Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019




PETER EDEN


Legendary Producers



Ο Peter Eden γεννήθηκε στο Essex το 1943. Ο πατέρας του ήταν ντράμερ σε μία τοπική μπάντα και οι γονείς του πάντα τον ενθάρρυναν να ακολουθήσει τα ενδιαφέροντά του. Έχοντας παρακολουθήσει το Southend Art School (με τον Vivian Stanshall, μεταξύ άλλων), άρχισε να δουλεύει σαν σχεδιαστής γραφικών, αλλά συνέχισε να παίζει σε μπάντες και σύντομα έστρεψε την εστίασή του στην μουσική. Στις αρχές του '60 έπαιξε ντραμς στους Colin Dale Combo και μετά στους the Problem. Όταν το 1963 η μπάντα του διαλύθηκε ανέλαβε τις υποθέσεις ενός R&B γκρουπ από το Hatfield που ονομαζόταν Cops ‘n’ Robbers και άρχισε να βοηθά στην διεύθυνση ενός folk κλαμπ, του Studio, που έγινε το επίκεντρο του underground κοινού. Το 1964 ανακάλυψε ένα επίδοξο τραγουδιστή της folk που λεγόταν Donovan Leitch και ξαφνικά βρέθηκε να ασχολείται με την παραγωγή και την διεύθυνση μιάς "καυτής" στα αλήθεια περιουσίας. Έκτοτε ο Eden έγινε ένας από τους πιό ανοιχτόμυαλους και ευαίσθητους συνάμα παραγωγούς δίσκων στην Αγγλία, δουλεύοντας για μεγάλες δισκογραφικές όπως η ΕΜΙ, η Decca και η Pye, καθώς και για ανεξάρτητες. "Πάντα έψαχνα για καλλιτέχνες που συνδύαζαν περισσότερα από ένα στυλ" μας λέει. "Pop, jazz, folk και όλα τα είδη από άλλα πράγματα έρχονταν μαζί στα τέλη του '60 και αρχές του '70 και οι δισκογραφικές εταιρείες ήταν αρκετά περιπετειώδεις ώστε να ηχογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν τα αποτελέσματα. Δεν διήρκεσε πολύ, αλλά ήταν υπέροχο όσο διαρκούσε".
Εμείς ας εστιάσουμε τώρα στα άλμπουμ που έκανε παραγωγή ο διαφορετικός Peter Eden. Μπορείτε να ακούσετε ένα τρακ-δείγμα από το κάθε ένα όσοι θέλετε.



ALBUM BY ALBUM


Donovan - What's Bin Did and What's Bin Hid


Από την αρχή αγαπούσα τον Bob Dylan, αλλά το 1964 τα άλμπουμ του δεν πουλάγανε εδώ και μου πέρασε από το μυαλό ότι υπήρχε χώρος για μία Αγγλική version. Εκείνο τον καιρό ήμουν μάνατζερ σε μία R&B μπάντα με έδρα το St. Albans που λεγόταν Cops N’ Robbers, οι οποίοι μου είπαν πως είχαν δει ένα πραγματικά ταλαντούχο νέο στο St. Albans. Το όνομά του ήταν Donovan Leitch και τον έφεραν μαζί στο στούντιο, ένα blues κλαμπ που δούλευα στο Southend. Αμέσως σκέφτηκα ότι ήταν ένας αλήθεια χαρισματικός τραγουδοποιός και ένας αξιαγάπητος τύπος. Έγινε μόνιμος στο στούντιο και έμεινε στο διαμέρισμά μου στο Westcliffe-on-Sea. Θα μιλούσαμε για μουσική και γίναμε καλοί φίλοι. Ήταν πολύ νέος και δεν είχε μάνατζερ ή συμβόλαιο για δίσκο, έτσι πήρα και τον Geoff Stephens για να τον δει και αυτός. Ο Geoff ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερός μου και ένας επιτυχημένος τραγουδοποιός. Μου είχε πει να του πηγαίνω οποιονδήποτε καλό τραγουδοποιό πέφτει στην αντίληψή μου και αμέσως διέκρινε την δυναμική του Donovan, έτσι υπογράψαμε, κάναμε μερικά demos μαζί του και επίσης ένα συμβόλαιο με τον Terry Kennedy της Southern Music. Αφού είχε παίξει μερικές φορές στο Λονδίνο, τον πήγαμε να δει τον Robert Bickford στο Ready Steady Go  και αυτός αμέσως υπέγραψε για μία εμφάνιση στο σόου για έξι εβδομάδες, πράγμα πρωτοφανές (στην πραγματικότητα ανησυχούσα ότι θα υπερ-εκτιθόταν και θα κατέληγε να κάνει μόνο δυό-τρία σόου). Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν και τέλειος την πρώτη φορά, αλλά υπήρχαν πολλά γράμματα από φαν την άλλη μέρα. Η Southern Music έκανε ένα συμβόλαιο με την Pye και το "Catch The Wind" απογειώθηκε τον Μάρτιο. Η Pye μετά ήθελε ένα άλμπουμ στα γρήγορα, έτσι βγάλαμε το ντεμπούτο του μαζί, εν μέρει σε ένα μικρό στούντιο στην Southern Music και εν μέρει στη Central Sound στην Denmark Street. Πούλησε καλά και ακόμα κι αν είναι εντελώς ελλιπές, είμαι ευγνώμων για την εμπειρία καθώς με "έβαλε" στην παραγωγή.

Donovan - Cuttin' Out 


Donovan - Fairy Tale (Pye NPL 18128) 10/65


Μετά την εμπειρία με το πρώτο άλμπουμ, κάναμε ένα βήμα πίσω και προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα άλμπουμ που αντανακλούσε περισσότερο το τι ήταν ο Donovan, το στυλ του και τις επιρροές. Είχα λίγο περισσότερη επιρροή σε αυτό επίσης, και έφερα μερικούς καλούς παίκτες συμπεριλαμβανομένου του Harold McNair, με τον οποίο ο Donovan έπαιξε για αρκετά χρόνια μετά. Θυμάμαι τον John Lennon να λέει ότι του άρεσε το "Sunny Goodge Street" και νομίζω είναι το καλύτερο πράγμα που έκανα με τον Donovan, ακόμα κι αν ήταν μόνο ένα τρακ του άλμπουμ και όχι ένα single. Το Fairytale ήταν ένα πολύ καλύτερο άλμπουμ από το πρώτο. Η επιτυχία αναπόφευκτα επηρέασε τον Donovan και αποφάσισε ότι ήθελε να υπογράψει με τον Allen Klein. Αυτό οδήγησε σε νομικές διενέξεις που ποτέ στην πραγματικότητα δεν επιλύθηκαν, αλλά δεν ήθελα να τον πολεμήσω-σκέφτηκα, αν δεν θέλει να δουλέψει πιά μαζί μας δεν μπορούμε να τον πιέσουμε, είναι πιό εύκολο να τον αφήσουμε να κάνει αυτό που θέλει. Το τελευταίο πράγμα που κάναμε μαζί ήταν το "Hey Gyp (Dig the Slowness)". Έβγαλα λίγα χρήματα δουλεύοντας μαζί του και δεν έχω παράπονα-άνοιξε την πόρτα για άλλες ευκαιρίες και νομίζω συνέχισε να κάνει μεγάλους δίσκους με τον Mickie Most. Στην πραγματικότητα προσπαθούσα να τον κάνω να πάει στην ηλεκτρική κατεύθυνση, πράγμα που φυσικά έκανε.

Donovan - Sunny Goodge Street



Mick Softley - Songs For Swingin’ Survivors (Columbia 33SX 1781) 12/65


Προς το τέλος της περιόδου που δούλευα με τον Donovan, ο Geoffrey Everitt και η EMI επικοινώνησαν με τον Geoff Stephens και εμένα, για να ρωτήσουν εάν θα ενδιαφερόμασταν να κάνουμε παραγωγή σε 4 folk άλμπουμ από διαφορετικούς καλλιτέχνες για την Columbia. Φυσικά είπαμε ναι. Είτε το πιστεύετε είτε όχι εκείνες τις μέρες οι μεγάλες δισκογραφικές ενδιαφέρονταν να κάνουν καταλόγους τόσο, όσο το να έχουν χιτ και ήταν πολύ χαρούμενοι να κυκλοφορούν μη εμπορικό υλικό. Και φυσικά αν κάτι πουλούσε καλά θα ήταν ευχαριστημένοι, αλλά δεν ήταν αυτοσκοπός. Ο Donovan ήξερε τον Mick από τον καιρό τότε στο St. Albans και με σύστησε σε αυτόν. Ήταν ένας τρελός χαρακτήρας, πάντα στην περιπλάνηση, αλλά ταλαντούχος τραγουδοποιός. Έμοιαζε φανερά αξιόλογο άτομο για να κάνω ένα άλμπουμ μαζί του. Ο Donovan διασκεύασε δυό τραγούδια του το "The War Drags On" και το "Gold Watch Blues" και συνέχισα για να κάνω ένα 45άρι μαζί του που βγήκε από την Immediate. Το άλμπουμ τυπώθηκε σε μιά μέρα σε στούντιο της Advision, στο οποίο πετύχαινες ένα πολύ ωραίο ήχο. Φτιάξαμε το εξώφυλλο σε ένα σκουπιδότοπο στο Leigh-On-Sea και είχε πολύ πλάκα. Όπως και στα άλλα άλμπουμ που έκανα για αυτούς, η Columbia τύπωσε 500 κόπιες μόνο, έτσι δεν έκανε πολύ αίσθηση.

Mick Softley - What Makes The Wind To Blow



Bob Davenport & The Rakes - Bob Davenport & The Rakes (Columbia 33 SX 1786) 12/65


Ήξερα τον Bob, όταν τον είχα δει live σε διάφορα folk κλαμπ με τον παλιό μου συμμαθητή David Elvin. Ο Bob ήταν πολύ προσγειωμένος, καθόλου καθαρός folkie-αγαπούσε το παλαιό είδος τραγουδιών και πολλά άλλα είδη, ακόμα κι αν η φήμη του ήταν για την folk. Θέλαμε να το ηχογραφήσουμε σε μία αυθεντική ατμόσφαιρα κλαμπ, έτσι κανονίσαμε να έρθουν πολλοί άνθρωποι και να παρακολουθήσουν το session στην EMI. Η μπάντα ανταποκρίθηκε καλά και βγήκε πολύ καλό. Ήμουν περήφανος που το είχα κάνει καθώς καμία μεγάλη δισκογραφική δεν έκανε παραδοσιακή folk εκείνη την εποχή, αλλά ήταν δουλειά μικρότερων δισκογραφικών, όπως η Topic. Όχι πολύ μετά, δούλευα με τον Barry Fantoni και αυτός και ο Ray Davies ήρθαν στο γραφείο μου στην Denmark Street. Ο Ray είδε μία κόπια του LP και μου είπε ότι αλήθεια του άρεσε το στυλ που τραγουδούσε ο Bob και είχε προσπαθήσει να το αντιγράψει στο See My Friends!
(Επειδή φυσικά τα τραγούδια δεν είναι διαθέσιμα στα γνωστά μέσα, απλά παραθέτω ένα τραγούδι από δίσκο τους που έκαναν το 1995)

Bob Davenport & The Rakes - The Blarney Stone



Vernon Haddock's Jubilee Lovelies - Vernon Haddock’s Jubilee Lovelies (Columbia SX 6011) 2/66


Για το επόμενο μας άλμπουμ της Columbia, ο Geoff και εγώ αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε μία jug band στην οποία επικεφαλής ήταν ο παλιός μου φίλος David Elvin. Μου άρεσε ότι έκαναν-ήταν το αντίθετο από την σοβαρή folk. Είχαν πλάκα! Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε ένα απόγευμα στα στούντιο της Advision και πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν μου αρέσει. Υπάρχουν λάθη στην ηχογράφηση, μπορείς να ακούσεις όργανα που χτυπάνε στα μικρόφωνα και τέτοια πράγματα και στο τέλος ένας από την μπάντα κλειδώθηκε στο στούντιο μέχρι που κάποιος τον ελευθέρωσε μέσα στην νύχτα. Αφού έγινε, είχαμε ακόμα ένα άλμπουμ να κάνουμε για την Columbia. Διαβάζω στην Melody Maker ότι ο Eric Clapton είχε αφήσει τους Yardbirds για να επικεντρωθεί στα blues, έτσι του τηλεφώνησα και ρώτησα εάν θα ενδιαφερόταν να κάνει ένα ακουστικό άλμπουμ σε αυτό το στυλ. Ενδιαφερόταν και κανονίσαμε να συναντηθούμε, αλλά μετά ξαναπήρε για να πει ότι είχε μία προσφορά να πάει στην μπάντα του John Mayall, που σήμαινε ότι δεν μπορούσε να ηχογραφήσει αλλού. Κρίμα θα μπορούσε να είναι ένα πολύ όμορφο άλμπουμ.


Vernon Haddock's Jubilee Lovelies - I Wish I Could Shimmy Like My Sister Kate




Clive Palmer - Banjoland (unreleased) 1967


Μου άρεσε το πρώτο άλμπουμ των Incredible String Band, έτσι όταν άκουσα ότι ο Clive τους είχε αφήσει, επικοινώνησα μαζί του και προσφέρθηκα να κάνω ένα άλμπουμ μαζί του. Περίμενα νέα τραγούδια ωστόσο, έτσι ήταν ένα είδος έκπληξης όταν ο Clive εμφανίστηκε με όλα αυτά τα παλιά κομμάτια. Αν και δεν ήταν αλήθεια τραγουδιστής, μου άρεσε η φωνή του. Ηχογραφήθηκε στο Central Sound και δεν πήρε πολύ, καθώς ο Clive γνώριζε τα κομμάτια τόσο καλά. Ακόμα όμως ήταν κάπως απροσδόκητο, επειδή ο Clive  δεν ήταν πάντα στην ώρα του και ποτέ δεν ήξερα ποιόν θα έφερνε μαζί του. Οι φίλοι του έμοιαζαν σαν πλήρωμα πειρατών, έμοιαζαν παράξενοι ακόμα και για τα στάνταρ της εποχής και τους περίμενα-δεν τους περίμενα να καταφθάσουν με άμαξα με άλογα καμιά μέρα. Ζήτησα από τον Michael Gibbs να κάνει το "Stories Of Jesus" για κουαρτέτο εγχόρδων, πράγμα που έγινε πολύ καλό. Μου άρεσε η τραχύτητα του άλμπουμ-ήταν μία ακριβής δήλωση του πώς αυτός ήταν και πολύ σε κόντρα με ότι το υπόλοιπο του κόσμου ήταν απορροφημένο. Δυστυχώς δεν θα μπορούσα να βρώ πιά κάποιον τώρα να το κυκλοφορήσει, πιθανόν για αυτόν ακριβώς το λόγο που είπα.

Clive Palmer - Old Maid's Song




Dr. K’s Blues Band - Dr. K’s Blues Band (Spark SRLP 101) 12/68


Το 1967 δούλεψα ως όπως αποκαλείτο 'ανεξάρτητος παραγωγός' στην EMI, μαζί με τον Tim Rice, τον Mark Wirtz και τον David Paramor, και κάναμε παραγωγή singles του Michael Crawford, Jon, the Fingers, Daddy Lindberg και άλλων και δούλεψα πάνω στην New Vaudeville Band με τον Geoff Stephens, που είχε μεγάλη επιτυχία. Προσπάθησα να κάνω την EMI να υπογράψει με τους Pink Floyd, καθώς γνώριζα τον πράκτορά τους Bryan Morrison, αλλά το αφεντικό μου Sidney Beecher-Stevens είπε ότι η EMI δεν επιθυμούσε να κάνει άλμπουμ με ένα άγνωστο σχήμα. Μερικούς μήνες μετά μου είπε ότι είχε ακούσει για μία συναρπαστική μπάντα που έπρεπε να δω-τους Pink Floyd!. Μετά από λίγο βρέθηκα αντίθετος με την όλη πολιτική της εταιρείας και αποφάσισα να φύγω. Σε εκείνο τον χρόνο η Southern Music αποφάσισε να ξεκινήσει μία νέα δισκογραφική την Spark, που διευθυνόταν από ένα παλιό εκδότη λάτρη των κλασικών τον Freddie Poser. Ο Freddie μου ζήτησε να κάνω παραγωγή μερικούς δίσκους για αυτήν, έτσι πρότεινα τους Dr. K’s Blues Band. Ο Barry Murray (που τότε ήταν πράκτορας αλλά σύντομα έγινε ένας πολύ επιτυχημένος παραγωγός) τους είχε κλείσει και είχε εντυπωσιαστεί και φυσικά το blues ήταν η τελευταία μόδα τότε. Δυστυχώς, τον καιρό που κάναμε το άλμπουμ είχαν μερικές αλλαγές στο line-up τους και το μικρό στούντιο στο υπόγειο ήταν ανεπαρκές αλλά δεν ήθελαν να ξοδέψουν χρήματα. Ήταν εκδότες και όχι φτιαγμένοι για να κάνουν και να προωθούν δίσκους. Πάντως ο Geoff Krivit ήταν εξαιρετικός κιθαρίστας και θα μπορούσε να πήγαινε και χειρότερα. Δημιουργός της μπάντας αυτής ήταν ένας γνώριμος της folk rock σκηνής, o Ashley Hutchings, που θα αποκτούσε μυθικό στάτους δυό χρόνια αργότερα φτιάχνοντας τους the Fairport Convention.

Dr. K’s Blues Band - Pet Cream Man




John Surman (Deram DML/SML 1030) 1/69


Πρωτάκουσα τον John Surman στο BBC Radio και ύστερα τον είδα μερικές φορές live και τον γνώρισα λιγάκι. Σκέφτηκα ότι είχε ένα θαυμάσιο ταλέντο, όπως επίσης ήταν και ένας αξιαγάπητος άνθρωπος. Τον θυμάμαι να κερδίζει την ψηφοφορία της Melody Maker στην κατηγορία του βαρύτονου σαξόφωνου και σχεδόν κανείς να μην ξέρει ποιός είναι. Ο John γνώριζε όλους αυτούς τους λαμπρούς παίκτες, έτσι ήταν φανερά ένα πρόσωπο για να ηχογραφήσουμε. Πρώτα πρότεινα να ηχογραφήσει για την CBS, αλλά εκείνοι πρότειναν να κάνει ένα άλμπουμ με διασκευές του Dylan. Ευτυχώς γνώριζα ένα πράκτορα που λεγόταν Bernard Lee, που προσπαθούσε να κάνει παραγωγή jazz στην Decca, έτσι ξεκίνησε ένα συμβόλαιο με τον Hugh Mendl. Ο Hugh ήταν ένας από τους πιό φωτισμένους ανθρώπους στην βιομηχανία και ήταν της άποψης ότι "αν είμαστε ικανοί να ηχογραφήσουμε κάτι αξιόλογο, το κάνουμε, ακόμα και αν δεν πουλήσει. Έχοντας δουλέψει στην Spark, ήταν εντελώς αντίθετο να έχεις πρόσβαση στα στούντιο και στους τεχνικούς στην Decca, αλλά για να είμαι ειλικρινής ο ρόλος μου στα άλμπουμ που έκανα παραγωγή για την Decca ήταν περισσότερο οργανωτικός, παρά του παραγωγού. Όπως το παλιό ρητό λέει: 'Δεν μπορείς να πείς στον Πικάσο πώς να ζωγραφίσει'. Ο John ήταν πάντοτε εύκολος για να δουλέψεις μαζί, ανοιχτός σε προτάσεις και ιδέες. Στο πρώτο του άλμπουμ ήξερε ότι έπρεπε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους-να γιατί υπάρχει μία μίξη από Calypso και περισσότερο πειραματικό υλικό. Τα άλμπουμ του John ήταν εύκολο να γίνουν, αλλά η Decca δεν ήταν μίζερη με τον χρόνο στο στούντιο. Στην πραγματικότητα θα ηχογραφούσαμε περισσότερα από ότι θα κυκλοφορούσε, έτσι τελικά η Decca στρογγύλεψε τα πράγματα που είχαμε αφήσει και τα κυκλοφόρησε ως Jazz In Britain.

John Surman - Dance




Mike Westbrook - Release (Deram DML/SML 1031) 1/69


Ο John Surman ήταν η γέφυρα για πολλούς άλλους ανθρώπους και όσο περισσότερους μουσικούς του συνάντησα, τόσο περισσότερο εντυπωσιασμένος ήμουν. Αλλά δεν μπορούσα να τους ηχογραφήσω όλους. Ο John ήταν καλός φίλος με τον Mike Westbrook, ο οποίος ήταν ήδη στην Decca (είχε κάνει το LP Celebration με τον Eddie Kramer το 1967), έτσι πρότεινα να του κάνω κι εγώ παραγωγή. Ο Hugh Mendl μου τηλεφώνησε και ρώτησε εάν ενδιαφερόμουνα και αυτό ήταν που αλήθεια μου άνοιξε τις πόρτες. Ο Mike ήταν ένας αξιαγάπητος τύπος και είχε πιό συγκεκριμένες ιδέες για συνθέσεις απ'ότι ο Surman. Ήταν πιό μελετημένος, όχι σχολαστικός, αλλά ξεκάθαρος γύρω από το τι ήθελε να γραφτεί, ενώ ο John αγαπούσε να λέει 'αυτό ακούγεται υπέροχο-ξαναπαίχτο! Ας το αφήσουμε μέσα'.

Mike Westbrook - Flying Home



Mike Cooper - Oh Really? (Pye NSPL 18281) 4/69


Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, διαβάζω την Melody Maker κάθε εβδομάδα επειδή καλύπτει τα πάντα-rock, pop, folk, blues, jazz και ούτω καθεξής. Μία εβδομάδα είδα τον Mike Cooper στην λίστα με τις παραστάσεις/εμφανίσεις και θυμήθηκα ότι είχα διασκεδάσει ακούγοντας ένα τρακ από ένα EP του στην Saydisc (δισκογραφική), που παίχτηκε στο ραδιοφωνικό σόου του Mike Raven. Τέλος πάντων πήγα να τον δω και μετά καθήσαμε και συζητήσαμε. Εκείνι τον καιρό περίπου ο Les Cox στην Pye ενδιαφερόταν να πάει την εταιρεία σε νέες περιοχές, έτσι πήδηξε από την χαρά του στην ιδέα να κάνω ένα άλμπουμ με τον Mike. Ήταν λίγο-πολύ ένα straight blues άλμπουμ, πήρε μόλις μιάμιση μέρα να ηχογραφηθεί τον Δεκέμβριο του 1968 και πήγε πολύ καλά. Όχι πολύ αργότερα ο Les μου είπε "μάντεψε. Λανσαριστήκαμε στην Αμερική και το πρώτο LP που θέλουν να βγάλουν εκεί είναι του Mike". (Αυτό επειδή η δισκογραφική διευθυνόταν από τον Peter Siegel, που διηύθυνε την Nonesuch για την Elektra).

Mike Cooper - Bad Luck Blues



Jasper - Liberation (Spark SRLP 103) 11/69


Ο Freddie Poser με κάποιο τρόπο πέτυχε αυτή την μπάντα και αποφάσισε να κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ από αυτούς. Ήταν από το Βόρειο Λονδίνο και στην πραγματικότητα λέγονταν Union Blues. Πολλές μπάντες εκείνη την περίοδο ήταν κατά την μετάβαση από την R&B ή τα blues σε κάτι πιό φιλόδοξο και δεν είχαν καθορισμένη "ταυτότητα". Προσπαθούσαν να είναι πειραματικοί, αλλά ξέμειναν από ιδέες στο στούντιο, έτσι έπρεπε να γράψω δυό πράγματα γι'αυτούς, που ήταν φρικτά! Ο Henry Lowther έκανε τις συνθέσεις των εγχόρδων, αλλά δεν μπόρεσα να πιάσω τον κατάλληλο ήχο σε αυτό το μικρό στούντιο, έτσι βγήκε μικροσκοπικό. Δεν αισθανόμουν υπερήφανος για το ολοκληρωμένο άλμπουμ και μου πιστώθηκε στο όνομα Alvin Springtime, αντί του αληθινού μου ονόματος. Για να είμαι ειλικρινής η καρδιά μου δεν ήταν μέσα σε αυτό. Μου άρεσε να βρίσκω καλλιτέχνες και να δουλεύω μαζί τους από την αρχή, παρά απλώς να είναι μία μπάντα που προσλήφθηκε για να βγάλει μία δουλειά. Στ'αλήθεια δεν θα το αναγνώριζα αν μου το παίζατε τώρα, αλλά μου έχουν πει ότι αρέσει σε μερικούς ανθρώπους.

Jasper - Ain't No Peace



Various Artists - Firepoint (Music Man SMLS 602) 12/69


Ο Freddie Poser στην Spark μου είχε υποσχεθεί δική μου δισκογραφική, που θα ονομαζόταν αρχικά θυμάμαι Pied Piper. Τέλος πάντων αυτή κατέληξε να λέγεται Music Man και βγάλαμε μόνο τρία άλμπουμ. Το πρώτο ήταν ένα άλμπουμ με τον Barre Philips να παίζει διπλό μπάσο σε μία εκκλησία στο Λονδίνο, το Unaccompanied Barre. Το επόμενο ήταν αυτό που σκόπευα να είναι μία συνέχεια των folk και blues compilations που η Elektra είχε βγάλει και που πάντα αγαπούσα. Η ιδέα ήταν να συστήσουμε σε ανθρώπους νέους καλλιτέχνες που θα μπορούσαν μετά να κάνουν δικά τους άλμπουμ και αυτό ήταν ότι συνέβη με τους Gerald Moore, Bob Hall, Mike Cooper and Duffy Power. Επίσης ήλπιζα να κάνω ένα άλμπουμ με τον Sam Mitchell, ο οποίος ήταν ένας θαυμάσιος παίκτης των blues, με παραπονιάρικη, στοιχειωτική φωνή, αλλά δυστυχώς είχε προσωπικά προβλήματα και ποτέ δεν τα καταφέραμε. Πάντα θυμάμαι τον Duffy Power να εμφανίζεται στην Southern Music για να ηχογραφήσει τα κομμάτια του, που σήμαιναν ακουστικά blues, αλλά χωρίς κιθάρα. Τον ρώτησα που ήταν (η κιθάρα) και μου είπε ότι την είχε πουλήσει μία μέρα πριν, για να κερδίσει μερικά χρήματα! Έτσι έπρεπε να μπώ σε μαγαζί με κιθάρες και να πάρω μία για το session.

Sam Mitchell - Leaf Without a Tree



Tramp - Tramp (Music Man SMLS 603) 12/69


Γνώριζα τον Bob Hall, που ήταν μέλος των Fleetwood Mac στις πρώτες του μέρες και ήθελα να κάνω ένα άλμπουμ, έτσι τον έβαλα να υπογράψει στην Spark. Μετά ανακοίνωσε ότι ο Mick Fleetwood και ο Danny Kirwan θα έπαιζαν σε αυτό. Ηχογραφήσαμε στα στούντιο της Trident και πάντα θα θυμάμαι τον Mick όταν άρχισε να παίζει ντραμς. Μου έκοψε την ανάσα, ήταν φανταστικός παίκτης, καθαρός rocker και ποτέ απασχολημένος. Επίσης πήρα στο σχήμα τον Dave και την Jo-Ann Kelly. Ήταν μόνο ένα session και χωρίς την κατάλληλη μπάντα, αλλά πούλησε αρκετά καλά.

Tramp - Street Walking Blues




Duffy Power - Duffy Power (Spark SRLM 2005) 1969


Έχοντας ηχογραφήσει δυό τραγούδια με τον Duffy στο Firepoint compilation, του ζήτησα αν ήθελε να κάνει ένα άλμπουμ. Την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε...είχε πουλήσει την κιθάρα ξανά! Σκέφτηκα ότι ήταν πολύ ταλαντούχος-είχε τρομερή φωνή και είχε τραγουδήσει με τον Graham Bond. Είχε τόση ιστορία γράψει. Πάντα αγαπούσα το πρώιμο rock’n’roll και ήταν τότε κι αυτός εκεί. Ενδιαφερόταν για μεγάλη ποικιλία μουσικής-θυμάμαι να εκπλήσσομαι όταν ανακοίνωσε ότι ήθελε να ηχογραφήσει το "Little Man (You’ve Had A Busy Day)". Δυστυχώς δεν ήταν αξιόπιστος, έτσι θα υπήρχαν φορές που δεν θα άκουγα γι'αυτόν πολύ καιρό και άρχισα να συνειδητοποιώ ότι υπέφερε από νοητικά προβλήματα. Είναι κρίμα, επειδή όταν ήθελε ήταν τρομερός. Τα sessions ποτέ αλήθεια δεν τέλειωσαν, έτσι το άλμπουμ δεν κυκλοφόρησε μέχρι το 1973, όταν η Spark ξεκίνησε μία σειρά από άλμπουμ και αποφάσισε να το βγάλει ακόμα κι αν μερικά τραγούδια είναι πολύ ασυνεπή.

Duffy Power - Exactly Like You




John Surman - How Many Clouds Can You See? (Deram DMLR/SMLR 1045) 1/70


Στο πρώτο άλμπουμ του John ήξερε ότι έπρεπε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους-γι'αυτό υπάρχει μία μίξη εμπορικού και πιό πειραματικού υλικού. Πήγε πολύ καλά, έτσι σε αυτόν το δίσκο κόλλησε στο free υλικό και χρησιμοποίησε τον Mike Osborne, τον John Taylor και άλλους. Η άποψή του στην επιτυχία ήταν να βοηθάει άλλους ανθρώπους. Δεν ήταν εγωιστής, πράγμα πολύ σπάνιο στον κόσμο της μουσικής και όσο μπορώ να διακρίνω, αυτό ακούγεται στον τρόπο που παίζει. Όπως το πρώτο του άλμπουμ How Many Clouds Can You See? ήταν γρήγορο στο να γίνει, αν και η Decca δεν ήταν φειδωλή στο χρόνο στο στούντιο. Στην πραγματικότητα συνήθως θα ηχογραφούσαμε περισσότερα από ότι θα κυκλοφορούσαν, έτσι τελικά αυτοί (Decca) στρογγύλευαν τα πράγματα που αφήναμε και τα κυκλοφορούσαν ως Jazz In Britain. Εκεί που η Decca απέτυχε ήταν στο να ξέρει πώς να εμπορευτεί τέτοιου είδους άλμπουμ. Πάντα προσπαθούσα να τους κάνω να τα μαζέψουν όλα να φαίνονται σαν ό,τι αποκαλείτο τότε progressive παρά jazz, ώστε οι εμπορικοί αντιπρόσωποι να τα πουλούσαν σε ευρύτερο κοινό. Αυτό ήταν ένα κόνσεπτ που άλλες δισκογραφικές είχαν πιάσει καλά πριν την Decca. Η Island γνώριζε ακριβώς τι έκανε για παράδειγμα. Ο αδελφός μου Terry σχεδίασε ένα πολύ ωραίο εξώφυλλο για το How Many Clouds Can You See?, αλλά η Decca το απέρριψε λόγω δαπάνης. Σαν αποτέλεσμα ο John είπε "σωστά, ας πάμε στο αντίθετο άκρο και να έχουμε μόνο ένα μαυρόασπρο σχέδιο με μιά φωτογραφία μου και τον τίτλο πάνω του". Ήταν ένα είδος αστείου, το αντίθετο με ότι οραματιζόμασταν, αλλά η Decca δεν παραπονέθηκε καθόλου!

John Surman - How Many Clouds Can You See?



Mike Westbrook - Marching Song, Vols. 1 & 2 (Deram SML 1047/1048) 12/69


Ο Mike είχε εμφανιστεί πολύ με ττην μπάντα του (Concert Band) και υπήρχε ένας θόρυβος γύρω από την μουσική που έχτιζαν (Marching Song), πριν το ηχογραφήσουν. Όλοι οι μουσικοί ρίχτηκαν στην ηχογράφηση-όλοι τους πραγματικά εκτίμησαν και κατάλαβαν τις ιδέες και το γράψιμό του. Ο Mike ήταν ένας συνθέτης που το είχε πολύ, αλλά πάντα άφηνε χώρο για τους μουσικούς να παίξουν και να εκφραστούν, έτσι διασκέδασε με αυτήν την εμπειρία. Πρόθεση ήταν να γίνει ένα διπλό LP, αλλά η Decca είπε ότι θα ήταν πολύ ακριβό και έπρεπε η δουλειά να απλωθεί μέσα σε δύο άλμπουμ, που κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα. Ποτέ δεν είχαν πει κάτι τέτοιο σε κλασικό συνθέτη. Η έκβαση ήταν ότι πληρώθηκα δυό φορές, ομολογουμένως όχι τόσα πολλά, αλλά ότι κι αν ήταν, θα μπορούσε να αντισταθμίσει το κόστος του να βγεί με τον τρόπο που έπρεπε. Αστείο, αλήθεια και τυπικό των απόψεών τους εκείνο τον καιρό. Και όταν μερικούς μήνες αργότερα βγήκε στην Αμερική, ήταν ένα διπλό LP μέσα σε ένα πτυσσόμενο ένθετο.

Mike Westbrook - Waltz (For Joanna)




Bill Fay - Bill Fay (Deram Nova SDN 12) 2/70


Συνάντησα τον Bill το 1967, μέσω του Terry Noon στην Ambassador Music, που είχε υπογράψει ως τραγουδοποιός. Ο Terry μου έπαιξε ένα demo από το Camille και πραγματικά το αγάπησα. Κάναμε ένα συμβόλαιο για ένα single στην Decca και βγήκε ένα 45άρι στην θυγατρική τους την Deram τον Αύγουστο που δεν έκανε τίποτα. Δυστυχώς η Deram ήταν πολύ ανεπαρκής στην διοίκησή της, από ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν την αγορά όπως θα έπρεπε. Ευτυχώς ο Bill είναι ένας τύπος που εκτιμάει, που ειλικρινά δεν νοιαζόταν εάν είχε ένα χιτ ή όχι. Ποτέ δεν ήθελε ή χρειάστηκε επιτυχία-τα τραγούδια ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε. Μετά το single η Decca δεν έκανε τίποτα γι'αυτόν για δύο χρόνια, μέχρι που αποφάσισαν να ξεκινήσουν την Nova (θυγατρική και υποτιθέμενη για progressive). Ο Bill είναι κάποιος που χρειάζεται μουσικούς που να δείχνουν κατανόηση, που να είναι στο επίπεδό του σαν άτομα και μουσικά, για να πάρει τα καλύτερα από αυτούς. Το έκανε με τον Ray Russell, τον κιθαρίστα του άλμπουμ και εγώ επίσης έφερα τον Mike Gibbs για να κάνει τις συνθέσεις. Ο Mike ήταν πολύ ευαίσθητος και έδινε μεγάλη πνοή στα τραγούδια. Νομίζω του αξίζουν πολλά credit για τον τρόπο με τον οποίο το άλμπουμ βγήκε. Μου άρεσε το LP, αλλά δεν έκανε τίποτα. Ο Bill ποτέ δεν έπαιξε live, σίγουρα όχι τακτικά και αυτό μάλλον δεν βοήθησε. Επίσης συνέχεια έλεγα στα στελέχη της Decca ότι η φωνή του ήταν πολύ παρόμοια με του Bob Dylan και του Leonard Cohen για να συναγωνιστεί! Τον Μάιο, μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, το περιοδικό ZigZag έκανε ένα πολύ ενθουσιώδες άρθρο για τον Bill, έτσι η Decca ξαναπροώθησε το LP, όμως δεν έκανε καμία διαφορά. Ο Bill έγινε πολύ θρησκευόμενος μετά από την κυκλοφορία του δίσκου και καθώς πήγαινε πολύ καλά με τον Ray Russell σε αυτό το επίπεδο, πρότεινα ο Ray να κάνει την παραγωγή του επόμενου δίσκου του Time Of The Last Persecution. Πάντα σκέφτομαι τον Bill σαν έναν από τους δύο ανθρώπους που υπήρξαν περισσότερο ευγνώμονες για το τι είχα κάνει γι'αυτούς, ο άλλος είναι ο John Surman. Η μουσική τους είναι πολύ διαφορετική, αλλά είναι παρόμοιοι άνθρωποι.

Bill Fay - Be Not So Fearful



Alan Skidmore - Once Upon A Time (Deram Nova DN/SDN 11) 3/70


Όπως πιθανόν μαντεύετε τώρα, συνάντησα τον Alan μέσω του John Surman, που έπαιξε μαζί του. Τον καιρό που ο Alan έπαιζε με τον Georgie Fame κατά την "ημερήσια δουλειά" του, όπως συνηθίζαμε να λέμε. Ήταν ένας αξιαγάπητος, καλόβολος τύπος-όλοι οι μουσικοί της jazz που δούλεψα μαζί τους ήταν πολύ ευγνώμονες-ήξεραν ότι ήταν προνόμιο να κάνουν ηχογράφηση. Ο πατέρας του Alan, ο Jimmy ήταν βετεράνος μουσικός της jazz και είχε μεγαλώσει παίζοντας σε μεγάλες μπάντες, έτσι νομίζω υπάρχει μία βέβαιη ποιότητα της παλιάς σχολής στο παίξιμό του, ακόμα και αν η μουσική που παίζει είναι μοντέρνα. Ο Alan λάτρεψε τον John Coltrane, πράγμα που μπορείς να ακούσεις στο στυλ του. Ήξερε ακριβώς πώς ήθελε να είναι το άλμπουμ, μέχρι και το οπισθόφυλλο, που ήθελε να είναι σαν τα παλιά LP της Blue Note. Κρατάει το κοριτσάκι του στο εξώφυλλο του άλμπουμ-τρομάζω στη σκέψη πόσο χρονών θα είναι τώρα!

Alan Skidmore - Once Upon A Time



Mike Cooper - Do I Know You? (Dawn DNLS 3005) 3/70


Ο Peter Prince της Tamla Motown (έτσι ονομαζόταν η Motown αρχικά), είχε έρθει για να διευθύνει την Pye και μου ζήτησε μιά συνάντηση. Ξεκινούσαν την Dawn (δισκογραφική) και ζήτησε από τον Barry Murray (πρώην πράκτορα) και εμένα αν θα θέλαμε να την διευθύνουμε και να φέρουμε περισσότερους καλλιτέχνες σαν τον Mike Cooper. Ήταν ένα παράξενο ξεκίνημα και για ένα διάστημα δούλευε καλά με μερικούς αλήθεια πολύ ενδιαφέροντες καλλιτέχνες. Στις αρχές θα είχα ένα σλόγκαν για αυτήν "music you can trust". Και ήταν για λίγο. Ο σκοπός μας ήταν να πουλήσουμε 5000 κόπιες από κάθε τι, πράγμα που κάναμε με τον χρόνο (αλλά μετά όλα επισκιάστηκαν από την επιτυχία του Mungo Jerry) και ο καθένας στην Pye ήθελε να βρεθεί στην Dawn, έτσι έχασε την εστίαση και την ταυτότητά της τελικά. Ακόμα ο Mike Cooper έκανε τρείς ενδιαφέροντες δίσκους για την Dawn (Places I Know και The Machine Gun Company ακολούθησε) και είμαι ευτυχής γι'αυτό. Τον σύστησα σε διάφορους μουσικούς της jazz και σε λίγο χρόνο ξεκίνησε να παίζει μαζί τους live και μετακινήθηκε από την περιοχή των blues σε πιό προσωπικό και πειραματικό στυλ.

Mike Cooper - Your Lovely Ways



Michael Gibbs - Michael Gibbs (Deram SML/DML 1063) 5/70


Ο John Surman μου είχε πεί για αυτόν τον θαυμάσιο συνθέτη/ενορχηστρωτή που ήξερε από την Ζιμπάμπουε. Όπως συνέβη, έπαιζε σε ένα κονσέρτο σε ένα μέρος στην μέση του West End, έτσι πήγα και ερωτεύθηκα-ήταν τόσο όμορφα, σαν μουσική για ταινία και αμέσως πήγα στον Hugh Mendl της Decca, ο οποίος αμέσως συμφώνησε. Πάντα ήθελα τον Mike να κάνει μουσική για ταινία αλήθεια. Ήταν ένας έντονος τύπος, αλλά μπορούσε να γελάσει επίσης. Ήταν πολύ ευέλικτος και μπορούσε να γράψει οτιδήποτε για τον οποιονδήποτε. Τα δύο άλμπουμ που κάναμε μαζί (το Tanglewood 63 ακολούθησε) δεν πούλησαν καλά, αλλά πολλοί άνθρωποι τα αγάπησαν και ακόμα και σήμερα ακούγονται καλά. Υπήρχε ένα απίστευτο ταλέντο σε αυτά-θυμάμαι τον Jack Bruce να εμφανίζεται μιάμιση ώρα καθυστερημένος και όλοι να σηκώνονται να τον χειροκροτούν καθώς έφτασε με έναν roadie να φέρνει τον ενισχυτή πίσω του. Ένας άλλος μουσικός που χρησιμοποιήσαμε ήταν ένας παλιός παίκτης τσέλο ο Fred Alexander. Ο Mike ήταν λίγο νευρικός για αυτόν, αλλά αποδείκτηκε πολύ ενθουσιώδης και ευγνώμων να παρουσιάζει κάτι αυθεντικό και νέο και τον θυμάμαι να τον ρωτάει αν θα μπορούσε να μείνει να ακούσει τα playback.

Michael Gibbs - Some Echoes, Some Shadows



The Trio - The Trio (Dawn DNLS 3006, with poster) 7/70


Δούλευα για την Pye τότε και τους πρότεινα να κάνουμε ένα άλμπουμ με τον John Surman, ο οποίος τότε δούλευε σε ένα τρίο με τον Barre Phillips and Stu Martin και έβγαζε όλη την ενέργειά του εκεί. Ήταν μία πολύ συλλογική προσπάθεια, παρά απλά ο John να υποστηρίζεται από τους άλλους. Για μένα το The Trio αντιπροσώπευε το peak του παιξίματος του John εκείνο τον καιρό και είναι το απόγειο  αυτού που προσπαθούσαμε να καταφέρουμε μαζί. Ήταν ένα διπλό LP, ηχογραφημένο στο στούντιο παρά live και το πουλήσαμε στην τιμή ενός απλού άλμπουμ. Πήγε πολύ καλά συγκρινόμενο με το πόσες κόπιες είχε πουλήσει η Decca από παρόμοια άλμπουμ, έτσι ξεκίνησα να αισθάνομαι ότι πετυχαίναμε ότι πάντα θέλαμε-να πουλάμε άλμπουμ σαν αυτό με την ταμπέλα ‘progressive music’, παρά με αυτήν της ‘jazz’. Κάναμε ακόμα ένα άλμπουμ ένα χρόνο αργότερα το Conflagration (Dawn DNLS 3022), ο οποίος ήταν συνέχεια του The Trio, αν και μετά οι τρείς τους μετακόμισαν στο Βέλγιο, καθώς ήταν πολύ δύσκολο να μπορέσουν να επιβιώσουν παίζοντας τέτοιο είδος μουσικής στην Αγγλία.

The Trio - Green Walnut




Mike Westbrook - Love Songs (Deram SML 1069) 9/70


Αρχές του '70 είχα μπουχτίσει να ηχογραφώ στην Decca. Οι μηχανικοί τους ήταν εξαιρετικοί, αλλά η ατμόσφαιρα στα στούντιο ήταν λίγο παλαιομοδίτικη, με προκαθορισμένους χρόνους έναρξης και τέλους, διαλείμματα για τσάι και λοιπά, έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μερικά sessions σε ένα στούντιο που λεγόταν Tangerine, που ήταν πολύ μικρότερο αλλά φιλικό και όχι σαν εργοστάσιο. Το Love Songs δεν ήταν ολοκληρωμένη δουλειά όπως το Release ή το Marching Songs και τότε αισθάνθηκα ότι ήταν λίγο αποσπασματικό, ίσως αντανακλώντας το γεγονός ότι είχε γίνει σε περισσότερα από ένα μέρη. Εκείνο τον καιρό ο Mike είχε αρχίσει να συνεργάζεται με την γυναίκα του Kate και ένα τύπο που λεγόταν John Fox για να ενσωματώσουν θεατρικά στα σόου του και να τα κάνουν κάτι πιό πολύ από jazz και αυτό το άλμπουμ αντανακλά αυτό ακριβώς. Σε κάθε ηχογράφηση πρέπει να στοχεύεις σε ανθρώπους, για να βγάλεις καλύτερο αποτέλεσμα, αλλά νομίζω ότι το Love Songs έχει την αίσθηση ενός live που μεταφράζεται σε δίσκο, χωρίς να είναι επαρκώς προσαρμοσμένο. Ίσως θα έπρεπε να το ηχογραφούσαμε live. Συνολικά νομίζω ότι μέρος από αυτό λέει λιγότερα σε σχέση με τις προηγούμενες ηχογραφήσεις του (του Mike Westbrook) και μέρος του περισσότερα. Το Original Peter είναι το τραγούδι που περισσότερο συχνά με ρωτούν γι'αυτό και τυποποιεί το θεατρικό θέμα της δουλειάς του Mike (Ο Original Peter ήταν ένας γυμναστής που έκανε παρουσίαση καθώς ο Mike έπαιζε). Κατάφερα να πείσω την Decca να κυκλοφορήσει μία διαφορετική ηχογράφησηγι'αυτό σαν single, αλλά με δυσκολία έβγαλαν κάποιες κόπιες και δεν το προώθησαν καθόλου.

Mike Westbrook - Autumn King



Heron - Heron (Dawn DNLS 3010, with insert) 11/70


Όπως με τους περισσότερους στους οποίους έκανα παραγωγή, μου σύστησαν τους Heron. Στην περίπτωσή τους ήταν από τον Mike Cooper, ο οποίος τους είχε δεί και είπε ότι ήταν αλήθεια ασυνήθιστοι. Τους παρακολούθησα σε μία εμφάνισή τους σε μία αίθουσα κάπου και μετά τους επισκέφθηκα στο σπίτι που μοιράζονταν στο Appleford στο Berkshire. Εντυπωσιάστηκα αλήθεια από το ταλέντο του τραγουδοποιού Gerald Moore και από το γεγονός ότι έγραφαν και έπαιζαν ξεχωριστά αλλά και μαζί, που σημαίνει δεν ήταν εξαρτώμενοι από ένα μέλος για υλικό. Επίσης, δεν ενδιαφέρονταν απλά μόνο για folk, αλλά και για άλλα στυλ, που σημαίνει ότι είχαν την δυναμική να επεκταθούν. Κάναμε μερικά session στην Pye στο Λονδίνο, αλλά αυτό το τυπικό περιβάλον δεν τους ταίριαζε στ'αλήθεια, έτσι αποφασίσαμε να τους ηχογραφήσουμε στο σπίτι με την κινητή μονάδα της Pye, πράγμα που δούλεψε πολύ καλά. Απλά ξεκινήσαμε και αφήσαμε τα μικρόφωνα ανοικτά, έτσι μπορείς να ακούσεις μία παρασκηνιακή ατμόσφαιρα, με πουλιά να κελαιδούν και ούτω καθεξής. Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο στο Guardian για μία νέα μπάντα που είπαν ότι ήθελαν να ηχογραφήσουν έξω επίσης και στ'αλήθεια ανέφεραν τους Heron με το όνομά τους, πράγμα πολύ όμορφο. Ήταν πολύ χαλαρωτικό και εύκολο άλμπουμ και νομίζω ότι έτσι θα αισθανθείτε όταν το ακούσετε.

Heron - Yellow Roses


Mike Osborne - Outback (Turtle TUR 300) 1/71


Προς το τέλος του 1970 άρχιζα να σκέφτομαι πιό ανεξάρτητα. Είχα μπουχτίσει με τους περιορισμούς του να δουλεύεις για μεγάλες δισκογραφικές και μου συνέβη να ηχογραφήσω μερικούς καλλιτέχνες με δικά μου έξοδα και από το να νοικιάζω τις ταινίες, απλά τις έβγαζα ο ίδιος με την ευελιξία και την ελευθερία να το κάνω όπως επιθυμούσα. Η Decca ενδιαφερόταν λιγότερο για να υπογράψει με jazz καλλιτέχνες τότε, έτσι ηχογράφησα τον Mike μόνος μου. Ήταν πάντα ένας ήσυχος και ντροπαλός τύπος. Όλα όσα τον ενδιέφεραν ήταν η μουσική-γι'αυτόν κάθε άλλο αποτελούσε ταλαιπωρία. Του είπα ότι είχε απόλυτη ελευθερία να παίξει ό,τι ήθελε, χωρίς να σκέφτεται την εμπορικότητα, έτσι αυτά που ακούτε είναι ότι αυτός ήθελε. Απλά συνέχισε και έπαιξε χωρίς παύση, έτσι το άλμπουμ είναι σχεδόν σαν ηχογράφηση live. Πάντα μου άρεσε να πηγαίνω στα session σε καλό χρόνο και θυμάμαι να εμφανίζομαι σε ένα για τον Mike νωρίς το πρωί και αυτός ήταν ήδη εκεί παίζοντας μόνος του σε μιά γωνιά. Ζούσε για την μουσική. Το να μοιράσεις τα άλμπουμ ήταν πολύ δύσκολο, αλλά ο Mike έβγαλε καλά χρήματα από το Outback επειδή θα το πούλαγε στις εμφανίσεις του και συχνά θα έπαιρνε περισσότερα χρήματα από αυτό παρά από την ίδια την εμφάνισή του.



Howard Riley - Flight (Turtle TUR 301) 6/71


Είχα ακούσει τον Howard να παρουσιάζει στο BBC Radio και μου άρεσε ότι έκανε. Ήταν περισσότερο ενεργητικός και συνέχισε με την άποψή του, ότι δηλαδή έπρεπε να παίρνεις οποιαδήποτε ευκαιρία μπορούσες αν ήθελες να προχωρήσεις σε αυτό τον τομέα. Στην πραγματικότητα ηχογραφήθηκε στην Pye, όπου δούλευα τότε, έτσι μπόρεσα να πάρω κάποιο χρόνο σε ένα από τα στούντιο. Ήταν καλό περιβάλον για την μουσική του, καθώς μπορούσαμε να έχουμε ένα καλό, διαχυτικό ήχο. Είναι πολύ περίπλοκη μουσική, πιό κοντά στην κλασική avant-garde παρά στην jazz, σχεδόν σαν τον Bartok.Νόμιζα ότι ήταν ένα καλό άλμπουμ για να εξισορροπήσει την μουσική στην δισκογραφική, αλλά πούλησε ακόμα λιγότερες κόπιες από τα άλλα άλμπουμ στην Turtle. Τον Σεπτέμβριο κυκλοφορήσαμε το Pause & Think Again του John Taylor, που την παραγωγή έκανε ο John Surman, αλλά το να τα πάμε στα δισκάδικα αποδείκτηκε πολύ δύσκολο. Πάντα το αισθανόμουν, ότι αν πωλούνταν με τον σωστό τρόπο, άλμπουμ σαν αυτά θα "πέρναγαν" αλλά στο τέλος έπρεπε να παραδεχτώ ότι η Decca είχε μία άποψη για τις δυσκολίες και τα έξοδα στο να εμπορεύεσαι τόσο μη προσβάσιμη μουσική. Τυπώσαμε 1000 κόπιες από κάθε άλμπουμ, αλλά τα δισκάδικα πήραν μόνο δυό από το καθένα. Αν το δεις από την πλευρά της δουλειάς ήταν τρομακτιό! Ποτέ δεν απέφερε χρήματα, αλλά δεν τό'κανα για αυτό.

Howard Riley Trio - Cirrus Live



Heron - Twice As Nice & Half The Price (Dawn DNLS 3025, with postcard) 10/71


Για αυτό το άλμπουμ νοικιάσαμε μία φάρμα στο Devon, σε ένα χωριό που λεγόταν Black Dog. Ήταν παρόμοιο με το πρώτο τους άλμπουμ χωρίς πίεση για το χρόνο των στούντιο. Ήταν όλα τόσο ανέμελα-θα κρατούσαμε όλοι τα ωράριά μας και απλά θα αρχίζαμε να ηχογραφούμε όταν όλοι είχαμε σηκωθεί το πρωί. Ο ήχος ήταν μερικές φορές δύσκολο να βγεί σωστός, καθώς έξω από το περιβάλον του στούντιο πιάνεις όλων των ειδών τους ήχους μεταξύ των οργάνων, ιδιαιτέρως των ντραμς, έτσι τελειώσαμε βάζοντας τα διάφορα όργανα σε διαφορετικά δωμάτια. Θυμάμαι ότι είχαμε συγκέντρωση όλοι για γεύμα στην παμπ του χωριού κάθε μέρα. Ήταν μεγάλο πράγμα για ένα απομακρυσμένο χωριό και η ιδιοκτήτρια θα μας μαγείρευε σπιτικό φαγητό, πράγμα απίθανο. Τελειώσαμε με αρκετό υλικό για δύο άλμπουμ και ο Gerald αστειεύτηκε ότι θα μπορούσαμε να το πούμε Twice As Nice & Half The Price, που ήταν ένα σλόγκαν των σούπερ μάρκετ εκείνη την εποχή. Αυτό ήταν τυπικό του χιούμορ τους-δεν ενδιαφέρονταν για τον μυστικισμό, όπως πολλά folk γκρουπ της εποχής. Πουλήθηκε στην τιμή ενός απλού LP και πήγε πολύ καλά. Κοιτάζοντας πίσω, νομίζω ότι θα μπορούσε να περικοπεί όμως το κάναμε διπλό LP, επειδή μπορούσαμε.

Heron - Take Me Back Home




John Surman / John Warren - Tales Of The Algonquin (Deram SML 1094) 12/71


Ο John Warren ήταν ένας πολύ ταλαντούχος Καναδός συνθέτης/ενορχηστρωτής, τον οποίο είχα συναντήσει μέσω του John Surman. Ήθελα να κάνω ένα άλμπουμ μαζί του, αλλά η Decca αρνήθηκε επειδή ήταν άγνωστος. Ο John Surman είχε ακόμα ένα άλμπουμ να κάνει σύμφωνα με το συμβόλαιό του σε αυτούς, έτσι γενναιόδωρα προσφέρθηκε να μοιραστεί το λογαριασμό με σκοπό να το κάνει σωστά, πράγμα που αποτελούσε τυπική χειρονομία γι'αυτόν. Ο John Warren ήταν ένας ήσυχος και μετριόφρων άνθρωπος και αναρωτιέμαι αν θα είχε πάει ποτέ οπουδήποτε, αν δεν ήταν αυτό το άλμπουμ, καθώς δεν ήταν καθόλου επίμονος, έτσι ήταν πολύ τυχερός έχοντας τον John Surman να μάχεται μαζί του. Ήταν πολύ ευχάριστο άλμπουμ, με μερικούς τρομερούς παίκτες-τους δύο John, τον Mike Osborne, John Taylor, Alan Skidmore, Harry Beckett, Kenny Wheeler και άλλους. Για να είμαι ειλικρινής ο John Surman έκανε περισσότερο την παραγωγή παρά εγώ-εγώ απλά είχα το πλεονέκτημα να είμαι παρών και να ακούω την όμορφη μουσική να παράγεται! Σκέφτομαι τον John Warren περισσότερο σαν συνθέτη παρά σαν σολίστα, αν και έπαιξε σαξόφωνο και φλάουτο στο άλμπουμ. Οι δύο John έπαιξαν μερικά κονσέρτα τον καιρό που βγήκε το άλμπουμ, όπως θυμάμαι, αλλά τίποτα δεν κράτησε. Ωστόσο, άνοιξε πόρτες για τον John Warren, που ήταν πάντοτε η βασική σκέψη.

John Surman / John Warren - Picture Tree



Norma Winstone - Edge Of Time (Argo ZDA 148) 5/72


Αυτό ήρθε μέσω του John Taylor, ο οποίος ήταν παντρεμένος με την Norma τότε. Αυτή θα ερχόταν σε session με τον John και είχε τραγουδήσει στο Love Songs του Mike Westbrook, έτσι ξέραμε ο ένας τον άλλο λίγο. Την είχα δεί επίσης να παρουσιάζει αρκετές φορές και είχε μία τρομερά αυθεντική φωνή-κανείς δεν ακουγόταν όπως αυτή. Ήταν αξιαγάπητη, επίσης πολύ μετριόφρων και ζεστός χαρακτήρας. Την έβλεπα σχεδόν σαν την κυρία της διπλανής πόρτας, έτσι μερικές φορές μουερχόταν σαν σοκ να ακούω αυτό το πειραματικό τραγούδι να βγαίνει από το στόμα της! Η Decca την είχε στην Argo και υπήρχε λίγο ένταση επειδή την ήθελαν να ηχογραφήσει παλιά στάνταρ τραγούδια, αλλά το αντιμετωπίσαμε και προχωρήσαμε. Το Edge Of Time ήταν πολύ ότι ήθελε η Norma και δεν ανακατεύτηκα με την μουσική. Απλά το έφερα στην ωριμότητα. Ήταν το τέλος της εποχής της Αγγλικής jazz, όταν μεγάλες δισκογραφικές θα πλήρωναν για ηχογραφήσεις σαν αυτήν. Είχα την αίσθηση ότι η Decca δεν επρόκειτο να ανανεώσει το συμβόλαιο κανενός. Μου είχε φύγει η ψυχή από αυτό. Ακόμα, αγαπούσα να έχω την ευκαιρία να κάνω όλα τα είδη από τις διαφορες μουσικές της περιόδου. Παίρνοντας διάφορους καλλιτέχνες και όργανα, μετά αναμιγνύοντάς τους μαζί για να δημιουργήσω μία ηχογράφηση, που οι άνθρωποι θα πήγαιναν να αγοράσουν ήταν μία μεγάλη ανταμοιβή. Πραγματικά το αγάπησα!

Norma Winstone - Erebus


Ο Peter συνέχισε να κάνει παραγωγή στους Tasavallan Presidentti, Dave Ellis, Shusha και άλλους πριν ανοίξει κατάστημα πώλησης μεταχειρισμένων δίσκων και βιβλίων στο Southend και στρέψει τα ενδιαφέροντά του στους Μάρτυρες του Ιεχωβά.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019




SANDROSE


Great Unknowns



Μία εβδομάδα στα στούντιο Davout ήταν όλος ο χρόνος που χρειάστηκε στους Γάλλους Sandrose για να ηχογραφήσουν το ένα και μοναδικό αριστουργηματικό και επιδραστικό τους άλμπουμ, που θεωρείται ένα από τα πιό σημαντικά, αν όχι το σημαντικότερο progressive άλμπουμ της Γαλλίας, αλλά σίγουρα ένα από τα δέκα διεθνή progressive classics σε όρους σύνθεσης και ενορχήστρωσης.

To Take Him Away (1972)






Όπως μας πληροφορούν οι εσωτερικές σημειώσεις του LP, το γκρουπ Eden Rose στο οποίο ηγείτο ένας από τους πολύ καλούς παίκτες της κιθάρας με το όνομα Jean-Pierre Alarcen, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μία νέα προσέγγιση, μετά από την αποτυχημένη προσπάθεια που είχαν. Έτσι από acid-jazz μπάντα πήγαν στη συμφωνική rock, πολύ ήρεμη και πολύ παρόμοια με ότι έπαιξαν και οι Julian's Treatment. Τα μέλη εκτός του Alarcen στην κιθάρα και της Rose Podwojny στα φωνητικά είναι: Christian Clairefond (μπάσο), Henri Garella (mellotron), Michel Jullien (ντραμς). Στις συναυλίες ο Henri Garella αντικαθίστατο από τον Georges Rodi.






Πρώτα-πρώτα πρόσθεσαν λοιπόν γυναικεία φωνητικά στην μπάντα. Η Rose Podwojny, μετέπειτα Rose Laurens ανέλαβε αυτό τον ρόλο με την δυναμική, καθαρή φωνή της. Άρχισαν πρόβες και γρήγορα έχτισαν ένα ρεπερτόριο αποτελούμενο κυρίως από συνθέσεις του Alarcen, ο οποίος ήταν επηρεασμένος βαθιά από την κλασική συμφωνική μουσική και από το rock 'n' roll. Ο σκοπός του ήταν να συνδυάσει και τα δύο μουσικά στυλ, πράγμα που τελικά κατάφερε σε αρκετές νέες συνθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ (Sandrose, Polydor 1972) πολύ-πολύ ιδιαίτερο.

Never Good at Sayin' Good-Bye (1972)





Σημειωτέον ότι ήταν η πρώτη Γαλλική μπάντα που έκανε το ντεμπούτο άλμπουμ της σε μεγάλη (μη Γαλλική) δισκογραφική εταιρεία. Σε αυτό βρίσκεται όπως θα έχετε την ευκαιρία να ακούσετε υπέροχη proto-progressive rock βασισμένη στους επαναλαμβανόμενους αιωρούμενους ήχους του mellotron και στην διεισδυτική κιθάρα του Alarcen, που με μεγαλειώδη τρόπο παρεμβαίνει κατά την διάρκεια υπέροχων ορχηστρικών περασμάτων. Σε όλο αυτό έρχεται να προστεθεί η φωνή της Rose. Η Rose Podwojny, που έφυγε στα 65 της χρόνια μαζί με τον χρόνο που έφυγε πριν μερικές ημέρες. Σε τραγούδια όπως το "Vision" και το "Never Good at Saying Goodbye" η φωνή της απλά ακούγεται τόσο ώριμη και ευαίσθητη, ώστε να φέρνει ρίγη στη σπονδυλική στήλη και δάκρυα στα μάτια.

Vision (1972)





Με το "To Take Him Away" η μερίδα του λέοντος, ως βασικός τραγουδοποιός, πάει στον Alarcen. O Henri Garella προσφέρει το "Never Good at Saying Goodbye", το "Metakara" και το "Fraulein Kommen Sie Schlaffen Mit Mir". Το άλμπουμ επίσης περιέχει το "Summer Is Yonder", μία ενδιαφέρουσα προσαρμογή του θέματος Colchiques dans les Pres, ενός δημοφιλούς Γαλλικού τραγουδιού με ρίζες στο 1943. Όπως επίσης και το "Old Dom Is Dead", ένα ριμέικ του "Mea Culpa", θέματος που είχε το 1970 πρωτοπεί ο Claude Puterflam στο οποίο κιθάρα έπαιζε ο Alarcen με το ψευδώνυμο Lenis Chorea.

Old Dom Is Dead (1972)





Αλλά είναι το 11λεπτο instrumental "Underground Session", το επίκεντρο του άλμπουμ, αυτό που κλείνει την πρώτη πλευρά του δίσκου, στο οποίο ο Alarcen δίνει στην δημιουργικότητά του απόλυτη ελευθερία. Δεν πρόκειται απλά για το επίκεντρο του άλμπουμ, αλλά όπως πολλοί υποστηρίζουν (όσοι έχουν ακούσει τελοσπάντων), ένα από τα καλύτερα instrumental της rock.

Underground Session (1972)






"Το πνεύμα της μουσικής μας είναι κοντά στο Αγγλοσαξωνικό πνεύμα" λέει ο Alarcen, εξηγώντας γιατί επέλεξαν την Αγγλική γλώσσα. Παρά την δυναμική που αποκάλυψε το πρώτο τους άλμπουμ, οι Sandrose θα δώσουν μόνο ελάχιστες συναυλίες. Αρχές Δεκεμβρίου του 1972, η μπάντα διαλύθηκε εξαιτίας ενός μιούζικαλ (στο οποίο μετείχε η Rose) και προσωπικών διαφορών. O Alarcen μετά ξεκίνησε για νέα πρότζεκτ. Αν όπως είδαμε με τους Sandrose είναι ένας αληθινός συνθέτης με μοναδικό αρτιστικό όραμα, είναι επίσης κι ένας μουσικός που γνωρίζει πώς να παρέχει υπηρεσίες σε άλλους, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει αναζητώντας δουλειές του Francois Beranger, τραγουδιστή και τραγουδοποιού που βρίσκει στον Alarcen τον μουσικό που ξέρει πώς να μεταφράσει την ποίησή του στη γλώσσα της rock.

Summer Is Yonder (1972)





Ένα ακόμα άλμπουμ στο οποίο δεν ακούμε μόνο ένα τρακ. Ο δίσκος μπαίνει στο πικάπ, τα φώτα σβήνουν, δυναμώνουμε την ένταση και αφήνουμε την μουσική να μας μεταφέρει εκεί όπου είναι καλύτερα για τον καθένα μας.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019



J.J. CALE



 The Captain of Minimal (part 2)



 Το να κάνει καινούρια άλμπουμ αποτελούσε κάτι πανεύκολο για τον Cale. Τα συρτάρια του ήταν γεμάτα με ακυκλοφόρητο υλικό. Η δυσκολία του ήταν απλώς να διαλέξει. Με παραγωγό τον Ashworth και δισκογραφική την Shelter, συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, σχεδόν για όλη την δεκαετία του ΄70. Έτσι το 1973 κυκλοφορεί το Really, το 1974 το Okie και το Troubadour το 1976.  Και ποιοί δεν ΄πήραν’ απ΄αυτά τα άλμπουμ! Το παράδειγμα του Clapton είχε ανοίξει την όρεξη. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Captain Beefheart, Bobby Bland, Lynyrd Skynyrd, Freddie King, Bryan Ferry (το "I Got the Same Old Blues"), Herbie Mann (το "Cajun Moon", στο άλμπουμ του 1976 Surprises με φωνητικά της Cissy Houston), Brother Phelps και Bill Wyman's Rhythm Kings (το"Anyway the Wind Blows") αλλά και οι Tom Petty & The Heartbreakers (το “I'd Like to Love You, Baby"). Για να μην αναφέρουμε το …βαρύ πυροβολικό με το “Cocaine”, που την επόμενη χρονιά, στο δίσκο του Slowhand, το διασκεύασε - και πάλι - ο Clapton, κάνοντάς το παγκόσμια επιτυχία και σήμα κατατεθέν του.

Cocaine (1974)


      Πολλές ιστορίες ακολουθούν το παραπάνω τραγούδι καθώς και την μοίρα αυτών που το τραγούδησαν. Η πιο περίεργη είναι αυτή με τον πυροβολισμό που δέχτηκε ο Tinsley Ellis, ο αμερικάνος blues rocker, ο οποίος μόλις είχε αρχίσει τη σταδιοδρομία του κι έκανε διάφορα live, παίζοντας γνωστά χιτάκια των ΄70ς. Σε μια τέτοια συναυλία στη Georgia, μόλις η μπάντα του άρχισε να παίζει το “Cocaine”, για άγνωστο ακόμη λόγο, προκλήθηκε τέτοια αναταραχή που όλοι οι μουσικοί έπρεπε να φύγουν τρέχοντας απ΄το πάρκο, οι περισσσότεροι ξυπόλητοι. Σύμφωνα με τον Ellis, “… μας πυροβόλησαν και μάλιστα όρμησαν παίρνοντας ακόμη και τα ρούχα και τις μπότες μας “ !

Super Blue (1976)


Τρία χρόνια μετά ο J.J. αλλάζει εταιρεία - μετακομίζει στην ‘MCA’ (για USA και ‘Island’ για Βρετανία) - και κυκλοφορεί το “5”, το άλμπουμ που έφτασε ψηλότερα σε πωλήσεις από όλα τα προηγούμενά του. Με κομμάτια όπως τα “Don’t Cry Sister”, “Friday” και “Sensitive Kind“ (έγινε περισσότερο γνωστό από τη διασκευή των Santana, στο ‘Ζebop!’, του ’81 δεν ήταν καθόλου παράξενο. Γίνεται γνωστός παντού. Τον καλούνε για συναυλίες και τουρνέ αλλά τις αρνείται πεισματικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ΄όλη του την καριέρα έκανε μόνο δύο ευρωπαϊκές περιοδείες και ελάχιστες στην Αμερική. Στο άλμπουμ αυτό  πρωτοκάνει και την εμφάνισή της, δισκογραφικά, παρότι αποτελούσε μέλος της μπάντας του από το ΄76 (τότε ήταν μόλις 16 ετών), η Christine Lakeland, η σύντροφος και μούσα του, μέχρι το τέλος. Παράλληλα οι δημοσιογράφοι και οι κριτικοί πέφτουν επάνω του, προσπαθώντας να ανακαλύψουν το παρελθόν του, αλλά και το πόσο επηρεάζει άλλους νεότερους καλλιτέχνες. Για παράδειγμα πολλή συζήτηση γινόταν για το αν επηρέασε τον Mark Knopfler, που τότε είχε εμφανιστεί στο μουσικό στερέωμα. “Ναι, οι άνθρωποι μου το έχουν πει”, έλεγε τότε. “Δεν το έχω παρατηρήσει πάντως. Μπορεί να υπήρξε κάποια επιρροή σε εκείνο το πρώτο άλμπουμ (σ.σ. Sultans of Swing, 1978). Τα φωνητικά του είναι αρκετά κοντά στον Bob Dylan, αλλά ο Mark έχει το δικό του στυλ. Όλοι δανειζόμαστε όταν ξεκινάμε για πρώτη φορά. Αλλά ποτέ δεν ένιωσα ότι επηρέασα τον Mark περισσότερο από κάποιους άλλους που τον επηρέασαν. Νομίζω ότι άκουσε μερικά από τα πρώτα μου άλμπουμ και πήρε εκείνο το …groove".

Devil in Disguise (1982)


       Τη δεκαετία του ΄80, αν και βγάζει μερικά αξιόλογα άλμπουμ, όπως τα Shades,  Grasshopper και #8, αρχίζει σιγά σιγά να αποσύρεται από τα - όποια - φλας της δημοσιότητας. Η επιτυχία δεν έδειξε να τον επηρεάζει. Μετακομίζει στο Escondido, στην Καλιφόρνια, όπου ζει απομονωμένος, αραχτός, όπως ακριβώς του αρέσει. Χωρίς ανέσεις, χωρίς καν τηλέφωνο, με μόνη παρέα την Christine και την κιθάρα του. Μένει σε ένα τροχόσπιτο, ένα Airstream. Πήγαινε όπου ήθελε και όταν ήθελε. Για τέσσερα πέντε χρόνια δεν τον ενόχλησε κανείς. Άρχισε να βλέπει τη ζωή αλλιώς. Μεγάλωνε εξάλλου. Φιλοσοφούσε τα πάντα. Προτιμούσε να τον θεωρούν ‘μουσικό΄ κι όχι ΄καλλιτέχνη’. Έλεγε επίσης: "…μερικά από τα τραγούδια μου είναι πραγματικά αληθινά από τις εμπειρίες που είχα… Η μουσική προέρχεται από τη ζωή. Η ζωή δεν προέρχεται από τη μουσική". Όσο για όσους χρησιμοποίησαν τα τραγούδια τους ήταν κι εδώ… άνετος και χαλαρός: “Εάν παίζετε ακριβώς όπως κάποιος άλλος, δεν θα βρείτε ποτέ κάτι το πρωτότυπο. Κατά μία έννοια θα μπορούσατε να πείτε ότι το δικό μου παίξιμο της κιθάρας είναι γεμάτο από λάθη που προέκυψαν στην προσπάθεια να μιμηθώ άλλους”. Και “Δεν υπάρχει τίποτε κακό σ΄αυτό. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φιλοφρόνηση για έναν τραγουδιστή-τραγουδοποιό από το να πει κανείς ότι τα τραγούδια του ζουν και αρέσουν όταν παίζονται από άλλους”. Τελικά όταν κάποιοι δημοσιογράφοι τον ανακάλυψαν και τον ρώτησαν πώς είχε περάσει την δεκαετία του ΄80, αυτός τους απάντησε γελώντας: “Με ποδηλασία, κόβοντας το γκαζόν κι ακούγοντας Van Halen και ραπ” ! Και συνέχιζε να απολαμβάνει την σχετική ανωνυμία του…

Carry On (1981)


      Στις αρχές των ΄90ς συνέχισε να παίζει, να κάνει δουλειές στο στούντιο με μουσικούς (που κυμαίνονται από τον Neil Young μέχρι τον Art Garfunkel) και να βγάζει περιστασιακά δικά του άλμπουμ. Έτσι κυκλοφορεί  το Travel-Log (1990), Number 10 (1992), Closer to You (1994), και το Guitar Man (1996), όπου, εκτός από φωνητικά και κιθάρα, παίζει πλέον όλα τα όργανα, ηχογραφεί και κάνει μόνος του όλη την παραγωγή και την στούντιο δουλειά. Ακολουθεί αυτή τη φορά μια οκταετία απραξίας κι εξαφάνισης απ’ τα εγκόσμια. Κάπου στο 2003, σε μια πραγματικά αναπάντεχη κίνηση, ο αινιγματικός Cale επέτρεψε στον Γερμανό σκηνοθέτη Jorg Bundschuh να τον συνοδεύσει σε περιοδεία, αποκαλύπτοντας τον τρόπο ζωής του τροβαδούρου για πρώτη φορά. Η ταινία “Tulsa And Back: On Tour With J.J. Cale” που προέκυψε, εισάγει έναν γλυκά μετριοπαθή, ευχάριστο άνθρωπο ο οποίος κατάφερε να βρει την επιτυχία με τους δικούς του όρους. "Είμαι κιθαρίστας και τραγουδοποιός κι άδραξα την τύχη", λέει ο Cale, "δεν είμαι ο κλασικός τύπος της showbiz, είχα το πάθος να κάνω μουσική όσο και ο καθένας …αλλά ακόμη δεν θέλω να είμαι διάσημος". Η ταινία – που την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όσους φαν του Cale δεν την είδαν ακόμη – περιέχει συνεντεύξεις με τον ίδιο, τους φίλους του και συνοδεύονται με εξαιρετικές ζωντανές εμφανίσεις, αρχειακό υλικό και εκπληκτικές εικόνες αμερικάνικων τοπίων. Η ταινία διαρκεί 90 λεπτά, άσχετα αν στο τέλος σου φάνηκε μόλις σαν video clip. Σε όλη την ταινία παρουσιάζονται 20 πρωτότυπες συνθέσεις, όπως τα "After Midnight", "Cocaine", "Crazy Mama", "Magnolia", "Cajun Moon", "Bringin 'It Back", "Call Me The Breeze" "Sensitive Kind", "If You're Ever In Oklahoma" και πολλά ακόμα που προέρχονται από όλη την καριέρα του καθώς και τέσσερα ολοκαίνουργια τραγούδια γραμμένα ειδικά για αυτό το έργο.

Tulsa And Back: On Tour With J.J. Cale


       Το 2006, Cale και Clapton κάνουν επιτέλους την πολυπόθητη και πολυαναμενόμενη δισκογραφική τους συνεργασία. Το αποτέλεσμα ήταν η συμπαραγωγή του άλμπουμ The Road To Escondido, του 2006. Με πλήθος  cameo συμμετοχών, όπως ο ντράμερ Steve Jordan, ο κιθαρίστας Albert Lee και στο πιάνο και στο όργανο Hammond ο Billy Preston (ο οποίος πέθανε λίγο μετά τις ηχογραφήσεις). Το άλμπουμ είχε με μεγάλη επιτυχία, φτάνοντας στο Νο.23 στον Αμερικανικό Billboard Top 200 - κερδίζοντας κι ένα χρυσό δίσκο, αργυρό στο Ηνωμένο Βασίλειο και ξεπερνώντας το Top 10 παγκοσμίως. Κέρδισε μάλιστα και το βραβείο Grammy για το καλύτερο σύγχρονο μπλουζ άλμπουμ του 2008.

Anyway the Wind Blows (2006)


Το τελευταίο άλμπουμ του Cale, το Roll On του 2009, τον είδε να αναλαμβάνει και πάλι, άσχετα από ηλικία, τον ρόλο που είχε σε πολλά προηγούμενα έργα - παίζοντας κιθάρες, μπάσα, τύμπανα, συνθεσάιζερ, τραγούδι καθώς και μιξάρισμα και παραγωγή ολόκληρου του έργου του. Το φιλαράκι του Eric Clapton (καθώς και μια πλειάδα φίλων) δηλώνει και πάλι παρών. Το Rolling Stone χαρακτήρισε τη μουσική ως "υπερβολικά χαλαρή, εντελώς αιώνια" και αυτό που κάνει το Roll On τόσο ξεχωριστό είναι η ξαφνιαστή φρεσκάδα του. Μέρη του άλμπουμ ακούγονται ως ‘κλασικός Cale’ που θα μπορούσαν να έχουν βγει πριν από τριάντα χρόνια, ενώ άλλα τραγούδια τον βρίσκουν να ταξιδεύει σε εντελώς νέες κατευθύνσεις. Το banjo picking και η γήινη αίσθηση του "Strange Days", αλλά και μια παρόμοια ατμόσφαιρα στο "Leaving In The Morning", ακούγονται σαν να μπορούσαν να βγουν από το‘Naturally’, ενώ  η κιθάρα στο "Where the Sun Do not Shine" παραπέμπει ίσως στο "Cocaine". Αναλόγως και το τσιγγάνικο funk του "Fonda-Lina" θα μπορούσε να είναι ο μακρινός ξάδελφος του "Travelin 'Light" από το Troubadour του ‘76. Ταυτόχρονα, μπορείτε να ακούσετε για πρώτη φορά τζαζ με την Cale εκδοχή, στο "Who Knew".

Strange Days (2009)


      Ξεκινώντας την τελική του περιοδεία το 2009, είπε στους Los Angeles Times: " Όταν κάθομαι και παίζω κιθάρα, γίνομαι πάλι 20 ετών, έχω τον ίδιο ενθουσιασμό όπως πάντα, αλλά η δουλειά είναι δύσκολη και το πρόβλημα με τις συναυλίες είναι ότι υπάρχει πολλή δουλειά . Το να είσαι 70 είναι πραγματικά δύσκολο, ξέρετε, η ακοή μου, η όραση μου, δεν μπορεί όπως παλιά, τώρα η αρθρίτιδα παίζει κιθάρα”.  Τελικά, δυστυχώς το Roll On αποδείχθηκε ότι ήταν το κύκνειο άσμα του, το τελευταίο στούντο άλμπουμ του, καθώς πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 26 Ιουλίου 2013, στα 74 του. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν πολλοί φίλοι του και αρκετοί που τον αγάπησαν τόσες δεκαετίες στη μουσική σκηνή, έτσι όπως άρμοζε σε έναν άρχοντα του μίνιμαλ, στην επιτομή του ‘χαλαρού’ στυλ, σε έναν πραγματικό αρχιτέκτονα του ήχου και της κιθαριστικής τεχνικής. Ως μεγάλος φιλόζωος είχε προβλέψει, αντί για δωρεές στην κηδεία του, να δώσει ο καθένας χρήματα σε καταφύγια ζώων. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι στο εξώφυλλο του πρώτου δίσκου είχε ένα …ρακούν. Ήταν σίγουρα και το ζώο που τον αντιπροσώπευε.

Bringing It Back (1972)


       Πολύς λόγος έχει γίνει για το ιδιότυπο, ΄χαλαρό΄ στυλ του Cale. "Δεν είμαι πραγματικά χαλαρός", δήλωσε ο Cale. "Η μουσική μου είναι χαλαρή, έτσι μου αρέσει η μουσική μου. Η Billie Holiday είναι ίσως η μεγαλύτερος εκπρόσωπος του χαλαρού. Πάντα τραγουδούσε πίσω από το ρυθμό και αυτό μου άρεσε πολύ... Πολλοί μουσικοί παίζουν με αυτόν τον τρόπο, δεν το εφηύρα εγώ. Κάποιος μου κόλλησε εκείνη την ετικέτα "χαλαρός" σε εμένα, ίσως ως εργαλείο μάρκετινγκ και λειτούργησε. Δεν είχα σχέδιο. Απλά προσπαθούσα να αποφύγω τη δουλειά. Ποτέ δεν θεωρούσα δουλειά τη μουσική". Επίσης όσων αφορά αυτά που του έχουν προσάψει , ότι τα τραγούδια του ακούγονται ‘ίδια’, έλεγε: “Οι άνθρωποι λένε ότι κάθε άλμπουμ μου ακούγεται ακριβώς όπως το προηγούμενο. Προσπάθησα να αλλάξω, αλλά κάθε φορά που τελειώνω κάτι, ακούγεται και πάλι σαν εμένα". Και "Τα τραγούδια είναι διαφορετικά, αλλά βασικά, από πίσω, είναι πάντα η ‘J.J. Cale μουσική. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από τον εαυτό μου“.

Magnolia (1972)

    
      Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας μουσικής σκηνής πειραματιζόμενος με πολλούς ρυθμούς και στυλ, με σκοπό να δημιουργήσει ένα μοναδικό, προσωπικό, ‘χαλαρό’ ύφος, ιδιαίτερα αγαπητό στους μουσικούς και ειδικά στους ροκάδες της δεκαετίας του ’70. Οι δεκάδες καλλιτέχνες που τον ΄δανείστηκαν΄κάτι ήξεραν. Είχε αυτό το ‘μαγικό άγγιγμα’. Το μουσικό του στυλ, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο. O Clapton το περιέγραψε ως “…ένα παράξενο υβρίδιο. Δεν είναι πραγματικά blues, δεν είναι πραγματικά folk ή country ή rock 'n' roll. Είναι κάπου στη μέση”. Και πάντα ταπεινός και γενναιόδωρος. Για τα πρώτα δέκα χρόνια δεν έβαλε φωτογραφία του σε εξώφυλλο δίσκου. Μέχρι τα γεράματά του δεν είχε αποδεχτεί ότι οι άνθρωποι θα τον κοιτάνε όταν αυτός θα παίζει τα κομμάτια του: “Μου πήρε λίγο χρόνο να προσαρμοστώ στο γεγονός ότι οι άνθρωποι με κοίταζαν", έχει δηλώσει.  Κι ήταν περισσότερο από ευτυχής όταν άλλοι καλλιτέχνες διασκεύαζαν τη μουσική του. "Εγώ γράφω τραγούδια ελπίζοντας ότι οι μουσικοί θα τα πάρουν και θα τα κάνουν καλύτερα και πιο προσιτά", έλεγε. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος, μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του, δεν πήρε κανένα βραβείο - αν και δεν πίστευε σε τέτοιους θεσμούς. Μόνο μεταθανάτια μπήκε σε κάποιο ‘Hall of Fame’, κι αυτό στο τοπικό της Οκλαχόμα. Ήταν απλώς μια μικρή δικαίωση για τον άνθρωπο που ενέπνευσε τόσους και τόσους, συνομήλικους, αλλά και τις επόμενες γενιές. Το 2014, ο Eric Clapton και ο συμπαραγωγός Simon Climie κυκλοφόρησαν το άλμπουμ The Breeze: An Appreciation of J.J. Cale, όπου ηχογραφήθηκαν 15 από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του Cale, με συνεισφορές από μια σύνθεση αστέρων, όπως  των: Mark Knopfler, John Mayer, Willie Nelson, Tom Petty, Derek Trucks, Don White, David Lindley, David Teegarden, Jamie Oldaker, Greg Leisz, Nathan East, Albert Lee, Jim Keltner, της συζύγου του, Christine Lakeland και - φυσικά - του Eric Clapton.

Train To Nowhere (2014)


       Ο J.J. Cale ήταν μοναδικός στον τομέα της μουσικής. Ο αντίκτυπός του ήταν ανυπολόγιστος, αλλά, όπως το επεδίωξε άλλωστε, η προσωπική του ζωή παρέμεινε εκτός του star system. Χαιρόταν τον εαυτό του ως κάποιον που επικεντρώθηκε στις προσπάθειες για σωστό παίξιμο στην κιθάρα, σύνθεσης και παραγωγής παρά στην επιδίωξη εμπορικής επιτυχίας. Ενώ έχει ΄φύγει’, είμαστε τυχεροί που άφησε πίσω τη μουσική του και θα συνεχίσει να μας παρηγορεί για το υπόλοιπο της ζωής μας. “Είμαι ευτυχής που είδα ανθρώπους να αρχίζουν να ανακαλύπτουν και να εκτιμούν τη μουσική μου και ας ήταν τόσον καιρό κάτω απ΄τα μάτια τους”, είχε δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο. Προσωπικά - ως δηλωμένος μεγάλος του φαν - θα έλεγα το εξής: “Αν ισχύει όντως το ρητό ‘Clapton is God’, τι να πούμε για τον Cale που ήδη πήγε στο σπίτι του”!!!

Don’t Cry Sister (1979)


Studio ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:


Naturally (1972)
Really (1973)
Okie (1974),
Troubadour (1976)
5 (1979)
Shades (1981)
Grasshopper (1982)
#8 (1983)
Travel Log (1990)
Number 10 (1992)
Closer To You (1994)
Guitar Man (1996)
To Tulsa & Back (2004)
Roll On (2009)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019



J.J. CALE 


The Captain of Minimal (part 1)



     Αν οι μουσικοί δεν μετριώνταν από τον αριθμό των δίσκων που πούλησαν αλλά από τον αριθμό των συνομηλίκων τους που επηρέασαν, τότε ο J.J. Cale θα φιγουράριζε δικαιωματικά στις πρώτες θέσεις. Επίσης, αν οι καλύτεροι κι επιδραστικότεροι κιθαρίστες ψηφίζονταν από επιτροπές συνομηλίκων των, και πάλι ο Cale θα ήταν από τους πρώτους στις σχετικές  λίστες. Κι όμως, ακόμη και οι συνάδελφοί του, επειδή ακριβώς τον ήξεραν καλά, δεν τον ανέδειξαν σ’ όλα αυτά τα φανταχτερά κι εμποροποιημένα κλισέ, χαρακτηρίζοντάς τον, απλώς ως “ The Captain of minimal “.
     Η μόνη λίστα που ίσως τον βρείτε είναι αυτή με τους μεγαλύτερους αντι-σταρ της μουσικής. Θα μου πείτε ότι υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι, ειδικά στη σύγχρονη ροκ μουσική. Ναι, αλλά σε σχέση με την προσφορά και την επιρροή του Cale, ελάχιστοι. Στο παρακάτω άρθρο θα δούμε κάποια στοιχεία στη ζωή και στη μουσική του, γνωστά, άγνωστα ή …περισσότερο άγνωστα, που αναδεικνύουν πανηγυρικά τον παραπάνω χαρακτηρισμό, πλημμυρισμένο από γνωστά, νοσταλγικά τραγούδια του.

Sensitive Kind


     Κι ας αρχίσουμε από το όνομά του. Το J.J. Πολλοί ίσως νομίζουν ότι το μικρό του όνομα είναι Jean-Jacques ή κάτι τέτοιο. Κάνουν λάθος. Γεννήθηκε, το 1938, ως John Weldon Cale. Και μ΄αυτό ήταν γνωστός μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Τότε, το 1966, ο ιδιοκτήτης του φημισμένου ‘Whisky a Go Go’, Elmer Valentine, του πρότεινε να αλλάξει το όνομά του σε  “J.J.” για να μην τον μπερδεύουν με τον - πιο γνωστό και πρωτοποριακό - John Cale των Velvet Underground! Του έλεγε κι ότι θα φαινόταν και πιο ωραίο στη μαρκίζα. Και τελικά το κράτησε… 
     Tα παιδικά του χρόνια δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Μεγάλωσε στην Tulsa της Οκλαχόμα και αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1956. Ως νεαρός άρχισε να μαθαίνει κιθάρα, έχοντας ως βασικά ακούσματα την jazz και το R’n’B. Aνέφερε συχνά τον κιθαρίστα του Elvis Presley, τον Scotty Moore, ως μεγάλη επιρροή στο δικό του παίξιμο. Δήλωνε φαν του μεγάλου τζαζίστα Mose Allison (η έμπνευσή του στο “Cocaine”). Αλλά και τους Chet Atkins, Les Paul,  Clarence 'Gatemouth' Brown και Chuck Berry ως αρχικά του είδωλα στη κιθάρα. “Προσπαθώντας να τους μιμηθώ, κάπου ‘χάθηκα’ και το έκανα δικό μου”, έλεγε. Κι ούτε ξεκίνησε όπως οι περισσότεροι με το όνειρο του ροκ-σταρ:  Όταν άρχισα να παίζω πρώτη φορά κιθάρα ήμουν πολύ νέος. Ήταν κάτι σαν τον αθλητισμό ή το σχολείο, τα συνήθη πράγματα που κάνει ένα παιδί. Δεν ήταν σίγουρα αυτό που ήθελα να κάνω τότε για το υπόλοιπο της ζωής μου. Παρασύρθηκα με τον καιρό στο επαγγελματικό κομμάτι της μουσικής”, θυμόταν σε μια απ΄τις σπάνιες συνεντεύξεις που είχε δώσει. Εντούτις το σαράκι της μουσικής δούλευε μέσα του. Σχηματίζει σε τρυφερή ηλικία διάφορες rockabilly μπάντες, με ονόματα όπως Johnnie Cale & The Valentines και The Johnny Cale Quintet. Παίζει επίσης και στην μπάντα του φίλου του Russell Bridges (πρόκειται για τον - μετέπειτα - Leon Russell! ) The Starlighters.
     Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο, έκανε την στρατιωτική του θητεία, σπουδάζοντας παράλληλα στο Ινστιτούτο Τεχνικής Αεροπορίας στο Champaign του Ιλινόις. “Δεν ήθελα πραγματικά να κρατάω όπλο, γι 'αυτό μπήκα στην Πολεμική Αεροπορία και έτσι πήρα την τεχνική κατάρτιση, μαθαίνοντας πολλά πράγματα για τα ηλεκτρονικά". Πράγματι οι γνώσεις του απέκτησε εκεί ο Cale, σχετικά με τη μίξη και την ηχογράφηση, αποδείχτηκαν ότι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του ξεχωριστού ήχου των στούντιο άλμπουμ του.

Cajun Moon (1974)


       Συνέχισε να ζει στο σπίτι των γονιών του και μετά την απόλυσή του από την Αεροπορία. Εκεί κατασκευάζει ένα αυτοσχέδιο στούντιο και πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Μαθαίνει νέα όργανα, ανακαλύπτει τεχνικές, πειραματίζεται στην προηγμένη ηχοληψία, ψάχνει να βρει τον προσωπικό του ήχο. Παράλληλα όμως συνειδητοποιεί μέσα στη φτώχεια του ότι το παν είναι να έχεις δουλειά. “Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου κυρίως ως κιθαρίστα. Αλλά νωρίς κατάλαβα ότι το παίξιμο της κιθάρας δεν θα έβαζε τόσο πολύ φαγητό στο τραπέζι όσο το τραγούδι. Ο μέσος άνθρωπος καταλαβαίνει το τραγούδι πολύ καλύτερα από ό, τι παίζει κιθάρα. Είμαι κιθαρίστας που στράφηκε στο τραγούδι για να πληρώσει το ενοίκιο”, παραδέχθηκε ωμά, αργότερα. Εκτός από τον Russell, κάνει παρέα και με τους David Gates (Bread), τον μπασίστα Carl Radle και τον ντράμερ Jimmy Karstein. Πολλοί απ΄αυτούς, μαζί με τον Cale, θεωρούνται ως οι ‘ιδρυτές’ ενός μουσικού ιδιώματος, του λεγόμενου “Tulsa Sound”. Μία συγχώνευση blues, jazz, shuffling, country και Western Swing. "Το πετρέλαιο ήταν η μεγαλύτερη επιχείρηση στην Tulsa", θυμάται, "και υπήρχε αρκετή νυχτερινή ζωή για μια μικρή πόλη. Δεν θα μπορούσατε ποτέ να κάνετε χρήματα, αλλά θα μπορούσατε πάντα να βρείτε ένα μέρος για να παίξετε. Έτσι υπήρχαν πολλά rock 'n' roll, rythm'n' blues, country 'n' western music εκείΈπαιξα σε πολλά νυχτερινά κέντρα μέσα και γύρω από την Tulsa μέχρι που ήμουν περίπου 22, 24 ετών. Tότε άρχισα να ταξιδεύω”… 


I Got The Same Old Blues (1974)


     Το 1964, με προτροπή του Russell, μετακομίζει στο L.A. όπου βρίσκει κανονική εργασία ως μηχανικός σε στούντιο ηχογραφήσεων. "Αυτό με έμπασε στα πράγματα", θυμάται. "Μπορούσα να δω τι πραγματικά συνέβαινε με τα τραγούδια και τη διαδικασία εγγραφής.  Ήμουν μηχανικός και όλοι οι μουσικοί χρειάζονταν έναν μηχανικό εκείνη την εποχή και αυτό με έβαλε σε επαφή με πολλούς ανθρώπους”.Συγχρόνως όμως κάνει και δικά του πράγματα. Το πιο περιζήτητο έργο του Cale από την εποχή εκείνη ήταν το ψευδο-ψυχεδελικό του έργο, A Trip Down The Sunset Strip (1967), ένα άλμπουμ παραγωγής Snuff Garrett, με μία μπάντα oνόματι The Leathercoated Minds. Περιλάμβανε ψυχεδελικά covers σε χιτάκια εκείνης της περιόδου (όπως τα “Eight Miles High”- The Birds,” Over Under Sideways Down“ - The Yardbirds, “ Sunshine Superman “- Donovan, “ Mr. Tambourine Man “- Dylan ή “Along Comes Mary“ - The Association).  Έγινε στα πλαίσια του πειραματισμού και της - άστοχης - προσπάθειάς του να ενταχθεί στην σκηνή της Καλιφόρνιας της εποχής. Αργότερα το αποκήρυξε και, κατά δήλωσή του, παραδέχθηκε ότι το όλο project ήταν “τρομερό “,  “αρκετά λυπηρό ” κι υπό την επίδραση LSD.  Έφτασε τελικά να πει ότι “το μισώ αυτό το άλμπουμ “.
   Στη δουλειά του, στο στούντιο, αν και διαπρέπει (μην ξεχνάμε ότι ηχοφράφησε καλλιτέχνες όπως τον Freddie King και τον Bobby "Blue" Bland) και εφευρίσκει ένα σύστημα ηλεκτρονικών μηχανημάτων ντραμς, καταλαβαίνει ότι τα λεφτά είναι λίγα για να συνεχίσει. Απογοητεύεται, πουλάει ακόμη και την κιθάρα του κι επιστρέφει πίσω στην Tulsa όπου εντάχθηκε σε μια μπάντα με τον ντόπιο μουσικό Don White. Προλαβαίνει όμως να ηχογραφήσει κάποια κομμάτια του, τρία singles για την εταιρεία Liberty, τα οποία πάτωσαν εμπορικά. Το ένα απ΄αυτά ήταν το τραγούδι που θα άλλαζε την καριέρα και τη ζωή του, το “After Midnight”.

After Midnight (1972) 


    To ‘‘After Midnight’’ ήταν αναμφίβολα ένα ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό τραγούδι του Cale, άσχετα αν αποτέλεσε και το πρώτο του demo. Χαρακτηρίζεται από το ρυθμό και το ύφος των blues καθώς και τη ξεσηκωτική ενορχήστρωσή του. Tα είχε όλα: δυναμικό ρυθμό, πιασάρικη μελωδία που παραπέμπει σε gospel, καλή ερμηνεία κι ένα μικρό, πλην όμως αποτελεσματικό, κιθαριστικό σόλο. Κι αυτό το τραγούδι έμελλε να γίνει το σήμα κατατεθέν ενός άλλου μεγάλου κιθαρίστα, του Eric Clapton. Και να πώς: Αφού είχε γίνει διάσημος με σούπερ μπάντες, όπως The YardbirdsJohn Mayall & the BluesbreakersCream και Blind Faith, και λίγο καιρό πριν τους Derek & the Dominoes, ο Clapton αποφάσισε ότι ήταν ώρα να κάνει το πρώτο του solo άλμπουμ. Μπαίνει λοιπόν στα Olympic Studios του Λονδίνου - σε μια ομολογουμένως άσχημη προσωπική περίοδο - και με συμπαραστάτη και παραγωγό τον Delaney Bramlett (των Delaney & Bonnie and Friends), στα τέλη του ΄69 και αρχές του ΄70, αρχίζει τις ηχογραφήσεις για τον δίσκο με τίτλο το όνομά του. Εκεί όμως συμμετείχαν και οι παλιόφιλοι του J.J. Cale, οι Carl Radle και Leon Russell. Ο Radle έπαιξε το συγκεκριμένο κομμάτι στον Delaney, αυτός ενθουσιάστηκε και με τη σειρά του το πρότεινε στον Eric. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ήταν το πρώτο single του άλμπουμ και κατάφερε να φτάσει ως το Νο 18 των Η.Π.Α. Η μεγαλύτερη προσωπική επιτυχία του Clapton ως τότε. Ακουγόταν παντού, σε όλα τα ραδιόφωνα, βρετανικά κι αμερικάνικα…

Eric Clapton - After Midnight (1970)


     Η ειρωνία είναι ότι ο ίδιος ο συνθέτης του δεν είχε την παραμικρή ιδέα για όλο αυτό ! Για την ακρίβεια του το ‘πρόλαβε’ ο φίλος του - και σαξοφωνίστας των Rolling StonesBobby Keys, όταν του τηλεφώνησε ένα βράδυ και του είπε τα νέα, αλλά δεν τον πίστεψε. "Είπα, εντάξει, Bobby, ξέρεις ότι είναι τρεις το πρωί εδώ, τηλεφωνησέ μου την ημέρα. Δεν τον πίστευα μέχρι έξι μήνες αργότερα, όταν το άκουσα. Ήταν σαν να ανακαλύπτεις πετρέλαιο στην αυλή σου”. Και πράγματι. Το πρωτάκουσε κι αυτός, όπως ο περισσότερος κόσμος, τυχαία στο ραδιόφωνο. “Την πρώτη φορά που το άκουσα ήταν στο ραδιόφωνο, στο αυτοκίνητό μου, καθώς οδηγούσα. Έπαθα σοκ. Αμέσως πάρκαρα στην άκρη του δρόμου και το απολάμβανα. Ίσως γιατί δεν είχα ακούσει τίποτε δικό μου στο ραδιόφωνο μέχρι τότε… “, θυμάται χρόνια μετά ο Cale. Και φυσικά δεν τον πείραξε καθόλου το ότι όλα έγιναν χωρίς την άδειά του. "Όχι, δεν με ενοχλεί", παραδέχτηκε κυνικά, γελώντας, σε συνέντευξη του (που δημοσιεύτηκε και στην ιστοσελίδα του). "Αυτό που είναι πολύ ωραίο είναι όταν παίρνεις μια επιταγή.".” Ήμουν φτωχός μέχρι θανάτου. Τα χρήματα τα χρειαζόμουν όσο τίποτε άλλο”. 
         O Clapton θα συνέχιζε να παίρνει τραγούδια από τον Cale, όπως το "Cocaine", (άλλωστε τα ‘Slowhand’και ‘461 Ocean Boulevard’, τα θεωρούσε έναν ‘φόρο τιμής’ στον J.J. Cale), το "I'll Make Love To You Anytime" (στο Backless, 1978) και το "Travelin’ 'Light" (στο Reptile, 2001) κ.α. Ανέκαθεν τον εκτιμούσε και τον σέβονταν σαν να ήταν ο πνευματικός του πατέρας. Παραδέχεται ότι ο μεγάλος τραγουδοποιός της Tulsa υπήρξε μεγάλο ορόσημο στην καριέρα του και στη ζωή του γενικότερα. "Έχει μια απίστευτη έμπνευση σε μένα. Τα τραγούδια του είναι πραγματικά ‘αεράτα’, ελαφριά, όλα σχετικά με τη φινέτσα. Είναι σχεδόν σαν να ψιθυρίζει στο αυτί σας... Δεν ξέρω πώς το κάνει. Είναι μια έξυπνη τεχνική...“. “ Εκείνο τον καιρό (σ.σ. το 1970) ήμουν κουρασμένος με το να είμαι κιθαρίστας“ , έγραψε ο Clapton στην αυτοβιογραφία του.  " Άρχιζα να ακολουθώ το παράδειγμα του J.J. Cale ", υπονοώντας την μετάβασή του σε πιο χαμηλό και ‘χαλαρό’ στυλ, του πρώτου σόλο άλμπουμ του. “Ήθελα να επιστρέψω στα θεμελιώδη στοιχεία και ήταν σίγουρα ένας φονταμενταλιστής, ήταν ο φάρος μου. Εξακολουθώ να τον σκέφτομαι ως τον μεγαλύτερο αδελφό μου, κατά κάποιο τρόπο", έλεγε. "Ο μεγαλύτερος αδελφός που δεν είχα πραγματικά. Μουσικά φαινόταν σαν να βγήκαμε από τον ίδιο τόπο".  Έφτασε, ως γνωστόν, στο σημείο να πει: “Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ήτανε ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στην ιστορία του ροκ “.

Travelin’ Light (1976)


    Αλλά κι ο Cale δε φάνηκε ποτέ αχάριστος με τον Eric. Ίσα ίσα, από την πλευρά του, ήταν πάντα ευγνώμων για τον αντίκτυπο που είχε η  αγάπη του Clapton για την δουλειά του στη δική του καριέρα. Σε  συνέντευξή του στο The Associate Press το 2006, παραδέχτηκε: “Πιθανώς να πουλούσα παπούτσια σήμερα αν δεν ήταν ο Eric” !
      Το 1970 μετακομίζει στο Nashville. Εκεί ο φίλος του και παραγωγός Audie Ashworth προσπαθεί να τον πείσει ότι ήταν καιρός να βγάλει κι αυτός το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, ώστε να καρπωθεί και τον αντίκτυπο του “After Midnight”. Τελικά πείθεται και ηχογραφεί τα τραγούδια του με τη βοήθεια πολλών πετυχημένων μουσικών, συμπεριλαμβανομένου του παραγωγού του Neil Young, David Briggs. Ήδη ο βρετανός παραγωγός Denny Cordell και ο Leon Russell τον είχαν πείσει να υπογράψει στην εταιρεία του τελευταίου, την Shelter Records. Έτσι, το 1972, κυκλοφορεί (από την Shelter για τις Η.Π.Α. και από την A & M για το Ηνωμένο Βασίλειο) το ιστορικό ντεμπούτο του Cale, με τον τίτλο Naturally. “ Ήμουν ένας γέρος 32 ετών όταν έκανα το πρώτο μου άλμπουμ. ", έλεγε ο  Cale. Η πρώτη και ίσως η καλύτερη δουλειά του. Όλα τα κομμάτια ένα κι ένα. Το άλμπουμ αποτελούσε μία αποτύπωση της μουσικής, έτσι όπως την βίωνε ο συνθέτης της. Ένα ιδιότυπο μείγμα από κάντρυ, μπλουζ, R & B και rockabilly. Εδώ καταγράφεται για πρώτη φορά, εκτός απ΄το μουσικό, το ‘φωνητικό ύφος’ του Cale, που θα τον συνοδεύει για όλη του τη ζωή. Πέρα από την πολυαναμενόμενη original εκδοχή του “After Midnight”, εδώ υπάρχουν πλήθος τραγουδιών που παρακίνησαν πολλούς καλλιτέχνες και μπάντες να τα διασκευάσουν. Πρώτο και καλύτερο το πασίγνωστο (κυρίως από το cover, του 1974, των Lynyrd Skynyrd) "Call Me The Breeze". Το διασκεύασαν πάρα πολλοί, μεταξύ των άλλων και οι Johnny Cash, Alan Price και πιο πρόσφατα ο John Mayer.

Call Me The Breeze LIVE (1972)


   Στο Naturally βρίσκουμε το "Bringing it Back", που το διασκεύασαν οι Kansas στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, το 1974. ‘Οπως και το "Clyde", που το ηχογράφησαν και οι Dr. Hook and the Medicine Show κι αργότερα, το 1980, ο Waylon Jennings. Εδώ υπάρχει και το ‘γλαφυρό’  “Magnolia”, το οποίο έγινε με τον καιρό από τα πιο αγαπητά στους φαν του Cale και το ζητούσαν διακαώς σε κάθε live. Κι αυτό έγινε αργότερα cover από καλλιτέχνες όπως οι Poco, Jose Feliciano, Lucinda Williams, Beck και Iron and Wine. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του άλμπουμ είναι ίσως ότι σ΄αυτό βρίσκεται και το μοναδικό Top 40 hit του J.J. Cale, που έφτασε μόλις στο Νο. 22 στο αμερικανικό Billboard Hot 100. Αυτό είναι το "Crazy Mama", η πρώτη και τελευταία μεγαλύτερη προσωπική επιτυχία του. Μεγάλη ειρωνία αν σκεφτούμε πόσα τραγούδια του ‘χτύπησαν’ υψηλότερες θέσεις αλλά με διασκευές άλλων. Η άλλη ειρωνία είναι ότι το κομμάτι ήταν B’ side, όταν για A’ side επιλέχθηκε το “Magnolia”! Κλείνοντας μ΄αυτό το κομμάτι αξίζει να αναφερθεί ότι ήταν  και το αγαπημένο του Neil Young. Έχει δηλώσει ότι ήταν ένα από τα πέντε τραγούδια που τον επηρέασαν περισσότερο ως τραγουδοποιό. “Το τραγούδι είναι τόσο αληθινό, λιτό και άμεσο. Η κιθάρα του J.J. είναι μια τεράστια επιρροή για μένα". Ο ίδιος μάλιστα δήλωσε επίσης ότι “όταν σκέφτομαι μεγάλους κιθαρίστες, σκέφτομαι αμέσως τον Jimi Hendrix και τον J.J. Cale. Δεν υπάρχει κανένας καλύτερος από αυτόν”.

Crazy Mama (1972)


     Ένας κορυφαίος κιθαρίστας του Nashville, ο Mac Gayden, παίζει εδώ την χαρακτηριστική wah-wah slide κιθάρα. Λίγο αργότερα εντάχθηκε στη μπάντα του Cale. Σε μια περιοδεία μάλιστα, βγαίνοντας support για τους Black Oak Arkansas, στο Baton Rouge, το μεθυσμένο εφηβικό ακροατήριο, άρχισε να ρίχνει μπουκάλια στη σκηνή εκνευρίζοντας φοβερά τον Gayden. Για να τους απωθήσει γύρισε τους ενισχυτές σε πλήρη ισχύ προς το μέρος τους. Είχε όμως και ο Cale απάντηση σ΄αυτό: την επομένη, ‘ανοίγοντας’ για τους Quicksilver Messenger Service, έβαλε ανάποδα το σκαμνί του κι έπαιξε όλο το live με την πλάτη γυρισμένη στο πλήθος.



     Μετά από αυτή την επιτυχία στο ντεμπούτο του, ο Cale τα επόμενα χρόνια αρχίζει να χτίζει μεθοδικά τον μύθο του... 


 (ΤΕΛΟΣ Α' ΜΕΡΟΥΣ )



ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019


FORD THEATRE



Focus on the Underground




Η ιστορία με το γκρουπ που ακολουθεί είναι παλιά, αλλά έχει το ίδιο θέμα με τις ιστορίες τόσων άλλων αξιόλογων γκρουπ. Κάποτε στο μέρος τους ήταν θρύλοι και σύντομα είχαν ξεπεράσει τα σύνορα της Βοστώνης. Το ράδιο όμως τότε, όπως και σήμερα άλλωστε στην συντριπτικότατη πλειοψηφία του έπαιζε τα χιτάκια, δηλαδή ό,τι ήταν μπροστά στα chart. Αρχικά το γκρουπ λέγονταν Joyful Noise και έπαιζαν στο κολλεγιακό κύκλωμα. Τα 4 μέλη ήταν οι James Altieri (bass), Arthur Webster (guitar), Robert Tamagni (drums) και John Mazzarelli (keyboards, vocals). Όλοι φίλοι παιδιόθεν από το Milford της Μασαχουσέτης. 

Ford Theatre - Theme for the Masses (1968)


Το γκρουπ τράβηξε την προσοχή του Harry Palmer, που ήταν συνθέτης από φύση του και αναζητούσε μία μπάντα που μπορούσε να παίξει τις μουσικές του ιδέες. Ο σύνδεσμος μεταξύ μπάντας και Palmer ήταν ο Fred Canedella, μάνατζερ του γκρουπ, ο οποίος συνήθιζε να κλείνει μπάντες για χοροεσπερίδες και είχε συναντήσει τον Palmer το 1965. Υπήρχαν ηχογραφήσεις των Joyful Noise από το 1967, όταν έκαναν demo με την ελπίδα να κάνουν κάποια συμφωνία για δίσκο. Το γκρουπ εντυπωσιάστηκε με το υλικό του Palmer και σιγά-σιγά τον έκανε κανονικό μέλος του. Πρώτα στρατολόγησαν τον τραγουδιστή Joe Scott και αμέσως μετά το όνομα της μπάντας έπρεπε να αλλάξει. Ο λόγος ήταν ότι η μουσική του Palmer ήταν σκοτεινή και απειλητική, μία αντανάκλαση των καιρών, καθώς η Αμερική κλονιζόταν από την δολοφονία του Προέδρου Κένεντυ και ήταν στα μισά του πολέμου του Βιετνάμ. Έτσι οι Joyful Noise έγιναν Ford Theatre, το μέρος δηλαδή που πυροβολήθηκε ο Πρόεδρος Λίνκολν. (Στην πραγματικότητα λεγόταν Ford's Theater αλλά κόπηκε το "s" και το Theater έγινε Theatre). Και εκείνες τις μέρες που ήταν κάτι κοινό οι δημόσιες δολοφονίες, είναι λογικό να ρωτήσει κάποιος τι είδους όνομα είναι αυτό για ένα rock 'n' roll γκρουπ. Ένα αρρωστημένο αστείο; Σίγουρα όχι. Αυτοί οι έξι νέοι ήταν απόλυτα σοβαροί και διάλεξαν το όνομά τους επειδή συμφωνούσε με ένα τρόπο σε ότι προσπαθούσαν να δημιουργήσουν-ένα όραμα της Αμερικής σε όλο το παρουσιαζόμενο χάος. Ο Harry Palmer είπε "Προσπαθούσαμε να φτάσουμε στο επίπεδο της απελπισίας που πέρναγε ο κόσμος. Αυτό είναι μία τόσο δραματική δουλειά, όσο και μουσική. Προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε ολόκληρο περιβάλον-ένα απειλητικό περιβάλον. Όλοι οι στίχοι είναι σε δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενοι σε εμάς. Είμαστε στο επίκεντρο και υπάρχουν πολύ ελάχιστοι από εμάς που δεν θα δούν μέρος του εαυτού τους σε αυτές τις γραμμές ή δεν θα αναγνωρίσουν το είδος της έντασης που χτίζεται σε αυτά τα μακριά καταστροφικά ορχηστρικά διαλείμματα. Το τελευταίο που μπορείς να πείς για αυτό το άλμπουμ είναι ότι είναι αυθεντικό και άφοβα τίμιο. Και αυτό δεν είναι καθόλου τόσο κοινό όσο μερικοί άνθρωποι νομίζουν". Η πρώτη τους συναυλία δόθηκε το καλοκαίρι του 1967 στο Unicorn Theatre στην Βοστώνη. Εκείνο τον καιρό ο Palmer είχε ήδη συνθέσει το Trilogy for the Masses και το γκρουπ ακούστηκε από τον Dick Summer, ένα DJ του WBZ radio της Βοστώνης, που με την σειρά του επικοινώνησε με τον παραγωγό της ABC Bob Thiele. Ο Thiele ζήτησε από την μπάντα να κάνει μία επίδειξη ηχογράφησης, στην οποία το γκρουπ ηχογράφησε ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ σε λιγότερο από τρεις ώρες. Η ABC τους έδωσε 12000 δολλάρια προκαταβολή για τον εξοπλισμό και ένα ποσοστό επί των πωλήσεων και με αυτά το γκρουπ εισήλθε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το πρώτο του άλμπουμ. 


Ford Theatre - Wake up In The Morning (1969)


Αυτό το άλμπουμ, ένα από τα πρώτα concept, έγινε με δυό φορές ηχογράφηση στο στούντιο σαν να ήταν συνεχόμενη παράσταση δηλαδή σαν να έπαιζαν live. Τα φωνητικά προστέθηκαν αργότερα. Η παραγωγή εμπιστεύτηκε στον Bob Thiele και τα κομμάτια πήγαν στην Νέα Υόρκη, όπου προστέθηκαν έγχορδα στο "Theme for the Masses". Η σύνθεση των εγχόρδων εμπιστεύτηκε στον Wally McGee, ένα μουσικό και δάσκαλο στην Βοστώνη που είχε κλασικό υπόβαθρο. Έτσι ο McGee βρέθηκε υπεύθυνος για τα έγχορδα, ενώ για τους στίχους και την μουσική υπεύθυνος ήταν ο Harry Palmer. Το Trilogy for the Masses κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1968, ενώ σαν single κυκλοφόρησε το "From A Back Door Window"/"Theme For The Masses". Ακολούθως η μπάντα πήγε σε περιοδεία σε επτά πόλεις συμπεριλαμβανομένων του Σικάγο, της Νέας Υόρκης και της Φιλαδέλφεια, όπου εμφανίστηκαν με ονόματα όπως οι Big Brother And The Holding Company, Iron Butterfly και Procol Harum. Ωστόσο το φτωχό promotion από την ABC δεν βοήθησε την μπάντα. Το άλμπουμ παίχτηκε ολόκληρο στο τοπικό ράδιο KSHE, έτσι πήρε μεγάλο ποσοστό ακροαματικότητας. Όμως υπήρχε ένα θέμα. Το St Louis δεν προμηθεύτηκε με δίσκους της μπάντας με αποτέλεσμα όλη η δημοτικότητα που πέτυχαν να αποβεί άκαρπη. Ο Σεπτέμβριος του 1969 είδε την κυκλοφορία του 2ου άλμπουμ της μπάντας, Time Changes. Αν και βαφτίστηκε concept άλμπουμ είναι στην πραγματικότητα μία συλλογή τραγουδιών, τα περισσότερα από τα οποία ήταν νέα τραγούδια σε σύνθεση Harry Palmer. Οι ηχογραφήσεις έλαβαν χώρα στο Hit Factory στην Νέα Υόρκη, ενώ η παραγωγή εμπιστεύτηκε στον Bill Scymczyck. Ήταν η πρώτη δουλειά του Scymczyck που θα συνέχιζε για να δοξαστεί με την παραγωγή στους James Gang, Joe Walsh, Edgar Winter και στους the Eagles. Επίσης μία αλλαγή στο lineup έγινε κατά την ηχογράφηση του 2ου άλμπουμ. Ο James Altieri έφυγε και αντικαταστάθηκε από τον Johnny Pate. Δύο single κυκλοφόρησαν από το άλμπουμ "Time Changes"/"Wake Up in the Morning" και "I've Got the Fever"/"Jefferson Airplane". Ωστόσο η δεύτερη κυκλοφορία ήταν πιό αδύναμη από το ντεμπούτο άλμπουμ τους και απέτυχε να πιάσει τις ποθούμενες πωλήσεις, όσο και να κερδίσει αρκετό ραδιοφωνικό ενδιαφέρον για προωθητικούς σκοπούς. Έτσι η μπάντα "έπεσε" από την ABC και τελικά διαλύθηκε. Ο Jim Altieri συνέχισε να παίζει με διάφορες μπάντες στην Βοστώνη ,ενώ ο Robert Tamagni διδάσκει στο μουσικό σχολείο Berklee στην Βοστώνη. O Harry Palmer επέστρεψε στην Νέα Υόρκη, όπου έκανε παραγωγή σε άλλες μπάντες και καλλιτέχνες πριν προχωρήσει και γίνει στέλεχος σε διάφορες δισκογραφικές όπως η Polygram, Atlantic, BMG και Sony. Δυστυχώς κανένα από τα άλμπουμ της μπάντας δεν είναι διαθέσιμο σε CD, αν και το "Jefferson Airplane" είναι διαθέσιμο σε compilation CD στο Acid and Flowers και στο Incredible Sound Show Stories Vol.7. Ωστόσο πρέπει να υπάρχει ένα φως στην άκρη του τούνελ. Φαίνεται να γίνονται κάποιες διαπραγματεύσεις για να κυκλοφορήσει το υλικό των Ford Theatre. Επίσης φαίνεται ότι κάποιο vintage υλικό από live εμφάνιση στο Boston Theatre το 1969 έχει ξεθαφτεί και θα φτιαχθεί για να κυκλοφορήσει. 


ALBUM BY ALBUM


Trilogy For the Masses


Το άλμπουμ ανοίγει με το "Theme for the Masses", το κυρίως θέμα που συνδέει το όλο άλμπουμ. Δοσμένο σαν ένα είδος μοιρολόι, το κομμάτι είναι πλούσιο σε έγχορδα και όργανο πολύ παρόμοιο στο στυλ που είχε χρησιμοποιηθεί από πολλά proto-progressive γκρουπ, όπως οι Procol Harum και οι the Moody Blues. Το ακόλουθο κομμάτι "101 Harrison Street" είναι μία ξεκάθαρη ένδειξη των καιρών τότε. Παρουσιάζοντας ένα μακροσκελές και καθηλωτικό σόλο κιθάρας συνοδευόμενο από ένα υπνωτιστικό συνεχόμενο ρυθμό, αυτό το κομμάτι είναι σίγουρα δείγμα των "βουτηγμένων" στην ψυχεδέλεια καιρών που ζούσε η μπάντα. Ήταν η χρονιά του Woodstock  και το απώγειο του flower power και εύκολα κάποιος οραματίζεται αυτό το κομμάτι να συνεχίζεται αέναα, με το ένα σόλο να διαδέχεται το άλλο. Το "Excerpt (From the Theme)" αναβιώνει το εναρκτήριο κομμάτι για να οδηγήσει στη συνέχεια στο "Back To Philadelphia", ένα κομμάτι που θα χρησιμοποιούσαν και στο δεύτερο άλμπουμ της μπάντας. 

Ford Theatre - Back To Philadelphia (1968)


Αργά και χαλαρά περάσματα αντίθετα με το 101 Harrison Street, δίνει περισσότερη έμφαση στην κιθαριστική δουλειά, από το να έχει την κυριαρχία στον ήχο το όργανο. Και οι δύο πλευρές συνδέονται από το "The Race". Ένα όνομα που έρχεται στο μυαλό ακούγοντας το "From A Back Door Window (The Search)" θα μπορούσε να είναι οι θρυλικοί Love. Οι Ford Theatre καταφέρνουν να βγάλουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό δύναμης και θυμού χωρίς να αφήνουν το κομμάτι να μπεί στο δρόμο των μουσικών τους συνθέσεων και χωρίς να εξευτελίζουν την ικανότητά τους να ενσωματώσουν ευήκοες χορωδίες στην μουσική τους. Αυτό το μακροσκελές κομμάτι επίσης καταφέρνει να συνδυάσει τα δύο ιδιαίτερα ταλέντα που η μπάντα είχε εκφράσει στο άλμπουμ, αυτό μίας περισσότερο κιθαριστικά προσανατολισμένης αίσθησης, όπως επίσης του R&B ήχου του οργάνου. Το κομμάτι πράγματι έχει αυτά τα στοιχεία με ένα ιδιαίτερα ευχάριστο σόλο του οργάνου συνδυαζόμενου με μακροσκελή κιθαριστική δουλειά. Μία φορά ξανά η έμφαση μοιάζει να είναι στην ατμόσφαιρα που τα όργανα καταφέρνουν να δημιουργήσουν με τις σαφείς ψυχεδελικές αναφορές τους.

Ford Theatre - From A Back Door Window (The Search) (1968)


Το κυρίως θέμα αναβιώνεται φέρνοντας το άλμπουμ στο κλείσιμο με το "Postlude: Looking Back", τη μόνη σύνθεση που πιστώνεται ολοκληρωτικά στον Harry Palmer. Μουσικά το κομμάτι είναι εντυπωσιακά διαφορετικό από τα υπόλοιπα του άλμπουμ, καθώς στερείται πολυπλοκότητας, δίνοντας μία σχεδόν country rock αίσθηση. Είναι κάτι αθώο και μοναδικό στον ήχο αυτού του άλμπουμ που δύσκολα βρίσκεις σε άλμπουμ εκείνης της περιόδου. 

Ford Theatre - Postlude: Looking Back (1968)


Προσωπικά ο δίσκος παίζεται από την αρχή ως το τέλος, μουσικά είναι ένα διαμάντι για εμένα και θα έκανε αίσθηση σε όποιον αρέσει αυτό που συχνά αποκαλείται proto-progressive rock.

Time Changes


Το άλμπουμ αυτό είναι η ιστορία ενός νέου που λέγεται Clifford Smothergill και η αναζήτησή του για το νόημα και τη σημασία της ζωής. Αυτή η μουσική ιστορία βασίζεται στην ζωή ενός πολύ αληθινού προσώπου, του οποίου η πραγματική ταυτότητα είναι ένα θέμα για πολύ προσεκτική θεώρηση, καθώς είναι...σημαίνον πρόσωπο. 


Η πρώτη πράξη ξεκινάει με την εισαγωγή ("Introduction"). 
Συνεχίζει με το "Time Changes" (3:09) όπου ο χορός που αποτελείται από τον βασικό μας χαρακτήρα συζητά το θέμα μας. 
Ακολουθεί το "Interlude One" (1:14), όπου εισέρχεται ο Puck ένας μεσαιωνικός παρουσιαστής που ταξιδεύει από τόπο σε τόπο παρουσιάζοντας διάφορα (τραγούδια, ποίηση κλπ), ο οποίος θα μας συστήσει τους χαρακτήρες του έργου μας, και εμφανίζεται ξανά από καιρού εις καιρόν για να "δέσει" την πλοκή του έργου. 
Ακολουθεί το "That's My Girl" (2:12) μία σημαντική σκηνή, όπου βρίσκουμε τον Clifford στο μέσον της πρώτης του ερωτικής σχέσης. 
Στο "Wake up In The Morning" (3:08), ο Clifford βρίσκει τον εαυτό του να έχει πέσει θύμα των αιωνίων εχθρών του άνδρα της αμφιβολίας και της αβεβαιότητας. Κοντολογίς ο Clifford πανικοβάλλεται. 
Στο "I've Got The Fever" (5:17) Βρίσκοντας την αμφιβολία και την αβεβαιότητα να δικαιολογούνται ως αποτέλεσμα του ότι τον εγκατέλειψε η Mary Jane, όταν την χρειαζόταν, ο ήρωάς μας βουλιάζει στα κατώτερα βάθη της απόγνωσης και βιώνει πολύ ταραγμένες στιγμές, που πολύ σοβαρά ταρακουνάνε την πίστη του στον άνθρωπο. 
Μετά έρχεται το "Crash" (1:06), (σύγκρουση, όπως ακούγεται). 
Τέλος της πρώτης πράξης είναι το "At the Station" (3:51), όπου η πιθανότητα να βρει κάποιες απαντήσεις με νόημα στο σπίτι υποδεικνύει στον Clifford ότι πρέπει να αφήσει την Νέα Υόρκη και να επιστρέψει στην Φιλαδέλφεια. 

Act I (1969)


Η δεύτερη πράξη ξεκινάει με το "Back To Philadelphia" (3:58), όπου επιστρέφοντας πίσω στο σπίτι αποδεικνύεται ανώφελη προσπάθεια να λύσει τα προβλήματά του και ο φτωχός Clifford αφήνεται να συνειδητοποιήσει ότι η αναζήτηση για το νόημα της ζωής πρέπει να συνεχιστεί. 
To "Clifford's Dilemma" (1:58) που ακολουθεί βρίσκει τον Clifford να πασχίζει να πάρει μία απόφαση. Ή θα επιστρέψει στην Νέα Υόρκη και στην Mary Jane ή θα συνεχίσει μία άσκοπη περιπλάνηση. 
Στο "Jefferson Airplane" (2:59), ο ήρωάς μας αποφασίζει να περιπλανηθεί άσκοπα για λίγο και κάνοντάς το, χάνει επαφή με τους περισσότερους από τους ανθρώπους γύρω του. Ο Clifford Smothergill βιώνει ένα ταξίδι που ελάχιστα μυαλά μπορούν να αντέξουν. 
Ακολουθεί το "I Feel Uncertain" (2:26). Ποιός άραγε μπορεί να επιβιώσει από ένα τόσο μακρινό ταξίδι; Ο ήρωάς μας μπορεί μόνο ως εδώ και τελικά αποφασίζει να επιστρέψει στην Mary Jane και στην συνέχεια της σχέσης του. Η Mary Jane τον υποδέχεται με χαρά (έχοντας περάσει από δύσκολες καταστάσεις και η ίδια) και τώρα ο Clifford αφήνεται ξανά στην αβεβαιότητα που τον στοιχειώνει. Ακολουθεί το "Interlude Two" (1:18), όπου εισέρχεται ο Puck, που θα μας διαφωτίσει σχετικά με μερικά πιό διακριτικά θέματα της πλοκής της ιστορίας μας. 
Συνέχεια με το "Good Thing" (2:17) Τι λαμπρή μέρα για τον Clifford! Τελικά πείθεται ότι έχει βρεί το νόημα και την σημασία της ζωής. Μας αφήνει μόνους να ελπίζουμε ότι εδώ βρίσκεται το τέλος της απελπισμένης αναζήτησης του ευγενούς μας ήρωα.
Τέλος στο "Outroduction" (1:13) ο Puck κάνει μία περίληψη της ιστορίας μας με πιό ευκρινή τρόπο, φέρνοντας στο μυαλό την φιλοσοφική σημασία όλων όσων έχουν συμβεί.

Act II (1969)


Αυτό το δεύτερο άλμπουμ για διάφορους λόγους, απέτυχε να πιάσει τις προσδοκίες των ακροατών που είχαν ακούσει το ντεμπούτο άλμπουμ τους, με την μπάντα να χάνει την λάμψη της. Θεωρήθηκε απογοήτευση σε σχέση με το πρώτο, αν και κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος αυτό το άλμπουμ είναι ένα πολύ όμορφο άλμπουμ για να ακούσει κάποιος από την αρχή ως το τέλος του.



ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης