Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2019



WALLY




 Progressive Country Rock





Οι Wally ήταν μία παράξενη μπάντα που έπαιξε ένα είδος Symphonic Country ή Progressive Country, ένας όρος που δεν ακούγεται συχνά, ακόμα και από όσους ασχολούνται με την rock μουσική. To πιό περίεργο ωστόσο είναι ότι αυτοί οι τύποι δεν είχαν καμία σχέση με την πατρίδα της country. Ήταν Άγγλοι.

The Martyr (1974)






"Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που άκουσα τους Wally να παίζουν" ανακαλεί ένας από τους παραγωγούς τους, ο θρυλικός Rick Wakeman. "To σπουδαιότερο πράγμα ήταν ότι ήταν το ίδιο τρομεροί στο στούντιο όπως ήταν και στις συναυλίες τους. Πάντα πίστευα ότι αν η μουσική τοποθετηθεί πάνω από τα άτομα που παίζουν αυτήν, σε όρους τι είναι πιό σημαντικό, τότε θα ζήσει για πάντα".
Εδώ έχουμε μία κατηγορία γκρουπ, που μπορεί να παρομοιαστεί με progressive μπάντες μεγάλου βεληνεκούς, όπως οι Barclay James Harvest ή οι Kansas ίσως. Οι Wally ήταν μία μπάντα την οποία ίδρυσε και ηγέτης της ήταν ο Roy Webber στις αρχές της δεκαετίας του '70. Σχηματίστηκαν στο Harrogate και ήταν επιτυχημένη μπάντα στην τοπική σκηνή.
Το 1973 έλαβαν μέρος σε διαγωνισμούς που σπόνσορα είχαν την εβδομαδιαία μουσική εφημερίδα Melody Maker, για να κερδίσουν ένα συμβόλαιο για ηχογράφηση. Ο τελικός έλαβε χώρα στο Roundhouse στο Λονδίνο και αν και η μπάντα μας δεν κατάφερε να βγεί πρώτη, πράγματι τα πήγε πολύ καλά.

What to Do (1974)





Εκεί ήταν που ο DJ του ραδιοφώνου και παρουσιαστής του The Old Grey Whistle TestBob Harris τους είδε και του τράβηξαν την προσοχή. Το έπαθλο των επιλαχόντων ήταν να ηχογραφήσουν ένα session στο ραδιοφωνικό σόου του Bob. Ο Bob Harris εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ με την μπάντα που τους βοήθησε να εξασφαλίσουν ένα συμβόλαιο με την Atlantic. 

Wally-Wally (Atlantic K 50051, 1974) 





Οι Wally ηχογράφησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους με τον Bob Harris ως παραγωγό και τον Rick Wakeman (Yes) επίσης σαν παραγωγό. 

Your Own Way (1974)





Μόλις ο δίσκος κυκλοφόρησε η μπάντα ξεκίνησε μία σειρά από live συμπεριλαμβανομένης μίας υψηλών προδιαγραφών εμφάνισης στο Crystal Palace Garden Party υποστηρίζοντας τον Rick Wakeman, ο οποίος πρόσφατα είχε αφήσει τους Yes και παρουσίαζε το Journey To The Centre of The Εarth.

To the Urban Man (1974)





Τα κομμάτια που περιέχονται στο ντεμπούτο άλμπουμ τους είναι πλημμυρισμένα από ωραιότατο mellotron. Από το εξαιρετικό "The Martyr" και το 12λεπτο "To the Urban Man" μέχρι το έξοχο "What to Do". Το άλμπουμ δυστυχώς ήταν εμπορική αποτυχία.

Wally


Wally-Valley Gardens (Atlantic K50180, 1975)



Το Valley Gardens ήταν το δεύτερο άλμπουμ της μπάντας μας και κυκλοφόρησε το 1975. Εκείνο τον καιρό ο Nick Glennie-Smith είχε αντικαταστήσει τον Peter Gerret στα keyboards. Παραγωγός ήταν πάλι ο Bob Harris.

Valley Gardens (1975)




O δίσκος περιλάμβανε την τριλογία "The Reason Why" (Nolan-The Charge-Disillusion). Αυτό το κομμάτι έγινε αγαπημένο των live και ακόμα και σήμερα θεωρείται top από τους πιστούς φαν της μπάντας.

The Reason Why (Part I, Nolan) (1975)




Λίγο μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ ωστόσο, η μπάντα διαλύθηκε, κάνοντας το Valley Gardens το τελευταίο άλμπουμ τους, μέχρι το 2010, όταν η μπάντα κυκλοφόρησε το τρίτο άλμπουμ της Montpellier, το οποίο έγινε εν μέρει από τραγούδια αρχικά γραμμένα για το follow-up της Valley Gardens.

The Reason Why (Part III, Disillusion) (1975)




Το Montpellier ηχογραφήθηκε στο Leeds χάρη στην επανένωση του γκρουπ για το κονσέρτο στο Royal Hall. Σε συνέχεια του δεύτερου άλμπουμ των Wally, Valley Gardens, το Montpellier έχει πάρει το όνομά του από την περιοχή του Harrogate, όπου τα περισσότερα μέλη της μπάντας μας έζησαν και έπαιξαν στα 70'ς. Κατά την διάρκεια αυτής της δεκαετίας είχαν δύο ωραιότατα άλμπουμ στην Atlantic: Το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1974 και το προαναφερθέν follow-up τους, και τα δύο με παραγωγό τον παρουσιαστή του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης Bob Harris και του μάγου των keyboard Rick Wakeman.

Nez Perce (1975)



Το single τους Nez Perce παρουσίαζε στα backing vocals την Madeline Bell και υπήρξε δίσκος της εβδομάδας στο BBC Radio 1. Η μπάντα "τελείωσε" το 1975 και τα σχέδια για ένα reunion έπεσαν στο τραπέζι, όταν ακούστηκε ότι ο keyboard player Paul Gerrett, είχε πεθάνει στον ύπνο του κάπου στην Ταυλάνδη. Ο οriginal κιθαρίστας Pete Cosker είχε πεθάνει από το 1991 και αυτά τα δύο τραγικά γεγονότα έδειχναν ότι ένα κονσέρτο τον Απρίλιο του 2009, δεν θα αποτελούσε μόνο ένα reunion, αλλά μαζί και ένα tribute. Tα εναπομείναντα μέλη με βαριά καρδιά προσέλαβαν δύο νέους μουσικούς για να συμπληρώσουν τον ήχο τους. Τον Frank Mizen στην pedal steel, το μπάντζο και το μπάσο και τον Will Jackson στην κιθάρα.

Sunday Walking Lady (1974)



Το άλμπουμ διατηρεί το πνεύμα και τον ήχο των 70'ς, ενώ παράλληλα αντανακλά τις αλλαγές που επήλθαν στην μουσική με το πέρασμα του χρόνου, ώστε να γίνεται ευήκοο και στα νεαρά αυτιά.

WALLY


Γιατί τέτοια ομορφιά παρέμεινε κρυμμένη, χωρίς πολλές πληροφορίες;
Ποιός ήταν ο λόγος που τέτοια αξιόλογα κομμάτια ήταν εμπορική αποτυχία;
Ό,τι και να πούμε τώρα η ομίχλη του χρόνου έχει σκεπάσει με το πέπλο της αυτό το θρυλικό στον καιρό του γκρουπ.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019



ARS NOVA



Psychedelic Baroque Rock




Συμφωνώντας στις μουσικές τους γεύσεις οι με κλασική εκπαίδευση μουσικοί Wyatt Day (κιθάρα φλαμένκο) και John Pierson (μπάσο τρομπόνι) είχαν βρεθεί σε σύγχιση προσπαθώντας να δώσουν πνοή στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους για την μουσική, με απώτερο σκοπό να μπορέσουν να κάποτε να σχηματίσουν ένα γκρουπ, να παίζουν και να ζούν από αυτό. Διδάσκοντας μουσική και απασχολούμενοι με άλλες άσχετες εργασίες, περιστασιακά βρίσκονταν με φίλους για να παίξουν μαζί. Σε αυτά τα sessions ήταν ο ντράμερ Maury Baker, ο τρομπετίστας Bill Folwell, ο κιθαρίστας Giovanni Papalia και ο μπασίστας John Raskin. Σε ένα από αυτά βρέθηκε κάποτε ο Paul Rothchild, ο παραγωγός των The Doors. Μέσω αυτού υπέγραψαν στην Electra και δημιουργήθηκε το πολύ ιδιαίτερο και πρωτοποριακό πρώτο τους άλμπουμ.

Pavan For My Lady (1968)



Ars Nova (Electra EKS 74020) 1968



Το ντεμπούτο άλμπουμ του γκρουπ θα προκαλούσε πολύ ενθουσιασμό, καθώς εμφανίζονται με μία πολύ επιτυχημένη μίξη σύγχρονης και κλασικής μουσικής. Η δουλειά που κάνουν απαιτεί προσεκτικό άκουσμα, επειδή είναι πολύ προχωρημένοι μουσικά. Το άλμπουμ είναι καλό στο σύνολό του και αξίζει να παίρνει στροφές στο πικάπ κάθε λάτρη της baroque rock.

And How Am I To Know (1968)



Ars Nova είναι γενικός όρος για την μουσική του 14ου αιώνα. Επίσης είναι το όνομα αυτού του με κλασική εκπαίδευση γκρουπ της rock, που χρησιμοποιεί μοτίβα από τον Guillaume de Machaut στον Richard Strauss και στον Stravinsky. Είναι μία πολύ θαρραλέα και συναρπαστική μικρή κουστωδία.

Fields of People (1968)



Το "Fields of People" ένα ενθυμητικό μικρό και γοητευτικό κομμάτι, βασίζεται σε ένα ανώνυμο θέμα παιγμένο με λαούτο στις αρχές του 17ου αιώνα. Προσωπικά μάλλον βαριέμαι αυτό το είδος της rock μουσικής, με ψευτο-μπαρόκ επίστρωση που αιχμαλωτίζει το κοινό στη σημερινή εποχή, ιδιαιτέρως όσους ακούν jazz και pop, όμως αυτή η μπάντα έχει πετύχει να φέρει την σοβαρή μουσική (κλασική) στα στοιχεία της rock, ενώ διατηρεί την αφοσίωση στα βασικά συστατικά της rock, δηλαδή τον ιδρώτα και την "βρωμιά". Έτσι μην αφήσετε την μουσικολογία να σας τρομάξει. Αυτό το γκρουπ παράγει συναρπαστική μουσική.

Zarathustra (1968)



Στο δίσκο αυτό το κομμάτι που ανοίγει, το Αναγεννησιακό "Pavan For My Lady" είναι απλά ένα αριστούργημα. Τα τρακς κυμαίνονται από pop σε horn-rock, acid rock, με κλασική επιρροή progressive, μέχρι πομπώδεις διασκευές κλασικών θεμάτων ("Zarathustra") (δώστε προσοχή στα ντραμς). Επίσης εδώ βρίσκεται το ορίτζιναλ "Fields of People" που διασκευάστηκε πιστά από τους The Move στο Shazam, ένα χρόνο αργότερα.


Sunshine & Shadows (Atlantic SD 8221) 1969



Μην έχοντας την ανταπόκριση από το κοινό της εποχής, το ντεμπούτο άλμπουμ τους δεν προχώρησε. Από εκείνο το σημείο ξεκίνησαν οι προστριβές ανάμεσα στα μέλη του γκρουπ. Η συναυλία που έδωσαν, ανοίγοντας για τους The Doors περιγράφεται απλά καταστροφή. Όλα τα μέλη πλην των δύο ιδρυτών παραιτούνται.

Sunshine & Shadows (1969)



Μετά από την στρατολόγηση νέων μελών που περιλάμβαναν τον Warren Bernhardt στα keyboards τον κιθαρίστα Sam Brown, τον ντράμερ Joe Hunt, τον τρομπετίστα Ronnie Puddu και τον μπασίστα Stu Wasserman υπέγραψαν στην Atlantic. Και αποτέλεσμα ήταν αυτό το δεύτερό τους άλμπουμ, το οποίο επίσης συγκαταλέγεται στα πολύ καλά ψυχεδελικά άλμπουμ.

 She Promises Everything (1969)



Δεν υπάρχει εδώ τίποτα που να αποσπά κάποια κακή κριτική, ούτε όμως κάτι ιδιαίτερο που να εμπνέει. Το γκρουπ μας χρησιμοποιεί κλασική θεωρία και τεχνικές σύνθεσης για να παράξει ένα είδος "cocktail-rock".

I Was Once (1969)



Υπάρχουν περιστασιακές επιδρομές στην jazz και στην latin μουσική, αλλά τελικά δύσκολα θα θυμηθείς οτιδήποτε αφού περάσει λίγη ώρα από τότε που το άκουσες.

Please Don't Go (1969)



Rock can be a rocky road, όπως έχει μείνει να λέγεται. Οι Ars Nova αντανακλούν την αυξανόμενη τάση της εποχής για σοφιστικέ rock, αν και θα γνώριζαν σύντομα ότι αυτό δεν αποτελούσε εγγύηση για την επιτυχία. Ο ήχος τους ήταν νέος και πρωτοποριακός, όμως τα προβλήματα που είχαν ήταν παλαιά. Έπρεπε να αντέξουν στον ανταγωνισμό των γκρουπ που ξεπηδούσαν συνεχώς, αλλά και να χαλιναγωγήσουν την δική τους δίψα για δόξα. Παρά την στήριξη από μεγάλες εταιρείες και την μουσική τους, που τόσο δρόμο έκαναν πίσω στο χρόνο για να αντλήσουν, οι Ars Nova έπαψαν να απασχολούν τον μουσικό κόσμο μόλις δύο χρόνια μετά την εμφάνισή τους.

Ars Nova


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019



EDUARDO BORT



 Spanish Progressive Rock



Ο Eduardo Bort ξεκίνησε να γράφει το θρυλικό πρώτο του άλμπουμ στη Βαλένθια, την πατρίδα του, το 1973. Ωστόσο, το μουσικό του υπόβαθρο ήταν ήδη πολύ εκτεταμένο. Είχε ωριμάσει σε εκατοντάδες παραστάσεις στις αίθουσες συναυλιών της Βαλένθια και Ίμπιζα στη δεκαετία του εξήντα, με μπάντες όπως οι Los Exciters (η πρώτη μπάντα που ήρθε στο νησί με ηλεκτρικές κιθάρες), οι Los Bodgies ή οι La Oveja Negra. Είχε προσπαθήσει να ηχογραφήσει στη Μαδρίτη, αλλά η μουσική του ήταν πολύ προχωρημένη για την τρομακτικά υποτυπώδη μουσική βιομηχανία της χώρας του. Δημιούργησε την μπάντα Out με την οποία έπαιξαν σε Παρίσι και Λονδίνο, αλλά ποτέ κάτι από αυτά που έπαιξαν δεν είδε το φως της δημοσιότητας. Γεμάτος προβλήματα και απογοητεύσεις αποφάσισε να επιστρέψει στη Βαλένθια και να ξεκινήσει από την αρχή. Ο Bort ήταν ξεκάθαρος ότι επρόκειτο να παίξει χωρίς δεσμεύσεις ή συμβάσεις. Ότι δεν υπάρχει εμπορική μουσική.

Cuadros De Tristeza (Pictures of Sadness) (1975)



Είχε μια τεράστια εμπειρία: είχε δουλέψει στα πιο σημαντικά ευρωπαϊκά στούντιο, είχε παίξει με σπουδαίους μουσικούς και ήξερε πώς να παίξει στις πιο σύνθετες παραγωγές. Και, με αυτή την ιδέα, άρχισε να εργάζεται στο σπίτι του στη Βαλένθια.
Πηγή έμπνευσης ήταν ο HP Lovecraft και, ειδικότερα, οι υπέροχες ιστορίες του Αγγλο-Ιρλανδού μυθιστοριογράφου Lord Dunsany. Μία από αυτές το Idle Days on the Yann, ένα θεμελιώδες κομμάτι φανταστικής λογοτεχνίας, εντυπωσίασε πολύ τον Eduardo Bort.
Προσπάθησε να αναδημιουργήσει με τη μουσική του τα θαυμάσια μέρη του ποταμού Yann. Αυτή η πρώτη σύνθεση, Yann, είναι η αφετηρία του άλμπουμ Eduardo Bort.

Paseando Sobre La Hierba (Walking On The Grass) (1975)



Καθώς η δουλειά διαμορφώθηκε, ο Eduardo ασχολήθηκε με το να αναζητά τους συμπαίκτες του. Ήταν πολύ απαιτητικός με τις συνθέσεις του, δεν παραδεχόταν εύκολα μουσικό. Ο παίκτης των keyboards ήταν το μικρότερο από τα προβλήματα-είχε τον Jose Soriano, τον οποίο είχε προσλάβει για την προηγούμενη μπάντα του, τους Out και με τον οποίο είχε κάνει πολλές πρόβες μαζί. Απλώς έπρεπε να ωθήσει τον Soriano προς τις συνθέσεις του, καθώς μόνο με αυτές μπορούσαν να βρουν ήχους που να περιγράφουν περιγραφικά περάσματα όπως αυτά που είχε στο μυαλό του. Η στρατολόγηση του υπόλοιπου συγκροτήματος δεν ήταν εύκολη, η μουσική σκηνή της Βαλένθια εκείνης της εποχής δεν είχε να προτείνει κάτι τόσο υψηλό και φιλόδοξο. Αλλά τους βρήκε και όχι μακριά από το σπίτι: ο γείτονάς τους Marino Hernandez, μπασίστας εκπαιδευμένος στην jazz και ο οποίος συνεργάστηκε με τον ντράμερ Vicente Alcaniz, με τον οποίο ο Eduardo συντονίστηκε αμέσως: «Ο τρόπος του να παίζει τα τύμπανα ήταν πολύ ξεχωριστός" έλεγε. "Ο τρόπος παιξίματος του ήταν τόσο προσωπικός, ώστε μόλις ακούσεις καταλαβαίνεις ποιός παίζει. Γνώρισα μόνο κάποιον σαν αυτόν και ήταν ο Keith Moonντράμερ των The Who, παρόλο που μου άρεσε πολύ περισσότερο ο Vicente"!!.
Ένα ισόγειο στην περιοχή Campanar φιλοξένησε εκατοντάδες ώρες πρόβες, δοκιμάζοντας διαφορετικές ρυθμίσεις, οι οποίες καταγράφηκαν σε ένα διπλό Revox που έφερε ο Bort από την Ελβετία. Ο Juan Beltran Pilato εντάχθηκε στο σχήμα, ένας άλλος παθιασμένος με τον Lovecraft, ο οποίος ακούγοντας το πρώτο demo του Cuadros de Tristeza ("Pictures of Sadness"), ερωτεύτηκε το κομμάτι και προσφέρθηκε να είναι ο στιχουργός. Βγήκαν λοιπόν τα πρώτα αποτελέσματα, τα οποία ο Bort αποδέχτηκε πρόθυμα. Συμμετείχε τόσο πολύ στη μουσική που δυσκολευόταν να γράψει τους στίχους, έτσι η άφιξη του Juan Beltran ήταν προνοητική. Τα πνεύματα του Lovecraft και του Λόρδου Dunsany ήταν παρόντα σε όλες τις συγγραφές.

Pensamientos 2 (Thoughts 2) (1975)



Μετά από λίγο, η αρχική ηχογράφηση του πρώτου άλμπουμ του Yann ολοκληρώθηκε και η μπάντα ήταν έτοιμη να μεταβεί στο στούντιο. Τα τραγούδια που έγραψαν στην ταινία Revox ήταν τα "Pensamientos 1" και "Pensamientos 2" (Thoughts 1 και Thoughts 2), η μουσική από τον Bort και οι στίχοι του Juan Beltran, το "Paseando sobre la hierba" (Walking on the Grass), που συνέθεσε ο Marino Hernandez και τραγούδησαν με τις τέσσερις φωνές.
To Yann, το αγαπημένο θέμα του Eduardo, βοηθήθηκε από τις ρυθμίσεις του Mellotron από τον Alcaniz. Το "En Las Riberas Del Yann" (In the Headwaters of Yann), συνέθεσε ο Bort, και κανόνισε τις φωνές από όλους, σε στίχους Beltran. Πέρασαν μήνες που ασχολούνταν με αυτά τα μοντέλα, αλλά ήταν πολύ ικανοποιημένοι από μια ηχογράφηση που εκπλήρωσε τις προσδοκίες ποιότητας, ήχου και μαγείας που ο Eduardo αισθάνθηκε ότι θα μπορούσαν να επιτύχουν.

En Las Riberas Del Yann (In the Headwaters of Yann) (1975)



Λίγες εβδομάδες αργότερα είχαν ηχογραφήσει το πιο προηγμένο άλμπουμ που είχε γίνει ποτέ στην Ισπανία. Αλλά οι μίξεις έλειπαν, και ο Eduardo δεν ήθελε να το κάνει αμέσως. Ήθελε να αποστασιοποιηθεί για λίγο ώστε να αποκτήσει προοπτική, και με μία απλή μίξη για ακρόαση, έκαναν ένα διάλειμμα. Ο Bort ήξερε ότι στην Ισπανία θα ήταν πολύ δύσκολο για κάποιον να ξέρει πώς να χειριστεί ένα προϊόν τόσο προηγμένο όσο αυτό που είχε στα χέρια του. Νόμιζε ότι δεν θα ήταν κακή ιδέα να μεταφέρουν την ηχογράφηση στο Λονδίνο, όπου είχε κάποιες επαφές που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Και έτσι έγινε, μία φίλη, κατάφερε να του εξασφαλίσει προσωπική επαφή με τον Joop Visser, επικεφαλής της A & R της EMI Αγγλίας, στην έδρα της Manchester Square. Ο Visser ήταν αυτός που είχε υπογράψει τους Queen για την EMI. Ο Bort, που είχε ξοδέψει όλα όσα είχε για την ηχογράφηση του άλμπουμ, έπρεπε να ζητήσει δάνειο για να ταξιδέψει στο Λονδίνο με τον Vicente Alcaniz.
Τον Οκτώβριο του '74, ο Eduardo Bort και ο Vicente Alcaniz, συνοδευόμενοι από την φίλη του, εμφανίστηκαν στο κεντρικό κτίριο της EMI-Odeon στο Λονδίνο και ανέβηκαν στις σκάλες όπου οι Beatles έκαναν τις περίφημες φωτογραφίες πάνω στο κιγκλίδωμα. Είχαν ένα αντίγραφο της βασικής μίξης που έφεραν από τη Βαλένθια στην αγκαλιά τους, και την ψευδαίσθηση ότι θα ακουστεί από ένα από τα πιο ισχυρά στελέχη της μουσικής βιομηχανίας. Μετά από μια τεταμένη αναμονή, κλήθηκαν να εισέλθουν στο γραφείο του Joop Visser: "Μετά τις παρουσιάσεις, ο Joop έβαλε την κασέτα σε ένα κασετόφωνο Revox, πολύ παρόμοιο με το δικό μου, και άρχισε να ακούει τα τραγούδια με τη σειρά που είχα εγκαταστήσει. Ήμουν έκπληκτος που δεν σταμάτησε να ακούει μέχρι να τελειώσει να ακούει το πρώτο και το δεύτερο θέμα. Σταμάτησε την ταινία για λίγα δευτερόλεπτα και ρώτησε. "Ποιος έχει κάνει την παραγωγή σε αυτό;" Η φίλη μου έδειξε εμένα και ο Joop συνέχισε να ακούει. Δεν σταμάτησε μέχρι να ακούσει απολύτως όλα όσα είχα καταγράψει, σχεδόν μια ώρα. Στο τέλος κάθισε και ζήτησε τον κιθαρίστα, τον συνθέτη και την ηχογράφηση. Τελικά σηκώθηκε, έδωσε το χέρι του συγχαίροντας και είπε: «Πρέπει να έρθετε στην Αγγλία και να ζήσετε εδώ για τρεις μήνες, δηλαδή για τον χρόνο που απαιτείται ώσπου να φτιάξω τη νομική σας κατάσταση. Εσείς, Eduardo, μιλήστε στα μέλη σας και πείστε τους να έρθουν. Πρέπει να αναζητήσουμε έναν Άγγλο παίκτη keyboards, θα ψάξουμε επίσης έναν τραγουδιστή. Εάν περάσετε αυτό το καλοκαίρι στην Αγγλία, μέχρι το φθινόπωρο θα είστε κάτοικοι και στο τέλος του έτους ή στις αρχές του 1975, η EMI θα σας ξεκινήσει από την Αγγλία με τον κατάλληλο τρόπο».

Yann (1975)



Οι υποσχέσεις του ήταν εξαιρετικές, μια πιθανή μεγάλη εκτόξευση που γιορτάζονταν αρκετές μέρες στο Λονδίνο. Αλλά, όταν επέστρεψαν στη Βαλένθια, το υπόλοιπο της μπάντας απλά δεν το πίστευε. Δεν άκουσαν σαφώς τις υποσχέσεις και δεν φάνηκαν καθόλου πρόθυμοι να αλλάξουν τη ζωή τους και να ζήσουν στο Λονδίνο. Αμφισβήτησαν ότι η ιστορία ήταν αληθινή. Η οργή και η απογοήτευση του Bort ήταν τεράστια. Αντιμετώπισε τη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του και δεν μπορούσε να καταλάβει την ελάχιστη φιλοδοξία των υπολοίπων μελών. Μόνο ο Vicente Alcaniz ήταν πρόθυμος να τον υποστηρίξει, αλλά ο Eduardo απογοητεύθηκε, βλέποντας πως, όπως συνέβη με την προηγούμενη μπάντα του, τους Out, όλα έγιναν λάθος όταν έμελλε να δημοσιεύσει το πρώτο του άλμπουμ. Στις δύσκολες αυτές ημέρες, αποφάσισε ότι ποτέ δεν θα συνεργαστεί με μπάντα, από τότε και στο εξής θα είναι μόνος του και θα παίρνει μόνος τις αποφάσεις. Άρχισε να σκέφτεται, να ξεχνά τα πάντα που είχε ηχογραφήσει και να αντιμετωπίζει μια νέα σόλο παραγωγή. Ευτυχώς, το περιβάλλον του τον έπεισε ότι αυτό ήταν έργο του και ότι έπρεπε να ολοκληρώσει τη δουλειά.

A Devadip (1983)



Τέλος, ο Eduardo Bort αποφάσισε να δημοσιεύσει το δίσκο αυτό με το δικό του όνομα. Ήταν, ωστόσο, απαραίτητο να τελειώσει την μίξη και να τραγουδήσει και πάλι όλα τα φωνητικά κομμάτια, εκτός από το "En Las Riberas Del Yann". Και αυτό δεν θα ήταν εύκολο, η γνώση του στα αγγλικά δεν ήταν ακριβώς άριστη, οπότε έπρεπε να βασιστεί στον άνθρωπο που εργάστηκε στο Torrejon de Ardoz και ο οποίος επί τρεις ημέρες επέβλεπε την καταγραφή των φωνητικών του Eduardo, μέχρις ότου θεώρησε ότι ήταν ελάχιστα κατανοητά. Και, με τη βοήθεια του Luis Fernandez Soria, τελείωσε την μίξη. Για το εξώφυλλο του άλμπουμ, ο Eduardo σκέφτηκε τον Fernando Bucho, έναν ζωγράφο που γνώρισε εκείνο το καλοκαίρι και με τον οποίο έγινε φίλος. Ο Bucho είχε ζωγραφίσει μια ακουαρέλα που αντιπροσώπευε τον κιθαρίστα που αιωρούταν προς τα αστέρια και θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα τέλειο εξώφυλλο. Τώρα ήταν απαραίτητο να ληφθεί απόφαση για τη κυκλοφορία του άλμπουμ, καθώς η Αγγλική ΕΜΙ περίμενε ακόμα μία απάντηση: "Όλα όσα συνέβησαν υπονόμευσαν τους σκοπούς μου και άλλαξαν ριζικά την προσέγγισή μου στην παραγωγή. Το Idle Days on the Yann, ήταν ιστορία προτού γεννηθώ και όλο αυτό που έμεινε ήταν μόνο η παραγωγή μου και η φιλία του Vicente. Σίγουρα λόγω της νεαρής ηλικίας μου, της επιθυμίας μου να κυκλοφορήσω αυτή την παραγωγή, της απειρίας μου, της οικογένειάς μου (ήδη είχα τρία παιδιά) και περισσότερα ακόμα εμπόδια απέρριπταν την ιδέα του Λονδίνου".
Στην πραγματικότητα αυτή η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ και ο Joop Visser και η Αγγλική ΕΜΙ παρέμειναν να την περιμένουν. Κάποιος του είπε ότι μια δισκογραφική εταιρεία στην πρωτεύουσα θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για το άλμπουμ και πήγε εκεί. Και υπέγραψε μια σύμβαση που θα μετάνιωνε άπειρες φορές, γιατί το συντηρητικό σύστημα δεν καταλάβαινε τίποτα από την τεράστια μουσική πρόταση του άλμπουμ και τις τεράστιες δυνατότητές του. Αν ήταν ένας μελωδικός τραγουδιστής ή ένας τραγουδιστής-τραγουδοποιός, σε άνοδο εκείνα τα χρόνια, ίσως θα είχαν κάνει κάτι. Αλλά ο καταρράκτης των ιδεών και των ήχων που πρότεινε το άλμπουμ υπερέβαινε τις ικανότητες του συστήματος που ίσχυε στην Ισπανία. Και δεν έκαναν τίποτα.
Πολύ λίγοι έμαθαν για την κυκλοφορία ενός άλμπουμ που με τα χρόνια έχει αναγνωριστεί ως το αριστούργημα του Ισπανικού progressive rock. Η δισκογραφική εταιρεία, σχεδίασε κάποιες συναυλίες παρουσίασης που τον οδήγησαν να εμφανιστεί σε πόλεις της Βαλένθια, στην Εκθεση του Μπιλμπάο και σε κάποια τηλεόραση. Επιπλέον, ο Eduardo Bort εμφανίστηκε σε μερικά σημαντικά φεστιβάλ της χώρας του. Έπαιξε ακόμη και σε ένα αμερικανικό πλοίο που μετέφερε πέντε χιλιάδες πεζοναύτες στο Βιετνάμ, αγκυροβολημένο μπροστά στο λιμάνι της Βαλένθια. Και αυτό ήταν.
Στην πραγματικότητα, το τραγούδι Pictures of Sadness ήρθε στην πρώτη θέση στις τηλεφωνικές ψηφοφορίες του δημοφιλούς μουσικού προγράμματος της ευρωπαϊκής pop jury, και προβλήθηκε από πολλούς ευρωπαϊκούς ραδιοφωνικούς σταθμούς όπως το BBC, το RNE, το RTF, καθώς και από ραδιοφωνικούς σταθμούς του Βελγίου.

Moncada (1983)



Για αυτούς που γνωρίζουν, ο Eduardo Bort είναι μια από τις μεγαλύτερες μορφές της progressive και ψυχεδελικής rock, ένα μεγάλο ταλέντο που ήταν μπροστά από το χρόνο του και του οποίου το πρώτο άλμπουμ ήταν απλά εκπληκτικό. Στην πραγματικότητα, δεν έπαψε ποτέ να πωλείται και να αλλάζει χέρια στους συλλεκτικούς κύκλους και σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Όλοι όσοι, αργά ή γρήγορα, βρίσκουν το άλμπουμ που ήταν σχεδόν αδύνατο να βρουν μέχρι την επανέκδοσή του, εντυπωσιάζονται από την κολοσσιαία χιονοστιβάδα ήχων, τις θεαματικές αλλαγές του ρυθμού, τον λυρισμό των ακουστικών κιθάρων, τα τοπία και τα καταστροφικά riffs τους.
Rock, folk, ψυχεδέλεια ... ένα απλά συνταρακτικό άλμπουμ.

Bort


Τώρα έχουμε στα χέρια μας την επανέκδοση του Eduardo Bort, ο οποίος έφτιαξε αφενός, τον αρχικό δίσκο, όπως ηχογραφήθηκε το 1975 κάνοντας τη μεταφορά αναλογικών κασετών (16 tracks) σε ψηφιακές, στα στούντιο Red Led στη Μαδρίτη από τις 7 έως τις 12 Φεβρουαρίου του 2014. Σαράντα χρόνια αργότερα το έργο του ολοκληρώθηκε, σέρνοντας πίσω του μια αύρα μυθολογικού δίσκου, ένα από τα πολυζητημένα άλμπουμ των πιο απαιτητικών συλλεκτών, για το οποίο ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν πραγματικές περιουσίες, αλλά τώρα είναι εφικτό για όλους. Απολαύστε ένα από τα πιο πρωτοποριακά και φανταστικά έργα στην ιστορία της Ισπανικής rock: το πρώτο άλμπουμ του Eduardo Bort.

Hacia las estrellas (1983)



Μετά από 8 χρόνια απουσίας από τα δρώμενα ο Eduardo Bort επέστρεψε το 1983 με ένα πολύ ωραίο progressive rock άλμπουμ το Silvia, το οποίο επίσης έχει μείνει άγνωστο, καθώς έγινε στην Ισπανία. Κάποια από τα πολύ όμορφα τραγούδια αυτού του άλμπουμ μπορείτε να ακούσετε στο παρόν άρθρο.


Eduardo Bort


Πηγή: Η βιογραφία του, όπως την αποτύπωσε ο βιογράφος του Arturo Blay.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 7 Ιουλίου 2019


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΘΑΣ 



24/3/2015 ΚΥΤΤΑΡΟ




Είναι η επομένη της ημέρας που έφυγε από κοντά μας ένας από τους πιό σεμνούς μουσικούς της χώρας μας. Αναφερόμαστε στον Γιάννη Σπάθα, αναδημοσιεύοντας το άρθρο από το φιλικό blog https://ngradio.gr/category/blog/enteka-me-mia-haroula-nikolaidou/, μία εμπειρία πραγματικά ζωής για όσους ήταν τυχεροί να ζήσουν. Ευχαριστούμε για την άδεια αναδημοσίευσης.

Starvation (1976)



Ο Γιάννης πήρε “τ’ όπλο” του – Γιάννης Σπάθας ζωντανά στο Κύτταρο


Αυτό που ζήσαμε την Τρίτη στις 24 Μαρτίου στο θρυλικό Κύτταρο Club δύσκολα μπορεί να καταγραφεί με τρόπο που να φανερώσει με ακρίβεια τη σημασία του. Πρόκειται για μία εμπειρία ευτυχίας και καλής μουσικής, που εμείς ήμασταν τυχεροί που τη ζήσαμε… τη ρουφήξαμε και γυρίσαμε αληθινά χαρούμενοι στα σπίτια μας.

Ένα ανώνυμο μήνυμα από ακροατή στο σταθμό μας με το νούμερο του τηλεφώνου του Γιάννη Σπάθα και τη σαφή παράκληση να τον καλέσουμε στον σταθμό μας υπήρξε η αφορμή για τη γνωριμία μας με αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο πρώτον και μοναδικό κιθαρίστα δεύτερον (να είσαι καλά, φίλε Frankie Albert, όπου κι αν βρίσκεσαι και σε ευχαριστούμε για πολλοστή φορά). Πρώτα ήρθε στο στούντιο του NGradio για μία απολαυστική συνέντευξη και την Τρίτη όλοι μας συναντηθήκαμε στο Κύτταρο.

Οπαδοί των Socrates Drank The Conium όλων των ηλικιών γέμισαν το μαγαζί. Μαζί με τον Γιάννη Σπάθα, πάνω στη σκηνή ήταν η Μαρκέλλα Παναγιώτου στη φωνή και ο Μάκης Γιούλης στα ντραμς, οι οποίοι υπήρξαν σταθερά στο συγκρότημα από το 2002 μέχρι το 2010, ο Άκης Τουρκογιώργης με τη δυνατή Stratocaster του και ο Λεωνίδας Φιλίντας στο μπάσσο και τα φωνητικά.  Η Μαρκέλλα Παναγιώτου τραγούδησε τα περισσότερα τραγούδια στη θέση του Αντώνη Τουρκογιώργη, που δυστυχώς δεν ήταν εκεί. “Κανείς δεν μπορούσε να τραγουδήσει τα τραγούδια στον τόνο του Αντώνη παρά μόνο η Μαρκέλλα”, μας είχε πει ο Άκης Τουρκογιώργης  στη συνέντευξη που μας έδωσε μία μέρα πριν από τη συναυλία.

Queen of the Universe (1976)



Ο Γιάννης Σπάθας είναι ένας κιθαρίστας που με το παίξιμό του “ανασταίνει” μιαν ολόκληρη μουσική εποχή, την εποχή που οι Eric Clapton, John Mayall, Jimi Hendrix, Jimmy Page και άλλα “θηρία” της ηλεκτρικής κιθάρας ανακάλυπταν νέες διαστάσεις στο παίξιμο αυτού του μαγικού οργάνου και χάραζαν νέους δρόμους στην παγκόσμια μουσική σκηνή. Έχει το ταλέντο, τη γνώση, τα βιώματα, τον ήχο, το ύφος, την τεχνική και τα κατάλληλα όργανα που απαιτούνται για να το κάνει! Το μεγαλείο όμως αυτού του Έλληνα μουσικού έγκειται στο ότι τελικά το παίξιμό του είναι προσωπικό, μοναδικό και αναγνωρίσιμο καθώς “πάντρεψε” όλη αυτή την παράδοση της ηλεκτρικής κιθάρας της δεκαετίας του ’70 με τα δικά του ελληνικά ακούσματα, αποκτώντας εντελώς δική του μουσική ταυτότητα, ελληνική, μοναδική και ανεπανάληπτη. Όλα αυτά επιβεβαιώθηκαν μέσα μας για μιαν ακόμα φορά ακούγοντάς τον ζωντανά να παίζει το "Mountains" και το "Starvation" από το άλμπουμ Phos του 1976, καθώς και τα "Queen of the Universe", "The Bride", "Time of Pain".

Mountains (1976)



Όρθιος, τέρμα αριστερά στη σκηνή, με μία γεμάτη παρουσία και με την κόκκινη αμερικάνικη Stratocaster του ’70, ο Σπάθας μας χάρισε τα "Red House", "Purple Haze", "Foxy Lady" του Jimi Hendrix. Δεν θα μπορούσε να λείπει ο Hendrix από το ρεπερτόριο μιας και το παίξιμό του ήταν εκείνο που ξεσήκωσε τον νεαρό τότε Γιάννη να ασχοληθεί με την κιθάρα. “Περιμέναμε να παίξει ο Γιάννης Πετρίδης στην εκπομπή του τότε το "Purple Haze" για να το ακούσουμε”, μας είπε στη συνέντευξη. Και όταν ο Άκης Τουρκογιώργης στο μικρόφωνο διηγούνταν τις παιδικές του αναμνήσεις λέγοντας ότι ρωτούσε τον Γιάννη πώς να μάθει να παίζει κι εκείνος έτσι, είπε χαρακτηριστικά ότι "ο Γιάννης μου απάντησε  να μάθω να παίζω… "και έρχεται ο Σπάθας στο μικρόφωνο και απάντησε ο ίδιος ” το "And The Wind Cries Mary” (το άσμα του Hendrix).

Από το άλμπουμ Breaking Through των Socrates του 1981, ακούσαμε το "Born Again" και το "Fallen Angel" , από το θρυλικό άλμπουμ On The Wings που κυκλοφόρησε το 1973 ακούσαμε το "Destruction" και από το Waiting For Something του 1980 τα "Lady" και "Mr WC".

Στο set list της βραδιάς με τον Γιάννη Σπάθα ακούσαμε επίσης τα "Further Up The Road" και "Ain’t Nobodys Buisness" (δεν παίζονται αυτά το κομμάτια πια! ήταν μεγάλη η έκπληξη που μας τα χάρισε).

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι υπεύθυνος για τη συναυλία αυτή ήταν ο Άκης Τουρκογιώργης. Εκείνος πρότεινε στον Γιάννη Σπάθα και τον έπεισε να πραγματοποιηθούν οι δύο αυτές συναυλίες στο Κύτταρο (Παρασκευή 06/2 και Τρίτη 24/3). Μας είπε στη συνέντευξη πως ο Γιάννης δεν πίστευε οτι θα μαζευόταν τόσος κόσμος, κάτι που μας εξέπληξε φυσικά!

Μεγάλη ικανοποίηση μας χάρισε στο πρώτο  μέρος της συναυλίας ο Άκης Τουρκογιώργης και οι Blue Airways με τα τραγούδια του από το CD Three Days Of 1969, τα "I’m a Man" και "Get It All" . Καταπληκτικός κιθαρίστας ο ίδιος, συγκλονιστικός παίκτης ο Μάκης Γιούλης στα ντραμς και ο Λεωνίδας Φιλίντας πολύ δυνατός στο μπάσσο και τα φωνητικά. Το τρίο έπαιξε επίσης τα "Aqualung" των αγαπημένων του Άκη Jethro Tull, "Bad Reputation" των Thιn Lizzy, "What’s Going On" του Rory Gallagher, "Little Wing" του Jimi Hendrix, "Down To The Waterline" των Dire Straits, "I Shot The Sheriff" πάνω στην εκτέλεση του Eric Clapton, "Killer" των Socrates και τέλος το "Layla" του Eric Clapton.

Killer (1976)



Όσοι παρευρέθησαν στο Κύτταρο στις δύο αυτές συναυλίες, ήταν πραγματικά τυχεροί και όλοι μας επιβεβαιώσαμε την αξία του μεγάλου κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα, ο οποίος, μαζί με τις συνθετικές του δημιουργίες και συνεργασίες με τα μεγαλύτερα ονόματα της Ελληνικής μουσικής σκηνής, είναι μία από τις σημαντικότερες μουσικές προσωπικότητες της χώρας μας, αναγνωρισμένος και από μεγάλους μουσικούς του εξωτερικού. Για τους νεότερους, είναι μία πολύ καλή ευκαιρία, αν δεν γνώριζαν μέχρι τώρα τους Socrates Drank The Conium, να τους ακούσουν και να τους μελετήσουν.

Κρατάμε μέσα μας τη χαρά της γνωριμίας μας με τον Γιάννη Σπάθα και πρώτα ο Θεός, όπως ο ίδιος μας είπε, τον Μάιο θα τον έχουμε και πάλι κοντά μας.


O Γιάννης Σπάθας με τα παιδιά του NG Radio

Ευχαριστούμε Γιάννη Σπάθα για την προσφορά σου!

ΧΑΡΟΥΛΑ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019






GANDALF



Take the Trip...




Αξίζει οι Gandalf  να χαρακτηριστούν μία από τις σημαντικότερες ψυχεδελικές μπάντες της μαγικής εποχής στα τέλη της δεκαετίας του '60; Διαβάστε, ακούστε και κρίνετε. Κάντε το ταξίδι σας...


Days Are Only Here and Gone (2007)


Gandalf (Capitol ST 121) 1/69




Αυτό το γκρουπ έχει ένα εφευρετικό άλμπουμ που συνδυάζει ορίτζιναλ υλικό με μοναδικές εκδοχές παλαιού υλικού, συμπεριλαμβανομένης μίας τρυφερής βερσιόν του "Scarlet Ribbons", που θα μπορούσε να φέρει στην μνήμη το πρωτότυπο. To "Golden Earrings" και το "Nature Boy" είναι άλλα oldies που θα μπορούσαν να παιχτούν από ραδιοφωνικούς σταθμούς ποικίλων μουσικών γενών. Το "I Watch the Moon" και το "Can You Travel in the Dark Alone?" είναι ανάμεσα στα κορυφαία ορίτζιναλ κομμάτια. Το "You Upset the Grace of Living" είναι άλλο ένα διαμαντάκι.

Can You Travel in the Dark Alone? (1969)



Στις μπάντες που εστιάζουν σε διασκευές συχνά λείπει η ταυτότητα, αλλά αυτό δεν αφορά με τίποτα αυτή την μπάντα. Αν και μόνο δύο από τα δέκα τραγούδια είναι ορίτζιναλ, οι Gandalf έχουν ένα δυνατό ήχο, που αναμιγνύει τα στοιχειωτικά φωνητικά του Peter Sando με βαριές, πολύπλοκες συνθέσεις στα keyboards και μία παραγωγή που έχει εύστοχα χρησιμοποιήσει το εφέ της ηχούς για να παρουσιάσει μία στοιχειωτική, πειστική εμπειρία.

Golden Earings (1969)



Το υλικό που χειρίζονται ποικίλει από παλαιά στάνταρ ("Golden Earrings" / "Scarlet Ribbons") σε τρία με εκθαμβωτικό τρόπο διασκευασμένα τρακς του Tim Hardin, ενώ η ψυχεδελική μεταχείριση του "Nature Boy" είναι μία αποκάλυψη, ολοκληρωμένη με ένα πρώτης τάξεως fuzz σόλο, που συναγωνίζεται οποιοδήποτε τρακ (από οποιονδήποτε) έπαιξε εκείνη την περίοδο. Tα δύο ορίτζιναλ του Sando, το ανατριχιαστικό "Can You Travel in the Dark Alone?" και το βροντερό "I Watch the  Moon" είναι επίσης υπέροχα.

Never Too Far (1969)



Στο πρώτο άκουσμα το άλμπουμ μπορεί να μοιάζει ρηχό και γλυκανάλατο, αλλά μην ξεγελιέστε.
Προσωπικά έχω ακούσει το άλμπουμ τόσο συχνά όσο οτιδήποτε έχω αναφέρει σε αυτό το μπλογκ και ποτέ δεν με κούρασε. 

Nature Boy (1969)



Και αλήθεια είναι το άλμπουμ με το πιό όμορφο εξώφυλλο που ξεπήδησε από την Αμερικανική ψυχεδελική σκηνή; Στην πραγματικότητα ολοκληρώθηκε για να κυκλοφορήσει (σαν Gandalf & the Wizards) στα μέσα του 1968, αλλά η κυκλοφορία του καθυστέρησε για αρκετούς μήνες. Ένας μικρός αριθμός από κόπιες που παίζουν τα κομμάτια σε διαφορετική σειρά έμεινε στην επιφάνεια. Συμπερασματικά αυτό ήταν ένα λάθος. Λάθος που στοίχισε στην μπάντα.  Δύο από τα τρία τρακς του Hardin είναι πάρα πολύ όμορφα-το "Never Too Far" (με υπέροχη μελωδία υπογραμμισμένη από μία κιθάρα που "γρατζουνάει") και το "Hang on to a Dream" (του οποίου η νεο-κλασική δομή αντισταθμίζεται από ονειρικό, με βαριά αντήχηση όργανο).

Hang on to a Dream (1969)



Τα καλώς επιλεγμένα πριν την rock 'n' roll εποχή "Nature Boy" και "Golden Earrings" έρχονται με στυλ να αναβιώσουν, αλλά highlight για μένα παραμένει το "Can You Travel in the Dark Alone?" μία ευφυώς γευστική φέτα ψυχεδελικού φρούτου, με ένα ιδιαίτερα ταξιδιάρικο μπάσο. Ένα άλμπουμ τόσο καλό όσο θα μπορούσε να γίνει, από την μαγική εποχή των τελών της δεκαετίας του '60.

I Watch the Moon (1969)



Αν και (εγκληματικά) το μοναδικό άλμπουμ αυτής της υπέροχης μπάντας-δύσκολα εντοπιζόταν την περίοδο της κυκλοφορίας του-τελικά προσέλκυσε τους συλλέκτες, ώστε να ξεκινήσουν από το '90 οι επανεκδόσεις. 
Λίγα λόγια για την ιστορία του άλμπουμ τους: 
Οι Gandalf είχαν έδρα τη Νέα Υόρκη, αρχικά ονομάζονταν Rahgoos, και είχαν σχηματιστεί από τους Peter Sando, Frank Hubach, Bob Muller και Davy Bauer.  
Κάνοντας πολλές εμφανίσεις στα κλαμπ, γνώρισαν τους τραγουδοποιούς Garry Bonner και Alan Gordon, οι οποίοι τους έφεραν σε επαφή με τους παραγωγούς δίσκων Koppelman & Rubin. Οι K&R υπέγραψαν συμβόλαιο με το συγκρότημα το 1967 και αμέσως ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω σε ένα άλμπουμ για τη νεοσύστατη δισκογραφική τους εταιρεία Hot Biscuit Disc Company, η διανομή του οποίου θα γινόταν μέσω της Capitol. Οι K&R πρότειναν διάφορες αλλαγές ονόματος που δεν ταίριαζαν στο συγκρότημα. Ωστόσο, το γκρουπ τελικά αποφάσισε να παραιτηθεί από το όνομά του και την τοπική αναγνώριση των θαυμαστών του για να κατευνάσει τους K&R. Κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στο "Rolling Stone", ο ντράμερ Davey Bauer περνούσε την ώρα του διαβάζοντας το "The Hobbit" του Tolkien, ενώ τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος έψαχναν να βρουν ιδέες για το όνομα του γκρουπ. Ο Davey ρώτησε, "Τι θα λέγατε για το "Gandalf and the Wizards";". Τελικά έμεινε το Gandalf.
Όμως δυστυχώς το project του άλμπουμ καθυστέρησε και ετοιμάστηκε μετά τη λήξη της συμφωνίας διανομής της δισκογραφικής εταιρείας Hot Biscuit με την Capitol. Στο μεταξύ, το συγκρότημα έχασε την πίστη του στην εταιρεία και διαλύθηκε. Στη συνέχεια, οι K&R και η Capitol χώρισαν τους δρόμους τους με τη συμφωνία ότι δύο ακόμη δίσκοι LP θα κυκλοφορούσαν από την εταιρεία Capitol, και των Gandalf ήταν ο ένας από αυτούς. Το άλμπουμ τους κυκλοφόρησε τελικά στις αρχές του 1969, αλλά χωρίς να υφίσταται γκρουπ για να υποστηρίξει το σετ του άλμπουμ, δεν υπήρχε κίνητρο για την Capitol να το προωθήσει. Αυτό σίγουρα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί είναι ένα από τα πιο σπάνια κομμάτια στον κατάλογο της Capitol και γιατί η τιμή πώλησης των ορίτζιναλ αντιτύπων είναι υπερβολικά μεγάλη.
Γοητευμένος και εντυπωσιασμένος ο Sando, βλέποντας το ενδιαφέρον να μεγαλώνει δεκαετίες μετά την διάλυση της μπάντας του, αποφάσισε να δώσει demo ηχογραφήσεις αλλά και ακυκλοφόρητο υλικό από την περίοδο που το γκρουπ ήταν ενεργό.


Peter Sando

Έτσι προέκυψε ένας νέος δίσκος, που ονομάστηκε Gandalf 2 και κυκλοφόρησε από την Sundazed το 2007. Εδώ τα κομμάτια καταρχήν είναι γραμμένα από τον ίδιο τον Sando, ο οποίος αν και στο ντεμπούτο είχε συνεισφέρει μόνο δύο τρακς, εδώ όλα σχεδόν είναι γραφή δικιά του.

I Won't Cry No More (2007)



Το στυλ κινείται περισσότερο προς την folk πλευρά, αν και αρκετές φορές αισθάνεσαι ότι εξακολουθείς να ακούς το follow up τους, πίσω στο χρόνο. Ένα γκρουπ που χωρίς αμφιβολία θα μπορούσε να είχε χαράξει μία λαμπρή πορεία.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 2 Ιουλίου 2019



LILY & MARIA



Unknown Progressive Folk




Μιά φορά και ένα καιρό υπήρχαν δύο νέα κορίτσια που αισθάνθηκαν ότι είχαν κάτι απλό και όμορφο να πούν. Ήθελαν να μιλήσουν για την αγάπη, την μοναξιά, τον πόθο να αγγιχτούν από την ζωή. Το ντεμπούτο άλμπουμ τους που έμελλε να είναι και το μοναδικό είναι ένα πανέμορφο άλμπουμ δύο πανέμορφων ανθρώπων. Θα σας αγγίξει. Τον καθένα με τον τρόπο του.

Lily & Maria (Columbia CS 9707) 9/68





Πρόκειται για ένα σπουδαίο άλμπουμ. Ανθεκτικό στο επίμονο άκουσμα, είμαι πεπεισμένος γι'αυτό. Αν όχι, τότε πάει για ρεκόρ υποκριτικής. Όχι ότι υπάρχουν τίποτα βλακώδη τεχνικά εφέ ή εντυπωσιακά περάσματα. Αντιθέτως, μία από τις πιό αιχμαλωτιστικές στιγμές σε όλο το άλμπουμ βρίσκεται στην αρχή-αρχή του, όταν μία πολύ απλή κιθαρογραμμή δίνει το έδαφος σε μία φωνή που τραγουδάει απαλά, χωρίς την συνοδεία άλλων οργάνων.

I Was 





Το πρώτο κομμάτι (ή κομμάτια;) "Subway Thoughts / Everybody Knows", πιό ξεκάθαρα από κάθε άλλο τραγούδι, δείχνει σεβασμό στη γραφή και στο τραγούδισμα της Laura Nyro και της Janis Ian. Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος του τραγουδιού είναι μία εναλλαγή ανάμεσα σε μία "γρήγορη" Ian και μία "αργή" Nyro.

Subway Thoughts / Everybody Knows 





Το "I Was" υποστηρίζεται αρχικά από μία απλή κιθαρογραμμή αργότερα από βιμπράφωνο και κλαρινέτο. Η μελωδία ανέρχεται αργά, αποφασιστικά και ο ακροατής ανέρχεται μαζί με αυτήν...Η δεύτερη πλευρά, που λέγεται "Scatterings", δεν είναι τόσο αποφασιστικά λυπητερή. Το "Aftermath" είναι το πιό συμβατικό και το λιγότερο ενδιαφέρον κομμάτι στο δίσκο...Οι συνθέσεις είναι θαυμαστά απλές. Η παραγωγή είναι λίγο τσαπατσούλικη κατά την ένωση των κομματιών μεταξύ τους και στο τελείωμα.

Aftermath 





Και οι δύο κοπέλες έχουν ευχάριστες φωνές, κάποιοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι η "ευαισθησία" που αποπνέει το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι υποκριτική, πράγμα με το οποίο προσωπικά δεν συμφωνώ. Αυτές οι Νεουορκέζες έφηβες κοιτάζουν επίμονα και σοβαρά από το εξώφυλλο του άλμπουμ τους. Ένα κοίταγμα που περιγράφει τέλεια την μουσική τους. Τα τραγούδια προσφέρουν μία δυναμική προοπτική του να μεγαλώνει ένα κορίτσι στην Αμερική του '60, με κάποιες αξιοσημείωτα ειλικρινείς και προσωπικές δηλώσεις. Το κομμάτι που ανοίγει "Subway Thoughts / Everybody Knows" αρχίζει με μόνο μία κιθάρα και φωνή, πριν γρήγορα ντραμς που "χάνονται" μιμηθούν τον ήχο που κάνει ο υπόγειος σιδηρόδρομος καθώς εισέρχεται στον σταθμό και αναλάβει δυνατή rock καθώς τραγουδούν με πάθος στίχους όπως: "When you're looking at life through a broken window / You don't need anybody to tell you how the wind blows".

Morning Glory Morning 





Μετά έρχεται το εύθραυστο, απόλυτα υπέροχο "I Was", ένα τόσο ήρεμο τραγούδι, όσο μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι υπάρχει (η Maria  Neumann είχε εξηγήσει ότι "πρόκειται για εκείνες τις οξυμένες στιγμές της εμπειρίας όταν αισθάνεσαι πιό ζωντανός από ποτέ, αλλά επίσης λυπημένος επειδή αισθάνεσαι ότι δεν θα διαρκέσει. Στους στίχους αναφερόμουν στον καθένα που κάνει ταπεινά, διάφορα πράγματα για τους άλλους και βιώνει την ικανοποίηση ότι κάνει κάτι πολύ όμορφο, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα δεν πρόκειται να επηρεάσει τον ίδιο ποτέ". Άλλα highlights είναι το αιχμαλωτιστικό "Aftermath", (το οποίο περιγράφει τα ανάμικτα συναισθήματα ενός κοριτσιού το επόμενο πρωινό). Το ντελικάτο "Morning Glory Morning", το απροκάλυπτα σεξουαλικό "Melt Me"

Melt Me 





και το βαθυστόχαστο "Fourteen After One", το οποίο αντιπαραθέτει στίχους για την ταυτόχρονη γέννηση ενός μωρού με το θάνατο μίας γριάς γυναίκας, με αλληλοεπικαλυπτόμενες φωνές.

Fourteen After One




Πολλοί βρίσκουν τις "πυκνές" συνθέσεις ενοχλητικές, λόγω του ότι δεν σε αφήνουν να συγκεντρωθείς, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι προσθέτουν κάτι πολύ μεγάλο. Αυτό είναι ένα άλμπουμ που πρέπει να διασκεδάσετε ακούγοντάς το με τους δικούς του όρους. Απαιτείται ένας βαθμός συγκέντρωσης, εάν κάποιος δεν το βρίσκει υπερβολικά περίτεχνο ή πολυαγαπημένο (ένα σχόλιο που θα μπορούσε να απευθύνεται εξίσου στην Laura Nyro, την οποία το ντουέτο αποδεδειγμένα θαύμαζε πάρα πολύ). Είναι ένα μαγικό άλμπουμ δύο ευφυών, ευαίσθητων νέων ανθρώπων σε μία ταραγμένη φάση της ζωής τους και νομίζω ότι είναι ένα μοναδικό κλασικό άλμπουμ.

Ismene Jasmine 




Είναι δύσκολο να φανταστώ τέτοιο πράγμα να γίνεται σε τόσο μεγάλη εταιρεία σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Ας είναι καλά τα τέλη της δεκαετίας του '60. Η Columbia πρέπει να έχασε πολλά δολλάρια από όλο αυτό, όμως θεωρώ ότι άξιζε το κάθε σεντ.


Maria Neumann 

Αυτό το άγνωστο progressive folk άλμπουμ από ένα ντουέτο έφηβων κοριτσιών έχει μία σκοτεινή αίσθηση "μοχθηρίας" εξαιτίας της πολύ σοβαρής ατμόσφαιρας που σε βάζει, τις στοιχειωτικές σχεδόν νεκρικές συνθέσεις και ξέπνοα διστακτικά φωνητικά. Κάπου θυμίζει την δουλειά της Linda Perhacs, για την οποία μιλήσαμε εδώ, αν και δεν φτάνουν σε τέτοιο επίπεδο. Μου αρέσει πολύ, αλλά είναι ένας δίσκος που για να ακούσεις πρέπει να βρίσκεσαι σε μία ιδιαίτερη διάθεση.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019





OPO



Fine Dutch Folk




Έχουμε ξαναπεί ότι η Ολλανδία εκτός από την παραγωγή σπανίων ειδών τουλίπας φημίζεται και για την μουσική σκηνή της. Η μπάντα που έχουμε την χαρά να ακούμε παράγει πολύ πειστικά παραδοσιακή Αγγλική και Ιρλανδική folk. Ονομάζονταν OPO.

Sally Free and Easy (1975)




Η δεύτερη αναβίωση της folk που θέριεψε την δεκαετία του '60 έδωσε ζωή στην λεγόμενη contemporary folk. Και η εξέλιξη που ακολούθησε την ανάμιξή της με την rock, όπως ήταν φυσικό δεν συνέβη μονάχα στην Αγγλία και στην Αμερική. Όπως με τόσα άλλα γένη έτσι και με αυτό, δόθηκε έμπνευση σε μουσικούς άλλων χωρών να κινηθούν σε αυτό το χώρο σε τέτοιο σημείο που θα μπέρδευε κανείς τις χώρες που έπαιξαν παραδοσιακή Αγγλική folk. Ένα τέτοιο τρανταχτό παράδειγμα έχουμε αυτή την φορά.

Illusion and Reality (1975)




Όταν λέμε αναβίωση της folk εννοούμε το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την παραδοσιακή αυτή μουσική. Η πρώτη τέτοια αναβίωση συνέβη στην Αγγλική folk περί το 1890 έως 1920. Ο όρος folk στις αρχές του 21ου αιώνα κατέληξε να σημαίνει τον χώρο που κινήθηκαν μουσικά ο Αμερικανός Bob Dylan ή ο Σκωτσέζος Donovan. Με την λογική αυτή ολοκληρώθηκε και μία διαδικασία κατά την οποία με τον όρο folk music δεν εννοείτο μόνο η παραδοσιακή folk.

Don Oiche Ud Im Beithil (1975)




Στην πραγματικότητα μικρότερες, παρόμοιες αναβιώσεις συνέβηκαν σε άλλες χώρες και σε άλλους χρόνους, όμως ο όρος folk δεν χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τυπικά την νέα μουσική που δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια αυτών των αναβιώσεων. Αυτό το είδος της folk που φτιάχθηκε περιλαμβάνει αναμιγμένα γένη, όπως folk rock, folk metal κλπ. Η μπάντα που ακούμε παίζει ευήκοη folk Αγγλική και Ιρλανδική, χρησιμοποιώντας παραδοσιακά όργανα όπως Ιρλανδική άρπα, tin whistle, μαντολίνα και dulcimer, με ιδιαίτερη επιτυχία.

The Lowlands Of Holland (1975)




Ένα γκρουπ που συγκρίνεται με τους Tudor Lodge, καθώς γυναικεία και αντρικά φωνητικά αναμιγνύονται με μία καταπληκτική ονειρική αρμονία για να δώσουν ένα αποτέλεσμα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι: Μα πώς είναι δυνατόν Ολλανδοί να ακούγονται σαν τους Fairport Convention και τους Pentangle;

Twilight (1977)





Ένα δεύτερο άλμπουμ ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα. Το OPO 2 περιέχει παραδοσιακά folk τραγούδια, αλλά και κάποιες διασκευές όπως το Soho του Bert Jansch.

Soho (1977)




Μετά από αυτό το δεύτερο άλμπουμ η πολύ αξιόλογη αυτή μπάντα εξαφανίζεται, χωρίς να αφήσει ίχνη. Τα δύο υπέροχα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην Stoof, θεωρούνταν πολύ σπάνια από τους συλλέκτες του είδους.

Morning Song (1977)




Πίσω σε εκείνη την μαγευτική εποχή των John Renbourn, Bert Jansch και Ashley Hutchings,  φτιάχθηκαν πράγματι τρομερά πράγματα, όσον αφορά στην folk και folk rock, όμως βλέπουμε ότι αργότερα τα ίδια ή και διαφορετικά θέματα ακούγονται εξίσου καλά. Ή να τολμήσω να πώ καλύτερα;

OPO

Οι OPO ήταν οι:
Evert Elderson (φωνητικά, ακουστική κιθάρα, μαντολίνο, dulcimer, harmonium),
Theo harrewijn (φωνητικά, κοντραμπάσο, Irish harp, φλάουτο),
Han Schaeffer (φωνητικά, ακουστική κιθάρα),
Lenneke de Vries (φωνητικά, φλάουτο, tin whistle)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης