Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019



“Babe, I’m Gonna Leave You” – The story so far…  




(Η ιστορία ενός τραγουδιού)




Υπάρχουν ακόμη μουσικόφιλοι που θεωρούν ότι το τραγούδι “Babe, I’m Gonna Leave You” είναι των Led Zeppelin. Λάθος. Υπάρχουν κι αυτοί - ειδικά εκείνοι που έχουν το παλιό βινύλιο του πρώτου τους άλμπουμ – που πρόσεξαν ότι στο οπισθόφυλλο, κάτω από το τραγούδι, γράφει “Traditional, arr. by Jimmy Page”. Οπότε αυτοί έβγαλαν αβίαστα το συμπέρασμα ότι το τραγούδι, αν και παραδοσιακό, διασκευάστηκε και πρωτοτραγουδήθηκε από τους Zeppelin. Και πάλι λάθος ! Για να μην παίζουμε όμως για πολλή ώρα αυτό το παιχνίδι, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Led Zeppelin - Babe, I'm Gonna Leave You




       Το επίμαχο κομμάτι ανήκει αποκλειστικά και μόνο, ανεπιφύλακτα, στην κυρία Anne Bredon, γνωστή και ως Anne Johannsen, από το όνομα του άνδρα της. Αν και σπούδαζε μαθηματικά, το χόμπι της  ήταν η μουσική - κυρίως η folk. Το έγραψε - μόνη της - όταν ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Berkeley (Καλιφόρνια), κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘50.


Anne Bredon


Η μουσική απλή αλλά μελωδική, γεμάτη ρομαντισμό. Οι στίχοι επίσης λιτοί, απέριττοι, πλην όμως βουτηγμένοι στον πόνο και στον λυρισμό:

Babe, I'm gonna leave you,
Tell you when I'm gonna leave you,
Leave you when ol' summer-time, summer comes a-rolling,
Leave you when ol' summer comes along.

Babe, that highway's a-callin',
That old highway's a-callin',
Callin' me to travel on, travel on out westward,
Callin' me to travel on alone.

Babe, I'd like to stay here,
You know I'd really like to stay here,
My feet start goin' down, goin' down that highway,
My feet start goin' down, goin' down alone.

Babe, I've got to ramble,
You know I've got to ramble,
My feet start goin' down, and I got to follow,
They just start goin' down, and I got to go.


        Την επόμενη χρονιά, γύρω στα τέλη του 1960, η Anne τραγούδησε την σύνθεσή της ζωντανά, σε ένα ραδιοφωνικό live show. Ήταν στον σταθμό  KPFA, στην εκπομπή The Midnight Special. Πολύς κόσμος την άκουσε και έκανε μεγάλη αίσθηση. Ίσως όμως την μεγαλύτερη την έκανε σε μια άλλη τραγουδίστρια εκείνης της εκπομπής, την Janet Smith. Η Smith, τραγουδούσε κι αυτή folk κι εκτίμησε το κομμάτι της Bredon. Μάλιστα, χρησιμοποιώντας μια δική της version, το τραγούδησε κι η ίδια, λίγο καιρό αργότερα, σε ένα κολλέγιο στο Οχάιο. (Σημείωση: Δυστυχώς δεν υπάρχει οπτικό ή ακουστικό υλικό από αυτές τις ερμηνείες) Συμπτωματικά όμως εκεί τότε βρισκόταν κι η Joan Baez. Ξέροντας να εκτιμά το καλό τραγούδι, της τράβηξε, με τη σειρά της, την προσοχή. Τόσο ώστε το τραγουδούσε κιόλας στην αμερικάνικη περιοδεία του 1962 που ακολούθησε αλλά και το χρησιμοποίησε στο live άλμπουμ Joan Baez in Concert (Part 1) που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. To τραγούδι χαρακτηρίζεται από τον διευθυντή της δισκογραφικής ως “white blues” και στις σημειώσεις τονίζεται ότι “η σπάνια ποιότητα και δυναμική του κομματιού έγκειται στο γεγονός ότι η αφηγήτρια επιθυμεί ενδόμυχα ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πάει να κάνει κι αυτό επιτείνεται από την προσμονή της εθελούσιας φυγής της“. Ίσως προκαλέσει αίσθηση το γεγονός ότι η σύνθεση εμφανίζεται στον δίσκο με credit “Traditional, arr. Joan Baez”. Πουθενά όμως η Bredon !

Joan Baez - Babe, I'm Gonna Leave You 




          Να η εκδοχή του τραγουδιού που στηρίχθηκαν οι Led Zeppelin. Βασικά ο Jimmy Page είχε ακούσει το τραγούδι από την Baez πολύ παλιότερα, τότε που - πριν καν τους Yardbirds - ήταν ένας εκκολαπτόμενος, νεαρός session μουσικός. Από τότε το έπαιζε και το τροποποιούσε με την κιθάρα του. Δεν το προχώρησε όμως περισσότερο και κάπου εκεί στα μέσα των ΄60ς  το παράτησε. Το θυμήθηκε όμως κατά την ίδρυση των Zeppelin, τον Ιούλιο του ΄68. Τότε, στην πρώτη του συνάντηση με τον Robert Plant, του έπαιξε το τραγούδι στην δική του εκδοχή. Ο Plant ενθουσιάστηκε και συμφώνησαν να το βάλουν στο πρώτο άλμπουμ που θα κυκλοφορούσαν. Έτσι κι έγινε. (Σημείωση: Κάποιοι έχουν ισχυριστεί ότι η εισαγωγή, με το χαρακτηριστικό άρπισμα της ακουστικής κιθάρας ανήκει στον Plant, πράγμα που φυσικά το αντέκρουσε ο Page. O ίδιος μάλιστα έχει δηλώσει - με συβιλλικό νόημα - ότι “έπαιζα (σ.σ. από παλιά) συνήθως το τραγούδι καθισμένος στο σκοτάδι, πίσω από την… Marianne Faithfull”).

Babe, I'm Gonna Leave You 




        Ωστόσο, στις ηχογραφήσεις - που κράτησαν μόλις 36 ώρες - τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα. Ο Plant ερμήνευε το κομμάτι αρκετά ωμά και άγρια, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα του άλμπουμ. Τελικά, με τα πολλά, πείστηκε από τον Page να χαμηλώσει τους τόνους στην αρχή, ώστε να υπάρξει μια προοδευτική κλιμάκωση στην ένταση. Έτσι το ξαναηχογράφησαν και πήρε τη μορφή που όλοι το ξέρουμε. Αλλά και πάλι έχει αρκετές διαφορές απ΄ αυτό της Baez: Η ακουστική κιθάρα εναλλάσσεται με πιο σκληρά, ηλεκτρικά κιθαριστικά μέρη, υπάρχουν ρυθμικά και καταιγιστικά ντραμς από τον Bohnam αλλά και εντυπωσιακά “υψηλά” φωνητικά από τον Plant. Φυσικά έγινε και μια μικρή τροποποίηση στους στίχους.
         Όπως όμως είπαμε στην αρχή, το παράδοξο είναι ότι - κι εδώ - στα credits πάλι δεν υπάρχει το όνομα της Bredon: ”Traditional, arr. by Jimmy Page ”.  Kι αυτό συνεχιζόταν μέχρι περίπου το 1990. Aπό τότε όμως, τα credits αλλάζουν: Εκτός από το “Page - Plant”, προστίθεται και το “Anne Bredon”. Η οποία φυσικά παίρνει και κάποια χρηματική αποζημείωση…
        Εννοείται ότι το εν λόγω τραγούδι το διασκεύασαν πολλοί. Μεσολάβησαν πολλοί καλλιτέχνες μεταξύ της version της Joan Baez και των Zeppelin. Ηχογραφήθηκε, εκτελέστηκε, εμφανίστηκε σε singles και σε άλμπουμ πολλών άλλων συγκροτημάτων ακόμη και πριν τους Zeppelin. Mετά την επιτυχία της Baez πολλοί έσπευσαν να το κάνουν δικό τους – γνωρίζοντας προφανώς και την σχετική ελευθερία που τους παρείχε η έλλειψη φυσικού συνθέτη, αφού το κομμάτι παρουσιαζόταν ως “παραδοσιακό”. Μεταξύ αυτών οι Plebs (1964), oι The Association (1965), ο  Mark Wynter (1965) και οι Quicksilver Messenger Service (1968).


The Association - Babe I'm Gonna Leave You 




         Ίσως πλέον δε θα σας κάνει έκπληξη το γεγονός ότι… από όλους τους παραπάνω ΚΑΝΕΝΑΣ δεν είχε δώσει credit στην καημένη την Anne Bredon. Όλοι τους ακολούθησαν την πεπατημένη… “Traditional, arranged by…” κι ακολουθούσε το όνομα (προφανώς) του ηγέτη-συνθέτη της μπάντας. Αυτό που είχε κάνει πρώτη η Baez, αυτό που έκαναν κατόπιν (όλων αυτών) και οι Led Zeppelin (L. Z.). Την αρχή έκανε η ίδια η Baez, όταν το Joan Baez in Concert, κάπου στο 1988, κυκλοφόρησε σε CD. Τότε πρωτοφάνηκε η Bredon ως η συνθέτης του “Babe, I’m Gonna Leave You”. Μετά - όπως είπαμε το 1990 – ακολούθησαν οι L. Z. και από τότε το πράγμα πήρε τον κανονικό του δρόμο.
         Για την ιστορία να αναφερθούν και μερικές από τις  μετά L. Z. εκτελέσεις του κομματιού: το διασκεύασαν οι Rock Island (1970), οι Man (1976), οι Great White (1991)…και πολλοί πολλοί ακόμη. Και συνεχίζουν ακόμη και στις μέρες μας να το ανακαλύπτουν και να το ερμηνεύουν αρκετοί κι αξιόλογοι καλλιτέχνες. (Σημείωση: Στο Youtube μπορείτε να βρείτε αρκετά ακόμη covers). Προσωπικά απολαμβάνω την εκδοχή του Kenny Blackwell, όπου το διασκευάζει – instrumental - με τη βοήθεια του μαντολίνο του (άλμπουμ: Bluegrass Ferever,του 2000). Tι να πεις; Γούστα είναι αυτά !

Kenny Blackwell - Babe, I'm Gonna Leave You 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019



THE COLLECTORS 


&


CHILLIWACK



Fine Psych-Prog Canadians



THE COLLECTORS

The Collectors (Warner Bros. WS 1746) 5/68 [Canada]


Ίσως το πιό υποτιμημένο και πιθανόν το πιό αξιόλογο άλμπουμ εκείνης της χρονιάς. Δυνατές μελωδικές γραμμές και βαθυστόχαστοι στίχοι. Εντυπωσιακή δουλειά στο όργανο από τον Claire Lawrence, στο στυλ του David Cohen των Country Joe.

What Is Love (1968)




Η χρήση τενόρο σαξόφωνου πάνω από το όργανο είναι ευφυέστατη στο "What Love". Αν και περιστασιακά εμφανίζονται αδύναμα σημεία στα φωνητικά, η σύλληψη (ιδέα) είναι τόσο δυναμική ώστε να μπορεί να μεταφέρει όλο το πρότζεκτ. Το "Howard Christman's Older" είναι ένα καλό κομμάτι επιστημονικής φαντασίας και καταπληκτικών στίχων. Μιλάει για έναν άνδρα με υπερφυσικές ικανότητες, που στα δεκατρία του χρόνια ανακαλύπτει την μοριακή δομή του χώματος και βρίσκει τον τρόπο να μετατρέπει το χώμα σε ασήμι και χρυσό. Επίσης ανακαλύπτει μία διαδικασία να ανασταίνει τους νεκρούς και δουλεύει μία συσκευή που καταστρέφει το μίσος. Όμως, όπως κυνικά μας τραγουδάει ο Vicker, τελευταία έχει αρχίσει να πέφτει η απόδοσή του, εξαιτίας της στενοκεφαλιάς του ανθρώπινου είδους.

Howard Christman's Older (1968)




Η δεύτερη πλευρά είναι όλη μία σουίτα "What Love?", η οποία διαρκεί 19 λεπτά (δώστε την απαραίτητη προσοχή στο σαξόφωνο κάπου στο 13.13'). Eπίσης ακούστε προσεκτικά πώς ο Howie Vicker ψιθυρίζει στην αρχή "Does anybody hear?" και επαναλαμβάνει την ερώτηση αυξάνοντας τον τόνο ώσπου να γίνει πραγματικά δυνατός, μέχρι να ξεσπάσει σε μία απεγνωσμένη κραυγή. Στο σημείο αυτό συγκρίθηκε πολύ με τον Jim Morrison. Στο σύνολο, μία πολύ δύσκολη και όχι με συνοχή παραγωγή (όπως συνέβαινε με τον Zappa) και χωρίς το στοιχείο του χιούμορ, αλλά κάπως πιό μελωδική και εξίσου σημαντική.

The Collectors



Ένα πομπώδες άλμπουμ που δεν συμφιλιώνει σε ικανοποιητικό βαθμό την pop και την progressive φύση. Η πρώτη πλευρά αποτελείται από πέντε αυτόνομα κομμάτια, που δείχνουν την ευελιξία της μπάντας και την κλίση που είχε για φωνητικές αρμονίες. Το κομμάτι που ανοίγει "What Is Love?" και το "One Act Play" είναι ονειρικές μπαλάντες,

One Act Play (1968)




 το "She (Will-O-The-Wind)" είναι ένα νευρώδες θέμα που οδηγείται από φλάουτο και το "Howard Christman's Older" είναι μία τρομερή (αν και κάπως πομπώδης) ιστορία. Ο αδύναμος κρίκος είναι το "Lydia Purple" των Dunn & McCashen. Όπως λένε στις εσωτερικές σημειώσεις του δίσκου αυτό ήταν μία επιθυμία της εταιρείας για να τους βάλει στα chart. Οι ίδιοι ποτέ δεν ήθελαν να το πούν.

What Love (Suite) (1968)




Η δεύτερη πλευρά με την σουίτα δεν αποσπά καλές κριτικές από κάποιους κριτικούς της εποχής, υποθέτω καθώς συγκρίνουν με την υπάρχουσα μέχρι τότε μουσική. Κι όμως πρόκειται για ένα θέμα που έχει την δομή σουίτας (ξεχωριστά τμήματα). Και πρόκειται επίσης για rock μουσική. Και έρχεται ανελέητο το ερώτημα: Πόσα rock γκρουπ το 1968 έκαναν κάτι παρόμοιο; Δοκιμάστε να το ακούσετε ολόκληρο. Θα εκπλαγείτε με τα αλεπάλληλα τμήματα που το ένα διαδέχεται το άλλο, ενώ μέσα επικρατoύν περίεργα πράγματα όπως ψυχεδελική κιθάρα, φλάουτα με Ανατολίτικη χροιά, άγρια fuzz κιθάρα, ένα σόλο σαξόφωνο που θα θυμάστε για τον υπόλοιπο βίο σας, μία καλή δόση πειραματισμού και τα δραματικά φωνητικά του Vicker. Πραγματικά ίσως να το βρείτε κουραστικό, ίσως θαυμάσιο, πάντως σίγουρα θα μπείτε στον πειρασμό να το ακούσετε ξανά. Ένα πράγματι απίστευτο κομμάτι. One of a kind.


Grass & Wild Strawberries (Warner Bros. WS 1774) 3/69




Αρχικά ήταν το αποτέλεσμα από μία παρουσίαση 3 εβδομάδων στο Βανκούβερ του ποιητή και συγγραφέα George Ryga, με την μπάντα κρυμμένη στην σκηνή. Δεν είναι λιγότερο φιλόδοξο από το προκάτοχό του και σίγουρα πιό ανέμελο.

Sheep on the Hillside (1969)




Κυμαίνεται από hard rock ("Things I Remember", "Early Morning"), έντονη pop ("Don't Turn Away (From Me"), πειραματισμό όπως το "Teletype Click" (του οποίου τα παράξενα φωνητικά είναι το αποτέλεσμα του να τραγουδούν πολύ γρήγορα και στη συνέχεια να επιβραδύνουν το αποτέλεσμα) και ένα σχεδόν folk-rock ("My Love Delights Me"), αλλά τίποτα που να είναι ιδιαίτερα ενθυμητικό.

Rainbow of Fire (1969)



Και στα δύο άλμπουμ τους υπάρχει μία αίσθηση ότι έχουν πολύ ταλέντο, αλλά δεν εστιάζουν, με αποτέλεσμα πολλοί ακροατές να μένουν σε στιγμές στα κομμάτια τους, αλλά όχι στο σύνολο. Βέβαια αν εξετάσουμε πάλι την χρονιά που έκαναν αυτά τα πράγματα θα δούμε ότι μιλάμε για ένα proto-prog γκρουπ από τον Καναδά. Ίσως το πρώτο.

Μετά από αυτό το δεύτερο άλμπουμ τους ο συναρπαστικός τραγουδιστής Howie Vickers αφήνει το γκρουπ, το οποίο αναθέτει τα φωνητικά στον Bill Henderson, ο οποίος έφτασε να γίνει μία εμβληματική μορφή και περιζήτητος στον χώρο των μηχανικών και παραγωγών την δεκαετία του '80, ενώ το όνομα τους γίνεται Chilliwack.


CHILLIWACK

Chilliwack (Parrot 71040) 1971 [Canada]




Rain-O (1970)




Έχοντας αλλάξει το όνομά τους από The Collectors με την αναχώρηση του τραγουδιστή Howie Vickers, οι Chilliwack σε αυτό το πρώτο LP έχουν χίπικες μπαλάντες, με πολύ φλάουτο. Το καλύτερο τρακ είναι το "Every Day", μία μπαλάντα που μου θυμίζει πολύ τους Big Star.

Every Day (1970)




Chilliwack (A&M 2-3509) 1971




Η μία πλευρά είναι μία φανερή προσπάθεια για ραδιοφωνικό αέρα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος από το υπόλοιπο διπλό άλμπουμ είναι μία έκκληση για αποδοχή σαν καταπληκτικοί μουσικοί. Προβλέψιμα, το αποτέλεσμα είναι πολύ ασύμμετρο. Η μουσική στο άλμπουμ αυτό ποικίλει από πολύ καλή έως περιττή. Το γκρουπ παραμένει συναρπαστικό και πολλά υποσχόμενο, αλλά οι τρέχουσες προσπάθειες στην αυθεντικότητα έχουν γίνει με αντάλλαγμα την καλή progressive rock.

Rosie (1971)




Το δεύτερο άλμπουμ τους είναι διπλό ( αρχικά στην τιμή του μονού δίσκου) και ακολουθεί μία πιό συναρπαστική pop-rock τροχιά. Το "Rosie" είναι rock θέμα με πολύ ενέργεια. Το υλικό είναι πολύ παρόμοιο με αυτό των April Wine στην επιθυμία τους να αγκαλιάσουν την hard rock, την power pop και άλλα στυλ της δεκαετίας του '70, σε μία προσπάθεια να γίνουν μία ολοκληρωμένη μπάντα. Στον δεύτερο δίσκο η πρώτη πλευρά είναι ένα είδος σουίτας σε έξι μέρη που ονομάζεται Music For A Quiet Time.

Music For A Quiet Time Part 1 Shine (1971)



Την άλλη πλευρά του δεύτερου δίσκου έχει καταλάβει ένα μόνο θέμα 16.50 λεπτών περίπου με διαστημικούς ήχους και free form style, κάτι που θυμίζει Tangerine Dream, Cluster, Popol Vuh ή και Kraftwerk, αλλά με πραγματικά όργανα.

Night Morning (1971)




Ίσως όπως λένε πολλοί να είναι η πιό αξιόλογη προσπάθειά τους με το όνομα Chilliwack.

Chilliwack


Θα επεκταθώ λίγο ακόμα σε μόνο ένα δίσκο τους που έκαναν την επόμενη χρονιά. Από εκεί και μετά ακολούθησε μία πλούσια δισκογραφία, που όμως έχοντας επίγνωση για το μέγεθος του γκρουπ που ήταν κάποτε, δεν νομίζω ότι θα άξιζε να εισχωρήσει βαθύτερα κάποιος.

All Over You (A&M SP 4375) 1972




Αυτό το άλμπουμ συνεχίζει σε μία σταθερή MOR κατεύθυνση. Το "Goodnight" και το "The Fields and the Sea" συνεχίζουν τα μελωδικά τους στηρίγματα.

The Fields and the Sea (1972)




Λιγότερο αποτελεσματικές είναι οι προσπάθειες στο boogie αλά Quo που εισάγουν στο άλμπουμ, όπως στο "Rock and Roll Music", ενώ το "Things Keep Changing" αλά Lovin' Spoonful είναι λίγο άγαρμπο.
The Collectors: Ένα από τα σημαντικότερα και καινοτόμα rock γκρουπ του Καναδά.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019



THE GENTLE SOUL 



Folk-Psych Pop




Την δεκαετία του '60 υπήρχε ένας τραγουδιστής/τραγουδοποιός που τον έλεγαν Rick Stanley. Ο ίδιος δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο στην folk-rock σκηνή, όμως συνεργάστηκε με μία νέα κοπέλα την Pamela Polland, που έκανε ακριβώς το ίδιο με τον Rick και σχημάτισαν την μπάντα μας, δίνοντας μορφή σε ένα ονειρικό μουσικό ντουέτο. Έπαιξαν στο Troubadour και είχαν φίλους διάσημους μουσικούς του είδους (Jackson Browne, Ry Cooder, Linda Ronstadt, και πολλούς ακόμα) ενώ με παραγωγό τον Terry Melcher των The Byrds, έκαναν ένα συμβόλαιο στην Columbia (στην Epic που ήταν η θυγατρική label για τα εναλλακτικά θα λέγαμε της εποχής). Υπέροχες φωνητικές αρμονίες και κάποιοι υπέροχοι τόνοι, με την βοήθεια καταξιωμένων session καλλιτεχνών, με harpsichord, τσέλο και φλάουτα.

Young Man Blue (1968)




Όλοι έλεγαν ότι το μουσικό ζευγάρι ήταν πολλά υποσχόμενο κι ότι θα ξεχύνονταν στην κλίμακα των chart, όμως δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Το 1969 ήταν δυστυχώς η τελευταία χρονιά αυτού του σχήματος, με τον Rick και την Pamela να αρχίζουν ξεχωριστά σόλο καριέρα και οι The Gentle Soul σύντομα θα ανήκαν στο παρελθόν.
Όμως ας απολαύσουμε την υπέροχη κιθάρα του "δάσκαλου" Ry Cooder στα καλύτερά της:

Overture (1968)




The Gentle Soul (Epic BN 26374) 7/68




Μία ωραιότατη ηχογράφηση που είναι ταυτόχρονα συναρπαστική και ευχάριστα χαλαρωτική. Τα τραγούδια είναι μελωδικά, οι αρμονίες πολύπλοκες και καθαρές και η μουσικότητα ιδιαιτέρως καλά αναπτυγμένη στα ακουστικά όργανα. Μοιάζουν να έχουν κληρονομήσει την πλούσια κληρονομιά των Richard & Mimi Farina, εξελίσοντας τις πιό τρυφερές πτυχές της και γλυκαίνοντας τον ήχο με πιό πλούσια ενορχήστρωση.

Reelin' (1968)




Σαν ένα άλλο Song Cycle (Van Dyke Parks) μοιάζει o δίσκος του ζευγαριού μας να διεκδικεί τον τίτλο του πιό υποτιμημένου πανέμορφου άλμπουμ. Σε παραγωγή του Terry Melcher είναι κάτι που πρέπει να ακουστεί και σίγουρα ανήκει στα ακούσματα που προωθεί η μουσική γωνιά μας.

See My Love (1968)




Είναι πιθανόν σημείο των καιρών ότι το είδος της μουσικής με την γλυκιά ευτυχία με την οποία την εξέφρασαν οι The Gentle Soul δεν συγκρατεί το ενδιαφέρον κάποιων. Ναι, είναι καλά παιγμένη, ναι, είναι ευχάριστη, γλυκιά και αμυδρά θυμίζει εκατοντάδες απόμακρα folk θέματα και μελωδίες. Αλλά είναι αυτό αρκετό; Δεν νομίζω. Αν κάποιος άκουγε folk εκείνη την εποχή στην εμπορική της μορφή, θα προτιμούσε να ακούσει τις πολύ περισσότερο δυναμικές εκδοχές που έκαναν τύποι σαν τον Bob Dylan, τον Tim Hardin και την Joni Mitchell.

Flying Thing (1968)




Ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ, ένα LP που φανερά κανείς δεν ενδιαφερόταν γι'αυτό τότε και πόσο μάλλον στις μέρες μας. Μία αυθεντική ομορφιά που αρχίζει κάθε μέρα με ηρεμία και θετική σκέψη. Η Pam Polland και ο Rick Stanley έγραψαν τα περισσότερα από τα τραγούδια και τα τραγούδησαν με ένα στυλ σαν του Donovan ή των Richard & Mimi Farina. Οι Van Dyke Parks, Paul Horn και Ry Cooder είναι ανάμεσα στους μουσικούς που συνεισφέρουν. Το "Overture" και το "Marcus" είναι ιδιαιτέρως ελκυστικά.

Marcus (1968)




Ντελικάτη folk-pop κατευθείαν από το ντουέτο του Laurel Canyon με την βοήθεια των Van Dyke Parks, Paul Horn, Ry Cooder, Mike Deasy, Bill Plummer και άλλους. Το κομμάτι που ανοίγει το δίσκο "Overture" με πινελιές από μελωδίες που ακούγονται και αλλού στο άλμπουμ, είναι φανερά προιόν πολλής σκέψης και επιμέλειας. Το ντουέτο τραγουδάει και παίζει κιθάρα καλά και οι συνθέσεις (έγχορδα, φλάουτο, όργανο, harpsichord, tabla και άλλα), ποτέ δεν "πνίγουν" τα κομμάτια. Στα highlights είναι το νανούρισμα "Marcus", το ευαίσθητο "See My Love (Song For Greg) και το ονειρικό "Empty Wine". Παρά το ταξιδιάρικο εξώφυλλο, η μουσική δεν είναι σχεδόν καθόλου ψυχεδελική και αναμφίβολα πολύ δύσκολη για κάποια αυτιά. Αλλά εάν σου αρέσει η λυρική, χωρίς κυνισμό ακουστική μουσική σίγουρα πρέπει να το ακούσεις. Το ντουέτο, παρεμπιπτόντως, είχε κάνει συμβόλαιο το 1966, αλλά το άλμπουμ τους δεν εμφανίστηκε μέχρι τον Ιούλιο του 1968,  εγείροντας πολλά μουρμουρητά από τον underground μουσικό τύπο για την καθυστέρησή του.

Empty Wine (1968)




Το πομπώδες "Overture" υπονοεί ότι αυτό το άλμπουμ πρόκειται να είναι progressive, αλλά το υπόλοιπο έχει μία αίσθηση περισσότερο του στυλ τραγουδιστής/τραγουδοποιός, με δυνατές μπαρόκ αιχμές και αξιόλογα χίπικα στοιχεία. Είναι ένα ωραίο LP, με πρώτης τάξεως συνθέσεις και ενορχήστρωση, αλλά δεν προξενεί μεγάλη έκπληξη που δεν είχε την επιτυχία που θα ανέμενε κανείς.

Renaissance (1968)




Δεν ήταν πολύ αιχμαλωτιστικά τα τραγούδια για να περάσει στα top 40, αλλά ούτε και ιδιαίτερα για να κάνουν αίσθηση στους underground ακροατές. Παρόλα αυτά, το στοιχειωτικό, ελαφρά ταξιδιάρικο "Reelin" είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι και ίσως το καλύτερο τρακ μαζί με το "Overture". Το ντουέτο μας διαλύθηκε αμέσως μετά την ηχογράφηση του άλμπουμ και ο καθείς ξεκίνησε σόλο καριέρα.


PAMELA POLLAND

Pamela Polland (Columbia KC 31116, με εσώφυλλο) 5/72




Με ένα στυλ ερμηνείας τόσο μακριά από το συμβατικό, όπως η Melanie, η Ms. Polland προσφέρει ένα εμπορικό πακέτο με σκοπό να την ανεβάσει στα chart. Σε αυτό το άλμπουμ βρίσκεται στο πιάνο ο Nicky Hopkins, ενώ σαν guest εμφανίζεται o Jimmy Spheeris.
Αυτό το άλμπουμ δεν ακούγεται καθόλου σαν το άλμπουμ των The Gentle Soul ή κάποιο από τα δύο τραγούδια που η Polland είχε συνεισφέρει στο απίστευτο (και καλά κρυμμένο) Some Songs I've Saved της Kathy Smith την προηγούμενη χρονιά (και που κανένα δεν εμφανίζεται σε αυτό το LP). Είναι mainstream pop-rock με πιάνο επηρεασμένο πολύ από Carole King. Στους guest επίσης μπορεί να συναντήσει κανείς τον Taj Mahal.

Out of My Hands / Texas (1972)




H Pamela ηχογράφησε κι άλλα δύο LP, ένα από τα οποία την επόμενη χρονιά με τον Ry Cooder.


RICK STANLEY

O Rick Stanley σήμερα σχεδιάζει και κατασκευάζει άρπες και παρουσιάζει Κέλτικη μουσική μόνος ή με το συγκρότημά του.

Song of Life (Ganesh Productions) 1970


Χρόνια πριν είχε ηχογραφήσει ένα δυναμικό άλμπουμ το Song of Life, που περιέχει κάποιες από τις αγαπημένες του μπαλάντες από την Αγγλική, Ιρλανδική και Σκωτσέζικη παράδοση, όπως και κάποια ορίτζιναλ. Ακούστε κάτι...

Truth of Life (1970)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019



HEADSTONE CIRCUS



Great Unknowns



Οι Headstone Circus ήταν ένα γκρουπ της ψυχεδελικής rock / folk rock και σχηματίστηκαν το 1966 από τον Glenn Faria. Έκαναν ένα μόνο θαυμάσιο άλμπουμ ηχογραφημένο ανάμεσα στο 1968-1970, το οποίο όταν ακούσεις θα θυμηθείς τους Crosby, Stills, Nash & Young και όχι μόνο. Καλές συνθέσεις, καλά παιγμένο υλικό, αλλά και μία απόκοσμη λάμψη.

Summers Gone (2004)




Η ιστορία όπως μας αφηγείται ο Glenn Faria έχει ως εξής:
"Την νύχτα του Halloween πήγαμε σε ένα παλιό νεκροταφείο, πήραμε LSD και περάσαμε μία πολύ παράξενη νύχτα ανάμεσα στις ταφόπλακες. Οι ταφόπλακες έμοιαζαν να λιώνουν και να παίρνουν μορφές ζώων. Κάποιοι είδαμε πνεύματα, εγώ δεν είμαι σίγουρος τι είδα, αλλά όλο αυτό ήταν πολύ ενοχλητικό. Ύστερα ονομάσαμε εκείνη την νύχτα "Headstone Circus". Έμοιαζε κατάλληλος τίτλος και για το γκρουπ μας, έτσι δημιουργήθηκε το όνομα της μπάντας μας".

I'm Going Down (2004)




Η μπάντα μας ήταν από την Ουάσινγκτον και το lineup περιλάμβανε τον Nick Bonis στο μπάσο, τον Glenn Faria στα φωνητικά και στην lead guitar, τον Mike Johnstone στην ρυθμική κιθάρα και τον Randy Pope στα ντραμς. Κύριος τραγουδοποιός ήταν ο Faria, αλλά η μπάντα μας ενώ ηχογράφησε υλικό περισσότερο από δύο χρόνια, ποτέ δεν κατάφερε να κάνει συμβόλαιο ή να προσελκύσει το ενδιαφέρον. Αυτό μοιάζει να τους αδικεί κατάφωρα, μιάς κι αν κρίνουμε από τα τρακς του δίσκου, επρόκειτο για ταλαντούχους μουσικούς που έπαιξαν όπως οι Allman Brothers, οι Buffalo Springfield, οι CSN & Y, διατηρώντας τον προσωπικό ιδιαίτερο ήχο τους.

I'm Crazy (2004)




Η γλυκιά, soulful μελωδική φωνή του Faria κάλυπτε ευρύ φάσμα, από blues μέχρι εμπορική pop, ενώ τα υπόλοιπα μέλη υποστήριζαν άξια. Το θέμα βέβαια δεν είναι ότι μιμήθηκαν γνωστά σχήματα της εποχής. Είναι ότι άξιζαν περισσότερο από άλλα σχήματα που είχαν αγκιστρωθεί στην μουσική βιομηχανία. Μου είναι δύσκολο να χωνέψω ότι για αυτό τον υπέροχο δίσκο δεν κέρδισαν ποτέ τίποτα από δικαιώματα.

Arms of God (2004)




O Glenn Faria άφησε το γκρουπ όταν του έγινε πρόταση για σόλο καριέρα. Η σόλο δουλειά του είναι ένα psych-folk LP του 1970, μία κόπια του οποίου αν ποτέ βρεθεί θα κοστίζει πάνω από 500 ευρώ και περιέχει μέσα δικό του υλικό, αλλά και τραγούδια από την εποχή με τους Headstone Circus, όπως το "Summer's Gone".

Bear Down (2004)




Το LP των Headstone Circus κυκλοφόρησε πολλά χρόνια αργότερα, το 2004 και ενώ πρόκειται για ηχογραφήσεις που έγιναν με υποτυπώδη παραγωγή και πενιχρά μέσα, ακούγεται υπέροχο και κρίνεται ουσιαστικό να γνωρίσουν οι αναγνώστες την μουσική που έπαιξε το απίθανο αυτό γκρουπ.

I Love the Wind (2004)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019



RUSH - A FAREWELL TO KINGS





Γράφει ο Γιάννης Μπιτσάκος


Ταξιδεύοντας με το κύμα του progressive rock που είχε καταφέρει να φτάσει στην κορυφή των charts, οι Rush είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχαν τη δύναμη να χρησιμοποιήσουν το ταλέντο τους για να κάνουν εξαιρετικά progressive μουσικά αριστουργήματα.
Μετά την επιτυχία του επικού 2112 και την περιοδεία του, οι Rush επέστρεψαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το καινούργιο τους άλμπουμ A Farewell To Kings. Με αυτόν το νέο δίσκο, υποσχέθηκαν στις λεγεώνες των αφοσιωμένων οπαδών τους ότι θα κάνουν το τέλειο progressive rock άλμπουμ, το οποίο θα ξεπερνούσε όλα εκείνα πριν από αυτό ...

Rush - A Farewell to Kings (1977)




Το τρίο από τον Καναδά ταξίδεψε στη Βρετανία τον Ιούνιο του 1977 για να πραγματοποιήσει μια σύντομη Βρετανική περιοδεία και να ηχογραφήσει το A Farewell To Kings στα Rockfield Studios του Monmouthshire. Στο ντοκιμαντέρ Beyond the Lighted Stage, ο μπασίστας και τραγουδιστής Geddy Lee παρατηρεί : "Το να πάμε εκεί ήταν πραγματικά ευχάριστο, επειδή όλοι οι ήρωές μας ήταν Αγγλοι μουσικοί της ροκ". Κατά συνέπεια, δεδομένου πως το χρέος των Rush στους Led Zeppelin είναι προφανές, είναι επίσης σαφές ότι ο Lee, ο κιθαρίστας Alex Lifeson και ο ντράμερ Neil Peart έφτιαχναν με μαεστρία ένα δικό τους όραμα μέχρι τη στιγμή που το εν λόγω άλμπουμ ήταν σε εξέλιξη : συγκεκριμένα, ένας συνδυασμός τολμηρής, σύνθετης μουσικής και φανταστικών στίχων (που συνήθως γράφει ο Peart) ή sci-fi θεμάτων.

Όταν συζητάμε για τους Rush με το ευρύ κοινό, είναι πολύ εύκολο να διαιρέσεις τους ανθρώπους σε δύο ομάδες. Εκείνους που μισούν τους Rush, και εκείνους που αγαπούν τους Rush. Το βασικό πρόβλημα που οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν με αυτή την μπάντα περιστρέφεται γύρω από το φωνητικό στυλ του frontman Geddy Lee. Οι υψηλές φαλσέτο στριγκλιές και φωνές που συχνά χαρακτηρίζουν τα τραγούδια των Rush δίνουν πάντα το παρόν εδώ, και αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι η ισχυρότερη απόδοση του Geddy μέχρι τώρα.



RUSH



Η κλασική κιθάρα στην εισαγωγή του ομότιτλου τραγουδιού είναι εξαιρετική, προσφέροντας ένα μεσαιωνικό υπόβαθρο που περιλαμβάνει τους ήχους των πραγματικών πτηνών που τιτιβίζουν. Το μπάσο, η ηλεκτρική κιθάρα και τα τύμπανα στη συνέχεια μπαίνουν με ζήλο, κάνοντας γνωστό ότι αυτοί είναι οι Rush και είναι μουσικά στα καλύτερά τους. Λυρικά, το τραγούδι είναι μια μεταφορά μιας καταρρέουσας Βασιλείας ως αλληγορίας της κοινωνίας στο σύνολό της. Οι στίχοι φαίνεται επίσης να δείχνουν ότι αυτό θα είναι το πρώτο άλμπουμ όπου θα απομακρυνθούν από τον κόσμο της συγγραφέως Ayn Randian που ήταν παρών στο προηγούμενο άλμπουμ.


Το "Xanadu" βασίζεται στο ποιήμα του δέκατου όγδοου αιώνα Kubla Khan, του Samuel Taylor Coleridge, όπου ο αφηγητής περιγράφει την αναζήτηση ενός μυθικού τόπου όπου μπορεί κανείς να βρει την αθανασία. Η ήρεμη αρχή φέρνει στο νου τους αγρότες που εργάζονται σε ένα χωράφι ή κοντά σε ένα μοναστήρι σε μια αργή εισαγωγή περίπου δύο λεπτών. Στη συνέχεια, η κιθάρα και τα εφέ ξεκινούν πριν τα τύμπανα έρθουν σαν μια καταιγίδα που κυλάει στα χωράφια. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν λέξεις εδώ, φαίνεται ότι η έννοια μπορεί κυριολεκτικά να είναι ό, τι θέλετε να είναι, και αυτό βοηθά να ζωγραφίσει μια νοητική εικόνα στο μυαλό του ακροατή. Λυρικά, ο πρώτος στίχος είναι ο τραγουδιστής που σκέφτεται πόσο ωραία θα ήταν να βρει το Xanadu. Στη συνέχεια, ο πρωταγωνιστής ξεκινάει το ταξίδι του για να βρει πραγματικά αυτό τον μυθικό τόπο και, μέχρι την τρίτη στροφή, ο ακροατής διαπιστώνει ότι έχει περάσει τα τελευταία χίλια χρόνια παγιδευμένος στον εκεί θόλο της ευχαρίστησης. Το μήνυμα εδώ είναι ο κίνδυνος της εμμονής, και η πραγματική ειρωνεία είναι ότι ακόμη και οι ουρανοί μπορούν να γίνουν κόλαση αν χάσεις την ελευθερία σου.

Xanadu (1977)




Το "Closer to the Heart" είναι το πρώτο τραγούδι των Rush που έχει έναν εξωτερικό συγγραφέα, τον Peter Talbot. Λυρικά, το τραγούδι συνεχίζει το σχεδόν αντι-2112 , αλτρουιστικό μήνυμα. Έχει μια ωραία γέφυρα μετά το δεύτερο στίχο και η κιθάρα του Lifeson είναι αξέχαστη καθ' όλη τη διάρκεια

Closer to the Heart (1977)




Το "Cinderella Man" είναι βασισμένο στην ταινία 'Mr. Deeds Goes to Town' του Frank Capra από το 1936, το οποίο αφορά έναν άνθρωπο που κληρονομεί πολλά χρήματα και στη συνέχεια θεωρείται τρελός όταν αρχίζει να τα ξοδεύει για να βοηθήσει τους φτωχούς. Μουσικά, το τραγούδι είναι εξαιρετικό με το μπάσο του Lee να ξεχωρίζει πραγματικά σε ολόκληρο το τραγούδι μέχρι και την άγρια και funky γέφυρα όπου λάμπει περισσότερο.

Cinderella Man (1977)




Το "Madrigal" είναι λιγότερο εμπνευσμένο, σχεδόν ατελές. Στην επιφάνεια είναι ένα πολύ απλό τραγούδι αγάπης, αλλά βάζοντάς το σε αυτό το άλμπουμ με πιο περίπλοκα και επικά τραγούδια το κάνει να μοιάζει λίγο θλιβερό μουσικά και λυρικά. Υπάρχει ένας ωραίος συνδυασμός ακουστικής και ηλεκτρικής κιθάρας, πλήκτρων και μπάσου, αλλά σχεδόν καθόλου τύμπανο από τον Peart και φαίνεται να τελειώνει πολύ σύντομα, καθιστώντας το ένα από τα πιο παράξενα τραγούδια στη συλλογή των Rush.

Madrigal (1977)




Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το "Cygnus X-1 Book 1: The Voyage". Αυτό το περιπετειώδες τραγούδι φέρνει στο νου πολλά λογοτεχνικά και επιστημονικής φαντασίας θέματα, με ένα φαινομενικά καταδικαστικό τέλος, καθώς το διαστημόπλοιο το ρουφά μια μαύρη τρύπα (αν και επανεμφανίζεται στη συνέχεια στο επόμενου άλμπουμ).

Cygnus X-1 Book 1: The Voyage (1977)




Το ταλέντο του Geddy δεν τελειώνει με τα μοναδικά φωνητικά του. Σε γενικές γραμμές ενεργεί ως ο multi-instrumentalist της μπάντας, παίζει επίσης μπάσο και πλήκτρα. Ενώ τα πλήκτρα δεν είναι τόσο εμφανή εδώ όσο στις μεταγενέστερες κυκλοφορίες των Rush, το ελαφρύ synth ανθίζει στα "Madrigal" και "Cygnus" βοηθώντας να προσθέσει στην ατμόσφαιρα του άλμπουμ και να επεκτείνει την progressive αίσθηση προηγούμενων κυκλοφοριών.
Όταν πρόκειται για το μπάσο, ο Lee θεωρείται ένας από τους καλύτερους. Οι γραμμές μπάσου του είναι γρήγορες, πιασάρικες και πολύ εύκολες στο αυτί. Ακόμη και τα πιο αργά τμήματα των τραγουδιών δείχνουν ότι ο Geddy παίζει γρήγορα και έντονα, συχνά ενώ τραγουδά ταυτόχρονα. Από τις γρήγορες γραμμές στο "Xanadu" μέχρι τα σκαμπανεβάσματα στο "Madrigal", η απόδοση του Geddy σίγουρα δεν θα απογοητεύσει.

Θεωρούμενος ευρέως ως ένας από τους σπουδαιότερους ντράμερ όλων των εποχών, ο Neil Peart προσφέρει τους εκτεταμένους ρυθμούς που ωθούν τη μουσική σε νέα επίπεδα. Ενώ το 2112 είχε παρουσιάσει το πιο επιφυλακτικό του στυλ, πιθανόν λόγω αργότερων δομών τραγουδιού, το A Farewell To Kings δείχνει τον καλύτερό του. Χρησιμοποιώντας ένα τεράστιο 360º' κιτ τυμπάνου, χρησιμοποιεί κάθε μορφή drumming και κρουστών που μπορεί να φανταστεί κανείς. Υπάρχουν πάρα πολλές εκπληκτικές στιγμές εδώ. 



Rush



Ο Peart ενεργεί επίσης ως επικεφαλής στιχουργός της μπάντας, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικά και επιστημονικά φανταστικά θέματα σε μεγάλο μέρος των τραγουδιών του. Οι στίχοι είναι ποικίλοι και ενδιαφέροντες και συνδυάζονται πολύ καλά με τη μουσική.

Ο Alex Lifeson, ο βιρτουόζος κιθαρίστας της μπάντας, συχνά βρίσκεται στη σκιά της δεξιοτεχνίας και της επιδεξιότητας των συναδέλφων του. Αυτό είναι ατυχές, καθώς είναι ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, ικανός να παράγει σπουδαία, ισχυρά riffs καθώς και να παίζει ευαίσθητα ακουστικά κομμάτια. Τα σόλο του είναι μοναδικά και ενδιαφέροντα, και η χρήση των διαφόρων τόνων και εφέ εξασφαλίζει ότι το παίξιμο της κιθάρας του δεν είναι ποτέ βαρετό ή υπερβολικό.

Το A Farewell To Kings είναι αυτό που θα περιγράφαμε ως αριστούργημα των Rush (που ακολουθείται στενά από τo Hemispheres). Τα όργανα είναι απολύτως λαμπερά, με κάθε μουσικό στην κορυφή του ταλέντου του. Η σύνθεση των τραγουδιών είναι ενδιαφέρουσα και συνεκτική και υπάρχει μεγάλη ποικιλία διαφορετικών τύπων και δομών τραγουδιού. Θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε αγαπά την progressive μουσική ή απλώς ενδιαφέρεται για μερικούς λαμπρούς βιρτουόζους που κάνουν αυτό που κάνουν καλύτερα...

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019


LISTENING

&

CYNARA



Psych-Hard-Prog & Jazz Rock




LISTENING 

Listening (Vanguard 6504) 12/68



Ένα γκρουπ που του αξίζει ο τίτλος του ονόματός του. Παρουσιάζοντας τα φωνητικά και τις συνθέσεις του Michael Tschudin και slick guitar από τον Peter Malick, οι Listening κλίνουν εντυπωσιακά στον ήχο της pop που παιζόταν στον αέρα των FM. Ο Ernie Kamanis λάμπει στα φωνητικά σε αυτό το γκρουπ της Βοστώνης.

Stoned Is (1968)




Οι Listening είναι σημαντικοί για διαφόρους λόγους, ανάμεσα στους οποίους είναι το χάρισμα στην σύνθεση και στο παίξιμο του Michael Tschudin, που έχει γράψει τα περισσότερα τραγούδια εδώ. Ένας απόφοιτος του Harvard, ο οποίος έκανε την σύνθεση σε δύο σόου του Hasty Pudding, το γύρισε στην rock. Φέρνει-στην σύνθεση και στο παίξιμο στο πιάνο κυρίως-ένα διασκεδαστικό και λυρικό ταλέντο με ελαφρούς jazz τόνους.

You're Not There (1968)




Εξίσου αίσθηση κάνει ο ήχος του γκρουπ, λίγο ωμός αλλά μεταδοτικός και φανερά κάνουν τρομερά πράγματα. Κάποιες φορές είναι λίγο άνω-κάτω μουσικά, αλλά πάντως ένα πολύ ευχάριστο "άνω-κάτω". Υπάρχει μία καλή δόση λυρισμού εδώ, αλλά υπάρχουν επίσης μερικά μάλλον εκλεπτυσμένα γεγονότα, όπως το "9/8 Song" για παράδειγμα, που είναι κάτι ανάμεσα στην jazz και στη rock και πολύ καλό και στα δύο γένη. Και υπάρχει το "Stoned Is", που διακατέχεται από ένα ήχο που το γκρουπ αποκαλεί "organ wash".

Laugh at the Stars (1968)




Μέσα στον πειραματισμό που επικρατεί εκείνη την εποχή ήταν ένα γκρουπ το οποίο όχι μόνο μοιάζει να απολαμβάνει αυτό που κάνει, αλλά βγάζει μία ζωντάνια και αληθινή ενέργεια κάνοντάς το. Ίσως αυτή η εντύπωση προέρχεται από το γεγονός ότι όλα τα τραγούδια έγιναν μιά κι έξω. Χωρίς να συναρμολογούνται κασέτες και τέτοια. Μακριά από το να χαρακτηριστεί άλμπουμ της χρονιάς, αλλά το πιό σίγουρο είναι ότι ήταν ένα από τα πιό υποσχόμενα ντεμπούτο άλμπουμ.

I Can Teach You (1968)




Αυτό είναι ένα από τα καλύτερα ψυχεδελικά LP από την Vanguard. Ανοίγει δυναμικά με το κλασικό rock "You're Not There", ολοκληρωμένο με ένα πολύ καλό κιθαριστικό σόλο. Δεν είναι οτιδήποτε εδώ μέσα αξέχαστο, αλλά υπάρχει αξιόλογη επιμονή στο "Laugh at the Stars" και στο "I Can Teach You" και το "Stoned Is" θα έχει πάντα αυτό το αιχμαλωτιστικό πλεονέκτημα.

See You Again (1968)




Δεν είναι λιγότερο εντυπωσιακό το jazzy "8/9 Song" (μου θυμίζει πολύ έντονα Caravan). Αυτοί οι τύποι μοιάζει σαν να μην μπορούν να αποφασίσουν αν είναι mainstream ή underground και η μουσική που παίζουν δεν μπορεί να εστιάσει σε ένα αποτέλεσμα.

8/9 Song (1968)




Το γκρουπ μας δυστυχώς δεν είχε μέλλον, όπως συνέβη σε πολλά ταλαντούχα σχήματα που βρίσκονταν πραγματικά μπροστά από την εποχή τους. Ο ηγέτης του γκρουπ Michael Tschudin, συνέχισε για να σχηματίσει τους jazz-rock Cynara, ενώ ο μπασίστας Walter Powers εμφανίστηκε στην αμφιλεγόμενη περίοδο των Velvets (1970-1971).


CYNARA 

Cynara (Capitol ST 547) 9/70



Ο ρυθμός των congas παρείχε το βασικό υπόβαθρο για τον υπερφυσικό παίκτη του πιάνο και των keyboard Michael Tschudin και τους υπόλοιπους των Cynara. Το άλμπουμ είναι ενδιαφέρον με διάφορα σόλο στυλ, συμπεριλαμβανομένων πειραματισμών στην jazz και στην κλασική rock. Η εκκεντρικότητα του γκρουπ είναι φανερή σε τόνους όπως το "Stoned Is" (που υπήρχε και στο Listening) και το "Lullaby For CIA".

Lullaby For CIA (1970)




Jazzy rock με keyboards και αιχμές progressive (αν και στο κομμάτι που κλείνει "Lullaby For CIA" περνάνε ξεκάθαρα στην jazz, με τον σπουδαίο Elvin Jones σαν guest στα ντραμς).

Life Stories (1970)




Υπάρχει παίκτης των congas όπως επίσης και ντράμερ, πράγμα που δίνει στο υλικό μία έξτρα ώθηση στα κρουστά (σαν τους Joy of Cooking).

Religious Song (1970)




Στην διάρκεια πέντε μεγάλων κομματιών η έλλειψη της κιθάρας γίνεται ανησυχητική, αν και υπάρχει αρκετό καλοδεχούμενο vibraphone.
Listening - Cynara: Δύο τόσο διαφορετικές μπάντες με κοινό ηγέτη.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης