Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018


GRAHAM BOND

Lost British Invaders (Part 1)


Καθώς οι Cream " εφορμούσαν" στον κόσμο με το "White Room" και το "Sunshine of Your Love" στα τέλη του'60, λίγοι παρατήρησαν ότι τα δύο τρίτα του τρίο είχαν παίξει και ηχογραφήσει εκτενώς με μία άλλη μπάντα, που δεν είχε να κάνει καθόλου με μακρόσυρτα σολαρίσματα και με ψυχεδέλεια. Ο μπασίστας Jack Bruce και ο ντράμερ Ginger Baker μετείχαν στους the Graham Bond Organisation, ένα σκληρό blues/jazz/R&B σχήμα που τα δύο άλμπουμ τους, ποτέ δεν κυκλοφόρησαν στην Αμερική. Ενώ οι Bruce και Baker ανέβαιναν τα σκαλοπάτια του superstar status στους Cream, ο πρώην ηγέτης τους βρέθηκε θολωμένος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, χωρίς μπάντα, ανίκανος να κεφαλαιοποιήσει στην Αγγλική μουσική σκηνή, που τόσα είχε κάνει για να αναπτύξει.
Δεν έφτανε όμως το πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα, έγιναν ακόμα χειρότερα για τον Graham Bond, πριν πέσει στις ράγες του υπόγειου σιδηρόδρομου στο Λονδίνο το 1974. Οι εταίροι του ωστόσο, προτιμούν να μην θυμούνται έναν άνθρωπο που μπορούσε να γίνει βίαιος, φρικτός και αυτοκαταστροφικός. Μάλλον θα ήθελαν να θυμούνται την συνεισφορά ενός ηγέτη, που έκανε τόσα για να ανεβάσει τον πήχη της μουσικότητας στην Αγγλική rock στα μέσα του '60, αν και αποδείχθηκε ανίκανος να προσαρμόσει τη δουλειά του για εμπορική επιτυχία.

Baby Can It Be True (1965)


Πολύ μετά την διάλυσή τους οι Graham Bond Organization πλασαρίστηκαν σαν πρώτο jazz-rock γκρουπ και/ή το πρώτο supergroup. Υπάρχουν στοιχεία αλήθειας και στις δυό ταμπέλες, αλλά αυτά είναι υπεραπλουστεύσεις. Ως jazz μουσικοί προσαρμοζόμενοι στην R&B, το γκρουπ ανέβασε επίπεδο στην δεξιοτεχνία της Αγγλικής rock σκηνής. Το διαδραστικό στυλ των blues που έπαιζαν χαρακτηριζόταν από το δαιμόνιο organ του Bond, το έντονο ακέραιο μπάσο του Bruce και το jazz παίξιμο του Baker, με την jazz αύρα να παρέχεται από φευγαλέους αυτοσχεδιασμούς.

Babe Be Good to Me (1965)


Το να έχει ένα γκρουπ ένα κομμάτι στα chart ήταν απαραίτητο στα μέσα του '60 και ο Graham Bond δεν είχε κανένα. Τα τραχιά, "γρυλιστά" φωνητικά του ήταν ένα εμπόδιο. Ακόμα ένα ήταν ότι η μπάντα απλά δεν έμοιαζε με ποπ σταρς, με την φυσιογνωμία του Ginger Baker σαν πρώην κατάδικου, ένα φαλακρό σαξοφωνίστα και ένα υπέρβαρο Bond. Δύο πολλά υποσχόμενα άλμπουμ βγήκαν από τους Organisation το 1965. Αλλά o Bond έχασε για ένα ή δύο χρόνια την περίοδο στην οποία αυτά θα στήριζαν ολόκληρη καριέρα. Μη διαθέσιμα στην Αμερική, αυτά τα LP, περισσότερο σημειώνονται για την παρουσία των Baker και Bruce, μόλις πριν ενωθούν με τον Clapton και σχηματίσουν τους Cream. Η μουσική που έπαιξαν με τον Bond "φέρνει" λίγο στο heavy rock που έπαιξαν οι Cream, πράγμα που προξενεί έκπληξη δεδομένων των jazz ριζών του Bond. Μέχρι τις αρχές του '60, ο Bond αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους πιο υποσχόμενους jazz μουσικούς, παίζοντας alto σαξόφωνο σε ένα jazz LP των New Don Rendell Quintet.

The New Don Rendell Quintet - Bring Back The Burch (1961)


Όμως όλα τα Αγγλικά κλαμπ ήταν στο μέσο της μετάβασης από την jazz στην R&B και έτσι το 1963 ο Bond ηγήθηκε του δικού του γκρουπ. Η μετάβαση δεν ήταν χωρίς αναποδιές. Μια αρχειακή
ηχογράφηση από μια εμφάνιση του 1963 (στο Solid Bond) που επίσης παρουσίαζε ένα πολύ νεαρό John McLaughlin (Mahavishnu Orchestra) στην κιθάρα, δείχνει την μπάντα περισσότερο σαν jazz, παρά σαν R&B.

Graham Bond - Only Sixteen (1963)


Για λίγο έπαιξαν για τον Άγγλο τραγουδιστή Duffy Power, στο "I Saw Her Standing There" που ήταν μόλις η δεύτερη διασκευή του τραγουδιού των Lennon-McCartney.

Duffy Power with Graham Bond Organisation - I Saw Her Standing There (1963)


Το πέρασμα του McLaughlin από το γκρουπ ήταν σύντομο και το 1964 το γκρουπ έγινε κουαρτέτο. Bond, Bruce, Baker και ο σαξοφωνίστας Dick Heckstall-Smith που όλοι συμφωνούν ότι ήταν και το κλασικό line up του γκρουπ. Ο Bond επίσης, είχε αφοσιωθεί πολύ μέχρι τώρα στο organ, το οποίο έπαιζε εξάγοντας από αυτό απίστευτους τόνους, ενώ επιπλέον τραγούδαγε στο μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου τους. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του παιξίματός του μπορεί να ακούσει κάποιος στο σπάνιο single των the Who στην δεύτερη πλευρά, το "Waltz for a Pig". Αυτό το ορχηστρικό θέμα του 1966 αποδίδεται λανθασμένα στους the Who και έγινε καθώς οι the Who δεν μπορούσαν προσωρινώς να εισέλθουν στο στούντιο εξαιτίας μιας νομικής διαμάχης.

the Who - Waltz for a Pig (1966)


Το καλύτερο άλμπουμ τους παραμένει το πρώτο τους "The Sound of '65" συνδυάζοντας καλά
πολυφορεμένα R&B κλασικά στοχεύοντας στα απειλητικά φωνητικά του Bond και στις σκληροτράχηλες συνθέσεις του γκρουπ. Το There's a Bond Between Us (επίσης ηχογραφημένο το '65) ήταν ένα παρόμοιο αλλά λιγότερο αποτελεσματικό επακόλουθο άλμπουμ, αν και περιελάμβανε το καλύτερο blues-rock "Walkin' in the Park".

Walkin' in the Park (1965)


Με μπάντες όπως οι Rolling Stones, Yardbirds και Animals να φτάνουν στο ζενίθ τους, το να παιχτεί blues-rock στην Αγγλία ήταν φοβερά ανταγωνιστικό. Οι Organization δεν θα μπορούσαν να διακριθούν από την εικόνα τους όπως είπαμε, έπρεπε να στηριχτούν αποκλειστικά στην μουσική τους ταυτότητα. Ο Pete Brown ένας επίδοξος ποιητής/στιχουργός (και στα κλασικά των Cream "White Room" και "Sunshine of Your Love") θα συνεργαζόταν στενά με τον Graham στα τελευταία χρόνια και δίνει την δική του άποψη στο τι έκανε τους Graham Band Organization μοναδικούς. "Πρώτα απ' όλα δεν είχαν κιθάρες και ήταν πολύ περισσότερο επηρεασμένοι από την jazz. Υπήρχε μια τεράστια επιρροή από τον Ray Charles αλλά για να την ισορροπήσουν υπήρχε επίσης μια τεράστια επιρροή από τον Charles Mingus. Συν τη φανερή επιρροή από τον Jimmy Smith στο organ όπως και από τον Roland Kirk, πράγμα που τους έκανε πιο ευέλικτους μουσικά από κάθε άλλο γκρουπ εκείνης της περιόδου. Είχαν καλύτερα μουσικά κομμάτια και ήξεραν το δρόμο τους γύρω από τη μουσική πιθανόν καλύτερα από τους Stones ή τους Yardbirds. Οι μόνοι που ήταν εκεί που ήταν και οι Graham Bond Organization, ήταν οι Zoot Money, που επίσης προέρχονταν από την jazz και άκουσαν πολύ jazz και είχαν πολλά jazz προσόντα". Μια από τις λιγότερο γνωστές καινοτομίες του Graham είναι η χρήση του μέλοτρον στο δεύτερο LP της μπάντας There's a Bond Between Us, που σηματοδότησε μία από τις πρώτες χρήσεις του οργάνου σε άλμπουμ της rock. Ο Baker και ο Bruce είχαν ακόμα να αποκαλύψουν το πεδίο του ταλέντου τους, αλλά ο Pete Brown γρήγορα τονίζει ότι ο Bond βοήθησε τους συνεργάτες του περισσότερο από ότι τους εμπόδισε. "Ο Graham κατά πολλούς τρόπους ήταν ο μέντορας του Jack. Ήταν ο πρώτος που τραγούδησε ότι έπαιζε ο Jack. Άλλο ένα προσόν που είχε ο Graham ήταν ότι ενθάρυνε τους ανθρώπους. Ξέρω τις συνθήκες που ο Jack έκανε τα πρώτα solo φωνητικά σε δίσκο του Graham στην πραγματικότητα είχε είκοσι λεπτά να κάνει τρία τραγούδια στο The Sound of '65. Αλλά στον ίδιο χρόνο ο Graham σίγουρα απολάμβανε το ταλέντο του Jack και τον ενθάρρυνε να κάνει το βήμα και να τραγουδήσει. Δεν τον κράτησε πίσω. Δεν νομίζω ο Jack να επισκιάστηκε από τον Graham καθόλου. Ήταν η μπάντα του Graham, αυτός ήταν ο frontman. Αλλά μέσα από αυτό ήταν περήφανος που βρήκε τόσο καλούς μουσικούς και σίγουρα εξαιτίας του ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ το κοινό γι'αυτούς". Ο Duffy Power ανακαλεί τα λόγια του Brown: "Ήταν ο γκουρού, ήταν ο αρχιερέας (για τον Graham Bond). Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν τον ενθουσιασμό του. Είχε μια μουσική φιλοσοφία που ενέπνευσε στον Jack και στον Ginger. Ο Jack έπαιζε διπλό μπάσο τόσο σκληρά που γκρέμιζε γέφυρες. Είχαν τόση μεγάλη δύναμη που κανείς δεν είχε τότε".



Η γεναιοδωρία του Bond δεν εκτεινόταν σε σημείο να δώσει στον Bruce, που στα περισσότερα αυτιά ήταν πολύ πιο εκφραστικός τραγουδιστής, περισσότερα από περιστασιακά lead vocal στο στούντιο. Στο τέλος του '65 o Bruce έίχε εκδιωχθεί, όχι από τον Bond, αλλά από τον Baker που είχε τραβήξει μαχαίρι εναντίον του. Οι Organisation ήταν φανερά όχι οι πιο σταθεροί και η καριέρα τους τέλειωσε όταν ο Baker έκλεισε με τον Eric Clapton, ξαναφτιάχνοντάς τα με τον Bruce, με αποτέλεσμα τους Cream. Ο Bond κράτησε για λίγο τους Organisation με τον Heckstall-Smith και άλλους μουσικούς (με πιο σημαντικό τον Jon Hiseman, ντράμερ, που μετά θα έφτιαχνε τους Colosseum), πριν σταματήσουν το 1967, καθυστερούμενοι από την κατάχρηση ουσιών που έκανε ο Bond. O Graham είχε μόλις πάνω από πέντε χρόνια να ζήσει και θα έπαιζε και θα ηχογραφούσε πολύ μουσική. Όμως ποτέ δεν θα έπιανε την αρτιστική κορυφή του line up των Organisation στα μέσα του '60. Ακόμα δε χειρότερα, ξεκίνησε να κατρακυλά και να παρασύρεται στην θανάσιμη δίνη της κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών. Στην βιογραφία του Bond (The Mighty Shadow), ο Harry Shapiro, συγγραφέας
και δημοσιογράφος που έχει γράψει αρκετά βιβλία σχετικά με την κατάχρηση ουσιών στην pop (popular) μουσική, γράφει ότι o Bond συχνά έκανε κόλαση την ζωή του αλλά και όσων βρίσκονταν δίπλα του με την ανευθυνότητά του, τα σκαμπανεβάσματα της άγριας διάθεσης και την αυξανόμενη εμμονή με τον αποκρυφισμό. Ο Bond μετακόμισε στην Αμερική στα τέλη του '60 και ηχογράφησε δύο LP που λίγοι έχουν ακούσει, ένα από τα οποία με τον άσσο των ντραμς, session μουσικό Hal Blaine. Το '70 επέστρεψε στην Αγγλία όπου έκανε ένα σύντομο πέρασμα με τις μπάντες των πάλαι ποτέ συνεργατών του Bruce και Baker και ηχογράφησε ένα άλμπουμ με τον Pete Brown.

Bond + Brown ‎– Two Heads Are Better Than One (1972)


Οι επαγγελματικές του δραστηριότητες πάγωσαν, όπως και οι φιλίες του και η υγεία του επιδεινώθηκε πολύ, ήταν τότε που διέπραξε την αποκρουστική αυτοκτονία του στις 8 Μαίου του 1974, στον υπόγειο σταθμό του Finsbury Park. Για την κατακόρυφη περιδίνηση και πτώση του Bond, ο Brown θεωρεί ότι "τα γκρουπ με μακροπρόθεσμες μουσικές σχέσεις, τείνουν να έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα. Οι Stones, o Sly, ας πούμε είχαν τα καλύτερα αποτελέσματα δουλεύοντας πολύ καιρό μαζί και μπορούσαν να προσφέρουν κάτι "φρέσκο" ενώ παράλληλα έβρισκαν στοιχεία για βελτίωση. Και ο Graham ποτέ στ'αλήθεια δεν είχε την ευκαιρία αυτή μετά τους Organisation. Που ήταν κρίμα". "Είναι η γνωστή ιστορία. Η Αγγλική επιχειρηματικότητα που φοράει παρωπίδες με την έλλειψη ενδιαφέροντος για θέματα που θα μπορούσαν να πήγαιναν πολύ καλά σε βάθος χρόνου" λέει ο Duffy Power. "To θέμα ήταν ότι ο Graham ήταν σαν παιδί. Ήθελε να κάνει τα πάντα, μαζί και τα ναρκωτικά, ήταν εχθρός του ίδιου του εαυτού του". Για όλα αυτά ο Graham Bond ήταν ένας άνθρωπος που εκμαίευσε τον έπαινο του Brown. "Πραγματικά σκέφτομαι ότι για τους μουσικούς ο Graham ήταν, όπως ήταν οι Beatles για το κοινό. Τόσο σημαντικός. Ο καθένας θα πήγαινε να τον δει. Άνθρωποι σαν τον Keith Emerson και τον Jon Lord, που είχαν τεράστια επιτυχία μέσα από τις ιδέες, την παρουσία και την επιρροή του Graham".


Οι Graham Bond Organisation ήταν πιθανόν το πιο θαυμαστό γκρουπ, λόγω της μουσικής τους τελειότητας και της άποψης για τους κανόνες της pop μουσικής, που προφανώς δεν ήταν μέλη της.

ΛΟΙΠΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Love Is the Law - Graham Bond (1969)
Mighty Grahame Bond - Graham Bond (1969)
Solid Bond - Graham Bond Organisation (1970)
Holy Magick - Graham Bond (1970)
We Put Our Magick on You - Graham Bond (1971)
Live at Klooks Kleek (1971)
Bond in America (1971)
This Is Graham Bond (1971)
Two Heads Are Better Than One (with Pete Brown, 1972)

Βασίλης

Σάββατο 14 Απριλίου 2018



the BEAU BRUMMELS

Two-Shot Wonders?


Ένας από τους σκοπούς της ακαδημαικής ανάλυσης της ιστορίας της rock μουσικής είναι να διαψεύδει τις λανθασμένες υποθέσεις που γίνονται από rock συγγραφείς αλλά και ακροατές. Ένα από τα πιο κοινά τέτοια λάθη που γίνονται, είναι ότι τα rock γκρουπ που είναι γνωστά για ένα ή δύο single, συγκεντρώνουν όλη την τέχνη τους γύρω από αυτά τα single και τίποτα δεν αξίζει περαιτέρω τα χρήματα και το χρόνο κάποιου. Αυτό είναι στην πραγματικότητα σωστό εν μέρει για πολλούς τέτοιους καλλιτέχνες, όμως σε κάποιες περιπτώσεις το θέμα είναι ότι αυτά τα single, είναι η κορυφή του παγόβουνου που από κάτω κρύβει ένα τεράστιο όγκο ποιοτικής δουλειάς, συμπεριλαμβανομένων άλμπουμ αλλά και solo παραγωγών, που ποτέ δεν έλαβαν την έκθεση που άξιζαν. Οι Beau Brummels είχαν δυο μεγάλα χιτ, για τα οποία θα τους θυμούνται οι άνθρωποι, ιδιαίτερα το πρώτο τους το "Laugh, Laugh". Και επίσης θα μείνουν στην μνήμη σαν ένα από τα πρώτα-πρώτα Αμερικανικά γκρουπ που αντέγραψαν επιτυχώς τον εισαγόμενο από την Αγγλική εισβολή ήχο. Στην πραγματικότητα όταν το τραγούδι πρωτοβγήκε στον αέρα πολλοί ακροατές απλά υπέθεσαν ότι οι μουσικοί είναι Άγγλοι, που με το "ψωνισμένο" όνομα και τις μελωδικές αρμονίες έφερναν στο μυαλό Beatles, Kinks και άλλα Αγγλικά γκρουπ που έκαναν χιτ στα μέσα του '60.

Laugh Laugh (1965)


Θα μπορούσες να πεις ότι λίγες μπάντες υπήρξαν που αντιμετωπίστηκαν πιο ωμά από την συμβατική rock ιστορία από ότι αυτοί. Ήταν το πρώτο σημαντικό γκρουπ του Σαν Φραντζισκο που οι γλυκόπικροι τόνοι του έστρωσαν τον δρόμο για τα folk-rock και ψυχεδελικά γκρουπ, καθώς και για την εθνικής εμβέλειας έκρηξη που ακολούθησε. Ήταν γενικά ένα από τα πρώτα γκρουπ, παγκόσμια που έπαιξαν folk-rock, πριν ακόμα και από τους Byrds. Μερικά χρόνια μετά το εμπορικό τους ξεκίνημα, βοήθησαν το πρωτοπόρο country rock. Διέθεταν έναν από τους καλύτερους lead singers της rock, όμως και αυτός που έγραφε τα τραγούδια τους τύχαινε να είναι ένας από τους πιο υποτιμημένους συγγραφείς. Δεν είχαν μόνο τα δύο κλασικά χιτ, είχαν άλμπουμ ποιότητας, συχνά εξαιρετικά, μερικά από τα οποία δεν είδαν το φως της δημοσιότητας μέχρι το 1990. Η ιστορία τείνει να ξεχάσει τα περισσότερα από όλα αυτά, μειώνοντάς τους σε υποσημείωση ή σχεδόν σε μια καινοτόμα περίπτωση γκρουπ που ξεγέλασε τους ακροατές κάνοντάς τους να νομίζουν ότι ήταν μια Αγγλική μπάντα πριν καλύτερες μπάντες από το Σαν Φραντζίσκο ή αλλού λάβουν θέση στο μουσικό τραπέζι της εποχής. Η καμπάνια για την αποκατάσταση της φήμης τους ωστόσο, δεν θα ηγηθεί από κανέναν από τους δύο πυλώνες του γκρουπ, τον τραγουδιστή Sal Valentino και τον κιθαρίστα/συγγραφέα Ron Elliott, που και οι δύο είναι χαμηλών τόνων, σε σημείο να θεωρείται κουσούρι, σχεδόν να αυτο-δυσφημούνται για την μουσική που έκαναν μαζί το '60. Όταν ξεκίνησαν να ηχογραφούν το 1964, υπήρχαν μερικές μόνο rock μπάντες στο Σαν Φραντζίσκο που έγραφαν και τραγουδούσαν δικό τους υλικό. Όποιο "νεύρο" υπήρχε στην τοπική μουσική σκηνή τότε,οφειλόταν στις ρηξικέλευθες προσπάθειες του Tom Donahue, που ήταν DJ στον σταθμό KYA. Με τον συνεργάτη του Bob Mitchell, έφτιαξαν την εταιρεία Autumn Records για να ηχογραφήσουν τοπικές μπάντες. Με την έλευση των Beatles στην Αμερική, όπως και οι περισσότερες εταιρείες, έτσι και αυτοί γύρευαν μια Αμερικανική απάντηση στην Αγγλική εισβολή. Και ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να σκοντάψουν πάνω στην πρώτη καλή μπάντα των the Beau Brummels. Όπως οι πρώιμες φωτογραφίες τους μαρτυρούν, κανένας τους δεν είχε το στυλ μαλλιών των Beatles. Είχαν ωστόσο κάποια προσόντα που λίγες άλλες Αμερικανικές μπάντες είχαν εκείνη την εποχή. Ο κιθαρίστας τους Declan Mulligan είχε μεταναστεύσει από την Ιρλανδία στην Αμερική στις αρχές του '60. Αλλά ακόμα ένα ακόμη ισχυρότερο "όπλο¨ ήταν αυτός που κυρίως έγραφε τα τραγούδια τους, ο Ron Elliott, ο οποίος είχε το χάρισμα να γράφει τραγούδια που ακούγονταν σαν τους Beatles στις πρώιμες, πιο folk προσπάθειές τους όπως το "I'll Be Back" ή το "Things We Said Today" ή το "I'll Follow the Sun", χωρίς να ακούγονται σαν να έχουν ξαναπαιχτεί. O Elliott παραδόξως λίγο ενδιαφέρον είχε για την rock μέχρι που οι Beau Brummels σχηματίστηκαν. Οι επιρροές του ήταν θεατρικοί συνθέτες όπως ο George Gershwin, o Jerome Kern, oι Ρodgers and Hammerstein καθώς και η country μουσική του Lefty Frizzell. "Δεν άκουγα ποτέ αλήθεια δημοφιλή μουσική, μέχρι που αρχίσαμε να φτιάχνουμε την μπάντα μας. Το πρώτο πράγμα που άκουσα όταν άνοιξα το ράδιο να ακούσω μουσική ήταν οι Four Seasons. Και έκλεισα το ράδιο και έγραψα το "Laugh Laugh". Τώρα βέβαια αυτό κάθε άλλο παρά Four Seasons ακούγεται ή σαν Gershwin. Περισσότερο σαν Beatles ακούγεται με τις επιδέξιες εναλλαγές σε μινόρε και ματζόρε συγχορδίες, την απόκοσμη φυσαρμόνικα και τις βαθιές φωνητικές αρμονίες. To "Laugh Laugh", αλλά και ό,τι θα ηχογραφούσαν οι Beau Brummels τα επόμενα δυο χρόνια δεν ήταν απλά μια φωτοκόπια των τεσσάρων φανταστικών. Ήταν μια υπερβολή ποθητής μελαγχολίας, υπογραμμισμένης από λυπητερές μελωδίες και τεταμένες αρμονίες που έκαναν την μπάντα αμέσως αναγνωρίσιμη και την απομάκρυναν από τις στρατιές των φωτοαντιγράφων των Beatles που ξεπετάγονταν και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ήταν επίσης η τρεμάμενη, αλλά γεμάτη φωνή του Sal Valentino, ενός από τους λίγους τραγουδιστές που ήταν ικανός να τραγουδά με την ίδια αντήχηση στο χαμηλό ρετζίστρο, όσο στις ψηλές του νότες. Βοηθούμενο, το πιο πιθανόν, από την (κατανοητή) αντίληψη μιας μεγάλης μερίδας κοινού ότι ήταν μια Αγγλική μπάντα, το "Laugh Laugh" ανέβηκε στο νο15 στα Εθνικά charts αρχές του '65. Το Introducing the Beau Brummels, που την παραγωγή έκανε ο νεαρός Sly Stone (lead singer των Sly and the Family Stone), αποτελούνταν από πρωτότυπα κομμάτια του Elliott και υπαινισσόταν το βάθος ενός γκρουπ, που μόλις ξεκίναγε να στέκεται στα πόδια του. Το εκκολαπτόμενο "They'll Make You Cry" ήταν ένα εμβρυικό folk-rock με μια αξιόλογη ακουστική κιθάρα και μοναχική φυσαρμόνικα, ενώ το "Not Too Long Ago" πρόδιδε το χρέος του Elliott στην country μουσική με τον περιγραφικό του τόνο και τις κλειστές αρμονίες/συγχορδίες. Το άλμπουμ είχε επίσης το δεύτερο και μεγαλύτερο χιτ τους "Just a Little", το οποίο έφερε στο εναρκτήριο folk-rock στυλ τους την ωριμότητα. Συστηνόμενο από μια κιθάρα που σε στοιχειώνει και ανοδικές μινόρε συγχορδίες, εκρήγνυται με την ξεσηκωτική χορωδία και με τρεμοπαίζουσες ηλεκτρικές κιθάρες συνδυάζει τα καλύτερα από folk και rock μουσική.
Με τα φωνητικά να μπλέκουν με ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες εκτιμάται σαν την επίσημη γέννηση της folk-rock και συχνά προσάπτεται σε απομίμηση των Byrds στο "Mr. Tambourine Man", το οποίο όμως εισήλθε στα charts ένα μήνα μετά το "Just a Little".

Just a Little (1965)


O Roger McGuinn (Byrds) πάντως δεν είχε και την καλύτερη γνώμη για τους Brummels λέγοντας ότι έχουν ένα μικρό πρόβλημα να τραγουδάνε μέσα στον τόνο. O Elliott βλέπει την ταμπέλα folk-rock που επισυνάφθη σε κάποιες ηχογραφήσεις τους ως προιόν ατυχήματος παρά σαν αξιολόγηση της μουσικής τους. "Είχαμε μόνο ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, έτσι κάθε ευκαιρία που είχαμε ήταν να προσπαθούμε να προσθέτουμε κάποια ποικιλία. Δεν μπορούσαμε να παίξουμε με διαφορετικά στυλ επειδή ο καθένας μας είχε περιορισμένες ικανότητες συμπεριλαμβανομένου και εμένα". Δεν ήμασταν επαγγελματίες κατ'αυτή την έννοια, να μπορούμε να παίζουμε από ένα στυλ σε άλλο ή κάτι τέτοιο. Ο μόνος μας τρόπος για διαφοροποίηση ήταν να βάλουμε φυσαρμόνικα στο κομμάτι. Έπρεπε να απλοποιήσω την μουσική μου, να την κάνω απλούστερη ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε τον ήχο δημοφιλή. Δεν ήμασταν μουσικοί πρώτης κατηγορίας. Ήμασταν όμως απλοί και ατόφιοι. Κι όταν έχεις μια τέτοια σύνθεση, πάντοτε ακούγεται folky γιατί δεν έχει κάτι πάνω της να ξεχωρίζει με την λάμψη του". Ο Sal Valentino από την μεριά του αισθάνεται ότι οι Byrds κατείχαν την folk καλύτερα από αυτούς. "Δεν ξέρω αν ο Elliott την ήξερε επίσης τόσο καλά". Μια μεγάλη ώθηση στις πρώιμες ηχογραφήσεις τους ήταν ο παραγωγός Sly Stone, μόλις είκοσι και κάτι χρόνων τότε. Λαμβάνοντας υπόψη τι έγινε με τους Family Stone, ίσως ήταν δύσκολο να φανταστεί τις κραυγαλέες, ψυχεδελικές, πιασάρικες απομιμήσεις της Αγγλικής εισβολής και της πρώιμης folk-rock. Ο Elliott ωστόσο νομίζει ότι κράταγε δεμένο το γκρουπ τους. "Ήταν ο πιο ταλαντούχος μουσικός στο δωμάτιο. Ήταν απόλαυση, ήταν διασκέδαση να είσαι μαζί του. Θα χόρευε στο στούντιο καθώς εμείς παίζαμε. Θα έπαιζε επίσης πολύ, γνώριζε πολύ πράγμα. Η επιρροή του ήταν πολύ θετική. Και εκείνο τον καιρό ήταν με πολύ καθαρή σκέψη". Εκ των υστέρων θα συμβουλεύονταν να αποκλείσουν ένα υπέροχο τραγούδι του Elliott το "Sad Little Girl" σαν το τρίτο τους single. "Θα μπορούσε να είναι πανίσχυρο τραγούδι" λέει ο Elliott. Ο Valentino δεν είναι σίγουρος για το λόγο της απόρριψης του κομματιού, αλλά τελικά το τραγούδι βγήκε εκτός για το χαμηλότερων τόνων "You Tell Me Why", ένα κομμάτι που νόμιζε ότι θα ήταν επίσης τέλειο. Τελικά μπήκε στα top 40 και ακολούθως έκανε πτώση στις πωλήσεις.

You Tell Me Why (1965)


Μουσικά οι Beau Brummels συνέχιζαν να ωριμάζουν κατά την διάρκεια του 1965, όπως αποδεικνύεται από το δεύτερο άλμπουμ τους, με τον όχι και τόσο ευφάνταστο τίτλο Volume 2. Επιπροσθέτως του "You Tell Me Why", περιελάμβανε το "Don't Talk to Strangers", το οποίο ήταν πολύ κοντά στο τραγούδι "The Bells of Rhymney" των Byrds. Το "I Want You" επίσης ήταν κοντά στα folk-rock ακούσματα, από ότι οι πρώιμες ηχογραφήσεις τους. Ενώ δεν ήταν και τόσο καλό άλμπουμ, όσο αυτά των Byrds του '65 και '66, το Volume 2 δεν ήταν και πολύ χειρότερο, αν και η εμπλοκή του Sly Stone είχε μειωθεί αισθητά σε σημείο που Elliott και Valentino να μην θυμούνται παραγωγό.
Don't Talk to Strangers (1965)


Η έλλειψη σταθερής παραγωγής στο Volume 2 ήταν ενδεικτική μιας γενικής φθοράς του γκρουπ το 1965, σε όρους δουλειάς, αν όχι και σε μουσικούς όρους. Γύρω στα μέσα του χρόνου, ο Dec Mulligan φεύγει, μειώνοντας την μπάντα σε κουαρτέτο. Ο Ron Elliott είχε διαβήτη με αποτέλεσμα οι περιοδείες του γκρουπ να καθίστανται δύσκολες, ιδιαιτέρως τον καιρό εκείνο, που συχνά λίγο ενδιαφέρον υπήρχε για την συνέχιση της καριέρας ενός one-or two-hit γκρουπ από μάνατζερ ή δισκογραφικές. Έτσι οι Brummels έπρεπε να νοικιάζουν αντικαταστάτες για τις περιοδείες τους, αν και ο Elliott συνέχιζε να παίζει σε όλες τις στούντιο ηχογραφήσεις. Επίσης η Autumn Records γινόταν ολοένα και πιο αδιάφορη στο να προμοτάρει αυτούς αλλά και οποιονδήποτε άλλον. Φήμες ήθελαν τα αφεντικά της εκείνο τον καιρό να ξοδεύουν τον χρόνο και τα χρήματά τους περισσότερο στις ιπποδρομίες. Παρά τον αναβρασμό, ο Elliott συνέχισε να γράφει με ταχύτητα. Οι Beau Brummels ήταν μόνο ενάμιση χρόνο στην Autumn, όμως ο Elliott είχε βγάλει περισσότερες από σαράντα συνθέσεις και μόνο μισές περίπου μπήκαν στα δυο πρώτα LP τους. Τραγούδια όπως το "I Grow Old" και το "Gentle Wandering Ways" κινήθηκαν σε πιο σκοτεινά, περίπλοκα και φιλοσοφικά μονοπάτια του μυαλού από ότι τα πρώιμα τραγούδια του. To πιο λαμπερό "Dream On" είχε ωραιότατες αρμονίες που υπαινίσσονταν καθαρά country-rock, μια μίξη που θα ήθελε δύο ή τρία χρόνια για να μπει σε "ταμπέλα" από τα μέσα της εποχής. Όλα αυτά τα τραγούδια θα μπορούσαν κάλιστα να μπουν σε ένα τρίτο άλμπουμ και ο Valentino πίστευε πως θα μπορούσαν να έχουν μια μίξη "σκοτεινού" και πιο "λαμπερού" υλικού. Επιπρόσθετα ο Valentino ξεκίνησε να γράφει ποιοτικά τραγούδια όπως το "Love Is Just a Game", "This Is Love" και "Hey Love", που θύμιζαν έντονα Elliott στην μελωδία και στον τόνο αν και περισσότερο ρομαντικά.
Το τρίτο άλμπουμ δεν συνέβη. Λίγο μετά την τελική ηχογράφηση στην Autumn αρχές του '66, το χαλί τραβήχτηκε κάτω από τα πόδια τους. Όλη η σύνθεση της Autumn πέρασε στην Warner Brothers. Οι Brummels ξαφνικά βρέθηκαν να ηχογραφούν χωρίς δική τους επιλογή ένα άλμπουμ που περιείχε αποκλειστικά διασκευές όλων των χιτ της εποχής εκείνης. "Ο Donahue (ιδιοκτήτης της Autumn) ήταν υπεύθυνος κατά ένα μεγάλο μέρος που δεν τα καταφέραμε επειδή όταν ξεκινήσαμε στην Autumn, θα μπορούσαμε να είχαμε ξεκινήσει και στην Warner. Αλλά αυτός μας πούλησε στην Warner, πούλησε τις ηχογραφήσεις μας σε άλλον, και τα εκδοτικά δικαιώματα αλλού".
Σαν πιο πικρό επακόλουθο αυτής της διαίρεσης, η Warner δεν ήθελε το γκρουπ να ηχογραφεί δικά του κομμάτια, δηλαδή τραγούδια που δεν είχε το δικαίωμα να ελέγξει την έκδοσή τους μιας και τα εκδοτικά δικαιώματα ανήκαν σε άλλον. O Valentino λέει για αυτή την καταστροφή: "Όταν πήγαμε στην Warner, ήταν τόσο ανήσυχοι για να βγάλουν δίσκο μας, να χρηματοδοτήσουν την επιτυχία που είχαμε. Αυτός ο δίσκος ήταν το λάθος που έγινε εκείνη την περίοδο. Είχαμε ένα τρίτο άλμπουμ και δεν ήθελαν με τίποτα να το ηχογραφήσουν. Και η Warner Brothers δεν ήταν ακόμα η δισκογραφική που έγινε μετά από μια δεκαπενταετία. Τότε ακόμα ήταν για γέλια". "Όταν η εταιρεία μας είπε την ιδέα τους να βγάλουμε αυτό τον δίσκο νόμιζα ότι ήξεραν τι έκαναν. Είμαι σίγουρος ότι ο Ron έφερε αντιρρήσεις σε όλο αυτό".
Beau Brummels '66 (1966)


Έτσι οι Beau Brummels έχασαν πολύ έδαφος το 1966 και όχι μόνο λόγω του άλμπουμ της Warner. Τα rock γκρουπ του Σαν Φραντζίσκο, έκαναν σεισμό στα τοπικά δεδομένα, καθώς οι Jefferson Airplane ξεκίνησαν την ηχογράφηση και γκρουπ όπως οι Grateful Dead, οι Big Brother & the Holding Company και οι Quicksilver Messenger Service αποκτούσαν τοπικό cult κοινό που σύντομα θα τους οδηγούσε σε εθνική έκθεση και σε συμβόλαια με μεγαλύτερες δισκογραφικές.
Μερικά από αυτά τα γκρουπ όπως οι Grateful Dead, η Grace Slick (όταν ήταν στους Great Society) και ο Sly Stone είχαν συμβόλαια επίσης στην Autumn. Θα μπορούσαν λοιπόν να βρίσκονται κι αυτοί εκεί, να μοιραστούν τον πλούτο της rock σκηνής του Σαν Φραντζίσκο. Αν και επιφανειακά η μουσική τους διέφερε από αυτήν των ψυχεδελικών γκρουπ του Σαν Φραντζίσκο, δεν θα ήταν αναίτια η πρόβλεψη ότι οι Beau Brummels, αντί των Jefferson Airplane ή των Charlatans (ένα γκρουπ που συχνά επισημαίνεται ως το πρώτο hippie γκρουπ), θα ήταν οι προπάτορες του ήχου του Σαν Φραντζίσκο. Τουλάχιστον στα μέσα του '60 καθώς η folk-rock κινούνταν προς την ψυχεδέλεια, είχαν κοινά τις γλυκόπικρες μελωδίες, τις αρμονίες που συχνά προέρχονταν από την folk και την μετατόπιση από τα στάνταρ lovesongs της εποχής σε πιο σοβαρούς στίχους. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν σε αφθονία στους Brummels, στις ηχογραφήσεις τους στα μέσα της δεκαετίας και δεν απείχαν από τα folk-rock τραγούδια που επικράτησαν στο πρώιμο ρεπερτόριο των Jefferson Airplane. Οι Brummels ωστόσο θεωρήθηκαν σχετικά ασήμαντοι στην αντι-κουλτούρα,  μερικώς διότι είχαν ήδη μεγάλα hit, αλλά επίσης επειδή δεν μπορούσαν να παίξουν πολύ στην πόλη, χάριν του φρενήρους προγράμματος των περιοδειών τους. Όσο για την αποτυχία τους να μπουν στο τότε "στα σπάργανα" ψυχεδελικό κύκλωμα, ο Elliott λέει ότι η καλύτερη εξήγηση που είχε ακούσει ήταν ότι ο Donahue (Autumn records) με τον Bill Graham (ιμπρεσάριος και χρηματοδότης για παραστάσεις rock στο Σαν Φραντζίσκο) δεν τα είχαν καλά μεταξύ τους. "Όταν λοιπόν ο Graham έγινε δημοφιλής δεν ήμασταν στη λίστα του". "Βγήκαμε πριν η ψυχεδελική σκηνή εμφανιστεί. Και ήμασταν στην περιφέρειά της όχι στο κέντρο της. Πιστεύω το επίπεδο των μελών του γκρουπ δεν ήταν για το Fillmore. Παίζαμε πολύ απλούστερη μουσική-στην πραγματικότητα πολύ περίπλοκη μουσική με πολύ απλή έκφραση. Δεν υπήρχαν φλας, ψυχεδελικά riff, κάτι για να εκστασιάσει το κοινό. Πιθανότατα ο Graham σκεφτόταν ότι δεν ταιριάζαμε στο προφίλ του".
"Όταν είδα τους Great Society νόμισα ότι ήταν ένα μάτσο ταλαντούχων ανθρώπων που ήθελαν να γίνουν γκρουπ". σχολιάζει ο Valentino. "Δεν είχα την αίσθηση ότι ήταν μουσικοί στην διαδρομή για να γίνουν αρτίστες, διασκεδαστές. Και για εμάς βέβαια την ίδια αίσθηση είχα, αλλά δεν ήταν σε αυτή την κατεύθυνση όλες οι μπάντες. Ήταν για να πουλάνε δίσκους, να πουλάνε πολλούς δίσκους. Ήμουν λίγο ζηλόφθων ομολογώ για την σκηνή του Σαν Φραντζίσκο. Όταν θα επέστρεφα**, θα πήγαινα στο Fillmore ή στο Avalon για να δω την κοινωνία να μεγαλώνει με αυτή την μουσική ή την μουσική να μεγαλώνει με αυτή την κοινωνία".
Και πράγματι οι Brummels δεν ήταν αυστηρά μια μπάντα του Σαν Φραντζίσκο, μιας και o Elliott και ο Valentino είχαν μετακομίσει** στο Λος Άντζελες τo 1966, αν και το υπόλοιπο γκρουπ έμεινε βόρεια. Ευτυχώς, μετά την πανωλεθρία τους το 1966, βρήκαν ένα ευήκοο αυτί στην Warner, στον παραγωγό Lenny Waronker, ο οποίος έκανε την παραγωγή των δύο επόμενων άλμπουμ τους και επέτρεψε στο γκρουπ να συνεχίσουν να ηχογραφούν δικό τους υλικό. Τον καιρό του Triangle το 1967, η αποχώρηση του ντράμερ John Petersen (που έμοιαζε εμφανισιακά με τον Brian Jones, τους μείωσε σε τρεις (Valentino, Elliott και Ron Meagher, που συμπληρώνονταν από στούντιο μουσικούς, όπως ο Van Dyke Parks που έπαιξε harpsichord στο "Magic Hollow". Το beat γκρουπ της εποχής στην Autumn έίχε παρέλθει, αντικαθιστάμενο από πιο τεχνικές ενορχηστρώσεις και τραγούδια με αραχνούφαντη έως ντροπαλή αύρα. Τα παλαιά στοιχεία τους είχαν αντικατασταθεί από ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την country και την western μουσική, ιδιαίτερα έκδηλο στην ακουστική κιθάρα του Ron Elliott. Για πρώτη τους φορά Elliott και Valentino συνεργάστηκαν τόσο στο γράψιμο των τραγουδιών, αν και ο Ron έγραψε μερικά με τον Bob Durand, συνθέτη που δούλευαν μαζί περιστασιακά. Ο Elliott αποκαλεί αυτό το άλμπουμ "ένα είδος της διάθεσης που επικρατούσε στον κόσμο που βρίσκονταν γύρω μας εκείνο τον καιρό. Έμοιαζε να διαλύεται μέσα στις "ουσίες" (drugs) της εποχής. Γι'αυτό και έγινε τόσο αιθέριο, μυστικιστικό και μυστηριώδες". Το άλμπουμ αυτό επέτρεψε και στην πάντα εξέχουσα φωνή του Valentino να φτάσει νέα επίπεδα έκφρασης, ειδικά στις χαμηλές νότες και να μεταδίδει θαμπούς, όμως αξέχαστους στίχους όπως στο "The Wolf of Velvet Fortune", "Only Dreaming Now" και "Magic Hollow".

Magic Hollow (1967)


"Αυτό ήρθε με το γράψιμο του Ron" διαβεβαιώνει ο Valentino. "ο Ron έπαιζε καταπληκτικά στο χαμηλό ρετζίστρο και ήξερε να γράφει στις καλύτερες τονικότητες για τη φωνή μου. Αν ακούσει κάποιος το υλικό της επόμενης μπάντας του (Stoneground) είναι διαφορετικός, διαφορετικά τραγούδια, διαφορετικά στυλ. Μερικοί άνθρωποι δεν σκέφτονται πολύ όλο αυτό, ειδικά άνθρωποι στους οποίους αρέσει η φωνή μου στα αρχικά μου τραγούδια. Από όταν ξεκίνησα να τραγουδάω σε μπάντες δεν τραγούδησα αλήθεια τόσο πολύ τραγούδια άλλων, όσο του Ron. Ε αυτό ήταν και καθοριστικό στον τρόπο που θα τραγούδαγα από εκεί και μετά". O Elliott λέει για το τραγούδι του Valentino: "Νομίζω βοήθησα τον Sal πολύ, επειδή με το θεατρικό μου υπόβαθρο θα του έλεγα να μην είναι τόσο ελεύθερος με την διατύπωση ή κάτι τέτοιο ή να κολλάει σε μια μελωδία. Ήμασταν τόσο συμβατοί εκείνη την εποχή, δουλεύαμε τόσο πολύ μαζί και ο Sal ήθελε να τραγουδάει. Και το έκανε συνέχεια και συνέχεια και συνέχεια". Το Triangle έδωσε κάποια εύσημα στους Brummels, αν και κατατάχθηκε στο νο197 στο Top 200. Για την συνέχεια ο Elliott ανακαλεί: "Ο Waronker ήθελε να πάμε στο Nashville να γράψουμε ένα άλμπουμ. Νόμιζε ότι η εξοχή ήταν ένα καλό περιβάλλον για εμάς να δοκιμάσουμε. Έτσι πήγαμε και γράψαμε στο Bradley's Barn ένα από τα κορυφαία στούντιο του Nashville που πήρε το όνομά του από τον Owen Bradley παραγωγό. Και είχε πολύ πλάκα αυτό. Δεν απείχε πολύ από το Triangle. Δεν προσπαθούσαμε να παίξουμε country. Προσπαθούσαμε να κάνουμε τους Beau Brummels country πράγμα τελείως διαφορετικό. Όμως δεν έπιασε". Ο Valentino συμφωνεί: "Κάναμε ένα άλμπουμ με τον Ron να γράφει και να παίζει κι εμένα να τραγουδάω. Δεν ήταν "Πάμε μέσα και κάνουμε ένα country-rock άλμπουμ". Η ιδέα ήταν βασικά να κάνουμε ένα δίσκο εκεί. Και δούλεψε. Μια ακόμη φορά μέσα από όλο αυτό τον χρόνο προσπαθούσαμε να βγάλουμε ένα σινγκλ. Με αυτό το άλμπουμ (Bradley's Barn) και το Triangle σκεφτόμασταν ότι θα είχαμε ένα. Αλλά ποτέ δεν βγήκε για κάποιο λόγο".

Turn Around (1968)


Την εποχή του Bradley's Barn (1968) ο Ron Meagher είχε φύγει και έμειναν δυό μόνο από το original line up του γκρουπ, συνοδευόμενοι για ηχογραφήσεις από μουσικούς πρώτης ποιότητας, όπως ο Kenneth Buttrey (φημισμένος για την συμμετοχή του στους δίσκους του Bob Dylan από το 1966 έως το 1969, ή ο κιθαρίστας Jerry Reed. Το άλμπουμ ήταν ένα από τα καλύτερα πρώιμα country. Στο "Bless You California" μπορεί να ακούσει κανείς την συγκρατημένη θεατρικότητα του Elliott να βγαίνει μπροστά. Μια ευτυχής συγκυρία για τον Elliott ήταν που συστήθηκε από τον Waronker στους the Everly Brothers. Αυτό τέλειωσε με τον Elliott να γράφει, να παίζει κιθάρα και να ενορχηστρώνει στο σινγκλ τους "Empty Boxes" (1968), όπως επίσης να γράφει δυο τραγούδια στο άλμπουμ τους, του 1968 Roots. Αλήθεια το Roots και το Bradley's Barn ακούγονται παρόμοια, πράγμα που δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς και τα δυό ήταν παραγωγές του Waronker. Και επίσης κανένα από τα δυο δεν πούλησε καλά, αν και καθυστερημένα αναγνωρίστηκαν ως ποιοτικά country-rock άλμπουμ. Οι Beau Brummels τελικά διαλύθηκαν τέλη του '60, μην καταφέρνοντας ποτέ να κάνουν ακόμα ένα χιτ
μετά το 1965 παρά την συνεχιζόμενη διαδικασία αύξησης της μουσικότητάς τους. Για τον Elliott δουλεύοντας χαλαρά στο Candlestick Maker (1970), έφερε μια ιδιαίτερη ικανοποίηση, αν και ακούστηκε από λίγο κόσμο. "Η μια πλευρά του άλμπουμ είναι σουίτα. Χρόνια μετά, κάποιος τύπος με πλησίασε μετά από μια εμφάνισή μου. Είπε ότι βρισκόταν στο Βιετνάμ, έπαιζε αυτό το άλμπουμ κάθε μέρα και του είχε σώσει την ζωή. Πάντα πίστευα ότι θα μπορούσε να είναι ένα ντοκυμαντέρ για το Βιετνάμ ή κάτι τέτοιο, για βετεράνους, γιατί αυτό ήταν. Είναι μια ιστορία για τον χασάπη (butcher), τον φούρναρη (baker), τον τεχνίτη κηροπηγίων (candlestick maker) και εμένα. Όλες αυτές οι δυνάμεις γύρω από αυτόν τον τύπο τον βοήθησαν να επουλώσει την πληγή που του είχε προκαλέσει όλη αυτή η τρέλλα. Αλλά δυστυχώς παραμένει ένα άλμπουμ όχι γνωστό".

Ron Elliott - The Candlestick Maker Suite (1970)


O Elliott και ο Valentino διέθεταν ένα χαμηλό προφίλ καθ'όλο το '70. Ο Valentino τραγούδησε στους Stoneground για λίγο και ο Elliott έκανε session δουλειές συμπεριλαμβανομένων τραγουδιών με τον Randy Newman, τον Van Dyke Parks, τον Van Morrison και τους Little Feat.

Stoneground - Colonel Chicken Fry (1970)


Υπήρξε ακόμα ένα άλμπουμ το 1975 σαν reunion του γκρουπ, αλλά κατά την γνώμη του Valentino ήταν εκτός χρόνου με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αποδώσουν.

Down to the Bottom (1975)


Ο Elliott έκανε ένα άλμπουμ με τους Giants το 1976, όμως σταμάτησε τελείως να παίζει μουσική το δεύτερο μισό της ζωής του αποτέλεσμα του διαβήτη από τον οποίο έπασχε. "Καθώς περνούν τα χρόνια και παίρνεις ινσουλίνη καταστρέφονται τα νεύρα σου. Βαθμιαία η μουσική μέσα μου άρχισε να ξεθωριάζει και τώρα έφυγε τελείως.Στην θέση των τραγουδιών πια έχω την ζωγραφική και την τέχνη. Περνάω δίπλα από την κιθάρα μου εικοσι φορές τη μέρα, αλλά καμιά φορά δεν μπαίνω στον κόπο να την σηκώσω και να παίξω". Αν και ακόμα περήφανος, σε μέτριο βαθμό, του τι έκανε με τους Beau Brummels και άλλους μουσικούς συνειδητοποιεί ότι ποτέ δεν ταίριαζε στο rock 'n' roll, μερικώς λόγω των προβλημάτων στην υγεία του, και μερικώς λόγω άποψης. "H μουσική βιομηχανία διευθύνεται από "κουφούς" πωλητές παπουτσιών" υποστηρίζει. "Είναι σπουδαίοι επαγγελματίες. Αλλά οι περισσότεροι δεν έχουν καμία γνώση πάνω στη μουσική. Οι στίχοι είναι γι'αυτούς το 80% ενός τραγουδιού, έτσι η μουσική πάντοτε καπελώνεται. Πιστεύω θα είχα μεγαλύτερη επιτυχία μένοντας στα μετόπισθεν και όχι προσπαθώντας να είμαι παίκτης. Επέμενα στους προιστάμενους στις δισκογραφικές: Εεε, είμαι τραγουδοποιός. Και αυτοί μου απαντούσαν: Είσαι κιθαρίστας. Χρειάζονταν ένα κιθαρίστα, αυτό ήθελαν να είμαι. Ήμουν αρκετά ικανοποιητικός ως κιθαρίστας. Δεν ήμουν τεράστιος. Αλλά ήμουν καλός τραγουδοποιός. Από την στιγμή που άκουγαν στίχους και όχι μουσική, δεν είχαν τρόπο να το μάθουν ή να ενδιαφερθούν γι'αυτό".
O Elliott υπολειπόταν στις κοινωνικές σχέσεις για να κάνει τις μουσικές διασυνδέσεις που θα τον είχαν βοηθήσει αρχικά ως συγγραφέα και σαν μέλος του γκρουπ στο στούντιο χωρίς να παίζει live, αλα Nilson. "Έπρεπε να με βάζουν μαζί με άλλους ανθρώπους" λέει ο Elliott. "Εκτός κι αν όταν γνώριζα κάποιον και είχα μαζί την κιθάρα μου τότε θα του έπαιζα κάτι ειδάλλως ποτέ δεν περιφερόμουν στο πλήθος. Αλλιώς δεν θα μίλαγα σε κανένα και κανείς δεν θα με ήξερε. Επειδή ή θα έγραφα ή θα ρύθμιζα το ζάχαρο στο αίμα μου. Μετά από μια εμφάνιση, δεν είχα κοινωνική ζωή ούτε πάρτυ, ούτε τίποτα. Αν εξακολουθούσα να είχα τις αισθήσεις μου θα έγραφα. Εκτός αυτού του ρυθμού ζωής ήμουν ξένος. Πάντοτε προσπαθούσα να γράψω καλούς στίχους. Όμως δεν ήμουν και τρομερός στιχουργός. Θα εκστασιαζόμουν με κάποιον αληθινά μάγο των λέξεων, έναν πραγματικά ποιοτικό στιχουργό, θα καθόμασταν να γράψουμε μαζί. Και δεν θα πετύχαινε. Στην πραγματικότητα κάποτε πέτυχε. Συνάντησα ένα τέτοιο τύπο από το Όρεγκον, γράψαμε μαζί ένα τραγούδι και το δώσαμε στον Perry (Richard, παραγωγός δίσκων). Τότε έκανε παραγωγή στην Barbra Streisand. Άκουσε το τραγούδι και είπε: η Barbra θα το λάτρευε αυτό το τραγούδι. Θα το έκανε αμέσως. Γι'αυτό δεν θα της το δείξω. Επειδή δεν θέλω να κάνει τέτοιο υλικό". (Γελάει). "Αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου". O Sal Valentino παίρνει μια πιο ευδιάθετη, χαρούμενη αν και εξίσου ρεαλιστική εκδοχή στην άποψη του για την πορεία του γκρουπ. "΄Κάναμε ότι κάναμε στην Warner Brothers, αλλά νομίζω ότι ήταν το λάθος μέρος να το κάνουμε".



Προσωπική άποψη του γράφοντος είναι ότι οι the Beau Brummels προσπάθησαν να φαίνονται και να ακούγονται παλαιομοδίτες αλλά και προχωρημένοι ταυτόχρονα. Ήταν λίγο μπροστά ή λίγο πίσω από την εποχή τους. Χωρίς να παίζει ρόλο από ποιά εποχή τους βλέπει κανείς.

Beau Brummel

Βασίλης

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018



🎹☯️the Alan Parsons Project☯️🎹



Γεννημένος στο Λονδίνο, ο Alan Parsons ξεκίνησε την μουσική του καριέρα σαν μηχανικός στα στούντιο της EMI και η πρώτη του σημαντική "έκθεση" προήλθε από την δουλειά του στο Abbey Road των Beatles το 1969. Δούλεψε με τον Paul McCartney σε αρκετούς δίσκους των Wings. Επέβλεπε τις ηχογραφήσεις του Al Stewart, των Cockney Rebel και των Pilot. Αλλά παγίωσε την δουλειά του δουλεύοντας στο Dark Side of the Moon, των Pink Floyd. Ξεκίνησε να δημιουργεί τα δικά του θεματικά άλμπουμ με τον παραγωγό και τραγουδοποιό Eric Woolfson και σύντομα σχημάτισαν τους the Alan Parsons Project, σχήμα που αρχικά σχεδιάστηκε ως forum, κάτι σαν ένα μέρος όπου διάφοροι τραγουδιστές και μουσικοί θα ερμήνευαν τις δουλειές των Parsons και Woolfson. Ανάμεσα σε αυτούς o Arthur Brown, ο Colin Blunstone (the Zombies), ο Steve Harley (Cockney Rebel), ο Ian Bairnson (Pilot),όπως και o Alan Clarke (the Holies). Μετά από αυτό το σημείο και κάπου στο 1975 ξεκινάει η ιστορία μας. Ένα αφιέρωμα στους the Alan Parsons Project μόλις αρχίζει.


του Θανάση Μέρμηγκα

Έχοντας γίνει λοιπόν διάσημος με την ηχογράφηση του Dark Side of the Moon - κι έχοντας πάρει μάλιστα Grammy για αυτό από εκεί και μετά ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Δημιούργησε, με τον Eric Woolfson, τους Alan Parson Project και άρχισε να κάνει την εκπληκτική μουσική που όλοι ξέρουμε. Πρώτο του εγχείρημα, το L.P: "Tales Of Mystery And Imagination". Σίγουρα ένας από τους αγαπημένους δίσκους όλων μας - θα αναφερθούμε κι άλλες φορές σ' αυτόν. Μια υπέροχη συνύπαρξη proggressive και συμφωνικής μουσικής, εμπνευσμένη από το ομώνυμο βιβλίο του Edgar Allan Poe. Πραγματικά μεγάλη έμπνευση...!!!
Αξίζει να το ακούσετε - ολόκληρο το άλμπουμ !

The Cask of Amontillado


Θα το παραδεχτώ: To "Tales of Mystery and Imagination" (1976) ήταν ο πρώτος δίσκος που αγόρασα από Alan Parsons - πολύ πριν ακόμη κι απ' το "Eye in the Sky". Έτσι ξεκίνησα. Με τη σειρά, απ' την αρχή. Κι αυτό ήταν το πρώτο μου άκουσμα απ' τον δίσκο - πριν από το "The Raven". Με τα λόγια του Edgar Allan Poe, στην εισαγωγή. Περιττό να σας πω ότι έτσι άρχισα να διαβάζω τα έργα του. Να που η μουσική σε παρακινεί να διαβάσεις λογοτεχνία !
(Αφήστε με να ζω στο όνειρό μου...)

A Dream Within a Dream


Ακόμη ένα πασίγνωστο κομμάτι από το πρώτο άλμπουμ. Όπως και τα υπόλοιπα, είναι βασισμένο σε γνωστή ιστορία του E.A.Poe. Ηχογραφήθηκε - κι αυτό - στα (γνωστά λημέρια του Alan) Abbey Road Studios, το φθινόπωρο του 1975. Για το άλμπουμ προσκλήθηκαν να γνωστοί τραγουδιστές (Arthur Brown, Terry Sylvester), ο ηθοποιός Leonard Whiting αλλά κι ολόκληρες μπάντες (Ambrosia, Pilot), κ.α. Στο συγκεκριμένο κομμάτι φωνητικά κάνουν οι John Miles και Jack Harris.

(the System of) Dr. Tarr and Professor Fether


Θα ασχοληθούμε λίγο με τα περίφημα instrumental που έκαναν. Ειδικά την περίοδο '77 - '80, που άνετα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως τη χρυσή τριετία της ηλεκτρονικής μουσικής. Εδώ ακούμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, του δεύτερου άλμπουμ τους, το "I ROBOT" (1977).

I Robot


Το κομμάτι από τον δίσκο τους, που μου θυμίζει πιο έντονα τα εφηβικά μου χρόνια, τον 2ο. Όσο για το θέμα του, το πιο πιθανόν αυτό που και το θέμα του δίσκου λέει, μιας και το project βασίζεται στο έργο επιστημονικής φαντασίας I, Robot, του Ισαάκ Ασίμοβ, σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και ακολουθεί συγκεκριμένη πλοκή. Το διασκεύασε και η Pat Benatar δυο χρόνια αργότερα. Τέλος το βίντεο δεν έχει σχέση με την συγκεκριμένη απόδοση, αλλά έχει άψογο ήχο, ενώ η διαφορά δεν φαίνεται και πολύ έντονα.😎

Don't Let It Show


Ακόμη ένα istrumental που αρχικά μοιάζει άχρωμο κι άοσμο. Όταν όμως φτάσετε στο 0:50 κι αργότερα γύρω στο 1:50, θα πείτε "ναι, μωρέ, το έχω ακούσει πολλές φορές". Είπαμε, όμως: συμφωνική, progressive μουσική, κυρίως για φαν και ψαγμένους. {L.P.: "Pyramid" (1978) }

In the Lap of the Gods


Εκτός των άλλων, έγιναν πασίγνωστοι, κυρίως τέλη των '70ς και αρχές των '80ς, για τα περίφημα instrumental τους. Θα ακούσουμε αρκετά τέτοια στο αφιέρωμα. Κάποιο, που άφησε εποχή και μπήκε ως σήμα σε άπειρες εκπομπές, σ΄όλο τον κόσμο, είναι και το "Lucifer" - όχι, δεν είναι του...διαβόλου, μην το φοβάστε. Αντίθετα μετά το πρώτο λεπτό, θα πείτε "Α ! αυτό;...Το ξέρω..." !
Από το άλμπουμ, του 1979, "EVE".

Lucifer


Αυτό είναι ίσως ένα απ' τα τρία- τέσσερα πιο γνωστά κομμάτια του group ( μη instrumental) και σίγουρα το έχετε ακούσει όλοι σας. Έστω κι από το ...Grand Theft Auto (!). Από τον δίσκο του 1980 " The Turn Of A Friendly Card". Μεγάλη επιτυχία στην εποχή του !

Games People Play


Ακόμη ένα ονειρικό, αιθέριο τραγούδι με την φωνή του Eric Woolfson. Από το καταπληκτικό άλμπουμ του 1980, "The Turn of a Friendly Card". Στην pedal steel guitar ο σχεδόν μόνιμος συνεργάτης του γκρουπ, Ian Bairnson. Σε κάποιους ίσως να θυμίζει έντονα το "Us and Them" των Pink Floyd. Σαν να μην έχουν και τόσο άδικο. Κι εκεί εξάλλου, ο Parsons ήταν ο ηχολήπτης μηχανικός. Σίγουρα όμως το κομμάτι έχει τη δική του αξία κι αισθητική !!!

Time

Και φτάνουμε στο βαρύ πυροβολικό. Το πιο γνωστό, ίσως, τραγούδι, την πιο μεγάλη επιτυχία των ALAN PARSONS PROJECT. Το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, 
"EYE IN THE SKY" (1982). Αυτό για το οποίο το γκρουπ "εκτοξεύτηκε" στη σφαίρα του μύθου και ...των χρυσών πωλήσεων. Εδώ, μαζί με την...εισαγωγή του, το instrumental "Sirius", έτσι όπως το ακούγαμε κάποτε στo ραδιόφωνο, στην...κασέτα κι αργότερα στον δίσκο μας.
Μυσταγωγία !!!

Eye in the Sky


Πάλι στο πιο πετυχημένο άλμπουμ του γκρουπ. Το "Eye in the Sky", το οποίο ηχογραφήθηκε αναλογικά αλλά η μίξη του έγινε απευθείας σε ψηφιακή μορφή. Το συγκεκριμένο κομμάτι - instrumental μάλιστα υπήρξε το πρώτο τους που χρησιμοποιήθηκε, κατά την ηχογράφηση, μόνο ένας υπολογιστής. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τον ίδιο τον Parsons, ένα όργανο βασισμένο σε έναν υπολογιστή, όπου επεξεργαζόταν ένα drum machine κι ένα Fairlight. Πάντα πρωτοπόροι...!!!

Mammagamma



Πάλι κάτι από το άλμπουμ "Ammonia Avenue", του 1984. Εδώ με την μεγάλη του επιτυχία, που βγήκε κι ως single, έγινε video clip (πολύ ξεχωριστό, σε μορφή comic), εμπνευσμένο από το στιλ του Phil Spector ! Στο σαξόφωνο ο Mel Collins.

Don't Answer Me




του φίλου Φώτη Αλεξανδρόπουλου
Let's Talk About Me



του φίλου Εμμανουηλ Σαμοιλη

Kατι η αγαπη μου για τον Poe,κατι η αγαπη μου για το συγκεκριμενο ποιημα,κατι η λατρεια για τo πρωτο τους lp Τales of mystery and Imagination η αναρτηση μου δεν θα μπορουσε να ειναι αλλη απο το Κορακι...

the Raven


Iσως να μην ειναι ευρεως γνωστο αλλα ο Alan Parsons μαζι με τον συνεργατη του Andrew Powell υπεγραψαν το score στην καταπληκτικη ταινια του Richard Donner LADYHAWKE με τους
Matthew Broderick,Rutger Hauer και Michelle Pfeiffer...

Ladyhawke


To ομωνυμο τραγουδι απο το Turn of the friendly card πεμπτο lp των Alan Parsons Project που κυκλοφορησε το 1980...Master of piece χωριζεται σε πεντε sub-sections...
The Turn of a Friendly Card
1. The Turn of a Friendly Card, Pt. 1 (2:44)
2. Snake Eyes (3:14)
3. The Ace of Swords (2:57)
4. Nothing Left to Lose (4:07)
5. The Turn of a Friendly Card, Pt. 2 (3:22)"
Chris Rainbow (1,2,5) Eric Woolfson (4), Instrumental (3) 16:24

The Turn of a Friendly Card

του φίλου Μάνου Φατίση

Η ιστορία μου μαζί τους: Το «Ι Robot» ήταν το πρώτο τους album που άκουσα, αλλά το «The Turn of a Friendly Card» ήταν το πρώτο τους που αγόρασα, πριν πάρω και τα πρώτα τους τέσσερα, καθώς και το «Eye In The Sky». Μετά από ένα πεντάχρονο διάλειμμα, εντυπωσιάστηκα από το «La Sagrada Familia» κι έτσι πήρα το Gaudí, που ήταν και το τελευταίο βινύλιό τους που αγόρασα (τα ενδιάμεσα τα πήρα αργότερα σε cd). Δεν θεωρώ λοιπόν, ότι από αυτό το αφιέρωμα μπορεί να λείπει αυτό το μουσικό οικοδόμημα, η Άγια Οικογένεια!

La Sagrada Familia



Ξανά στο Gaudí για το δεύτερο τραγούδι που είχα ξεχωρίσει από αυτό το LP. Μάλιστα, επειδή το εύρισκα πιο ραδιοφωνικό, ήταν αυτό που έβαζα πιο συχνά από αυτόν τον δίσκο. Ίσως ήταν και το τελευταίο από τα καλύτερα τραγούδια που υπήρχαν στους δίσκους τους. Άλλωστε ήταν και το τελευταίο τους single, αν δεν κάνω λάθος...

Standing on Higher Ground



του Θανάση Μέρμηγκα

Τελειώνοντας το αφιέρωμα στους μέγιστους αυτούς καλλιτέχνες, ας δείξουμε και τις προσωπικές μας προτιμήσεις και ιδιαιτερότητες σ' αυτούς. Με δύο extra τραγούδια, βαθιά χαραγμένα - για διάφορους λόγους - μέσα μας. Το πρώτο είναι το "The Gold Bug", το οποίο βρίσκεται και πάλι, στο άλμπουμ "The Turn of a Friendly Card"...

The Gold Bug



Το δεύτερο - και τελευταίο - extra αγαπημένο κομμάτι του αφιερώματος είναι από το άλμπουμ "I Robot". Μελωδικό, ρυθμικό, νοσταλγικό, ...σκέτη μαγεία ! Με τις αγγελικές φωνές των Peter Straker και Jaki Whitren. Ανατρχίλα !!!

Some Other Time



Στο σημείο αυτό το αφιέρωμα στους Alan Parsons Project λαμβάνει τέλος. Ο Eric Woolfson έχει "φύγει" χρόνια τώρα (2009), όμως ο Alan Parsons συνέχισε την δισκογραφία solo, βγάζοντας 4 LP. Ένα από αυτά είναι το The Time Machine (1999). Από εκεί ας ακούσουμε το "The Call of the Wild". Τραγουδάει η Máire Brennan των Clannad και μας μεταφέρει νοερά στην Ιρλανδία. Σας ευχαριστούμε πολύ για την συμμετοχή στην ολοκλήρωση κι αυτού του αφιερώματος.🙂




Call of the Wild


Πέμπτη 5 Απριλίου 2018





EUMIR DEODATO


ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ BOSSA NOVA ΚΑΙ ΤΗΣ JAZZ


Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Βραζιλιάνικη μουσική και οι μη Αγγλόφωνοι καλλιτέχνες γενικότερα υποτιμώνται, αγνοούνται και υποβιβάζονται στην κατηγορία "World Music", από την Αμερικανική εμπορική ηγεμονία, το γεγονός ότι ο Eumir Deodato τυγχάνει σεβασμού στην διεθνή pop μουσική σκηνή, είναι ικανό για να αποδείξει τις δυνατότητές του.  Ο Eumir Deodato είναι ένας Βραζιλιάνος πιανίστας, συνθέτης, ενορχηστρωτής και παραγωγός δίσκων, ο οποίος αρχικά έπαιξε jazz, όμως έχει μείνει γνωστός για την μίξη διαφόρων γενών μουσικής όπως της κλασσικής, pop, rock, disco, R&B, latin και bossa nova.

Prelude to an Afternoon of a Faun (Claude Debussy) (1973)


Ξεκίνησε 12 χρονών να παίζει ακορντεόν και ακολούθως πιάνο. Σπούδασε ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας. Έπαιξε bossa nova σε μπάντες με τον Durval Ferreira και τον Roberto Menescal και μετά σχημάτισε την δική του μπάντα με τον Menescal το 1962. Το 1964 σε ηλικία 22 χρόνων βγάζει το ντεμπούτο άλμπουμ του Inutil Paisagem (Άχρηστο Τοπίο), αφιερωμένο στο έργο του Antônio Carlos Jobim  https://en.wikipedia.org/wiki/Ant%C3%B4nio_Carlos_Jobim, και ηχογραφημένο στο Rio. Σε αυτό το δίσκο περιλαμβάνεται και το θρυλικό κομμάτι "Garota de Ipanema / Girl From Ipanema", πριν στ'αλήθεια παρουσιαστεί στο Αμερικανικό κοινό, τραγουδισμένο μόνο από την Astrud Gilberto, την ίδια χρονιά που μπήκε και στον δίσκο του Deodato, το 1964. Ο Jobim δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τον 22χρονο Eumir Deodato, όπως διαβάζουμε στις σημειώσεις που βρίσκονται μέσα στο δίσκο. Σε αυτό το δίσκο βρίσκονται ιστορικά ονόματα της Βραζιλιάνικης μουσικής, όπως ο σαξοφωνίστας και κλαρινίστας Paulo Moura, ο συνθέτης, παραγωγός, κιθαρίστας και τραγουδιστής Roberto Menescal, ο συνθέτης, κιθαρίστας Oscar Castro-Neves, μεταξύ άλλων master της bossa nova και jazz μουσικής.

Garota de Ipanema (1964)


Μέχρι το 1972 έκανε οκτώ άλμπουμ συμπεριλαμβανομένου του The Gentle Rain με τον Luiz Bonfa https://en.wikipedia.org/wiki/Luiz_Bonf%C3%A1 (γνωστός για τις συνθέσεις του στην ταινία Black Orpheus), ένα άλμπουμ που περιείχε το ομώνυμο κομμάτι, που ταυτίστηκε με την Jazz και που το διασκεύασαν πολλοί, μεταξύ των οποίων οι Astrud Gilberto, Joe Pass, George Benson, Barbra Streisand, Shirley Horn, Diana Krall, Stacey Kent. Ο Luiz Bonfa είχε πληρώσει όχι μόνο τα εισητήρια του Deodato για να μεταβεί στην Νέα Υόρκη, αλλά του έδωσε και πολύ δουλειά. Σε μια δουλειά της Astrud Gilberto, ο Deodato συμπλήρωσε πέντε ενορχηστρώσεις σε έξι ώρες, πράγμα που τράβηξε την προσοχή του Creed Taylor. Του ιδιοκτήτη της δισκογραφικής CTI.

Luiz Bonfá / Eumir Deodato - The Gentle Rain (1965)


Μερικούς μήνες αργότερα ο Creed προσκάλεσε τον Deodato να ενορχηστρώσει μερικά κομμάτια για το άλμπουμ του Wes Montgomery “Down Here on the Ground”. Μετά από αυτό δούλεψε αρκετές φορές με τον Creed Taylor, σε άλμπουμ του Antonio Carlos Jobim, του Walter Wanderley, του
Milton Nascimento, του Paul Desmond (όπου στο άλμπουμ του Summertime, ο Deodato σε μια σπανιότατη εμφάνισή του έπαιξε ακουστική κιθάρα) και του Stanley Turrentine. Μεταξύ 1969 και 1972, ο Deodato είχε επίσης ενορχηστρώσει για βαριά χαρτιά της εποχής, τον Frank Sinatra, την Roberta Flack και την Aretha Franklin. Έτσι, όταν ο Creed Taylor του πρόσφερε την ευκαιρία να βγάλει το πρώτο solo άλμπουμ του για την CTI, ο Deodato ήταν ήδη ένας ώριμος καλλιτέχνης. Επιπλέον, ήταν όλη αυτή η ποικιλόμορφη εμπειρία, που του έδωσε την μοναδική ικανότητα να μπερδεύει τις Βραζιλιάνικες ρίζες του με την jazz, pop, rock και την κλασσική μουσική. To Prelude ήταν το πρώτο του άλμπουμ που κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1973. Ο Deodato βραβεύθηκε με Grammy το 1974 για την καλύτερη pop ορχηστρική παρουσίαση για το "Also Sprach Zarathustra". Το κομμάτι είναι ένα jazz/funk θέμα προσαρμοσμένο στο κλασσικό συμφωνικό ποίημα του Richard Strauss. Το κομμάτι βρίσκεται σε αυτό το LP, όπως επίσης το έργο του Debussy "Prelude to the Afternoon of a Faun" και το "Baubles, Bangles and Beads" του Ρώσσου ρομαντικού συνθέτη Borodin. Ήταν ένα latin big band (δηλαδή με περισσότερους από 10 μουσικούς) και προσέλκυσε μεγάλο κοινό. Πούλησε 5 εκ. κόπιες και χάρισε στον Deodato το Grammy το 1974. Το Also Sprach Zarathustra (2001), έφτασε νο2 στην Αμερική, νο3 στον Καναδά και νο7 στην Αγγλία. Έγινε δε το πιο καλοπουλημένο άλμπουμ της δισκογραφικής CTI.

Also Sprach Zarathustra (1973)


Οι πάνω από 500 δουλειές του ως παραγωγός και διασκευαστής συμπεριλαμβάνουν τα χιτ των Kool & the Gang "Celebration", "Ladies" και "Too Hot", τρεις δίσκους της Bjork, του Christophe και k.d. lang. Το 2ο άλμπουμ του, Deodato 2, έφτασε νο19 στα chart των άλμπουμ, ενώ το σινγκλ "Rhapsody in Blue" μια funky διασκευή του κλασσικού έργου του Gershwin, έφτασε στο νο41 στο Hot 100 το 1973.
Rhapsody In Blue (1973)



Η διασκευή του στο "Pavane for a Dead Princess" του Maurice Ravel είναι καθηλωτική.

Pavane for a Dead Princess (1973)


Είχε την τύχη να συνεργαστεί με την συμφωνική ορχήστρα του St. Louis, η οποία και τον συνόδευσε στο καταπληκτικό άλμπουμ του Artistry (1974).

Farewell To a Friend (1974)


Συνέχισε να ηχογραφεί κατά την διάρκεια του 1980. Το σινγκλ του "Night Cruiser" του 1979, κέρδισε υποψηφιότητα για Grammy σαν καλύτερη R&B Instrumental Performance. Το 1985 είχε δύο χιτ τα "SOS, Fire in the Sky" και "Are You For Real". Κυκλοφόρησε το Live in Rio το 2007.
Το 2011 έβγαλε το άλμπουμ The Crossing με guest ερμηνευτή τον Al Jarreau.
Ο Deodato είναι σήμερα 74 χρονών. Και αποτελεί ένα ζωντανό θρύλο της bossa nova και jazz μουσικής.
Όλη η δισκογραφία του μπορεί να βρεθεί μαζεμένη εδώ: https://www.allmusic.com/artist/deodato-mn0000212614/discography
Το official site του καλλιτέχνη με πολλές άλλες πληροφορίες είναι εδώ: http://eumirdeodato.com.br/


Βασίλης


Διαβάστε/Ακούστε επίσης