Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019


JOE MEEK



Legendary Producers



Το έπος του Joe Meek δεν είναι μόνο η δημιουργία ενός ουσιαστικού κεφάλαιου στην ιστορία της cult rock, αλλά και ενός στην ιστορία του cult σινεμά επίσης. Στην κορύφωση της πλοκής βρίσκεται η ιστορία ενός πρωτοπόρου παραγωγού που ανέλαβε μία ολόκληρη στάσιμη Αγγλική βιομηχανία δίσκων και έγινε ο πρώτος αναγνωρισμένος παραγωγός, αρνούμενος να εργαστεί μέσα σε ένα παγιωμένο στουντιακό σύστημα, προτιμώντας να καταστρώσει και να ηχογραφήσει όλα τα είδη των απίστευτων ποπ ήχων στο μικρό διαμέρισμά του στο Λονδίνο. Για προσωπικό χρώμα υπήρχε η εμμονή του με το απώτερο διάστημα και τον αποκρυφισμό, τα οποία έγιναν δίδυμες εμπνεύσεις για τα αμίμητα ηλεκτρονικά ηχητικά εφέ που κοσμούν πολλούς από τους πιό επιτυχημένους δίσκους του. Για λίγο σκανδαλισμό, υπήρχε η ομοσεξουαλικότητά του, η οποία έπρεπε να καταπιεστεί σε μία εποχή, στην οποία το να είναι κάποιος ομοφυλόφιλος στην Αγγλία ήταν έγκλημα. Ελάχιστα, ίσως και κανένα στούντιο του Χόλιγουντ τότε, δεν θα έδινε το πράσινο φως σε μία ταινία που τελειώνει με τέτοια λάμψη παράλογης βίας. Η αληθινή ιστορία της ζωής του Joe Meek, ωστόσο έφτασε πολύ κοντά σε αυτό την 3 Φεβρουαρίου του 1967, όταν έχοντας δεινοπαθήσει από προσωπικά και οικονομικά προβλήματα, πυροβόλησε την σπιτονοικοκυρά του και αρκετά λεπτά αργότερα έστρεψε το όπλο στον εαυτό του. Ήταν η έκτη επέτειος του θανάτου ενός από τους ήρωές του, του Buddy Holly. Λιγότερα από πέντε χρόνια πριν, ο Meek είχε βρεθεί στην κορυφή του κόσμου, όταν το περίλαμπρο επίτευγμά του, το instrumental "Telstar" των Tornados, το οποίο έγραψε και έκανε την παραγωγή, έφτασε στην 1η θέση των Αγγλικών charts. Σύντομα μετά από τότε διπλασίασε την επιτυχία, επιτυγχάνοντας 1η θέση και στα Αμερικανικά charts, σηματοδοτώντας το 1ο Αγγλικό τραγούδι που έγινε νο1 στην Αμερική, περισσότερο από ένα χρόνο πριν οι Beatles δώσουν το παράγγελμα για την Αγγλική εισβολή.

The Tornados - Telstar (1962)


Με τα διαστημικά βουητά και τα μπιπ, το "Telstar" θεωρείται από πολλούς ως μία one-shot καινοτομία. Αλλά στην πραγματικότητα ήταν μόνο ένα από τα εκατοντάδες κομμάτια, στα οποία ο Meek έσπρωξε τον τεχνολογικό εξοπλισμό των πρώιμων στούντιο του '60 στα όρια, παράγοντας ήχους όχι από αυτό τον κόσμο, που δεν ήταν απλώς μπροστά από την εποχή τους, αλλά έχει αποδειχτεί στην ουσία αδύνατο να αντιγραφούν. Ο Meek είχε παλέψει να δημιουργήσει μία εξωγήινη ατμόσφαιρα από τότε που, σαν έφηβος τοποθέτησε ηχεία στην κερασιά του πατρικού του σπιτιού, για να διώξει τα πουλιά και όταν έφτιαξε την πρώτη τηλεόραση στην πόλη του. Το 1950 δούλευε στο Λονδίνο σαν μηχανικός εξισορρόπησης ήχου, ενοχλώντας τους παραδοσιακούς φύλακες των Αγγλικών στούντιο πειραματιζόμενος με την παραμόρφωση και βάζοντας με κόλλα μικρόφωνα μέσα στην μπότα των ντραμς. Το 1960 ήταν έτοιμος να τραβήξει δική του γραμμή, ιδρύοντας την δική του δισκογραφική που την είπε Triumph. Όταν η Triumph δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, τράβηξε ανεξάρτητη πορεία ολοκληρωτικά ξεκινώντας μία εταιρεία παραγωγής δική του. Θα ηχογραφούσε μουσική στο διαμέρισμά του που βρισκόταν στο 304 Holloway Road στο Βόρειο Λονδίνο, πάνω από ένα μαγαζί με δερμάτινα και θα νοίκιαζε τις master tapes στις δισκογραφικές. Για να εκτιμήσει κάποιος πλήρως την έκταση των καινοτομιών του Meek, πρέπει να καταλάβει πόσο ριζοσπαστικό ήταν να λειτουργείς εκτός της δομημένης ιεραρχίας των στούντιο το 1960. Αυτό ξέρετε ήταν πολύ-πολύ πριν η chic λέξη ΄indie' μπεί στην μουσική πραγματικότητα.




Οι δίσκοι γίνονταν στα επαγγελματικά στούντιο, που επέβλεπαν μέλη των λιγοστών ιδρυμένων μεγάλων δισκογραφικών της Αγγλίας. Αναφορικά με αυτό ο Meek ήταν το Αγγλικό ισοδύναμο του Phil Spector στην Αμερική. Τόσο εκκεντρικοί για να δουλέψουν μέσα στις δομές της mainstream μουσικής και οι δύο επέλεξαν να κατασκευάσουν τους ήχους που άκουγαν μέσα στο κεφάλι τους, κάνοντας το δικό τους με τους δικούς τους όρους. Σήμερα ο όρος "ανεξάρτητος παραγωγός" είναι κοινότοπος. Αν και δεν ήταν οι μόνοι, ο Spector και ο Meek ήταν οι πρώτοι από τους μεγάλους ανεξάρτητους rock παραγωγούς που έζησαν με τους δικούς τους κανόνες. Καθώς κάποιοι θα άρχιζαν τις συγκρίσεις ανάμεσα στο Wall-of-Sound του Phil Spector και τις εντυπωσιακές παραγωγές του Meek, μόνο η ομοιότητα μεταξύ τους εκτείνεται τόσο πολύ. Ο Spector ενδιαφερόταν να στολίσει τα soulful pop-rock κομμάτια του και τους ερμηνευτές με συμφωνική ενορχήστρωση. Η παραγωγή και η σύνθεση ήταν σημαντικές, αλλά όχι περισσότερο από τις λέξεις και τη μουσική, συχνά παρεχόμενες από κορυφαίους τραγουδοποιούς του Brill Building (όπως και από τον ίδιο τον Spector). Για τον Meek, τα διακοσμητικά εφέ συχνά ήταν η ουσία του δίσκου. Ένα εφηβικό είδωλο "της σειράς", βαρετοί ορχηστρικοί τόνοι, απομιμήσεις του Buddy Holly, ακόμα και παράξενο σκληρό R&B, το υλικό δεν έπαιζε τόσο ρόλο, όσο ο ΗΧΟΣ και τα φουτουριστικά εφέ με τα οποία το "έντυνε". Για να πετύχει αυτό, ο Meek έκανε τις φωνές και τα όργανα να ακούγονται όπως τίποτα άλλο στον πλανήτη. Γυναικεία χορωδία που έκανε backup ακουγόταν σαν φαντάσματα που ουρλιάζουν. Τα ντραμς ακούγονταν σαν στρατεύματα που κάνουν παρέλαση (και στην πραγματικότητα αυτό το εφέ συχνά το δημιουργούσε έχοντας τους μουσικούς και όποιον άλλο ήταν εκεί γύρω να χτυπούν τα πόδια τους στα πατώματα και τις σκάλες). Έβαλε καρφίτσες στα σφυράκια του πιάνου για να δημιουργήσει έναν παραμορφωμένο χόνκι-τονκ ήχο. Έβαζε τα φωνητικά μέσα από διαδικασίες με πολλές ταχύτητες για να κάνει τους τραγουδιστές να ακούγονται σαν διαστημικά πλάσματα. Τα όργανα είχαν ένα μεταλλαγμένο τρεμάμενο τόνο που έμοιαζε με αυτόν που βγαίνει από τα όργανα ατμού που έχουν στο τσίρκο. Οι ηλεκτρικές κιθάρες έγιναν σμήνος μελισσών. Και κάθε τι συμπιεζόταν και περιοριζόταν τόσο πολύ, δίνοντας στο τελικό προιόν μία ηλεκτρονική λάμψη του εικοστού πρώτου αιώνα. Οι περισσότεροι από τους δίσκους του Meek ωστόσο δεν ήταν πειραματικές ασκήσεις. Ήταν pop τόνοι, που στόχευαν σε νεανικό κοινό, με λιγοστή επιρροή από blues/soul που θα χαρακτήριζε την Αγγλική εισβολή των μέσων της δεκαετίας του '60. Οι προτιμήσεις του Meek κυμαίνονταν από σιροπιαστές μπαλάντες ή πολύ γλυκό pop-rock, μερικές φορές στο καλούπι του Buddy Holly. Χιτς από διάφορα ορχηστρικά γκρουπ και εφηβικά είδωλα (με πιό αξιοσημείωτο τον John Leyton) του έδωσαν ένα δίσκο, αλλά ο Meek δεν έγινε γίγαντας της βιομηχανίας μέχρι το "Telstar" το 1962. Με τα βουητά και τους εξωγήινους ήχους στην εισαγωγή και στο τέλος και με ένα τόνο που κυριαρχείτο από γκλισάντο σαν να προέρχονται από harpsichord και τους αιχμηρούς τόνους του Clavioline (πρόδρομος του αναλογικού συνθισάιζερ), το "Telstar" προσδοκούσε στοιχεία της ψυχεδέλειας γεμάτα τέσσερα έως και πέντε χρόνια, πριν ο όρος έρθει στο χώρο. Ο Meek είχε πειραματιστεί με τα εφέ από το διάστημα για χρόνια. Πράγματι το 1960 ηχογράφησε ένα ολόκληρο (και λίγο ανόητο) LP με τέτοιο υλικό, βασισμένο γύρω από ένα ασαφές concept (concept άλμπουμ το 1960!!!) της ζωής πάνω στη σελήνη (μόνο να σκεφτείτε ότι αυτό έγινε γύρω στα δέκα χρόνια πριν το Apollo 11).

Joe Meek and the Blue Men - I Hear A New World (1960)


Το "Telstar" ωστόσο έφερε τον φουτουρισμό στο κοινό με ένα μελωδικό τρόπο που ακόμα και σήμερα παραμένει καθηλωτικό. Ο Tony Dangerfield, ένας τραγουδιστής και μπασίστας που δούλεψε με τον Meek και σαν σόλο καλλιτέχνης, αλλά και σαν μέλος της μπάντας του Screaming Lord Sutch, επιβεβαιώνει ότι ο παραγωγός έβαζε την καρδιά του και την ψυχή του στις προσπάθειές του για τα ηχητικά εφέ, παρά για το πραγματικό τραγούδι. "Μουσικά, πράγματι δούλευε πολύ γρήγορα, αλλά θα ξόδευε ώρες και ώρες απλά προσπαθώντας να δημιουργήσει ήχους για την εισαγωγή και το τέλος". Αυτά τα εφέ του ήχου συχνά ενέπνεαν την σαγήνη στον Meek σχετικά με την εξερεύνηση του διαστήματος και με τον αποκρυφισμό. Ο σατανικός συνδυασμός του φέρετρου που τρίζει και του βαμπίρ που στριγγλίζει στο "Til the Following Night" είναι ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό παράδειγμα. Μιλάμε για το 1961 έτσι;

Screaming Lord Sutch & The Savages - 'Til The Following Night (1961)


Αλλά τα εφέ δεν δημιουργούνταν απαραίτητα με μέσα τελευταίας τεχνολογίας. "Η εισαγωγή στο "Telstar" o Dangerfield ανοίγει τα χέρια του γύρω στα 70 εκατοστά και γελάει. "Δύο καρφιά δεκαπέντε πόντων καρφωμένα ένα σε κάθε άκρη και ένα σκουριασμένο ελατήριο! Απλά έκανε το ελατήριο να πάλλεται συνεχώς, επιταχύνοντάς το". Σε μία άλλη περίπτωση ο Dangerfield ήταν παρών σε ένα session για ένα θέμα που λεγόταν "Three Coins in a Fountain", όπου ο Meek ήθελε να εμπλουτίσει τον ήχο με τι άλλο; ένα νόμισμα να πέφτει μέσα στην πηγή. Αφού πετώντας ένα σέντ σε ένα κουβά δεν δούλεψε, ο Meek έβαλε τον ντράμερ να κολλήσει το στόμα του στο μικρόφωνο και να προσπαθήσει να μιμηθεί τον ήχο. Εκεί έμεινε ο δύστυχος για τρεις ώρες και άλλαξε κυριολεκτικά χρώμα, μέχρι το παιδί που είχε για βοηθό ο Meek καταφέρει να μιμηθεί με επιτυχία αυτό που αναζητούσε ο παραγωγός. "Ο Joe έκανε σπουδαίους δίσκους παρά το γεγονός με τα στούντιο", συμφωνεί ο Derek Lawrence, ο οποίος βοηθούσε τον Meek για λίγο, πριν πάρει κι ο ίδιος τον δρόμο του ως ένας επιτυχημένος παραγωγός, δουλεύοντας με τους Deep Purple, τους Wishbone Ash και τους Quiet Riot. "O Joe ήταν εφευρετικός επειδή δεν διέθετε πολύ υλικό. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που μπορείς να το περιγράψεις. Θα έβαζε το κομμάτι των εγχόρδων μέσα στο σπίτι του και θα ήταν παντού, σε όλο το μέρος. Στις σκάλες, στο μπάνιο, στην τουαλέτα, στην κουζίνα. Όπου υπήρχε χώρος, υπήρχε και μουσικός. Θα πετύχαινες αυτό το πραγματικά παχύ ήχο στο ταμπούρο με ένα τηλεφωνικό κατάλογο." O Meek επίσης έγραψε το υλικό για πολύ ελάχιστους από τους δίσκους που έκανε παραγωγή, πράγμα αξιοσημείωτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν μπορούσε να κρατήσει τον τόνο. Για να επιδεινώσουμε τον τρόμο να πούμε για την μέθοδό του να παρουσιάζει μία νέα σύνθεση πάνω σε ένα υπάρχοντα rock 'n' roll δίσκο που είχε ένα ρυθμό ή μία αίσθηση που αναζητούσε. Το πρόβλημα ήταν ότι συνήθως έχει μία εντελώς διαφορετική μελωδία (μερικά φρικτά παραδείγματα αυτού του πώς ακούει και αναπαράγει ο ίδιος τον τόνο μπορούν να ακουστούν στο CD της RPM Work in Progress). "Μουσικά, για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, ήταν τονικά κουφός", επιβεβαιώνει ο Dangerfield. "Όταν είχες ένα demo ο Joe θα το μουρμούριζε, προσπαθώντας να το τραγουδήσει. Και ήταν τόοοοσο μακριά από αυτό που αναζητούσε. Έτσι έπρεπε να προσπαθήσεις να ερμηνεύσεις (σσ: να αντιληφθείς) την μελωδία". Ο Lawrence είναι ακόμα πιό ωμός στην αποτίμησή του: "Υποστηρίζω ότι οι μπάντες έγραψαν τα περισσότερα από τα τραγούδια. Το πώς θα ακουγόταν ο Joe σε αυτά τα demos κανείς δεν θα μάθει ποτέ". Προσθέτει, "Ο Joe Meek έκανε κάποιες από τις χειρότερες ηχογραφήσεις που έχουν γίνει ποτέ. Έκανε πέντε ή έξι από τις καλύτερες ηχογραφήσεις που έχουν ποτέ γίνει. Νομίζω ότι ποτέ δεν διάκρινε την διαφορά ανάμεσα στην μουσική που του άρεσε και στους τύπους που ήθελε. Πολλοί τύποι θα εμφανίζονταν και θα ήταν ότι ήθελε ο Joe. Και έκανε τότε δίσκους μαζί τους". Έτσι ήταν ότι οι καριέρες τραγουδιστών με μέτρια ή λιγότερο από μέτρια φωνητικά ταλέντα, όπως ο Heinz (των the Tornados), πήραν μία μεγάλη ώθηση από τον Meek. Όμως παρά την έλλειψη των στάνταρντ ενός συνεχούς ποιοτικού ελέγχου, πολλές από τις αποκαλύψεις της ομοφυλοφιλίας του Meek έγιναν περισσότερο αποδεκτές εξαιτίας της παρουσίας μερικών από τα καλύτερα ταλέντα στην εκκολαπτόμενη  Αγγλική rock σκηνή. Ο Nicky Hopkins, ο Jimmy Page και ο Richie Blackmore είναι ανάμεσα στους βιρτουόζους που έκαναν τις πρώτες τους εμφανίσεις σε παραγωγή του Meek. O Meek συγκρατήθηκε περισσότερο από ότι συνήθως στα single του Screaming Lord Sutch στις αρχές του '60, που ήταν κάποιοι από τους πρώτους επηρεασμένους από την R&B hard-rock δίσκους που έγιναν στην Αγγλία. Χαμένες ανάμεσα στα σκουπίδια των εκατοντάδων τραγουδιών στην δισκογραφία του Meek βρίσκονται μερικές εντυπωσιακές κιθαριστικές δουλειές. Το σόλο του Blackmore στο-κατά τα άλλα της σειράς-single των the Outlaws το 1964 "Shake With Me", έχει γίνει τρία χρόνια πριν εμφανιστεί ο Hendrix για παράδειγμα (ΑΚΟΥΣΤΕ!!).

The Outlaws - Shake With Me (1964)


Και ακόμα και τα πιό απλά κομμάτια του Heinz συχνά τα ανεβάζουν κάποια καυτά riff της κιθάρας (του Blackmore ή άλλων). Η Αγγλική εισβολή, με τον πιό hard ήχο και τα γκρουπ που έγραψαν το υλικό τους, περιόρισαν την επιτυχία του Meek. Θα είχε ακόμα μερικά χιτ (πιό αξιοσημείωτο το "Have I the Right" με τους the Honeycombs, το οποίο μπήκε στο top5 στην Αμερική το 1964)

The Honeycombs - Have I the Right (1964)


και ακόμα θα έκανε μερικά αξιόλογα δευτερεύοντα με πιό hard-rock γκρουπ, όπως ήταν οι the Syndicats, με έναν νεαρό Steve Howe (βλέπε Yes) στην κιθάρα. Μπορεί ο Meek κάποτε να βρισκόταν μακριά από την βιομηχανία (δισκογραφικές, στούντιο κλπ), όμως στις αρχές του 1967 ο ήχος του, κάποτε φουτουριστικός, ήταν πιά ξεπερασμένος.

The Syndicats - Crawdaddy Simone (1965)


Σε συνδυασμό με την έλλειψη χιτ ήταν τα οικονομικά προβλήματα, μία παράνοια (γεμάτη από χάπια) και μία επικείμενη έρευνα ως ύποπτος στην δολοφονία ενός έφηβου. Οι εκρήξεις θυμού του Meek ήταν μέσα στον θρύλο που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτόν. Ο Dangerfield τον θυμάται να πετάει τηλέφωνα σε μουσικούς με τους οποίους δεν του έβγαιναν αυτά που σκεφτόταν και ο Lawrence ανακαλεί πώς εξαγριωνόταν και κλείδωνε τις πόρτες του στούντιο για μιά εβδομάδα. Διαπιστώνοντας εκ των υστέρων, το σενάριο του διπλού φονικού που έβαλε τέλος στην ζωή του, ήταν η αποκορύφωση της αυξανόμενης ψυχολογικής του αστάθειας, αν και κανείς δεν περίμενε τόσο βίαιο μανιφέστο. Ο Meek δύσκολα ήταν "in" όνομα για να περάσει στις επόμενες δεκαετίες. Αλλά κάποια αρκετά χρόνια πριν από σήμερα, δέχτηκε ένα είδος αξιοσημείωτης αποκατάστασης της φήμης του, καθώς συλλέκτες και άλλοι ενθουσιώδεις για την ασυνήθιστη pop άρχισαν να εκτιμούν την μοναδικότητα των ηχογραφήσεών του. Μία πλήρης βιογραφία του, The Legendary Joe Meek, εμφανίστηκε το 1989. Ένα καταξιωμένο ντοκυμαντέρ του BBC έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το 1996 μία πολύ καθυστερημένη συλλογή της δουλειάς του κυκλοφόρησε στην Αμερική. Όλα αυτά είναι λιγότερο σοκαριστικά, αν διαβάσει κανείς τον παρακάτω έπαινο από την πιό απίθανη πηγή: ο πρώην τραγουδιστής των Dead Kennedys,  Jello Biafra, στο βιβλίο Incredibly Strange Music, Vol. 2, αναφέρει "Μπορείς να πείς ότι ένας δίσκος είναι του Joe Meek από ένα μίλι μακριά".

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

It's Hard to Believe It: The Amazing World of Joe Meek (1995, Razor & Tie)


Ένα compilation από 20 τραγούδια τα πιό φημισμένα και πιό δημιουργικά: "Τelstar", "Have I the Right" και μία μίξη από χιτ του Screaming Lord Sutch, του John Leyton, της Glenda Collins, των the Outlaws και άλλων. Όσοι θέλουν να ψάξουν περισσότερο Meek πρέπει να γνωρίζουν ότι οφείλουν να είναι επιλεκτικοί ανάμεσα σε τόσα compilation της δουλειάς του που έχουν προκαλέσει συμφόρηση στην αγορά. Εάν θέλετε να κάνετε βουτιά, είναι προτιμότερο να αναζητήσετε μία συλλογή από ένα καλλιτέχνη (των Honeycombs, Tornados, Screaming Lord Sutch ή Heinz), παρά τα πιό ασυνεπή compilation από διάφορους καλλιτέχνες.

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

The Legendary Joe Meek, του John Repsch (1989, Woodford House, UK)


Διασκεδαστική, λεπτομερής (300+ σελίδες) βιογραφία του παραγωγού που δίνει βάρος και στην μουσική του πρωτοπορία, αλλά και στους προσωπικούς του δαίμονες.

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΤΑΙΝΙΑ

Telstar: The Joe Meek Story (2008)


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

 


COWBOY



Country Folk




Οι εξαιρετικοί τραγουδοποιοί Tommy Talton και Scott Boyer ίδρυσαν στο Jacksonville της Φλόριντα το 1969 μία Southern rock μπάντα, που αποτελεί ένα από τα καλά κρυμμένα μυστικά του γένους αυτού. Αυτή την μπάντα την ονόμασαν Cowboy. Οι Cowboy, οι οποίοι τελικά θα υπέγραφαν με την θρυλική Capricorn Records, πριν αποκτήσει φήμη στην ιστορία της Southern rock. Μαζί τους, ανάμεσα σε άλλα σχήματα που είχαν υπογράψει στην Capricorn, ήταν οι The Allman Brothers Band, The Marshall Tucker Band, Elvin Bishop και Wet Willie.

Cowboy featuring Duane Allman - Please Be With Me (1971)


Σημαντικό ρόλο στην ιστορία της μπάντας μας έπαιξε ο Duane Allman, ο οποίος ακούγοντας αντιλήφθηκε την μουσικότητα που διέθεταν αυτοί οι δύο τύποι, αλλά και το ταλέντο τους ως τραγουδοποιοί. Ο Duane με τον Scott Boyer ήταν παλιοί γνώριμοι. Πριν την τελική του δουλειά με τους The Allman Brothers Band, ο Duane Allman έκανε τα τελευταία στούντιο sessions για το άλμπουμ των Cowboy 5’ll Getcha Ten στα Muscle Shoals Sound Studios, όπου συνόδευσε την μπάντα με το Dobro του. Δύο φορές παίχτηκε το κομμάτι "Please Be With Me". Μία στο άλμπουμ των Cowboy 5'll Getcha Ten και μία αργότερα στο Duane Allman Anthology. Το κομμάτι, το οποίο είχε κάνει μεγάλο πάταγο, διασκευάστηκε από τον Eric Clapton το 1974 στο άλμπουμ 461 Ocean Boulevard. Παραδόξως ο Scott Boyer μας πληροφορεί ότι το κομμάτι είναι ένα από τα πιό γρήγορα που έγραψε και κατέληξε να γίνει το πιό γνωστό και φημισμένο. Στην ερώτηση του Duane αν είχε γράψει κάτι καινούριο, μετά από μία βραδυά που είχε περάσει γράφοντας, η απάντησή του ήταν το "Please Be With Me", τραγούδι που τελικά ο Duane αγάπησε. Το “Please Be with Me: A Song for My Father, Duane Allman” είναι επίσης ο τίτλος του βιβλίου της Galadrielle Allman, κόρης του Duane για τον πατέρα της. Μαζί με το "Livin’ in the Country” αποτελούν τα απόλυτα κομμάτια των φαν των Cowboy. Το τραγούδι αυτό είναι ένα από τα πιό όμορφα και ανέγγιχτα από τον χρόνο κλασικά κομμάτια της Southern rock. Εδώ οφείλουμε να αναφέρουμε ένα άγνωστο σε πολλούς σχήμα που λεγόταν the 31st of February, στο οποίο είχαν παίξει μαζί (από εκεί γνωρίστηκαν μεταξύ τους) ο Duane Allman και ο αδελφός του Gregg μαζί με τον Scott Boyer και τον μελλοντικό ντράμερ των Allman Brothers Band, Butch Trucks. Με αυτό το σχήμα έπαιξαν folk-rock πριν δημιουργηθούν τα γνωστά μας σχήματα στα οποία μετείχε ο καθένας τους.

Long Ride (1974)


Οι περισσότεροι Έλληνες στους οποίους αρέσει η Southern rock μουσική σκηνή, έχουν μεγαλώσει με ακούσματα από Allman Brothers, Lynyrd Skynyrd, ZZ Top, Little Feat, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του '60 blues-rock μπάντες προερχόμενες από άλλες πολιτείες, όπως οι Canned Heat, οι Credence Clearwater Revival και οι the Band βρέθηκαν υπό την επιρροή της Southern μουσικής σκηνής. Αυτές ήταν μεγάλες μπάντες αναμφισβήτητα, πολλές από τις οποίες, αν όχι όλες στον ίδιο βαθμό, πήραν τον σεβασμό και την καταξίωση που άξιζαν. Καθώς θα ακούτε λοιπόν τους Cowboy το πιθανότερο είναι να τους εντάξετε ανάμεσα σε αυτούς τους καταξιωμένους μουσικούς. Στην πραγματικότητα ο ήχος δεν είναι τόσο rock, αλλά περισσότερο country και folk. Χαλαρωτική ακουστική κιθάρα και αρμονίες είναι το σήμα κατατεθέν των Tommy Talton και Scott Boyer, των δύο ιδρυτών της μπάντας. Στα αυτιά μου ακούγονται κάπου ανάμεσα σε Poco, Marshall Tucker Band και Flying Burrito Brothers. Πολλά καλογραμμένα, μελωδικά τραγούδια, διακριτικά στον τόνο τους, όμως με δυνατή εκτέλεση. Αυτή η μπάντα βλέπετε δεν χρειάζεται μία στρατιά από κιθάρες για να εντυπωσιάσει. Απλά το κάνει με τον τόνο των τραγουδιών.

the Wonder (1971)


Στο άλμπουμ 5'll Getcha Ten παίζουν μουσικοί όπως ο Duane Allman και ο Chuck Leavell (keyboard στους Allman Brothers Band). Αλλά και χωρίς αυτούς τους δύο διάσημους καλλιτέχνες, οι Cowboy διαθέτουν δικό τους ταλέντο. Όμορφη country folk αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω τον όρο. Η πλειοψηφία των τόνων βασίζεται στις ακουστικές κιθάρες με μερικά κρουστά για να κρατούν τα θέματα συνδεδεμένα, μαζί με λίγο βιολί και περιστασιακά λίγα σόλο από ηλεκτρική κιθάρα. Αν σας αρέσει να ακούτε the Byrds, Flying Burrito Brothers, Chris Hillman κλπ, πιθανόν από τους δίσκους που ακολουθούν να βρείτε ένα δίσκο που θα θέλατε να αποκτήσετε.

Reach For the Sky (1971)


Έχοντας κυκλοφορήσει στις αρχές του 1971, αυτό είναι το πρώτο άλμπουμ των Cowboy. Μία ενδιαφέρουσα ηχογράφηση, αλλά δύσκολο να χαρακτηριστεί συνεκτικό άλμπουμ. Φαντάζει σαν συλλογή. Τίποτα το λάθος σχετικά με τα τραγούδια, αλλά σαν άλμπουμ λίγο ασύνδετο. Το "Opening" είναι η υποδοχή. Θέτει τον τέλειο τόνο και μας λέει να κάνουμε λιγάκι υπομονή. Ο επόμενος τόνος δίνεται με το "Living in the Country", που μιλάει για το συναίσθημα του γκρουπ να είναι εκτός της σκηνής του Λος Άντζελες. Μοιάζει να έχουν βρεί την θέση τους στην country. Στο μεταξύ πίσω στο ραντς, το "Everything Here", επισημαίνει την διαμάχη ανάμεσα στον country ήχο και στον hard rock ήχο. Ακούγεται δε πιό σοβαρό απ'ότι οι στίχοι προμηνύουν. Η μπάντα βρίσκει ισορροπία με ένα country rock τόνο που λέγεται "It's Time". Αυτό είναι σοβαρά ένα πολύ ωραίο κομμάτι που έχει μία rock αιχμή, ενώ παραμένει αληθινό στην ημι-country αισθητική του άλμπουμ. Αν σας θυμίσει Eagles μάλλον ακούτε σωστά (είναι προγενέστεροι βέβαια από τους the Eagles).

It's Time (1971)


Το "Amelia's Earache" μου θυμίζει Neil Young. Το "Stick Together" είναι ένα τραγούδι ενότητας. Η ενότητα είναι κάτι που η μπάντα συχνά βρίσκει, παρά τις διαφορετικές επιρροές, προσωπικότητες και τις διαμάχες που εμφανίζονται ανάμεσα σε αυτούς τους τόσο ταλαντούχους τραγουδοποιούς. Τα "Pretty Friend" και "Josephine, Beyond Compare" είναι δύο ερωτικές μπαλάντες, ενώ το "Rip and Snort" έχει πιό country-rock γεύση. Το "Song of Love and Peace" είναι ένα ήρεμο τραγούδι για την ...αγάπη και την ειρήνη. Το "Honey Ain't Nowhere" είναι ένα τραγουδάκι με γρήγορο τέμπο, ενώ το "Use Your Situation" φαίνεται να βρίσκει μία ισορροπία στην μπάντα.


5'll Getcha Ten (1971)




To 2o LP 5'll Getcha Ten λίγο μετά το πρώτο κι αυτό, ανοίγει με την μουσική σύνθεση για την μητρότητα "She Carries a Child" και τα θεμέλια για τον δίσκο χτίζονται. Ωραία φτιαγμένες αρμονίες απλώνονται και κυριαρχούν καθώς το συναισθηματικό θέμα συστήνει τον δίσκο, κάτι ανάλογο με αυτό που έκαναν οι the Band στο ντεμπούτο τους το 1968 με το "Tears of Rage". Το "Hey There Babe" θυμίζει Poco. Το με φθίνουσα εισαγωγή ομώνυμο κομμάτι "5’ll Getcha Ten" εκθέτει με ένα ανάλαφρο, ευγενικό, κυματιστό ρυθμό την μελωδικότητα να στρέφεται αργά προς την country.

5'll Getcha Ten (1971)


Ακολουθεί το "The Wonder", το μοναδικό κομμάτι που δεν συνέθεσε το γκρουπ. Το θέμα είναι ειρηνιστικός ύμνος, ερμηνευμένος με λεπτότητα από την μπάντα και υπογραμμισμένος από τις κιθαριστικές γραμμές του Pete Kowalke. Ακούει κανείς και σκέφτεται, 'τι ωραία ακούγεται σαν τον Neil Young, αλλά με καλύτερες αρμονίες. Είναι σαν τον Neil Young με τις αρμονίες των Allman Brothers". Άραγε σκέφτονταν με αυτόν τον τρόπο πριν 50 χρόνια; Η πρώτη πλευρά περιλαμβάνει επίσης το "Shoestrings", στο οποίο εξέχοντα ρόλο έχει το πιάνο του Chuck Leavell, χωρίς ωστόσο να προλαβαίνει να ξεδιπλωθεί το ταλέντο του, καθώς και το πολύ cool "Lookin for You", με την διακριτική κιθάρα του Duane στη σωστή δόση σε αυτή την απαστράπτουσα σύνθεση.

Looking For You (1971)


Η δεύτερη πλευρά του άλμπουμ ανοίγει με το "Seven Four Tune", που ο τίτλος περιγράφει καλά το θέμα. Το "Right on Friend" του Scott Boyer κρατάει φωτεινή την διάθεση και πιθανώς περιέχει την πιό ανιχνεύσιμη επιρροή από τους Alllman. Τι σκέψεις θα έκανε κάποιος ακούγοντας το "All My Friends" ή το "Innocence Song"; Έρχεται στο μυαλό η εικόνα καλοκαιρινού δειλινού, μέσα στα λειβάδια με τις καλέντουλες στον Αμερικανικό Νότο, θυμίζοντας Bread γεφυρώνοντας την απόσταση μέχρι το Λος Άντζελες και τους the Eagles. Το "All My Friends" διασκεύασε για το LP του Laid Back, ο Gregg Allman, όμως είναι κοινό μυστικό ότι το ορίτζιναλ, είναι πιό ολοκληρωμένο μουσικά.

What I Want Is You (1971)


Μετά από το προτελευταίο κομμάτι και πιό γνωστό της μπάντας "Please Be With Me", το LP κλείνει με το "What I Want Is You", τραγούδι που δεν θα ακουγόταν παράξενο αν κάποιος το έβαζε σφήνα μέσα σε ένα δίσκο των Crosby Stills and Nash.


Boyer & Talton (1974)




Έχοντας κυκλοφορήσει τους πρώτους δύο δίσκους τους στην Capricorn, το 1974 ηχογραφούν ξανά εκεί το τρίτο τους LP με τίτλο τα ονόματά τους. Ο δίσκος είναι το απώγειο των ταλαντούχων τραγουδοποιών. Με τους περισσότερους από τους μουσικούς του σχήματος έκαναν την backing band στον Gregg Allman στον δίσκο του Laid Back (1973). Στην πραγματικότητα έκαναν περιοδεία μαζί. Ο δίσκος αυτός ήταν ο αγαπημένος των δύο τραγουδοποιών, αλλά και του κοινού τους.

Everyone Has a Chance to Feel (1974)


Highlights τα "Everyone Has a Chance to Feel", "Long Ride", "Patch & Pain Killer", αλλά δεν μπορείς να περιμένεις κάτι ΄κακό΄ σε αυτό το άλμπουμ. Μουσικότητα, μελωδική μουσική, καθαρές ευαίσθητες ερμηνείες.

Cowboy (1977)


Ήταν 1977 όταν κυκλοφόρησε ο ομώνυμος δίσκος. Τα τραγούδια πολύ καλά και σε αυτόν, όμως η παλιά αίσθηση του χαλαρωτικού ακούσματος, μάλλον έχει περάσει.

Everybody Knows Your Name (1977)


Το "Everyone Knows Your Name" και το "Pat's Song" ξεχωρίζουν, αν και όλα τα θέματα έχουν κάτι να πούν και το λένε αρκετά πειστικά.


10'll Getcha Twenty (2018)


Ο τελευταίος δίσκος τους 10'll Getcha Twenty, κυκλοφόρησε πέρυσι, το 2018, την ίδια χρονιά που πέθανε κι ο Scott Boyer. Δυστυχώς μέχρι τη στιγμή που δημοσιεύεται αυτό το άρθρο δεν υπάρχει κάποιο από τα τραγούδια του στο διαδίκτυο. Αντί αυτού ας ακούσουμε κάτι από το ΄μισό΄ του άλμπουμ 5'll Getcha Ten.

All My Friends (1971)


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019



PETER BARDENS 


Pre Camel Era



Οι περισσότεροι γνωρίζουν τον Peter Bardens από την παρουσία του στους Camel, την περίοδο 1972 - 1978. Πολλοί λιγότεροι έχουν ακούσει μια-δυο προσωπικές του δουλειές, γύρω στο 1970. Ελάχιστοι όμως ξέρουν για την μουσική διαδρομή του μέσα στη δεκαετία του ΄60, τις μπάντες που σχημάτισε τότε και το πόσο γνωστός και δημοφιλής ήταν στην R’n’B σκηνή της Βρετανίας, εκείνης της περιόδου. Όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να σας τα παρουσιάσουμε αναλυτικά στο παρακάτω άρθρο μας.
      Γιος του Dennis Bardens, συγγραφέα μυθιστορημάτων και βιογραφιών, γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1945. Μεγάλωσε κι ανατράφηκε στην τότε μποέμικη συνοικία του Notting Hill, παρακολουθώντας την τοπική σχολή Καλών Τεχνών, ‘Byam Shaw’. Τότε ήταν που άρχισε να μαθαίνει πιάνο. Με τον καιρό, επηρεαζόμενος από την αυξανόμενη άνοδο της μπλουζ στο δυτικό Λονδίνο, ο Bardens στρατολόγησε έναν μαθητευόμενο νεαρό ντράμερ, κάποιον …Mick Fleetwood, τον οποίο είχε ακούσει να κάνει πρόβες στο γκαράζ ενός σπιτιού, τρεις πόρτες μακριά από εκεί που έμενε. Λέγεται ότι ήταν ιδέα του ίδιου του πατέρα του, αφού ο Mick γέμιζε με ηχορύπανση όλη τη γειτονιά. ‘Ετσι ενθάρρυνε τον Peter να κάνει ένα γκρουπάκι, με τον Mick στα ντραμς, για να πάνε να κάνουνε αλλού τις πρόβες τους. Ο Fleetwood είχε μετακομίσει στο Λονδίνο, ψάχνοντας απελπισμένα να μπει σε μια μπάντα κι εκείνο το διάστημα έμενε, στην ίδια οδό παρακάτω, με την αδερφή του. “Χτύπησε την πόρτα”, έλεγε για τον Bardens. “ Έχω ακούσει ότι παίζεις… θα ήθελες να μπεις στην μπάντα μας;” “Κυριολεκτικά, αυτός με ‘έμπασε’ στη μουσική”.

Cheyne-Re-La (1964)


      ‘Ετσι οι Bardens και Fleetwood βρίσκονται μαζί στους Cheynes, τον Ιούλιο του ’63, παίζοντας ‘ποπ’ R & B στα χνάρια των Bo Diddley και Chuck Berry, καθώς και διασκευές των Shadows, σε διάφορα μαγαζιά. Η μπάντα είχε ήδη δημιουργηθεί από την προηγούμενη χρονιά, με τους: Eddy Lynch (φωνητικά, κιθάρα), Peter Hollis (φωνητικά, μπάσο), Mick Fleetwood (ντραμς) και Peter Bardens (φωνή και πιάνο). Κατά καιρούς απ΄ τους Cheynes πέρασαν κι άλλοι μουσικοί όπως οι Phil Sawyer και Eddy St John.  Ο Bardens, ως ηγέτης, έκανε και χρέη μάνατζερ, κλείνοντας συναυλίες και παραστάσεις σε κλαμπ, όπως τα ‘Mandrake Club’ και ‘Cavern Club’, σε Λονδίνο και Λίβερπουλ αντίστοιχα. Εκεί έπαιζαν ως “η απάντηση του Λονδίνου στους Beatles”, εξαπλώνοντας έτσι τη φήμη τους. O Fleetwood, σε συνέντευξή του, θυμόταν ακόμη μια βραδιά Φεβρουάριο του ’64 στο ‘Marquee Club’, όπου έπαιζαν μαζί με τον Manfred Mann και τον Sonny Boy Williamson II. “Ήταν τεράστια τιμή για μας να παίζουμε με τον θρυλικό αστέρα των μπλουζ, Sonny. Μας είχαν κοπεί τα γόνατα. Aυτός έπαιζε όμως ‘αλλιώς’ κι εμείς προσπαθούσαμε να παίξουμε το τραγούδι όπως το είχαμε μάθει. Προσπαθήσαμε μάλιστα να τον διορθώσουμε και να τον επαναφέρουμε στον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να πάει το τραγούδι. Αυτό όμως το πήρε στραβά. Σταμάτησε να παίζει στη μέση του τραγουδιού και μας ρεζίλεψε μπροστά στο κοινό γιατί δεν ακολουθούσαμε τον ρυθμό του, ούτε ακούγαμε ή βλέπαμε τα σινιάλα του”.
       Γενικά οι  εμφανίσεις τους ήταν αρκετά καλές, αν δεν αποτελούσαν ακριβώς το είδος του ρεπερτορίου που θα επέλεγε η μπάντα. Γρήγορα η φήμη τους εδραιώθηκε κι έτσι κατάφεραν τον Νοέμβριο του 1963 να κυκλοφορήσουν το πρώτο τους single. Αυτό ήταν το “Respectable”, μια διασκευή των Isley Brothers (από το ΄59) ενώ στη β’ πλευρά υπήρχε το “It’s Gonna Happen To You”. Το δεύτερο single “ Goin’ To The River / Cheyne-Re-La” κυκλοφόρησε το 1964 ενώ την επόμενη χρονιά έβγαλαν το τρίτο και τελευταίο τους single, “Down & Out / Stop Running Around”. Το “Down And Out” γράφτηκε από τον Bardens, ενώ το “Stop Running Around” από τον Bill Wyman (των Rolling Stones) και τον Brian Cade. Ο Bill Wyman εκεί έπαιζε επίσης μπάσο ενώ συμμετοχή στη σύνθεση είχε κι ο Glyn Johns.

Down and Out (1965)


Και οι τρεις δουλειές τους έγιναν στην ‘Columbia’ και κυκλοφόρησαν μόνο στην Μεγάλη Βρετανία. Καμία όμως δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση άρα και καλές πωλήσεις. Έτσι, τον Απρίλιο του 1965 ο Peter Bardens παίρνει την μεγάλη απόφαση και διαλύει τους Cheynes. Τα περισσότερα μέλη θα ακολουθήσουν αξιοζήλευτη πορεία: Ο Pete Hollis μετεγκαταστάθηκε στη Γαλλία όπου έπαιξε με τον Johnny Hallyday. Ο Mick Fleetwood πήγε να παίξει με τους The Bo Street Runners, σε διάφορα σχήματα με τον Bardens κι αργότερα, ως γνωστόν, με τους Bluesbreakers του John Mayall και τους  Fleetwood Mac. Τέλος, ο Εddy St John πήγε να παίξει με τους Graveddigers, τους Ingoes, και τους Elastic Band. Ο Phil Sawyer πάλι, καταστάλλαξε στους Spencer Davis Group. Και ο Bardens; O ίδιος ο Van Morrison του ζήτησε να ενταχθεί στους Them και να αντικαταστήσει τον Jack McAuley στα πλήκτρα.  Ο Peter – ήταν μόλις 19 ετών - δεν έχασε την ευκαιρία. Λέγεται μάλιστα πως αυτός ήταν κι ο βαθύτερος λόγος για την διάλυση των Cheynes. Έτσι βρίσκεται σε ένα διάλειμμα από ‘προσωπικές’ μπάντες να συνεργάζεται με τον ‘Van the Man’, ΄κάνοντας όλο και πιο δυνατή την παρουσία του στα μουσικά δρώμενα. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Bardens ήδη από το 1964 είχε παίξει στο στούντιο με τον Morrison για το "Baby Please Don’t Go"!  Η Decca τότε έφερε τον Bardens στα πλήκτρα και τον Jimmy Page για να παίξει κιθάρα. Μια σοφή κίνηση, καθώς το single ξεπέρασε το Νο. 10 στο Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές του 1965 και έσπασε στο αμερικανικό Hot 100 στο No.93. Κι ας μην ξεχνάμε ότι στο ‘flipside’ (β’ πλευρά) υπήρχε το “Gloria”!

Baby Please Don’t Go (1964)


     Αν κι έμεινε μόλις έξι μήνες στους Them, ο Bardens πρόλαβε κι άφησε το στίγμα του, παίρνοντας μέρος μάλιστα και στην ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ The Angry Young Them. Καθώς όμως ήταν μια περίοδος ανακατάταξης στο line-up της μπάντας, ο Peter κατάλαβε ότι θα ‘πρεπε να φύγει. Έχοντας αρκετή εμπειρία και νέες ιδέες, αποφάσισε να σχηματίσει και πάλι μια δική του ομάδα, αυτή τη φορά με περισσότερο jazzy και soul κατευθύνσεις. Ιδρύει λοιπόν τους Peter B's Looners οι οποίοι ερμηνεύουν κυρίως υλικό – εκτός από το δικό τους – από τους Booker T και Mose Allison. Ο Mick Fleetwood ήταν και πάλι στα τύμπανα. Ο Dave Ambrose (πρώην Steampacket),  τον οποίο ο Bardens γνώρισε από τη σχολή ‘Byam Shaw’, έπαιξε μπάσο. Στη θέση του κιθαρίστα βρισκόταν αρχικά ο Mick Parker, ο οποίος όμως έφυγε από την μπάντα πριν τη μοναδική δουλειά τους. Στο single "If You Wanna Be Happy" (μία instrumental διασκευή του Jimmy Soul, με το "Jodrell Blues" στη β΄πλευρά) συμμετέχει ένας νεαρός βιρτουόζος της κιθάρας που τον είχε ανακαλύψει ο ίδιος ο Bardens. Το όνομά του; Peter Green! Κάπως έτσι άρχισε κι αυτός την καριέρα του κι εκεί πρωτοσυνάντησε τον μετέπειτα συνεργάτη του, Μick Fleetwood.


If You Wanna Be Happy (1966)

       Παρά τα εντυπωσιακά ονόματα, οι Looners αποδείχτηκαν ένα μεταβατικό στάδιο για όλους  και το γκρουπ διαλύθηκε στα τέλη του 1966. Εν τω μεταξύ, ο Bardens, τον Μάη του ’66,  έκανε το επόμενό του project με τη μπάντα Shotgun Express. Αρχικά τα μέλη λίγο-πολύ παραμένουν τα ίδια. Σε λίγο όμως γίνονται αρκετές αλλαγές, καθώς ο Ambrose πήγε στον Brian Auger, ενώ ο Green προσχώρησε στους Bluesbreakers του John Mayall. Εκεί, συνδέθηκε με John McVie, αργότερα προσχώρησε ο Fleetwood και μαζί σχημάτισαν τους Fleetwood Mac. Αντικαταστάθηκε από τον John Moorshead και μετά από τον Phil Sawyer. Στη θέση του τραγουδιστή όμως έρχεται κάποιος …Rod Stewart (ήταν πριν στους Steampacket). Επειδή όμως η μπάντα θα διέθετε και τραγουδίστρια, το μεγάλο όνομα εδώ ήταν η Beryl Marsden, γνωστή από την κλαμπ σκηνή του Λίβερπουλ. Έπαιζαν σε κλαμπάκια του Λονδίνου κυρίως soul classics όπως :"Knock On Wood", "In The Midnight Hour", και "Hold On, I'm Comin'". Το πρώτο τους single ήταν το "I Could Feel The Whole World Turn Round" (1966), από την Columbia, το οποίο όμως δεν έκανε μεγάλη επιτυχία. To ίδιο έγινε και την επόμενη χρονιά με single “Funny 'Cos Neither Could I / Indian Thing”. Ήταν φανερό και πάλι πως δεν μπορούσαν να προχωρήσουν παραπέρα. Το συγκρότημα θα διαλυθεί. Ο καθένας θα τραβήξει τον δρόμο του. Ο Stewart θα πάει στους Jeff Beck Group στις αρχές του ’67. Ο Bardens θα πρέπει να πάρει  τώρα σημαντικές αποφάσεις: να εισχωρήσει σε κάποια μπάντα ή να πορευτεί μόνος του; Αποφάσισε να δώσει άλλη μια ευκαιρία στην δεύτερη επιλογή. Χρειαζόταν όμως δικό του σχήμα.  Έτσι, μετά τη διάλυση των Shotgun Express (κι αφού έχει περάσει περιστασιακά από μία μπάντα με όνομα The Love and Mike Cotton Sound), σχηματίζει μια δική του -υποστηρικτική - μπάντα, τους The Village. Στο τρίο συμμετέχουν και οι Bruce Thomas στο μπάσο (θυμηθείτε τον αργότερα με τον  Elvis Costello) και Bill Porter στα ντραμς. Καταφέρνουν και κυκλοφορούν, τον Ιούνιο του ’69, μόνο ένα single, το "Man In The Moon” (με β΄πλευρά το "Long Time Coming").

Man In The Moon  (1969)


Ήταν καιρός πλέον ο Bardens να δώσει την ‘απάντησή’ του. Αυτή δόθηκε με το πρώτο solo άλμπουμ του, το 1970, από την εταιρεία Transatlantic Records. Το όνομα; The Answer. Εδώ συνεργάστηκε με μια πλειάδα γνωστών και φίλων, συμπεριλαμβανομένων των: Steve Ellis, τον τραγουδιστή των The Love Affair (στο ομότιτλο κομμάτι), Andy Gee στις κιθάρες (αργότερα στους Thin Lizzy) , Bruce Thomas, Bill Porter κ.α. Ανεπίσημα φέρεται να έχει συμμετάσχει κι ο Peter Green  - χωρίς φυσικά credits. Το άλμπουμ υπήρξε μια ευχάριστη έκπληξη σε όλους τους μουσικόφιλους καθώς και μία μεγάλη επιβεβαίωση της συνθετικής ικανότητας και μαεστρίας του Peter B. Ακουστικά δίνει την εντύπωση μιας μυστηριακής εποχής. Περιέχει πολλούς πειραματισμούς κι έχει έναν πολύ αρμονικό ήχο – εντελώς ‘70s παραγωγή. Ένα μείγμα ψυχεδελικών / προοδευτικών ήχων με μερικά blues ψήγματα. Το πραγματικά ‘δολοφονικό’ κομμάτι του άλμπουμ είναι το σχεδόν 14λεπτο "Homage To The God of Light". Οι οπαδοί των Camel θα αναγνωρίσουν εύκολα εδώ τον ήχο, καθώς το τραγούδι θα αποτελέσει αργότερα ένα είδος εισαγωγής στις πρώτες συναυλίες της αγαπημένης τους μπάντας. Καμιά σχέση με τον Bardens προηγούμενων εποχών:

Homage To The God of Light (1970)


        Το 1971 ακολουθεί ακόμη μία του προσωπική δουλειά, με το ίδιο περίπου σχήμα, αυτή τη φορά με τίτλο το όνομά του. Ειδικά στις Η.Π.Α κυκλοφόρησε με τίτλο “Write My Name in the Dust”. Η συνεργασία που ξεχωρίζει εδώ είναι με τον ταλαντούχο κύριο Victor Brox (στα φωνητικά και στο βιολί). Η νέα απόπειρα του Bardens δεν είναι κακή - αρκετά υποδεέστερη όμως της προηγούμενης. Δεν μπορούμε, σε αντίθεση με το Answer, να το χαρακτηρίσουμε ‘εντελώς prog’. Αντίθετα κινείται σε πιο bluesy γραμμές. Τα γυναικεία φωνητικά είναι πολλά και τα χορωδιακά μέρη επαναλαμβάνονται, χωρίς να προσδίδουν κάτι το αξέχαστο. Μοιάζουν ‘ασύνδετα’. Δεν ακολουθεί κάποια συγκεκριμένη μουσική κατεύθυνση. Είναι σαν ο Bardens προσπάθησε να συνθέσει διάφορα είδη τραγουδιών για να πιάσει ένα μεγαλύτερο κοινό. Ίσως και να αντανακλά το γεγονός ότι ήταν στη μέση μιας μουσικής μετάβασης. Όλα τα τραγούδια του δίσκου έχουν τα πάνω και τα κάτω τους. Το ομώνυμο κομμάτι είναι ένα εξαιρετικό τραγούδι και το πιο επιτυχημένο single που κυκλοφόρησε ποτέ από τον Bardens ως σόλο καλλιτέχνη. Το "Down So Long" είναι ασυνήθιστα ‘δύσκολο’ για τον Peter Bardens. Είναι ένα μπλουζ-ροκ τραγούδι με ένα κομμάτι ψυχεδέλειας, κυρίως στο μακρύ σόλο. Θα έβρισκε ίσως κανείς κάτι από Fleetwood Mac σε αυτό το τραγούδι. Περισσότερο ‘βρετανικό’ το "Sweet Honey Wine", όπου νιώθεις την επιρροή των Moody Blues. Το "Tear Down The Wall" είναι ένα φάνκι-ροκ τραγούδι σε στυλ Motown, αλλά με μια επαναλαμβανόμενη χορωδία, αρκετά βαρετή. Το "My House" ανοίγει με όργανο στυλ Procol Harum και επίσης έχει ένα ζόρικο, ψυχεδελικό σόλο κιθάρας.

Write My Name in the Dust (1971)


      Όπως απέδειξε η ιστορία, με το δεύτερο solo άλμπουμ, ας πούμε γενικά ότι ο Bardens απλώς πειραματίστηκε, πήρε το μάθημά μου και ξαναγύρισε στις αξίες (και μουσικό προσανατολισμό) του The Answer. Τα υπόλοιπα, από εδώ λίγο πολύ γνωστά. Το 1971 ο Bardens θα λάβει πρόσκληση από ένα νέο συγκρότημα του Surrey για να τους ακολουθήσει. Τα μέλη  του τρίο: Doug Ferguson, Andy Ward και Andy Latimer. Αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι ότι η ΄φίρμα’ - στην αρχή της μπάντας τουλάχιστον -  δεν ήταν ο Latimer, αλλά ο πιο έμπειρος και γνωστότερος από όλους, Bardens. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η νέα μπάντα στην αρχή ονομάζεται προσωρινά Peter Bardens On.  Από εκείνη τη στιγμή μάλιστα ο ‘Peter’ αλλάζει το όνομά του σε ‘Pete’. Στην πρώτη τους συναυλία ‘ανοίγουν’ τους Wishbone Ash (4/12/1971) κι αμέσως μετά αλλάζουν το όνομά τους σε …CAMEL!
Τα υπόλοιπα είναι μια άλλη -και πολυαγαπημένη - ιστορία...



ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ



Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019




CAT MOTHER & THE ALL-NIGHT NEWSBOYS



Country Rock 'n ' Roll




Καταρχήν η μπάντα είναι περισσότερο γνωστή για ένα χιτ που είχε το "Good Old Rock N Roll", ένα ποτ-πουρί γνωστών rock 'n' roll θεμάτων, δηλαδή των "Sweet Little Sixteen" του Chuck Berry, το "Long Tall Sally" του Little Richard, το "Chantilly Lace" του The Big Bopper, το "Whole Lotta Shakin' Goin' On" του Jerry Lee Lewis, το "Blue Suede Shoes" του Carl Perkins και το "Party Doll" του Buddy Knox, το οποίο χιτ έφτασε το νο 35 στα καλύτερα τραγούδια το καλοκαίρι του '69, (μπροστά από τον Dylan και πολλούς άλλους διάσημους της εποχής). Μία δουλειά που δεν φημιζόταν ότι είχε κάτι το διαφορετικό να πει, αλλά περισσότερο ήταν η ικανότητα της μπάντας να μιμιθεί τον αυθεντικό ήχο της προηγούμενης δεκαετίας.

Good Old Rock N Roll (1969)


Ότι έχουμε εδώ είναι, όπως με όλα τα καλά γκρουπ (με την έννοια του ευήκοου), ένα τσούρμο τύποι, χαλαροί, ενθουσιώδεις και ανεπιτήδευτα γνώστες της ικανότητάς τους να καταθέτουν μακρόσυρτους, ευαίσθητους ήχους. Είναι συχνό εκείνα τα μη καινοτόμα εμπορικά γκρουπ να είναι αυτά που βγάζουν την πιό άνετα και επίμονα ευχάριστη στο αυτί μουσική. Και αυτό είναι ένα από τα σπάνια εκείνα άλμπουμ που σε βγάζει νοκ-άουτ από την πρώτη φορά που το ακούς, αλλά διατηρεί την έντιμη ευφορία και την ευκρινή μουσική ευαισθησία.

Track In A (Nebraska Night) (1969)


 Το Jazz & Pop έγραφε τον Σεπτέμβριο του 1969: "Υπάρχουν πολύ ελάχιστα γκρουπ τριγύρω που σε κάνουν τόσο ευτυχισμένο, ώστε να θέλεις να πετάξεις όλα σου τα ρούχα και να χορέψεις. Οι Cat Mother μπορούν να το κάνουν αυτό". Ταξίδευαν μαζί με τους Jimi Hendrix Experience για έξι μήνες παίζοντας μπροστά από το κοινό που παραληρούσε στο Λος Άντζελες και στο Σαν Φρανσίσκο. Έπαιζαν με ενθουσιασμό και αυθεντία και αυτές οι δύο παράμετροι φαίνονται ξεκάθαρα σε αυτό το LP. Σπεσιαλιτέ τους... το rock 'n' roll, αλλά και το βιολί!! (ακούστε..)

Bad News (1969)


Οι Cat Mother, ευτυχώς δεν σε φορτώνουν με μουσικά αριστουργήματα ή φανταχτερές συνθέσεις... είναι μόνο μουσική χωρίς φραμπαλάδες, ο τύπος του δίσκου που απλά συνηθίζεις να ξεσαλώνεις όταν όλα είναι τακτοποιημένα για σένα και εσύ ελεύθερος. Σαφές, ανυπόκριτο rock σχεδόν street music. Το καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ θεωρείται από πολλούς το "Good Old Rock and Roll" που στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ποτ-πουρί. Ο Bob Smith ήταν ένας υποσχόμενος τραγουδοποιός.

Marie (1969)

Ο περισσότερος κόσμος τους θυμάται για τις περιοδείες τους με τον Jimi Hendrix, που έχει κάνει συν-παραγωγή σε αυτό το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Η προσέγγισή τους είναι τυπική των κλασσικών rock 'n' roll, αν και υπάρχουν και μερικά πιό slow κομμάτια μέσα. Η μπάντα είναι πολύ δεμένη και ο Charlie Chin παίζει ένα τρομερό βιολί.

Can You Dance To It? (1969)


Highlight για μένα το κομμάτι "Track In A (Nebraska Night)" στην δεύτερη πλευρά, το οποίο κλείνει και το δίσκο.
Το δεύτερο άλμπουμ τους είναι το Albion Doo-Wah (Polydor 24-4023) 7/70. Ένα μεγάλο άλμπουμ, στην μεγάλη, αξιοσέβαστη και μη επιτυχημένη εμπορικά παράδοση φτιαγμένη από γκρουπ όπως οι Mad River. Όπως αναφέραμε και πριν, rock 'n' roll, country και βιολί.

Riff Raff (1970)


Θεματικά πολύ δεμένο, πολύ trippy, παλλόμενο με μία ωραία αστρική ενέργεια. Ήχος της Βόρειας Καλιφόρνιας, ελαφρώς τρελός, country και ...αρχαίος όπως στα αληθινά παλιά χόνκι-τονκ (παρακλάδι της country). Οι Cat Mother παρά τον country ήχο, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην κάτω ανατολική πλευρά του Μανχάταν και αυτό φαίνεται εδώ πολύ. Όπως έλεγε και το Circus τον Δεκέμβριο του 1970, "Υπάρχει πολύ rock που ελλοχεύει γύρω από τον μινιμαλισμό του βιολιού της Ανατολικής Ευρώπης".

Albion Doo-Wah (1970)


Ακόμα μπορούν να παίξουν instrumental, όπως κάνουν στο "Riff Raff" και στο "Theme From Albion Doo-Wah".
Το νέο σε αυτό το άλμπουμ είναι η αίσθηση της ευκολίας και της άνεσης, που τους κάνει να φαίνονται ακόμα πιό κοντά μαζί, από ότι έκαναν όταν ζούσαν στην Νέα Υόρκη. Είναι σαν αυτή την αίσθηση του κοινόβιου, της κοινόβιας υποστήριξης που διαχέεται σε αυτές τις πρώιμες ηχογραφήσεις στο Σαν Φρανσίσκο. Με κάποιο τρόπο καταφέρνουν να παίζουν hard rock με ένα ειρηνικό, αξιαγάπητο τρόπο. Αυτός είναι ο πιό ευτυχισμένος rock δίσκος που έχει εμφανιστεί στο δρόμο μου. Τον καιρό που το 3ο άλμπουμ τους κυκλοφόρησε ήταν 1972. Το Cat Mother (Polydor, 1972) βρίσκει το γκρουπ να έχει περικόψει το όνομά του σε Cat Mother, με ένα νέο lineup (προστίθενται lead guitar και κρουστά).

Cat Mother - Love Until Your Heart Breaks (1972)


Πιό rock ήχος, τσεκάρετέ το! Κρουστά και όργανο σε πρώτη διάταξη. Ένα άλμπουμ που μαζί με το τελευταίο τους Last Chance Dance (Polydor, 1973), ήταν και το τέλος της δισκογραφικής δουλειάς του γκρουπ, αν και συνέχισε να εμφανίζεται live μέχρι το 1977.

Cat Mother - Redwood Blues (1973)





 ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019





HELP YOURSELF




...listening to their great music




Οι Help Yourself, στο σύντομο μάλλον, αλλά αξιόλογο πέρασμά τους από τον κόσμο της rock μουσικής σκηνής, μας άφησαν μία συλλογή από πέντε συνολικά δίσκους, που περιέχουν μία ποικιλία από folk, blues και ψυχεδελικά θέματα. Αν και εμπορικά δεν στάθηκε δυνατόν να συναντήσουν την επιτυχία, η δισκογραφία τους αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού τόσο στον κύκλο των συλλεκτών, όσο και των φαν της ψυχεδελικής και progressive σκηνής σε παγκόσμιο επίπεδο.

Grace (1973) (Από το δίσκο 5, 2002)


Στις αρχές του 1971 υπέγραψαν ένα συμβόλαιο με την Liberty/UA Records και το πρώτο τους ομώνυμο άλμπουμ κυκλοφόρησε την 16 Απριλίου. Το γκρουπ σχηματίστηκε τον Φεβρουάριο του 1970 με έδρα το East End στο Λονδίνο. Η μουσική τους είναι κυρίως rock με έμφαση στα φωνητικά και σε μία δυνατή μελωδική και αρμονική γραμμή. Το άλμπουμ μας δείχνει πολύ όμορφα την αντίθεση ανάμεσα στην αλληλεπίδραση της μπάντας από δύο κιθάρες που καλύπτονται από μία μπασογραμμή και κρουστά και στα ήπια θέματα με φωνητικά συνοδευόμενα με κιθάρα και πιάνο.
Οι Help Yourself συνεχώς μαγεύουν τον ακροατή με κάθε κομμάτι, είτε είναι rock θέμα ή μία ήπια μπαλάντα. Έχουν δε έναν αξιοσημείωτο ήχο σαν γκρουπ, τον οποίο επιτυγχάνουν χωρίς την χρήση ηλεκτρονικών μέσων. Οι Help Yourself έρχονται από την Down Home Music μαζί με τους Brinsley Scharz, με τους οποίους σχημάτισαν ένα γκρουπ γνωστό ως Down Home Rhythm Kings και σχεδίαζαν στο μέλλον να ηχογραφήσουν, έχοντας ήδη τελειώσει με το πρώτο άλμπουμ του
Ernie Graham (ενός ομόσταυλου καλλιτέχνη) ως backing band. Σχηματίστηκαν δε, μέσα από μία σειρά από τυχαίες συναντήσεις.
Ο David Charles και ο Malcolm Morley είχαν στην πραγματικότητα γνωρίσει ο ένας τον άλλο, από την παιδική ηλικία τους, ζώντας και οι δύο στο Walthamstow, στο Ανατολικό Λονδίνο και παίζοντας μαζί στα τέλη του '60 σε μία μπάντα τους Sam Apple Pie. Ο Malcolm συνάντησε τον Richard Treece και οι τρείς τους πέτυχαν τον Ken Whaley αρχές του 1970.

Street Songs (1971)


   - O Richard Treece ήταν 21 χρόνων και ήταν από το Lincolnshire. Άρχισε να παίζει κιθάρα στο σχολείο και αργότερα έπαιξε με μερικά τοπικά γκρουπ ενώ παρακολουθούσε το Art School.
O Richard είχε έρθει στο Λονδίνο τρία χρόνια πριν και συνάντησε τον Μalcolm Morley και τον John Eichler (τότε μάνατζερ του γκρουπ) σε ένα εργοστάσιο καλλυντικών. Ήταν τέλη 1969, που οι πρώτες ιδέες για τους Help Yourself άρχισαν να συλλαμβάνονται.
   - Ο David Charles, επίσης 21 ετών, ήρθε από το Walthamstow και άρχισε να παίζει ντραμς στην ηλικία των 11 χρόνων με τους Boys Brigade, ενώ προχώρησε σε ημι-επαγγελματικά τοπικά γκρουπ. Τον Σεπτέμβριο του 1967 ο David σχημάτισε τους Sam Apple Pie, μία τοπική μπάντα που έχτισε ένα μεγάλο κοινό και ηχογράφησε ένα άλμπουμ για την Decca. Ο David έμεινε με το γκρουπ μέχρι τα τέλη του '69, όταν ένωσε τις δυνάμεις του με τον Malcolm στα πρώτα στάδια των Help Yourself.
   - 24 χρονών, από το Walthamstow, ο Malcolm Morley ξεκίνησε παίζοντας πιάνο, αργότερα δε προχώρησε στην κιθάρα. Εξαιτίας αυτού του κύριου ενδιαφέροντος οι μέρες του στο σχολείο ήταν συνεχόμενες απουσίες. Ο Malcolm έπαιξε για δύο μήνες με τους Sam Apple Pie στο ξεκίνημά τους και μετά πέρασε τα επόμενα δύο χρόνια του αναπτύσσοντας το ταλέντο του στη σύνθεση. Τελικά συνάντησε τον Richard Treece και άρχισαν να διαμορφώνονται οι πρώτες ιδέες για ένα γκρουπ.
Με αυτό το πιθανό γκρουπ στο μυαλό, ο Malcolm έγραψε όλο το υλικό για το πρώτο άλμπουμ των Help Yourself.
   - Ο Ken Whaley, 24 χρονών γεννήθηκε στην Βιέννη. Η μητέρα του ήταν Αυστριακή και ο Ken ήρθε στην Αγγλία όταν ήταν ακόμα πολύ μικρός και ξεκίνησε να παίζει κιθάρα, παρουσιάζοντας με ένα ντουέτο, όντας σε ηλικία 16 χρονών. Το γύρισε στο μπάσο όταν έγινε δεκαεφτά και έπαιξε με ημι-επαγγελματικά γκρουπ, ενώ δούλευε σαν ρεπόρτερ για μία εφημερίδα. Μετακόμισε στο Λονδίνο αρχές του '70 όπου και συναντήθηκε ο δρόμος του με αυτόν των υπολοίπων μελών των Help Yourself.

Paper Leaves (1971)


Οι Help Yourself είχαν την ιδιομορφία ότι ήταν ένα Αγγλικό rock γκρουπ με Αμερικάνικο ήχο. Ο χαρακτηρισμός που τους δίνεται είναι pub rock band. Αν και προέρχονταν από το Λονδίνο, ο ήχος τους έφερνε στο μυαλό τους χίπις στο Laurel Canyon. Οι επιρροές από τον Neil Young είναι φανερές, μέχρι και κομμάτι με τον ίδιο τίτλο έχουν ("Old Man"), παρόμοιο σε τόνο, και συναίσθημα με το πολύ γνωστό κομμάτι από το Harvest, με την διαφορά ότι το "Old Man" των Helps προηγήθηκε του αντίστοιχου από τον Young κατά 1-2 μήνες, όπως επίσης και ότι υπάρχουν μερικά κιθαριστικά μέρη από τον Richard Treece που το κάνουν πιό acid.

Old Man (1971)


Επιρροές επίσης υπήρξαν από τους Buffalo Springfield, Jefferson Airplane, Bob Dylan για να απαριθμήσω μερικές. To Rolling Stone γράφει τότε ότι ο Malcolm Morley ακούγεται πιό πολύ σαν Neil Young από τον ίδιο τον Neil Young. Επίσης όμως ο ήχος τους θυμίζει αλλού τους Grateful Dead και αλλού τους Quicksilver Messenger Service. Όταν ήθελαν οι Helps μπορούσαν να ροκάρουν και αυτό αποδεικνύεται όπως θα διαπιστώσουμε σε τραγούδια τους. Ο πρώτος τους ομώνυμος δίσκος ηχογραφήθηκε στα Olympic Studios, που ήταν σχεδόν όσο διάσημο ήταν και το Abbey Road και την παραγωγή έκανε ο Dave Robinson. Ήταν νέοι, υπήρχε θετική ενέργεια στον κόσμο ακόμα, νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Τα τραγούδια έγραψε ο Malcolm Morley βοηθούμενος περιστασιακά από τον Dave Charles. Ένα άλμπουμ περισσότερο από πολλά υποσχόμενο.
Η μουσική τους πολύ ειλικρινής και με την μουσικότητα που τους διέκρινε γίνεται πράγματι λαμπρή.

To Katherine They Fell (1971)


Μετά το ντεμπούτο άλμπουμ τους, ο Ken Whaley φεύγει και αντικαθίσταται από τον Paul Burton. Σε αυτό τον δίσκο συνιστώμενα κομμάτια είναι το σκοτεινό "To Katherine They Fell", το αλά Neil Young "Old Man", το πολύ όμορφο "Paper Leaves", η εξαιρετική μπαλάντα με πιάνο  "Debora", καθώς και το καθηλωτικό "Street Songs".

Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφορούν το 2ο LP τους Strange Affaire. Εδώ είναι λοιπόν ξανά η παραμελημένη (αλλά σε μεγάλο βαθμό καταξιωμένη) αυτή μπάντα, όταν εκεί στις αρχές του '70 ήταν μία από τις υπέροχες εκείνες μπάντες, οι οποίες είχαν υπογράψει στον αδιαφιλονίκητα πιό καινοτόμο άνθρωπο στον χώρο την δεκαετία του '70, τον Andrew Lauder και στην Liberty/United Artists.

Deanna Call & Scotty (1972)


Μία μίξη από Grateful Dead και Zeppelin; Ή κάπως έτσι θα λέγαμε με τραγούδι να ξεχωρίζει το φοβερό ορχηστρικό "The All Electric Fur Trapper". Ακούστε το αυτό το κομμάτι μεγέθους εννιάμισι λεπτών. Είναι ορχηστρικό και υπάρχει από παλιά η άποψη ότι βρίσκεται μουσικά σε ύψη σχεδόν ίδια με το "Great Gig in the Sky".

The All Electric Fur Trapper (1972)


Το 3ο και υπέροχο άλμπουμ τους είναι το Beware of the Shadow. Ο George Peckham είναι στην παραγωγή του δίσκου αυτού. Άλλοτε η φανερή ποιότητα της μουσικής που έπαιζαν οι Help Yourself θα έκανε αίσθηση και θα αναγνωριζόταν, αλλά εκείνη την εποχή στην Liberty βρίσκονταν κάποια γκρουπ πολύ ιδιαίτερα, είτε γιατί είχαν παρελθόν (Man, Gypsy, The Groundhogs), είτε γιατί ήταν διαφορετικοί (παράξενοι όπως οι Hawkwind και πειραματικοί όπως οι Coschise) ή είχαν λάβει τεράστια διαφήμιση όπως οι The Brinsleys. Στην πραγματικότητα οι Brinsley Schwarz και οι Man παρουσιάζονται έντονα στην άγνωστη ιστορία των Help Yourself (μεταξύ τους άλλαζαν παίκτες).



Ο δίσκος ανοίγει με το "Alabama Lady". Ένα πολύ όμορφο μεταβαλλόμενο riff και wah-wah από τον Treece. Από εκεί και πέρα νομίζεις ότι είσαι στο Σαν Φρανσίσκο και ακούς Quicksilver ή/και Grateful Dead. Ή Buffalo Springfield, αλλά οπωσδήποτε Neil Young. Είναι εμφανές ότι οι Helps παίρνουν την Αμερικανόφιλη γραμμή που τράβηξαν και οι ομόσταυλοί τους Man και Brinsley Schwarz.
Αίσθηση κάνει το 2ο τρακ του δίσκου το "Reaffirmation". Θα έλεγα είναι το αριστούργημά τους. Ένα θαύμα για εμένα προσωπικά, απλά ένα από τα πιό συναρπαστικά, απολαυστικά, ακαταμάχητα περάσματα από δύο κιθάρες, μπάσο και ντραμς, που έχω ακούσει και ξανακούσει. Σημειώστε το, λέγεται Reaffirmation!

Reaffirmation (1972)


Το "She's My Girl" είναι ακριβώς ένα ποπ τρακ. Θυμίζει πολύ το "Here Comes the Sun" του George Harrison στην εισαγωγή και είναι ένα διαμαντάκι.

She's My Girl (1972)

Το κομμάτι που κυριαρχεί στην 2η πλευρά του άλμπουμ είναι δίχως άλλο το "American Mother". Γραμμένο από τον Morley και τον Sean Tyler, το θέμα περιγράφει μάλλον άσεμνες εικόνες αν κρίνουμε από τους στίχους: "Grab that pony, teach him with your thighs. Burn the reservation with your sighs".

American Mother (1972)


Τέλος το άλμπουμ κλείνει με το "Passing Through" ένα Ιρλανδικό μοιρολόι, με τις στοιχειωτικές του αρμονίες "There goes my life, just passing through..."

Passing Through (1972)


Το 4ο άλμπουμ τους έχει πάρει τον προφανέστατο τίτλο του από την επιστροφή του Ken Whaley, The Return Of Ken Whaley. Πολύ σύντομα μετά από αυτό το άλμπουμ οι Helps θα διαλύονταν σαν γκρουπ, με τα μέλη τους να συνεχίζουν σε άλλα γκρουπ.

Who Killed Paradise (1973)


Αυτό είναι ένα διπλό LP, το οποίο θεωρείται ότι αποτελεί ένα συμπλήρωμα της όλης τους δισκογραφίας, που απευθύνεται μόνο στους φαν των Helps, αν και προσωπικά το βρίσκω πολύ όμορφο εξίσου.

Candy Kane (1973)


Το πέμπτο άλμπουμ των Help Yourself, με τον απλό τίτλο 5, αποτελεί μία συγκέντρωση παλαιών ηχογραφήσεων που δεν στάθηκε δυνατόν να ολοκληρωθούν στην εποχή που βγήκαν το 1973.
Οι Helps λοιπόν μαζεύτηκαν για μία τελευταία φορά για να ολοκληρώσουν αυτή την δουλειά. Το ημερολόγιο έγραφε 2002. Μέσα σε αυτό βρίσκονται τρομερά πράγματα. Το υπέροχο "Grace" είναι εμπνευσμένο από την κόρη του μάνατζερ τους, John Eichler. Επίσης το σπαραξικάρδιο "Willow" ένα τέλειο 4λεπτο ποπ τραγούδι, που μαζί με το "She's My Girl" αποτελούν τα καλύτερα ποπ κομμάτια που έπαιξαν. Εδώ είναι και το κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό "Duneburgers" με τον λυρικό συμβολισμό, που πηγαίνει την μπάντα σε νέα ύψη στην ψυχεδελική εξερεύνηση. Επίσης κομμάτια που ποτέ πριν δεν είχαν κυκλοφορήσει είναι το "Μartha", το επικό γουέστερν τρακ "Cowboy Song" και άλλα αξιόλογα κομμάτια δυστυχώς αγνοημένα από τον πολύ κόσμο, άρα χωρίς να υπάρχουν στο διαδίκτυο.

5 (2002)


Ακούγοντας τους Help Yourself σήμερα είναι σαν να κάθεσαι στη σοφίτα του σπιτιού, ξεφυλλίζοντας ένα παλαιό άλμπουμ φωτογραφιών γεμάτο με μισοξεχασμένες αναμνήσεις που κάποτε σήμαιναν όλο τον κόσμο για σένα και αν και ίσως όλοι έχουμε αλλάξει λίγο στην πορεία του χρόνου, ακόμα τα καταφέρνουμε, αν είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και αυτό είναι η υπόθεση, ακούγοντας τα τραγούδια των Help Yourself ξανά.


ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Reaffirmation: An Anthology 1971-1973 ‎(2xCD, Comp) (Esoteric Recordings ECLEC 22459, 2014)


Το να προμηθευτεί κανείς τις επανεκδόσεις των βυνιλίων-καθώς οι αυθεντικές κόπιες είναι πανάκριβες-μάλλον αποδεικνύεται ανούσιο, αφού ο ίδιος ήχος αιχμαλωτίζεται στο πολύτιμο και πρόσφατο διπλό CD, μία ανθολογία των Helps. Χορταστικό και απολαυστικό.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης