Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018



KEVIN COYNE



Rock Enigmas (Part 1)




Όταν εντοπίστηκε ο Kevin Coyne στην Νυρεμβέργη, στην Γερμανία δεν διαπιστώθηκε τίποτα που να δείχνει ένα κακότροπο άνθρωπο, που σύμφωνα με δικό του δημοσίευμα  ήταν προς τους  δημοσιογράφους τις ημέρες εκείνες. "Είμαι χαρούμενος που κάποιος με θυμάται" λέει. Πως να μην θυμάται κανείς εκείνη την ψυχικά ασταθή φωνή να τσιρίζει ΄Good boy, go-o-o-o-d boy!΄ ξανά και ξανά σε ένα από τα πρώτα κομμάτια του; Δεν ήταν μία εντελώς άτυπη ειδησούλα από την ανθολογία τραγουδιών του Coyne, το ότι πολλοί κριτικοί συμπέραιναν ότι o τραχύς folk-blues rocker ήταν τόσο τρελός όσο και η μουσική του. Ωστόσο, είναι αμφίβολο κατά πόσο ένας τρελός μπορεί να διατηρήσει τον πυρετώδη ρυθμό δουλειάς που ο Coyne διατηρούσε μέχρι πριν τον θάνατό του το 2004.

Sunday morning sunrise (1975)


Επιπρόσθετα στα 30++ άλμπουμ του, εξέδωσε συλλογές με μικρές ιστορίες, και ποιήματα και έχει εκθέσει έργα ζωγραφικής σε Γερμανικές και Αγγλικές γκαλερί για δεκαετίες. Η σαρδόνια φωνητική χροιά του και τα πορτρέτα στα black-comic, τον έκαναν αγαπημένο στα '70's. O John Lydon (Johnny Rotten), πάντοτε τον "φθονούσε" μέσα από επαίνους, ακόμα δε, τον είχε παραδεχτεί ως επιρροή. Τίποτα περισσότερο από ομιχλώδης/underground αγαπημένη, η δουλειά του Coyne στην Αμερική, έχει εξαφανιστεί από την μετανάστευσή του στη Γερμανία στα '80's. Αλλά για τον Coyne, η επιτυχία πάντα έπαιρνε την πίσω θέση στην αχαλίνωτη προσωπική του έκφραση.
"Γράφω βιβλία και με αφορά η γλώσσα, ο γραπτός λόγος. Αλλά όταν κάνω τραγούδια τείνω να γίνομαι πολύ αυθόρμητος. Μου αρέσει να αντικατοπτρίζω τον χρόνο. Αυτό όλο ακούγεται πολύ ιδεαλιστικό, αλλά πιστεύω ακράδαντα σε αυτό. Νομίζω ότι λειτουργεί περίφημα. Δεν μοιάζει τόσο κατασκευασμένο όσο μερικά pop τραγούδια. Έμαθα κάτι από τους bluesmen και αυτό το είδος άποψης. Πολύ ανοιχτός και ανταποκρινόμενος σε οτιδήποτε φέρνει η ημέρα, αλήθεια. Ή η ζωή στον ίδιο χρόνο".

Tulip (1973)


Στο χρόνο που ο Coyne άρχισε να ηχογραφεί με το χαμηλών τόνων blues-rock σύνολο Siren στα τέλη του '60, η ζωή τα έφερε να ταιριάξει τις αρτιστικές του αναζητήσεις γύρω από μιά δουλειά σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο. Οι τρομακτικές εικόνες που o πρόσφατα απόφοιτος της σχολής καλών τεχνών είδε στο άσυλο, "ήταν πολύ μέσα στο μυαλό μου. Με ένοιαζε πολύ για το τι συνέβαινε. Μαντεύω ότι έχω μία τρυφερότητα για τους ξένους αλλά πήρα πολύ από αυτή (την στοργή) όταν δούλευα πάνω από τρία χρόνια σε αυτό το νοσοκομείο. Πολλά πράγματα είχαν να κάνουν με τα καθημερινά γεγονότα που αντιμετώπιζα εκεί. Μου αρέσει να χρησιμοποιώ μουσική και ότι κάνω σαν πηγή θεραπείας όσο οτιδήποτε άλλο, και ήταν μεγάλη ευκαιρία". Σαν blues-rock μπάντα οι Siren που περιελάμβαναν επίσης το πρώην μέλοs των the Bonzo Dog Band, Dave Clague στην κιθάρα, δεν ήταν ιδιαιτέρως γνωστοί από τις Αγγλικές blues μπάντες στα τέλη του '60.

Siren - Rock Me Baby (1969)


Περισσότερο πειστικοί ήταν οι τόνοι του Coyne, με τους οποίους ελευθέρωνε το είδος της folk ποίησης, που αυτοσχεδίαζε με ένα τρόπο που αντανακλούσε και έμοιαζε να ταυτίζεται μερικές φορές με τις νοητικές διαταραχές από την θητεία του στο άσυλο. Η προσέγγιση παρέμεινε ουσιαστικά απαράλλαχτη όταν ο Coyne πήγε για σόλο καριέρα στην ανεξάρτητη Dandelion (δισκογραφική), που διευθυνόταν από τον John Peel (κορυφαίος Άγγλος εναλλακτικός rock DJ). "Ήταν πολύ αυθόρμητο αλήθεια", λέει ο Coyne για τη χειμαρώδη επίγνωση που διακρίνει το γράψιμό του στα τραγούδια που βγάζει. "Κάτι από αυτό δουλεύει, κάτι όχι. Και τείνω να δουλεύω πάνω σε αυτή την αρχή μέχρι σήμερα". Η cult φήμη του Coyne, που άνθιζε ήταν αρκετή για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του διευθυντή της Elektra Records στην Ευρώπη, ο οποίος είχε μία αποτρόπαια πρόταση στο μυαλό του. Στα μέσα του '71, όπως θυμάται ο Coyne, ο Jim Morrison ήταν νεκρός μερικές ημέρες το περισσότερο, όταν ο Coyne προσεγγίστηκε με την ιδέα/πρόταση να γίνει ο νέος frontman των the Doors. "Δεν έδειξα τόσο ενθουσιασμό και τίποτα περισσότερο δεν ακούστηκε για αυτό. Ίσως αν είχα δείξει περισσότερο ενθουσιασμό να έπαιρνα την δουλειά. Ίσως η Elektra νόμιζε ότι ήμουν ένας αγνώμων κοπρίτης ή κάτι τέτοιο. Όμως στ'αλήθεια δεν το φανταζόμουνα με κανένα τρόπο". Έτσι ο Morrison είχε μόλις ταφεί πριν ξεκινήσει μία έρευνα για τον αντικαταστάτη του. "Τέτοιες είναι οι μηχανορραφίες των δίσκογραφικών" αποκρίνεται ο Coyne με τόνο βετεράνου που τα έχει δει όλα. "κανένα συναίσθημα ή αίσθηση πουθενά. Δεν υπήρχε καμιά αίσθηση του να αφήσουν τον Jim να αναπαυθεί εν ειρήνη. Αλλά αντίθετα μόνο η αίσθηση, ας αφήσουμε τον τροχό των χρημάτων να γυρίζει". Ο Coyne θα έμπαινε στον κόσμο των πολιτικών των μεγάλων δισκογραφικών αρκετά γρήγορα όταν θα γινόταν ο δεύτερος καλλιτέχνης που θα υπέγραφε στην αρχάρια, στις αρχές του '70, Virgin (o Mike Oldfield ήταν ο πρώτος). Μακράν από τον γίγαντα που θα γινόταν η Virgin, τότε ήταν μία εναλλακτική εταιρεία. Ο Coyne θα έμενε στην εταιρεία κατά την διάρκεια του '70, όταν "νομίζω ήμουν στα καλύτερά μου. Ήμουν ατίθασος και ιδεαλιστής και νεότερος και νόμιζα ότι υπήρχε ένα μεγάλο πάθος σε αυτό που έκανα. Λίγο παραπλανημένος περιστασιακά, αλλά πολύ περήφανος για τους δίσκους που έκανα". Ο Coyne είχε ήδη αποφασιστικά σχεδιάσει το έδαφός του στην κυκλοφορία από την Dandelion, με το Case History, όπου όπως ο τίτλος φανερώνει αντλεί τις βασανιστικές εμπειρίες από το άσυλο, αποδιδόμενο απολύτως και με οίκτο.

Sand All Yellow (1969)


Στα μάτια πολλών κριτικών η πρώτη κυκλοφορία του Coyne στην Virgin, Marjοry Razorblade (1973) ήταν η καλύτερη στιγμή του, ιδιαίτερα στο "House on the Hill" στο οποίο ο Kevin παίρνει τον ρόλο ενός ασθενή που έχει πάθει ιδρυματισμό. Το στυλ των φωνητικών του Coyne θεωρήθηκε πολύ ακατάλληλο για την Αμερικανική αγορά, όπου το διπλό άλμπουμ μειώθηκε σε ένα απλό δίσκο (μοιραία το ίδιο θα γινόταν στο διπλό live LP, In Living Black & White). "Νομίζω ότι ο ιδρυτής της Elektra Jac Holzman κάπου είπε ότι είμαι τόσο Άγγλος ή κάτι τέτοιο για την Αμερικανική αγορά. Νομίζω αυτά είναι όλα κλισέ που αναπτύχθηκαν για να υποστηρίζουν την εμπορική πλευρά της μουσικής βιομηχανίας. Φτιάχνουν αυτούς τους κανόνες, που περιοδικά αλλάζουν. Μερικές φορές είναι καλό να είσαι Άγγλος, μερικές δεν είναι καλό. Αλλά είναι κάπως βλακώδες πράγμα να το λες".

House on the Hill (1973)


O Coyne ηχογράφησε τόσο παραγωγικά που η δισκογραφία του αψηφά μία "μαζεμένη" ανακεφαλαίωση. (Μία best-off αξιολόγηση της καριέρας του έχει καθυστερήσει πάρα πολύ). Γενικά είναι δίκαιο να πούμε ότι αν έχεις αποκτήσει μία γεύση τoυ συνδυασμού του ενοχλητικού ρεαλισμού με το black χιούμορ θα σου αρέσει σε όλα τα άλμπουμ του από το '70. Κατά καιρούς οι παραγωγοί του τον ωθούσαν περισσότερο προς ένα ήχο φουλ μπάντας, αλλά αυτός ήταν στα καλύτερά του όταν οι συνθέσεις ήταν πιό αραιές δίνοντας έμφαση έτσι στην ακουστική ή στην slide κιθάρα και στα αιχμηρά φωνητικά του. Ένας Andy Summers πριν δημιουργηθούν οι Police έπαιζε με τον Coyne στα μέσα του '70, αλλά ο Kevin συμφωνεί ότι "ότι ήθελα να αποφύγω περισσότερο ήταν ένας mainstream rock ήχος". "Ο τρόπος που εργάζεται ο Kevin είναι πολύ γρήγορος" λέει ο κιθαρίστας Brian Godding, ο οποίος έπαιξε και έγραψε με τον Coyne σε αρκετά άλμπουμ στις αρχές του '80. "Όταν είπα γράψαμε μαζί τραγούδια εννοούσα ότι θα έμπαινα μέσα και θα άρχιζα να παίζω κάτι και τότε αυτός θα ξεκίναγε να τραγουδάει. Θα το έκανες μόνο μία φορά και αυτός θα έλεγε: ναι αυτό είναι το κρατάμε. Ήταν ευφυέστατος στο να φτιάχνει τραγούδια. Πιθανώς με πολλούς ανθρώπους γύρω του, αυτό που έκανε, δεν θα μπορούσε να δουλέψει. Αν έπιανε την κιθάρα, έπαιζε με ένα πολύ ασυνήθιστο opening tuning.  Η κιθάρα του ήταν αντίθετα κουρδισμένη από τις στάνταρ κιθάρες. Δεν χρησιμοποιούσε καθόλου τα δάκτυλά του-έπαιζε με τον αντίχειρα πάνω στο λαιμό της κιθάρας. Το βασικό του παίξιμο ήταν σαν παίκτης των blues, που θα χρησιμοποιούσε slide, εκτός αν δεν έκανε χρήση slide οπότε απλά θα έβαζε τον αντίχειρα πάνω και θα έπαιζε κάπως έτσι. Μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι ήταν τρελός. Αλλά εάν τον γνώριζες τον Kevin ήξερες ότι δεν ήταν καθόλου τρελός. Ήξερες ότι αντανακλούσαν τρέλα οι στίχοι του. Ήταν αλήθεια μία μεγαλοφυία. Θα έλεγες ότι διαθέτει σχεδόν ένα είδος jazz ποιότητας στην μουσική του προσέγγιση. Ήταν ευτυχής να δοκιμάζει πράγματα και πολύ ικανός στο να το κάνει πράξη". Η αντι-εμπορικότητα και το αντι-σταρ στάτους του Coyne χαιρετίστηκαν από τον Johnny Rotten/Lydon των Sex Pistols που εξέφρασε τον θαυμασμό του για την δουλειά του. Ο Coyne δέχεται τον έπαινο με μία μίξη υπερηφάνειας και επιφύλαξης. "Νομίζω ότι το θέμα Lydon ήταν εντάξει στον καιρό του, μάλλον το εκτιμώ, αλλά αυτός συνεχώς κάνει το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Δεν μοιάζει να τον έχω επηρεάσει στο φινάλε. Ακόμα δεν μπορεί να τραγουδήσει όπως πρέπει! Συνέχεια θρηνεί μακρόσυρτα και με έμφαση". Ένας ακόμη απίθανος θαυμαστής του ήταν ο Sting, αν και είναι πολύ δυσκολότερο να ανακαλύψεις ίχνη του Coyne στους Police, παρά στους Sex Pistols. "Μπορώ να θυμηθώ τους Police να έρχονται σε αίθουσες για πρόβα κοντά στην δική μου αίθουσα και όλοι μας να γελάμε, επειδή νομίζαμε ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία του Andy (Summers) να κάνει κάτι. Όλοι τους έμοιαζαν λίγο μεγάλοι για να είναι punk. Τέλοσπάντων δεν έμοιαζαν καθόλου punk. Αλλά ήμουν πολύ εντυπωσιασμένος από τους Police στα πρώτα τους βήματα. Τώρα το βρίσκω μάλλον αφελές, αλλά εκείνο τον καιρό, νόμιζα ότι είναι μάλλον καλοί. Έτσι ο Sting είπε ότι είπε στη συνέντευξή του, που η αλήθεια είναι ότι λέει κάτι για αυτό που τον ώθησε. Ίσως μόνο μία ιδιοτροπία από μέρους του, αλλά μοιάζει να έχει μείνει από τότε να κυκλοφορεί στον τύπο". Στα χρόνια που ακολουθούν την έλευση του punk, ο Coyne έκανε μερικά από τα πιό φιλόδοξα πρότζεκτ του, όπως ένα θεατρικό song-cycle με την Γερμανίδα σαντέζα Dagmar Krause, το Babble.

Kevin Coyne & Dagmar KrauseI Really Love You (1979)


Άκόμα ένα άλμπουμ με την υποστήριξη του Robert Wyatt και ένα με τους the Ruts το Sanity Stomp και τελείως ανένταχτα ένα άλμπουμ αποτελούμενο από τραγούδια του ενός λεπτού από διάσημους μη μουσικούς όπως ο ψυχίατρος R.D. Laing  και ο σχεδιαστής καρτούν Gerald Scarfe (δες γραφικά για τους Pink Floyd). Αρχές του '80 ωστόσο, ο αλκοολισμός και ένα σκληρό διαζύγιο στοίχισαν στον καλλιτέχνη. Κάποιες αναφορές της περιόδου, υπονοούν ότι ο τραγουδιστής που κάποτε τραγουδούσε για τους ψυχασθενείς, ήταν τώρα ο ίδιος σε αυτήν την κατηγορία. "Στ'αλήθεια δεν εισήχθηκα ποτέ σε νοσοκομείο για θεραπεία, όμως βρέθηκα πολύ κοντά στο να γίνει κάτι τέτοιο", παραδέχεται. Ο Coyne γύρισε τα πράγματα στα μέσα του '80 αφού μετανάστευσε στην Γερμανία και παντρεύτηκε μία Γερμανίδα, κόβοντας τα ποτά και βρίσκοντας συνεχείς ευκαιρίες για να ηχογραφεί σε Γερμανικές εταιρείες. Μετανιώνει ωστόσο που "μία δυσκαμψία τρύπωσε" στα άλμπουμ του εκείνης της περιόδου εξαιτίας του τρόπου που γίνονταν οι δίσκοι στην Γερμανία. "Είναι πολύ δύσκολο να το κάνεις χαλαρά εκεί. Έχουν τεράστιο σεβασμό για τα μηχανήματα και οι κιθάρες όλες πρέπει να έχουν έξι χορδές πάνω τους" λέει σαν να πρόκειται για αντισυμβατικά μοντέλα κιθάρας. "Όλα έπρεπε να είναι με την σειρά. Δεν μου ταίριαζε στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα γενικά. Το σημαντικότερο πράγμα ήταν να πιάσεις αυτό που αποκαλούν ένας καλός στουντιακός ήχος. Τι στο διάολο ήταν αυτό, ποτέ δεν έμαθα και ποτέ δεν βρήκα".

No Romance (1980)


Η καλύτερη πρόσφατη δουλειά του Coyne δεν βρίσκεται σε δίσκο αλλά σε σελίδες. Ακόμα κι αν απεχθάνεσαι την μουσική του, θα βρείς τον εαυτό σου να έχει απορροφηθεί μέσα στις μικρές ιστορίες του, σκοτεινές βινιέτες που σατυρίζουν ανηλεώς τις εμπειρίες μίας περιφερόμενης rock μπάντας. Αν ένα μουσικό έργο βασισμένο σε καυγάδες που συμβαίνουν στον ουρανό, ανάμεσα στον Sid Vicious, την Janis Joplin, τον Bob Marley, τον Jimi Hendrix και τον Jim Morrison σου φαίνεται άγευστο, τότε καλύτερα να το χάσεις. Αν σου αρέσει η rock 'n' roll φαντασία όμως με άγριο χιούμορ και μία δόση αληθινού ρεαλισμού, τότε ο Coyne είναι ο άνθρωπός σου. Η συλλογή The Show Business, έκδοσης Serpent's Tail, ίσως είναι το καλύτερο μέρος για να ξεκινήσεις. Ο Coyne αφήνει οι ιστορίες του μερικές φορές να αντλούνται από αληθινά τρελές ιστορίες του rock 'n' roll, αντανακλώντας "την βασική αίσθηση των Άγγλων μουσικών του κυνισμού γιά κάθε τι. Πολύ από αυτό πηγάζει από περιοδείες στα μέσα του '70, και πιό συγκεκριμένα μέσα σε βαν και καμαρίνια. Πολλοί άνθρωποι μοιάζει να νομίζουν ότι έγινε για να εκφράσει πικρία, πράγμα που σίγουρα δεν ισχύει. Έγινε με μία αίσθηση τρόμου στ'αλήθεια. Έγινε για να διασκεδάσει, αλλά κάποιοι άνθρωποι δεν το γουστάρουν επειδή βλέπουν κάτι από τους εαυτούς τους μέσα. Δεν με νοιάζει αλήθεια. Όλα όσα ξέρω είναι ότι οι μουσικοί που το έχουν διαβάσει έχουν γελάσει με την ψυχή τους. Μπορεί κάποιον να αγγίξει και να κάνει το σωστό". Από φόβο μην δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο Coyne είναι αθεράπευτα στριμμένος, προσθέτει ότι είναι πολύ ευχαριστημένος με τα άλμπουμ (που είχε βγάλει κατά την περίοδο της συνεντεύξεως), στα οποία η φωνή του είτε λόγω ηλικίας ή αυξημένης γλυκύτητας, έχει γίνει αισθητά λιγότερο τραχιά. Τότε είχε τελειώσει ένα άλμπουμ με τον Gary Lucas στην κιθάρα, βετεράνο, που είχε παίξει με τον Captain Beefheart, τον Jeff Buckley, την Joan Osborne και άλλους. "Πολύ νωρίς έπιασα σαν ιδέα ότι οι άνθρωποι θέλουν να διασκεδάζουν και να ψυχαγωγούνται και να σοκάρονται. Η θεατρική πλευρά αυτού που έκανα είχε αγνοηθεί πολύ από ανθρώπους που δεν είχαν βρεθεί σε συναυλίες μου. Οι δίσκοι αντανακλούσαν μέρος αυτού που έκανα, αλλά οι live παραστάσεις είναι διαφορετικά. Οι στίχοι συχνά ξεχνιούνται και οι γνώμες μπορεί να αλλάζουν. Όλα έρχονται τα πάνω κάτω, πράγμα που εξαρτάται από την αίθουσα της παράστασης και τον χρόνο. Μπορεί να γίνει ένα κωμικό σόου μερικές νύχτες ενώ να είναι πολύ σοβαρή κάποιες άλλες. Αλλά θεωρώ τον εαυτό μου έναν διασκεδαστή, τόσο πολύ, όσο τίποτα άλλο".



ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Case History (1971, Dandelion/See For Miles, UK)


O Coyne στα πιό ωμά και πιό ανησυχητικά του. Επανεκδόθηκε σε CD το 1994 με μπόνους κομμάτια.

Marjory Razorblade (1973, Virgin)


Κάπως (αν και όχι πολύ) πιό ελαφρύ από το Case History, αν και υπό την προυπόθεση της ποικιλίας του υλικού θα ήταν απαραίτητο να δοθεί σε ένα διπλό άλμπουμ.

In Living Black & White (1976, Virgin)


Σε έλλειψη μίας ανθολογίας της δουλειάς του Coyne την δεκαετία του '70, αυτό το διπλό live άλμπουμ είναι το πιό κοντινό σε ότι μπορεί να χαρακτηριστεί ως best-of (μέσα βρίσκεται και ο Andy Summers των Police).

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Show Business (1993, Serpent's Tail)


Ελκυστικές ιστορίες, μουσικές και άλλες, που αναφέρουν λεπτομερώς αλλόκοτους νευρωτικούς Αγγλικούς χαρακτήρες με απειλητικό χιούμορ και ανεπαίσθητο οίκτο.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018



LITTLE FEAT


Big Band


Η ευρύτερη περιοχή της Καλιφόρνια έχει αποδεδειγμένα το παγκόσμιο ρεκόρ για την ίδρυση των περισσότερων ροκ συγκροτημάτων, κατά τη διετία ΄68 - ΄70. Δυστυχώς όμως έχει και τον μεγαλύτερο αριθμό (δεν λέω “αποδεδειγμένα” γιατί εδώ εμπεριέχεται και το υποκειμενικό στοιχείο) υποτιμημένων συγκροτημάτων που ξεφύτρωσαν απ’ αυτή τη γωνιά της γης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και οι Little Feat. Μία απ’ τις πιό υποτιμημένες Αμερικανικές μπάντες, που ενώ δεν μπόρεσαν ποτέ τους να κάνουν το μεγάλο μπαμ, κατάφεραν να τραβήξουν την περιέργεια και τη συμπάθεια από ιερά τέρατα του καλλιτεχνικού κόσμου. Ιδρύθηκαν το 1969, στο Los Angeles, από τον George Lowell, με αφορμή μια περίεργη και αμφιλεγόμενη ιστορία: Ο George ήταν, από το 1968, μέλος της μπάντας του Frank Zappa, The Mothers of Invention. Στις αρχές του ’69 γράφει (μόνος του) ένα σπουδαίο τραγούδι, το “Willin”, την πέτρα του σκανδάλου της ιστορίας. Ο Zappa, το ακούει, του αρέσει αλλά δεν το εγκρίνει να ακουστεί από τους Mothers, γιατί τάχα, σύμφωνα με τον Frank, περιέχει σαφείς αναφορές σε ναρκωτικά ("weed, whites and wine"). Έτσι τελικά, μετά από κάποιες προστριβές, τον απολύει από την μπάντα, συμβουλεύοντάς τον να κάνει μια δικιά του. Αν και λέγεται ότι η βαθύτερη αιτία της απόλυσης είναι το γεγονός ότι ο Zappa δεν ήθελε κοντά του μια ισχυρή προσωπικότητα κι έναν τόσο ικανό συνθέτη και μουσικό.

Willin

Όπως και νά ΄χει, ο Lowell ακολούθησε τα λόγια του Zappa κι άρχισε να στήνει το δικό του γκρουπ. Βασικά την στήνουν μαζί με τον κιμπορντίστα Bill Payne (είχε “κοπεί” κι αυτός παλιότερα από τους Mothers). Τους πλαισιώνουν γνωστοί τους μουσικοί: ο πρών μπασίστας των Mothers, Roy Estrada κι ο παλιός γνώριμος του Lowell (από την παλιά του μπάντα, The Factory), ο ντράμερ Ritchie Hayward. Το όνομα της νέας μπάντας οφείλεται στα…”μικρά πόδια” του Lowell (σχόλιο του ντράμερ των Mothers, Jimmy Carl Black) και ελέω (προφοράς) Beatles, το “feet” έγινε “feat”! Η ομάδα μπαίνει τελικά στο στούντιο της Warner, τον Αύγουστο του 1970, για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, με όνομα - τι άλλο; το όνομά τους - “Little Feat”. Κάπου εκεί τραυματίζεται στο χέρι του o Lowell κι έτσι επιστρατεύεται ο Ry Cooder για να παίξει μέρος του “Willin”. Το άλμπουμ κυκλοφορεί τελικά στις αρχές του ’71 και περιέχει αξιόλογες συνθέσεις, βασικά όλες του George και με τα δικά του φωνητικά. Ακολουθεί το 1972 και το δεύτερό τους άλμπουμ, το θρυλικό Sailin’ Shoes. Μια πραγματικά πρωτοποριακή προσπάθεια, η οποία μαζί με το πρώτο τους άλμπουμ ήταν υπέυθυνα για το φανταστικό ξεκίνημα της μπάντας και της - σχετικής - παγκόσμιας αναγνώρισης. Να σημειωθεί εδώ ότι το “Willin” ξαναηχογραφείται (με κιθάρα αποκλειστικά του Lowell) και κυκλοφορεί ξανά με το δεύτερό τους άλμπουμ. Το τραγούδι που ανοίγει το άλμπουμ είναι το “Easy to Slip”.

Easy to Slip

Παρά τη σχετική αναγνώριση κι επιτυχία, η μπάντα περίμενε περισσότερα. Άρχισαν λοιπόν οι προστριβές και τελικά διαλύονται – προσωρινά όμως. Στην αρχή φεύγει ο Estrada για να πάει στους Captain Beefheart’s Magic Band. Μετά ακολουθεί η αντικατάσταση του από τον Kenny Gradney και η πρόσληψη του Paul Barrere ως δεύτερου κιθαρίστα. Τέλος έρχεται και στα κρουστά ο Sam Clayton (αδερφός της γνωστής - από το “Gimme Shelter” – Merry Clayton). Έτσι η αναγεννημένη μπάντα αποτελεί πλέον …σεξτέτο, με όλη την ομάδα πλέον να έχει λόγο - τουλάχιστον – στα φωνητικά. Οι προσθήκες αυτές, σε συνδυασμό με το φανερό ενδιαφέρον του Lowell για την μουσική της Ν. Ορλεάνης, είχαν ως αποτέλεσμα, την παραγωγή ενός μοναδικού άλμπουμ του γκρουπ, το 1973. Αυτό δεν ήταν άλλο από το αριστουργηματικό Dixie Chicken, με το ομώνυμο κομμάτι να κυριαρχεί και να αποτελεί πλέον το τραγούδι-σφραγίδα της μπάντας.

Dixie Chicken

Την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το τέταρτό τους άλμπουμ, Feats Don’t Fail Me Now, όπου υπάρχουν αρκετά καλά κομμάτια - η προσωπική μου επιλογή είναι το “Rock and Roll Doctor”. Εν τω μεταξύ, η φήμη τους μεγαλώνει κι όλοι έχουν να πούνε το καλύτερο για τους Feat. Οι Marshall Tucker, Eric Clapton και Robert Plant τους ανακηρύσσουν ως το αγαπημένο τους συγκρότημα. Το ίδιο και ο Jimmy Page, σε συνέντευξή του δηλώνει ότι “Οι Little Feat είναι η αγαπημένη μου αμερικάνικη μπάντα”. Το 1975, κυκλοφορεί το The Last Record Album, το οποίο χαρακτηρίζεται από την νέα στροφή του γκρουπ προς την fusion-jazz, αγάπη κυρίως των Barrere και Payne. Παράλληλα, λίγο πολύ, όλα τα μέλη της μπάντας άρχισαν να κάνουν τις δικές τους solo δουλειές, συνεργαζόμενοι με αξιόλογους καλλιτέχνες. Το μεγάλο ατού όμως της μπάντας είναι τα live. Εκεί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και την σκηνική τους ιδιοφυϊα. Οι διάσπαρτες παραστάσεις τους αποτελούν πόλο έλξης, όχι μόνο σε χιλιάδες θαυμαστές τους, αλλά και σε καλλιτέχνες όπως ο Bob Dylan και οι Rolling Stones! Κάποια τέτοια επιτυχημένη σειρά παραστάσεων στο Rainbow Theatre του Λονδίνου θα μεταφραστεί σε ένα από τα καλύτερα – το περιοδικό Rolling Stone το κατατάσσει στο Νο. 7 - live άλμουμς όλων των εποχών, το ιστορικό Waiting for Columbus, που κυκλοφορεί το 1978. Πραγματικά κορυφαίο σε όλα του.

Fat Man in the Bathtub

Με αυτό το άλμπουμ-σταθμό το γκρουπ φτάνει στην αποκορύφωσή του. Η μουσική τους αποτελεί μια ιδιόμορφη μίξη rock, folk, blues, funk και country. To Melody Maker έφτασε να δηλώσει: “…είναι η καλύτερη αμερικανική μπάντα της δεκαετίας". Όμως τα πράγματα δεν θα ήταν για πολύ ακόμη ρόδινα. Το 1979, λίγο πριν κυκλοφορήσει το έβδομό τους άλμπουμ Down on the Farm, το συγκρότημα διαλύεται λόγω διαφωνιών ως προς τον μουσικό προσανατολισμό του. Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε το τελειωτικό χτύπημα: ο ιδρυτής, ηγέτης και ψυχή τους, ο George Lowell πεθαίνει ξαφνικά (από καρδιακή προσβολή σε δωμάτιο ξενοδοχίου στη Virginia) στα 34 του! Τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο για αυτούς.

Down on the Farm

Μπορεί η μπάντα να ξαναφορμαρίστηκε τη δεκαετία του ’80, να κυκλοφόρησαν όχι μόνο παλαιότερα και σύχρονα live αλλά και έκαναν φρέσκιες δουλειές. Άλμπουμ όπως τα Let It Roll (1988), Shake Me Up (1991) ή το πιο νέο Rooster Rag, μπορεί να ήταν αξιόλογα, όμως δεν έφτασαν σε καμιά περίπτωση την ποιότητα, την αίγλη και την αναγνώριση των παλαιών τους. Παρ'όλα αυτά συνεχίζουν μέχρι και σήμερα, με εντελώς διαφορετική σύνθεση, να δίνουν παραστάσεις, μοιραζόμενοι την “τρέλα” τους με το όποιο κοινό τους ακολουθεί. Παρά τις φιλοφρονήσεις και τον θαυμασμό πολλών καλλιτεχνών που ειπώθηκαν πιο πάνω, παρά τις ερμηνείες τραγουδιών τους από ονόματα όπως ο Robert Palmer και η Linda Rondstadt, παρά τις διασκευές που τους έκαναν η Emmylou Harris, o Jackson Bowne, οι Byrds και ο ίδιος ο Bob Dylan, οι Little Feat παράμειναν μοιραία στην ιστορία της μουσικής ως ένα απ΄τα πιο υποτιμημένα συγκροτήματα των ‘70s. Σίγουρα αξίζουν μεγαλύτερης εμβάθυνσης και αναγνώρισης από τον κόσμο. Το παρόν άρθρο ίσως αποτελέσει το έναυσμα για όλους εσάς…!



ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
STUDIO ALBUMS

Little Feat (1971), Sailin' Shoes (1972), Dixie Chicken (1973), Feats Don't Fail Me Now (1974), Τhe Last Record Album (1975), Let It Roll (1988), Time Loves a Hero (1977), Down on the Farm (1979), Ain't Had Enough Fun (1995), Representing the Mambo (1990), Shake Me Up (1991), Under the Radar (1998), Rooster Rag (2012), Chinese Work Songs (2000), Kickin' It at the Barn (2003), Join the Band (2008)


ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018



TOMORROW


One Shot Was All They Got (Part 7)



Το πρώτο μισό του 1967 ήταν συναρπαστική εποχή να βρίσκεσαι στο Λονδίνο. Το Sgt. Pepper των Beatles ήταν απλά η αποκορύφωση μηνών δραστηριότητας που βρήκε την Αγγλική rock να αποχωρίζεται τις blues/R&B ρίζες της για την πειραματική ψυχεδελική μουσική. Οι μπάντες τα έκαναν άνω-κάτω με τις δομές συμβατικών pop τραγουδιών εκχυλίζοντας την μουσική και τους στίχους τους με μία "ελαφριά" ουτοπική λαχτάρα. Ένα επίκεντρο για αυτή τη σκηνή ήταν το κλαμπ UFO, επίκεντρο έκρηξης για το εκρηγνυόμενο underground Λονδίνο. Από όλες τις μπάντες που ξεπήδησαν και που έπαιζαν στο UFO συχνά, τρεις συνήθως ξεχώριζαν σαν πιό καινοτόμες. Η μία, οι Pink Floyd, συνέχισε για να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα σχήματα στον κόσμο. Άλλη μία ήταν οι Soft Machine, που θα γίνονταν ηγέτες της avant-garde rock τα επόμενα πέντε χρόνια. Ωστόσο η τρίτη, οι Tomorrow, θα ηχογραφούσαν μόνο ένα άλμπουμ και περισσότερο θα τους θυμόταν ο κόσμος στις μέρες μας, επειδή παρουσίασαν τον μετέπειτα κιθαρίστα των Yes, Steve Howe.

Hallunications (1968)


Αυτό είναι ιδιαιτέρως αληθές στην Αμερική, όπου οι Tomorrow ποτέ δεν θα εμφανίζονταν. Από όλα τα one-shot άλμπουμ στην ιστορία της rock, το ομώνυμο άλμπουμ των Tomorrow το 1968, μετράει σαν ένα από τα καλύτερα και πιό πλήρη ανεπτυγμένα άλμπουμ. Απόκοσμα, χαρακτηριστικά Αγγλικά τραγούδια για Συνταγματάρχες, μαγαζιά με ρούχα και νάνους εναλλάσσονται με επηρεασμένα από την Δυτική ακτή ψυχεδελικά κομμάτια που παρουσιάζουν εντυπωσιακά riff κιθάρας. Το "My White Bicycle" και το "Revolution" συνοψίζουν τις αφελείς ελπίδες της εποχής για αλλαγή και την αναμπουμπούλα επίσης όπως και κάθε τι άλλο εκείνης της περιόδου. Παρά τον προσδιορισμό του γκρουπ στην ψυχεδέλεια, όλα τα τραγούδια είναι σφιχτά δομημένα, με σφραγισμένες αεροστεγώς συνθέσεις, χωρίς άσκοπα τζαμαρίσματα. Για αυτούς που ξέρουν τον Steve Howe από τους Yes, λέμε πως ελάχιστη σχέση έχει με αυτούς το υλικό των Tomorrow, καθώς είναι πολύ πιό pop προσανατολισμένο και πνευματώδες. Τον καιρό που το άλμπουμ τελείωνε ωστόσο, είχε παρέλθει η στιγμή. Η ψυχεδέλεια ξεθώριαζε και το γκρουπ δεν θα υπήρχε σε λίγο. Για τους Tomorrow δεν θα υπήρχε tomorrow.

The Incredible Journey of Timothy Chase (1968)


Όπως οι περισσότερες ψυχεδελικές μπάντες είχαν τις ρίζες τους στην συμβατική rock, R&B και soul της Αγγλικής εισβολής. O Howe και ο lead singer και τραγουδοποιός Keith West είχαν ήδη ηχογραφήσει με ασήμαντες μπάντες του Λονδίνου, τον καιρό που έγιναν μία μπάντα που ονομάστηκε the In Crowd. Το μοντέρνο σύνολο είχε μία ισχυρή live φήμη, αλλά τα single τους είχαν μικρό αντίκτυπο. Η μετάβασή τους στην ψυχεδέλεια ήταν γρήγορη και ήρθε από αναγκαιότητα σαν επινόησή τους. Ο Keith West λέει: "Όταν ο Steve Howe ήρθε στην μπάντα the In Crowd, το όλο πράγμα άλλαξε λίγο επειδή τζάμαρε λίγο περισσότερο. Δεν θα έπαιζε το ίδιο πράγμα δύο φορές. Βαριόμασταν να παίζουμε R&B, βλέπαμε κάτι άλλο να συμβαίνει. Σκεφτήκαμε ότι ήταν ώρα να ξεκινήσουμε να γράφουμε το δικό μας υλικό. Δεν νομίζα ότι θα μπορούσαμε να διαρκέσουμε αλλιώς". Οι the In Crowd έχασαν μία ευκαιρία για ευρύτερη έκθεση όταν για λίγο χρόνο διεκδίκησαν τον ρόλο της μπάντας σε μία σκηνή σε κλαμπ στην ταινία του Michelangelo Antonioni, Blow Up (η σκηνή καλύφθηκε τελικά από τους the Yardbirds).

Colonel Brown (1968)


Τον ίδιο χρόνο άλλαξαν το όνομά τους σε Tomorrow, αν και είχαν δουλειές σαν μπάντα στο UFO κλαμπ, ιδιαιτέρως όταν οι πιστοί Pink Floyd δεν μπορούσαν να παίζουν συχνά. Ζητώντας να συγκρίνει τους Tomorrow με τους Pink Floyd και τους Soft Machine ο West αποκρίνεται: "Οι Floyd μάθαιναν καθώς προχωρούσαν, περισσότερο ή λιγότερο, τότε δεν ήταν μεγάλοι μουσικοί, όσο και να τεντώσει κάποιος την φαντασία του. Εμείς είχαμε τον Steve Howe, ο οποίος ήταν o κορυφαίος κιθαρίστας, από όσους γνώριζα στο Λονδίνο. Οι Soft Machine ήταν άλλο είδος πολύ πιό avant-garde. Εμείς είμασταν πιό straight rock μπάντα. Κάναμε τρελά πράγματα και περνούσαμε καλά. Δεν θέλαμε να γίνουμε τόσο σοβαροί. Ήμασταν σοβαροί σε αυτό που κάναμε, αλλά πάντοτε θέλαμε να περνάμε καλά". Παίρνοντας έμπνευση από ένα πρόγραμμα στο Άμστερνταμ να παρέχονται ελεύθερα ποδήλατα στους πολίτες, το "My White Bicycle", επιτομεί σίγουρα την ψυχεδέλεια στα πιό δημιουργικά της, με τα κρουστά στον ρυθμό της ποδηλασίας, την κιθάρα, τις σφυρίχτρες και το επίμονο ρεφρέν. Το 1975 θα το διασκεύαζαν οι Nazareth και θα έμενε αρκετό καιρό στα chart της Αγγλίας.

My White Bicycle (1968)


Η δουλειά ξεκίνησε με ένα άλμπουμ. Μετά συνέβη το αναπάντεχο. Ένα σόλο single του Keith West το πομπώδες "Excerpt from a Teenage Opera" κυκλοφόρησε με χαμηλές προσδοκίες, αλλά ανέβηκε στο Νο2 στα Αγγλικά τσαρτ. Στην κιθάρα βρισκόταν ο Steve Howe.

Keith West - Excerpt From a Teenage Opera (1967)


Μία σουίτα με πολλά μέρη, με πνευστά και παιδική χορωδία που περιέγραφε την τελευταία ημέρα της ζωής ενός "grocer Jack", είχε θεωρηθεί ως επιρροή για την σύνθεση των rock οπερών "S.F. Sorrow" των the Pretty Things και "Tommy" των the Who. Περισσότερες πληροφορίες για την σουίτα θα βρείτε εδώ.

Keith West - Sam (1967)


Το πρόβλημα ήταν ότι τώρα το κοινό ήταν μπερδεμένο για την ταυτότητα των Tomorrow. Οι Tomorrow έπαιζαν hard ψυχεδελική μουσική, όχι ντελικάτες ποπ οπερέτες. Η επιτυχία της "Teenage Opera" και το "Sam" (από την άλλη πλευρά), ένα μέτριο χιτ, καθώς και η ευρεία σπέκουλα των μέσων για μία όπερα που ο West θα συνέθετε και θα παρουσίαζε με τον παραγωγό Mark Wirtz, ίσως να καθυστέρησε την κυκλοφορία του άλμπουμ του γκρουπ. Τον καιρό που ξεπήδησε τελικά, ήταν ήδη 1968, η ψυχεδελική σκηνή ξεθώριαζε και οι Tomorrow ήταν ένα λαμπρό φως του χθες. "Γνωρίζω ότι ο John Lennon εκείνο τον καιρό ήρθε σε επαφή με το γραφείο μας και ζήτησε εάν οι Tomorrow ήταν ελεύθεροι, τι κάναμε, εάν μπορούσαμε να φύγουμε από εκεί. Του άρεσε το "My White Bicycle", του άρεσε η διασκευή του "Strawberry Fields". Αυτή θα ήταν μία υπέροχη κίνηση για μένα, να υπογράψω με την Apple ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα όμως ήμουν ήδη ¨κλειδωμένος¨στην EMI. Και ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω κάτι το διαφορετικό. Ήμουν συνέχεια εκεί στην EMI, που πιστεύω ήταν η λάθος εταιρεία για εμάς".

Now Your Time Has Come (1968)


Στα μέσα του '68 η μπάντα διαλύθηκε. ο ντράμερ Twink, ένας από τους μεγάλους πλακατζήδες της Αγγλικής rock συνέχισε την πορεία του στους the Pretty Things και στους the Pink Fairies, δύο μπάντες με cult underground κοινό. Ο Howe και ο West συνέχισαν για λίγο να γράφουν με την ελπίδα πως κάτι θα προχωρήσει, αλλά σύντομα πήραν διαφορετικούς δρόμους, ο West σόλο και μαζί με γκρουπ πρότζεκτς και ο Howe να κερδίζει τελικά το στάτους του σταρ με τους Yes. "Έγιναν όλα τόσο γρήγορα" θυμάται ο West με λίγο προφανή έκπληξη ή μεταμέλεια. "Η original σκέψη, ό,τι είχαμε υπολογίσει να γίνουμε, όλα είχαν τελειώσει. Όταν η ψυχεδέλεια εμφανίστηκε μας ζητήθηκε να παίξουμε στο UFO κλαμπ. Θα λέγαμε: "Αυτό το κοινό είναι φανταστικό, πράγματι τους αρέσει να ακούν μουσική". Και όλοι ήταν καλότροποι και ευγενείς. Όλοι νόμιζαν ότι ήταν μία πολύ cool φάση. Είχαμε μία ή δύο χρονιές σε αυτό το ύφος και είχαμε κακομάθει. Αυτό με επηρέασε. Νόμιζα θα συνεχίζαμε-η μουσική θα άλλαζε, η πολιτική θα άλλαζε. Όμως αυτό βεβαίως δεν συνέβη ποτέ. Πάντα γυρίζουν όλα στην αρχή. Ήμασταν λίγο άβγαλτοι τότε".






ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ


Tomorrow (1968, Parlophone, UK)


Ουσιαστικά όλα όσα ηχογραφήθηκαν από την μπάντα συμπεριλαμβανομένου στην Β' πλευρά του "Claremont Lake".
Για όσους θέλουν ακόμα περισσότερα τσεκάρετε τα compilation της RPM  δυσδιάκριτων κυκλοφοριών του '60 που παρουσιάζει πρότζεκτς των Steve Howe και Keith West όταν είχαν μπάντα. Η έγχρωμη εκδοχή του εξωφύλλου προέρχεται από επανεκδόσεις.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

  

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018



ROY HARPER


Man And (His) Myth



Οι περισσότεροι που αρχίσατε να διαβάζετε τούτες τις σειρές έχετε γνωρίσει σίγουρα τον Roy Harper μέσα από κάποιες δουλειές του. Κάποιοι άλλοι ίσως τον ξέρουν μόνο από την συμμετοχή του στο “Have A Cigar” των Pink Floyd ή από το τραγούδι του άλμπουμ Led Zeppelin III, “Hats Off to (Roy) Harper”. Τέλος, θα υπάρχουν κι αυτοί που έχουν σχετική άγνοια. Σε κάθε περίπτωση το κείμενο που ακολουθεί απευθύνεται σε όλες τις κατηγορίες. Θα μιλήσουμε για τον μεγάλο αυτόν μουσικό, τις επιρροές του, την “θεωρία” του, την μεγάλη επιδραστικότητα που είχε, καθώς και για τα άλμπουμς της ζωής του – όχι απαραίτητα δικά του.
Τα παιδικά του χρόνια δεν τα λες και ευχάριστα. Γεννήθηκε σε ένα προάστιο του Manchester πριν 77 χρόνια. Μεγάλωσε με τον πατέρα του και την μητριά του, η οποία τον πίεζε να γίνει μάρτυρας του Ιεχωβά, σαν κι εκείνη. Αυτό ήταν που τον έκανε τόσο αντιδραστικό στα θέματα θρησκείας, πράγμα που θα φανεί έντονα και στο έργο του. Για να ξεφύγει απ΄όλο αυτό, το σκάει από το σπίτι, στα 15 του και κατατάσσεται στην αεροπορία. Κι εδώ όμως θα τα βρει σκούρα. Δεν μπορούσε να αντέξει την έντονη και υποτακτική ζωή του στρατιωτικού. Η μόνη του διέξοδος ήταν να προσποιηθεί ψυχική ασθένεια. Μάλιστα υπέστη και εξαντλητικές ηλεκτροθεραπείες προκειμένου να πάρει οριστική απαλλαγή. Τελικά, κάπου στο 1961, θα προσπαθήσει να ξεπεράσει όλες τις παραπάνω κακουχίες, περιδιαβαίνοντας μεταξύ Αφρικής κι Ευρώπης για μερικά χρονάκια.
Γύρισε στην πατρίδα του αποφασισμένος να αφιερώσει τη ζωή του σε αυτά που αγαπούσε περισσότερο: την ποίηση και το τραγούδι. Ο ίδιος έγραφε ποιήματα από 12 ετών. Είχε μεγάλη εκτίμηση σε ποιητές, όπως o Shelley, ο Keats αλλά και ο Kerouac. Κι από εδώ πήγαζε κι η ανάγκη να μάθει μουσική: για να μπορεί να μελοποιεί ποιήματα. Στα 15 του ήδη είχε γράψει τις πρώτες του συνθέσεις. Και την μουσική την είχε πάντα μέσα του. Άκουγε από μικρό παιδί ήχους παλαιότερης εποχής, κυρίως κλασική μουσική. Μάλιστα κόλλαγε το αφτί του στο ραδιόφωνο, ακόμη και σε αγώνες πατινάζ,  για να ακούσει την Συμφωνία Νο.4 του Tchaikovsky! Ήταν επίσης οπαδός της  jazz. Μεταξύ 16 - 18 έκανε μαθήματα σύγχρονης jazz. Κάπου εκεί ανακάλυψε και το άλμπουμ Porgy and Bess. Με αγαπημένο το τραγούδι “Summertime”. Σύμφωνα με τον ίδιο: “Tεράστια επίδραση για μένα ήταν ο Miles Davis. Μου άρεσε ολόκληρο το άλμπουμ κι ειδικά αυτό το κομμάτι. Περιγράφει ακριβώς αυτό που νιώθει κανείς για το καλοκαίρι. Έμαθα πολλά για την μουσική και τη δομής της, απ΄αυτό…”.
Miles Davis - Summertime


Μέσα στις πρώτες του μουσικές επιρροές συγκαταλέγονται και oι bluesmen Lead Belly, Big Bill Broonzy και Josh White. “Δεν είχαμε ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο”, είπε αργότερα ο Harper. “Φαινόταν να είναι από διαφορετικό πλανήτη (η μουσική). Αλλαξε τον κόσμο μας από την μια μέρα στην άλλη”. Άλλος ήρωάς του ήταν ο folk τραγουδιστής Woody Gurthie.
Με τέτοιο ιστορικό δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι γύρω στο 1964/65, που άρχισε η επαγγελματική του καριέρα, εγκαταστάθηκε στην κυριολεξία στο φημισμένο folk club του Soho, “Les Cousins”. Εκεί είδε κι άκουσε ιερά τέρατα της μουσικής, όπως τον Alexis Korner και τον Paul Simon και γνωρίστηκε αργότερα με άλλους καλλιτέχνες, όπως ο Nick Drake και η Joni Mitchell. Εκείνη την εποχή του κάνει φοβερή εντύπωση και χαράκτηκε για πάντα μέσα του, το L.P. του Richard & Mimi Farina, Reflections In A Crystal Wind (1965). Εξακολουθεί να το ακούει μέχρι σήμερα και μάλιστα, όπως λέει : “κάθε φορά που έρχομαι σε ραδιοφωνικό σταθμό και μου ζητούν να παίξω κάτι, το τραγούδι “Bold Marauder” του άλμπουμ, είναι πάντα η πρώτη μου επιλογή. Μου μιλάει στη γλώσσα μου…”.

Richard & Mimi Farina - Bold Marauder


Το 1966 ο Roy υπογράφει στην Strike Records κι αμέσως βγάζει το πρώτο του άλμπουμ Sophisticated Beggar. Φοβερό κι εξεζητημένο, συνδυάζοντας  progressive και baroque folk, με όλα τα κομμάτια να αγγίζουν τον ακροατή. Ο Harper αποδεικνύει από την πρώτη κιόλας δουλειά του ότι θα παίξει πρωτεύοντα ρόλο στη συγκρότηση της folk-prych σκηνής της περιόδου, κινούμενος στον δικό του, προσωπικό δρόμο. Αυτός δεν θα ήταν ίδιος με εκείνον  του Donovan ή των Jansch και Renbourn, αλλά όμως συνδύαζε την ποιητική διάθεση του πρώτου με την κιθαριστική τέχνη των δεύτερων, ανακατωμένες με μια δόση …ελεγχόμενης “παράνοιας”, τύπου Syd Barrett - άλλος ένας λόγος που οι Floyd έπιναν νερό στο όνομά του.
Το 1968, κυκλοφορεί το δεύτερό του άλμπουμ, απ’ την Columbia αυτή την φορά, το Come Out Fighting Ghengis Smith. Η μεγάλη επιτυχία που προσδοκούσε η εταιρεία, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κομμάτια, ήταν το (σχεδόν) 11λεπτο “Circle”. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τον Harper διαχειρίστηκε ο Αμερικανός μουσικός επιχειρηματίας Jo Lustig, μάνατζερ τότε και των Pentangle.
Αλλάζει και πάλι δισκογραφική και το 1969 κυκλοφορεί το L.P. Folkjokeopus, από την Liberty Records. Η “κύρια δήλωση”, του άλμπουμ, σύμφωνα με τον Roy, ήταν το παρατεταμένο 18λεπτο κομμάτι με τίτλο “McGoohan’s Blues”. Το θεωρούσε μια μορφή επανάστασης, αφού ο ίδιος έδειχνε να μη συμμορφώνεται στα, φιλικά προς το ραδιόφωνο, τρίλεπτα τραγουδάκια της εποχής.

McGoohan’s Blues


Εκείνη την εποχή, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τους Led Zeppelin και την μουσική τους. Μιλάει για το κομμάτι που τον “σύστησε” στον Jimmy Page: “ Άκουσα αυτό το κομμάτι (σ.σ. το “Dazed and Confused”) την πρώτη φορά που τους είδα να παίζουν ζωντανά, στο φεστιβάλ του Bath.  Σκέφτηκα ότι ήταν ένα γιγαντιαίο βήμα που είχε γίνει από την μπάντα, μια εκπληκτική, συναισθηματική εμπειρία. Δεν ήξερα πολλά για τον Page εκείνη την εποχή. Ήταν απλώς ένα όνομα. Με εκπλήσσει το γεγονός ότι ήταν οπαδός μου”.  Αλλά και οι Zeppelin, σύμφωνα με τον  Page, θαύμαζαν τον τρόπο με τον οποίο ο Harper έμενε πιστός στις αρχές του και δεν υπέκυψε στις εμπορικές πιέσεις. Από τότε θα υπάρξουν μεταξύ τους πολλές αμοιβαίες εκτιμήσεις της δουλειάς, φιλοφρονήσεις και συνεργασίες. Χαρακτηριστικό είναι π.χ. ότι οι Zeppelin αποτίουν φόρο τιμής στον Roy (εκτός απ’ την περίπτωση του Led Zeppelin III, που αναφέρθηκε) με το παραδοσιακό τραγούδι “Shake ‘Em on Down”.
Με τη φήμη του ολοένα να αυξάνεται, ο Peter Jenner, παραγωγός των Pink Floyd, τον πείθει να υπογράψει στην Harvest της EMI. Για τα επόμενα δέκα χρόνια ο Jenner - και η EMI - θα βρίσκονται στο πλευρό και στην παραγωγή των άλμπουμ του.
Το 1971 λοιπόν, κυκλοφορεί το Stormcock, το μεγάλο αριστούργημα του Harper κι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών, χωρίς υπερβολή. Ήταν ένα πραγματικό έπος τεσσάρων τραγουδιών – αλλά τι τραγουδιών; Το εναρκτήριο “Hors D'Oeuvres” αποτελεί μια κριτική στην αστική δικαιοσύνη. Ο αρχικός τίτλος του ήταν “The Critic” και προέρχεται από ένα ποίημά του που το είχε ξεχάσει στο συρτάρι. Όταν είδε ότι τα άλλα τραγούδια που έπαιζε ζωντανά και προόριζε για το album, δεν ταίριαζαν, αποφάσισε να ανατρέξει ξανά στο ξεχασμένο ποίημα και να του κάνει τις απαραίτητες διορθώσεις ώστε αυτό να αποτελέσει την κατάλληλη εισαγωγή στο album. Το “Same Old Rock” δείχνει την απέχθεια του Harper για τις θρησκείες και όσους τις ακολουθούν τυφλά. Εδώ ξεχωρίζει η δεξιότητα του S. Flavius Mercurius - που στην πραγματικότητα είναι ο …  Jimmy Page (!) - στην ακουστική κιθάρα. Το “Me and My Woman” αναφέρεται στις διαπροσωπικές σχέσεις και την υποκρισία και τους συμβιβασμούς που τις διέπουν. Και το “One Man Rock and Roll Band” είναι απλά - χωρίς εξηγήσεις – το ωραιότερο κομμάτι του άλμπουμ.

One Man Rock and Roll Band


Ένας απ΄τους μεγάλους θαυμαστές του Roy ήταν κι ο Ian Anderson. “Όλοι φθονούσαμε τον Roy, για την απλότητα και την αμεσότητά του, την ελικοειδή και κάπως χαοτική δημιουργικότητά του", έχει δηλώσει ο ηγέτης των Jethro Tull - και έχει δίκιο. Για την ιστορία το “Come Out Fighting Ghengis Smith” του Roy, είναι ένα από τα πρώτα βινύλια που αγόρασε ο Ian, το καλοκαίρι του 1968, την πρώτη βδομάδα αφότου απέκτησε πικάπ, ενώ είχε ήδη φτιάξει τους Jethro Tull. Ακόμη, ο Ian παίζει φλάουτo στα “Valentine” (1974) και “The Dream Society” (1998) albums του Roy και ο Roy έχει διασκευάσει το “Up the ‘Pool” του Ian.
Κι όμως ο Harper θεώρησε ότι ότι δεν υπήρχε η ανάλογη προώθηση από την δισκογραφική του εταιρεία. Αργότερα δήλωσε: “Μισούσαν το Stormcock. Δεν το προωθούσαν στο ραδιόφωνο. Έλεγαν ότι δεν υπήρχαν τα χρήματα… “. Παρ 'όλα αυτά, ο Stormcock θα παραμείνει ένα αγαπημένο άλμπουμ των οπαδών του και θα επηρεάσει τους μουσικούς για τις επόμενες δεκαετίες. Χαρακτηρίστηκε “έντονο, όμορφο και έξυπνο” όπως και “ο μεγάλος, κακός αδερφός του Honky Dory, του Bowie”.
Θα ήταν μάταιο να συνεχίσουμε έτσι και με τα 32 άλμπουμς (!) που κυκλοφόρησε ο Harper (και μην ξεχνάμε: και τα 10 live). Η πορεία του, μετά το “Stormcock”, ήταν πλέον ανοδική. Για τρεις δεκαετίες, εκτός των άλμπουμς, ακολουθούν άπειρες εμφανίσεις και συνεργασίες. Ήδη έχει μείνει στην ιστορία ως ένας από τους επιδραστικότερους τροβαδούρους και τεχνίτης της ακουστικής κιθάρας (ειδικά στο fingerstyle). Όλοι τον “έντυναν” με τα καλύτερα λόγια. Η Kate Bush π.χ. έλεγε: “Ο Roy είναι ένας από τους μεγαλύτερους άγγλους τραγουδοποιούς που έχουμε και οι άνθρωποι απλά δεν το συνειδητοποιούν… Είναι λαμπρός”. Η παγκόσμια αναγνώριση ήταν και είναι δεδομένη. Δεν είχε πια να αποδείξει τίποτε και σε κανέναν. Δυστυχώς, το μόνο που θα έπρεπε να αποδείξει – και τελικά πρόσφατα το απέδειξε – ήταν μία κατηγορία για σεξουαλική παρενόχληση από το 2013. Ευτυχώς, το 2015, αθωώθηκε ομόφωνα.

Pink Floyd - Have a Cigar


Είναι φυσικό ότι ,λόγω της φύσης των τραγουδιών του Harper, (συνήθως σύνθετες και μεγάλες σε διάρκεια μπαλάντες, όπως συνηθίζει ο καλλιτέχνης), ο πολύς κόσμος στις μέρες μας δεν τον γνωρίζει τόσο καλά - όσο τουλάχιστον θα ‘πρεπε. Ανέκαθεν υπήρξε “δύσκολος πελάτης”, όπως τον χαρακτηρίζουν οι πάμπολλες δισκογραφικές εταιρείες με τις οποίες συνεργάστηκε κατά καιρούς. Πέρασε μεγάλα διαστήματα λήθης, αποξένωσης και απομονωτισμού. Τα τελευταία χρόνια όμως όπως διαπιστώνει ο ίδιος, κάτι έχει αλλάξει. Παράδειγμα, ένα κύμα νέων folk καλλιτεχνών, όπως η Bonnie "Prince" Billy, οι Fleet Foxes και η Joanna Newsom, με βασικές επιρροές το Stormcock, άρχισαν να ψάχνουν και να πειράζουν το έργο του, βγάζοντάς τον απ΄την αφάνεια. Αυτό το γεγονός ήταν ίσως κι η αιτία, που ο Roy κυκλοφόρησε, το 2013, ένα νέο άλμπουμ. Ο τίτλος του είναι Man and Myth και λέγεται ότι το προετοίμαζε για 13 χρόνια
Και σ΄αυτό το άλμπουμ οι ανησυχίες του Harper είναι λίγο-πολύ οι ίδιες: η αγάπη ως πλαίσιο στα ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα,  για το πώς ζούμε και αλληλεπιδρούμε μεταξύ μας, τις ιδιοτροπίες του χρόνου και τις παραποιήσεις της ιστορίας καθώς και το σχίσμα μεταξύ ανθρώπων και φύσης. Με αυτά τα ζητήματα (όπως και της θρησκείας) ο Harper ήταν και είναι εμμονικός. Ο άνθρωπος εξάλλου είχε βαθιά χαραγμένη μέσα του μια κοσμοθεωρία, αμετάβλητη στον χρόνο. Κι όπως ο ίδιος εξηγεί, “όλο το έργο τόσων ετών - όλα τα άλμπουμς, συμπεριλαμβανομένων και των πιο υποτιμημένων - έχει σχηματιστεί κι έχει πλήρως πάρει την φόρμα του, από την ηλικία των έξι ετών. Απλώς ήταν σε εμβρυϊκή μορφή. Όλα πήραν την τελική τους μορφή από τότε που ήμουν εννιά ή τα δέκα χρονών” !

The Stranger


Μετά από 55 χρόνια επαγγεματικής μουσικής πορείας, με όλη αυτή τη διαδρομή, ο Roy Harper δε νοιάζεται πια για υστεροφημία. Τον ενδιαφέρουν - εκτός από τα live που δίνει ακόμη - πλέον απλά, καθημερινά πράγματα, τα ίδια όμως που συνήθιζε και πριν πολύ πολύ καιρό: Να ηρεμεί, όταν έρχεται κουρασμένος στο σπίτι, με την αγαπημένη του σουίτα, το “Appalachian Spring” του Aaron Copland ή να χορέυει μόνος στο δωμάτιό του με το “Johnny’s Garden” των Manassas, του φίλου του, Stephen Stills.




ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018




THE MONKS


One Shot Was All They Got (Part 6)



Όταν ο Eddie Shaw μπασίστας των Monks, πρωτάκουσε ότι η παλιά του μπάντα είχε γίνει διάσημη μεταξύ των θαυμαστών των δυσδιάκριτων cult rock γκρουπ, κάλεσε έναν από τους νέους φαν.
H Wendy Wild τραγουδίστρια του Νεουορκέζικου polka-punk γκρουπ Das Furlines, προσπαθούσε να απορροφήσει τους τόνους των Monks στο ρεπερτόριό της. "Είπε, 'νόμιζα ότι ήσασταν GI's (στρατιώτες) και γίνατε AWOL (Absent Without Official Leave) (αδικαιολογήτως απόντες) και ο Στρατός σας βρήκε να παρουσιάζετε στην τηλεόραση και σας συνέλαβε στο σταθμό της τηλεόρασης στο τέλος του προγράμματος'', θυμάται ο Shaw. "Αυτές είναι μεγάλες ιστορίες. Κατά κάποιο τρόπο εύχομαι να ήταν αληθινές επειδή αυτό θα ήταν κάτι, για το οποίο θα άξιζε να γράψει κανείς. Αυτοί οι μύθοι είναι μάλλον καλύτεροι από την αλήθεια". O Eddie θέλει να προκαλέσει εντυπώσεις λιγάκι εδώ. Το συγκεκριμένο ανέκδοτο μοιάζει να είναι περισσότερο δήθεν παρά γεγονός, αλλά η αληθινή ιστορία των Monks σίγουρα είναι πιο παράξενη από ότι ένας σκανδαλοθήρας δημοσιογράφος θα μπορούσε να φανταστεί.

Monk Time (1966)


Δείτε αυτό: Πέντε νέοι Αμερικανοί μουσικοί σχηματίζουν μία μπάντα ενώ υπηρετούν στον Αμερικανικό στρατό στην Γερμανία, στις αρχές του '60. Μετά την απόλυσή τους από τον Στρατό, αποφασίζουν να παραμείνουν στην Γερμανία, που εγγυόταν σταθερή δουλειά στο κύκλωμα του rock 'n' roll, που ήκμαζε μετά από τα θρυλικά περάσματα των Beatles από το Αμβούργο. Σαν the Torquays, έκαναν τις rock και R&B διασκευές που θα αναμένονταν από ένα "beat" γκρουπ στα μέσα του '60. Όταν οι the Torquays έγιναν the Monks οι μέρες του "beat" είχαν τελειώσει. H καλή Αμερικανική rock αντικαταστάθηκε με δριμείς, φρενιασμένους μινιμαλιστικούς proto-punk ήχους. Οι στίχοι να τηρούνται απλοί και επαναλαμβανόμενοι τόσο, όσο να κάνουν το μήνυμα ξεκάθαρο, είτε κατσαδιάζοντας την τρέλα του πολέμου στο Βιετνάμ είτε περιγράφοντας βασανισμένες ρομαντικές σχέσεις αγάπης-μίσους ή αναφερόμενοι σε μεθυσμένες γυναίκες. Τίτλοι όπως "Shut Up" και "I Hate You" έτρεχαν αντίστροφα στο πνεύμα κάθε τίτλου που θα μπορούσες να βρεις στα top 40 το 1966. Πρωτόγονη παραμόρφωση της κιθάρας, πολεμούσε μαζί με φρενήρη riff του οργάνου, "χτυπητό" μπάσο και ηλεκτρικό μπάντζο.

Shut Up! (1966)


Για να δείξουν ότι εννοούσαν την δουλειά οι Monks ντύνονταν ως πραγματικοί καλόγεροι με ράσα και σχοινιά, ξυρίζοντας τελείως το πάνω μέρος του τριχωτού της κεφαλής. To πλήθος θα χωριζόταν στη μέση για να περάσουν οι Monks, λες και περνούσαν μέσα από την Ερυθρά θάλασσα, όπως ο Μωυσής. Οι γυναίκες θα προσπαθούσαν να αγγίξουν τα κεφάλια τους, για να διαπιστώσουν ότι αυτό το παράξενο για την εποχή ξύρισμα δεν ήταν κάποιο τρυκ. To κοινό θα απέστρεφε οφθαλμούς ή θα κοίταζε τα παπούτσια τους μη σίγουροι ότι αυτό που αντίκρυζαν συνέβαινε στ'αλήθεια ή εάν δεν ήταν επιτρεπτό να παρατηρούν κάτι τόσο βλάσφημο. Είναι αμφίβολο αν αυτοί οι στρατιώτες θα είχαν πετύχει τέτοια ζύμωση, αν είχαν έδρα την Αμερική αντί για την Γερμανία. Ο μπασίστας Shaw ήταν στην jazz και πριν την κατάταξή του είχε παίξει τρομπέτα στην Carson City της Νεβάδα σε ένα καζίνο, όπου ξεκινούσε κι ο έφηβος τότε Wayne Newton.
O κιθαρίστας (αργότερα έπαιξε μπάντζο) Dave Day ήταν rock 'n' roll τύπος, o οργανίστας Larry Clark είχε αδυναμία στα blues, ενώ ο τραγουδιστής/κιθαρίστας Gary Burger και ο ντράμερ Roger Johnston ήταν οπαδοί της country. Αλλά το Γερμανικό κοινό ήθελε να ακούσει rock με βάση την κιθάρα στο καλούπι των εκατοντάδων Αγγλικών γκρουπ που είχαν κάνει την Γερμανία δεύτερο σπίτι τους. Σαν Torquays, αυτό ήταν ό,τι αυτοί οι απόδημοι Γιάνκηδες προσπάθησαν να δώσουν, από νύχτα σε νύχτα, από κλαμπ σε κλαμπ, από πόλη σε πόλη, συχνά δουλεύοντας έξι έως οκτώ ώρες. Κυκλοφόρησαν ένα 45άρι σαν Torquays πριν η ανία αρχίσει να πιέζει την μουσική τους να πάρει μία δική της υπόσταση. "Αφού το έχεις κάνει για λίγο, βαριέσαι τόσο με τις φόρμουλες" εξηγεί ο Shaw. "Μερικές φορές είναι σαν κανονική δουλειά. Ένας μπορεί να είναι μηχανικός ή οτιδήποτε άλλο, εκτός του να βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Το μόνο πράγμα που μας διαφοροποιούσε ήταν το σόου μας. Καθώς παίζαμε δυνατότερα και δυνατότερα στα ξαφνικά η παραμόρφωση ξεκίναγε να έρχεται. Και αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε πράγματα να κάνουμε με αυτή την παραμόρφωση. Τα ντραμς έπρεπε να βαράνε δυνατότερα 
και κάθε τι έπρεπε να βρίσκεται overdrive. Μόλις ξεκινούσαμε να το διασκεδάζουμε πηγαίνοντας στα άκρα". Σαν πρώην Αμερικανοί στρατιώτες παίζοντας για τους Γερμανούς σε ένα κύκλωμα που κυριαρχείτο από Αγγλικά γκρουπ αισθάνθηκαν ένα πολιτιστικό εκτόπισμα που διέρεε στους στίχους και στις συνθέσεις τους. Οι Monks επινόησαν ότι ο Shaw αποκαλεί uberbeat. Επίμονους, σχεδόν πολεμικούς ρυθμούς, ένα είδος πόλκα που σε έκανε να χοροπηδάς. Οι στίχοι δεν θα ήταν ανέμελα ρομάντσα, ούτε κλισέ αναμασήματα από blues. Ήταν αφιλόξενοι, αποξενωμένοι και πάνω απ΄όλα απλοί όπως θα έπρεπε για ένα Γερμανόφωνο κοινό. "Ήταν πράγματι ένα πείραμα στον overbeat μινιμαλισμό". λέει ο Shaw. Χωρίς να θέλει να ταιριάξει στην επιτήδευση με τον Philip Glass, ωστόσο βλέπει κάποια ομοιότητα μεταξύ των Monks και του διάσημου μινιμαλιστή συνθέτη.

Drunken Maria (1966)


"Αρχίσαμε να μιλάμε σε μία νέα ορολογία, που ήταν η ένταση. Θέλαμε να πάμε την ένταση σε σημείο που οι άνθρωποι δεν θα άντεχαν πιά. Αντί να παίζουμε με 12 bar παίζαμε με 15, ίσως και με 17 πριν το αλλάξουμε. Φυσικά, καθώς θα βρίσκαμε αυτά τα σημεία έντασης θα αισθανόμασταν επίσης άβολα επειδή σε αυτά τα σημεία το κοινό δεν θα άντεχε και μας". Οι στίχοι σημειώνει σοβαρά επεξεργάζονταν από μεγαλύτερα σχέδια. "Θα προσπαθούσαμε να κάνουμε ένα τραγούδι με τρεις λέξεις. Ότι κι αν ήταν το τραγούδι, ήταν αλήθεια βασισμένο γύρω από τρεις λέξεις. Και όσο περισσότερες λέξεις έπρεπε να προσθέσουμε μετά από αυτό, τόσο ήμασταν σε ετοιμότητα να καταστρέψουμε το κομμάτι. Υπήρχε κάτι γύρω από αυτό που μας έκανε σαν αίσθηση καλογυαλισμένου σπορ αυτοκινήτου συγκρινόμενο με οποιοδήποτε άλλο". Ήταν χρόνια πριν ο Iggy Pop και οι Stooges θα συνέστηναν αυτή την προσέγγιση στην Αμερική και έμοιαζε σαν εμπορική αυτοκτονία εν έτει 1966. Εκ των υστέρων είναι συναρπαστικό ότι οι Monks κατάφεραν να ηχογραφήσουν ένα άλμπουμ. Αλλά το έκαναν και το σπουδαιότερο για μία από τις μεγαλύτερες δισκογραφικές του κόσμου την Polydor, που έβγαλε το Black Monk Time στην Γερμανική αγορά τον Μάρτιο του 1966. Πριν το άλμπουμ της Polydor, οι Monks είχαν ηχογραφήσει μερικά demos που σύμφωνα με τον Shaw ήταν ακόμα πιό μινιμαλιστικά από τα κομμάτια του LP τους. Αν όντως είναι έτσι πράγματι ήταν πρωτοπόροι, αναλογιζόμενοι πως ότι επιβιώνει από το Black Monk Time είναι τόσο κοντά στον μινιμαλισμό στ'αλήθεια, όσο σχεδόν τίποτα από ότι μέχρι τότε είχε ηχογραφηθεί. Αυτό ήταν φανερό από το οδηγό κομμάτι "Monk Time". Δεν περνάει πολύ πριν ο Gary Burger εξαπολύσει μίδρους εναντίον του Στρατού, της ατομικής βόμβας και των κυβερνήσεων που στέλνουν Αμερικανούς και Βιετναμέζους στρατιώτες να σκοτωθούν συνοδευόμενα από μία κακοφωνία περίεργων κιθαριστικών εκρήξεων και κολασμένων ήχων από το όργανο. Δύο μικρόφωνα εγκαταστάθηκαν μέσα στο μπάντζο του Dave Day για να εξασφαλιστεί η ανησυχητική παρουσία του οργάνου στην τελική μίξη. Ανεπαρκές σε όλη την πιό βασική μελωδία και δοσμένο με φινέτσα κομπρεσέρ (τα φωνητικά του Gary Burger ακούγονται σαν του Stevie Winwood σαν μέσα από ένα τσιμεντένιο μίκτη), το άλμπουμ ήταν τόσο ακατέργαστο για να μετρήσει σαν κλασικό σε αρτιστικά εδάφη. "Για εμάς σε αυτό το σημείο έμοιαζε πολύ εκλεπτυσμένο" λέει γελώντας ο Shaw. Ακούγεται ωστόσο όπως κανένας άλλος δίσκος στα μέσα του '60, κοιτάζοντας μπροστά, στην άσεμνη οργή του punk, μια δεκαετία ή κάτι τέτοιο πριν ο όρος γίνει κοινότοπος. Οι Monks όχι απλά δεν ακούγονταν σαν οποιαδήποτε άλλη μπάντα. Δεν έμοιαζαν με κανένα άλλο γκρουπ, ξυρίζοντας τα κεφάλια τους, την εποχή που όλοι ήθελαν να μοιάζουν στους Beatles ή στους Rolling Stones. Πρέπει να διέθεταν ανεπαρκή τυπική εμπορική έλξη, όμως δεν ήταν καθόλου ανεπαρκείς σε δημοφιλία. Ο φωτογράφος τους ήταν ο Charles Wilp, ένας από τους κορυφαίους της Γερμανίας που αργότερα έγινε επίσημος φωτογράφος του Ronald Reagan, κατά την διάρκεια της Προεδρικής του θητείας. Έδιναν συνεντεύξεις στο Radio Luxenbourg, εμφανίζονταν στην Γερμανική τηλεόραση και έπαιζαν με ονόματα όπως Bill Haley, the Kinks, the Troggs και Manfred Mann.

We Do Wie Du (1966)


Σε ένα απερίσκεπτο διαφημιστικό τέχνασμα, έμειναν σε ένα πραγματικό μοναστήρι στη Σουηδία. Νομίζοντας ότι ήταν ακόμα ένα μοτέλ οι Monks κάπνιζαν, έπιναν και διασκέδαζαν με κορίτσια. Ο ηγούμενος δεν ήταν ευτυχισμένος από την όλη κατάσταση, σπεύδοντας σε μιά γρήγορη εκδίωξη. Έπαιξαν στο θρυλικό Top Ten κλαμπ στο Αμβούργο, όπου ο Roger Johnston πήρε αμφεταμίνες από την ίδια ηλικιωμένη πλύστρα που προμήθευσε τους Beatles "Το Αμβούργο πλημμύρισε με Αγγλικά γκρουπ" τονίζει ο Shaw. "Υπήρχε το γκρουπ του Duke Ellington που παίζανε δυό τετράγωνα μακριά. Η μουσική ήταν πολύ έντονη και πολύ σοφιστικέ. Έτσι οι άνθρωποι στο Αμβούργο είχαν ακούσει σχεδόν τα πάντα. Και τους άρεσαν οι Monks, επειδή δεν έπαιζαν τίποτα από αυτά που έπαιζαν όλοι οι υπόλοιποι. Και το ξέραμε αυτό. Γι'αυτό αισθανόμασταν το Αμβούργο σαν το σπίτι μας. Αν το Αμβούργο ήταν ο κόσμος, τότε οι Monks θα ήταν πολύ-πολύ επιτυχημένοι". Σε λιγότερο γκλάμουρ στυλ, πηγαινοέρχονταν στην Γερμανία σε μιά σειρά ατελείωτων one-night stands. "Αν υπήρχε ένα χωριό με 200 κάτοικους πιθανότατα θα παίζαμε. Ήταν σαν περιοδεία πολιτικών, από το ένα μέρος στο άλλο. Παίζαμε σε μέρη που θα υπήρχε ένα μικρό μπαράκι και μία μικρή σκηνή και 50 έφηβοι όλοι κι όλοι. Υπήρχε μία όχι και τόσο αμυδρή υποψία παραλογισμού να χρεωνόμαστε σαν διεθνείς σταρ ενώ παίζαμε σε μικρές Γερμανικές κοινότητες". Αν οι Monks ήθελαν να πάνε στο επόμενο επίπεδο θα έπρεπε να αλώσουν την Αμερικανική αγορά. Όταν η Polydor είπε στο γκρουπ ότι μία Αμερικανική κυκλοφορία του Black Monk Time επίκειται, η μπάντα ήταν πολύ χαρούμενη. Όπως εξελίχτηκε το Black Monk Time δεν κυκλοφόρησε στην Αμερική για πάνω από τριάντα χρόνια. Η Polydor μοιάζει να είχε "παγώσει" την κυκλοφορία ενός τραγουδιού που κατέκρινε τον ανούσιο πόλεμο στο Βιετνάμ (καθώς και την κριτική Αμερικανικής και Βιετναμέζικης πολεμικής μηχανής). Και στο ίδιο τραγούδι "Monk Time" ήταν και άλλο ένα θέμα με την Pussy Galore, αν και οι Monks εννοούσαν τον χαρακτήρα στην ταινία Goldfinger, χωρίς απαραίτητα να εννοούν να θίξουν πιό σαρκικές απολαύσεις. "Ότι μας ειπώθηκε ήταν ότι οι Αμερικανικές εταιρείες ούτε που θα το άγγιζαν", λέει ο Shaw. "Απλά είπαν όχι δεν το αγγίζουμε καν". Σαν εικασία για το αν οι αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ ήταν το εμπόδιο ο Shaw λέει: "Αισθανθήκαμε ότι υπηρετούσαμε στον Στρατό και είχαμε το δικαίωμα να πούμε κάτι. Και δεν θέλαμε να γίνουμε προδότες. Αλλά θα μπορούσε να γίνει εξαιτίας όλων των επιδρομών που γίνονταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένα από τα πιό τρομερά πράγματα που μπορεί κάποιος να κάνει είναι να διαφημίζει πρώην στρατιώτες να φεύγουν από τον Στρατό ενώ μαινόταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ και να λένε τέτοια πράγματα". Ωστόσο, ο Shaw έχει την αίσθηση ότι οι αληθινοί λόγοι για την μη κυκλοφορία του δίσκου στην Αμερική ίσως είναι πιό σαφείς. "Στο πίσω μέρος του μυαλού μου, σκέφτηκα, καλά η μουσική είναι λίγο περίεργη και λίγο τρελή για αυτούς. Θα έπεφτε στη σφαίρα της καινοτομίας". Ποιά νομίζει θα ήταν η αντίδραση στους Monks στην Αμερική αν το γκρουπ παρουσίαζε τον δίσκο εκεί; "Πιθανώς τελείως εχθρική" γελάει χωρίς καμία φανερή αίσθηση μεταμέλειας.

Higgle Dy Piggle Dy (1966)


Ένα μέρος που εκτιμούσαν τους Monks ήταν η Ανατολική Γερμανία. Φιλικά τηλεγραφήματα πίσω από το Τείχος άρχισαν να καταφθάνουν αφού ο κόσμος στην Ανατολική Γερμανία τους είδε και τους άκουσε στην τηλεόραση και στο ράδιο. "Αισθάνονταν ότι οι Monks είχαν αυτή την απλοική εξήγηση για κάθε τι στραβό στον κόσμο αυτό", λέει ο Shaw. "Νόμιζαν ότι λέμε κάτι πολύ σημαντικό γι'αυτούς και υποθέτω εκφράζαμε κάποια άποψη ατομικότητας που σε αυτούς δεν επιτρεπόταν να έχουν. Αλλά ειρωνικά δεν επρόκειτο ούτε εκεί να πετύχουμε". To 1967, οι Monks δέχθηκαν πίεση από την Polydor να αλλάξουν τον ήχο τους. Με λόγια του Shaw η εταιρεία είπε στο γκρουπ να μετακινηθεί στην κατεύθυνση των the Lovin' Spoonful επειδή "το άγριο beat είναι εκτός πιά και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει". Oι Monks έκαναν μερικές διστακτικές κινήσεις σε αυτή την κατεύθυνση με το τρίτο και τελευταίο τους single το 1967, μία προσπάθεια που κανέναν δεν άφησε ικανοποιημένο. Τον ίδιο χρόνο που οι Monks πολεμούσαν τις πολιτικές της δισκογραφικής και μία γενική σύγχιση του να έχουν να δουλεύουν τόσο σκληρά με τόσα λίγα να δείξουν γι'αυτό, όσον αφορά σε υλική επιτυχία, έπαιξαν στο Star Palast στο Κίελο τον Μάιο του '67 ως support group στον ανερχόμενο τότε Jimi Hendrix. Οι Monks μπορεί να επηρέασαν τον Hendrix να προσθέσει ένα σημαντικό χαρακτηριστικό στο οπλοστάσιό του. "Πάντοτε θα αγοράζαμε το πιό καινούριο ηλεκτρονικό υλικό, επειδή μία από τις προυποθέσεις για να κάνουμε μουσική ήταν ο πειραματισμός". Η μουσική των Monks όντως είναι ένα απέραντο πείραμα. "Μιλώντας για τον Hendrix-είχαμε τα wah wah pedals. Και ο μόνος τρόπος να δουλέψουν είναι να τα μετακινείς από αριστερά προς τα δεξιά. Δεν πήγαιναν πάνω-κάτω, πήγαιναν αριστερά-δεξιά και ο Gary έπρεπε να δώσει στο γόνατό του μία ατσούμπαλη κίνηση για να το πετύχει. Συνήθιζα να στέκομαι κάτω στην άκρη της σκηνής και να του κάνω πλάκα όταν τό'κανε και αυτός το μισούσε. Αλλά ο Hendrix ειλικρινά ενδιαφέρθηκε γι'αυτό. Και δεν είδε τίποτα το αστείο. Θυμάμαι στο διάλειμμα ρωτούσε τον Gary που το βρήκε αυτό και ο Gary του απάντησε ότι του στάλθηκε από την Αμερική". Ο Shaw αισθάνθηκε επίσης οικεία στον Hendrix, όχι τόσο για τον ιδιαίτερο ήχο της κιθάρας (που ήταν εντελώς διαφορετικός από των Monks) όσο με την γενική του προσέγγιση. "Όταν παίζαμε στο Κίελο, τα παιδιά δεν θα μας κοίταζαν. Αν περπατούσαμε ανάμεσα στους ανθρώπους αυτοί θα απομακρύνονταν. Αλλά κι ο Hendrix είχε το ίδιο πρόβλημα. Όταν τον είδα να κάθεται στην μέση του Star Palast και να μας παρατηρεί οι άνθρωποι δεν κάθονταν γύρω του. Ήταν τόσο μόνος. Ο Hendrix ήταν το πρώτο πρόσωπο που είχα δει, που αισθάνθηκα ότι υπήρχε κάτι παρόμοιο στις περιστάσεις μας. Ήταν αυτό το είδος της σκληρότητας στη μουσική. Ο Hendrix έπαιζε πολύ πιό σκληρά από ότι παίζανε τα άλλα Αγγλικά γκρουπ. Από την άλλη μεριά θυμάμαι να σκέφτομαι ¨Θεέ μου, κάνουμε με λάθος τρόπο σκληρή μουσική. Αν θέλαμε να ήμασταν πετυχημένοι δεν πρόκειτο να γίνουμε επιτυχημένοι κάνοντας αυτό, επειδή δεν είναι blues΄. Έβλεπα ότι μπορούσες να πάρεις blues και να το κάνεις τόσο hard όσο αυτό, όσο αυτό που έκανε ο Hendrix. Παίρναμε τον ήχο μας τόσο μακριά όσο πήγαινε ακόμα και στο σημείο που αισθανόμασταν κι οι ίδιοι άβολα. Και ο Jimi Hendrix έμοιαζε να είναι μία από τα ίδια. Αισθάνθηκα ότι επρόκειτο να γίνει επιτυχημένος και ότι εμείς δεν επρόκειτο να γίνουμε".

I Hate You (1966)


Οι Monks δεν ήταν πράγματι να διαρκέσουν τόσο πολύ τελοσπάντων. Αισθανόμενοι ότι είχαν εξαντλήσει την Γερμανική αγορά, η διεύθυνση σχεδίασε ένα τουρ συμπεριλαμβάνοντας μία μακρά παραμονή στο Βιετνάμ. Δεν θα μάθουμε ποτέ πώς οι Αμερικανοί στρατιώτες και οι Βιετκόνγκ θα αντιδρούσαν σε τραγούδια όπως το "Monk Time", να αναθεματίζει την τρέλα του πολέμου στην Νοτιοανατολική Ασία και να γιορτάζει τα θέλγητρα της Pussy Galore σε ένα κρεσέντο διαολεμένης noise-rock. Οι Monks ήταν μόλις ώρες μακριά από την επιβίβαση στο αεροπλάνο όταν ανακάλυψαν ότι ο Johnson είχε "πετάξει" πίσω στο Τέξας, γράφοντας ένα σημείωμα στον Burger "Δεν μπορώ να αντέξω άλλο". Eκ των υστέρων ο Shaw ανακουφίστηκε που η μπάντα δεν έκανε αυτό το ταξίδι, έχοντας ακούσει ότι ένα από τα μέλη ενός γκρουπ που ήδη είχαν παίξει στο κύκλωμα του Βιετνάμ, είχε σκοτωθεί κατά την διάρκεια του τουρ. "Σαν Αμερικανική rock 'n' roll μπάντα και παίζοντας σε εμπόλεμη ζώνη χωρίς την προστασία του Στρατού ή κάποιου γενικά πιθανώς θα είχαμε εκθέσει τους εαυτούς μας σε σοβαρό κίνδυνο". Οι Monks σιγά-σιγά πήραν το δρόμο πίσω γιά την Αμερική. Όταν θα έπαιζαν τον δίσκο για τους φίλους τους, θα τους υποδέχονταν σαν διαφορετικούς ή ακόμη χειρότερα επιθετικά. Ακόμα κι όταν ο Burger έπαιξε το δίσκο για τον Shaw στα τέλη του '70, ο Eddie είπε στον συνεργάτη του "Χαμήλωσέ το. Με ζάλισε. Και αλήθεια αισθάνθηκα κάπως σαν άρρωστος". Σε αυτόν τον καιρό το Black Monk Time άρχιζε να μαζεύει μία φήμη σαν ένα πολύτιμο αντικείμενο ανάμεσα στους συλλέκτες, με τις original κόπιες μερικές φορές να φτάνουν αρκετές εκατοντάδες δολλάρια. Στις αρχές του '90 μουσικό περιοδικό εντόπισε τον Shaw και τον Burger για την ιστορία των Monks. Όταν ο Shaw κάλεσε τον Burger να του πει ότι δύο νεαροί φαν τους μόλις του έκαναν συνέντευξη, ο Burger αναστατώθηκε νομίζοντας ότι ο Shaw ονειρευόταν ή ήταν μεθυσμένος. Ο Shaw έπαιξε το άλμπουμ για τα παιδιά-"Ήμουν έκπληκτος επειδή για πρώτη φορά έκανα κάτι που άρεσε. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ήμουν εγώ". Δεν τελείωσε εδώ. Μία εταιρεία έβγαλε μία εκδοχή για μία ταινία βασισμένη στην ιστορία των Monks. O Shaw τότε συγγραφέας ζώντας στην πόλη του ξανά, έγραψε (με την Γερμανίδα πρώην συζυγό του) μία αυτοβιογραφία 400 σελίδων για τις ημέρες στους Monks που έφερε φυσικά τον τίτλο Black Monk Time. Εναλλακτικές μπάντες ξεκίνησαν τότε να διασκευάζουν τους Monks. Ο Shaw ήταν ιδιαίτερα ευτυχής με τις τρεις διασκευές από τους the Fall ένα Αγγλικό punk rock γκρουπ, στα τέλη του '70. Νομίζει ότι αν ο lead singer Mark E. Smith των the Fall βρίσκονταν κοντά τους το '60 "θα μπορούσε να τελειώσει εκεί που εμείς δεν μπορέσαμε. Νομίζω είναι ίδιος με εμάς". Και τον Φεβρουάριο του 1997 η American Records (μεγάλη δισκογραφική εταιρεία) κυκλοφόρησε το Black Monk Time με bonus κομμάτια. Φαίνεται κάποιος που δούλευε στην American υπήρξε φαν των Monks για χρόνια και τελικά πραγματοποίησε το όνειρό του κυκλοφορώντας το άλμπουμ τους στην Αμερική.

Boys Are Boys and Girls Are Choice (1966)😂


Ήταν η Αμερική τελικά έτοιμη για τους Monks; Αν από την κυκλοφορία του δίσκου θα πρέπει να περάσουν άλλα τριάντα χρόνια πριν πάρουμε την απάντηση, έχουμε ακόμα άλλα εννέα χρόνια για να μάθουμε.





ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ


Black Monk Time (1966, American)


Το θρυλικό μοναδικό άλμπουμ των Monks τελικά διαθέσιμο στην Αμερική με επτά μπόνους κομμάτια, και ένα live.
Ένα τρελό, μανιασμένο αμάγαλμα της Αμερικανικής rock του '60, επηρεασμένο από την Αγγλική εισβολή και στίχους που κάποτε ήταν εμπαθείς και περιπαικτικοί.

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ


Black Monk Time, των Thomas Edward Shaw και Anita Klenke (1994, Carson City Publishing)


Ακόμα κι αν το είδος των Monks, του μινιμαλιστικού proto-punk δεν σας ταιριάζει, οι
αναδρομές του Eddie Shaw είναι καθηλωτικές.
Τα τουρ, οι γκρούπις, οι πολιτικές των δισκογραφικών, όλα είναι εδώ ειπωμένα από την σκοπιά μίας μπάντας που πάλεψε χωρίς να τα καταφέρει. Πιό σπαραχτικό απ'όλα ωστόσο, είναι η αίσθηση της έλλειψης πνευματικής στέγης, που ο Shaw και οι Monks βίωσαν σαν Αμερικανοί να παίζουν ντανταιστικό rock μπροστά στο άναυδο Γερμανικό κοινό.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

PHIL SPECTOR 



Υπήρξε πραγματικά ο Νο. 1 παραγωγός στον κόσμο;




Υπάρχουν τρία είδη μουσικών παραγωγών: Το πρώτο είδος είναι ο …”ντοκιμαντέρ” τύπος. Kάποιος π.χ. όπως ο Leonard Chess, ο οποίος πηγαίνει σε ένα μπαρ στη νότια πλευρά του Σικάγου, βλέπει το Muddy Waters με την κιθάρα του, στη συνέχεια τον καλεί στο στούντιο την επόμενη μέρα και λέει: "Παίξε ότι έπαιξες χθες το βράδυ”. Ο δεύτερος είναι ο τύπος που προσπαθεί να εξυπηρετήσει τον καλλιτέχνη. Όπως, π.χ. ο John Hammond, ο οποίος ξέρει να ανακαλύπτει νέα ταλέντα κι απλώς προσπαθεί να τα προωθήσει στη μουσική βιομηχανία. Τέλος, υπάρχει ο παραγωγός που τα κάνει …ΟΛΑ.
O Phil Spector ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία! Με εκατομμύρια θαυμαστές της δουλειάς του, αλλά και πολλούς άσπονδους εχθρούς, ο επανομαζόμενος και ως “Tycoon of Teen”, μέσα στην 50χρονη καριέρα του, ως μουσικός, τραγουδοποιός -  και κυρίως -  παραγωγός δίσκων, αναδείχθηκε ως το αδιαμφισβήτητο Νο. 1 πρόσωπο στην pop ιστορία.
Ποιός είναι όμως ο πραγματικός άνθρωπος πίσω από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στη μουσική, τις φοβερές περούκες και ακανόνιστη συμπεριφορά; Αυτό θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε σε αυτό το αφιέρωμα.
Γεννήθηκε ως Harvey Phillip Spekter στις 26 Δεκεμβρίου του 1939, με εβραϊκές ρίζες από την Ουκρανία, στο Bronx της Νέα Υόρκης. Πριν να κλείσει τα δέκα του χρόνια, ο πατέρας του αυτοκτόνησε – το γεγονός έπαιξε σίγουρα ρόλο στον χαρακτήρα του – και με τη μητέρα του μετακόμισαν στο Los Angeles, το 1953.
Ο Spector έμαθε κιθάρα και άρχισε να γράφει τραγούδια στο Γυμνάσιο της Fairfax. Εκεί σχημάτισε την πρώτη του μπάντα, τους Teddy Bears με τους συμμαθητές του Annette Kleinbard, Marshall Leib και Harvey Goldstein μετά την αποφοίτησή τους. Ο Phil άρχισε να επισκέπτεται τα τοπικά στούντιο ηχογράφησης κι εκεί γνωρίζει τον μέντορά του: τον παραγωγό και συνιδιοκτήτη των Gold Star Studios του Hollywood, Stan Ross. Από αυτόν ο Phil έμαθε πολλά μυστικά για την παραγωγή, από πρώτο χέρι και επηρεάστηκε σημαντικά το κατοπινό του στυλ.
Το 1958, οι Teddy Bears κυκλοφόρησαν το "Do not You Worry My Little Pet" του Spector. Την ηχογράφηση μάλιστα την ανέλαβε προσωπικά ο ίδιος. Και το άρτιο αποτέλεσμα βοήθησε να εξασφαλίσουν μια συμφωνία με την Era Records. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς, με το “To Know Him Is to Love Him”, εμπνευσμένο από στίχους στον τάφο του πατέρα του. Το κομμάτι τους έφερε στο Νο 1 Billboard Hot 100, για τρεις εβδομάδες, με τρομερές πωλήσεις.

Teddy Bears - To Know Him Is to Love Him


Έτσι σε ηλικία 19 ετών, ο Spector έγραψε, έπαιξε, τραγούδησε κι έκανε την παραγωγή στον δίσκο με τις καλύτερες πωλήσεις στη χώρα! Μετά την επιτυχία της, η ομάδα υπέγραψε την Imperial Record. Όμως την επόμενη χρονιά, κι αφού έβγαλαν ένα αποτυχημένο single “I Don’t Need You Anymore”, οι Teddy Bears διαλύθηκαν.
Μετά τη διάσπαση, η καριέρα του Spector μετακόμισε γρήγορα από την ερμηνεία και την παραγωγή τραγουδιών. Κατά την εγγραφή του άλμπουμ των Teddy Bears, είχε συναντήσει τον Lester Sill, πρώην παραγωγό, ο οποίος ήταν σύμβουλος του Jerry Leibel και του Mike Stoller. Το επόμενο έργο του, το “Spectors Three”, πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Sill και του συνεργάτη του, Lee Hazlewood. Το 1960 ο Sill κανόνισε να εργαστεί ο Spector ως μαθητευόμενος στους Leiber και Stoller, στη Νέα Υόρκη. Ο Spector γρήγορα έμαθε πώς να χρησιμοποιήσει ένα στούντιο. Έγραψε μαζί με τον Ben E. King την επιτυχία " Spanish Harlem" και επίσης εργάστηκε ως μουσικός, κυρίως παίζοντας το σόλο κιθάρας στο τραγούδι των Drifters, "On Broadway ”. Οι δικές του παραγωγές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου περιελάμβαναν κυκλοφορίες από τους LaVern Baker, Ruth Brown και Billy Storm, καθώς και την αρχική έκδοση των Top Notes, "Twist and Shout ".
Το 1961, o Spector κι ο Sill σχημάτισαν τη δική τους δισκογραφική εταιρεία με την επωνυμία “Philles Records”. Από τα πρώτα ονόματα εκεί, ήταν τα γυναικεία συγκροτήματα των The Crystals και The Ronettes. Με το πρώτο είχε κάνει πολλά singles - επιτυχίες, όπως τα “No Other (Like My Babe)” και ”Uptown”. Με τις Ronettes τα πράγματα προχώρησαν περισσότερο. Οι επιτυχίες ακολουθούσαν η μία την άλλη. Το μεγάλο μπαμ έγινε το 1963 με το τραγούδι “Be My Babe”, το οποίο έγραψε ο Spector μαζι με τον Jeff Barry και την Ellie Greenwich (αργότερα έγινε - κι αυτή – γυναίκα του Phil). Έφτασε ως το Νο 2 και κυκλοφόρησε με το άλμπουμ “A Cristmas Gift For You”.

The Ronettes - Be My Babe


Μέχρι την ηλικία των 21 ετών, ο Spector ήταν εκατομμυριούχος υπεύθυνος για την παραγωγή 20 διαδοχικών επιτυχιών. Ήταν τότε που καθιέρωσε το εμπορικό σήμα του “Wall of Sound”. Μια τεχνική παραγωγής που εκμεταλλευόταν στο έπακρο τις στούντιο ηχογραφήσεις. Δημιουργούσε μια ασυνήθιστα “πυκνή”, ορχηστρική αισθητική, χαρακτηριστικό των ραδιοφώνων και των τζουκ-μποξ της εποχής. Το αποτέλεσμα ήταν η pop μουσική να διέπεται από έναν πλούσιο, πυκνό ήχο, που ο Spector περιγράφει ως μία “Wagnerian  approach to rock & roll: little symphonies for the kids". Αυτή η τεχνική έκανε τον Spector ακόμη πιο διάσημο στη μουσική βιομηχανία και πολλοί καλλιτέχνες θα άρχιζαν να την μιμούνται τα επόμενα χρόνια, όπως οι the Beach Boys και ο Bruce Springsteen.
Μια βασική ομάδα μουσικών στις ηχογραφήσεις του (γνωστή ως The Wrecking Crew) περιελάμβανε μουσικούς όπως: Hal Blaine, Carol Kaye, Glen Campbell και Leon Russell. Ο Sonny Bono, επίσης, επέβλεπε για λογαριασμό του Spector. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης μια σειρά τραγουδοποιών, μεταξύ των οποίων οι: Ellie Greenwich, Jeff Barry, Gerry Goffin και η Carole King!
Αλλά η ζωή δεν έρχεται πάντα ακριβώς όπως περιμένεις. Ο Phil - ειδικά ο Phil – δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό. Το 1966 έκανε παραγωγή στο "River Deep, Mountain High" του Ike και της Tina Turner. Ο Spector τη θεωρούσε ως τη μεγαλύτερη παραγωγή του μέχρι και σήμερα. Το κομμάτι, αν και πήγε  στο Νο. 3 στα βρετανικά pop charts, κατόρθωσε να φτάσει μόνο μέχρι το Νο. 88 στις ΗΠΑ. O Spector αυτό δεν το χώνεψε ποτέ. Αποσύρθηκε για δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρξαν αναφορές για παράξενη, σχεδόν ψυχωτική συμπεριφορά. Έκανε ελάχιστα την υπόλοιπη δεκαετία του '60.




Το 1969, ο Spector επέστρεψε στη δουλειά του, αρχικά υπογράφοντας μια συμφωνία παραγωγής με την A & M Records. Λίγο αργότερα του ζητήθηκε να επιμεληθεί τα σόλο άλμπουμ του George Harrison και του John Lennon. Μετά από επιτυχημένα αποτελέσματα, του ζητήθηκε να μετατρέψει μια σειρά ηχογραφήσεων των Beatles σε ένα …εμπορεύσιμο άλμπουμ. Αυτό δεν ήταν άλλο από το  "Let It Be". Από εκεί απέσπασε το μοναδικό No. 1, με το "The Long and Winding Road". Αν και το στυλ παραγωγής του Spector ήταν σημαντικά διαφορετικό από τον George Martin, η επιρροή του σημάδεψε τις ηχογραφήσεις των Beatles.
Ο Spector εφάρμοσε τις τεχνικές Wall Of Sound σε πολλά τραγούδια των the Beatles, παρόλο που η πολιτική back-to-basics τηρήθηκε στην πλειοψηφία των tracks του Let It Be, ο Spector εφάρμοσε τη βαριά παραγωγή σε τέσσερα τραγούδια: “Across The Universe”, ”I Me Mine” , “Let It Be” και “ The Long and Winding Road” .
Μετά την ολοκλήρωση των “εργασιών” του, έστειλε σε κάθε ένα από τους Beatles ένα αντίγραφο, μαζί με μια μακροσκελή επιστολή που εξηγούσε τις αποφάσεις του και υποσχόταν να κάνει κάθε ζητούμενη αλλαγή. Αυτή ήταν η πρακτική του. Αυτός ήταν ο Phil!
Ήμουν πάντα ένας μεγάλος θαυμαστής του. Πάντα πίστευα ότι οι ηχογραφήσεις του ήταν φανταστικές - και δημιούργησε πραγματικά σπουδαίους ήχους. Αλλά αυτό που έκανε με το “Let It Be”… ζητούσε να γίνουν πράγματα πέρα απ΄τις δυνατότητές μας… και εγώ τον απείλησα γι 'αυτό... Δεν μου άρεσε το άλμπουμ αυτό με τη μορφή που του έδωσε ο Spector”, έλεγε αργότερα ο George Martin.
Η άποψη του Spector για το “The Long And Winding Road”, ειδικότερα, ήταν ένα σημείο διαμάχης που εξόργιζε τον McCartney. Ωστόσο, το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 8 Μαΐου του 1970, χωρίς να γίνουν οι αλλαγές που ήθελε ο McCartney. Μαζί του δεν θα υπήρχε πλέον καμία επικοινωνία.
Αντίθετα, ο Lennon υπερασπίστηκε το  έργο του Spector για το άλμπουμ, υποδηλώνοντας ότι ίσως τα τραγούδια θα παρέμεναν ανέκδοτα χωρίς την συμβολή του.

the Beatles - The Long And Winding Road


Παρόλα αυτά, για τα επόμενα χρόνια, ο Spector συνέχισε να παράγει επιτυχημένα σόλο άλμπουμ για τους Lennon και Harrison. Το 1970 παρήγαγε το ακατέργαστο, απογυμνωμένο album “John Lennon / Plastic Ono Band” και το περίτεχνο και ενορχηστρωμένο τριπλό άλμπουμ του Harrison “All Things Must Pass”.
Το 1971 διορίστηκε διευθυντής της A & R για την Apple Records, μια θέση την οποία κατείχε για ένα μόνο χρόνο. Με τον Lennon συνεργάστηκε  για το single “Power To the People” και για το άλμπουμ “Imagine”. Εργάστηκε επίσης, με την πρώην σύζυγό του, Ronnie Spector, για το τριπλό άλμπουμ του Harrison "The Concert For Bangla Desh" (για το οποίο λέγεται ότι χρησιμοποίησε 44 μικρόφωνα (!) κατά τη διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων).
Περαιτέρω συνεργασία με τον Lennon περιελάμβανε single του 1971, “Happy Cristmas (War Is Over)” και το άλμπουμ Some Time In New York City, του 1972. Την επόμενη χρονιά άρχισε να δουλεύει στο άλμπουμ Rock ‘N’ Roll του Lennon. Η σχέση τους όμως στις ηχογραφήσεις έφτασαν κι εδώ στο απροχώρητο, εν μέσω κατηγοριών για άγρια συμπεριφορά. Ο Spector λέγεται ότι μπούκαρε με ένα όπλο στο στούντιο κι ύστερα εξαφανίστηκε με  τις master tapes! Ο Lennon ολοκλήρωσε τελικά το άλμπουμ ο ίδιος. Έλεγε μάλιστα: “Ο Phil είναι, πιστεύω, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Αλλά όπως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, είναι πολύ νευρωτικός…”.
Στις αρχές του 1974, ιδρύει την “Warner-Spector” και το επόμενο έτος δημιουργεί την “Phil Spector International” με την Polydor.
Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, ο Spector τραυματίζεται σοβαρά σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Hollywood. Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Dave Thompson ("Το τείχος του πόνου: Η βιογραφία του Phil Spector "), οι τραυματισμοί που προκλήθηκαν στο κεφάλι ήταν ο λόγος που ο Spector άρχισε να φοράει περούκες για τα επόμενα χρόνια.
Ο Spector επανεμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του '70, για να κάνει παραγωγή σε δουλειές της Cher, της Dion, του Leonard Cohen και των Ramones, πριν ξαναγυρίσει στην απομόνωση. Αναφορές για τις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις του έγιναν ολοένα και πιο έντονες, καθώς και για παράξενη - εως αλλόκοτη - συμπεριφορά. Παράδειγμα, στην ομιλία που έκανε στην εκδήλωση του Rock ‘n’ Roll Hall of Fame, το 1989, όταν παρουσιάστηκε με τρεις οπλισμένους σωματοφύλακες μέσα στην αίθουσα, προκαλώντας αμηχανία και αναστάτωση στους προσκεκλημένους. Στις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90, λόγω ίσως του χαρακτήρα και της αυτο-απομόνωσής του, οι αξιόλογες δουλειές του θα είναι ελάχιστες.
Ο Phil Spector δημιούργησε μια φήμη - όχι άδικα - ως ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μουσικής όλων των εποχών. Ήταν σίγουρα ιδιόρρυθμος. Αυτό δεν το έχει αρνηθεί κανείς. Όμως ήξερε, αν μη τι άλλο, να βγάζει επιτυχίες. Είχε τον … δικό του τρόπο. Ήταν ο μοναδικός παραγωγός δίσκων που μπορούσε να διεκδικήσει πλήρως τον ρόλο του “auteur”,  μιας πρωταρχικής, δημιουργικής και οργανωτικής δύναμης πίσω από τη μουσική που παρήγαγε. Σύμφωνα με τον τρόπο που ενεργούσε, ο ρόλος του παραγωγού ήταν περισσότερο παρόμοιος με αυτόν ενός σκηνοθέτη στον κινηματογράφο. Ο Hal Blaine, ο αγαπημένος του drummer, περιγράφει τη συνεργασία με τον Spector, παραστατικά, θεωρώντας τον “σκηνοθέτη του στούντιο”: "Ο Phil είναι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο. Είχε τον τρόπο  του να μας κουμαντάρει. Αντιμετώπιζε τους μουσικούς σαν αγωνιστικά άλογα: "Μην παίζετε ακόμα”. “Δεν παίζεις ακόμα”. Θα προβάριζε τον κιθαρίστα για μια ώρα. Θα προβάριζε το βιολί. Θα προβάριζε το συγκρότημα. "Όλοι παίζουν, αλλά Hal, μην παίζετε. Παίρνω έναν ήχο εδώ ». Τότε θα έλεγε:« Hal, παίζεις τώρα!".
Είχε μία δική του άποψη για κάθε τραγούδι  - εξάλλου πολλά από αυτά που έκανε παραγωγή είχαν, αν όχι δικό του credit, τουλάχιστον βαθιά την προσωπική του σφραγίδα. Το στιλ του ήταν φιξαρισμένο. Μετά τις πρώτες πρόβες, έφερνε κάποια στιγμή το τραγούδι στους καλλιτέχνες, έτοιμο καθ’ όλα, και τους έλεγε: “Αυτό είναι. Και τώρα, παίξτε το”!
Και τώρα κάποιοι ίσως αναρωτηθούν: “Μα πού βρίσκεται σήμερα αυτή η φοβερή μουσική ιδιοφυϊα” ; Η απάντηση δυστυχώς, για όσους δεν ξέρουν την ιστορία, είναι σοκαριστική: “Στις φυλακές  Corcoran της Καλιφόρνια, καταδικασμένος σε πολυετή φυλάκιση για φόνο”! Το είπαμε ότι η ζωή είχε άλλα σχέδια για τον Phil. Η ιστορία περιληπτικά:  Στις 3/2/2003, η Lana Clarkson βρίσκεται νεκρή, πυροβολημένη στο κεφάλι, σε μια βίλα του Spector. Ο τελευταίος συλλαμβάνεται ως κύριος  ύποπτος και κατηγορείται για φόνο. Η πλευρά του εκκεντρικού παραγωγού μιλάει για αυτοκτονία αλλά δεν γίνεται τελικά πιστευτός. Ακουλουθεί μια μακροχρόνια δικαστική διαμάχη, η οποία μάλιστα, ως γνωστόν στους φανατικούς του φίλους, αποτέλεσε έμπνευση για μια ταινία του HBO! Το 2008 έγινε επανάληψη της δίκης, όπου εκεί τουλάχιστον πέντε γυναίκες κατέθεσαν ότι ο Spector είχε τρομακτική τάση για πυροβόλα όπλα και εκρηκτικά μεθύσια. Ότι κι αν είπαν οι δικηγόροι του ήταν πλέον μάταιο. Τον Απρίλη του 2009, λήγει οριστικά η εγγύηση που τον άφηνε ελεύθερο και καταδικάζεται τελεσίδικα σε 19 έτη φυλάκισης. . Δυστυχώς, ακόμη και το 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο επέλεξε να μην αναθεωρήσει την καταδίκη.
Ήταν, δεν ήταν ένοχος, κανείς δεν ξέρει, παρά ο ίδιος. Παραμένει γέρος, 79 ετών, στη φυλακή. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να του συμπαρασταθούμε νοερά, με την νοσταλγική μελωδία ενός τραγουδιού (που έγραψε και παρήγαγε ο ίδιος) από το 1964, ενός γκρουπ-πουλέν του Phil, των Righteous Brothers:

Righteous Brothers - You've Lost That Lovin' Feelin' 


ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης