Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018



MERRELL FANKHAUSER


Rock Enigmas (Part 2)



Αν το Rock 'n' Roll Hall of Fame έκανε εκλογές για τους καλλιτέχνες που εκτιμούνται περισσότερο από τους συλλέκτες σπανίων δίσκων (μην κρατάτε την ανάσα σας), ο Merrel Fankhauser θα ήταν ένας από τους πρώτους υποψήφιους. Αυτό που είναι το πιό αξιοθαύμαστο είναι ότι δημιούργησε ένα cult κοινό ανάμεσα σε λάτρεις όχι ενός αλλά αρκετών στυλ, από την surf στην folk-rock, στην ψυχεδέλεια, στην progressive rock. Για αυτούς που ποτέ δεν μελέτησαν τα ψιλά γράμματα στα συλλεκτικά περιοδικά δίσκων, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα λήμμα σε ένα κατάλογο με μπάντες με αστεία ονόματα όπως Fapardokly, HMS Bounty και MU (προφέρεται ΄μου΄).

Fapardokly - Lila (1967)


Ποιά η σχέση, θα ρώταγε κάποιος μεταξύ του έφηβου που ηχογράφησε το πρώτο surf τραγούδι που λεγόταν "Wipe Out" στις αρχές του '60 και του κοσμικού ρόκερ που δεκαετίες αργότερα δούλευε σε τραγούδια με θέμα το να απαχθείς από ένα διαστημόπλοιο ενώ βαδίζεις μές στη ζούγκλα; Ίσως, μόνο ότι η θάλασσα, η έρημος και τα νησιά είχαν γίνει σταθερά θέματα στην δουλειά του Καλιφορνέζου, είτε παρήγαγε ορχηστρική surf rock, μερικά από τα πιό υποτιμημένα κομμάτια της folk-rock του '60 ή μυστικιστικά παράξενα πράγματα με τους MU. Θα μπορούσες να προσθέσεις ότι για όλη την παραξενιά της, η μουσική του Fankhauser είναι τόσο προσβάσιμη όσο θα μπορούσε να είναι η μουσική ενός cult rocker. Αυτό τον έφερε κοντά στην εμπορική επιτυχία πολλές φορές-και σε φευγαλέα επαφή με διασημότητες όπως ο Nilson, ο Captain Beefheart και ο George Harrison. Αλλά το όνομα του Fankhauser ποτέ δεν έκανε κλικ σε περισσότερους από μερικούς χιλιάδες αφοσιωμένους φαν. Και πολλοί από αυτούς ίσως ξέρουν έναν μόνο Merrell Fankhauser, τον folk-psychedelic rocker των '60'ς, τον αλα Beefheart κοσμικό ρόκερ των '70'ς ή την υποσημείωση στην πρώιμη surf, αλλά όχι και τις τρεις ή ακόμα και τις δύο από τις τρεις μουσικές του προσωπικότητες. Παραδόξως η πιό κοντινή του προσπάθεια για επιτυχία συνέβη στις αρχές της 50χρονης και πλέον καριέρας του. Αρχές του '60 ο έφηβος κιθαρίστας μάθαινε την τέχνη του στο Pismo Beach στην Καλιφόρνια στην κεντρική ακτή. Επιστρατευόμενος ενώ δούλευε σε ένα βενζινάδικο από ένα τσούρμο τοπικών surfer με το όνομα the Impacts, τους έκανε να βγάλουν από το σχήμα τον τρομπονίστα τους και να ξεκινήσουν να παίζουν instrumental rock. Όταν ηχογράφησαν μερικά session για την Del-Fi Records στο Hollywood το 1962, ένα από τα θέματα ήταν το από τον Fankhauser γραμμένο "Wipe Out".

Merrell Fankhauser - Wipe Out


Τον επόμενο χρόνο ένα παρόμοιο τραγούδι από ένα γκρουπ που λεγόταν the Surfaris θα έκανε μούσκεμα (λόγω surf) τα ερτζιανά κύματα, για να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα χιτ όλων των εποχών. Το τραγούδι αργότερα το διασκεύασαν και οι Ventures. Όμως εσείς τώρα γνωρίζετε ποιός ήταν ο δημιουργός αυτού του mega-hit. Μέχρι πρόσφατα ο Merrell έλεγε ότι οι the Impacts έκαναν demo μία άλλη version του τραγουδιού που "σέρβιραν" στους the Surfaris σαν πρωτότυπη. Η διαμάχη ποτέ δεν τακτοποιήθηκε τελικά, ιδιαίτερα καθώς η απόδοση των the Impacts, που ήταν το ομώνυμο κομμάτι του μοναδικού τους LP κυριαρχείτο από κιθάρα και σαξόφωνο και δεν ήταν τόσο ίδιο με το πιό γνωστό για τα ντραμς και την κιθάρα που υιοθέτησαν οι the Surfaris. Οι the Impacts διαλύθηκαν. Ο Fankhauser έφτιαξε μία άλλη μπάντα τους the Exiles και άρχισε να γράφει και να τραγουδάει κατά μέσο όρο pop-rock στο καλούπι των Ricky Nelson, Buddy Holly και το πρώιμο Mersey-beat. Για τους περισσότερους τέτοιους μουσικούς με μία μικρή αντιπαράθεση στα credits τους, η αυλαία θα είχε πέσει εδώ.
Εκτός του ότι η έρημος Mojave είναι ένα τοπίο που στο μεγαλύτερο μέρος του είναι τόσο άγονο από πολιτιστική καινοτομία, όσο είναι και από νερό, είχε αυτή την παράξενη τάση να τροφοδοτεί εκκεντρικές ιδιοφυίες στα '60'ς. Ίσως η έλλειψη κίνητρου καλλιέργησε αυθεντικότητα, αλλά και ο Frank Zappa και ο Captain Beefheart θήτευσαν στην περιοχή αυτή, ενώ τελειοποιούσαν την μουσική τους. Έτσι έκανε και ο Fankhauser, ο οποίος τώρα ηχογραφούσε στη μικρή δισκογραφική που διευθυνόταν από τον εκκεντρικό Glenn MacArthur, του οποίου η αληθινή αγάπη ήταν η εξόρυξη χρυσού. Στα μέσα του '60 τα τραγούδια του Fankhauser άρχισαν να δέχονται μία folk-ψυχεδελική χροιά, που ήταν παράξενη. Αν και δουλεύοντας για την Glenn Records οι πολύ περιορισμένες πωλήσεις σε μερικές χιλιάδες κόπιες στην έρημο, θα είχαν δώσει στον Merrell λίγο περισσότερο περιθώριο από αυτό που θα είχε αν είχε αναλωθεί στην μηχανή του Hollywood. Ηχογραφώντας τα φωνητικά του Merrell σε ένα πλαστικό πλεονάζον κόκπιτ από τζετ, ο MacArthur σύμφωνα με λεγόμενα του Merrell "θα έβαζε ηχώ στο δωμάτιο". Τα κομμάτια του Glenn είχαν ένα βαρύ ήχο και ο Fankhauser άρχισε να φτιάχνει εξαιρετική μελωδική αλα Byrds ποπ με μία αστρική σχεδόν αστεία αιχμή. Οι Exiles του Merrell πήγαν μέσα από μία ποικιλία πολύπλοκων αλλαγών προσωπικού αλλά είναι σίγουρο ότι δύο από τους μουσικούς, ο κιθαρίστας Jeff Cotton και ο ντράμερ John "Drumbo" French θα τελείωναν αργότερα στην μπάντα του Captain Beefheart. Μερικά από τα καλύτερα single του Glenn όπως το "Tomorrow's Girl" συνδυάστηκε με κάποιο από το νεότερο υλικό κάτω από τον αμίμητο τίτλο Fapardokly (τα αρχικά των ονομάτων των μελών).

Fapardokly - Tomorrow's Girl (1967)


Το γκρουπ επίσης είχε σύντομα αλλάξει το όνομά του στο αινιγματικό Fapardokly, που ίσως καταδίκασε το LP σε άμεσο συλλεκτικό στάτους. Πράγμα που είναι κρίμα, καθώς περιέχει μερικά τρελά διαμάντια, όπως το "Gone to Pot", σαν ένα άλλο "Eight Miles High" των the Byrds και τραγούδια που συστήνονται σαν ρολόι με κούκκο ("Mr. Clock") και σαν γυάλινος πολυέλαιος ("Glass Chandelier"), (τα ναρκωτικά ήταν το πιθανότερο να είχαν αρχίσει να επιδρούν). "Πήγα σε αυτό το folk πράγμα για κάποιο λόγο, επειδή πάντα μου άρεσαν οι Kingston Trio", λέει ο Fankhauser. "Έκαναν τέτοιες μπαλάντες που έλεγαν ιστορίες και αυτό το πήγα σε μία πιό απόμακρη προσέγγιση με τραγούδια όπως το "Lila" και το " Super Market". Κανένας δεν θα μπέρδευε αυτούς τους ονειρικούς τόνους με αυτούς των Kingston Trio, τελοσπάντων. Το "Lila" ήταν παιγμένο με 12-χορδη, αντάξιο των καλύτερων τραγουδιών των the Byrds και το "Super Market" ήταν μία θολή μίξη εμπορικής μελωδίας που μπαίνει σε αεροπλάνα (συμπληρωμένη με τρομπέτα) και ψυχεδελικά ξόρκια για το κορίτσι του τραγουδιστή που την πίεζε να μην σκέφτεται να φύγει και να αφήσει τις αποσκευές της πίσω. Τα 12 κομμάτια του άλμπουμ συνέδεαν υλικό αρκετών χρόνων, συνεισφέροντας σε μία σχιζοφρενική ποιότητα που κάνει το γκρουπ να μοιάζει ακόμα πιό παράξενο από ότι στην πραγματικότητα είναι. Το ένα λεπτό μιμούνταν τον Ricky Nelson και το εφηβικό χτυποκάρδι, το επόμενο αναστέναζαν για αστρικά ταξίδια ("Gone to Pot"). H κιθάρα κυμαινόταν από γρήγορο ροκαμπίλυ μέχρι σε μερικές από τις πιό στοιχειωτικές γραμμές 12-χορδης αλα Roger McGuinn. Μόνο 1000 κόπιες τυπώθηκαν. Το 1980 το άλμπουμ αυτό είχε γίνει ένα από τα πιό συλλεκτικά της rock του '60, στοιχίζοντας περισσότερο των $500 για να έχει κάποιος μία γνήσια mint (του κουτιού), όπως λέγεται κόπια.

Fapardokly - Gone to Pot (1967)


Οι Fapardokly ωστόσο δεν βρήκαν δικό τους κοινό στον καιρό τους. Το 1968 ο Fankhauser ηγούνταν μία νέας μπάντας των HMS Bounty, η οποία αποφάσισε να κάνει μία επίθεση στο Hollywood κάνοντας ένα συμβόλαιο με την Uni. Αποτέλεσμα ήταν ένα ομώνυμο άλμπουμ, που θα γινόταν όλο, τόσο κοινό για τα πρότζεκτ του Merrell: ενθουσιώδεις έπαινοι από όσους το είχαν ακούσει, σχεδόν ανύπαρκτη διανομή του και μία γρήγορη επικράτηση σε στάτους σχεδόν θρυλικής σπανιότητας. Ήταν πράγματι μία εντελώς αξιόλογη ποπ-ψυχεδελική ιστορία, που στα καλύτερά της έβρισκε το γκρουπ να τεντώνεται προς το ψυχεδελικό μέρος της ζυγαριάς. Ενώ ήταν ικανός να δημιουργεί μάλλον στάνταρ εμπορική Καλιφορνέζικη rock, η μούσα του Fankhauser έμοιαζε να είναι στους διαστημικούς, λυρικά ασύλληπτους τόνους, στους οποίους έδινε ανθρώπινη διάσταση με την νοσταλγική, αέρινη φωνή του. To "A Visit with Ashiya" (με σιτάρ) και το "Madame Silky" ιδιαιτέρως, είναι δύο από τους καλύτερους υποτιμημένους με Ινδικές επιρροές τόνους της περιόδου και το "Ice Cube Island" επιδεικνύει την ικανότητα του ασυνήθιστου ταιριάσματος λυρικών απεικονίσεων του Fankhauser.

Merrell Fankhauser & His HMS Bounty - A Visit with Ashiya (1968)


Δεν ήταν αρκετό να κρατήσει τους HMS Bounty από την διάλυσή τους το 1969, ωστόσο. O Fankhauser πήρε την ευκαιρία του στην εμπορική αγορά με ένα παράξενο με γεύση mariachi single του "Everybody's Talkin", με την καλύτερη ομάδα από session μουσικούς του LA, αλλά η version του φίλου του Nilsson "το έκανε σκόνη" στην αγορά. Εκείνο τον καιρό ωστόσο, ο ήχος του Merrell γινόταν πολύ πιό blues. Ένας υπαινιγμός αυτού μπορεί να ακουστεί στο τελευταίο single των HMS Bounty "I'm Flying Home".

Fapardokly - Glass Chandelier (1967)


Περισσότερο αποφασιστικά θα άρχιζε να γυρίζει με τον Captain Beefheart που επιστράτευσε τον ιδιοφυή κιθαρίστα Jeff Cotton. Στον Beefheart θυμάται ο Fankhauser "θα καθόμασταν όλη την νύχτα γράφοντας τρελά τραγούδια και παίζοντας άγρια, παράξενη μουσική. Κλείδωνε διάφορα μέλη του γκρουπ στο σπίτι. Σε διάφορους χρόνους είχαν προσπαθήσει να δραπετεύσουν. Επειδή θα έμεναν κλειδωμένοι στο σπίτι ηχογραφώντας υπό την επίβλεψη του Don (Captain Beefheart). Και θα άρχιζαν να φαίνονται χλωμοί. Δεν θα αναγνωρίζονταν στην όψη μετά από αυτό". Έτσι όταν ο Fankhauser και ο Cotton άρχισαν να παίζουν μαζί στην δική τους μπάντα, "ήταν κάτι που πείραξε τον Don. Είχε δύσκολες ώρες να κρατάει μαζεμένη την μπάντα του εκείνες τις μέρες, επειδή τα πράγματα είχαν αγριέψει. Θα πέταγαν στο Βέλγιο ή κάπου αλλού να κάνουν μία συναυλία και μετά θα γύριζαν για να μείνουν στο σπίτι κάνα εξάμηνο δουλεύοντας ένα άλλο άλμπουμ και τέτοια πράγματα. Κάποιοι δεν ήξεραν ούτε ποιός είναι ο πρόεδρος της Αμερικής. Ήταν σαν να βρίσκονταν σε νεκροφάνεια εκεί". Και ο Fankhauser και ο Beefheart λαχταρούσαν τον Cotton για τους ασυνήθιστους ήχους που πετύχαινε με slide στην κιθάρα. Ο Cotton, ένας μη πότης, θα πήγαινε σε καταστήματα ποτοποιίας απλά για να δοκιμάσει μπουκάλια από ουίσκι με το μικρό του δάχτυλο σε αναζήτηση για μπουκάλια που θα απέδιδαν τα καλύτερα slide. Έτσι ο καλός Captain, παραδέχεται ο Fankhauser "ενοχλήθηκε λίγο όταν ο Jeff ήθελε να γυρίσει πίσω να παίξει μαζί μου ξανά. Είπε ΄Ο τύπος είναι φαινόμενο της rock. Είναι πιθανόν το λιγότερο ο τρίτος καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο τώρα για το συγκεκριμένο του στυλ΄. Το τι έκανε ο Jeff με slide κιθάρα ήταν κάτι που ακόμα δεν έχω ακούσει κάποιον άλλο να κάνει". Σύμφωνα με τον Fankhauser πήρε ένα μακρύ χρόνο διαπραγματεύσεων στο "Magic Bathroom" του Beefheart, πριν ο Captain παραιτηθεί από τις απαιτήσεις του για τα ταλέντα του Cotton. Με τους πρώην Exiles Larry Willey στο μπάσο και Randy Wimer στα ντραμς οι MU σχηματίστηκαν, παίρνοντας σαν έμπνευση την μυθική βυθισμένη ήπειρο του Ειρηνικού .

Merrel Fankhauser & His Band - On Our Way to Hana (1982)


Όπως θα μαντέψατε η φιλοσοφία της μπάντας γινόταν πιό μυστικιστική και spiritual σε φύση για την ώρα. Ο Fankhauser και ο Cotton έγραφαν πολύ παραγωγικά. Το μοναδικό άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην ζωή του γκρουπ, (MU, 1972), ήταν ένα είδος σύγκρουσης ανάμεσα στον Beefheart, τους Grateful Dead και τους Crosby, Stills & Nash. Τέτοια ονόματα που έπεσαν μόλις, δεν απεικονίζουν βεβαίως τον μη κατηγοριοποιήσιμο χαρακτήρα της μουσικής, ο οποίος ήταν συνδυασμός των slide του Cotton, φυλετικών ρυθμών, απρόσμενων γυρισμάτων από straight σε jazz τζαμαρισμάτων, τροπικό περιβάλλον και πληθωρικές αρμονίες.

MU - Blue Form (1971)


Το σάλπισμα που καλούσε σε ενοποίηση των χίπις ίσως προκαλούσε γκριμάτσες τώρα, αλλά μουσικά οι MU ήταν ανάμεσα στα πιό εκλεπτυσμένα και ασυνήθιστα γκρουπ στα τέλη της ψυχεδελικής περιόδου. Ελάχιστοι άνθρωποι έξω από το underground Λος Άντζελες άκουσαν το άλμπουμ αυτό και το γκρουπ πήρε τις κοσμικές του πεποιθήσεις σοβαρά αρκετά για να μετακομίσει στο Maui μετά την κυκλοφορία του. Περισσότερο υλικό ηχογραφήθηκε στο σπίτι της μπάντας στην ζούγκλα με εξοπλισμό που άφησαν οι Quicksilver Messenger Service πίσω (μία γεννήτρια που παρείχε ρεύμα). Το γκρουπ απροσδόκητα διαιρέθηκε όταν ο Cotton και ο Wimer αποφάσισαν να γίνουν Χριστιανοί και να επιστρέψουν στην Καλιφόρνια. Οι ηχογραφήσεις ουσιαστικά ξεχάστηκαν από τον Fankhauser μέχρι το 1980, όταν με μία μαχαίρα διέσχισε την ζούγκλα για να τις βρει στο εγκαταλειμένο, ερειπωμένο σπίτι μόλις λίγα μέτρα από ένα νερόλακκο που θα τις έκανε άχρηστες αν έμεναν κι άλλο εκεί.

MU - Nobody Wants to Shine (1971)


Πολύ από το υλικό που ήταν πολύ γλυκύτερο και σε πιό τροπικό ύφος από το original LP των MU, τυπώθηκε για πρώτη φορά σε διάφορες δισκογραφικές συλλεκτών την δεκαετία του '80. Ο Fankhauser είχε απορροφήσει μεγάλη δόση από τον παλμό του Maui ως τότε-στην πραγματικότητα οι MU ήταν παραλίγο διάσημοι εκεί, παρουσιάζοντας ό,τι ο Merrell πιστεύει πως ήταν το δεύτερο μόλις rock κονσέρτο στο νησί (το πρώτο ήταν το 1970 από τον Hendrix). Με το κορίτσι του τότε, βιολονίστρια Mary Lee, o Fankhauser επέστρεψε στην Καλιφόρνια στα μέσα του '70 για να ηχογραφήσει ένα σόλο LP, σε ένα είδος ενημερωμένης, πιό ενδιαφέρουσας έκδοσης Crosby, Stills & Nash.

Merrell Fankhauser & Mary Lee - Some of Them Escaped it All (1980)


Αν και ο παραγωγός ενδιαφερόταν να βάλει τον δίσκο με την Dark Horse του George Harrison, τελείωσε σαν ακόμα ένα σπάνιο αντικείμενο. Στα τέλη του '70 ο Fankhauser θα ενδιαφερόταν περισσότερο για την αναζήτηση αποδείξεων για την χαμένη ήπειρο στα νησιά της Χαβάης, όπως επίσης για τις μελέτες στον Θιβετιανό Βουδισμό (το 1975 χρίστηκε Βουδιστής μοναχός από έναν Θιβετιανό Λάμα). Ο χρόνος έχει ένα μυστήριο τρόπο να γαντζώνεται στα αινίγματα της rock, ωστόσο, καθώς ο τραγουδοποιός βρέθηκε στις αρχές του '80, όταν εντοπίστηκε στο Maui από αφοσιωμένους Γερμανούς συλλέκτες δίσκων πρόθυμους να εκδώσουν κάποιο από το υλικό του. Εν αγνοία του Fankhauser, ένα cult κοινό είχε αναπτυχθεί γύρω από τη δουλειά του ιδιαιτέρως στην Ευρώπη. Ένα bootleg από το LP των Fapardokly εμφανίστηκε στην Αγγλία αρχές του '80, ακολουθούμενο τα επόμενα χρόνια από επανεκδόσεις των περισσοτέρων ηχογραφήσεων από το '60 και το '70.

Fapardokly - The Music Scene (1967)


Μία καρδιακή προσβολή πάνω στην σκηνή στα τέλη του '80 δεν τον σταμάτησε από το να δημιουργεί περιοδικά άλμπουμ. Το 1996 δούλευε πάνω σε ένα διπλό CD rock όπερα, με τίτλο Return to MU, γύρω από την χαμένη ήπειρο που ποτέ δεν σταμάτησε να ψάχνει. Καθισμένος στο Hollywood το 1985, πολύ μακριά από την MU ή ότι απομένει από αυτή, ο Fankhauser δίνει μία ιδέα για την αποτυχία του να έλξει ένα μεγάλο κοινό, όσο και για την διάρκεια της καλύτερής του μουσικής. "Ήμουν πάντοτε ένας από αυτούς που δεν θέλουν να ακούσουν ράδιο. Επειδή εκεί (στο ράδιο) πολύ σύντομα κάτι σε παρασύρει και ασυναίσθητα κάνεις κάτι (σε μουσική) που ήδη έχει γίνει. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Captain Beefheart θα έκανε αυτά που έκανε. Θα προσπαθούσε να κρατήσει όλους τους μουσικούς του έξω από κάθε τι άλλο, όπου θα έπαιρνε κάτι το διαφορετικό. Κάνω το ίδιο πράγμα. Βλέπεις ζώντας στην έρημο, ζώντας στον ωκεανό, πηγαίνοντας στο Maui προσπαθείς να μείνεις έξω από αυτό, ώστε να μην γεμίσεις με κοινοτυπίες ασυναίσθητα".

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Merrell Fankhauser συνέχισε να ηχογραφεί περιστασιακά με φίλους συμπεριλαμβανομένων του John Cipollina (Quicksilver Messenger Service) και αργότερα με τον Ed Cassidy από τους Spirit, με τον οποίο έφτιαξαν και μπάντα. Εδώ από το DVD 'TIKI LOUNGE' Vol 1 (1991), με τον θρυλικό Nicky Hopkins. Στην κιθάρα και φωνητικά ο υιός του, Tim Fankhauser.

Merrell Fankhauser & Band / Nicky Hopkins - Lucille


ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Με τους Fapardokly

Fapardokly (1967, Sundazed)


Πιθανόν το περισσότερο υποτιμημένο folk-rock άλμπουμ, που περιλαμβάνει 12-χορδη και πρώιμη ψυχεδέλεια.

Με τους Merrell Fankhauser & His HMS Bounty

Merrell Fankhauser & His HMS Bounty (1968, Sundazed)


Πιό συνεπές από το Fapardokly, αν και όχι τόσο εκκεντρικά εμπνευσμένο. Ωστόσο σε όποιον έχει πιό ποπ ακούσματα που παραπέμπουν σε Buffalo Springfield, the Byrds και άλλες τέτοιες μπάντες του '60 από το Λος Άντζελες, θα του αρέσει.

Με τους MU

MU (1972, Sundazed) / 2xCD comp. reissue (1997, Sundazed)


Ένα ψυχεδελικό progressive, σχεδόν αριστούργημα, με μία fusion από blues, χίπικο μυστικισμό και ρυθμούς ζούγκλας, που ακούγεται όπως λίγα από αυτήν την εποχή ή οποιαδήποτε άλλη. Η επανέκδοση του CD της Sundazed είναι η απόλυτη συλλογή των MU.

MU


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018


APRIL WINE 


The Aging of Wine



Αν και δεν είναι αρκετά γνωστοί στο ευρύ μουσικόφιλο κοινό, οι April Wine υπήρξαν ένα από τα πιο κοινοτόμα κι επιτυχημένα καναδικά συγκροτήματα, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Μαζί με τους Rush, τους Triumph και τους Streetheart. Δίπλα στους The Guess Who και Bachman Turner’s Overdrive έκαναν περισσότερες επιτυχίες από οποιαδήποτε άλλη μπάντα. Ήταν μάλιστα η πρώτη μπάντα που κυκλοφόρησε πλατινένιο άλμπουμ στον Καναδά και η πρώτη που έκανε περιοδεία με κέρδη πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια. Κι όμως παραμένουν σχετικά άγνωστοι, ειδικά στην Ελλάδα, παρά τα 16 άλμπουμς σε 35 χρόνια καριέρας.
Δημιουργήθηκαν στα τέλη του 1969 στο Waverley, στη Νέα Σκωτία, ένα προάστιο του Halifax. Ιδρυτικά μέλη υπήρξαν τα αδέρφια Henman. O David στην κιθάρα και ο Ritchie στα ντραμς. Η μπάντα συμπληρώθηκε με την προσθήκη του (εξαδέρφου) Jim Henman στο μπάσο και του Myles Goodwyn, στα φωνητικά και κιθάρα επίσης. Το όνομά τους το διάλεξαν καθαρά για εύηχους λόγους, το πώς ακούγονταν η φράση “april wine”  δηλαδή. Βασικό τους σχέδιο ήταν να παίζουν, με βάση το rock, μόνο δικό τους υλικό κι όχι διασκευές άλλων. Κι ο ρόλος του καθενός επίσης ήταν προσδιορίσμένος απ΄την αρχή. Όπως λέει ο Ritchie: “ Ο David και εγώ ήμασταν η πρωτοποριακή πλευρά των πραγμάτων, ο Jimmy θα συνεισέφερε στη pop όψη και ο Myles θα μας κρατούσε γειωμένους στο rock 'n' roll”. Η πρώτη τους πρόβα έγινε στο υπόγειο των Henman. "Καθίσαμε και ο Myles άρχισε να παίζει ένα riff… κι αμέσως, οι τέσσερις από εμάς, κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον και είπαμε: Εντάξει,…! Αυτό θέλουμε να κάνουμε. Ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι από αυτό το riff. Μας άνοιξε όλες τις πόρτες”, είπε αργότερα ο David Henman.
Μετακομίζουν στο Μόντρεαλ κι υπογράφουν συμβόλαιο με την Aquarius Records. Κυκλοφορούν λοιπόν, το 1971, το πρώτο και αυτοβιογραφικό τους άλμπουμ, με τίτλο April Wine. Το single “Fast Train” έγινε αμέσως το αγαπημένο σε όλη τη χώρα, ενώ παιζόταν συνεχώς από πολλούς τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Παράλληλα καθιερώνει τον Goodwyn ως τον βασικό συνθέτη και κιθαρίστα της μπάντας.

Fast Train (1971)


Το φθινόπωρο του ’71 ο Jim Henman φεύγει και τον αντικαθιστά ο Jim Clench. Αυτή ήταν η πρώτη αλλαγή στο lineup της μπάντας, απ’ τις πολλές που θα επακολουθήσουν. Εντωμεταξύ, ηχογραφούν και κυκλοφορούν το δεύτερό τους άλμπουμ, On Record, το 1972. Με αυτό καταφέρνουν να μπούνε για πρώτη τους φορά στο αμερικάνικο Billboard Hot 100 και να γίνουν χρυσοί στον Καναδά. Η παραγωγή έγινε από τον Ralph Murphy αλλά το αξιοσημείωτο έρχεται από τα credit του Elton John στη σύνθεση του τραγουδιού “Bad Side of the Moon” (αλήθεια, τι μας θυμίζει ο τίτλος, μια χρονιά πριν…) ! Φυσικά το μεγάλο hit του άλμπουμ είναι το κομμάτι “You Could Have Been a Lady”.

You Could Have Been a Lady (1972)


Μεγάλες αλλαγές συνέβησαν το 1973, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του τρίτου τους άλμπουμ Electric Jewels. Τα ιδρυτικά μέλη, οι αδερφοί Henman εγκαταλείπουν την μπάντα τους. Οι εναπομείναντες Goodwyn και Clench προσλαμβάνουν στη θέση τους, τους Jerry Mercer και Gary Moffet (κιθαρίστα και ντράμερ αντίστοιχα). Το τέταρτο τους άλμπουμ Stand Back κυκλοφορεί το 1975 και γίνεται διπλά πλατινένιο στην πατρίδα τους. Εδώ ξεχωρίζουν τα κομμάτια “Oowatanite”, “Wouldn’t Want Your Love” και “Tonite Is a Wonderful Time to Fall In Love”. Παρ’όλη την επιτυχία, ο Clench παραιτείται και τη θέση του καταλαμβάνει ο Steve Lang. Και τα δύο επόμενα άλμπουμ, τα “The Whole World’s Goin’ Crazy” (1976) και “Forever for Now” (1977), κάνουν τεράστια εμπορική επιτυχία, γίνονται πλατινένια και ακολουθούνται από συναυλίες, απ’ άκρη σε άκρη ολόκληρου του Καναδά. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται η πρώτη καναδική μπάντα με εισπράξεις περιοδείας πάνω από 1 εκατ. $, εδραιώνοντας παράλληλα τη φήμη της ως μία απ’ τις πιο δημοφιλείς live μπάντες.Την ίδια εποχή επίσης επεκτείνεται η φήμη τους ως ένα ισχυρό support συγκρότημα. Αυτό έγινε χάρη στη συναυλία που άνοιξαν οι April Wine για τους Rolling Stones, στο club El Mocambo του Τορόντο, όπου άρχισαν την εθνική τους περιοδεία το 1978. Η παράσταση αυτή αποτυπώθηκε και στο “Live at the El Mocambo” (1977), σε παραγωγή  Eddie Kramer. Αυτό το γεγονός με τους Stones τους βοήθησε να κερδίσουν την αναγνώριση από αμερικάνικα ακροατήρια, ραδιοφωνικούς σταθμούς εκτός των συνόρων και δίνουν αφορφή στους κριτικούς να τους παρατηρήσουν και να ασχοληθούν μ’ αυτούς.

Oowatanite (1975)


Μια σημαντική αλλαγή στη σύνθεση του γκρουπ συντελείται επίσης αυτή τη χρονιά: η καταλυτική προσθήκη ενός πέμπτου μέλους, του κιθαρίστα Brian Greenway, συνεισφέροντας στα φωνητικά και στη φυσαρμόνικα. Οι Wine έχουν πλέον μία επιθετική front line τριών κιθάρων, όπως οι Lynyrd Skynyrd, οι Molly Hatchet ή οι Eagles. Η μουσική τους ήταν ένα εκρηκτικό μίγμα σκληρού ροκ και μπαλάντας, αφήνοντας μια αίσθηση Thin Lizzy. Με τον καιρό ο Greenway παίρνει μεγαλύτερο ρόλο στην κιθάρα - σε δίδυμο με τον Mercer - αφήνοντας τον Goodwyn να αφιερωθεί στα keyboards, γράφοντας και παίζοντας μια σειρά από αξιομνημόνευτες μπαλάντες. Μία τέτοια ήταν και το “Silver Dollar” από το άλμπουμ του 1978, First Glance, που ήταν και η πρώτη τους μεγάλη επιτυχία (χρυσός δίσκος) εκτός Καναδά. Το κομμάτι όμως που έσπασε καρδιές και ταμεία δεν ήταν άλλο από το  “Roller”, το οποίο έγινε πολύ δημοφιλές όχι μόνο στις Η.Π.Α. αλλά και στη Νότιο Αμερική. Όλοι πλέον ήθελαν να ακούσουν και να μάθουν για αυτή την “νέα” μπάντα απ’ τον Καναδά.

Roller (1978)


Η επιτυχία έφερε γρήγορα στην κυκλοφορία και το όγδοο άλμπουμ, το Harder … Faster. Από εδώ ξεχωρίζουν τα “I Like to Rock” και “Say Hello”, οι κύριες αιτίες για να γίνει κι αυτό πολλαπλά πλατινένιο στη χώρα τους και χρυσό στις States. Αίσθηση προκαλεί και η διασκευή στο αξεπέραστο κομμάτι των King Crimson, “21st Century Schizoid Man”. Μετά τους Rush και Styx στην  προγούμενή τους περιοδεία, σειρά είχαν οι Nazareth για να τους ανοίγουν τα live, στο αμερικάνικο τουρνέ τους. Η επιτυχία τους είχε πλέον εδραιωθεί.
Το The Nature of the Beast (1981) υπήρξε η μεγαλύτερη διεθνώς εμπορική επιτυχία της μπάντας, αλλά και ίσως η τελευταία της. Ακολουθούν ξανά πετυχημένες και πολυπληθείς συναυλίες. Η παρακμή όμως ήταν δυστυχώς μπροστά τους. Κερδίζουν χρόνο με την μεγάλη τους επιτυχία (Top 10 hit στον Καναδά και 11 εβδομάδες στο Billboard Hot 100 στις Η.Π.Α.), “Just Between You and Me”

Just Between You and Me (1981)


Τον Ιούλιο του 1982 κυκλοφορούν το Power Play, με μεγαλύτερη επιτυχία το “Enough is Enough", με το κομμάτι να κάνει μάλιστα συχνές εμφανίσεις στο νεοσύστατο τότε MTV. Η περιοδεία τους που ακολούθησε το άλμπουμ αποδείχθηκε μια από τις πιο επιτυχημένες ζωντανές συναυλίες στην καριέρα τους. Θα τους μείνει αξέχαστη μάλιστα μια βραδιά στο Wiesbaden, στη Γερμανία, το 1982, όπου μοιράζονταν την ίδια σκηνή με ιερά τέρατα του χώρου, όπως Neil Young, King Crimson και Jethro Tull.

Enough is Enough (1982)


Η μπάντα - κυρίως λόγω συμβολαιογραφικών υποχρεώσεων – κάνει στα δύο επόμενα χρόνια δύο ακόμη άλμπουμς κι ένα live: Τα Animal Grace (1984), Walking Through Fire (1985) και One for the Road (live 1985). Κι αφού περιοδεύει στο προδιαγεγραμμένο “Farewell Tour”, διαλύεται.  Οι λόγοι, πέρα απ΄ την σταδιακή τους πτώση, ήταν σίγουρα και ενδογενείς:”… ήμασταν χωρίς ενιαία κατεύθυνση. Ποτέ δεν καταφέραμε να βρούμε κοινό έδαφος μεταξύ μας”, είχαν πει σε συνέντευξή τους.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1993, οι Goodwyn, Greenway, Clench, Mercer και Segal αφήνουν πίσω τις όποιες διαφωνίες τους, επανενώνονται και αρχίζουν πάλι όχι μόνο τις περιοδείες, αλλά και την κυκλοφορία αξιόλογων νέων άλμπουμ, όπως τα Attitude (1993), Frigate (1994), Back to the Mansion (2001) κ.α. Κατάφεραν να μπούνε και στο καναδικό Hall Of Fame. Η μπάντα, με πολλά νεότερα μέλη, συνεχίζει ακόμη και τώρα να περιοδεύει, να συγκινεί, να νοσταλγεί και να ροκάρει. Ο αειθαλής - και αφεντικό της μπάντας - Myles Goodwyn, κρατά και σήμερα στα χέρια του τη μοίρα του γκρουπ, δίνοντας στα live το δικό του στίγμα. Κυριολεκτικά, ωριμάζει με τον χρόνο σαν ένα καλό… κρασί ! Κι όπως λέει: “Θέλω να συνεχίσω να παίζω, γιατί μου αρέσει. Είναι μια καλή διαδρομή, ήταν μια πολύ καλή διαδρομή και μου αρέσει να παίζω για το ακροατήριο. Όσο κρατήσει…





ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:

April Wine (1971)
On Record (1972)
Electric Jewels (1973)
Stand Back (1975)
The Whole World's Goin' Crazy (1976)
Forever for Now (1977)
First Glance (1978)
Harder ... Faster (1979)
The Nature of the Beast (1981)
Power Play (1982)
Animal Grace (1984)
Walking Through Fire (1986)
Attitude (1993)
Frigate (1994)
Back to the Mansion (2001)
Roughly Speaking (2006)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018



One Way Out: Η απόδραση του Sonny Boy Williamson (;)




Στις αρχές του 1962 η Chess κυκλοφορεί το "One Way Out", ένα τραγούδι που είχε ηχογραφήσει ο Sonny Boy Williamson τον Σεπτέμβριο της προηγούμενης χρονιάς. Εκτός από τον Sonny Boy στη φωνή και φυσαρμόνικα, έπαιζε ο Otis Spann πιάνο, ο Robert Jr. Lockwood και ο Luther Tucker κιθάρες, μπάσο o Willie Dixon και o Fred Below έπαιζε drums.
Το τραγούδι ήταν πρωτότυπη σύνθεση, δεν στηρίζονταν δηλαδή σε κάποιο προηγούμενο blues. Το θέμα του ήταν το αδιέξοδο του (τραγουδιστή και) παράνομου εραστή που εγκλωβίζεται σε ένα διαμέρισμα πάνω ορόφου και διαπιστώνει πως κάποιος άντρας στέκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ίσως πρόκειται για τον σύζυγο… Δεν το διακινδυνεύει, μόνος σίγουρος δρόμος διαφυγής είναι το παράθυρο και ας πουν ότι θέλουν οι γείτονες για το θέαμα που θα παρουσιάζει φεύγοντας. Το θέμα είναι να την γλυτώσει τώρα και άλλη φορά δεν την ξαναπατάει.
Το τραγούδι είναι ένα σαρκαστικό σχόλιο πάνω στο αιώνιο θέμα των “παράνομων” σχέσεων. Από μουσικής απόψεως, έχει ένα τρελό ρυθμό, το πρώτο (ιδίως) σόλο του Sonny Boy στην φυσαρμόνικα είναι εκπληκτικό ρυθμικά και συνάμα πρωτότυπο, δηλαδή δεν αποτελεί παραλλαγή των φράσεων που τον είχαν κάνει διάσημο και που όλο και πιο συχνά επαναλάμβανε καθώς πέρναγαν τα χρόνια. Φωνητικά, υπάρχουν κάποια προβλήματα, αλλά ωχριούν μπροστά στην εκρηκτικότητα του κομματιού. Λόγω του φρενήρους ρυθμού του, το τραγούδι μόλις και μετά βίας φτάνει τα δύο λεπτά.

One Way Out (1962)


Το 1965 κυκλοφορεί το LP του Sonny Boy The Real Folk Blues (η Chess χρησιμοποίησε τον ίδιο γελοίο τίτλο – The Real Folk Blues – για να κυκλοφορήσει μεγάλους δίσκους πολλών καλλιτεχνών της. Το κίνημα της φολκ μουσικής είχε πάρει τα πάνω του στην Αμερική και προφανώς η λέξη folk μέσα στον τίτλο του άλμπουμ, πρόσθετε εμπορικά). Στον δίσκο περιέχεται μια καινούρια (του 1964) εκτέλεση του τραγουδιού, πιο αργή, πιο σοφιστικέ, με τον Buddy Guy στην κιθάρα. Η μελωδία είναι διαφορετική ωστόσο.

Sonny Boy Williamson W/ Buddy Guy - One Way Out (1963)


Θα ανοίξω μια παρένθεση να πω ότι αυτή πρέπει να είναι η εκτέλεση που εντυπωσίασε τους Allman Brothers Band, οι οποίοι έπαιζαν στα πρώτα τους χρόνια ζωντανά το τραγούδι, ενώ το συμπεριέλαβαν και στον δίσκο τους Eat A Peach (1972), που γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι Alman Brothers συνέβαλαν ουσιαστικά στο να γίνει γνωστό το τραγούδι και σε νεότερα (ηλικιακά) ακροατήρια. Κλείνω την παρένθεση και γυρίζω πίσω στο 1965, όταν κυκλοφόρησε η δεύτερη εκτέλεση του τραγουδιού απ'τον Sonny Boy Williamson. Συγχρόνως, κυκλοφορεί μια ηχογράφηση του "One Way Out" από τον Elmore James, που είχε γίνει στην Νέα Υόρκη, λίγους μήνες πριν την πρώτη ηχογράφηση του Sonny Boy! H εκτελεστική προσέγγιση είναι διαφορετική, αλλά οι στίχοι είναι ίδιοι. Μουσικά, το κομμάτι είναι μάλλον αδιάφορο, μια υποσημείωση στην δισκογραφία του Elmore James. Ωστόσο, πρόκειται για την πρώτη (χρονολογικά) ηχογράφηση του κομματιού, ενός κομματιού που είχε μέχρι τότε συνδεθεί αποκλειστικά με τον Sonny Boy Williamson.
Εδώ ο Elmore James:

Elmore James - One Way Out (1965)


Για να μπερδευτούν ακόμα περισσότερο τα πράγματα, το τραγούδι έγινε R&B επιτυχία το 1965 από κάποιον G.L. Crockett με τον τίτλο "It's A Man Down There".

G.L. Crockett - It's A Man Down There (1965)


Για την ιστορία, το 1987, όταν κυκλοφόρησε ένα κουτί με έξι δίσκους ηχογραφήσεων του Sonny Boy Williamson στην Chess (που, φοιτητές τότε με τον αδερφό μου, χρεωθήκαμε για να το πάρουμε), είδα ότι είχε γίνει και μια άλλη ηχογράφηση του τραγουδιού το 1963, πάλι με τον Buddy Guy στην κιθάρα και με στοιχειώδη συνοδεία πνευστών.




Από μουσική άποψη, αυτή η δεύτερη (και ανέκδοτη μέχρι το 1987) εκτέλεση, βρίσκεται ενδιάμεσα στις άλλες δύο, αλλά πιο κοντά στην τρίτη, και βρίσκεται εδώ:

Sonny Boy Williamson II - One Way Out (1963)


Τελικά, ποιος έγραψε το τραγούδι;
Ο αναφερόμενος σαν συνθέτης στα δισκάκια της εποχής, δεν βοηθάει. Στην ηχογράφηση του Elmore James ως συνθέτες εμφανίζονται οι Marshall Sehorn και Elmore James. Ο πρώτος όμως δεν ήταν παρά ο παραγωγός δίσκων της εταιρίας, και ήταν κοινή πρακτική να μπαίνει κάποιο όνομα ανθρώπου της εταιρίας στην σύνθεση, για να μην καρπώνεται ο καλλιτέχνης όλα τα έσοδα των πνευματικών δικαιωμάτων. Στις ηχογραφήσεις του Sonny Boy Williamson, εμφανίζεται ο ίδιος ως συνθέτης. Και στις εκτελέσεις τρίτων, εμφανίζονται συχνά όλοι σαν συνθέτες! Άρα;
Προσωπικά, είμαι σίγουρος ότι το τραγούδι είναι του Williamson. Ο Sonny Boy έγραψε πολλά πρωτότυπα τραγούδια. Ασχολήθηκε με εντελώς καθημερινά θέματα (αντίθετα από ότι νόμιζα πιτσιρικάς, τα blues δεν είναι τραγούδια διαμαρτυρίας, αλλά τραγούδια καταγραφής της καθημερινότητας), αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ότι μέχρι τότε. Τα κλασσικά blues ξεκινάνε με στιχουργικά κλισέ όπως "η γυναίκα μου με παράτησε, για κάποιον άλλον μ' άφησε" ή "είμαι μόνος και κρυώνω και πεινάω, θα πεθάνω" κλπ, κλπ. Τα τραγούδια του Sonny Boy δεν έχουν τέτοια κλισέ. Είναι μεν εντελώς βιωματικά, αλλά στιχουργικά χαρακτηρίζονται από ευρηματικότητα, φαντασία και χιούμορ (στα όρια του κυνισμού μερικές φορές) τόσο στις εκφράσεις, όσο και στην περιγραφή των καταστάσεων. Όπως κι εδώ. Επιπλέον, το θέμα των γειτόνων και του κουτσομπολιού έχει ξαναχρησιμοποιηθεί απ'τον ίδιο.
Ο Elmore James, αντίθετα, ελάχιστους πρωτότυπους στίχους έγραψε. Και όταν το έκανε, ακολούθησε την πεπατημένη. Θεωρώ αδύνατο να έχει γράψει αυτός το τραγούδι. Τότε όμως, πως έγινε και το ηχογράφησε πρώτος;
Williamson και James κάθε άλλο παρά άγνωστοι ήταν μεταξύ τους. Στις αρχές του πενήντα, πριν ανεβούν βόρεια, ήταν και οι δύο στο Χιούστον και ηχογραφούσαν στην ίδια εταιρία, την Trumpet της Lillian McMurray. Μάλιστα, στην πρώτη ηχογράφηση του "Dust Μy Βroom" από τον Elmore James, φυσαρμόνικα παίζει ο Sonny Boy. Ο τελευταίος, ήταν ήδη γύρω στα πενήντα. Θα είχε σίγουρα φτιάξει τα περισσότερα (αν όχι όλα) απ'τα τραγούδια που ηχογράφησε αργότερα για την Chess. Πιθανότατα λοιπόν να είχαν παίξει οι δυό τους το τραγούδι από εκείνα τα χρόνια.




Αξιοσημείωτο είναι ακόμα ότι ο Sonny Boy Williamson ηχογράφησε το "One Way Out" σε τρεις διαφορετικές επισκέψεις του στο στούντιο. Δεν συνήθιζε να ηχογραφεί περισσότερες από μια φορά κάθε του τραγούδι, πόσο μάλλον τρεις. Θέλω λοιπόν να πιστεύω ότι όχι μόνο το έγραψε, αλλά ήταν και από τα αγαπημένα του. Τελειώνοντας λοιπόν, πιστεύω ότι μπορούμε με ασφάλεια να αφαιρέσουμε το ερωτηματικό από τον τίτλο.

 Αποστόλης Γιοντζής

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018



KEVIN COYNE



Rock Enigmas (Part 1)




Όταν εντοπίστηκε ο Kevin Coyne στην Νυρεμβέργη, στην Γερμανία δεν διαπιστώθηκε τίποτα που να δείχνει ένα κακότροπο άνθρωπο, που σύμφωνα με δικό του δημοσίευμα  ήταν προς τους  δημοσιογράφους τις ημέρες εκείνες. "Είμαι χαρούμενος που κάποιος με θυμάται" λέει. Πως να μην θυμάται κανείς εκείνη την ψυχικά ασταθή φωνή να τσιρίζει ΄Good boy, go-o-o-o-d boy!΄ ξανά και ξανά σε ένα από τα πρώτα κομμάτια του; Δεν ήταν μία εντελώς άτυπη ειδησούλα από την ανθολογία τραγουδιών του Coyne, το ότι πολλοί κριτικοί συμπέραιναν ότι o τραχύς folk-blues rocker ήταν τόσο τρελός όσο και η μουσική του. Ωστόσο, είναι αμφίβολο κατά πόσο ένας τρελός μπορεί να διατηρήσει τον πυρετώδη ρυθμό δουλειάς που ο Coyne διατηρούσε μέχρι πριν τον θάνατό του το 2004.

Sunday morning sunrise (1975)


Επιπρόσθετα στα 30++ άλμπουμ του, εξέδωσε συλλογές με μικρές ιστορίες, και ποιήματα και έχει εκθέσει έργα ζωγραφικής σε Γερμανικές και Αγγλικές γκαλερί για δεκαετίες. Η σαρδόνια φωνητική χροιά του και τα πορτρέτα στα black-comic, τον έκαναν αγαπημένο στα '70's. O John Lydon (Johnny Rotten), πάντοτε τον "φθονούσε" μέσα από επαίνους, ακόμα δε, τον είχε παραδεχτεί ως επιρροή. Τίποτα περισσότερο από ομιχλώδης/underground αγαπημένη, η δουλειά του Coyne στην Αμερική, έχει εξαφανιστεί από την μετανάστευσή του στη Γερμανία στα '80's. Αλλά για τον Coyne, η επιτυχία πάντα έπαιρνε την πίσω θέση στην αχαλίνωτη προσωπική του έκφραση.
"Γράφω βιβλία και με αφορά η γλώσσα, ο γραπτός λόγος. Αλλά όταν κάνω τραγούδια τείνω να γίνομαι πολύ αυθόρμητος. Μου αρέσει να αντικατοπτρίζω τον χρόνο. Αυτό όλο ακούγεται πολύ ιδεαλιστικό, αλλά πιστεύω ακράδαντα σε αυτό. Νομίζω ότι λειτουργεί περίφημα. Δεν μοιάζει τόσο κατασκευασμένο όσο μερικά pop τραγούδια. Έμαθα κάτι από τους bluesmen και αυτό το είδος άποψης. Πολύ ανοιχτός και ανταποκρινόμενος σε οτιδήποτε φέρνει η ημέρα, αλήθεια. Ή η ζωή στον ίδιο χρόνο".

Tulip (1973)


Στο χρόνο που ο Coyne άρχισε να ηχογραφεί με το χαμηλών τόνων blues-rock σύνολο Siren στα τέλη του '60, η ζωή τα έφερε να ταιριάξει τις αρτιστικές του αναζητήσεις γύρω από μιά δουλειά σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο. Οι τρομακτικές εικόνες που o πρόσφατα απόφοιτος της σχολής καλών τεχνών είδε στο άσυλο, "ήταν πολύ μέσα στο μυαλό μου. Με ένοιαζε πολύ για το τι συνέβαινε. Μαντεύω ότι έχω μία τρυφερότητα για τους ξένους αλλά πήρα πολύ από αυτή (την στοργή) όταν δούλευα πάνω από τρία χρόνια σε αυτό το νοσοκομείο. Πολλά πράγματα είχαν να κάνουν με τα καθημερινά γεγονότα που αντιμετώπιζα εκεί. Μου αρέσει να χρησιμοποιώ μουσική και ότι κάνω σαν πηγή θεραπείας όσο οτιδήποτε άλλο, και ήταν μεγάλη ευκαιρία". Σαν blues-rock μπάντα οι Siren που περιελάμβαναν επίσης το πρώην μέλοs των the Bonzo Dog Band, Dave Clague στην κιθάρα, δεν ήταν ιδιαιτέρως γνωστοί από τις Αγγλικές blues μπάντες στα τέλη του '60.

Siren - Rock Me Baby (1969)


Περισσότερο πειστικοί ήταν οι τόνοι του Coyne, με τους οποίους ελευθέρωνε το είδος της folk ποίησης, που αυτοσχεδίαζε με ένα τρόπο που αντανακλούσε και έμοιαζε να ταυτίζεται μερικές φορές με τις νοητικές διαταραχές από την θητεία του στο άσυλο. Η προσέγγιση παρέμεινε ουσιαστικά απαράλλαχτη όταν ο Coyne πήγε για σόλο καριέρα στην ανεξάρτητη Dandelion (δισκογραφική), που διευθυνόταν από τον John Peel (κορυφαίος Άγγλος εναλλακτικός rock DJ). "Ήταν πολύ αυθόρμητο αλήθεια", λέει ο Coyne για τη χειμαρώδη επίγνωση που διακρίνει το γράψιμό του στα τραγούδια που βγάζει. "Κάτι από αυτό δουλεύει, κάτι όχι. Και τείνω να δουλεύω πάνω σε αυτή την αρχή μέχρι σήμερα". Η cult φήμη του Coyne, που άνθιζε ήταν αρκετή για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του διευθυντή της Elektra Records στην Ευρώπη, ο οποίος είχε μία αποτρόπαια πρόταση στο μυαλό του. Στα μέσα του '71, όπως θυμάται ο Coyne, ο Jim Morrison ήταν νεκρός μερικές ημέρες το περισσότερο, όταν ο Coyne προσεγγίστηκε με την ιδέα/πρόταση να γίνει ο νέος frontman των the Doors. "Δεν έδειξα τόσο ενθουσιασμό και τίποτα περισσότερο δεν ακούστηκε για αυτό. Ίσως αν είχα δείξει περισσότερο ενθουσιασμό να έπαιρνα την δουλειά. Ίσως η Elektra νόμιζε ότι ήμουν ένας αγνώμων κοπρίτης ή κάτι τέτοιο. Όμως στ'αλήθεια δεν το φανταζόμουνα με κανένα τρόπο". Έτσι ο Morrison είχε μόλις ταφεί πριν ξεκινήσει μία έρευνα για τον αντικαταστάτη του. "Τέτοιες είναι οι μηχανορραφίες των δίσκογραφικών" αποκρίνεται ο Coyne με τόνο βετεράνου που τα έχει δει όλα. "κανένα συναίσθημα ή αίσθηση πουθενά. Δεν υπήρχε καμιά αίσθηση του να αφήσουν τον Jim να αναπαυθεί εν ειρήνη. Αλλά αντίθετα μόνο η αίσθηση, ας αφήσουμε τον τροχό των χρημάτων να γυρίζει". Ο Coyne θα έμπαινε στον κόσμο των πολιτικών των μεγάλων δισκογραφικών αρκετά γρήγορα όταν θα γινόταν ο δεύτερος καλλιτέχνης που θα υπέγραφε στην αρχάρια, στις αρχές του '70, Virgin (o Mike Oldfield ήταν ο πρώτος). Μακράν από τον γίγαντα που θα γινόταν η Virgin, τότε ήταν μία εναλλακτική εταιρεία. Ο Coyne θα έμενε στην εταιρεία κατά την διάρκεια του '70, όταν "νομίζω ήμουν στα καλύτερά μου. Ήμουν ατίθασος και ιδεαλιστής και νεότερος και νόμιζα ότι υπήρχε ένα μεγάλο πάθος σε αυτό που έκανα. Λίγο παραπλανημένος περιστασιακά, αλλά πολύ περήφανος για τους δίσκους που έκανα". Ο Coyne είχε ήδη αποφασιστικά σχεδιάσει το έδαφός του στην κυκλοφορία από την Dandelion, με το Case History, όπου όπως ο τίτλος φανερώνει αντλεί τις βασανιστικές εμπειρίες από το άσυλο, αποδιδόμενο απολύτως και με οίκτο.

Sand All Yellow (1969)


Στα μάτια πολλών κριτικών η πρώτη κυκλοφορία του Coyne στην Virgin, Marjοry Razorblade (1973) ήταν η καλύτερη στιγμή του, ιδιαίτερα στο "House on the Hill" στο οποίο ο Kevin παίρνει τον ρόλο ενός ασθενή που έχει πάθει ιδρυματισμό. Το στυλ των φωνητικών του Coyne θεωρήθηκε πολύ ακατάλληλο για την Αμερικανική αγορά, όπου το διπλό άλμπουμ μειώθηκε σε ένα απλό δίσκο (μοιραία το ίδιο θα γινόταν στο διπλό live LP, In Living Black & White). "Νομίζω ότι ο ιδρυτής της Elektra Jac Holzman κάπου είπε ότι είμαι τόσο Άγγλος ή κάτι τέτοιο για την Αμερικανική αγορά. Νομίζω αυτά είναι όλα κλισέ που αναπτύχθηκαν για να υποστηρίζουν την εμπορική πλευρά της μουσικής βιομηχανίας. Φτιάχνουν αυτούς τους κανόνες, που περιοδικά αλλάζουν. Μερικές φορές είναι καλό να είσαι Άγγλος, μερικές δεν είναι καλό. Αλλά είναι κάπως βλακώδες πράγμα να το λες".

House on the Hill (1973)


O Coyne ηχογράφησε τόσο παραγωγικά που η δισκογραφία του αψηφά μία "μαζεμένη" ανακεφαλαίωση. (Μία best-off αξιολόγηση της καριέρας του έχει καθυστερήσει πάρα πολύ). Γενικά είναι δίκαιο να πούμε ότι αν έχεις αποκτήσει μία γεύση τoυ συνδυασμού του ενοχλητικού ρεαλισμού με το black χιούμορ θα σου αρέσει σε όλα τα άλμπουμ του από το '70. Κατά καιρούς οι παραγωγοί του τον ωθούσαν περισσότερο προς ένα ήχο φουλ μπάντας, αλλά αυτός ήταν στα καλύτερά του όταν οι συνθέσεις ήταν πιό αραιές δίνοντας έμφαση έτσι στην ακουστική ή στην slide κιθάρα και στα αιχμηρά φωνητικά του. Ένας Andy Summers πριν δημιουργηθούν οι Police έπαιζε με τον Coyne στα μέσα του '70, αλλά ο Kevin συμφωνεί ότι "ότι ήθελα να αποφύγω περισσότερο ήταν ένας mainstream rock ήχος". "Ο τρόπος που εργάζεται ο Kevin είναι πολύ γρήγορος" λέει ο κιθαρίστας Brian Godding, ο οποίος έπαιξε και έγραψε με τον Coyne σε αρκετά άλμπουμ στις αρχές του '80. "Όταν είπα γράψαμε μαζί τραγούδια εννοούσα ότι θα έμπαινα μέσα και θα άρχιζα να παίζω κάτι και τότε αυτός θα ξεκίναγε να τραγουδάει. Θα το έκανες μόνο μία φορά και αυτός θα έλεγε: ναι αυτό είναι το κρατάμε. Ήταν ευφυέστατος στο να φτιάχνει τραγούδια. Πιθανώς με πολλούς ανθρώπους γύρω του, αυτό που έκανε, δεν θα μπορούσε να δουλέψει. Αν έπιανε την κιθάρα, έπαιζε με ένα πολύ ασυνήθιστο opening tuning.  Η κιθάρα του ήταν αντίθετα κουρδισμένη από τις στάνταρ κιθάρες. Δεν χρησιμοποιούσε καθόλου τα δάκτυλά του-έπαιζε με τον αντίχειρα πάνω στο λαιμό της κιθάρας. Το βασικό του παίξιμο ήταν σαν παίκτης των blues, που θα χρησιμοποιούσε slide, εκτός αν δεν έκανε χρήση slide οπότε απλά θα έβαζε τον αντίχειρα πάνω και θα έπαιζε κάπως έτσι. Μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι ήταν τρελός. Αλλά εάν τον γνώριζες τον Kevin ήξερες ότι δεν ήταν καθόλου τρελός. Ήξερες ότι αντανακλούσαν τρέλα οι στίχοι του. Ήταν αλήθεια μία μεγαλοφυία. Θα έλεγες ότι διαθέτει σχεδόν ένα είδος jazz ποιότητας στην μουσική του προσέγγιση. Ήταν ευτυχής να δοκιμάζει πράγματα και πολύ ικανός στο να το κάνει πράξη". Η αντι-εμπορικότητα και το αντι-σταρ στάτους του Coyne χαιρετίστηκαν από τον Johnny Rotten/Lydon των Sex Pistols που εξέφρασε τον θαυμασμό του για την δουλειά του. Ο Coyne δέχεται τον έπαινο με μία μίξη υπερηφάνειας και επιφύλαξης. "Νομίζω ότι το θέμα Lydon ήταν εντάξει στον καιρό του, μάλλον το εκτιμώ, αλλά αυτός συνεχώς κάνει το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Δεν μοιάζει να τον έχω επηρεάσει στο φινάλε. Ακόμα δεν μπορεί να τραγουδήσει όπως πρέπει! Συνέχεια θρηνεί μακρόσυρτα και με έμφαση". Ένας ακόμη απίθανος θαυμαστής του ήταν ο Sting, αν και είναι πολύ δυσκολότερο να ανακαλύψεις ίχνη του Coyne στους Police, παρά στους Sex Pistols. "Μπορώ να θυμηθώ τους Police να έρχονται σε αίθουσες για πρόβα κοντά στην δική μου αίθουσα και όλοι μας να γελάμε, επειδή νομίζαμε ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία του Andy (Summers) να κάνει κάτι. Όλοι τους έμοιαζαν λίγο μεγάλοι για να είναι punk. Τέλοσπάντων δεν έμοιαζαν καθόλου punk. Αλλά ήμουν πολύ εντυπωσιασμένος από τους Police στα πρώτα τους βήματα. Τώρα το βρίσκω μάλλον αφελές, αλλά εκείνο τον καιρό, νόμιζα ότι είναι μάλλον καλοί. Έτσι ο Sting είπε ότι είπε στη συνέντευξή του, που η αλήθεια είναι ότι λέει κάτι για αυτό που τον ώθησε. Ίσως μόνο μία ιδιοτροπία από μέρους του, αλλά μοιάζει να έχει μείνει από τότε να κυκλοφορεί στον τύπο". Στα χρόνια που ακολουθούν την έλευση του punk, ο Coyne έκανε μερικά από τα πιό φιλόδοξα πρότζεκτ του, όπως ένα θεατρικό song-cycle με την Γερμανίδα σαντέζα Dagmar Krause, το Babble.

Kevin Coyne & Dagmar KrauseI Really Love You (1979)


Άκόμα ένα άλμπουμ με την υποστήριξη του Robert Wyatt και ένα με τους the Ruts το Sanity Stomp και τελείως ανένταχτα ένα άλμπουμ αποτελούμενο από τραγούδια του ενός λεπτού από διάσημους μη μουσικούς όπως ο ψυχίατρος R.D. Laing  και ο σχεδιαστής καρτούν Gerald Scarfe (δες γραφικά για τους Pink Floyd). Αρχές του '80 ωστόσο, ο αλκοολισμός και ένα σκληρό διαζύγιο στοίχισαν στον καλλιτέχνη. Κάποιες αναφορές της περιόδου, υπονοούν ότι ο τραγουδιστής που κάποτε τραγουδούσε για τους ψυχασθενείς, ήταν τώρα ο ίδιος σε αυτήν την κατηγορία. "Στ'αλήθεια δεν εισήχθηκα ποτέ σε νοσοκομείο για θεραπεία, όμως βρέθηκα πολύ κοντά στο να γίνει κάτι τέτοιο", παραδέχεται. Ο Coyne γύρισε τα πράγματα στα μέσα του '80 αφού μετανάστευσε στην Γερμανία και παντρεύτηκε μία Γερμανίδα, κόβοντας τα ποτά και βρίσκοντας συνεχείς ευκαιρίες για να ηχογραφεί σε Γερμανικές εταιρείες. Μετανιώνει ωστόσο που "μία δυσκαμψία τρύπωσε" στα άλμπουμ του εκείνης της περιόδου εξαιτίας του τρόπου που γίνονταν οι δίσκοι στην Γερμανία. "Είναι πολύ δύσκολο να το κάνεις χαλαρά εκεί. Έχουν τεράστιο σεβασμό για τα μηχανήματα και οι κιθάρες όλες πρέπει να έχουν έξι χορδές πάνω τους" λέει σαν να πρόκειται για αντισυμβατικά μοντέλα κιθάρας. "Όλα έπρεπε να είναι με την σειρά. Δεν μου ταίριαζε στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα γενικά. Το σημαντικότερο πράγμα ήταν να πιάσεις αυτό που αποκαλούν ένας καλός στουντιακός ήχος. Τι στο διάολο ήταν αυτό, ποτέ δεν έμαθα και ποτέ δεν βρήκα".

No Romance (1980)


Η καλύτερη πρόσφατη δουλειά του Coyne δεν βρίσκεται σε δίσκο αλλά σε σελίδες. Ακόμα κι αν απεχθάνεσαι την μουσική του, θα βρείς τον εαυτό σου να έχει απορροφηθεί μέσα στις μικρές ιστορίες του, σκοτεινές βινιέτες που σατυρίζουν ανηλεώς τις εμπειρίες μίας περιφερόμενης rock μπάντας. Αν ένα μουσικό έργο βασισμένο σε καυγάδες που συμβαίνουν στον ουρανό, ανάμεσα στον Sid Vicious, την Janis Joplin, τον Bob Marley, τον Jimi Hendrix και τον Jim Morrison σου φαίνεται άγευστο, τότε καλύτερα να το χάσεις. Αν σου αρέσει η rock 'n' roll φαντασία όμως με άγριο χιούμορ και μία δόση αληθινού ρεαλισμού, τότε ο Coyne είναι ο άνθρωπός σου. Η συλλογή The Show Business, έκδοσης Serpent's Tail, ίσως είναι το καλύτερο μέρος για να ξεκινήσεις. Ο Coyne αφήνει οι ιστορίες του μερικές φορές να αντλούνται από αληθινά τρελές ιστορίες του rock 'n' roll, αντανακλώντας "την βασική αίσθηση των Άγγλων μουσικών του κυνισμού γιά κάθε τι. Πολύ από αυτό πηγάζει από περιοδείες στα μέσα του '70, και πιό συγκεκριμένα μέσα σε βαν και καμαρίνια. Πολλοί άνθρωποι μοιάζει να νομίζουν ότι έγινε για να εκφράσει πικρία, πράγμα που σίγουρα δεν ισχύει. Έγινε με μία αίσθηση τρόμου στ'αλήθεια. Έγινε για να διασκεδάσει, αλλά κάποιοι άνθρωποι δεν το γουστάρουν επειδή βλέπουν κάτι από τους εαυτούς τους μέσα. Δεν με νοιάζει αλήθεια. Όλα όσα ξέρω είναι ότι οι μουσικοί που το έχουν διαβάσει έχουν γελάσει με την ψυχή τους. Μπορεί κάποιον να αγγίξει και να κάνει το σωστό". Από φόβο μην δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο Coyne είναι αθεράπευτα στριμμένος, προσθέτει ότι είναι πολύ ευχαριστημένος με τα άλμπουμ (που είχε βγάλει κατά την περίοδο της συνεντεύξεως), στα οποία η φωνή του είτε λόγω ηλικίας ή αυξημένης γλυκύτητας, έχει γίνει αισθητά λιγότερο τραχιά. Τότε είχε τελειώσει ένα άλμπουμ με τον Gary Lucas στην κιθάρα, βετεράνο, που είχε παίξει με τον Captain Beefheart, τον Jeff Buckley, την Joan Osborne και άλλους. "Πολύ νωρίς έπιασα σαν ιδέα ότι οι άνθρωποι θέλουν να διασκεδάζουν και να ψυχαγωγούνται και να σοκάρονται. Η θεατρική πλευρά αυτού που έκανα είχε αγνοηθεί πολύ από ανθρώπους που δεν είχαν βρεθεί σε συναυλίες μου. Οι δίσκοι αντανακλούσαν μέρος αυτού που έκανα, αλλά οι live παραστάσεις είναι διαφορετικά. Οι στίχοι συχνά ξεχνιούνται και οι γνώμες μπορεί να αλλάζουν. Όλα έρχονται τα πάνω κάτω, πράγμα που εξαρτάται από την αίθουσα της παράστασης και τον χρόνο. Μπορεί να γίνει ένα κωμικό σόου μερικές νύχτες ενώ να είναι πολύ σοβαρή κάποιες άλλες. Αλλά θεωρώ τον εαυτό μου έναν διασκεδαστή, τόσο πολύ, όσο τίποτα άλλο".



ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Case History (1971, Dandelion/See For Miles, UK)


O Coyne στα πιό ωμά και πιό ανησυχητικά του. Επανεκδόθηκε σε CD το 1994 με μπόνους κομμάτια.

Marjory Razorblade (1973, Virgin)


Κάπως (αν και όχι πολύ) πιό ελαφρύ από το Case History, αν και υπό την προυπόθεση της ποικιλίας του υλικού θα ήταν απαραίτητο να δοθεί σε ένα διπλό άλμπουμ.

In Living Black & White (1976, Virgin)


Σε έλλειψη μίας ανθολογίας της δουλειάς του Coyne την δεκαετία του '70, αυτό το διπλό live άλμπουμ είναι το πιό κοντινό σε ότι μπορεί να χαρακτηριστεί ως best-of (μέσα βρίσκεται και ο Andy Summers των Police).

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Show Business (1993, Serpent's Tail)


Ελκυστικές ιστορίες, μουσικές και άλλες, που αναφέρουν λεπτομερώς αλλόκοτους νευρωτικούς Αγγλικούς χαρακτήρες με απειλητικό χιούμορ και ανεπαίσθητο οίκτο.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018



LITTLE FEAT


Big Band


Η ευρύτερη περιοχή της Καλιφόρνια έχει αποδεδειγμένα το παγκόσμιο ρεκόρ για την ίδρυση των περισσότερων ροκ συγκροτημάτων, κατά τη διετία ΄68 - ΄70. Δυστυχώς όμως έχει και τον μεγαλύτερο αριθμό (δεν λέω “αποδεδειγμένα” γιατί εδώ εμπεριέχεται και το υποκειμενικό στοιχείο) υποτιμημένων συγκροτημάτων που ξεφύτρωσαν απ’ αυτή τη γωνιά της γης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και οι Little Feat. Μία απ’ τις πιό υποτιμημένες Αμερικανικές μπάντες, που ενώ δεν μπόρεσαν ποτέ τους να κάνουν το μεγάλο μπαμ, κατάφεραν να τραβήξουν την περιέργεια και τη συμπάθεια από ιερά τέρατα του καλλιτεχνικού κόσμου. Ιδρύθηκαν το 1969, στο Los Angeles, από τον George Lowell, με αφορμή μια περίεργη και αμφιλεγόμενη ιστορία: Ο George ήταν, από το 1968, μέλος της μπάντας του Frank Zappa, The Mothers of Invention. Στις αρχές του ’69 γράφει (μόνος του) ένα σπουδαίο τραγούδι, το “Willin”, την πέτρα του σκανδάλου της ιστορίας. Ο Zappa, το ακούει, του αρέσει αλλά δεν το εγκρίνει να ακουστεί από τους Mothers, γιατί τάχα, σύμφωνα με τον Frank, περιέχει σαφείς αναφορές σε ναρκωτικά ("weed, whites and wine"). Έτσι τελικά, μετά από κάποιες προστριβές, τον απολύει από την μπάντα, συμβουλεύοντάς τον να κάνει μια δικιά του. Αν και λέγεται ότι η βαθύτερη αιτία της απόλυσης είναι το γεγονός ότι ο Zappa δεν ήθελε κοντά του μια ισχυρή προσωπικότητα κι έναν τόσο ικανό συνθέτη και μουσικό.

Willin

Όπως και νά ΄χει, ο Lowell ακολούθησε τα λόγια του Zappa κι άρχισε να στήνει το δικό του γκρουπ. Βασικά την στήνουν μαζί με τον κιμπορντίστα Bill Payne (είχε “κοπεί” κι αυτός παλιότερα από τους Mothers). Τους πλαισιώνουν γνωστοί τους μουσικοί: ο πρών μπασίστας των Mothers, Roy Estrada κι ο παλιός γνώριμος του Lowell (από την παλιά του μπάντα, The Factory), ο ντράμερ Ritchie Hayward. Το όνομα της νέας μπάντας οφείλεται στα…”μικρά πόδια” του Lowell (σχόλιο του ντράμερ των Mothers, Jimmy Carl Black) και ελέω (προφοράς) Beatles, το “feet” έγινε “feat”! Η ομάδα μπαίνει τελικά στο στούντιο της Warner, τον Αύγουστο του 1970, για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, με όνομα - τι άλλο; το όνομά τους - “Little Feat”. Κάπου εκεί τραυματίζεται στο χέρι του o Lowell κι έτσι επιστρατεύεται ο Ry Cooder για να παίξει μέρος του “Willin”. Το άλμπουμ κυκλοφορεί τελικά στις αρχές του ’71 και περιέχει αξιόλογες συνθέσεις, βασικά όλες του George και με τα δικά του φωνητικά. Ακολουθεί το 1972 και το δεύτερό τους άλμπουμ, το θρυλικό Sailin’ Shoes. Μια πραγματικά πρωτοποριακή προσπάθεια, η οποία μαζί με το πρώτο τους άλμπουμ ήταν υπέυθυνα για το φανταστικό ξεκίνημα της μπάντας και της - σχετικής - παγκόσμιας αναγνώρισης. Να σημειωθεί εδώ ότι το “Willin” ξαναηχογραφείται (με κιθάρα αποκλειστικά του Lowell) και κυκλοφορεί ξανά με το δεύτερό τους άλμπουμ. Το τραγούδι που ανοίγει το άλμπουμ είναι το “Easy to Slip”.

Easy to Slip

Παρά τη σχετική αναγνώριση κι επιτυχία, η μπάντα περίμενε περισσότερα. Άρχισαν λοιπόν οι προστριβές και τελικά διαλύονται – προσωρινά όμως. Στην αρχή φεύγει ο Estrada για να πάει στους Captain Beefheart’s Magic Band. Μετά ακολουθεί η αντικατάσταση του από τον Kenny Gradney και η πρόσληψη του Paul Barrere ως δεύτερου κιθαρίστα. Τέλος έρχεται και στα κρουστά ο Sam Clayton (αδερφός της γνωστής - από το “Gimme Shelter” – Merry Clayton). Έτσι η αναγεννημένη μπάντα αποτελεί πλέον …σεξτέτο, με όλη την ομάδα πλέον να έχει λόγο - τουλάχιστον – στα φωνητικά. Οι προσθήκες αυτές, σε συνδυασμό με το φανερό ενδιαφέρον του Lowell για την μουσική της Ν. Ορλεάνης, είχαν ως αποτέλεσμα, την παραγωγή ενός μοναδικού άλμπουμ του γκρουπ, το 1973. Αυτό δεν ήταν άλλο από το αριστουργηματικό Dixie Chicken, με το ομώνυμο κομμάτι να κυριαρχεί και να αποτελεί πλέον το τραγούδι-σφραγίδα της μπάντας.

Dixie Chicken

Την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το τέταρτό τους άλμπουμ, Feats Don’t Fail Me Now, όπου υπάρχουν αρκετά καλά κομμάτια - η προσωπική μου επιλογή είναι το “Rock and Roll Doctor”. Εν τω μεταξύ, η φήμη τους μεγαλώνει κι όλοι έχουν να πούνε το καλύτερο για τους Feat. Οι Marshall Tucker, Eric Clapton και Robert Plant τους ανακηρύσσουν ως το αγαπημένο τους συγκρότημα. Το ίδιο και ο Jimmy Page, σε συνέντευξή του δηλώνει ότι “Οι Little Feat είναι η αγαπημένη μου αμερικάνικη μπάντα”. Το 1975, κυκλοφορεί το The Last Record Album, το οποίο χαρακτηρίζεται από την νέα στροφή του γκρουπ προς την fusion-jazz, αγάπη κυρίως των Barrere και Payne. Παράλληλα, λίγο πολύ, όλα τα μέλη της μπάντας άρχισαν να κάνουν τις δικές τους solo δουλειές, συνεργαζόμενοι με αξιόλογους καλλιτέχνες. Το μεγάλο ατού όμως της μπάντας είναι τα live. Εκεί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και την σκηνική τους ιδιοφυϊα. Οι διάσπαρτες παραστάσεις τους αποτελούν πόλο έλξης, όχι μόνο σε χιλιάδες θαυμαστές τους, αλλά και σε καλλιτέχνες όπως ο Bob Dylan και οι Rolling Stones! Κάποια τέτοια επιτυχημένη σειρά παραστάσεων στο Rainbow Theatre του Λονδίνου θα μεταφραστεί σε ένα από τα καλύτερα – το περιοδικό Rolling Stone το κατατάσσει στο Νο. 7 - live άλμουμς όλων των εποχών, το ιστορικό Waiting for Columbus, που κυκλοφορεί το 1978. Πραγματικά κορυφαίο σε όλα του.

Fat Man in the Bathtub

Με αυτό το άλμπουμ-σταθμό το γκρουπ φτάνει στην αποκορύφωσή του. Η μουσική τους αποτελεί μια ιδιόμορφη μίξη rock, folk, blues, funk και country. To Melody Maker έφτασε να δηλώσει: “…είναι η καλύτερη αμερικανική μπάντα της δεκαετίας". Όμως τα πράγματα δεν θα ήταν για πολύ ακόμη ρόδινα. Το 1979, λίγο πριν κυκλοφορήσει το έβδομό τους άλμπουμ Down on the Farm, το συγκρότημα διαλύεται λόγω διαφωνιών ως προς τον μουσικό προσανατολισμό του. Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε το τελειωτικό χτύπημα: ο ιδρυτής, ηγέτης και ψυχή τους, ο George Lowell πεθαίνει ξαφνικά (από καρδιακή προσβολή σε δωμάτιο ξενοδοχίου στη Virginia) στα 34 του! Τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο για αυτούς.

Down on the Farm

Μπορεί η μπάντα να ξαναφορμαρίστηκε τη δεκαετία του ’80, να κυκλοφόρησαν όχι μόνο παλαιότερα και σύχρονα live αλλά και έκαναν φρέσκιες δουλειές. Άλμπουμ όπως τα Let It Roll (1988), Shake Me Up (1991) ή το πιο νέο Rooster Rag, μπορεί να ήταν αξιόλογα, όμως δεν έφτασαν σε καμιά περίπτωση την ποιότητα, την αίγλη και την αναγνώριση των παλαιών τους. Παρ'όλα αυτά συνεχίζουν μέχρι και σήμερα, με εντελώς διαφορετική σύνθεση, να δίνουν παραστάσεις, μοιραζόμενοι την “τρέλα” τους με το όποιο κοινό τους ακολουθεί. Παρά τις φιλοφρονήσεις και τον θαυμασμό πολλών καλλιτεχνών που ειπώθηκαν πιο πάνω, παρά τις ερμηνείες τραγουδιών τους από ονόματα όπως ο Robert Palmer και η Linda Rondstadt, παρά τις διασκευές που τους έκαναν η Emmylou Harris, o Jackson Bowne, οι Byrds και ο ίδιος ο Bob Dylan, οι Little Feat παράμειναν μοιραία στην ιστορία της μουσικής ως ένα απ΄τα πιο υποτιμημένα συγκροτήματα των ‘70s. Σίγουρα αξίζουν μεγαλύτερης εμβάθυνσης και αναγνώρισης από τον κόσμο. Το παρόν άρθρο ίσως αποτελέσει το έναυσμα για όλους εσάς…!



ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
STUDIO ALBUMS

Little Feat (1971), Sailin' Shoes (1972), Dixie Chicken (1973), Feats Don't Fail Me Now (1974), Τhe Last Record Album (1975), Let It Roll (1988), Time Loves a Hero (1977), Down on the Farm (1979), Ain't Had Enough Fun (1995), Representing the Mambo (1990), Shake Me Up (1991), Under the Radar (1998), Rooster Rag (2012), Chinese Work Songs (2000), Kickin' It at the Barn (2003), Join the Band (2008)


ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης