αυτιά σας τον Buckley πρώτα-πρώτα, θα σας δικαιολογούσα εάν του βάζατε ταμπέλα ως folk-rocker ή ψυχεδελικός τραγουδοποιός / τραγουδιστής, ένας χαλαρός τραγουδιστής της jazz, ένας blue-eyed τραγουδιστής της soul ή ένας avant-garde ερμηνευτής δυσνόητων τραγουδιών, αποφασισμένος να προκαλέσει ή και να απομακρύνει το κοινό του.
Τέτοιος εκλεκτισμός δεν θα μπορούσε να έχει πετύχει χωρίς υποστήριξη και ο Buckley ήταν ευλογημένος να έχει την πιο ευέλικτη φωνή της γενιάς του. Η φωνή του δεν ήταν τόσο μία φωνή που έπαιζε το ρόλο οργάνου. Η έκταση των τεσσάρων οκτάβων του περιελάμβανε χαμηλά, μπλουζ γρυλίσματα, μελωμένα τενορικά jazz φωνητικά και δυνατές στριγκλιές, που θα ενέπνεαν τρόμο ανακατεμένο με ευχαρίστηση. Ήταν επίσης και συνθέτης υπέροχων και φιλόδοξων μελωδιών και συχνά υποστηρίζονταν από έναν στιχουργό και επίσης καλύτερο του φίλο, που έμοιαζε σαν ηθοποιός του σινεμά και κάποιους από τους καλύτερους και πιο υποστηριγκτικούς μουσικούς σαν backing διαθέσιμους στα live, αλλά και στο στούντιο. Ηχογράφησε για δύο από τις πιο progressive εταιρείες της εποχής-εταιρείες που ήταν ανάμεσα σε αυτές που είχαν την πρόθεση να παραχωρήσουν στα σχήματα τους αρτιστική ελευθερία.
Pleasant Street (1967)
Κι όμως μόνο ένα από τα άλμπουμ του κατάφερε να περάσει στις χαμηλότερες βαθμίδες του Top 100. Στις αρχές του 1970, ο Buckley ήταν ανίκανος να προωθήσει την μουσική του σε νέα σύνορα, έχοντας εξαντλήσει την υποστήριξη της εταιρείας του, του μάνατζερ του και σε κάποιο βαθμό των ακροατών με τα πειράματα του. Θα υπήρχαν ακόμα μερικά άλμπουμ και περιοδείες σε ένα rock και funk ασταθές ρεύμα στο Λος Άντζελες, αλλά μεγάλο μέρος της φλόγας έμοιαζε να έχει σβήσει. Ο θάνατος του από υπερβολική δόση ηρωίνης το 1975, σε ηλικία 28 χρονών, ήταν εντούτοις τραγωδία, καθώς ένας υγιής Buckley χωρίς αμφιβολία είχε πολλά περισσότερα ακόμα να προσφέρει.
Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, πολλά έχουν γίνει από τους δαίμονες και την ψυχολογική σύγχυση που πιθανώς έδωσαν κίνητρο σε μεγάλο μέρος της καλύτερης δουλειάς του και επίσης πιθανώς συνέβαλαν στον πρόωρο χαμό του. Η αποτυχία του να φτάσει σε μαζικό κοινό, ωστόσο δεν ήταν αποκλειστικά εξαιτίας της απρόβλεπτης συμπεριφοράς, των σε λάθος χρόνο κυκλοφοριών των δίσκων και του τέλους του από ατύχημα. Η μουσική του Buckley ήταν του είδους που παίρνει κάποιο χρόνο για να ΄χωνευθεί΄ και δεκαετίες ίσως για να κατανοηθεί πλήρως και να εκτιμηθεί δεόντως, ακόμα κι από ακροατές που άκουσαν τους δίσκους του από όταν πρωτο-κυκλοφόρησαν. Ο Buckley δεν θα μπορούσε να χτίσει ένα κοινό, τουλάχιστον εν μέρει, λόγω της αδιάκοπης μετακίνησης που σήμερα μας εντυπωσιάζει, εγκαταλείποντας μία σκέψη για μία άλλη, απλά σαν να ήταν στα πρόθυρα του να καθιερωθεί σαν master του συγκεκριμένου είδους.
Ο Buckley πιο συχνά κατηγοριοποιείται ως folk-rock τραγουδοποιός / τραγουδιστής και ενώ αρίστευσε σε αυτό το στυλ, για να τον κατατάξεις σε οποιοδήποτε γένος πρέπει να αρνηθείς το υπερφυσικό εύρος των υφών και των καλλιτεχνών που είχε αγκαλιάσει πριν καν ασχοληθεί με ηχογραφήσεις. Σαν έφηβος μεγάλωσε στο Orange County, έπαιξε folk και country και με τους The Bohemians έπαιξε rock. Το πρώιμο ρεπερτόριο του περιλάμβανε αγαπημένους της folk, όπως οι Leadbelly, o Pete Seeger, η Odetta και η Joan Baez, αλλά επίσης το "One For My Baby" του Frank Sinatra, το "Big River" του Johnny Cash, το "Drifting Blues" του Ray Charles και σύγχρονες συνθέσεις από τραγουδοποιούς / τραγουδιστές που ξεπετάγονταν, όπως οι Fred Neil, Donovan, Tim Hardin και Bob Dylan (του οποίου το ακυκλοφόρητο "Quit Your Low Down Ways" ο Buckley έμαθε από μία τυπωμένη βερσιόν στο περιοδικό Sing Out!)
It Happens Every Time (1966)
"Ήταν εντελώς εκλεκτικός, αποδεχόταν κάθε είδος μουσικής", λέει ο Larry Beckett, στενός φίλος του και συχνά συνεργάτης του τραγουδοποιός. "Δεν είχε αφοσίωση ή εμμονή στο rock 'n' roll, στην folk, στην folk-rock ή οτιδήποτε άλλο".
Ο Beckett θα έπαιζε ντραμς στους The Bohemians, που σχηματίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του '60, που περιλάμβαναν επίσης τον μπασίστα Jim Fielder (αργότερα πήγε σε διάφορα άλλα γκρουπ με κυριότερο τους Blood, Sweat & Tears) και τον κιθαρίστα Brian Hartzler. Στην αρχή ούτε ο Buckley ούτε ο Beckett συνέθεταν τραγούδια, αν και ο Beckett ήδη έγραφε ποιήματα. Ωστόσο, με τους Beatles και τον Dylan σαν έμπνευση, σημειώνει ο Larry, "Βελτιωνόμασταν αλήθεια πολύ γρήγορα μαζί σαν τραγουδοποιοί και μετακινηθήκαμε από εκείνο το είδος των pop φθηνο-μπαλάντων σε μάλλον ποιητική έκφραση". Όπως παραδέχεται ο Beckett ήταν η όμορφη, ευέλικτη τενορική φωνή του Tim που ασκούσε την έλξη τότε, όχι το υλικό. "Θα γράφαμε τα αδύναμα pop τραγούδια μας, αυτός θα στεκόταν και θα άρχιζε να τα τραγουδάει και όλοι θα έλεγαν ΄Ω Θεέ μου!΄ Το ίδιο θα έλεγαν και όταν τραγουδούσε folk τραγούδια μόνος του με την κιθάρα. Ήταν ο ήχος της φωνής του. Σίγουρα σε εκείνο το σημείο δεν μέτραγαν καθόλου οι στίχοι μου".
Ήταν επίσης το πιθανότερο η φωνή του Tim, που τράβηξε την προσοχή του ντράμερ των Mothers of Invention, Jimmy Carl Black, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με τον μάνατζερ των Mothers, Herbie Cohen. Ως μάνατζερ του Fred Neil, της Judy Henske και των The Modern Folk Quartet, o Cohen ήταν καλά ενήμερος για τον ενθουσιασμό που υπήρχε, καθώς οι τραγουδοποιοί / τραγουδιστές έκαναν την απροσδόκητη μετάβαση στην ηλεκτρική μουσική στα μέσα της δεκαετίας του '60, παίρνοντας την πνοή από την ακουστική folk σκηνή, διοχετεύοντας την στην folk-rock μέσα σε ένα διάστημα μηνών. Ένα demo των Bohemians-συχνά αναφερόμενο ως six songs, αν και ο Beckett θυμάται να υπάρχουν μόνο τέσσερα-έφτασε στα αυτιά του προέδρου της Elektra Records, Jac Holzman. Αν και σύμφωνα με τον Beckett μόνο ένα από εκείνα τα demo ("She Is") επανηχογραφήθηκε για το πρώτο άλμπουμ του Buckley, ο Holzman, σε ένα δελτίο τύπου της Elektra, ισχυρίστηκε ότι ερωτεύθηκε αμέσως τον τραγουδιστή:
"Ο Herb μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι είχε ένα νέο καλλιτέχνη, που νόμιζε ότι ήμασταν η καλύτερη εταιρεία γι'αυτόν και ότι έστελνε σε εμάς και σε κανέναν άλλο ένα demo δίσκο με γύρω στα έξι τραγούδια. Δεν έπρεπε να παίξω παραπάνω από μία φορά το δίσκο, αλλά νομίζω ότι πρέπει να τον άκουγα το λιγότερο δυο φορές την μέρα για μία εβδομάδα...όποτε για οποιοδήποτε λόγο έπεφτα ψυχολογικά θα έτρεχα να ακούσω τον Buckley. Ήταν αναζωογονητικός. Ζήτησα από τον Herb να κανονίσει μία συνάντηση, αλλά ήδη είχα διαμορφώσει γνώμη. Περάσαμε ένα απόγευμα μαζί και η πεποίθηση μου για τον Tim επιβεβαιώθηκε με το παραπάνω. Του εξήγησα ότι η Elektra αναπτυσσόταν σε μία δημιουργική κατεύθυνση εκείνη την εποχή και ότι ήταν ακριβώς το είδος του καλλιτέχνη με το οποίο θέλαμε να αναπτυχθούμε-νέος, και στην διαδικασία της ανάπτυξης, με υπερφυσικά και μοναδικά χαρίσματα και τόσο ΄άτυπος΄ που δεν υπήρχε φόρμουλα ή κανόνας στον οποίο θα τον έβαζε κάποιος. Ο Tim αντιλήφθηκε ότι καταλάβαμε και ήξερε ότι τον θέλαμε για τον σωστό λόγο".
She Is (1966)
Η Elektra είχε την καλύτερη κρίση και το πιο προοδευτικό όραμα από κάθε άλλη ανεξάρτητη εταιρεία της rock και της folk στην Αμερική το 1966, με ένα ρόστερ που περιλάμβανε τους Love, Paul Butterfield, Judy Collins, Phil Ochs και στα τέλη του χρόνου τους The Doors. Πριν ξεκινήσει η ηχογράφηση ωστόσο, έπρεπε να γίνουν μερικές αλλαγές, με πιο κρίσιμη την διάλυση των The Bohemians και την έναρξη του Buckley ως σόλο καλλιτέχνης. "Ο Herbie Cohen μας το έθεσε έτσι, ότι εκείνο τον χρόνο δεν ήταν οι μπάντες αυτό που περίμενε ο κόσμος, αλλά οι σόλο καλλιτέχνες", θυμάται ο Beckett χωρίς μεταμέλεια. "Αλλά νομίζω ότι αυτό ήταν κάτι που απλά μας είπε για να μας αθωώσει εύκολα. Ο Tim ήταν φανερά γύρω στις δέκα φορές πιο ταλαντούχος σε αυτό που έκανε, από ότι ήταν οποιοσδήποτε από εμάς τους υπολοίπους σε αυτό που κάναμε, έτσι δεν ήταν άδικο". Ο Fielder έπαιξε μπάσο στα δύο πρώτα άλμπουμ (ο Hartzler επίσης έπαιξε κιθάρα σε αυτά) και ο Beckett συνέχισε να γράφει με τον Buckley και να παρέχει την βοήθεια του στα sessions. O Buckley σε κάθε περίπτωση θα άλλαζε τους μουσικούς που τον συνόδευαν στην σκηνή και στο στούντιο καθ όλη την καριέρα του.
Το άλμπουμ Tim Buckley, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 1966, έχει κάποιες φορές υποτιμηθεί από τους κριτικούς σαν υπανάπτυκτο άλμπουμ της folk-rock περιόδου. Ενώ υπήρχε μία αβέβαιη αίσθηση στις διαδικασίες που υπονοούσαν ανεκμετάλλευτη δυναμική-ο Buckley εξάλλου ήταν μόνο 19 χρονών-ήταν ωστόσο ένας πολύ καλός δίσκος, ξεχειλισμένος από μαγευτικές μελωδίες που μετέφεραν τα συνηθισμένα folk και blues σε ένα πιο μπαρόκ πεδίο. Η μπαρόκ ποιότητα ενισχυόταν από την κρυστάλλινη παραγωγή, τυπική των rock άλμπουμ της Elektra, που επέβλεπε ο Paul Rothchild, ο οποίος πήρε τα ηνία της παραγωγής σε διάφορες από τις ωραιότερες κυκλοφορίες της Elektra (συμπεριλαμβανομένων των περισσοτέρων δίσκων των The Doors) και από τον ίδιο τον Jac Holzman. Ο Jack Nitzsche, διάσημος για τις συνθέσεις του στα sessions του Phil Spector, έκανε τις συνθέσεις των εγχόρδων. Ο cult τραγουδιστής Van Dyke Parks πρόσθεσε harpsichord, πιάνο και celeste. Και ο Lee Underwood, ίσως ο πιο συμπαθής από όλους τους μουσικούς που θα προσλάμβανε ο Buckley για μερικά από τα επόμενα χρόνια, συνεισέφερε στην lead guitar. Οι δομές και οι συνθέσεις αντηχούσαν jazz και κλασική μουσική, ακόμα κι αν η folk και η rock αποτελούσαν τα θεμέλια. Οι αλλόκοτες παραμορφώσεις στην κιθάρα στο "Song of the Magician" και στο "Song Slowly Song" υπαινίσσονταν ένα παραλίγο ψυχεδελικό μυστήριο. Τα τέμπο που άλλαζαν στο "Strange Street Affair Under Blue" σε μία καρναβαλική ατμόσφαιρα και οι πιο στάνταρ συνθέσεις όπως το "Song For Jainie" ήταν σχεδόν mainstream folk-rock.
Strange Street Affair Under Blue (1966)
Η φωνή του Buckley δεν εξερεύνησε τόσα πολλά ηχοχρώματα και δεν χρησιμοποίησε τις χαμηλές τόσο πολύ, όπως θα έκανε μέσα σε λίγα χρόνια. Κι όμως η τενορική χροιά του μετέφερε τρυφερότητα, επιμονή και συναισθηματική ευαισθησία, επιτυγχάνοντας την υπέρτατη ομορφιά της, όπως στις νότες που κλείνουν το "Aren't You the Girl". Τα πέντε τραγούδια που έγραψε ο Buckley μόνος ήταν ντελικάτα, ρομαντικά τραγούδια. Εκείνα που ο Beckett είχε γράψει τους στίχους ήταν περισσότερο ποιητικά, υπονοώντας περισσότερο ιμπρεσιονιστικές και ναι, ψυχεδελικές καταστάσεις του μυαλού, χωρίς να χάνουν ολοκληρωτικά τον ρομαντισμό τους. Μόνο το blues-rock "Understand Your Man"-αυτοσχεδιάστηκε στο στούντιο, σύμφωνα με τον Beckett, όταν ένα ακόμα τραγούδι χρειαζόταν για να κλείσει η ηχογράφηση-ακουγόταν σαν παραχώρηση στον συνηθισμένο rock ήχο της εποχής. Ο Beckett, ποιητής, συγγραφέας και στιχουργός σήμερα στο Portland του Oregon, παρατηρεί ότι οι στίχοι του "είναι πιο λογοτεχνικοί και χρησιμοποιώ πιο λογοτεχνικές τεχνικές. Του Tim επέμεναν να είναι ένα είδος προσωπικών σουρεαλιστικών δηλώσεων της δικιάς του ερωτικής ζωής. Αυτό δημιουργεί μία καλή ισορροπία, πραγματικά, όταν έχουμε άλμπουμ με τις δικές μας εμπειρίες μέσα".
Αν και το άλμπουμ Tim Buckley δεν μπήκε στα charts, κέρδισε καλή φήμη και κριτικές ανάμεσα στο αναπτυσσόμενο underground κοινό. Για το δεύτερο άλμπουμ του ο Buckley θα δούλευε με τον παραγωγό Jerry Yester και ίσως ήταν ότι η Elektra είχε πιο εμπορικά σχέδια για το προϊόν του Buckley, από ότι το LP θα εκπλήρωνε. "Η Elektra μου έκανε ένα είδος οντισιόν σαν παραγωγό και ήθελε να δω που πήγαινε ο Tim μετά το πρώτο άλμπουμ του", θυμάται ο Yester. "Έτσι κάναμε δύο single και ήταν πολύ περισσότερο rock 'n' roll. Στην Elektra ήθελαν να κάνουν ένα χιτ single. Υπήρχε ένα τραγούδι που λεγόταν "Once Upon a Time" και ένα άλλο το "Lady Give Me Your Key". Πάντα μου άρεσαν και τα δύο. Μετά η Elektra τα άκουσε και είπε, ΄εντάξει, σε πιστεύουμε, ας κάνουμε το άλμπουμ, ξέχνα τα αυτά τα δύο τραγούδια. Θέλουμε να συνεχίσεις και να κάνεις το πιο σοβαρό υλικό΄. Μετά από αυτό πέσαμε με τα μούτρα για να κάνουμε το άλμπουμ".
Song Slowly Song (1966)
Αν και ο Beckett νομίζει ότι τα single ηχογραφήθηκαν μετά το δεύτερο άλμπουμ, θυμάται πώς η Elektra "ήθελε ένα single" τότε. "Η Α' πλευρά ήταν το "Once Upon a Time", η Β' πλευρά ήταν το "Lady Give Me Your Key". "Key" ήταν slang έκφραση για μία καλή ποσότητα μαριχουάνας εκείνη την εποχή. Είπαν, ΄μπορείτε να γράψετε ένα single;΄ Όπως πάντα απαντήσαμε ναι. Ύστερα πήγαμε με τον Tim στο διαμέρισμα μου στο Venice και ακούσαμε για εικοσιτέσσερις ώρες συνεχόμενα rock 'n' roll στα FM. Αποφασίσαμε ότι τα περισσότερα pop τραγούδια ήταν σαν μικρά παραμύθια. Έτσι αν θέλαμε να γράψουμε ένα καλό single θα έπρεπε να είναι ένα παραμύθι. Μετά έγραψα τις λέξεις. Νομίζω ότι με βοήθησε λιγάκι με τους στίχους στο "Once Upon a Time". Σκεφτήκαμε ΄εντάξει εδώ είναι το Top 40 μας΄. Αλλά, τι γίνεται στ'αλήθεια με το θέμα ότι ο κάθε μοντέρνος τύπος θα άκουγε; Ό,τι πραγματικά άρεσε τότε, ήταν τραγούδια που χρησιμοποιούσαν εικόνες που αναφέρονταν στο σεξ ή στα ναρκωτικά, αλλά ωστόσο να μην μπορούν να απαγορευθούν επειδή χρησιμοποιούνται μεταφορικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το "Lady Give Me Your Key". Και τα δύο είναι ένα είδος παρωδίας, σχεδόν, της τραγουδοποιίας που επικρατούσε στα μέσα της δεκαετίας του '60. Το "Once Upon a Time" περιλάμβανε ένα αλα Beatles τμήμα στο ορχηστρικό μέρος με όλων των ειδών των παράξενων overdub. Ακουγόταν ανόητο όταν τελείωσε. Από την άλλη μεριά το "Lady Give Me Your Key", αν και άρχιζε σαν μίμηση της τραγουδοποιίας των 60'ς, κατέληξε-και στη γραφή μου και στην γραφή και το τραγούδι του Tim-σε αυτό το αλήθεια όμορφο, απίστευτα στοιχειωτικό, ποιητικό κομμάτι. Ένα από τα καλύτερα πράγματα που κάναμε ποτέ, παρεμπιπτόντως. Είχε αυτή την καταραμένη έναρξη, αλλά ένα ένδοξο τέλος. Και φυσικά η Elektra άκουσε και τα δύο και είπαν, ΄Μπα, δεν πειράζει. Δεν πρόκειται να βγάλουμε single΄".
Hallunications (1967) - Live at Troubadour
Τα κομμάτια παρέμειναν ακυκλοφόρητα και ίσως να μην ήταν κατάλληλα για το δεύτερο άλμπουμ, Goodbye and Hello. Όπως με όλα τα άλμπουμ του Buckley, θα ήταν πολύ διαφορετικό στο στυλ από το προηγούμενο. Ο Beckett και ο Buckley έπαιρναν περισσότερα ρίσκα ως συνθέτες. Οι λέξεις θα έδειχναν τα φλέγοντα ζητήματα των ημερών ή θα δομούνταν σχεδόν ως ρομαντικά ποιήματα. Οι μελωδίες ήταν πολύ στην folk-rock που υπήρχε στο πρώτο άλμπουμ, εμβαθύνοντας στις jazz-κλασικές φόρμες.
Όσο για την παραγωγή, σημειώνει ο Yester, "Ενδιαφερόμουν να δουλέψω γύρω από ό,τι έκανε ο Tim με την κιθάρα του και όχι να τον προσαρμόσω σε μία μπάντα, αλλά να προσαρμόσω ό,τι άλλο υπήρχε στο δίσκο σε αυτόν. Η ποικιλία των τραγουδιών που είχαν αυτός και ο Larry ήταν τόσο καλή, που απλά απαιτούσε μία ποικιλία από μουσικούς να την πλαισιώσουν. Κάθε τραγούδι είχε κάτι το διαφορετικό". Οι συνθέσεις ήταν επομένως αρκετά πιο πολύπλοκες και σε κάποιο βαθμό πιο ψυχεδελικές σε σχέση με εκείνες που υπάρχουν στο άλμπουμ Tim Buckley, με αρκετούς κιθαρίστες και ένα ευρύτερο πεδίο κρουστών με την προσθήκη του Carter C. C. Collins στα κόνγκας και το πρώην μέλος των Kingston Trio, Dave Guard στην kalimba. O Don Randi και ο ίδιος ο Yester έπαιξαν διάφορα keyboards, συμπεριλαμβανομένης harpsichord, harmonium και Hammond.
Phantasmagoria In Two (1967)
Ο Buckley πρέπει να είχε ικανοποιηθεί με τα αποτελέσματα, όπως είπε στο περιοδικό ZigZag αρκετά χρόνια αργότερα, "Έκανε ότι ένας παραγωγός υποτίθεται θα έκανε-δεν χωνόταν ανάμεσα στο τραγούδι, ούτε στην αίσθηση του καλλιτέχνη". Ο John Forsha, ένας από τους κιθαρίστες στο Goodbye and Hello, προσθέτει ότι "Ο Tim θα σου ζητούσε να αράξεις και είχε πλάκα. Θα είχαμε το χρόνο να παίξουμε και με τις δικές του ιδέες, εκτός των session. Όταν παίζεις στο στούντιο, πάντοτε αρχηγός είναι το ρολόι. Σε εκείνα τα session δεν ήταν έτσι. Το αν ξέφυγαν από το μπάτζετ δεν το ξέρω στ'αλήθεια. Φαντάζομαι ότι έγιναν πολύ ακριβότερα από ότι είχαν αρχικά εκτιμηθεί, αλλά νομίζω ότι το αποτέλεσμα άξιζε τον χρόνο".
Η πιο σοβαρή διάθεση του Goodbye and Hello ήταν φανερή από την αρχή του πρώτου τρακ: η έκρηξη της ατομικής βόμβας που άνοιγε το "No Man Can Find the War", τραγουδισμένου με την λυπημένη φωνή του Buckley (και ολοκληρώνοντας με ακόμα μία ατομική έκρηξη, αυτή την φορά ανάποδα). Ο Beckett εξηγεί, "Όλη η χώρα ήταν κολλημένη με το Βιετνάμ, ιδιαίτερα η ουτοπιστική γενιά μας. H ιδέα μου ήταν ότι ο καθένας πάντα σκέφτεται όταν βρίσκεται σε πόλεμο-ακόμα και τώρα!-θα ισοπεδώσουμε το Βελιγράδι ή όχι; Αλλά δεν είναι αυτός ο πραγματικός πόλεμος. Ο πραγματικός πόλεμος είναι, από που έρχονται αυτοί οι άνθρωποι που μπορούν να μεταχειρίζονται έτσι άλλους ανθρώπους; Εκείνος είναι ο πραγματικός πόλεμος, από μέσα, που κανένας ούτε καν συζητάει. Όλοι μιλάνε για το πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν από κάθε πλευρά και αυτά τα νούμερα συνήθως παραχαράσσονται. Ήταν μέρος της σύγχυσης μου τότε και τώρα, ότι οι άνθρωποι τελειώνουν τον πόλεμο και θεραπεύουν το σύμπτωμα, ενώ η ασθένεια ανθίζει".
No Man Can Find the War (1967)
Στο "Hallunications" υπήρχε μία σχεδόν Ανατολίτικο-Αφρικανική fusion ποιότητα, με το απόκοσμο ήχο των κρουστών και τον θλιμμένο τόνο, που ενισχυόταν από τον μελαγχολικό στίχο για ένα κορίτσι και μία αγάπη, να εξαφανίζεται τόσο ανεξήγητα, όσο ξεθωριάζει ένα όνειρο από την μνήμη. "Σε κάθε τραγούδι που γράψαμε μαζί, έγραφα πρώτα τις λέξεις, εκτός από το "Hallunications", λέει ο Beckett. Ο Tim είχε την πιο αλλόκοτη, σκατο-συλλογή δίσκων. Θα έβαζε κάτι, θα το άκουγε και θα το έδινε σε κάποιον άλλο. Ένας δίσκος που τον είδα να κρατάει σε ένα πάρτι, ήταν αυτή η street music από το Μαρόκο. Ο Tim έλεγε, ΄Αλήθεια είναι φανταστικός!΄ Έφυγε, άκουσε αυτό το άλμπουμ και μετά επέστρεψε κάπου τρεις μέρες αργότερα και μου έπαιξε την μελωδία του "Hallunications". Δεν μπορούσα να πιστέψω στα αυτιά μου! Έγραψα τις λέξεις σε αυτό, για μία αληθινή ερωτική υπόθεση που είχα τότε τα τελευταία δύο χρόνια. Ακούστε το "Political World" στο Oh Mercy του Dylan και μετά ακούστε τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα του "Hallunications". Και πέστε μου αν ο Bob δεν άκουγε τον Tim. Είναι το ίδιο πράγμα!".
Ελάχιστα από τα τραγούδια ήταν τραγούδια αγάπης (και πραγματικά ακόμα και τα τραγούδια αυτά δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα) και οι στίχοι ήταν γεμάτοι με συγκεκριμένες εικόνες και δυσνόητη ποίηση που ήταν πολύ πιο ενθυμητική, αν και μερικές φορές το παράκανε, ακόμα κι από την πιο ψυχεδελική rock του 1967. Υπήρχε ο απελπισμένος τραγουδιστής και ο κλόουν στο "Carnival Song". Το εκτεταμένο ρομαντικό αριστούργημα "I Never Asked to Be Your Mountain" (που παρεμπιπτόντως μοιάζει να μοιρολογεί μία χαμένη υπόθεση και να ανακοινώνει την ανάγκη για ανεξαρτησία). Και το ελεγειακό "Morning Glory", με τον διάλογο ανάμεσα στον αφηγητή και έναν αλήτη, ο οποίος δεν μοιάζει αντάξιος των προσδοκιών του τραγουδιστή (με τον τίτλο "Hobo", η Linda Ronstadt ηχογράφησε αυτό το κομμάτι δύο φορές, πρώτα στα τέλη της δεκαετίας του '60 σαν μέλος των Stone Poneys και έπειτα στα μέσα της δεκαετίας του '70 σαν σόλο).
I Never Asked to Be Your Mountain (1967)
Το "Once I Was" που χρησιμοποιήθηκε για το soundtrack στους τίτλους τέλους της δημοφιλούς ταινίας Coming Home στα τέλη των 70'ς απεικονίζει την φωνή του Buckley να ωριμάζει. Επίσης αποκαλύπτει το χρέος του στον τραγουδοποιό της folk-rock Fred Neil, με μία χορωδία που σχεδόν παραθέτει δυο γραμμές των στίχων από το "Dolphins" αυτολεξεί. Γενικά υπάρχει εδώ μέσα ένα καλειδοσκοπικό vibe στα τραγούδια και στις συνθέσεις που αντανακλά τα ωραιότερα, αλλά και τα πιο εφιαλτικά όνειρα.
Πουθενά δεν ρίσκαρε περισσότερο από ότι στο 8λεπτο ομότιτλο κομμάτι, με τους ανθρώπους στα μπουντρούμια, τους στρατηγούς, το βασιλιά, τη βασίλισσα και τον μάγο τους να παρελαύνουν-μερικές φορές βίαια-μέσω ενός σύγχρονου δικτύου από αυτοκινητόδρομους, διαφημιστικές πινακίδες και διαλυμένους γάμους. Αυτό το φαινομενικό κατηγορητήριο της τρέλας του κόσμου εναλλάσσεται με πιο αισιόδοξους, ήρεμους στίχους, που καθρεφτίζουν την πάλη ανάμεσα στην κοινωνική ελίτ και την αντικουλτούρα στα τέλη της δεκαετίας του '60. Αν και ο Beckett το είχε οραματιστεί σαν ένα κομμάτι στο οποίο δύο φωνές θα τραγουδούσαν διαφορετικούς στίχους (μέρος των οποίων ακόμα φαίνονται σε διαφορετικές στήλες στο εξώφυλλο του άλμπουμ) με δύο μελωδικές γραμμές (αντίστιξη), ο Buckley κατέληξε απλά να εναλλάσσει τις μελωδικές γραμμές από τα δύο σετ της πρόζας. Παράλληλα με την περίτεχνη ενορχήστρωση, είχε περισσότερα κοινά με Ευρωπαϊκή θεατρική δημιουργία από συνθέτες όπως ο Jacques Brel, παρά με την rock.
Αυτό και το άλμπουμ ως σύνολο, μπορεί να μην ήταν ότι είχε κατά νου η Elektra, αλλά όπως σημειώνει ο Beckett, "Η Elektra ήταν στ'αλήθεια καλή με όλο αυτό. Όλος ο αισθητικός έλεγχος είχε παραδοθεί στον καλλιτέχνη, πράγμα σπανιότατο εκείνες τις μέρες". Όχι ότι ο ενθουσιασμός τους ήταν άοκνος. Όπως θυμάται ο Yester, καθώς το κομμάτι "Goodbye and Hello" προετοιμαζόταν, "Ο Jac Holzman με κάλεσε στο τηλέφωνο και είπε, ΄Ώστε, ακούω ότι έχετε ορχήστρα. Αν υπάρχει οποιοσδήποτε τρόπος να ακυρώσω αυτά τα sessions θα το έκανα΄. Εγώ απάντησα ΄Χριστός και Παναγία Jac΄. Αυτός είπε, ΄Γιατί δεν με ενημερώσατε;' και απάντησα ΄Απλά συνέβη τόσο γρήγορα που δεν έκρινα ότι έπρεπε να σε καλέσω να στο πω΄. ΄Ωραία, αν θα μπορούσα να το ματαιώσω, θα το έκανα΄. Και έκλεισε με βία το ακουστικό. Την επόμενη φορά που τον είδα ήταν όταν κάναμε τις μίξεις και είπε, ΄Αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι που έχω ακούσει ποτέ μου΄ απλά επαινώντας μας".
Goodbye and Hello (1967)
Θα έκανε τρομερή μουσική ο Buckley στα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά το Goodbye and Hello είναι το πιο πλήρως συνειδητοποιημένο και αποτελεσματικό άλμπουμ του. Επίσης πετυχαίνει την καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην μελωδική folk-rock που ήταν το θεμέλιο της καλύτερης δουλειάς του και της δίψας του για πειραματισμό με την ανάμιξη των γενών, την τραγουδοποιία και την παραγωγή. Επίσης ταιριάζει πολύ καλά στο ψυχεδελικό κλίμα του 1967 και ενώ δεν ήταν μεγάλο χιτ, φτάνοντας στο νο171 στο Billboard, πούλησε καλύτερα από το προηγούμενο και έμοιαζε σαν ένα καλό σκαλοπάτι που οδηγούσε σε μεγαλύτερο κοινό. Ωστόσο, δεν αντιπροσώπευε ένα groove που ήθελε να ακολουθήσει ή να επαναλάβει με κάποια παραλλαγή.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο άλμπουμ του έψαχνε και πιθανώς πάλευε για νέους ήχους και ιδέες. Ένα άρθρο στο Hit Parader ανέφερε ότι δύο εβδομάδες με sessions στην Νέα Υόρκη έμειναν απλά αχρησιμοποίητες στις αρχές του 1968. Τέσσερα τραγούδια από τότε, που παρουσιάζουν μόνο τον Buckley, τον Underwood και έναν άγνωστο μπασίστα (πιθανώς τον Jimmy Bond), εμφανίστηκαν στην κυκλοφορία του 1999 Works in Progress, συμπεριλαμβάνοντας το ωραίο "Danang" και μία βερσιόν του "Song to the Siren" (το οποίο θα ξανα-ηχογραφείτο για το άλμπουμ του 1970 Starsailor). Το Works in Progress επίσης έχει τραγούδια από το καλοκαίρι του '68, συμπεριλαμβανομένων εναλλακτικών βερσιόν από μερικά τραγούδια που θα κατέληγαν στο τρίτο LP και στο επόμενο Blue Afternoon, όπως επίσης και διασκευές από άλλο υλικό, όπως το folk "Wayfaring Stranger" και το "Hi Lily, Hi Lo".
Ο Beckett προσθέτει ότι δεν ήταν μόνο εκείνες οι ακυκλοφόρητες κασέτες από τα αρχικά χρόνια, που δείχνουν τον Buckley να παίζει με διαφορετικά πράγματα.
Morning Glory (1967)
Σύντομα αφού υπέγραψε με την Elektra, ο Herb Cohen κανόνισε να ηχογραφήσει ένα πλούσιο όγκο τραγουδιών, με μόνο την ακουστική κιθάρα του Tim και το ακουστικό μπάσο του Jim Fielder's να υποστηρίζει. "Οι οδηγίες του Herb ήταν ΄Τραγουδήστε κάθε single που γράφετε παιδιά΄. Ο Tim έκανε μεγαλειώδεις παρουσιάσεις. Πολύ από το υλικό είναι τόσο καλό όσο οτιδήποτε κάναμε από τότε και εύκολα τόσο καλό, όσο οτιδήποτε στα πρώτα δύο άλμπουμ. Επίσης, έχει μία διαχρονική ποιότητα στο ότι είναι μόνο η ακουστική κιθάρα και το μπάσο, έτσι δεν έχει τον αναμενόμενο ήχο που είχαν οι ηχογραφήσεις στο στούντιο".
Το Happy Sad ήταν κατά μία αίσθηση ένα βήμα πίσω προς ένα πιο βασικό ήχο, χρησιμοποιώντας μόνο τέσσερις άλλους μουσικούς και λιγότερο επίπονο όσον αφορά στο πόσες φορές έκαναν κάθε τρακ και στα overdubs, αλλά υπήρχαν άλλες μνημειώδεις αλλαγές επίσης. Πρώτον υπήρχε (προσωρινά όπως κατέληξε) η συνεργασία στην γραφή των τραγουδιών των Buckley-Beckett. Ο Beckett ήταν για να παρουσιαστεί στον στρατό και απολύθηκε ένα χρόνο μετά ως ακατάλληλος. Νομίζει ότι η απουσία του στοίχισε στον ίδιο και στον Tim την ευκαιρία να γράψουν το μουσικό θέμα για το Midnight Cowboy, το οποίο ο Herbie Cohen έσπρωξε στον Nilsson που κατέληξε να τραγουδήσει το "Everybody Talkin" του Fred Neil για την ταινία, κάνοντας το τεράστιο χιτ.
Love from Room 109 at the Islander (On Pacific Coast Highway) (1969)
O Larry υποθέτει ότι ο Tim σκέφθηκε ότι η "μάλλον αιφνίδια επιτυχία του Goodbye and Hello και στην πραγματικότητα ολόκληρη η καριέρα του διαμορφώθηκε ίσως από τους στίχους μου. Πράγμα που ποτέ του δεν μου εξέφρασε και είναι αστείο εκ των υστέρων. Αλλά γνωρίζοντας τον Tim και το βάθος της αυτο-αμφισβήτησης στο οποίο θα μπορούσε να πέσει, μπορεί κανείς να το πιστέψει. Αποφάσισε ότι θα μπορούσε να κάνει ένα άλμπουμ όλο μόνος του, απλά για να δει αν τό'χε". Τόσο καίρια, ο Buckley ταλαντεύτηκε στον ήχο του από την folk-rock στην folk-jazz. Ενώ η κιθάρα του Lee Underwood ήταν παρούσα στο Happy Sad και ο Carter C.C. Collins παρέμεινε στα congas, το κουιντέτο συμπληρώθηκε από τον David Friedman στο βιμπράφωνο και τον μπασίστα John Miller.
Αν και το Happy Sad ήταν μία ουσιαστική μεταφορά από το Goodbye and Hello, ήταν αρκετά προσβάσιμο που δεν παραξένεψε τους φαν του Buckley, τους οποίους είχε κερδίσει με τα δύο αρχικά LP. Ο Buckley τώρα προτιμούσε τα jazzy grooves-όλα εκτός από ένα, από τα έξι τραγούδια ήταν μεγαλύτερα των πέντε λεπτών και δύο ξεπερνούσαν τα δέκα.
Dream Letter (1969)
Ενώ υπήρχε ακόμα μία ονειρική ποιότητα στα τραγούδια, ήταν περισσότερο σαν τα όνειρα κάποιου που λαγοκοιμάται σε μία ήσυχη παραλία, παρά σαν τον χαμό του σκηνικού στο Goodbye and Hello. Η στροφή προς τις χαμηλές που υπαινίχθηκε στο "Once I Was" ήταν πολύ ταιριαστό στο σετ, αν και ακόμα θα έβγαζε υψηλές (στην πραγματικότητα οι τραγουδιστές της rock σπανίως πάνε πιο ψηλά από εκεί που φτάνει σε μέρη του "Gypsy Woman"). To "Strange Feelin'" που χτίστηκε γύρω από ένα blues riff αλλαγμένο από το "All Blues" του κλασικού Kind of Blue του Miles Davis, ήταν απόδειξη του ενδιαφέροντος για την αισθητική του Davis που θα επεκτεινόταν καθώς η δεκαετία έφτανε στο τέλος της.
Το άλμπουμ ανέβαινε από τον λήθαργο που ήταν με το ξεσηκωτικό "Gypsy Woman", με το νευρικό ΄χτύπημα΄στη funky κιθάρα και τα congas του Carter C.C. Collins να καταλήγουν σε ξέφρενο ρυθμό. Το όμορφο κομμάτι που ολοκλήρωνε "Sing a Song For You", ήταν το μόνο τραγούδι που πιθανώς ταίριαζε στις προηγούμενες ηχογραφήσεις, με την απλή ακουστική κιθάρα που κυριαρχούσε. Στο "Dream Letter" ο Underwood επινόησε μία προσέγγιση στην κιθάρα στην οποία χρησιμοποίησε τα δάχτυλα και των δύο χεριών στην ταστιέρα για να παίξει συγχορδίες και μελωδίες ταυτόχρονα. Θα συνέχιζε να την χρησιμοποιεί και στα επόμενα άλμπουμ του Buckley, Lorca και Starsailor.
Strange Feelin' (1969)
Παρά την ευχαρίστηση που πρόσφερε η μουσική, το Happy Sad δεν είναι μία ευχάριστη ανάμνηση για τον Jerry Yester, που ήταν στην παραγωγή μαζί με τον Zal Yanovsky (τον οποίο ο Yester είχε αντικαταστήσει στους The Lovin' Spoonful). "Τα πήγαινα καλά με τον Tim, αλλά η μπάντα του...ήταν αλήθεια δύσκολο να τα πας καλά μαζί τους. Δεν είχαμε να κάνουμε πολλά, εκτός να επιβλέπουμε την ηχογράφηση. Αυτοί είχαν την άποψη ΄είμαστε καλύτεροι από εσάς΄, με είχαν γραμμένο κανονικά από την αρχή. Αν το session τελείωνε ένα λεπτό αργότερα, θα έλεγαν ΄πρέπει να πάρουμε τα διπλά΄ και κοίταζα τον Tim και ρώταγα, ΄τώρα νομίζεις ότι αυτό είναι σωστό;΄" Ο Yester επίσης δεν ήταν σε συγχρονισμό με την αίσθηση της μπάντας ότι το τραγούδι θα έπρεπε να γίνει με την πρώτη φορά. "Ήμουν εντάξει αν το είχαμε με την πρώτη. Μερικές φορές όταν δουλεύεις με πενταμελή μπάντα σε ένα δωμάτιο με τραγουδιστή, μπορεί να υπάρχουν προβλήματα, ιδιαίτερα την πρώτη φορά".
Ένα μαγικό κολπάκι της παραγωγής ήταν απαραίτητο για να σώσεις μία προσπάθεια της μπάντας και πραγματικά κατέληξε να ενισχύσει το mood του "Love from Room 109 at the Islander (On Pacific Coast Highway)", με τα κύματα του ωκεανού να σκάνε στην ακτή. Κατά λάθος ηχογραφήθηκε με τα Dolby στο ΄Play΄ (αντί στο ΄record΄ που ήταν το σωστό), πράγμα που δημιούργησε σφύριγμα.
Yester: "Είπα, ΄έχουμε πρόβλημα σε αυτό, μπορείτε να το κάνετε ξανά παιδιά;΄ Η μπάντα ήταν σαν να τους είχα καταβρέξει με παγωμένο νερό. Ο Tim μπήκε στη μέση σε μία έκρηξη θυμού. Η φωνή του αντήχησε κάπου τρεις οκτάβες ή κάτι τέτοιο, σχεδόν εκτός ακουστού φάσματος. Δεν γέλασα, αλλά ήταν όλα όσα μπορούσα να κάνω το να μην γελάσω. Αλλά ήταν τόσο δυσαρεστημένος από όλο αυτό. Το ακούσαμε ξανά και ήταν μία πράγματι καλή προσπάθεια. Αυτοί ήταν ανένδοτοι, δεν επρόκειτο να το κάνουν ξανά. Είπα, ΄Άκου το σφύριγμα. Είμαστε μόλις ένα σπίτι από τον παραλιακό αυτοκινητόδρομο. Πώς θα σου φαινόταν να ηχογραφήσουμε κάποιο surf και να το βάλουμε μέσα; Ο ήχος του surf είναι ίδια συχνότητα όπως το σφύριγμα και θα το καλύψει πολύ καλά΄. Βρήκε ένα σπίτι στο κύμα που το surf στέγνωνε έξω από αυτό. Έβαλε άνθρωπο να κρεμάσει δύο μικρόφωνα, το ένα στην έξω πλευρά και το άλλο στην εσωτερική πλευρά του σπιτιού. Έτσι κατέγραψε τον ήχο. Το έφερε στο στούντιο, το ενσωματώσαμε και ακούστηκε πολύ ωραία".
Gypsy Woman (1969)
Το Happy Sad δεν θα κυκλοφορούσε μέχρι τον Απρίλιο του 1969, αποτελώντας μία ένδειξη του πόσο μεγάλη προσπάθεια έκανε ο Buckley για να τελειοποιήσει τον ήχο του. Επίσης ήταν το άλμπουμ που πήγε ψηλότερα στα charts, φτάνοντας νο81 και παραμένοντας στο Top 200 για 12 εβδομάδες. Με την πρώτη ματιά, η προκλητικά απρόσιτη στροφή που θα έπαιρναν οι δίσκοι του τους επόμενους 18 μήνες-και όχι συμπτωματικά, το ταυτόχρονο εμπορικό πτωτικό σπιράλ στο οποίο μπήκαν-μοιάζουν ανεξήγητα. Για να τα καταλάβουμε, είναι απαραίτητο να δούμε μία ευρύτερη εικόνα, την οποία η συντριπτική πλειοψηφία των ακροατών της εποχής δε γνώριζε.
Πρώτα, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι όλη η μουσική που έκανε ή έγραψε ο Buckley στα τέλη των 60'ς δεν κατέληξε στα τρία άλμπουμ που εμφανίστηκαν. Είναι ένα μέτρο των ικανοτήτων του και της δημιουργικής του ποικιλίας ότι δύο live άλμπουμ που δεν εμφανίστηκαν μέχρι τα 90'ς δεν ήταν τόσο πολύ ένα είδος ντοκουμέντων ή σουβενίρ, όσο δουλειές που αποκαλύπτουν εντελώς νέες πλευρές του στυλ και του ρεπερτορίου του. Το διπλό CD Dream Letter, που περιέχει ένα κονσέρτο στο Λονδίνο τον Οκτώβριο του 1968, ήταν ο Buckley unplugged (πολύ-πολύ πριν ο όρος γίνει δημοφιλής από το MTV), χωρίς ντραμς. Μόνο κιθάρες, βιμπράφωνο και ο Danny Thompson των Pentangle στο ακουστικό μπάσο. Παρόμοιο με το Happy Sad όσον αφορά στα όργανα, είναι πιο λιτό, πιο jazz και πιο μινιμαλιστικό, συμπεριλαμβανομένου ενός αριθμού αισθησιακών blues-jazz-folk τραγουδιών (ορίτζιναλ και διασκευές) που δεν περιέλαβε σε στούντιο άλμπουμ. Αν και η σχέση με τον Thompson ήταν σύντομη, έχει αναφερθεί πώς το ζευγάρι αυτοσχεδίασε σε ένα από τα τραγούδια του Buckley για πάνω από μία ώρα σε μία πρόβα στην τηλεόραση, με την παρουσία μόνο τριών ακροατών. O Clive Selwood της Αγγλικής Elektra, ένας από τους τρεις, το περιγράφει στο MOJO ως "η πιο εξουθενωτικά μαγική παράσταση που έχω βρεθεί".
Πιο δύσκολο από το Dream Letter, αλλά πιο περιπετειώδες και ικανοποιητικό είναι το Live at the Troubadour 1969. Σε αυτή την ηχογράφηση ο Buckley μπορεί να ακουστεί να γυρίζει από γλυκιά jazz-folk σε free-form jazz, με τη φωνή του όχι τόσο σαν όχημα για τους στίχους, όσο ένα από τα όργανα. Υπήρχε επίσης ένα ακυκλοφόρητο soundtrack που ηχογράφησε για την ταινία Changes, με αποσπάσματα φωνητικά και ορχηστρικά που θύμιζαν το Happy Sad, χρησιμοποιώντας κιθάρα, βιμπράφωνο και congas.
Buzzin' Fly (Live in London) (1968)
Πρέπει επίσης να δοθεί έμφαση στο ότι τα μουσικά ενδιαφέροντα του Buckley ήταν αξιοσημείωτα εκλεκτικά. Σε συνεντεύξεις, απαριθμεί ένα εκπληκτικό κατάλογο καλλιτεχνών σαν επιρροές, στο εύρος που κάποιος θα υποπτευόταν απάτη αν σε μεγάλο βαθμό δεν επιβεβαιωνόταν από συνεργάτες του όπως ο Beckett. Oι τραγουδιστές της soul Marvin Gaye, Curtis Mayfield και Ray Charles. Οι μεγάλοι της jazz, Miles Davis, John Coltrane, Cecil Taylor, Charles Mingus, Roland Kirk και Eric Dolphy. Η avant-garde τραγουδίστρια της όπερας Cathy Berberian. Οι σύγχρονοι κλασικοί συνθέτες Penderecki, Boulez, Satie και Messiaen. Οι jazz και pop τραγουδιστές Nat King Cole, Peggy Lee και Cleo Laine. O Hank Williams. Οι συνθέτες Rodgers και Hart. O Dr John. O Chuck Berry, o Little Richard, o Hoagy Carmichael, o Leadbelly και ο Louis Armstrong. Αυτοί που επισημάνθηκαν λιγότερο ήταν οι rock 'n' roll και folk-rock συνάδελφοι του, αν και τότε είχε επαινέσει τους The Kinks, Eric Clapton και Tim Hardin. Και μετά υπήρξε η αινιγματική του δήλωση στην Melody Maker, "Τα τραγούδια των Beatles είναι αλήθεια πολύ καλά να παίζουν στο ημίχρονο ποδοσφαιρικών αγώνων. Οι Beatles έγραψαν πολλά σπουδαία εμβατήρια όπως έκανε και ο Burt Bacharach".
"Ο Tim ήταν έτοιμος σε κάθε περίπτωση να βγάλει ένα σετ από πέντε άλμπουμ", ισχυρίζεται ο Beckett. "Αγαπούσε τόσα πολλά είδη μουσικής και ήταν τόσο καλός σε αυτό που περιορίζοντας τον στις δύο πλευρές ενός LP ήταν σχεδόν γελοίο. Ακόμα και δημόσια, όπως βλέπετε στο live υλικό, καθώς αρχίζει να κυκλοφορεί, θα άρχιζε να απομακρύνεται. Κατ'ιδίαν θα απομακρυνόταν ακόμα περισσότερο και θα έπαιζε και θα τραγουδούσε όλα τα είδη υλικού, ορίτζιναλ και διασκευές, που δεν ήταν σαν οτιδήποτε άλλο. Εννοώ ότι απλά ήταν παράξενα, αλλόκοτα".
Sing a Song for You (1969)
Υπάρχουν ελάχιστα άλμπουμ που είναι πιο παράξενα από το Lorca, την τελευταία κυκλοφορία στην Elektra. Ήταν φανερό από το 10λεπτο κομμάτι που ανοίγει το δίσκο, τους παράφωνους τόνους και το εκκλησιαστικό όργανο, που θύμιζε περισσότερο μοντέρνους συνθέτες, όπως ο Olivier Messiaen ή ο Arnold Schoenberg, παρά rock, folk ή έστω jazz. Ο Buckley έκανε την προσέγγιση με στεναγμούς, με τρεμάμενο βιμπράτο, συχνά χωρίς λέξεις, μερικές φορές βροντερό και άλλες ολισθαίνοντας σε κραυγές, που εξέφραζαν όχι τόσο πολύ αγωνία, όσο σπαραγμό. Ήταν τέχνη, αλλά σε αστοιχείωτους rock ακροατές ακουγόταν σαν ένα ατονικό soundtrack μίας ναρκο-ταινίας. Το free-jazz κομμάτι που καταλαμβάνει το υπόλοιπο μέρος της Α΄ πλευράς, "Anonymous Proposition", ήταν μόνο λιγάκι πιο προσβάσιμο, εντυπωσιακό, όπως ήταν και το ταξίδι του Buckley προς διάφορες οκτάβες και φωνητικές αποχρώσεις.
Anonymous Proposition (1970)
Δεν είχε σημασία που η Β΄ πλευρά του άλμπουμ είχε υλικό στην jazz-folk-blues φάση πολύ περισσότερο από ότι στο Happy Sad, αν και πιο χαλαρό και funky. Με το Lorca ο Buckley άρχιζε να χάνει το κοινό του. Όπως ακόμα κι ο Buckley παραδέχτηκε στον Michael Davis που του έπαιρνε συνέντευξη το 1975, "Δεν μπορείς να το βάλεις σε πάρτι, δεν ταιριάζει".
Το Lorca δεν θα κυκλοφορούσε μέχρι τις αρχές του 1970, καθώς αρκετά πρότζεκτ και ενδιαφέροντα άρχισαν να συγκρούονται σε μία μόδα που παραμένει μπερδεμένη και στις μέρες μας και θα βοηθούσε να απορριφθεί η εμπορική βιωσιμότητα του Buckley. Η ακριβής ακολουθία των γεγονότων έχει αναφερθεί διαφορετικά, αλλά γύρω στην ίδια περίοδο που ο Buckley έκανε το Lorca, ηχογράφησε επίσης και το Blue Afternoon, ένα πολύ πιο συμβατικό σετ.
I Had a Talk With My Woman (1970)
Ο ίδιος είχε πει στην Melody Maker ότι το Blue Afternoon έγινε αμέσως μετά το Lorca, περιγράφοντας το προηγούμενο LP ως μισοτελειωμένο. Το Blue Afternoon πήγε πίσω στο jazzy mood του Happy Sad, αλλά ακόμα πιο μέσα στην jazz, σαν η γλυκιά ζάλη του Happy Sad να ήταν στο χείλος του λήθαργου. Αν και ο δίσκος είναι ιδιαίτερα ευχάριστος και τα φωνητικά του Buckley άριστα ως συνήθως, κάποιος υποπτεύεται ότι ο δίσκος ήταν λιγάκι απερίσκεπτος, έχοντας γίνει για να ικανοποιήσει κάποιον ή κάτι καθώς προετοιμαζόταν (ο Buckley) να προχωρήσει ακόμα παρακάτω.
Με κάποιο τρόπο, το Blue Afternoon κυκλοφόρησε πρώτο, στις αρχές του 1970, με το Lorca να εμφανίζεται μόλις ένα μήνα αργότερα. Όχι μόνο αυτό, αλλά εμφανίστηκαν σε διαφορετικές εταιρείες, το Lorca στην Elektra και το Blue Afternoon στην θυγατρική της Warner του Herbie Cohen, Straight.
Blue Melody (1970)
Δύο ουσιαστικά σύγχρονα άλμπουμ, από διαφορετικές εταιρείες και από ριζικά διαφορετικά στυλ, από ένα καλλιτέχνη που δεν ήταν και τρομερός στις πωλήσεις ας πούμε. Δεν μπορούσαν παρά να ακυρώσει το ένα το άλλο, αν και το Blue Afternoon κρυφοκοίταξε στα charts, φτάνοντας για λίγο στο νο 192, ως το τελικό άλμπουμ του Buckley που μπήκε στα Top 200. Ακόμα και με τα τρελά στάνταρ της εποχής όσον αφορά στον προγραμματισμό και στην προώθηση των δίσκων το 1970, αυτό ήταν μία τρέλα. Επίσης έμοιαζε κάθε άλμπουμ να πήγε στην λάθος εταιρεία. H Straight είχε την κακή φήμη ως οικοδεσπότης για τις μη εμπορικές παραξενιές, όπως το Trout Mask Replica του Captain Beefheart και τις groupies GTO's. H Elektra ήταν progressive, αλλά πιο προσεκτική στις πωλήσεις. Κι όμως ήταν η Elektra που πήρε τον αλλόκοτο δίσκο και η Straight που πήρε τον πιο βατό. Είπε ο Jac Holzman για την περίοδο του Lorca στο Musician, "Έκανε μουσική για τον εαυτό του εκείνο τον χρόνο. Πράγμα που είναι καλό, εκτός του να βρει κανείς ανθρώπους να ακούσουν".
Chase The Blues Away (1970)
Ο Buckley, σύμφωνα με κάποιες αναφορές, έφτανε στο σημείο όχι μόνο να μην νοιάζεται να ευχαριστήσει το κοινό του, αλλά μερικές φορές το περιφρονούσε. Ένα άρθρο των New York Times το 1969 τον περιέγραψε να παίρνει ένα κόκκινο γαρύφαλλο από ένα θαυμαστή στο Philharmonic Hall, να μασάει τα πέταλα και να τα φτύνει. Μία κριτική για ένα κονσέρτο που έγινε στο Rolling Stone το 1970 και είχε τίτλο "Οι λαρυγγισμοί του Buckley μπερδεύουν το κοινό", προκάλεσαν την αντίδραση του "Πώς θα σας φαινόταν η κοπριά;"
Με backing ελεύθερο αυτοσχεδιασμό από την νέα μπάντα του, ο Buckley παρουσίαζε λίγο σεβασμό ή κατανόηση στον Ken Nordine πετσοκόβοντας την δουλειά του, αλλάζοντας τόνο και αψηφώντας τις λεπτομέρειες. Στο ίδιο κονσέρτο, ο Buckley έμπλεξε παλαιότερο υλικό με ένα εικοσάλεπτο και βάλε "Gypsy Woman", σύμφωνα με τον ρεπόρτερ Michael Cuscuna, "με ασυνάρτητες αλλαγές στο τέμπο, χορωδίες που αυτοσχεδίαζαν, εκτεταμένη χρήση του γκονγκ, ξύλινα φλάουτα, κουδούνια και άλλα μικρά κρουστά την στιγμή που ο Buckley ούρλιαζε, έβγαζε λαρυγγισμούς και φώναζε".
"Αυτός είναι ο λόγος που δεν έζησε πέρα από τα εικοσιοκτώ του" λέει ένας συμφιλιωμένος με την ιδέα Beckett σήμερα. "Παλιά, θα έκανε-όπως στο Troubadour-ένα χαρισματικό, στοιχειωτικό σετ και θα κατέβαινε από την σκηνή. Κάποιος θα τον πλησίαζε και θα του έλεγε, ΄Θεέ μου! Υπέροχο Tim!΄ και αυτός θα έλεγε, ΄Ω, μαλακία ήταν΄. Αποτέλεσμα ήταν το πρόσωπο που του έκανε το κομπλιμέντο να παρερμηνεύσει την παράσταση. Επειδή είχε λάθος. Δεν ήταν μαλακία. Ήταν αλήθεια καλός. Αλλά πολλές φορές δεν μπορούσε να το αισθανθεί και κατέκρινε τον εαυτό του. Αυτό ήταν η αρχική εκδήλωση του. Αργότερα ήταν που θεωρούσε το κοινό σαν ένα τσούρμο ηλίθιους. Τους είχε δώσει το παρατσούκλι Lobo, από το Lobotomy. Εννοώντας ΄αυτοί οι άνθρωποι που πλήρωσαν για να με δουν, που χειροκροτούν, δεν έχουν ιδέα από μουσική, δεν μπορούν να με ακολουθήσουν, ποτέ δεν έχουν ακούσει το όνομα Kristof Penderecki και δεν θα μπορούσαν να σκεφθούν μέτρο 15/17. Λοιπόν ποιος είναι ο σκοπός τους;΄ Πραγματικά σκεφτόταν έτσι εχθρικά".
The Train (1970)
Στην παράσταση, συνεχίζει ο Beckett, "Ήταν τόσο μακριά από τον επαγγελματισμό για να νοιαστεί αν θα αναπαράξει τον ήχο του άλμπουμ. Ήταν γεννημένος για να δημιουργεί ό,τι υλικό τραγουδούσε εκείνη την στιγμή. Τώρα έχουμε φτάσει να σεβόμαστε αυτό το πράγμα και να σκεφτόμαστε ότι είναι σπάνιο. Νομίζουμε ότι είναι μεγάλη δουλειά αν ο Dylan κάνει reggae. Του Tim δεν του έκανε καθόλου αίσθηση έστω να προσπαθήσει να κάνει κάτι με τον ίδιο τρόπο δύο φορές. Δεν ήταν ένας διασκεδαστής που καλλιεργεί το κοινό, η περίπτωση καλλιτέχνη που γίνεται αγαπητός με αυτόν τον τρόπο. Έβαζε όλη την προσπάθεια του στο να είναι αυθεντικός, συνεχίζοντας να εξελίσσεται και μετά παρουσιάζοντας με όλη την καρδιά του, όταν έφτανε η ώρα. Θα έλπιζε ότι το να παρουσιάσει ένα προκλητικό κομμάτι που κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ, θα ήταν αρκετό για να τους πείσει".
Το Rolling Stone σημείωσε ότι σύμφωνα με ένα δελτίο τύπου της Straight, το δεύτερο άλμπουμ του Buckley για την εταιρεία επρόκειτο να είναι "μία Afro-Cuban-jazz-Motown εκτεταμένη σουίτα".
Song to the Siren (1970)
Το Starsailor που έγινε στα τέλη του 1970, δεν ήταν ακριβώς αυτό, αλλά ήταν τόσο παράξενο. Με μία μπάντα που τώρα περιλάμβανε τον Lee Underwood, τον μπασίστα John Balkin και τους κάποτε Mothers of Invention πνευστούς Buzz Gardner και Bunk Gardner, o Buckley έπαιρνε την free jazz και τους μοντέρνους κλασικούς αυτοσχεδιασμούς από την Α' πλευρά του Lorca σε πιο πειθαρχημένο και ρυθμικό έδαφος. Επηρεασμένος από τα jazz φωνητικά του Leon Thomas-διάσημου για την μίμηση με την φωνή του σε μουσικά όργανα, ιδιαιτέρως του διάσημου τραγουδιού "The Creator Has a Master Plan" του σαξοφωνίστα Pharoah Sanders-ο Buckley χρησιμοποιούσε την φωνή του σαν ένα σοβαρό αντιστάθμισμα από το αρσενικό γένος στην Yma Sumac (την τραγουδίστρια της exotica που ήταν φημισμένη για το εντυπωσιακό, οπερετικό εύρος της).
Σε κάποιες από τις πιο δύσκολες συνθέσεις, όπως στο ομότιτλο τραγούδι-που δεν είχε λιγότερα από 16 φωνητικά overdubs, δημιουργώντας μία άυλη συμπαγή μουσική δίνη-δεν ακουγόταν τόσο πολύ σαν ένας rock τραγουδιστής, αλλά σαν κάποιος που του βγάζουν αργά-αργά το συκώτι. Ο Buckley είπε για αυτήν την σύνθεση στην συγγραφέα Susan Ahrens: "Ο Larry Beckett και εγώ γράψαμε όλο αυτό σαν μία άποψη του σύμπαντος μέσα από τα μάτια μίας μέλισσας". Το troubadour του 1966 και 1967 είχε εξαφανιστεί. "Εμπνεόταν από το ενδιαφέρον του John Balkin στην μοντέρνα κλασική μουσική", σχολιάζει ο Beckett, που είχε επιστρέψει από το στρατό, γράφοντας με τον Tim στα μισά κομμάτια, μετά από την απουσία του στα προηγούμενα τρία άλμπουμ. "Το Starsailor είναι πιο πολύ σαν Ligeti από οτιδήποτε άλλο".
I Woke Up (1970)
Κι όμως τον ίδιο χρόνο ο Buckley θα έβγαζε ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι με σχετικά ξεκάθαρες λέξεις και μηνύματα, σαν το "Song to the Siren", το οποίο είχε πρωτο-τραγουδήσει χρόνια πριν, ενώ καθόταν σε ένα αυτοκίνητο σε ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς The Monkees. Η σύνθεση του Buckley στο τραγούδι στο Starsailor ήταν εντελώς διαφορετική και η ιστορία πίσω από την μεταμόρφωση του, δίνει μία ιδέα για τις ανασφάλειες του. Όταν ο Buckley το τραγούδησε στο σόου The Monkees, πιστεύει ο Jerry Yester, "ήταν απλά όμορφο, αυτός και η δωδεκάχορδη του. Αλλά η βερσιόν που ηχογράφησε ήταν απαίσια". Η ορίτζιναλ βερσιόν επίσης είχε στίχους "I'm as puzzled as the oyster", που ο Buckley άλλαξε, όταν τον πείραξε γι αυτό η τότε σύζυγος του Yester, Judy Henske. "Μου αρέσει πολύ αυτός ο στίχος", επιμένει ο Yester. "Τον άλλαξε σε ΄newborn baby΄, νομίζω. Αλλά μου άρεσε η ιδέα να υπερασπίζομαι στίχο σαν αυτό. Κι αν σε κάποιον δεν άρεσε ξέρεις...γάμησε τον". Ο Yester πράγματι, έκανε την παραγωγή μίας διασκευής αυτού του τραγουδιού σε ένα άλμπουμ της...Pat Boone. Το Starsailor χαρακτηριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τα παράφωνα, jazzy κομμάτια με φωνητικά χωρίς λέξεις, περιστασιακά υπαινισσόμενα μίας όχι ευχάριστης ελεύθερης πτώσης από γκρεμό. Κι όμως στο μέσο ενός τέτοιου απαιτητικού ακούσματος βρισκόταν ένα χαρούμενο Γαλλικό τραγουδάκι το "Moulin Rouge", που θα βρισκόταν στην λίστα με τα τραγούδια μίας Ευρωπαίας τραγουδίστριας. "Το τραγούδι", λέει ο Beckett, "ήταν μία ιδέα του Buckley, να κάνει κάποιο τέτοιο είδος και ήθελε να το γράψω στα Γαλλικά. Δεν γνώριζε καθόλου Γαλλικά και πραγματικά τον εκπαίδευσα. Το έγραψα έτσι ώστε να μπορεί απλά να διαβάζει ότι είχα γράψει και να τα απαγγέλλει. Και όμως το γάμησε εντελώς. Αν και βρισκόμουν εκεί στο μεγαλύτερο μέρος των session του Starsailor, δεν ήμουν στο συγκεκριμένο μέρος, έτσι μπήκε όπως τόπε. Αλλά μουσικά, είναι πολύ παράξενο. Ότι είναι όλη η αλήθεια, είναι αυτός (Buckley) να λέει, ακόμα μία φορά,΄Δεν με ξέρεις. Αγαπώ όλα τα είδη της μουσικής που ούτε καν έχεις ποτέ σου σκεφτεί΄".
Starsailor (1970)
Κατά κάποιο τρόπο ο Buckley τώρα αντέγραφε τον δρόμο που είχε χαράξει ο Miles Davis, ένας καινοτόμος που θα ΄πήδαγε΄ σε νέα και ανεξερεύνητα στυλ γρήγορα, πριν οι ακροατές να έχουν την ευκαιρία να απορροφήσουν πλήρως τα τελευταία άλμπουμ του. Ο Beckett συμφωνεί με τον παραλληλισμό: "Στα τέλη της δεκαετίας, είχαμε αλήθεια εμπνευστεί από το Bitches Brew και τον Miles Davis. Και την όλη καριέρα του Miles Davis: την ολοκληρωτική ακεραιότητα που διέθετε και το όραμα του. Νομίζω ότι ο Tim ήθελε στ'αλήθεια να διαμορφώσει τον εαυτό του όπως ο Miles κατά κάποιο τρόπο. Απλά να γράψει αυστηρά, απαγορεύοντας να έρχεται στην επιφάνεια η μουσική που είχε ακούσει, αδιαφορώντας για την προσβασιμότητα που θα είχε και αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους με αυτό".
Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον Buckley και τον Davis ωστόσο, είναι ότι ο Miles είχε ήδη αναπτύξει ένα μεγάλο κοινό πριν πηδήξει στην ηλεκτρική jazz-rock fusion με το Bitches Brew. Αν και απομάκρυνε πολλούς από τους παλαιούς ακροατές του, πολλοί θα έμεναν μαζί του και σε συνδυασμό με τους νέους που μαζεύονταν, κατάφερε να περάσει μπροστά και να έχει ικανοποιητική υποστήριξη και πωλήσεις, που του επέτρεπαν να συνεχίσει τον πειραματισμό του. Ο Buckley δεν ήταν ούτε κάποιος σαν τον Jackson Browne, που επίσης άρχισε να παίζει folk-rock σαν έφηβος στο Orange County στα μέσα της δεκαετίας του '60 και που σταθερά έχτισε ένα σημαντικό κοινό τελειοποιώντας ένα σταθερό στυλ. Ο Buckley είχε ένα cult κοινό μόνο για να πούμε στην αρχή και τον καιρό του Starsailor, είχε φύγει μεγάλο μέρος κι από αυτό το κοινό (παρά την άριστη κριτική στο jazz περιοδικό Downbeat), μη ενδιαφερόμενο να διαπραγματευτεί τον μουσικό όγκο που ακολουθούσε ο Buckley. Ούτε ευαπόδεικτα, ήταν θέμα μάνατζερ ή δισκογραφικής, που στην περίπτωση του Buckley ήταν δύο σε ένα.
Moulin Rouge (1970)
Η άποψη του Beckett "είναι ότι η δισκογραφική τελικά είπε, ΄Το Starsailor, οποιαδήποτε κι αν είναι η αξία του, δεν είναι απλά κάτι που αντέχουμε να κάνουμε παραγωγή. Ή θα εμφανιστείς με κάτι εντελώς διαφορετικό, πιο προσβάσιμο σε ήχο ή δεν θα ηχογραφήσεις καθόλου΄. Ο Tim πάντοτε μου έλεγε ότι αν αυτό συνέβαινε ποτέ, θα έφευγε και θα πήγαινε να γίνει οδηγός φορτηγού να μεταφέρει ψωμί. Ονειρεύομαι για το παρελθόν ότι το είχε κάνει και όλα αυτά τα χρόνια, θα μίλαγε κανείς πρώτα σε αυτόν και μετά σε μένα. Αυτό θα έπρεπε να έχει συμβεί. Αλλά δεν ήταν αυτό που συνέβη".
Για λίγο ο Buckley κράτησε ένα χαμηλό μουσικό προφίλ. Έπαιξε live μερικές φορές με ένα γκρουπ που περιλάμβανε τον Emmett Chapman, εφευρέτη του Chapman stick (ένα όργανο σαν κιθάρα που παιζόταν με τα δύο χέρια και είχε δέκα χορδές αντί έξι). Έγραψε ένα ακατανόητο άρθρο για τον Μπετόβεν στους New York Times (του οποίου η υπογραφή συντάκτη έλεγε μάλλον λανθασμένα ΄Tim Buckley, rock star΄. Μέρος του άρθρου έλεγε, "Φυσικά ο Μπετόβεν θα μπορούσε να έχει γίνει ο τέλειος pop σταρ. Βέβαια θα ήταν λιγάκι πιο δαπανηρό να βγει όλη η κουστωδία στον δρόμο". Δούλεψε σε ένα παράξενο σενάριο ταινίας, στο οποίο έπαιζε ένα ρόλο μουσικού που ξεσήκωνε ένα θέατρο γεμάτο φαν που ζητούσαν παλαιά τραγούδια και είχε για φίλο ένα όρνεο που παιζόταν από ένα καρτούν. Πίσω στο 1969 είχε πει στους New York Times για την πρόθεση του να παίξει έναν Αμερικανό Ινδιάνο που λεγόταν Fender Guitar σε μία ταινία με το όνομα Wild Orange και του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει με τον O.J. Simpson στην ακυκλοφόρητη ταινία του 1971, Why? Μία άλλη συμπρωταγωνίστρια στο Why? η Linda Gillen, είπε στο MOJO ότι η ταινία "δεν είχε σεξ, βία ή συγκρούσεις με αυτοκίνητα. Ούτε γυμνό. Απλά ένα τσούρμο περίεργους τύπους να κάθονται σε ένα πάγκο και να μιλούν για τα προβλήματα τους. Χωρίς να δίνεται καμία λύση!"
Move With Me (1972)
Όταν ο Buckley επέστρεψε στο στούντιο, ξεπετάχτηκε με ένα άλμπουμ που χαρακτηριστικά ήταν άλλη μία στροφή στην κατεύθυνση. Ωστόσο για πρώτη φορά θα θεωρούνταν μία ταλάντευση όχι προς την παραξενιά. Μεγάλο μέρος από το Greetings from LA ήταν funky rock λουστραρισμένο σε στούντιο του LA. Ο Buckley εκμεταλλευόταν ακόμα την εμβέλεια του, όπως ελάχιστοι άλλοι rock και pop τραγουδιστές θα έκαναν και μερικές φορές πήγαινε σε φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς που μπορούν να βρεθούν στα άλμπουμ του του 1969-1970. Ισχυρίστηκε ότι είχε αρχίσει να τραγουδάει στα Σουαχίλι και είπε στον Michael Davis ότι χρησιμοποίησε την τεχνική της γλωσσολαλίας για τον δίσκο. Είτε τραγούδησε στα Σουαχίλι ή όχι, σίγουρα φαίνεται να κάνει γλωσσολαλιά στα πιο παράξενα περάσματα του Greetings from LA, ιδιαιτέρως στο "Devil Eyes".
Devil Eyes (1972)
Οι συνθέσεις ωστόσο, ήταν πολύ πιο συνηθισμένες από εκείνες που υιοθετήθηκαν στο Starsailor ή στ'αλήθεια σε οτιδήποτε είχε ηχογραφήσει μέχρι τότε. Λυρικά, ο αδιαπέραστος μυστικισμός των προηγούμενων χρόνων αντικαταστάθηκε από ειλικρινή σαρκικό πόθο, όπως στην επίσκεψη στην meat rack tavern στο τραγούδι που ανοίγει τον δίσκο "Move With Me" και τις προτροπές στην ερωτική σύντροφο στο "Get On Top", αν και το ακουστικό blues-funk "Hong Kong Bar" έφερε μία περισσότερο-μουσικά- ικανοποιητική διάθεση. Αποφασιστικής σημασίας γνώμες αποκλίνουν κάθετα στις αξίες του Greetings from LA, με κάποιες να το βλέπουν ως ακόμα ένα παράδειγμα της ικανότητας του Buckley να μεταχειρίζεται απροσδόκητα ιδιώματα. Ωστόσο σε αυτά τα αυτιά ακούγεται λιγότερο σαν προϊόν που έχει να κάνει με ότι λέγαμε για ειλικρινή σαρκικό πόθο, και περισσότερο σαν μία παραχώρηση στην αγορά. Ο ίδιος ο Buckley παραδέχτηκε στο ZigZag ότι "Άκουσα πολύ ραδιόφωνο προτού γράψω τα τραγούδια στο Greetings from LA. Υπάρχει πολύ μουσική από το ράδιο σε αυτό το άλμπουμ". Πράγμα που δεν έδωσε πολύ ραδιοφωνικό αέρα στον Buckley και απέτυχε να μπει στα chart.
Sweet Surrender (1972)
Η επιδείνωση άρχισε να εδραιώνεται στο Sefronia (1973), που στο μεγαλύτερο μέρος αποτελείται από κοινότοπο blue-eyed funk. Ματιές στον παλαιό Buckley ήταν φανερές στην όμορφη ερμηνεία του "Dolphins", του Fred Neil, που τελικά το διασκεύασε στο στούντιο, μετά από τόσα χρόνια που το έκανε στα live, και στο σε δύο μέρη ομότιτλο τραγούδι, την τελευταία συνεργασία Buckley-Beckett που διατηρήθηκε σε δίσκο, ενισχυμένο από την οπερετική ερμηνεία του Buckley. Οι συνεισφορά του Beckett στο υλικό του Tim γινόταν σπανιότερη εκείνη την περίοδο και συνοψίζει τις τελευταίες δισκογραφικές δουλειές του Buckley ως ακολούθως: "Δεν νομίζω ότι ήταν ισάξια με τις προηγούμενες δουλειές του, το να τραγουδάει τέτοιο υλικό ή να παίζει με αυτούς τους ανθρώπους. Ήταν πέραν της θέλησης του. Δεν ήταν η φύση του".
Because of You (1973)
Ο John Forsha, που ήταν tour manager του Buckley για μία περίοδο στα 70'ς προσθέτει, "Προσωπικά για μένα ήταν ωραίος. Αρτιστικά, νομίζω ότι ήταν ένα είδος ξεπέτα. Νομίζω ότι κάτι γινόταν στην ζωή του. Ζούσε για την παράσταση. Δεν έγραφε και υπήρχε λίγη πικρία. Οι εμφανίσεις του ήταν καλές. Όταν έκανε rock 'n' roll ήταν σαν να έβλεπες να παρουσιάζει ο James Brown, πολύ ιδρώτας, κραυγές με εναλλαγές ψιθύρων, ουρλιαχτά. Δεν μου άρεσε στ'αλήθεια η μουσική που έκανε εκείνη την περίοδο. Η μπάντα του ήταν αρκετά καλή και θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Δηλαδή, έλεγαν, ΄εντάξει, τό'χουμε΄, αλλά μέχρι εκεί. Δεν ήταν εντυπωσιακοί".
Look at the Fool (1974)
Δυστυχώς το τελευταίο άλμπουμ του Buckley, Look at the Fool (1974), ήταν λιγότερο ικανοποιητικό συνεχίζοντας την κατηφορική πορεία στην φθηνή soul-rock. Ακόμα πιο ανησυχητικά, η φωνή του, το μόνο πράγμα που πάντα ξεχώριζε στις ηχογραφήσεις του, άρχιζε να ακούγεται κουρασμένη και αδύνατη, ιδιαίτερα στις υψηλές, με αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο μακάβρια παρά βιρτουόζικη.
Αντίθετα με ό,τι ακουγόταν, η φιλοδοξία του Buckley παρέμεινε άθικτη. Συζητούσε για ένα διπλό live LP αποτελούμενο από ηχογραφήσεις του αγαπημένου υλικού του από τα προηγούμενα άλμπουμ, ισχυριζόμενος στην Melody Maker, "Σκοπεύω να χρησιμοποιήσω κάθε μουσικό που έχουμε δουλέψει μαζί σε αυτό το άλμπουμ". Στον Michael Davis σε μία συνέντευξη που κυκλοφόρησε στο Goldmine, μίλησε ότι έκανε μία συμφωνία, που θα του επέτρεπε να ηχογραφήσει και εμπορική και κλασική μουσική.
Ο Beckett επιβεβαιώνει ότι "τον μήνα πριν το θάνατο του, είχαμε πιάσει να δημιουργήσουμε μαζί ένα καινούριο κομμάτι, που επρόκειτο να είναι song cycle κάτι που μας είχε από την αρχή αρέσει να κάνουμε. Ένα σετ τραγουδιών που έδεναν μαζί περιγραφικά, που λεγόταν ΄The Outcast of the Islands΄, βασισμένο στην δεύτερη νουβέλα του Joseph Conrad. Ήταν να έχει έναν ήχο, που δεν θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί. Όχι pop ή jazz ή κλασική ή οτιδήποτε, αλλά κάτι σαν όλα αυτά μαζί. Αυτή ήταν η κατεύθυνση που πήγαινε, σε μία ακόμη πιο φιλόδοξη, ακόμη πιο ανοιχτή σε όλους μουσική. Είχα την αίσθηση ότι χωρίς να έχουμε την δισκογραφική να παρεμβαίνει, θα μπορούσε να συμβεί αμέσως, χωρίς να αναβάλλεται εξαιτίας εκείνων των άλμπουμ". Στον Michael Davis, o Buckley αποκάλυψε, "Γράψαμε διαφορετικά τραγούδια για κάθε έναν από τους οκτώ χαρακτήρες και στο τέλος των οκτώ τραγουδιών καταλαβαίνει κανείς όλη την ιστορία".
Driftin' (Live at the Troubadour) (1969)
"Μου τηλεφώνησε λίγο καιρό πριν πεθάνει", λέει ο Jerry Yester , "και είπε ότι με ήθελε για να δουλέψουμε μαζί ξανά. Σκέφτηκα ότι ήταν θαυμάσιο, στ'αλήθεια μου άρεσε πολύ η ιδέα. Ακουγόταν πολύ καλά, ακουγόταν όπως ο παλιός του εαυτός. Και μετά από δύο μήνες άκουσα ότι πέθανε. Ήταν μία μεγάλη καταστροφή". Την 29 Ιουνίου του 1975, ο Buckley πήρε υπερβολική δόση ηρωίνης στο σπίτι φίλου. Η αναγγελία του θανάτου του στην New York Times τον απεκάλεσε ξανά rock star στην επικεφαλίδα. Στο Rolling Stone επισημάνθηκε ότι δούλευε ένα σενάριο και μία νουβέλα και ότι σκεφτόταν σοβαρά για τον ρόλο του Woody Guthrie στο Bound for Glory (η αυτοβιογραφία του Woody Guthrie) του Hal Ashby.
Η ζωή του Buckley πάντοτε αντανακλούσε την εσωτερική αναστάτωση που εξέφραζε στην μουσική του. Πίσω στο 1968, ο David Anderle, διευθυντής του γραφείου της Elektra στην Δυτική Ακτή είχε πει στον Jerry Hopkins, ΄Είναι ένας μοναχικός τύπος. Ήρθε σε αυτό τον κόσμο για να υποφέρει επειδή δεν μπορεί να κάνει παρέα με κανένα. Δεν είναι εδώ σαν κάποιος που θα εξιτάρει τα πλήθη, αλλά απλά σαν χρονογράφος΄. Εκ των υστέρων, κάτι τέτοιο δεν ήταν κάτι που μία δισκογραφική θα επιθυμούσε να διαφημίσει και οι ανασφάλειες του Buckley αντανακλούσαν επίσης σε κάποιες συνεντεύξεις του. Αν και φλύαρος αυτά πρέπει να κριθούν προσεκτικά εξαιτίας της τάσης του να ωραιοποιεί, ακόμα και να επινοεί πράγματα, όπως ο λανθασμένος ισχυρισμός του ότι έχει παίξει τα κιθαριστικά μέρη του Roger McGuinn στους αρχικούς δίσκους των Byrds. "Δεν ήταν πολύ υπεύθυνος με την αλήθεια" παραδέχεται ο Beckett. "Είχε κατά βάθος μία αδυναμία που την αντιστάθμιζε με την γλώσσα".
Έκανε χρήση ηρωίνης για κάποιο χρόνο στο τελευταίο μέρος της ζωής του-στο Live at the Troubadour το 1969, μπορεί να τον ακούσει κανείς, ίσως αστειευόμενο ίσως όχι, να συμβουλεύει το κοινό "give smack (smack είναι η ηρωίνη) a chance". Οι γνώμες διαφέρουν ως προς το αν ο θάνατος του ήταν ατύχημα ή αναπόφευκτος, αλλά ο Beckett λυπημένος λέει: "Βαθιά μέσα σου, αν τον γνώριζες, θα σκεφτόσουν, Θεέ μου η καρδιά του είναι ραγισμένη. Εκείνες τις μέρες δεν σκεφτόμασταν ότι θα κατέληγε στον θάνατο, επειδή ήμασταν τόσο νέοι. Αλλά σίγουρα έτσι κατέληξε".
Η αναγέννηση του Buckley έχει φτάσει αργά, αν και είχε ξεκινήσει από τα 80'ς. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 οι This Mortal Coil διασκεύασαν το "Song of the Siren", με την Elizabeth Fraser των Cocteau Twins στα φωνητικά και έγινε ένα μικρό Αγγλικό χιτ single.
Μία Ελβετική μπάντα, οι Comebuckley, αφιέρωσαν ολόκληρο το ομότιτλο άλμπουμ τους το 1989 στα τραγούδια του Buckley. Το 1990, κυκλοφόρησε το Dream Letter και ενώ δεν ήταν μέσα στις καλύτερες δουλειές του Buckley, αφύπνισε ξανά την εκτίμηση για αυτόν, ανοίγοντας τον δρόμο για την κυκλοφορία έως τότε live υλικού, που δεν είχε φτιαχτεί για να κυκλοφορήσει. Ένα tribute κονσέρτο στον Buckley οργανώθηκε από τον παραγωγό Hal Willner το 1991, που παρουσίαζε avant-rockers, όπως οι κιθαρίστες Robert Quine και Elliot Sharp. H Chrissie Hynde, φαν του Buckley από εποχή Happy Sad, που του είχε πάρει συνέντευξη το 1974 για το New Musical Express στις μέρες που ήταν κριτικός της rock, έγραψε μία αποτίμηση για το MOJO. Και πάνω απ'όλα ο τραγουδοποιός / τραγουδιστής Jeff, γιος του Tim-που σχεδόν δεν γνώρισε τον πατέρα του-ήταν στον δρόμο προς την δόξα του star με μία παρόμοια φωνή, αν και όχι τρομερά παρόμοιο υλικό, όταν κι αυτός πέθανε νέος, από πνιγμό στον ποταμό Mississippi στην ηλικία των 30 χρόνων του, το 1997.
Jeff
Ένας λόγος που ο Buckley δεν είναι πια ευρέως γνωστός, ωστόσο, είναι ότι τα τραγούδια του δεν διασκευάζονται εύκολα. Η Linda Ronstadt διασκεύασε όχι λιγότερα από τρία στα τέλη των 60'ς στο τρίτο της άλμπουμ ως μέλος των The Stone Poneys. Οι Blood, Sweat & Tears διασκεύασαν το "Morning Glory" στο πρώτο τους άλμπουμ. Η Pat Boone έκανε αυτή την βερσιόν του "Song of the Siren", όπως αναφέρθηκε και παραπάνω και το ίδιο έκαναν οι This Mortal Coil, 15 χρόνια αργότερα. Κι όμως αντίθετα από τον Fred Neil και τον Dino Valenti, δεν υπήρξε κανένα "Everybody's Talkin'" ή "Get Together" για να γίνει στάνταρ. Ο Backley ήταν μία σπανιότητα- μία one-of-a-kind φωνή που τραγουδούσε one-of-a-kind τραγούδια. Δεν μπορούσε να τον μιμηθεί κάποιος εύκολα. Και ποτέ δεν έχασε στην έδρα του.
ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ
Tim Buckley (1966, Elektra)
Αν και ο Buckley μερικές φορές μπαίνει στην ταμπέλα των folk-rockers το ντεμπούτο άλμπουμ του είναι το μοναδικό που ταιριάζει σε αυτή την εταιρεία άνετα. Η φωνή του και το υλικό είχαν ακόμα καιρό για να ωριμάσουν, αλλά είναι ελκυστικά εύθραυστο και όμορφα τραγουδισμένο με μία λαμπρή παραγωγή.
Goodbye and Hello (1967, Elektra)
Το καλύτερο και πιο γνωστό άλμπουμ του. Ποιητικοί στίχοι, φωνητικά που ακούγονται με ευχαρίστηση, ασυνήθιστες μελωδίες και φιλόδοξες συνθέσεις είναι μαζί εδώ πιο αποτελεσματικά από οποιαδήποτε άλλη κυκλοφορία του. Σχεδόν κάθε τραγούδι ξεχωρίζει, με το σοβαρό "No Man Can Find the War", το σαν σε έκσταση "Hallunications", το συμφωνικό "Goodbye and Hello" και το "Morning Glory" να συγκαταλέγονται στις καλύτερες δουλειές του.
Dream Letter: Live in London 1968 (1990, Manifesto)
Ένα διπλό CD, από κονσέρτα που παρουσιάζει απλά κιθάρες, ακουστικό μπάσο και βιμπράφωνο πίσω από τον Buckley, καθώς ερμηνεύει κομμάτια από τα άλμπουμ του στα τέλη της δεκαετίας, όπως επίσης μερικά ορίτζιναλ και διασκευές που ποτέ δεν κυκλοφόρησαν αλλού. Η ατμόσφαιρα είναι πραγματικά λίγο πιο γλυκιά, σχεδόν υπνωτική, αλλά μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε μία διαφορετική διάσταση του καλλιτέχνη από αυτή που συνήθως παρουσίαζαν οι παραγωγές στο στούντιο.
Once I Was (1999, Strange Fruit, U.K.)
Σε μεγάλο μέρος παρμένο από εκπομπές του BBC του 1968 από live βερσιόνς των τραγουδιών του Goodbye and Hello, έχει συνθέσεις χωρίς ντραμς παρόμοιες με εκείνες που ακούγονται στο Dream Letter, αλλά από ζωηρότερες εμφανίσεις. Επίσης περιλαμβάνει μία 12λεπτη live βερσιόν του 1968 από το "I Don't Need It to Rain" και δύο τρακ από εκπομπές στο BBC του 1974.
Happy Sad (1969, Elektra)
Η καλύτερη μίξη folk-rock και jazz κυριαρχείται από κάποιες από τις πιο μακρές και ονειρικές του συνθέσεις, όπως το "Strange Feelin'" και το "Love from Room 109 at the Islander (On Pacific Coast Highway)". Σε αντίθεση το "Gypsy Woman" ξεδιπλώνεται με περισσότερο ρυθμική ένταση από οτιδήποτε έχει κάνει και το "Sing a Song for You"΄είναι μία από τις πιο συγκινητικές του ωδές.
Works in Progress (1999, Rhino Handmade)
Κάτι σαν μία εναλλακτική βερσιόν του Happy Sad, με ακυκλοφόρητο υλικό από το 1968, που περιλαμβάνει διαφορετικές προσπάθειες που έγιναν σε τραγούδια του Happy Sad, μερικά τραγούδια που θα ξαναέμπαιναν στο Blue Afternoon και στο Starsailor, κάποια που θα είχαν μέρη του "Love from Room 109 at the Islander (On Pacific Coast Highway)" και ένα λυπητερό θέμα ("Father Song") από το soundtrack του Changes. Αυτό μόνο για τους φανατικούς οπαδούς.
Live at the Troubadour 1969 (1994, Manifesto)
Ένας χαμένος κρίκος ανάμεσα στην folk-rock του στην Elektra και στους επακόλουθους jazz αυτοσχεδιασμούς, αυτό το δισκάκι των 78 λεπτών περιέχει live από υλικό των τελών της δεκαετίας του '60 και άλλα τραγούδια, τα οποία απέρριψε για να μπουν σε LP τότε. Αν και μερικές φορές τυχαία, είναι επίσης εντυπωσιακή απόδειξη της ικανότητας του Buckley για live φωνητικές ασκήσεις και αυτοσχεδιασμό, φτάνοντας στο peak του με το 14λεπτο "Gypsy Woman".
Blue Afternoon (1970, Straight)
Λιγάκι σαν παιδί του Happy Sad, αλλά ο συνδυασμός των-με μουρμουρητό-φωνητικών του Buckley και των ευκολοάκουστων μελωδιών είναι δελεαστικός. Το "Happy Time" και το "Blue Melody" είναι ανάμεσα στα πιο ελκυστικά του τραγούδια και το 8λεπτο "The Train" που κλείνει το δίσκο, προσφέρει μία ματιά στα εκκεντρικά φωνητικά πειράματα που θα άνθιζαν στο Starsailor.
Lorca (1970, Elektra)
Το ομότιτλο με το άλμπουμ κομμάτι είναι ένα από τα λιγότερο προσβάσιμα, θαυμαστό για την τόλμη του και σαν το επόμενο κομμάτι "Anonymous Proposition", περιστασιακά κουραστικό για να αντέξει. Για όσους δεν μπορούν να το χειριστούν, τα υπόλοιπα τρία κομμάτια είναι πολύ πιο προσβάσιμα, αν και μακρά αναμασήματα jazz-funk-folk-rock-blues.
Starsailor (1970, Straight)
Η αποκορύφωση της διάθεσης του Buckley για τεχνικό, δύσκολο υλικό, με μίξεις γενών και δοκιμές των ορίων του τι ήταν ικανή να κάνει μία ανθρώπινη φωνή. Ενώ σε κάποιες στιγμές είναι παρόμοιο σε μοντέρνα κλασική μουσική παρά σε pop ή rock, ποτέ δεν γίνεται λιγότερο ενδιαφέρον.
Greetings from L.A. (1972,Straight)
Οι funk-rock συνθέσεις και το μέτριο υλικό συχνά απογοητεύουν. Τα φωνητικά του Buckley παραμένουν εντυπωσιακά δυναμικά και το "Hong Kong Bar" το λιγότερο θαμπώνει την λουστραρισμένη παραγωγή για κάποια γήινα ακουστικά folk-blues. Για live ντοκουμέντο από εκείνη την περίοδο, η Manifesto έκανε ένα κονσέρτο τον Νοέμβριο του 1973 το Honeyman. Ενώ γενικά είναι μία έτσι κι έτσι μπάντα και κάποια κάτω του ΄καλά τραγούδια΄, εδώ βρίσκεται μία ωραιότατη διασκευή του "Dolphins".