Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019




SAVOY BROWN



Blues-Rock Explosion



Αρχικά αποκαλούμενοι Savoy Brown Blues Band, αυτό το γκρουπ μπορεί ορθώς να πάρει credits ως η μπάντα που έκανε τον αποχαιρετιστήριο ύμνο της Αγγλικής έκρηξης των blues των 60'ς, σε μία φόρμα μοντέρνου blues, που εύστοχα ονομάστηκε "Train to Nowhere". Ιστορικά όπως και μουσικά, αυτό το τραγούδι παραμένει μία λυπητερή υπενθύμιση ότι το 1969, εποχή που κυκλοφόρησε σαν single τα περισσότερα ορίτζιναλ blues δεν ήταν πιά βιώσιμα στην Αγγλία, καθώς ολοένα και περισσότερα blues κλαμπ έβαζαν λουκέτο.

Train to Nowhere (1969)


Με ηγέτη τον ιδρυτή και κιθαρίστα Kim Simmonds, οι Savoy Brown έγιναν ένα μεγάλο live σχήμα στην Αμερική, αν και η δημοφιλία τους στην πατρίδα τους ήταν περιορισμένη και ποτέ δεν κατάφεραν να αποδράσουν από τις σκηνές των κλαμπ. Ίσως η εγχώρια επιτυχία παρεμποδίστηκε από την συχνότητα αλλαγών στους μουσικούς καθώς ο Simmonds ήταν το μοναδικό μέλος που παρέμεινε συνεχόμενα καθ'όλη την διάρκεια ύπαρξης της μπάντας. Ωστόσο, αυτές οι συχνές αλλαγές στο lineup οδήγησαν επίσης σε μερικά αξιόλογα σχήματα. Πολλοί θεωρούν ότι οι ηχογραφήσεις που παρουσιάζουν τα πλούσια φωνητικά του Chris Youlden και την γραφή των τραγουδιών ενισχυμένη με jazz στοιχεία από τον Kim Simmonds μαζί με την ρέουσα blues κιθάρα ήταν η καλύτερη δουλειά των Savoy Brown. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα κομμάτια στα τέλη του '60, όπως το "She's Got a Ring on Her Hand" και το εντελώς διαφορετικό και περίλυπο groovy "Mr. Downchild". Οι αρχές του '70 επίσης είδαν μερικές ενδιαφέρουσες αλλαγές στα μέλη, συμπεριλαμβανομένης μίας συνεργασίας με τον Stan Webb από τους Chicken Shack, όταν η μπάντα ήταν επίσης γνωστή ως the Boogie Brothers).

Mr. Downchild (1968)



Στα νεανικά του χρόνια ο κιθαρίστας των Savoy Brown, Kim Simmonds ήταν πολύ επηρεασμένος από τον μεγαλύτερο αδελφό του Harry, ο οποίος ξεκίνησε να ακούει μουσική όταν ήταν 13, ιδιαιτέρως τον Bill Haley. Αργότερα ενδιαφέρθηκε για την R&B και τα blues, ιδιαιτέρως την μουσική του James Brown, Ike and Tina Turner, Jimmy Reed, Otis Rush και Muddy Waters. Συχνά αγόραζε Αμερικανικούς δίσκους εισαγωγής από ένα μικρό δισκοπωλείο στο Streatham, όπου σύχναζαν επίσης ο Dave Kelly και η Jo Ann Kelly. Ο Kim απορροφήθηκε στους δίσκους της συλλογής του μεγαλύτερου αδελφού του. "Ο αδελφός μου Harry, συνήθιζε να έρχεται σπίτι με όλους εκείνους τους δίσκους και εγώ δεν άκουγα τίποτα άλλο παρά blues", είπε στο Beat Instrumental. "Ήμουν κολλημένος εκεί". Ανάμεσα στις επιρροές του ήταν ο Howlin' Wolf (και ο κιθαρίστας του Hubert Sumlin), o Earl Hooker, o Freddy King, o Matt Murphy, o Otis Rush και ο Muddy Waters. Στα 13 του αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και έμαθε να παίζει τα riff του Chuk Berry. Στα 15 ακόμα έπαιζε κιθάρα, αν και τότε παράτησε το σχολείο και ανέλαβε υπάλληλος στο Υπουργείο Άμυνας. Eνώ περίμενε έξω από ένα δισκάδικο στην Chinatown district, στο Λονδίνο, συνάντησε έναν άλλο οπαδό των blues, τον παίκτη της φυσαρμόνικας και γείτονα John O'Leary. Ο O'Leary έπιασε την φυσαρμόνικα, όταν είδε τον Cyril Davies να εμφανίζεται με τους Alexis Korner's Blues Incorporated. Οι δυό τους έγιναν φίλοι και ο O'Leary προσκάλεσε τον Kim και τον αδελφό του Harry για ένα τζαμ. "Πήγα χωρίς να περιμένω πολλά, αλλά ο Kim ήταν αλήθεια καλός", παρατήρησε ο Harry αργότερα. Ενθάρρυνε τον αδελφό του να σχηματίσουν μία μπάντα και όλοι συμφώνησαν ότι θα είχαν τον Harry για μάνατζερ. Το αρχικό lineup αποτελείτο από τον Kim Simmonds στην κιθάρα, τον O'Leary στην φυσαρμόνικα, τον Leo Manning στα ντραμς, στα φωνητικά τον Brice Portius και στο μπάσο τον Ray Chappell. Ο O Manning και ο Portius ήταν μαύροι, ενώ τα άλλα μέλη ήταν λευκοί πράγμα που έκανε τους Savoy Brown ένα από τα πρώτα διαφυλετικά γκρουπ που έπαιξαν σε Αγγλικά κλαμπ. Ο πρώτος πιανίστας τους Trevor Jeavons, σύντομα αντικαταστάθηκε από τον Bob Hall (ο οποίος έγινε ένα από τα μακροβιότερα-αν και part-time μέλη). Προηγουμένως, ο Hall ήταν μέλος των John Lee's Groundhogs (αργότερα the Groundhogs), που είχαν το 1964 κάνει την backing μπάντα στον John Lee Hooker, κατά την περιοδεία του. Επίσης είχε παίξει για τον Jimmy Reed και τον Little Walter. Τον καιρό της πρώτης ηχογράφησης των Groundhogs, ωστόσο, ο Hall αποχώρησε επειδή δεν μπορούσε να συμβιβάσει τον χρόνο του με την πρωινή του δουλειά. Το νέο γκρουπ αποφάσισε να πάρει το όνομα Savoy Brown Blues Band για να δώσουν έμφαση στο ρεπερτόριό τους, που αποτελείτο από Σικάγο blues. Πήραν το Savoy από την Αμερικανική δισκογραφική Savoy Records, που νόμιζαν ότι ακουγόταν εκλεπτυσμένο και το Brown επειδή θεώρησαν ότι είναι τόσο απλό, όσο ακούγεται. Δεμένες μαζί οι λέξεις δημιούργησαν μία ισορροπία αντιθέσεων. Όπως πολλές μπάντες, βρήκαν δυσκολίες στο να κλείσουν δουλειές αρχικά, αλλά αντίθετα με άλλες μπάντες οι αδελφοί Simmonds απλά αποφάσισαν να ανοίξουν το δικό τους blues κλαμπ, Kilroy's, τον Μάιο του 1966. Το Kilroy's εντοπίστηκε στον πάνω όροφο της Nag's Head Tavern στο York Road στο Battersea. Ο Kim περιέγραψε το κλαμπ στο Relix: "Συνήθιζαν να το έχουν ως folk κλαμπ μία νύχτα κάθε εβδομάδα και καθώς η folk πέθαινε τότε τους πλησιάσαμε ζητώντας να έχουμε χώρο για blues κλαμπ κάθε Δευτέρα βράδυ. Συνηθίζαμε να κάνουμε πρόβες εκεί. Από όσο μπορώ να θυμηθώ μοιράζαμε φυλλάδια στο Λονδίνο και το κλαμπ άρχισε να υφίσταται. Στην αρχή μόνο ελάχιστοι άνθρωποι ήρθαν και μετά παίζαμε εκεί κάθε εβδομάδα και άρχισε να "πιάνει", ώσπου τελικά έγινε ένα κλαμπ αριστούργημα".

All I Can Do (1971)


Οι Fleetwood Mac έπαιξαν εκεί και ο Freddie King και όλα τα είδη καλλιτεχνών. Ο Harry εκείνο τον καιρό εργαζόταν ως ταχυδρόμος και θα έπαιρνε την μπάντα για να την μεταφέρει με το βαν του ταχυδρομείου. Το Kilroy's έγινε ένα τοπικά επιτυχημένο κλαμπ και σύντομα προσέλκυσε την προσοχή του Mike Vernon. Μαζί με τον παιδικό του φίλο Neil Slaven ήταν εκδότες του μουσικού περιοδικού των blues και της soul, R&B Monthly και εκείνο τον καιρό ο Vernon ήταν παραγωγός στη Decca. Είχε ιδρύσει μαζί με τον αδελφό του Richard την δισκογραφική Blue Horizon, η οποία περιλάμβανε δύο θυγατρικές την Purdah και την Outa-Site. Καθώς ο Vernon εξήγησε στις εσωτερικές σημειώσεις του LP History of British Blues, "μίλησα στον Harry Simmonds, τον μάνατζερ τους για να ηχογραφήσω την μπάντα για ένα single που ήθελα να κυκλοφορήσω στην  Purdah". Ηχογράφησαν τέσσερα τρακ τον Αύγουστο του 1966 με τον Vernon στην παραγωγή. Ο Vernon έβγαλε μόνο τα δύο από αυτά, το "I Tried" και το "I Can't Quit You Baby" του Willie Dixon. Τα άλλα δύο "True Blue" και "Cold Blooded Woman" μπήκαν στον κατάλογο της Purdah αλλά δεν κυκλοφόρησαν. Τελικά εμφανίστηκαν στη σειρά Blues Anytime της δισκογραφικής Immediate. Η μπάντα γνώρισε την πρώτη δημόσια επιτυχία όταν ο Brian Wilcock, DJ στο κλαμπ Klook's Kleek του Λονδίνου και ένας φίλος του Harry Simmonds κανόνισαν για την μπάντα να παίξει σε ένα διάλλειμα των Cream που εμφανίστηκαν εκεί στις 2 Αυγούστου του 1966. Απ'όταν οι Cream έκαναν το ντεμπούτο τους στο 6ο φεστιβάλ Jazz and Blues την 31 Ιουλίου, αυτή ήταν η πρώτη τους εμπλοκή με κλαμπ, εκτός από μία εμφάνιση (ζέσταμα), που είχαν κάνει την 29 Ιουλίου στο Μάντσεστερ. Οι προσδοκίες για τους Cream ήταν υψηλές, έπαιξαν δύο σετ από τραγούδια, αλλά οι Savoy Brown πρόσφεραν τέτοια καταιγιστική εμφάνιση, που μάζεψαν αρκετές προσφορές για να αποκτήσουν δικό τους full-time χρόνο. Τελικά ο Wilcock έγινε ο μάνατζερ στις περιοδείες τους το Σεπτέμβριο του 1967. Η μπάντα άρχισε να εξαπλώνει τον κατάλογο συναυλιών για να συμπεριλάβει το Tiles Club, το Flamingo, το Marquee και το Metro στο Μπίρμιγχαμ. Ο Kim είπε κάποτε για αυτά τα αρχικά σόου: "Αρχίσαμε να παίζουμε σε μέρη όπως το Metro, που είναι σαν ένα μεγάλο soul κλαμπ, αλλά καταφέραμε να ευχαριστήσουμε τον κόσμο επειδή είχαμε τον Brice Portius, ένα μαύρο τραγουδιστή και τον συσχέτιζααν με τον Geno Washington, αν και εμείς παίζαμε blues".

I Can't Quit You Baby (1966)



Αρκετά σόου έπαιζαν σαν backing μπάντα στον Champion Jack Dupree. Όλοι ήταν μαζί, σε ένα σταθερό lineup, εκτός του Hall, ο οποίος πάλι είχε θέματα με την πρωινή δουλειά του, που αποτέλεσμα είχε να φύγει για λίγο, αλλά να επιστρέψει για part-time δουλειά, καθώς η αντικατάστασή του δεν δούλεψε για την μπάντα. O πρώην κιθαρίστας των Stone's Masonry, Martin Stone προστέθηκε, ενώ ο O'Leary αναχώρησε για να γίνει μέλος στους John Dummer's Blues Band. Η Decca υπέγραψε με την μπάντα με την σύσταση των Slaven και Vernon και στα μέσα του '67 το γκρουπ μας ήταν στα στούντιο West Hampstead στο Λονδίνο, ηχογραφώντας το πρώτο άλμπουμ τους με τον Mike Vernon στην παραγωγή. O Vernon συζήτησε τον συλλογισμό του για να υπογράψουν στην Decca, παρά σε μία από τις δικές του εταιρείες: "Πρώτα-πρώτα η Blue Horizon ήταν ακινητοποιημένη τότε, και δεύτερον πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν ενδιαφερόμουν πολύ για τον Brice στα φωνητικά". Το πρώτο LP στη Decca ηχογραφήθηκε σε μόλις τριάντα ώρες κατά την διάρκεια τριών συνεχόμενων ημερών. Το Shake Down ήταν μία "ωμή" συλλογή από στάνταρ blues με μόνο ένα ορίτζιναλ του Martin Stone "The Doormouse Rides the Rails". Ανάμεσα στα τρακ ήταν το "Rock Me Baby" του B.B. King, το "It's All My Fault" του John Lee Hooker, τρία κομμάτια του Willie Dixon και το "Black Night" από τον Fenton Robinson. Το τρακ που ξεχωρίζει εδώ είναι το "Shake 'Em on Down", μία άγρια δουλειά να εκτείνεται πάνω από 6 λεπτά. Το Shake Down κυκλοφόρησε στην Αγγλία τον Σεπτέμβριο του '67, αλλά για άγνωστους λόγους το LP δεν εμφανίστηκε καθόλου στην Αμερική. Η μπάντα συνέχισε να εμφανίζεται εκτεταμένα ενώ το Shake Down ήταν στην παραγωγή, κάνοντας σαν να πρόκειτο για τιμωρία 24 εμφανίσεις σε μόνο 21 ημέρες σαν backing μπάντα στον John Lee Hooker. Επίσης πήραν μία καλοκαιρινή διαμονή στο Charlottenlund, βόρεια της Κοπενχάγης. Γύρω εκεί στην κυκλοφορία του Shake Down, σε μία παράξενη σύμπτωση η μπάντα πέρασε ένα πραγματικό shake down λόγω ναρκωτικών στην Barnstaple μία πόλη στο Devon, κατά την διάρκεια μιάς μικρής περιοδείας. Αυτό το περιστατικό οδήγησε τον Harry να διώξει τον αδελφό του από την μπάντα, αν και γρήγορα επανήλθε. Άλλες αλλαγές ακολούθησαν καθώς ο Chappell και ο Portius έφυγαν και αντικαταστάθηκαν από τον Bob Brunning στο μπάσο και τον Chris Youlden στα φωνητικά. Ο Brunning υπήρξε στους Fleetwood Mac για κάτι εβδομάδες τον Αύγουστο του '67. Ο Youlden υπήρξε σε διάφορα σχήματα συμπεριλαμβανομένων τριών που λέγονταν Down Home Blues Band και Shakey Vick's Big City Blues Band και Cross Ties Blues Band. Ύστερα ο Manning παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε στα ντραμς από τον Hughie Flint, πριν στους Bluesbreakers, αλλά και στην μπάντα του Alexis Korner, Free at Last. Τελικά ο Stone αποχώρησε και ο Kim ζήτησε από τον O'Leary να επανέλθει στην μπάντα. Ο O'Leary αρχικά συμφώνησε, μετά άλλαξε γνώμη. Έτσι ο Stone αντικαταστάθηκε από τον "Lonesome" Dave Peverett. Ο Dave Peverett γεννήθηκε στο Dulwich αλλά μεγάλωσε στο Brixton. Ασχολήθηκε αρχικά με την μουσική, όταν άκουσε το "Rock Around the Clock" του Bill Haley and the Comets. Μετά άκουσε Jerry Lee Lewis, Little Richard, Fats Domino, Chuk Berry και Elvis πριν στραφεί στους blues μουσικούς Bo Diddley, Muddy Waters, Lightnin' Hopkins και John Lee Hooker. Στα 16 του αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και με τον αδελφό του στα ντραμς μάζεψαν άλλους μουσικούς και σχημάτισαν μία μπάντα που έπαιξαν το πρώτο τους πάρτυ το 1963. Μετά από μία σειρά αλλαγών ονόματος το γκρουπ που περιλάμβανε τον Chris Youlden, τελικά καταστάλλαξε στο όνομα Cross Ties Blues Band. Το 1966 είχαν γίνει οι the Lonesome Jax Blues Band, (από το σκηνικό όνομα του Dave Peverett). Η μπάντα έπαιξε στο κύκλωμα των κλαμπ του Λονδίνου. Αργότερα ο David Peverett πήγε στο Ελβετικό γκρουπ Les Questions, με τους οποίους έπαιξε μέχρι τον Οκτώβριο του 1967, οπότε επέστρεψε στην Αγγλία με σχέδια να ξεκινήσει μία μπάντα μαζί με τον Youlden. Αντί γι'αυτό πήγε στους Savoy Brown. Με μόνο τον Kim και τον Hall από το προηγούμενο lineup το γκρουπ εισήλθε στο στούντιο να ηχογραφήσει το επόμενο single του. Ο Youlden ξεπετάχθηκε ως η δημιουργική δύναμη μέσα στην μπάντα, συνεισφέροντας το φρενήρες "Taste and Try, Before You Buy," το οποίο έγινε η Α πλευρά της επόμενης κυκλοφορίας τους. Ο Kim είχε γράψει το κομμάτι στην flip side "Someday People". Το Record Minor επαίνεσε την μπάντα ότι παίζει "ένα στυλ των blues του Σικάγο που είναι εμπορικό και αυθεντικό" και παρατήρησε ότι ο Youlden ήταν "συχνά όπως ο Long John Baldry και ο Rod Stewart". Λίγο μετά το single νέες αλλαγές προσωπικού έλαβαν χώρα. Έφυγαν οι Brunning και Flint. Το 1968 ο Brunning έφτιαξε τους the Brunning Hall Sunflower Blues Band με τον Bob Hall και ο Flint πήγε στους McGuiness-Flint. Αφού δοκίμασαν διάφορες αντικαταστάσεις για τα ντραμς (συμπεριλαμβανομένου του Bill Bruford) και για μπάσο, η μπάντα αποφάσισε για τον Rivers Jobe και τον Robert Earl αντίστοιχα. Ο Jobe πριν ήταν μέλος των Anon με τα μελλοντικά ιδρυτικά μέλη των Genesis, Anthony Phillips και Mike Rutherford.

The Doormouse Rides the Rails (1967)


Ο παραγωγός Mike Vernon κανόνισε για sessions για το επόμενο άλμπουμ του γκρουπ Getting to the Point, το οποίο έγινε τον Μάρτιο του 1968. Μαζί με τον Kim o Youlden ξεπετάχθηκε ως ηγέτης του γκρουπ και μαζί ή χώρια το ζεύγος συνέθεσε το περισσότερο από το υλικό. Ενώ στην Αγγλία η βερσιόν του άλμπουμ απεικόνιζε τον Kim να φοράει στρογγυλά γυαλιά, που στο κάθε τζάμι φαινόταν ένας μαύρος, η Αμερικανική βερσιόν έδειχνε ένα κολάζ. Ο Kim εξήγησε στην Melody Maker ότι το ορίτζιναλ εξώφυλλο προσπαθούσε να δείξει ότι "αν και είμαστε λευκοί, βλέπουμε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο που τα βλέπει κι ένας μαύρος, αλλά για κάποιο λόγο στην Αμερική αυτό άλλαξε". Με μόνο δύο διασκευές, και επτά ορίτζιναλ το άλμπουμ σηματοδότησε την μετάβαση των Savoy Brown Blues Band από σχήμα που έκανε διασκευές σε μία μπάντα που έδειχνε την δική της ταυτότητα. Highlights ήταν το moody "Mr. Downchild", το "Stay With Me Baby" και το "You Need Love" του Willie Dixon. Το Getting to the Point κυκλοφόρησε και Αμερική και Αγγλία τον Ιούλιο του '68 με θετικές κριτικές. To Disc Weekly έγραψε ότι το άλμπουμ "περικλείει την άψογη ορχηστρική τους ικανότητα (ιδιαιτέρως του κιθαρίστα Kim Simmonds) και καθαρό, σφιχτό ήχο. Ένα συναρπαστικό LP-είναι δύσκολο να κάτσεις ακίνητος ενώ παίζει και αυτό είναι όλο το θέμα με τα blues". Το Rolling Stone παρατήρησε "οι Savoy Brown δεν εμφανίζονται με πολύπλοκη τεχνική αρτιότητα και δεν προσπαθούν να μεγαλοποιήσουν την μουσική τους. Η δύναμη του άλμπουμ βρίσκεται στο δέσιμο του γκρουπ και στην δυναμική του. Ο vocalist Chris Youlden είναι ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές των blues που φάνηκαν στην Αγγλία. Η φωνή του έχει την αντήχηση και τον τόνο που είναι τόσο απαραίτητα για να δώσουν την δύναμη και το συναίσθημα, δηλαδή αυτό που είναι...τα blues".

Honey Bee (1968)


Τον Ιούνιο του 1968, το γκρουπ είχε κυκλοφορήσει το single "Walking by Myself" και στην άλλη πλευρά το "Vicksburg Blues". To "Walking by Myself" ήταν ένα δυνατό κομμάτι στο οποίο ο Bob Hall έπαιζε πιάνο, περιείχε το σολάρισμα του Simmonds και ντουέτο στα φωνητικά από τους Youlden και Peverett. Το γκρουπ είχε τώρα περικόψει το όνομά του σε Savoy Brown για αυτήν και τις επόμενες κυκλοφορίες. Από την 7 μέχρι την 9 Οκτωβρίου του 1968, η μπάντα ηχογράφησε το επιδραστικό "Train to Nowhere", το οποίο ένας κριτικός περιέγραψε ως "απαθές/υπνωτικό σαν αίσθηση". Ο Youlden έδωσε δυναμικά φωνητικά στην ηχογράφηση και η μπάντα χρησιμοποίησε ένα τμήμα χάλκινων για πρώτη φορά (λέγεται ότι περιλαμβάνονται πέντε τρομπόνια). Αργότερα κυκλοφόρησε σαν single με το Rolling Stone να λέει για αυτό "σίγουρα ένα από τα αληθινά κρυμμένα διαμαντάκια του 1969". Η ηχογράφηση επίσης παρουσίασε την εκλεπτυσμένη ικανότητα ως παραγωγού του Vernon, που κατάφερε να χτίσει ένταση κατά την διάρκεια του κομματιού. Τότε δύο μέρες ήταν μία ασυνήθιστα μεγάλη χρονική περίοδος για να περάσεις στο στούντιο ηχογραφώντας και μιξάροντας ένα μόνο κομμάτι, αλλά τα αποτελέσματα άξιζαν και αξίζουν πολύ περισσότερη κριτική και εμπορική έπαρση. Η flip side το στοιχειωτικό "Tolling Bells" ήταν ακόμα περισσότερο δυναμικό και ακόμα μία φορά το γκρουπ πέτυχε να δημιουργήσει μία επίμονη ένταση.

Tolling Bells (1969)


Τέλη του '68 το πρόγραμμα των Savoy Brown ήταν κλεισμένο με ποτέ λιγότερες από έξι εμφανίσεις κάθε εβδομάδα. Η αντίδραση του κοινού ήταν πάντοτε ενθουσιώδης καθώς ο Kim εξήγησε στο Beat Instrumental: "Από τότε που κάναμε το νέο lineup η μπάντα έχει δουλέψει ακόμα καλύτερα. Το ενδιαφέρον στο είδος της μουσικής που παίζουμε έχει αυξηθεί ραγδαία και τα πάμε πολύ καλά τώρα". Τον Νοέμβριο η μπάντα αποδέσμευσε τον μπασίστα Jobe και ζήτησε από τον πρώην Brunning να επανέλθει μόνιμα. Αυτός αρνήθηκε και έτσι πήγε ο Tone Stevens. Tην 6 Δεκεμβρίου του 1968, η μπάντα εμφανίστηκε στο City Of Leicester College of Education. Η παράσταση γράφτηκε με τον Dave Peverett να υποκαθιστά τον Chris Youlden που ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να τραγουδήσει καλά. Ηχογράφησαν το σετ, ωστόσο και τρία τρακς-το "May Be Wrong", το "It Hurts Me Too" και το "Louisiana Blues"-εμφανίστηκαν στον επόμενο δίσκο τους. Το "Louisiana Blues" ένα μεγάλο ορχηστρικό κομμάτι, θα έκλεβε την παράσταση στην επερχόμενη περιοδεία τους στην Αμερική. Τον Δεκέμβριο, η μπάντα επέστρεψε στο στούντιο να ηχογραφήσει δύο ακόμα κομμάτια, το "She's Got a Ring in His Nose and a Ring on Her Hand" και το "Don't Turn Me from Your Door". Tον Ιανουάριο του 1969 ηχογράφησαν το "Grits Ain't Groceries (All Around the World). To "Grits" ήταν σύνθεση του Titus Turner και με το όνομα "All Around the World" ήταν top ten χιτ το 1955 όπως διασκευάστηκε από τον Little Willie John. O Little Milton μετά αναβίωσε το κομμάτι το 1969 ως "Grits Ain't Groceries". Το τραγούδι παρουσίαζε ένα εκπληκτικό μέρος πνευστών και είχε ζευγαρωθεί με "κουδούνισμα" για την Αμερικάνικη αγορά. Οι Savoy Brown άρχισαν την δέκα εβδομάδων περιοδεία στην Αμερική τον Ιανουάριο. Έπαιξαν στο Fillmore East και στο Fillmore West και εμφανίστηκαν στην διαδρομή στο Σικάγο και στο Ντιτρόιτ. Στην πρώτη τους εμφάνιση στην Αμερική-ένα μικρό κλαμπ της Νέας Υόρκης που λεγόταν the Scene-το κοινό αντέδρασε ψυχρά. Έτσι εκεί και τότε αποφάσισαν να ζωντανέψουν την σκηνική τους παρουσία δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον Youlden. Άρχισε να εμφανίζεται με ένα ψηλό καπέλο και ένα μεγάλο τσιγάρο στο στόμα. Βελούδινο παντελόνι και μαύρο γούνινο μπουφάν συμπλήρωνε την εικόνα του. Η μπάντα επίσης πρόσθεσε boogie στο σετ των τραγουδιών τους που σαν το "Louisiana Blues" εμφανίστηκαν να είναι αυτά που έκλεβαν την παράσταση και διασκέδαζε περισσότερο ο κόσμος. Αργότερα ο Kim περιέγραψε στο Disc and Music Echo την περιοδεία: "Μέχρι να φτάσουμε στο Ντιτρόιτ-γύρω στα μισά της διαδρομής-τα πράγματα δεν ήταν τόσο καλά. Μετά ξαφνικά εισπράξαμε τέτοια αντίδραση...που κι αν ακόμα πηγαίναμε σήμερα στο Ντιτρόιτ δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί". Η περιοδεία αποδείχτηκε μεγάλη επιτυχία. Ο Harry εξήγησε: "Το καλό που τους έκανε ήταν τεράστιο. Εμπνεύστηκαν από την αντίδραση του μεγάλου κοινού. Εκεί που στην Αγγλία εμφανίζονταν με βρώμικα τζιν και απλά έπαιζαν μουσική, τώρα είχαν ξαφνικά βρεθεί σε ένα σόου. Ο Kim δεν κρυβόταν πιά πίσω στη σκηνή-αυτός και ο Chris ήταν μπροστά-μπροστά". Τον Μάιο του 1969, η μπάντα κυκλοφόρησε το επόμενο άλμπουμ της, Blue Matter. Αποτελούμενο από single που πριν είχαν κυκλοφορήσει, live κομμάτια ηχογραφημένα στο Leicester με τον Peverett στα φωνητικά και μία διασκευή του John Lee Hooker, το Blue Matter ήταν μία εντυπωσιακή προσπάθεια. Η Melody Maker το αποκάλεσε "ωραίο, αξιόλογο άλμπουμ και σίγουρα το καλύτερο που έχουμε ως εδώ από αυτό το γκρουπ".Και το Record Mirror είπε: "Αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο άλμα από τα twelve bar και μία εμβάπτιση σε ότι θα μπορούσε να ολοκληρωθεί τεντώνοντας τα απαρχαιωμένα όρια". Παρά τους επαίνους από τον μουσικό τύπο, το LP κόλλησε στο #182 στην Αμερική, ενώ δεν κατάφερε να μπεί στα chart στην Αγγλία. Αργότερα τον ίδιο μήνα η μπάντα έκανε sessions στα στούντιο για το επόμενο άλμπουμ (το τελευταίο με παραγωγό τον Mike Vernon), A Step Further. Aρχικά ονομάστηκε Asylum και κυκλοφόρησε στην Αμερική για να συμπέσει χρονικά με την δεύτερη Αμερικανική περιοδεία τους. Αυτή κράτησε 4 μήνες αρχίζοντας από τον Ιούνιο. Ένα τρακ το "Ι'm Tired", κυκλοφόρησε σαν single στην Αμερική και έφθασε το #74 στα chart.

I'm Tired (1969)


Το Rolling Stone έδωσε έμφαση στα "απίθανα φωνητικά" του Youlden και στον "ερεθιστικό ρυθμό" του τραγουδιού. Το άλμπουμ συνέχισε την φόρμουλα των προηγούμενων LP μία live πλευρά και μία στουντιακή. Τα καλύτερα υπήρχαν στη στουντιακή: Το "Ι'm Tired", το moody "Life's One Act Play" και η σύνθεση του Youlden "Made Up My Mind". H live πλευρά ήταν ένα ατέλειωτο boogie με την Melody Maker να την αποκαλεί:"τελείως βαρετή, αποτελούμενη από ένα riff ηχογραφημένο live", αν και παραμένει αγαπημένη από τους φαν των Savoy Brown. Ο ίδιος ο Kim ήταν ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, λέγοντας στo Beat Instrumental: "Νομίζω το τελευταίο άλμπουμ A Step Further, εξέπληξε πολύ κόσμο στο ότι ήταν πολύ πιό heavy από οτιδήποτε είχαμε κάνει πριν". Το άλμπουμ έφτασε στο #71 στην Αμερική. Κατά την διάρκεια των sessions για το A Step Further, ο Hall, o Peverett, o Stevens και ο Earle άρχισαν να τζαμάρουν σε κάποια παλιά rockabilly. Χωρίς να το γνωρίζουν ο μηχανικός ηχογραφούσε αυτό το ανεπίσημο και ξεκάρφωτο τζάμ. Αφού άκουσαν το αποτέλεσμα, η τετράδα αποφάσισε να δημιουργήσει ένα rockabilly άλμπουμ και ηχογράφησαν ακόμα κάποια τραγούδια στο ίδιο μοτίβο, συμπεριλαμβάνοντας τα κλασικά rock 'n' roll "Shake, Rattle and Roll", "Matchbox" και "Keep a Knockin'". Αυτές οι ηχογραφήσεις έκαναν το The World of Rock and Roll άλμπουμ του 1969, με credits ως Warren Phillips and the Rockets. Η δεύτερη Αμερικανική περιοδεία τους παγίωσε την αρχική τους επιτυχία. Τα πλήθη στο Ντιτρόιτ γοητεύτηκαν ιδιαίτερα και οι Savoy Brown έγιναν το μεγαλύτερο σχήμα εκεί μαζί με τους Cream. Με την άφιξή τους στην πατρίδα τους, η μπάντα πήγε σε μία Αγγλική περιοδεία με τους Jethro Tull και τον Terry Reid, από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1969. Ο Harry ξανά έδιωξε τον αδελφό του Kim τον Δεκέμβριο του '69 και η μπάντα έπαιξε στα sessions του BBC χωρίς αυτόν. (Ο Kim επανήλθε λίγο αργότερα). Τέλη του 1970, οι Savoy Brown επιβιβάστηκαν για την τρίτη τους περιοδεία στην Αμερική, μετά από την οποία επέστρεψαν στην Αγγλία να ηχογραφήσουν τα κομμάτια για το επόμενο άλμπουμ τους, Raw Sienna (σε παραγωγή Kim και Youlden). Το άλμπουμ ήταν πιό πολύπλοκο από τα προγενέστερα και ο Kim εξέφρασε την ικανοποίησή του με το τελικό αποτέλεσμα: "Το Raw Sienna είναι ένα προσωπικό κατόρθωμα για μένα", είπε στην Melody Maker. "Και ως προς την παραγωγή και μουσικά. Είναι το καλύτερο άλμπουμ μέχρι τώρα εν μέρει επειδή ο καθένας μας είχε τόση ελευθερία ενώ ηχογραφούσαμε". Οι συνθέσεις του Youlden ακόμα μία φορά παρείχαν τα highlights. To άλμπουμ είχε περισσότερα χάλκινα, και πιό jazz ενορχηστρώσεις όπως το "A Hard Way to Go", "Needle and Spoon" και "I'm Crying".

I'm Crying (1970)


Το New Musical Express εξήρε το LP γράφοντας: "Ένας πλούσιος, βαθύς blues ήχος ιδιαίτερα από το μπάσο (Stevens) με τον Chris Youlden να παράγει τον σωστό ήχο στα φωνητικά και τον Kim Simmonds ένα δυναμικό κιθαρίστα". Παρά όλα αυτά το LP έφτασε μόνο μέχρι το #121 στα chart της Αμερικής. Εμπορική αδιαφορία και επίσης η κούραση του να στέκεται γύρω από τα κιθαριστικά σολαρίσματα του Kim, οδήγησαν τον Youlden να αφήσει τους Savoy Brown τον Μάιο του 1970. Ο Kim προσπάθησε να δώσει την καλύτερη ερμηνεία λέγοντας στην Melody Maker: "Ήταν ένα υγιής χωρισμός...και ο Chris ήθελε να τραβήξει τον δρόμο του. Ενώ ήταν στο γκρουπ, το έβρισκε ολοένα και δυσκολότερο να συμβιβαστεί, πράγμα που πρέπει να κάνεις όταν ανήκεις σε ένα γκρουπ". Ο Kim επίσης συζήτησε την αποχώρηση του Youlden με το Beat Instrumental: "Δεν είναι το είδος του προσώπου που βρίσκει εύκολο το να κάνει συμβιβασμούς. Ίσως αυτό είναι ότι κάνει κάποιον επιτυχημένο και αυτός και η μπάντα πήγαιναν σε πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις. Νομίζω έγραψε τα τραγούδια του έχοντας μία ιδιαίτερη αντιμετώπιση μέσα στο μυαλό του, ενώ η μπάντα τους έδωσε ένα διαφορετικό στυλ. Είναι κοντύτερα σε ανθρώπους όπως ο Jimmy Witherspoon παρά μία heavy μπάντα. Το γνώριζα ότι θα έφευγε". Ο Youlden δεν αντικαταστάθηκε και ο Peverett άρχισε να κάνει τα φωνητικά. Ο Kim εξήγησε στο Record Mirror ότι περισσότερες αλλαγές ήταν να γίνουν: "Τώρα που ο lead singer μας έχει αφήσει το γκρουπ, πρέπει στο μέλλον να αυξήσουμε την μπάντα. Προς στιγμήν εμφανιζόμαστε σαν κουαρτέτο και φαίνεται ότι τα πάμε καλά στις εμφανίσεις μας σε όλη την Αγγλία". Η μπάντα έπαιξε σε 14 συναυλίες στην Αγγλία μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου, επιστρέφοντας μετά στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το επόμενο άλμπουμ τους. Με την απώλεια του βασικού τους τραγουδοποιού, τα υπόλοιπα μέλη έπρεπε να μαζέψουν τα μπόσικα. "Αφού ο Chris άφησε το γκρουπ, όλοι μας αναμιχθήκαμε περισσότερο στο γράψιμο", είπε ο Tone Stevens στο Record Mirror. "Το νέο single μας είναι ένα θέμα που που έγραψα εγώ που λέγεται "Poor Girl" και είναι ένα είδος αντανάκλασης από τις περιοδείες στην Αμερική των κοριτσιών που συνάντησα". Το άλμπουμ Lookin' In κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1970, μόλις 4 μήνες μετά τον προηγούμενο. Το Lookin' In πρόσφερε μία επιστροφή στα βασικά, αποφεύγοντας τα χάλκινα και τις περίπλοκες συνθέσεις για χάρη των πιό heavy riff δομών στα τραγούδια. Τα καλύτερα τρακς ήταν το μακροσκελές "Leavin' Again", το "Poor Girl" του Stevens και το ομώνυμο κομμάτι. Το πιό εμπορικά επιτυχημένο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα, έφτασε το #39 στα Αμερικανικά chart.

Poor Girl (1970)


Η μπάντα μετά ζήτησε από τον Bob Hall, ακόμα part-time μέλος μέχρι τότε να γίνει μόνιμο μέλος. Αλλά ο Hall, που συνέχισε την πρωινή του δουλειά, αρνήθηκε και δεν αντικαταστάθηκε. Όπως εξήγησε ο Kim στο Beat Instrumental: "Κάποτε ο Bob θα ερχόταν σε μία μας εμφάνιση και θα μπορούσε να ταιριάξει απόλυτα. Ήρθε όμως ο καιρός που ήμασταν τόσο πολύπλοκοι για αυτόν να το κάνει πιά, εκτός κι αν γινόταν full-time μέλος". Με τον Hall να μην έχει αντικατασταθεί, ο Kim μερικές φορές θα έπαιζε πιάνο κατά τις εμφανίσεις τους. Επίσης έφεραν ένα παίκτη του konga τον Owen Finnegan, αν και η θητεία του ήταν σύντομη. Τον Νοέμβριο του 1970, το γκρουπ άρχισε την 5η Αμερικανική περιοδεία του (πλην Finnegan). Ενώ το γκρουπ βρήκε καλή ανταπόκριση στην Αμερική, ο Kim και τα άλλα μέλη συμφώνησαν αμοιβαία ότι το γκρουπ θα έπρεπε να διαλυθεί μόλις επιστρέψουν στην Αγγλία. Ο Kim συζήτησε με την New Musical Express: "Επιθυμώ να διευρύνω την μουσική εμβέλεια της μπάντας και αυτό το lineup είναι τόσο περιοριστικό". Από την μεριά τους οι Peverett, Stevens και Earle ήταν πρόθυμοι να πορευθούν μόνοι τους και ενώνοντας δυνάμεις με τον Rod Price σύντομα θα έπιαναν το στάτους των σταρ στο rock 'n' boogie γκρουπ των Foghat. O Kim ακόμα κι αν είχε απολύσει όλη την μπάντα, αποφάσισε να μην διαλύσει τους Savoy Brown, αλλά να αλλάξει πλήρως το lineup φέρνοντας τον ντράμερ Ron Berg, τον keyboard player Paul Raymond, τον μπασίστα Andy Pyle και τον τραγουδιστή Pete Scott. Ο Berg ήταν πριν στους Bloodwyn Pig, ο Raymond ήταν μέλος των Chicken Shack και των Plastic Penny και ο Pyle στους Bloodwyn Pig και στους McGregor's Engine. Τα νέα μέλη πρόβαραν από τα τέλη Δεκεμβρίου έως αρχές Ιανουαρίου, προετοιμάζοντας την 6η Αμερικανική περιοδεία των Savoy Brown. Επίσης ηχογράφησαν τέσσερα τραγούδια σε ένα session στο BBC ,το οποίο περιλάμβανε το πρωτότυπο "Street Corner Talking". Από τον Φεβρουάριο του 1971, η μπάντα έκανε περιοδεία στην Αμερική μαζί με τους the Faces. Μη ικανοποιημένος, ο Kim αποφάσισε ξανά να ανανεώσει το lineup, ώστε να αναζωογονήσει την μπάντα, έτσι με το τέλος της περιοδείας ο Pyle και ο Berg έφυγαν για να πάνε στους Juicy Lucy και ο Kim τους αντικατέστησε με τον Andy Silvester και τον Dave Bidwell, πρώην μπασίστα και ντράμερ στους Chicken Shack. Ο πρώην τραγουδιστής των Idle Race, Dave Walker επίσης πήγε σαν αντικαταστάτης του Scott. (Ο Scott εμφανίστηκε στο άλμπουμ των Beggars Opera, Beggars Can't Be Choosers (1975). Ο Kim εξήγησε την αλλαγή στο Circus: "Η πρόοδος μας ήταν μηδενική και δεν κερδίζαμε καλές κριτικές, ιδιαίτερα στην West Coast. Ήθελα να μείνω όσο ελεύθερος ήταν δυνατόν και αντίθετα αισθάνθηκα εγκλωβισμένος". O Kim επίσης αισθάνθηκε ότι η μπάντα χρειαζόταν απελπισμένα μία νέα κατεύθυνση και αποφάσισε ότι μία επιστροφή στα βασικά ήταν ότι καλύτερο. Το γκρουπ ηχογράφησε το άλμπουμ Street Corner Talking σε τέσσερα 12-ωρα sessions. Σε παραγωγή Neil Slaven, ήταν μία συνεκτική και προσεγγίσιμη συλλογή. Το "Tell Mama" έγινε το κομμάτι-υπογραφή του γκρουπ και μικρό χιτ (#83).

Street Corner Talking (1971)


Το New Musical Express χειροκρότησε το single λέγοντας: "Είναι ανέμελο και ζωηρό, για συνεχόμενο άκουσμα και είναι κομμένο και ραμμένο για τις ντισκοτέκ". Άλλα highlights ήταν το "Let It Rock" και μία διασκευή του χιτ των the Temptations, "I Can't Get Next to You". Το Street Corner Talking κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1971 και έφτασε στο #75 των Αμερικανικών chart. Γενικά, το νέο LP απέσπασε κυρίως θετικές κριτικές. To Disc and Music Echo έγραψε: "Είναι ένα καλό άλμπουμ-με καλή σύνθεση και παραγωγή. Τα κομμάτια ποικίλουν, ροκάρει, υπάρχει κάποια blues κιθάρα εδώ κι εκεί". Το Rolling Stone το αποκάλεσε "το πιό περιεκτικό διασκεδαστικό άλμπουμ", προσθέτοντας "το Street Corner Talking σηματοδοτεί την αναγέννηση των Savoy Brown. Οι αλλαγές προσωπικού που έφεραν το γκρουπ στην τωρινή του μορφή είναι επίσης υπεύθυνες για την νέα ζωή των Savoy Brown ως rock γκρουπ, που φαίνεται να διαρκεί πολύ καιρό και να είναι κερδοφόρο". Το γκρουπ έκανε δύο ακόμα περιοδείες στην Αμερική το 1971. Τον Φεβρουάριο του 1972 κυκλοφόρησαν το έβδομο άλμπουμ τους, Hellbound Train, πάλι σε παραγωγή Nick Slaven. Αν και όχι ένα από τα καλύτερά τους άλμπουμ, ειρωνικά έγινε το πιό επιτυχημένο τους φτάνοντας στο #34 των Αμερικανικών chart. Το Rolling Stone περιέγραψε την κυκλοφορία ως "μέτρια επιτυχία από μία ευχάριστη να ακούς μπάντα. Αυτό είναι ένα ήρεμο, διασκεδαστικό LP για την μία πλευρά και την άλλη μισή. Μετά έρχεται το ομώνυμο κομμάτι, ένα μακρύ ιμπρεσιονιστικό θέμα. Η μπάντα έκανε περιοδεία στην Αγγλία με τους Chicken Shack πριν ξεκινήσουν την 8η περιοδεία τους στην Αμερική.

Lost and Lonely Child (1972)


Τον Ιούνιο του 1972, ο Silvester έφυγε για να αντικαταστήσει τον Pyle στους Juicy Lucy. O Pyle ήρθε στην θέση του Sylvester στους Savoy Brown. Το lineup αναθεωρημένο ηχογράφησε ένα κονσέρτο το καλοκαίρι του 1972 στο Central Park, που ψηφίστηκε ως το καλύτερο στην σειρά των κονσέρτων της Νέας Υόρκης από την Village Voice. Το σόου κυκλοφόρησε το 1989 ως Live in Central Park, ένα rock άλμπουμ που περιελάμβανε 4 τραγούδια από το επερχόμενο άλμπουμ τους Lion's Share, μαζί με το "Tell Mama" και το "Shot in the Head", από το Street Corner Talking. Τον καιρό που κυκλοφόρησε το Lion's Share τον Νοέμβριο του 1972, ο Walker είχε φύγει για να πάει στους Fleetwood Mac, για ότι θα έμελλε να είναι μία μικρή και δυσάρεστη παραμονή. Οι Savoy Brown τον αντικατέστησαν με τον βετεράνο μουσικό Jackie Lynton. Το Lion's Head περιείχε μερικά ενθυμητικά κομμάτια, ιδιαίτερα το "Shot in the Head" γραμμένο από τα πρώην μέλη των Easybeats, Harry Vanda και George Young και το "Second Try" του Kim, ένα εξαιρετικό rock. Το Lion's Share μόλις που σκαρφάλωσε στα Αμερικανικά hart φτάνοντας στο #151. Ο Kim Simmonds συνέχισε να ηχογραφεί και να κάνει περιοδείες με το όνομα Savoy Brown, κυκλοφορώντας το Jack and Toad (1973, U.S. #84), Boogie Brothers με τον Stan Webb και τον Miller Anderson (1974, U.S. #101), Wire Fire (1975, U.S. #153), Skin ΄n΄ Bone (1976) και Savage Return (1978). To 1978 o Kim μετακινήθηκε στην Αμερική, όπου συνέχισε να κυκλοφορεί δίσκους ως Savoy Brown, συμπεριλαμβανομένων των Just Live (1981, German ηχογραφημένο το 1970), Greatest Hits-Live in Concert (1981), Rock 'n' Roll Warriors (1981), Slow Train (1986), Live 'n' Kicking (1990, German), Let It Ride (1992), Bring It Home (1995), το σόλο ακουστικό Solitaire (1998) και το The Blues Keep Me Holding On (1999). To 2000 έκανε ένα σόλο δεύτερο ακουστικό CD, το Blues Like Midnight. O Chris Youlden ηχογράφησε δύο σόλο άλμπουμ, το Nowhere Road (1973) και το City Child (1974) και μετά άφησε την μουσική για να επιστρέψει στο σχολείο. Έκανε το Second Sight το 1991. Ο Dave Walker έμεινε στους Fleetwood Mac αρκετά για να ηχογραφήσουν το Penguin. Πήγε στους Black Sabbath το 1978, μένοντας μόνο μερικούς μήνες. Επανήλθε στους Savoy Brown τον Ιανουάριο του 1987 και έμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1991.

Bad Shape (1999)



Ο Jackie Lynton έφτιαξε τους Jackie Lynton's Grande, που έβγαλαν ένα άλμπουμ. Ένα δεύτερο κυκλοφόρησαν το 1980 με το όνομα Jackie Lynton Band. O Andy Pyle επανήλθε στους Bloodwyn Pig και αργότερα ήταν μέλος των the Kinks (από Νοέμβριο του 1976 μέχρι Απρίλιο του 1978). Επίσης έπαιξε με τον Alvin Lee και με τους Wishbone Ash. O Berg και ο Pyle έκαναν ομάδα ξανά στο άλμπουμ του Alvin Lee, Pump Iron το 1975. Το επόμενο πρότζεκτ τους ήταν μία μπάντα που έφτιαξαν το 1978, που λεγόταν Network, που επίσης περιλάμβανε τον πρώην των the Kinks, John Gosling. O Paul Raymond πήγε στους UFO καθώς και στο παρακλάδι τους Michael Schenker Group.
Ο αγέραστος bluesman Simmonds και οι Savoy Brown με την απέραντη δισκογραφία κυκλοφόρησαν τον τελευταίο τους δίσκο Witchy Feelin' το 2017.  Γι'αυτόν τον δίσκο λοιπόν μας λέει: "Προσπάθησα να γράψω τραγούδια που είχαν μία προσωπική άποψη, αλλά που να μπορούν να ακουστούν και να  αρέσουν στον καθένα. Στο 'Vintage Man', έγραψα για το είδος του τύπου που δεν αλλάζει καθώς γερνάει. Έγραψα για την δύναμη της αγάπης στο 'Why Did You Hoodoo Me'. Και με το 'Guitar Slinger', έγραψα ένα τραγούδι για κάποιον που βλέπει ένα μεγάλο κιθαρίστα σε ένα παλιό country bar-όπως συνέβη σε μένα όταν είδα για πρώτη φορά τον Roy Buchanan το '69."

Savoy Brown

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κυριακή 7 Απριλίου 2019





CAROL OF HARVEST



German Psych/Folk



Το μοναδικό άλμπουμ των Carol of Harvest ήταν ένα από τα σπάνια psych/folk άλμπουμ που έπιασαν τέτοιες αστρονομικές τιμές, ώστε να διαφεύγει από την εμβέλεια ενός μέσου συλλέκτη.  Ευτυχώς επανακυκλοφόρησε σε ένα υπέροχο CD με ένα πλήθος από bonus κομμάτια για όσους μεγάλωσαν μετά την εποχή του βινυλλίου. Ζεστή folk-rock με νύξεις συμφωνικής progressive θα τοποθετούσαν αυτό το άγνωστο LP πάνω-πάνω στην wish list πολλών site.

Put on Your Nightcap (1978)


Αν και το άλμπουμ εμφανίστηκε στην Γερμανία το 1978, αλήθεια ακούγεται σαν Αγγλικό, από μία παλαιότερη εποχή κάπου γύρω στο '71 ή '72. Το όνομα της μπάντας φέρνει στο μυαλό την εποχή της συγκομιδής, δηλαδή το φθινόπωρο και αυτή είναι και η διάθεση του άλμπουμ όπως θα ακούσετε. Τα τραγούδια του βασίζονται στις μελωδίες της ζεστής ακουστικής κιθάρας και στα απίστευτα φωνητικά της front woman Beate Krause, που κατέχει μία μαγική, πολύ αισθησιακή και γεμάτη συναίσθημα φωνή. Το moog είναι το όργανο εδώ και τα κομμάτια κλιμακώνονται με τα σόλο αυτού του οργάνου. Το άλμπουμ συχνά συγκρίνεται με folk-rock γκρουπ, όπως οι Mellow Candle και οι Trees, όμως μπορεί να ακούσει κανείς Αγγλική συμφωνική ποιότητα σαν αυτή των Cressida ή των Barclay James Harvest. Οι λάτρεις της πρώιμης εκείνης σκηνής των 70'ς είναι σίγουρο ότι θα το απολαύσουν. Ο ήχος είναι θαυμάσιος και το όλο πρότζεκτ έχει ένα απόκοσμο vibe.

Somewhere at the End of the Rainbow (1978)


Το 15-λεπτο "Put on Your Nightcap", που ανοίγει το δίσκο είναι ένα αριστούργημα. Είναι ένα τραγούδι για τον πόλεμο, για τους ανθρώπους που υποφέρουν, την στιγμή που κάποιος στην βολή του σπιτιού του φοράει το νυχτικό του καπέλο για να κοιμηθεί στον μικρόκοσμό του μη ενδιαφερόμενος για τίποτα πλην του εαυτού του. Οπωσδήποτε λόγω προφοράς υπάρχει μία κάπως περίεργη αίσθηση, αλλά η Krause το αποδίδει σαν να πρόκειται για μία ευχή σε όσους έπεσαν στην μάχη. Η αίσθηση της ασάφειας, της ομίχλης και του καπνού από τα πυροβόλα μειώνεται και ρέει μέσα στο κομμάτι, διακοπτόμενη από τις σειρήνες των θυγατέρων του Βόταν (Βαλκυρίες) που καλούν τους νεκρούς στην Βαλχάλλα.
Τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου επιμένουν επίσης να είναι δυνατά. Ακόμα ένα highlight είναι αυτό που κλείνει το άλμπουμ "Try a Little Bit". Τα κομμάτια που στολίζουν τον δίσκο ήταν αρχικά πέντε.

Try a Little Bit (1978)


Τα bonus τρακς είναι live και παρά την ποιότητα του ήχου, έχουν μία πιό rock προσέγγιση. Με επιρροές από Camel, Pink Floyd, Gentle Giant, Renaissance, Clannad ο Axel Schmierer κατέθεσε την μουσική του. Δεν είναι τυχαίο που έχουν γραφτεί τα καλύτερα για αυτό το υπέροχο άλμπουμ που ανάμεσα σε τόσα άλλα πέρασε απαρατήρητο και από την χώρα μας. Προσωπικά για μένα αποτελεί ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που έχω ποτέ ακούσει. Πολλά χρόνια μετά, το γκρουπ έσμιξε ξανά με την Εwa Grams στα φωνητικά. Από αυτή την επανένωση προέρχεται το άλμπουμ TY I JA, που κυκλοφόρησε το 2009, χωρίς ποτέ να αγγίξει βεβαίως την πρώτη τους δουλειά σε ποιότητα και μουσικότητα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019



BLACK CAT BONES



Blues-Rock Explosion




ΕΙΣΑΓΩΓΗ

"Έπειτα άλλες μπάντες στράφηκαν σε αυτό (στα blues). Ακόμα και οι Jethro Tull μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως blues μπάντα, αλλά με όλο τον δέοντα σεβασμό, επειδή ποτέ δεν υπήρξαν blues μπάντα...Έγινε σαν ο καθείς, με ένα Marshall ενισχυτή που έπαιξε μερικά blues περάσματα, να ήταν παίκτης των blues", είπε ανάμεσα σε άλλα ο Mick Fleetwood, σε συνέντευξή του που παραχώρησε στο Q το 1990.
Σε αυτό το σχόλιο βρίσκεται όλη η αλήθεια για ότι συνέβαινε γύρω στα τέλη των 60'ς. Πιό συγκεκριμένα, ό,τι είχε ξεκινήσει σαν κάτι πολύ σπέσιαλ στα μέσα του '60, τελείωνε σαν ένα παραγεμισμένο βαγόνι από μπάντες προσκολλημένες στα blues και blues-rock, με σκοπό την εμφάνισή τους στα πολυάριθμα blues κλαμπ που είχαν ανοίξει σε όλη την Αγγλία. Από εκείνη τη στιγμή, η ποιότητα της διασκέδασης έκανε μία βαθιά βουτιά και η έκρηξη ήταν βέβαιο ότι κατέληγε σε φιάσκο. Οι μπάντες στις οποίες αναφερόμαστε από αυτή τη γωνιά εμείς, είναι οι λιγότερο γνωστές από αυτές που έκαναν την μετάβαση των λεγομένων Brit-blues στην blues-rock, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 60, μαζί με τις-σε όλους γνωστές-μπάντες όπως οι the Yardbirds, John Mayall's Bluesbreakers, Cream, Fleetwood Mac, Led Zeppelin, Chicken Shack. Στο μεταξύ στην Αμερική, στο κίνημα που οδηγήθηκε από μουσικούς όπως οι Canned Heat, οι Electric Flag και ο Johnny Winter, όλοι παρουσίαζαν τον εκλεκτισμό τους στα blues. Αλλά προς το τέλος της δεκαετίας, μπάντες όπως οι Led Zeppelin και οι Fleetwood Mac άλλαξαν μουσική κατεύθυνση. Μετακινήθηκαν από τις πιστές ερμηνείες του Elmore James, του Howlin'Wolf, του B.B. King, του Buddy Guy και των master των blues του Σικάγο, προς το δικό τους βασισμένο στα blues υλικό, το οποίο αποτελείτο από μεγαλύτερης διάρκειας κομμάτια με πολύ αυτοσχεδιασμό ριγμένο μέσα τους. Αυτή ήταν μία φυσική εξέλιξη εμπνευσμένη από τους Cream και επίσης από τα κλασικά ΄ταξίδια΄ των Grateful Dead, όπως ακούγονται στο acid-blues "Dark Star".
Είναι καιρός όμως να περάσουμε στους επόμενους λευκούς παίκτες μας. Πάμε στους Black Cat Bones.


Black Cat Bones

Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να αφομοιώσουμε την μουσική των Black Cat Bones είναι με ένα ζευγάρι ακουστικά και ένα κατάλογο στον οποίο να φαίνονται οι πολυάριθμες αλλαγές στο lineup. Βασανισμένοι από πολυάριθμες αλλαγές προσωπικού-μόνο τα αδέλφια Stuart (μπάσο) και Derek (ρυθμική κιθάρα) Brooks έμειναν γιά ολόκληρη την περίοδο που ήταν ενεργό το σχήμα-οι Black Cat Bones περισσότερο ζούν ως ανάμνηση της μπάντας, που ο Paul Kossoff και ο Simon Kirke υπήρχαν πριν οι δυό τους σχηματίσουν τους Free.

Death Valley Blues (1969)


Ωστόσο, κανείς δεν εμφανίζεται στο εξαιρετικό άλμπουμ Barbed Wire Sandwich, το μόνο άλμπουμ που ηχογράφησαν. Αν και η μπάντα ήταν βαθιά μέσα στα blues, από το σχεδιασμό της, ποτέ δεν περιορίστηκε στο γένος. "Όλοι μας έχουμε διαφορετικά γούστα, αν και γενικά πάμε προς τους κιθαρίστες όπως ο B.B. King και ο Buddy Guy και τραγουδιστές όπως ο Muddy Waters ή ο Junior Wells. Βρισκόμενος στο χώρο των blues δεν σημαίνει ότι δεν αλλάζεις και ότι δεν προοδεύεις", είπε ο τότε τραγουδιστής Paul Tiller, όπως διαβάζω σε ένα άρθρο της Melody Maker από το 1969. Τα αδέλφια Brooks ίδρυσαν τους Black Cat Bones το 1965, δίνοντας στο γκρουπ το όνομα από τα βουντού που έμειναν στην ιστορία από το "Hoochie Coochie Man" του Willie Dixon. Επιπρόσθετα το αρχικό lineup αποτελείτο από τον συμμαθητή τους Terry Sparks (κιθάρα) συν δύο μουσικούς, τον τραγουδιστή Roger Brearton και τον ντράμερ Mick Olive, που βρήκαν μέσω διαφημίσεων στην Melody Maker. Τυπικά, όπως σε πολλές μπάντες συμβαίνει οι πρώτες εμφανίσεις έγιναν σε μικρό κοινό στα τριγύρω νεανικά κλαμπ. Αρχές του '67 η περιστρεφόμενη πόρτα εισόδου/εξόδου του προσωπικού γυρνούσε σαν κολασμένη. O Derek Robinson είχε αντικαταστήσει τον Roger Brearton. O Terry Sparks είχε αντικατασταθεί από τον Roger Montgomery, ο οποίος με τη σειρά του αντικαταστάθηκε από τον Paul Kossoff και ο Andy Berenius διαδέχτηκε τον Mick Olive. Ο πατέρας του Kossoff, David ήταν ηθοποιός, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ο Paul άκουσε τους the Shadows και ενδιαφέρθηκε για την κιθάρα στα εννιά του χρόνια. Αν και οι γονείς του, του παρείχαν κλασσική εκπαίδευση για έξι χρόνια, έχανε το ενδιαφέρον στο παίξιμο μέχρι που είδε τους Bluesbreakers του John Mayall να εμφανίζονται σε ένα κλαμπ του Λονδίνου με τον Eric Clapton. Έμεινε έκθαμβος να κοιτάει με θαυμασμό το στυλ του Clapton, μία γοητεία που οδήγησε στο να ενδιαφερθεί και για άλλους καλλιτέχνες των blues, ιδιαιτέρως για τον Peter Green, τον B.B. King και τον Freddie King. Αφού άφησε το σχολείο, ο Kossoff δούλεψε για σύντομο χρονικό διάστημα σαν πωλητής μουσικών οργάνων πριν πάει στους Black Cat Bones το 1967. Οι Black Cat Bones έπαιξαν αρκετές φορές στο Eel Pie Island Hotel, που βρίσκεται σε ένα μικρό νησάκι 10 μίλια νοτιοδυτικά του κεντρικού Λονδίνου, όπως επίσης και σε μικρότερα κλαμπ και παμπ.

Four Women (1969)


Περισσότερες αλλαγές προσωπικού υπήρξαν ωστόσο. Πρώτα ο Frank Perry αντικατέστησε τον Andy Berenius στις αρχές του '67. Ο Perry ήταν πριν μέλος σε ένα R&B σχήμα τους Abstract Sound. Ο Berenius συνέχισε στους Wildflowers με τον Paul Rodgers (φωνητικά), τον Bruce Thomas (μπάσο) και τον Mickey Moody (κιθάρα). Ο Berenius σύστησε τον Kossoff στον Rodgers και μαζί Wildflowers και Kossoff, έπαιξαν δυό φορές σε ένα blues κλαμπ του Βόρειου Λονδίνου. Η δεύτερη αλλαγή συνέβη αμέσως πριν μία σημαντική οντισιόν με τον μάνατζερ του Marquee, John Gee. Η μπάντα αντικατέστησε τον τραγουδιστή Robinson με τον τραγουδιστή και παίκτη της άρπας Paul Tiller. Η επιλογή του Tiller δεν ήταν ομόφωνη, όπως είπε στο περιοδικό Ugly Things:"Ανακάλυψα αργότερα μετά την επιτυχημένη μου οντισιόν...ότι ο lead guitarist Paul Kossoff ήθελε το φιλαράκι του Paul Rodgers σαν τραγουδιστή, αλλά δεν υιοθετήθηκε η άποψή του από τους υπόλοιπους". Ο Tiller είχε περάσει τα δύο προηγούμενα χρόνια με την blues/jazz μπάντα the Lost Souls. Μετά από μία επιτυχημένη οντισιόν στο Marquee η μπάντα άνοιξε για τους Ten Years After την 6 Οκτωβρίου του 1967. Η πρώτη τους εμφάνιση πήγε καλά και τους προσφέρθηκε φιλοξενία για κάθε Παρασκευή βράδυ, όπου υποστήριζαν πολλά από τα μεγαλύτερα rock σχήματα όπως οι Fleetwood Mac, οι the Aynsley Dunbar Retaliation, οι Jethro Tull, οι the Nice, o John Mayall και ο Rory Gallagher/Taste. Επίσης έπαιζαν και σε κοντινά blues κλαμπ.

Chauffeur (1969)


Τον Φεβρουάριο του 1968 ο Simon Kirke είδε την μπάντα σε δράση με τον Champion Jack Dupree στην παμπ Nag's Head στο Battersea, Surrey. Εντυπωσιάστηκε με την ικανότητα του Kossoff, αλλά όχι πολύ από τον ντράμερ Perry. Κατά την διάρκεια ενός διαλλείματος της μπάντας πήγε στο μπαρ, όπου ο Kossoff έπινε ένα ποτό και είπε στον κιθαρίστα τις σκέψεις του. Ο Kossoff επισήμανε ότι ο Perry ήταν να πάρει πόδι εκείνο το βράδυ και οντισιόν για αντικαταστάτη θα λάμβανε χώρα την επομένη. Ο Kirke εμφανίστηκε και πέρασε επιτυχώς από την οντισιόν. Ο Perry θεώρησε για το ότι του ζητήθηκε να αποχωρήσει ότι: "Δεν θα μπορούσα να ταιριάξω τον τρόπο που έπαιζα ντραμς με ότι ζητούσαν". Ωστόσο η μονιμότητα του Kirke στην νέα μπάντα δεν ήταν για πολύ, καθώς αυτός και ο Kossoff ουσιαστικά αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τους Black Cat Bones. Ο Kossoff ήθελε ξανά τον Paul Rodgers στα φωνητικά. Όταν προσπάθησε να τον βρεί, έμαθε ότι οι Wildflowers είχαν τελειώσει και ο Rodgers έπαιζε με μία μπάντα που λεγόταν Brown Sugar στο Fickle Pickle κλαμπ στο Βόρειο Λονδίνο. Ο Kirke τελικά τον εντόπισε και τον έπεισε να πάει στο νέο τους γκρουπ. Με την προσθήκη του μπασίστα Andy Fraser από τους Bluesbreakers του John Mayall η μπάντα συμπληρώθηκε. Η πρώτη τους πρόβα ήταν στις 19 Απριλίου του 1968 στο κλαμπ Blue Horizon. Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους ήταν ο Alexis Korner, ο οποίος τους έδωσε το όνομα Free και συμφωνήθηκε να τους χρησιμοποιήσει ως σχήμα που θα άνοιγαν γι'αυτόν. Τον Απρίλιο του 1968, o παραγωγός Mike Vernon χρησιμοποίησε τον Stuart Brooks, τον Paul Kossoff και τον Simon Kirke για να παίξουν για το άλμπουμ του Champion Jack Dupree, When You Feel the Feeling You Was Feeling. Ύστερα από την αποχώρηση του Kossoff και του Kirke, τα εναπομείναντα μέλη, Stuart και Derek Brooks και ο Paul Tiller, πρόσθεσαν τον κιθαρίστα Bob Weston και τον ντράμερ Terry Simms. Ο Weston πριν είχε παίξει με τους Giant Marrowfat (μία μπάντα για την οποία ελάχιστοι γνωρίζουν, αλλά έβγαλε πολύ καλούς μουσικούς, όπως ο Lol Coxhill).

Please Tell Me Baby (1969)


Οι νέοι Black Cat Bones έχτισαν ένα δυνατό τοπικό κοινό παίζοντας στο Marquee, στο Mothers και σε άλλες μεγάλες blues σκηνές στην Αγγλία. Επιπροσθέτως η μπάντα συνόδευσε τον Eddie Boyd στην περιοδεία του, πριν οι ίδιοι περιοδεύσουν στην Γερμανία και στη Σκανδιναβία. Αυτό το lineup ηχογράφησε το "The Warmth of the Day", για ένα άλμπουμ-σουβενίρ για το γαμήλιο ταξίδι της βασίλισσας Elizabeth II, αλλά ενώ το Beat Instrumental ανέφερε ότι το γκρουπ σχεδίαζε να ηχογραφήσει το δικό τους άλμπουμ τέλη '68/αρχές '69, το LP δεν κυκλοφόρησε ως τον Νοέμβριο του 1969. Μέχρι τον χρόνο των session για τις ηχογραφήσεις ακόμα περισσότερες αλλαγές είχαν συμβεί καθώς ο Ken Felton αντικατέστησε τον Terry Simms (ο οποίος με την σειρά του αντικαταστάθηκε γρήγορα από τον Phil Lenoir), o Brian Short αντικατέστησε τον Paul Tiller στα φωνητικά και ο Rod Price τον Bob Weston στην lead guitar. Οι αρχικές επιρροές του Price ήταν ο Big Bill Broonzy, o Davey Graham, o Robert Johnson και ο Muddy Waters (αν και κάποια στιγμή αργότερα η slide κιθαριστική δουλειά του Earl Hooker και του Elmore James ήταν πηγές έμπνευσης). Είχε υπάρξει μέλος των Shakey Vick's Big City Blues Band και στην εξέλιξή τους the Dynaflow Blues Band. Το άλμπουμ που προέκυψε, Barbed Wire Sandwich, κυκλοφόρησε στην Nova, θυγατρική της Decca. Ωστόσο, τον χρόνο που βγήκε, η Αγγλική έκρηξη των blues είχε καταλαγιάσει και ο δίσκος έπεσε πάνω στην αδιαφορία του κοινού. Οι κριτικοί καλοδέχτηκαν το LP. To Disk and Music Echo είπε ότι έπαιξαν "με πειθώ και συναίσθημα". Εμφανίστηκε δε-ο δίσκος-με ένα εξώφυλλο που περιγράφεται ως το πιό ύπουλο, αν και από τα πιό συναρπαστικά. Highlights η διασκευή του "Death Valley Blues" του Arthur "Big Boy" Crudup, μία στοιχειωτική ακουστική βερσιόν του "Four Women" της Nina Simone και το "Feelin'Good", άλλο ένα εξαιρετικό κομμάτι που εναλασσόταν μεταξύ ακουστικής και ηλεκτρικής κιθάρας και παρουσίαζε τον Steve Milliner στο πιάνο. Με το Barbed Wire Sandwich μη δυνάμενο να βρεί κοινό, η μπάντα τραντάχτηκε ακόμα μία φορά από αλλαγές προσωπικού καθώς ο Price, o Short και ο Lenoir αποχωρούσαν. Όπως είχε γίνει ρουτίνα τα αδέλφια Brooks έψαξαν για αντικαταστάτες. Βρήκαν τον νέο τους τραγουδιστή Pete Ross, διαμέσου μιάς αγγελίας στην Melody Maker. Ο Rod Price αντικαταστάθηκε από τον Rod Davies και ο ντράμερ Ken Felton επανήλθε στην μπάντα. Δίχως έκπληξη αυτό το lineup είχε πολύ μικρή διάρκεια. Ο Pete French γρήγορα αντικατέστησε το Ross στα φωνητικά στις αρχές του 1970, καθώς ο Ross δεν μπορούσε να συνοδεύσει το γκρουπ σε περιοδεία στην Νορβηγία και στην Γερμανία. Ο French είχε κάνει θητεία στους Brunning Sunflower Blues Band και εμφανίστηκε στο πρώτο άλμπουμ τους Bullen Street Blues. Ο French στρατολόγησε ακόμα ένα μέλος των Brunning Sunflower Blues Band τον κιθαρίστα Mick Halls, ενώ ο ντράμερ Keith Young αντικατέστησε τον Felton. Ο French και ο Halls άρχισαν να γράφουν το περισσότερο υλικό, που μετακινείτο προς ένα πιό heavy ήχο.

Feelin' Good (1969)


Στα μέσα έως τέλος του 1970, οι Black Cat Bones είχαν εξελιχθεί στους Leafhound. Τα αδέλφια Brooks έμειναν με τους Leafhound για την ηχογράφηση του μοναδικού τους άλμπουμ Growers of Mushrooms, που αργότερα έγινε αντικείμενο συλλεκτικό από τους hard rock συλλέκτες. Πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ, οι Brooks αποχώρησαν και αντικαταστάθηκαν από τον μπασίστα Ron Thomas (αργότερα μέλος των Heavy Metal Kids) πριν διαλυθούν στα τέλη του 1971. Ο Stuart Brooks έγινε μέλος των the Pretty Things τον Νοέμβριο του 1971, βγάζοντας το Freeway Madness (1973). Aφού έπαιξε στο ντουέτο Loose Ends με τον Don Craine, ο Paul Tiller πήγε στους ανασχηματισμένους Downliners Sect ως παίκτης άρπας το 1977, όπου παρέμεινε. Και ο Paul Kossoff και ο Simon Kirke θα έβρισκαν τεράστια επιτυχία με τους Free, ηχογραφώντας επτά άλμπουμ: Tons of Sobs (1968), Free (1969), Fire and Water (1970), Highway (1970), Free Live (1971), Free at Last (1972) και Heartbreaker (1973). Ανάμεσα στην πρώτη διάσπαση των Free τον Μάιο του 1971 και την τελική τους διάλυση το 1973, ο Kossoff και ο Kirke σχημάτισαν ένα στούντιο γκρουπ με τον Tetsu Yamauchi και τον Rabbit Bundrick. Η τετράδα κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ το Kossof, Kirke, Tetsu and Rabbit (1971). Ο Kossoff κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ το Back Street Crawler το 1973 και με ένα γκρουπ με το ίδιο όνομα κυκλοφόρησαν ακόμα δύο άλμπουμ, το The Band Plays On (1975) και το Second Avenue (1976). O Kossoff πέθανε από έμφραγμα τον Μάρτιο του 1976. Ύστερα από την διάλυση των Free o Kirke σχημάτισε τους Bad Company με τον πρώην τραγουδιστή των Free, Paul Rodgers. Μαζί ηχογράφησαν πολυάριθμα χρυσά και πλατινένια άλμπουμ.

Save My Love (1969)


Ύστερα από την αποχώρησή του από τους Black Cat Bones, ο Terry Simms και ο Bob Weston σχημάτισαν τους Ashkan, που κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ, το In From the Cold (1970). O Weston στη συνέχεια έγινε μέλος της backing μπάντας του Long John Baldry πριν πάει στους Fleetwood Mac τον Σεπτέμβριο του 1972. Ο Weston έμεινε στους Fleetwood Mac μέχρι τα μέσα του 1973, εμφανιζόμενος στα άλμπουμ Penguin και Mystery to Me. Ο Brian Short έκανε ένα σόλο άλμπουμ , το Anything for a Laugh (1971). O Andy Berenius άλλαξε το όνομά του σε Louis Borenius στα 70'ς και συνέχισε να εμφανίζεται με τον Alexis Korner, τον Duffy Power, τον Stan Webb (Chicken Shack), τον Dick Heckstall-Smith και πολλούς άλλους. Ο Frank Perry συνέχισε για να παίξει σε free-form jazz προσανατολισμένο γκρουπ και πρωτοπόρησε στην δημιουργία meditative μουσικής. Ο Rod Price συνδέθηκε με τα πρώην μέλη των Savoy Brown, Dave Peverett, Roger Earl και Tony Stevens για να σχηματίσουν τους Foghat τον Δεκέμβριο του '70. Ως μέλος των Foghat ηχογράφησε δέκα άλμπουμ πριν φύγει τον Νοέμβριο του 1980: Foghat (1973), το παρόμοιο Foghat (1973, a.k.a. Rock and Roll), Energized (1974), Rock and Roll Outlaws (1974), Fool for the City (1975), Night Shift (1976), Foghat Live (1977), Stone Blue (1978), Boogie Motel (1979) και Tight Shoes (1980). Όλα τα άλμπουμ των Foghat από το δεύτερο μέχρι το Stone Blue έγιναν χρυσά με το Fool for the City να γίνεται πλατινένιο και το Foghat Live διπλά πλατινένιο. Ύστερα από την διάλυση των Leafhound, ο Peter French υπήρξε για λίγο μέλος των Black Bertha, μέχρι που πήγε στους Atomic Rooster και εμφανίστηκε στο LP τους In Hearing of (1971) (Αμερική #167, Αγγλία #18). O French αργότερα έγινε μέλος των Cactus εμφανιζόμενος στο άλμπουμ Fast Forward και κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ το 1978, το Ducks in Flight, που έγινε στην Γερμανία.

Black Cat Bones with Paul Kossoff
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019


BAKERLOO



Blues-Rock Explosion



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για να πάρετε μία ιδέα του "πώς" αυτοί οι λευκοί παίκτες γενικά, άρχισαν να κάθονται και να σκέφτονται για τα blues, φανταστείτε ένα νεαρό beatnik που λεγόταν John Mayall να κάθεται δίπλα στο ράδιο στο στούντιο που διατηρούσε στο σπίτι του στο Μάντσεστερ με την συχνότητα στο Voice of America στα τέλη των 50'ς. Επιμελώς γράφει κάθε blues που παίζει ο σταθμός. Ύστερα σχολαστικά τα κατηγοριοποιεί, πριν παίξει τη μουσική σε φίλους όπως ο ντράμερ Hughie Flint, μελλοντικός Bluesbreaker. Με τέτοιο τρόπο στις αρχές του '60 τα Αμερικανικά blues είχαν εξαπλωθεί διαμέσου του Αγγλικού μουσικού underground, εξάπτοντας το ενδιαφέρον των νέων φαν. Γύρω στον ίδιο χρόνο που ο John Mayall βυθιζόταν στον κόσμο των blues στην δική του πλευρά του Ατλαντικού, υπήρχαν μερικοί νέοι Αμερικανοί, όπως ο Paul Butterfield, o Mike Bloomfield, o Nick Gravenites και ο Harvey Mandel (ίσως ξέχασα κανέναν), που ήταν αρκετά γενναίοι για να συχνάζουν σε τέτοια κλαμπ του Σικάγο, όπου το λευκό πρόσωπο συνήθως μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει. Τον νόμο. Αλλά αυτοί επίσης ξεκίνησαν να ανακαλύπτουν τα blues και να αντιγράφουν την μουσική, ξαναδουλεύοντας την με τις δικές τους rock 'n' roll ευαισθησίες. Η Αγγλία ωστόσο, λιγότερο φορτωμένη από κοινωνικά δεσμά και ρατσιστικές εντάσεις και πιθανόν ακόμα πιό σημαντικά, ερωτευμένη με οτιδήποτε Αμερικάνικο, ήταν ελαφρώς ήδη πιό μπροστά. Καθώς σημειώνει ο Bill Wyman (Rolling Stones), το 1964 ήταν η αφετηρία της έκρηξης που κράτησε έξι χρόνια ή κάτι τέτοιο, κατά την διάρκεια των οποίων η Αγγλία έκανε μουσική και χρήματα πουλώντας πίσω στην Αμερική, ό,τι είχε κάποτε ικετεύσει για να αποκτήσει, ό,τι είχε δανειστεί ή ό,τι είχε κλέψει.

Ας βάλουμε όμως πάλι μία τελεία στην αναδρομή. Και ας περάσουμε σε κάποιους λευκούς παίκτες ακόμα. Πάμε για τους ιδαίτερους Bakerloo.

Bakerloo

Μπορεί ένα άγνωστο σε πολλούς γκρουπ με ένα μόνο άλμπουμ στο ενεργητικό του να θεωρείται ένα από τα επιδραστικότερα στην περίοδο της μεγάλης έκρηξης των blues που συνέβη την δεκαετία του '60; Στην περίπτωση που λέγονται Bakerloo, ναι μπορεί.
Χωρίς ποτέ να έχουν τεράστια εμπορική επιτυχία, οι Bakerloo ήταν αυτό που θα λέγαμε "θα μπορούσαν να είναι μεγάλη μπάντα". Πράγματι θα μπορούσαν να είναι, αν έμεναν μαζί αφού έκαναν τον ένα και μοναδικό τους δίσκο, που καλωσορίστηκε από τους κριτικούς και τον μουσικό τύπο της εποχής. Περιζήτητος δίσκος στον κύκλο των συλλεκτών, το Bakerloo και το ένα τους single "Drivin' BacHwards", ήταν οι μοναδικές κυκλοφορίες της μπάντας. Παρεμπιπτόντως το "Drivin' BacHwards", διασκευή του κλασικού του Μπαχ, προηγείται κατά 3 μήνες της πιό γνωστής διασκευής των Jethro Tull, "Buree".

Drivin' BacHwards (1969)


Σήμερα οι βραχύβιοι Bakerloo μένουν ως ανάμνηση περισσότερο για το γεγονός ότι υπήρξαν το γκρουπ που ΄γέννησε΄ τον κιθαρίστα Dave "Clem" Clempson, ο οποίος αργότερα έπαιξε με τους Colosseum και τους Humble Pie. Αρχικά οι Bakerloo Blues Line ήταν τρίο με έδρα το Tamworth του Staffordshire στην Αγγλία. Το ρεπερτόριό τους ήταν ένα υβρίδιο από διάφορες μορφές της σύγχρονης μουσικής. Ο lead guitarist Clempson περιέγραψε τον ήχο της μπάντας ως Beat Instrumental: "Θεωρώ ότι μπορείτε να πείτε ότι κάναμε γύρω στο 30% παραδοσιακό blues στο ρεπερτόριό μας. Το υπόλοιπο είναι μία μίξη από πράγματα όπως: jazz, rock, και ούτω καθεξής". Ο Clem Clempson, άρχισε να παίζει πιάνο στην ηλικία των 5 χρόνων και πέρναγε αρκετό χρόνο στο Royal School of Music στο Birmingham. Τελικά απογοητεύτηκε με ότι αργότερα θα περιέγραφε ως "έλλειψη ελευθερίας και το να μην επιτρέπεται να εκφράσεις τον εαυτό σου", που αισθάνθηκε στο Royal School. Έτσι παράτησε το Royal School και εμπνευσμένος από την δουλειά του Eric Clapton στο LP Bluesbreakers with Eric Clapton στράφηκε στην κιθάρα στα 17 χρόνια του. Οι Bakerloo σχηματίστηκαν αρχές του 1968, με ένα ορίτζιναλ lineup από τους Clem Clempson (φωνητικά/κιθάρα), John Hinch (ντραμς) και ένα μπασίστα ονόματι Dave Mason (όχι αυτόν από τους Traffic). Λίγο μετά την ίδρυση του γκρουπ, ο Clempson και ο Hinch απέλυσαν τον Mason και στρατολόγησαν τον μπασίστα Terry Poole, τον οποίο ο Clempson είχε συναντήσει σε μία ντισκοτέκ στο Birmingham, μετά από την κοινή διαπίστωση ότι ταίριαζαν τα μουσικά τους γούστα.

Last Blues (1969)


Η άγουρη μπάντα αρχικά αποκαλούνταν Bakerloo Blues Line για να αντανακλούν το βασισμένο στα blues ρεπερτόριό τους, που περιλάμβανε πολλές διασκευές του Muddy Waters, αλλά γρήγορα διεύρυναν το υλικό τους ενσωματώνοντας jazz και pop επιρροές. O Clempson εξήγησε αυτές τις αλλαγές στην Melody Maker: "Όπως και με τα blues θέματα, κάναμε πράγματα όπως την δική μας βερσιόν του "Eleanor Rigby", όπως και πιό jazz θέματα, σαν το "Bag Groove" του Milt Jackson και το "I Believe In My Soul" του Ray Charles". Οι Bakerloo Blues Line έκαναν το πρώτο μεγάλο τους ΄πέταγμα΄, όταν εντοπίστηκαν από τον Jim Simpson, ένα μάνατζερ, καθώς εμφανίζονταν σε μία "κόντρα" ανάμεσα σε μπάντες του Birmingham. Ο Simpson, μουσικός που έπαιξε jazz τρομπέτα, κανόνισε για ένα συμβόλαιο με το Harold Davidson Organization τον Οκτώβριο του 1968. Με ένα δυναμικό πρακτορείο πίσω τους το γκρουπ έπαιξε σε κολλέγια και blues κλαμπ στην Αγγλία και ξεκίνησαν να παίζουν κάθε Τρίτη βράδυ στο Henry's Blueshouse στο Birmingham, μέρος που προσέλκυε πολλούς ντόπιους οπαδούς των blues, όπως οι Spencer Davis, Cozy Powell, Robert Plant, John Bonham και Jeremy Spencer, που συχνά θα πέρναγαν και θα κάθονταν εκεί. Ήταν επίσης μία από τις πρώτες σκηνές (venues) που έπαιξαν οι Led Zeppelin και οι Earth (πριν ονομαστούν Black Sabbath). Η σύνδεση αυτή οδήγησε οι Bakerloo Blues Line να γίνουν υποστηριγκτικό σχήμα των Led Zeppelin, την νύχτα που οι μελλοντικοί σούπερσταρ έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση στο Marquee Club την 18 Οκτωβρίου του 1968. Τον ίδιο μήνα οι Bakerloo Blues Line κέρδισαν επιπρόσθετη έκθεση όταν έκαναν μία ραδιοφωνική εμφάνιση στο επιδραστικό σόου του John Peel, Top Gear.

Once Upon a Time (1969)


Όχι πολύ αργότερα έκαναν ακόμα μία εμφάνιση στο Marquee, τον Νοέμβριο υποστηρίζοντας ένα άλλο θρύλο, αυτόν των Jethro Tull.  Αργότερα ο Clempson προσκλήθηκε σε μία κοντινή πάμπ, όπου ο μπασίστας των Jethro Tull Glenn Cornick του έκανε την πρόταση να αντικαταστήσει τον απερχόμενο κιθαρίστα τους Mick Abrahams, την οποία ο Clempson αρνήθηκε. Ενώ οι μετοχές τους ανέβαιναν, το γκρουπ είχε την εμπειρία μίας αστραπιαίας σειράς αλλαγών στους ντράμερ. Πρώτα ο John Hinch αντικαταστάθηκε από τον Tony O'Reilly (που πριν ήταν στους Kubas/Koobas) τον Δεκέμβριο του '68. Τον Ιανουάριο του '69 τον διαδέχτηκε ο Pete York (πριν στους Spencer Davis Group), ο οποίος έδωσε τη θέση του στον Poli Palmer (πριν στους the Blossom Toes), ο οποίος παρομοίως θήτευσε για πολύ λίγο χρόνο. Το γκρουπ σκοπό είχε να στρατολογήσει τον Ian Wallace, αλλά όταν ο Palmer έφυγε ήταν ήδη απασχολημένος, έτσι βρήκαν τον Keith Baker. Τον Φεβρουάριο του 1969, το γκρουπ είχε περικόψει το όνομά του σε Bakerloo, σε μία προσπάθεια να δώσει έμφαση στην σχέση τους με τα παραδοσιακά blues. Επίσης άρχισε να κάνει περιοδείες ως μέρος ενός ΄πακέτου΄ από γκρουπ που ονομάστηκε για διαφήμιση "Big Bear Ffolly" και αποτελείτο από τους ήρωές μας, τους Earth, τους Locomotive και τους Tea & Symphony. Αν και δεν είχαν υπογράψει με δισκογραφική, το τρίο ηχογράφησε το πρώτο τους άλμπουμ κάπου σε εκείνο τον χρόνο, σε παραγωγή του Gus Dudgeon. Καθώς ολοκληρώθηκε, η μπάντα σκόπευε να κυκλοφορήσει το άλμπουμ στην δισκογραφική που θα τους έκανε το καλύτερο deal. Η Harvest θυγατρική της EMI στο progressive, κέρδισε την μάχη. Το ντεμπούτο single του γκρουπ "Driving BacHwards" με το "Once Upon a Time" στην άλλη πλευρά, έγινε τον Ιούλιο με την κυκλοφορία ενός ομώνυμου άλμπουμ που ακολούθησε αργότερα τον ίδιο χρόνο. Με την κυκλοφορία του το άλμπουμ έλαβε πολλούς επαίνους. H Melody Maker το αποκάλεσε "ένα αξιέπαινο σετ από αυτό το βασισμένο στα blues γκρουπ, που στην πραγματικότητα καλύπτει ένα ευρύ μουσικό φάσμα", ενώ το Disc and Music Echo παρατήρησε, "οι Bakerloo, ένα Αγγλικό progressive γκρουπ, έχει το ένα πόδι στα blues και το άλλο στο underground" και παραπέρα εξήρε την υπέροχη κιθαριστική δουλειά του Clempson.

Big bear Ffolly (1969)



Σύντομα μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, η μπάντα διαλύθηκε. Ο Clempson πρόβαρε ένα νέο τρίο που αποτελούνταν από τον μπασίστα Dave Pegg και τον ντράμερ Cozy Powell και το τρίο έπαιξε μία ή δύο φορές ως Bakerloo. Αλλά όταν έφυγε ο Clempson για να αντικαταστήσει τον James Litherland στους Colosseum, οι Bakerloo ανήκαν πιά στην ιστορία. Ο Clempson ηχογράφησε δύο άλμπουμ με τους Colosseum πριν πάει στους Humble Pie το 1972. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1975, ηχογραφώντας τέσσερα άλμπουμ με το hard rock σχήμα. Επίσης σχημάτισε ομάδα με τον πρώην τραγουδιστή των Uriah Heep, David Byron και έφτιαξαν τους Rough Diamond, που έβγαλαν ένα άλμπουμ το 1977 και εξελίχτηκαν στους Champion με τον Garry Bell να υποκαθιστά τον David Byron. Με το σχήμα αυτό κυκλοφόρησε ένα ακόμα άλμπουμ το 1978. Έκανε επίσης session δουλειές με πολλούς καλλιτέχνες, όπως ο Roger Daltrey, o Jon Anderson και ο Dick Heckstall-Smith. Μετά την διάλυση των Bakerloo, o Baker και o Poole σχημάτισαν τους May Blitz με τον κιθαρίστα και τραγουδιστή James Black. Και οι δύο αναχώρησαν από το γκρουπ που έφτιαξαν πριν το ντεμπούτο άλμπουμ τους κυκλοφορήσει. Ο Baker πήγε στους Uriah Heep και εμφανίστηκε στο άλμπουμ τους Salisbury. O Poole εμφανίστηκε στο LP του Graham BondWe Put Our Magick on You.

Gang Bang (1969)


Για την ιστορία το εξώφυλλο του άλμπουμ απεικονίζει μία καταστροφή που συνέβη κάπου στα τέλη του 1800 από έκρηξη σε τούνελ του σιδηρόδρομου που διέσχιζε τις Άλπεις, σύμφωνα με τον μπασίστα Poole. Το όνομά τους εξάλλου είναι εμπνευσμένο από την γραμμή του υπογείου σιδηροδρόμου που ένωνε τον σταθμό Baker street με το σταθμό Waterloo. Έμελλε λοιπόν να είναι το εξώφυλλο προφητικό σχετικά με τη μοίρα που περίμενε το επιδραστικό αυτό γκρουπ.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019






CLIMAX BLUES BAND




Blues-Rock Explosion


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πριν τα 80'ς και τα 90'ς υπήρχε η AOR (Adult Oriented Rock) και ακόμα πιό πριν ήταν η έκρηξη της blues-rock των 60'ς. Πριν κι από αυτό ήταν τα blues. Και τα blues πάνε πολύ-πολύ πίσω. Το πιθανότερο έχουμε όλοι ακούσει για τους Fleetwood Mac. Ο καθένας μάλλον έχει. Το 1992 ο πρόεδρος Κλίντον είχε διαλέξει ένα κομμάτι τους από το Rumours, το "Don't Stop (Thinking About Tomorrow)", ως τον ΄ύμνο΄ για την προεκλογική του εκστρατεία.
Τι είναι όμως ΄ύμνος΄; Είναι ένα μουσικό κομμάτι που ενώνει, που δεν σταματάει μπροστά σε κοινωνικά σύνορα, που ΄δένει΄ νέους και γέρους, φτωχούς και πλούσιους. Τώρα, αν κάποιος το δει από την πλευρά ενός λάτρη της rock, αυτό το σενάριο φαντάζει ειρωνικό, επειδή πίσω από την μουσική που ΄ενώνει΄ είναι τα blues του ιδρυτή των Fleetwood Mac, κιθαρίστα Peter Green. Στις ρίζες των blues του Peter Green υπάρχει μία Αμερικανική υποκουλτούρα εκκατομύρια μίλια μακριά από μία γιορτή γραβατοφορεμένων. Μία κουλτούρα των μαύρων γενικά. Ο Green, όπως και άλλοι λευκοί σύγχρονοί του, όπως ο Eric Clapton, o Jeff Beck, έμαθαν πίσω στο '60, από ηχογραφήσεις που έγιναν από τέτοιους Αφροαμερικανούς, όπως ο B.B. King, o Freddie King και ο Otis Rush. Για ένα μεγάλο διάστημα τα blues αυτών των καλλιτεχνών, είχαν μπεί κάτω από την ταμπέλα "race records", όρος που περισσότερο από την νύξη, όσον αφορά στα σύνθετα κοινωνικά δικαιώματα και στα φυλετικά προγράμματα, υποστήριζε τα blues. Για παράδειγμα, μπορείτε να φανταστείτε ότι στα τέλη των 60'ς, στην Αμερική, ο B.B. King έπαιζε σε μεγάλα ξενοδοχεία του Λας Βέγκας, αλλά δεν του επιτρεπόταν να καταλύσει σε αυτά; Κι όμως, όταν επισκέφτηκε την Αγγλία το 1969, η αριστοκρατία της rock εμφανίστηκε για το κονσέρτο του στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, για να εκφράσει τον σεβασμό στον King και να τον ευχαριστήσει γιά ότι ήδη είχε προσφέρει στην rock. Με άλλα λόγια, ένας μουσικός που θεωρείτο επισημότητα στην Αγγλία, αντιμετωπιζόταν ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας στην χώρα του. Ήταν αυτή η ειρωνεία, μαζί με άλλές παράξενες κοινωνικές δυναμικές, που συνωμότησαν για να ωθήσουν τα blues. Για να δείξουμε πώς, πρέπει να ξεκινήσουμε από το πρόσφατο παρελθόν, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει στο παρόν άρθρο. Η δική μου άποψη για τα blues ταιριάζει με αυτή του Danny Kirwan, των Fleetwood Mac: "Τα blues είναι η γλώσσα των νέγρων. Κάτι που βλασταίνει από την μαύρη φύση τους. Ένας λευκός μπορεί να προσπαθήσει και να τραγουδήσει τα blues, αλλά ίσως βλάψει τον εαυτό του. Εάν είσαι λευκός πρέπει να μάθεις τα blues, δεν τα ξέρεις. Είναι τόσο απλό. Οι νέγροι παίζουν έτσι, απλά επειδή είναι η μουσική τους. Μεγαλώνει μέσα τους, όπως μεγαλώνουν κι αυτοί".
Πάμε όμως να προχωρήσουμε με μερικούς λευκούς παίκτες των blues, που συνέβαλαν σε αυτό που ονομάστηκε Blues-Rock Explosion. Ας ξεκινήσουμε με τυχαία σειρά. Ας πιάσουμε προς το παρόν το άρθρο για τους ήρωές μας. Πάμε στους The Climax Blues Band.

Προερχόμενοι από το Stafford της Αγγλίας, οι Climax Blues Band κατόρθωσαν διεθνή δημοφιλία στα μέσα της δεκαετίας του '70, με τα χιτ single "Gotta Have More Love", "I Love You" και "Couldn't Get It Right". Στις διάφορες ενσαρκώσεις τους οι Climax Blues Band και κάτω από αλλαγές ονόματος της μπάντας, είναι μία από τις ελάχιστες blues-rock μπάντες που έχτισαν μία μακροχρόνια καριέρα.

And Lonely (1969)


Το γκρουπ με τον χαρακτηριστικό ήχο ιδρύθηκε από τον Colin Richard Francis Cooper. Οι Climax Blues Band με το τωρινό lineup τους συνεχίζουν να κάνουν περιοδείες μέχρι σήμερα. Ο Cooper ήταν αυτοδίδακτος στη φυσαρμόνικα και πήγε στο κλαρινέτο στην ηλικία των 16 χρόνων. Μέσα σε δύο χρόνια άλλαξε πάλι και πήγε στο σαξόφωνο και όχι πολύ αργότερα έπαιζε με μία jazz μπάντα. Οι πρώτες μπάντες του ήταν οι Climax Jazz Band το 1964 και οι the Hipster Image, που ηχογράφησαν ένα single, στο οποίο την παραγωγή έκανε ο Alan Price (ιδρυτής των The Alan Price Rhythm and Blues Combo, μετά πολύ γνωστών the Animals). Αυτό ήταν το "Can't Let Her Go" και στην άλλη πλευρά υπήρχε το "Make Her Mine". To 1966 o Cooper πήγε στο βραχύβιο γκρουπ Gospel Truth, μία soul μπάντα, που μέλος της ήταν ο τότε 16χρονος ταλαντούχος κιθαρίστας Peter Haycock. Αυτός είχε αρχίσει να παίζει φυσαρμόνικα στα 9 χρόνια του και μέχρι τα 11 είχε μάθει κιθάρα. Έπαιζε δε στην πρώτη του μπάντα τους the Mason Dixon Line στα 14 χρόνια του. Το 1967 ο Cooper και ο Haycock αποφάσισαν να φτιάξουν μία blues μπάντα. "Ξεκινήσαμε να παίζουμε blues για πλάκα" είπε αργότερα στη Melody Maker o Haycock, "και φάνηκε ότι τό'χαμε. Έγιναν σοβαρά τα πράγματα. Αρχικά είχαμε εκνευριστεί πολύ με τις soul μπάντες που αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι διασκεδαστικό για μας, έτσι μετακινηθήκαμε στα blues. Το περίεργο είναι ότι η blues μπάντα έχει γίνει μεγαλύτερη από οποιοδήποτε σχήμα βρεθήκαμε στο παρελθόν". Το αρχικό όνομα του γκρουπ ήταν το δύσχρηστο Colin Cooper's Climax Chicago Blues Band. Η νέα μπάντα αποτελούνταν από τον Cooper στα φωνητικά, την φυσαρμόνικα και το σαξόφωνο, τον Haycock στην κιθάρα και στα φωνητικά, μαζί με τον μπασίστα Richard Jones, τον keyboard player Arthur Wood, τον κιθαρίστα ρυθμικής Derek Holt και τον ντράμερ George Newsome.To 1968 το σεξτέτο υπέγραψε στην Parlophone της EMI. Η μπάντα ηχογράφησε το επώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ σε δύο μόλις ημέρες την 27 Σεπτεμβρίου και την 5 Νοεμβρίου, στα στούντιο του Abbey Road. Ανάμεσα στα session ο Richard Jones άφησε την μπάντα για να συνεχίσει τις σπουδές του και ο Derek Holt ανέλαβε το μπάσο. Κυκλοφορώντας τον Φεβρουάριο του 1969 το άλμπουμ περιείχε μία ανάμιξη από διασκευές blues και ορίτζιναλ γραμμένα στο στυλ των blues του Σικάγο. Τα highlights συμπεριλάμβαναν το "Looking For My Baby" και το "Insurance", και τα δύο να επιδεικνύουν την άψογη slide δουλειά του Haycock και το "Wee Baby Blues", ένα folksy θέμα διακοσμημένο με φυσαρμόνικα να παρουσιάζει τα φωνητικά των Haycock  και Cooper.

Wee Baby Blues (1969)


Το άλμπουμ πήρε έπαινο από το New Musical Express, το οποίο αποκάλεσε το άλμπουμ "πιασάρικη μουσική, σχεδόν παραδοσιακή jazz κάποιες φορές...και άλλες φορές jazz blues". Τον Ιούνιο του 1969 η μπάντα ηχογράφησε το δεύτερο άλμπουμ τους Plays On. Ο δίσκος μία συνειδητή προσπάθεια να μετακινηθούν πέρα από τις απαγορευτικές δομές των blues για ένα περισσότερο progressive ήχο, περιλάμβανε την χρήση του μέλοτρον. Εισάγοντας στοιχεία jazz στην μίξη, τα καλύτερα τρακ του δίσκου ήταν δύο instrumental-το μουντό, αισθησιακό "Flight", που παρουσίαζε τον Cooper σε άλτο και τενόρο σαξόφωνο και μία κομψή διασκευή του "Little Girl" του Graham Bond. To άλμπουμ πήρε ανάμικτες κριτικές.

Flight (1969)


Η Melody Maker το απέρριψε με την παρατήρηση:"Αν και υπάρχει πολύ ελάχιστο χαλαρό παίξιμο καθόλη την διάρκεια του άλμπουμ, η μπάντα αποτυγχάνει να δείξει ικανοποιητική ευελιξία για να το κάνει μεγάλο". Από την άλλη μεριά το Rolling Stone εκθείαζε τον δίσκο αποκαλώντας τον "αυστηρά επαγγελματικό". Το περιοδικό αποστασιοποίησε τον Haycock ως τον σταρ των instrumental, σημειώνοντας, "Γεμίζει περισσότερα από ένα τραγούδια σε αυτό το άλμπουμ με ευρηματικές πρωτοπορίες καθώς και με την straight blues δουλειά του", και πρόσθεσε ότι το γκρουπ εκδήλωσε "ένα φυσικό συναίσθημα για την μουσική, που έκανε το παίξιμό του Haycock όλο και πιό θαυμαστό". To Disk and Music Echo επίσης έδωσε μεγάλο έπαινο στο LP αποκαλώντας το "ένα πραγματικά εξαιρετικό άλμπουμ...που προσφέρει λαμπρή μουσικότητα, ποικιλία και πολύ επαγγελματική παραγωγή". Η μπάντα επίσης κυκλοφόρησε και το πρώτο τους single "Like Uncle Charlie"-στην άλλη πλευρά βρίσκεται το "Loving Machine". Αν και με δυσκολία έσπασε το Top 200 (το Play On έφθασε το νο197 στα Αμερικανικά chart, τα μέλη της μπάντας (με μία εξαίρεση του δάσκαλου Wood) πήραν το θάρρος από αυτό το καλωσόρισμα να παρατήσουν τις δουλειές τους και να ασχοληθούν πλέον επαγγελματικά. Το 1970 οι Climax Chicago άλλαξαν δισκογραφική και πήγαν στην Harvest, την progressive δισκογραφική της EMI. Μέχρι 4 το πολύ μέρες τον Αύγουστο ηχογράφησαν το τρίτο τους άλμπουμ, με τον Humpty Farmer στα keyboards. Κυκλοφορώντας στην Αγγλία ως A Lot of Bottle, το άλμπουμ ήταν αναμφίβολα η πιό συνεκτική συλλογή τους, σημειώνοντας μία επιστροφή στα βασικά blues. Ο Haycock περιέγραψε την προσέγγισή τους στο Disk and Music Echo: "Μουσικά, δεν προσπαθούμε αλήθεια να κάνουμε πολύ έξυπνα πράγματα. Είχαμε αυτό το είδος της ταμπέλας progressive από μερικούς ανθρώπους, αλλά ότι αλήθεια ήμασταν ήταν μία δυνατή σε ρυθμό μπάντα". Το Rolling Stone έδωσε στο άλμπουμ προσωρινά καλά σημάδια: "Οι καλές στιγμές εύκολα υπερτερούν των κακών και ο κιθαρίστας Haycock απελευθερώνεται με μερικά αλήθεια καλά περάσματα εδώ κι εκεί". Και το Disk and Music Echo αποδέχτηκε την προσπάθεια:"Οι Climax Chicago Blues Band έχουν ένα ωραίο, funky άλμπουμπου λέγεται A Lot of Bottle. Τα blues ίσως να μην είναι της μόδας και οι ειδικοί να κουνάνε τα κεφάλια τους στο γεγονός ότι άλλη μία blues, μπάντα προσπαθεί να τα καταφέρει, αλλά αλήθεια αυτό το άλμπουμ έχει όλες τις προδιαγραφές και ακόμα περισσότερες. Οι συνθέσεις τους είναι καλές, χρησιμοποιούν καλά τα μουσικά όργανα και είναι συναρπαστικοί".

Cut You Loose (1970)


Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στην Αμερική ως Climax Blues Band, με τα κομμάτια ανασυγχρονισμένα και επιπρόσθετο κομμάτι, το single "Like Uncle Charlie". Η μπάντα γινόταν τώρα μία δημοφιλής ατραξιόν των κλαμπ. Ένας σχολιαστής της Melody Maker είδε μία εμφάνιση στο Marquee και παρατήρησε ότι παρά τα τεχνικά θέματα, "η μπάντα τελικά ξεπέρασε το πλήθος των προβλημάτων και έκανε ένα καταπληκτικό σετ και ιδιαίτερα ικανοποιητικό. Είναι μία δεμένη μπάντα, επηρεασμένοι εκλεπτυσμένα από τον Mayall και με μία τρομερή αίσθηση τελειότητας". Ενώ η μπάντα μεγάλωνε σε δημοφιλία, το κύμα των blues στην Αγγλία είχε κατασταλλάξει και το γκρουπ αισθάνθηκε ότι είχαν γίνει στερεότυπο από το όνομά τους. Ο Peter Haycock είπε στην Melody Maker: "Έχουμε μία αίσθηση ότι χάνουμε μεγάλο ποσοστό κοινού εξαιτίας του ονόματός μας. Το "The Blues Band" δεν ελκύει στ'αλήθεια τους ανθρώπους που θα μας άρεσε να έχουμε". Έτσι στην επόμενη Αγγλική τους κυκλοφορία άλλαξαν το όνομά τους σε Climax Chicago, ενώ στην Αμερική συνέχισαν να χρησιμοποιούν το όνομα που υιοθέτησαν στο προηγούμενο άλμπουμ τους εκεί, Climax Blues Band. Ηχογράφησαν το επόμενο άλμπουμ τους τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1971, που είπαν προσωρινά Come Stomping. Κυκλοφορώντας τον Οκτώβριο του 1971 ως Tightly Knit το άλμπουμ περιείχε ένα συνονθύλευμα από στυλ, από την χαμηλών τόνων απειλή που ελόχευε στο "Shoot Her If She Runs" και στα groovy heavy riff του "St Michael's Blues" στο ζωηρό αλλόκοτο "Who Killed McSwiggen", το οποίο ένας κριτικός περιέγραψε ως "mind-chilling, blues cum jazz rave up". Τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1971, παρουσίασαν σε μία Αγγλική περιοδεία 34 ημερών μαζί με τους Argent και τους Satisfaction. Έπειτα ήταν σχεδιασμένο να πάνε στην πρώτη τους Αμερικανική περιοδεία τον Ιούνιο του 1972, αλλά το ταξίδι αναβλήθηκε λόγω προβλημάτων σχετικά με βίζες και άδειες που απαιτούνταν.

Shoot Her If She Runs (1971)


Τον Αύγουστο η μπάντα ηχογράφησε το πέμπτο της LP, Rich Man. Οι Climax Blues Band είχαν τώρα μειωθεί σε τέσσερις, καθώς ο George Newsome και ο Arthur Wood έφυγαν. Ο Newsome αντικαταστάθηκε στα ντραμς από τον John Cuffey, που είχε πριν παίξει στο παλαιό γκρουπ του Cooper, τους the Gospel Truth. Ενώ όλες οι προηγούμενες προσπάθειες είχαν στην παραγωγή τον Chris Thomas, για αυτά τα session η μπάντα πήγε στον Αμερικανό παραγωγό Richard Gottehrer. O Gottehrer (το ένα τρίτο της ομάδας παραγωγών Feldman-Goldstein-Gottehrer), ήταν υπεύθυνος για μία σειρά από single διαφόρων καλλιτεχνών, πιό γνωστός για το "My Boyfriend's Back" των the Angels και το "Hang On Sloopy" των McCoys. Το τρίο είχε ακόμα και τους εαυτούς τους ηχογραφήσει ως the Strangeloves, επιτυγχάνοντας ένα νο 11 χιτ το καλοκαίρι του 1965 με το επιδραστικό "I Want Candy" (που διασκευάστηκε χρόνια αργότερα (1982), από τους Bow Wow Wow. Κάποιοι που το γνωρίζουν είναι ευκαιρία να θυμηθούν για ποιό θέμα μιλάμε αν πατήσουν εδώ). Το Rich Man έφυγε μακριά από την Jazz και τα blues στα οποία "ακουμπούσαν" τα προηγούμενα άλμπουμ τους και ήταν η μεγαλύτερη εμπορική τους προσπάθεια μέχρι τότε, ιδιαίτερα το single "Mole on the Dole". Ωστόσο το single προσέλκυσε λίγη προσοχή και το άλμπουμ έφτασε νο 150 στην Αμερική. Σαν live σχήμα ωστόσο, το γκρουπ συνέχισε να κερδίζει δημοφιλία και το 1972 εδραίωσε ένα Αμερικανικό κοινό κατά την διάρκεια της πρώτης τους περιοδείας εκεί.

Mole on the Dole (1972)


Στη συνέχεια μετά την κυκλοφορία του Rich Man, η μπάντα πήγε στην Polydor, όπου κυκλοφόρησαν το FM/Live (1973, U.S. #107), το οποίο ηχογραφήθηκε live στο New York Academy of Music. Κυκλοφόρησε ως διπλό LP στην Αμερική, ενώ μειώθηκε σε μονό στην Αγγλία. Τον ίδιο χρόνο ένα σχεδιασμένο στούντιο άλμπουμ που λεγόταν Reaching Out απορρίφθηκε καθώς η μπάντα αισθάνθηκε ότι τα session ήταν πρόχειρα. Συνέχισαν να κυκλοφορούν επιτυχημένα άλμπουμ μέσα στη δεκαετία: το Sense of Direction (1975, U.S. #37),

Shopping Bag People (1975)


το Stamp Album (1975, U.S. #69), στα οποία είχε επιστρέψει το ορίτζιναλ μέλος Richard Jones,

Mr. Goodtime (1975)


το Gold Plated (1976, U.S. #27, UK #56), που περιλάμβανε το μεγάλο τους χιτ / single "Couldn't Get It Right" (νο3 στην Αμερική και νο10 στην Αγγλία). Το λατρέψαμε και εμείς στη χώρα μας βέβαια!

Couldn't Get It Right (1976)


Το Shine On (1978, U.S. #71), που ο Richard Jones εγκατέλειψε για 2η φορά την μπάντα και το Real to Real (1979, U.S.#170), που περιλάμβανε τον νέο keyboard player Peter Filleul. Οι ηχογραφήσεις συνεχίστηκαν με το Flying the Flag (1980, U.S.#75), που περιλάμβανε το "I Love You" του Derek Holt (U.S.#12). To Lucky for Some (1981), που ήταν το τελευταίο άλμπουμ που θα περιλάμβανε τον Cuffey και τον Holt, που έφυγαν αμέσως μετά την κυκλοφορία του. Το Sample and Hold (1983) το τελευταίο άλμπουμ με τον Haycock, που έφυγε τον επόμενο χρόνο, το Drastic Steps (1988) και το Blues from the Attic (1993). Αφού έφυγε από την μπάντα ο Derek Holt ξεκίνησε να κάνει μουσική για ταινίες και την τηλεόραση. Επίσης πήρε ένα μπαρ με live μουσική στο Stafford, το Grapes που περικλείει την εκτεταμένη συλλογή του με αναμνηστικά από τις μέρες του στους the Climax Blues Band. Το 1989, πήρε μέρος στο άλμπουμ για την IRS, Night of the Guitar-Live!, που παρουσίαζε διάφορους guest κιθαρίστες συμπεριλαμβανομένων των Pete Haycock (bandmate του), Randy California, Steve Howe, Robby Krieger, Alvin Lee και Leslie West. Το 1997, κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ, το After the Climax στην HTD. Μαζί με τον κιθαρίστα Dave Day κυκλοφόρησαν την επόμενη χρονιά το άλμπουμ East Liverpool. O Haycock, αφού έφυγε από την μπάντα σχημάτισε τους Pete Haycock's Climax. Αυτό το γκρουπ κυκλοφόρησε δύο άλμπουμ, το Total Climax (1985) και το The Soft Spot (1986). To 1988, o Haycock κυκλοφόρησε ένα σόλο instrumental άλμπουμ το Guitar and Son, στην IRS. Επίσης ηχογράφησε περισσότερα από 10 σάουντρακ από το 1988 για τον συνθέτη και μουσικό παραγωγό Hans Zimmer. Το 1989, ο Haycock πήγε στους Electric Light Orchestra Part II, για την ηχογράφηση του Electric Light Orchestra Part II (1991) και το 1992 κυκλοφόρησε το Drastic Steps με τους Pete Haycock Band.

Climax Blues Band


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης