Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018




DORIS TROY


Rock Enigmas (Part 3)



Τραγουδούσε σε sessions για μία πελατεία που θα μπορούσε να γεμίσει μία ολόκληρη πτέρυγα του Rock 'n' Roll Hall of Fame. Έχει γράψει τραγούδια με δύο πρώην Beatles, τον Stephen Stills, τον Billy Preston και τα διάσημα δίδυμα τραγουδοποιών της soul, Nicholas Simpson/Valerie Ashford και Kenny Gamble/Leon Huff. Έκανε ένα άλμπουμ για την Apple Records. Έπαιξε σε αίθουσες από το Apollo Theater στο ξακουστό 100 Club του Λονδίνου. Τον ίδιο χρόνο, επίσης θήτευσε με την πιό καλοπληρωμένη τραγουδίστρια στο Λας Βέγκας και περιόδευσε με ένα μιούζικαλ βασισμένο στη ζωή της για πάνω από μία δεκαετία. Ακόμα όμως η Doris Troy παραμένει γνωστή στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου ως one-hit wonder για το single της του 1963 "Just One Look".

Just One Look (1963)


Εάν υπήρχε ποτέ ένας διαγωνισμός των one-hit wonders με το μεγαλύτερο βιογραφικό, αυτή η τραγουδίστρια της soul και δημιουργική τραγουδοποιός θα τον κέρδιζε χωρίς να χρειαστεί να υψώσει κανείς το χέρι του για να ψηφίσει. Και έχουν υπάρξει ελάχιστοι άλλοι Αφροαμερικανοί performer που έχουν αποδείξει την δεξιοτεχνία τους σε τόσα πολλά στυλ, girl group pop , stone cold soul, gospel, hard rock και ακόμα πιό πολλά. Αν ο εκλεκτισμός της (εννοώντας τα πολλά στυλ που ασχολήθηκε) της απέφερε ελάχιστη ανταμοιβή, όσον αφορά στα χιτ, σίγουρα την βοήθησε στο να της φέρει μακροβιότητα που ελάχιστοι του βεληνεκούς της καταφέρνουν να ανταγωνιστούν.

Get Back (1970)


Όταν η Troy μπήκε στον κόσμο της μουσικής αρχές του '60, ήταν ως μία back-up τραγουδίστρια στην Νεουορκέζικη pop-soul σκηνή. Με τις συν-ανερχόμενες Dionne Warwick, Dee Dee Warwick (αδελφή της Dionne) και Cissy Houston (μητέρα της Whitney), έκανε sessions για τον Solomon Burke, Chuck Jackson και τους the Drifters. Αντίθετα με πολλές τραγουδίστριες της R&B του καιρού εκείνου, ήταν επίσης και τραγουδοποιός, που έκανε ομάδα με τον Gregory Carroll, με το όνομα Doris Payne. Ένα demo του "Just One Look" τον Μάρτιο του '63 έγινε στην Atlantic. Με το πιανάκι που "τραύλιζε" και την μελωδία του εξοικειωμένου Brill Building, έφτασε στο #10-το πρώτο και τελευταίο της chart hit. Τέλος της ιστορίας; Ε, όχι ακριβώς. Το χιτ όχι μόνο έδωσε στην Troy την ευκαιρία να υποστηρίζει για χρόνια την δουλειά της, αλλά επίσης ηχογράφησε ένα θησαυρό (στο μεγαλύτερο μέρος του αυθεντικό) για την Atlantic και άλλες δισκογραφικές στα μέσα του '60, που πληρούν τις προυποθέσεις ως μερικά από τα πιό εγκληματικώς υποτιμημένα θέματα στην πρώιμη soul. Λίγο bossa nova, girl group pop, blues ("Draw Me Closer") και βασανιστικές μπαλάντες (το "Heartaches" ιδαιτέρως στέκεται ως ένα από τα μεγάλα χαμένα κλασσικά κομμάτια της ενορχηστρωμένης soul, όλα βουτηγμένα στην εκφραστική, gospel φωνή της Doris.

Heartaches (1968)


Και υπήρχε ένα διεγερτικό χορευτικό soul το "I'll Do Anything" γραμμένο και ηχογραφημένο με τον Kenny Gamble και τον Leon Huff, χρόνια πριν αυτό το ντουέτο εγκαθιδρύσει την αυτοκρατορία της Philly soul με καλλιτέχνες όπως οι O'Jays και ο Jerry Butler. Ότι έκανε την δουλειά της Troy τόσο ασυνήθιστη, στα γενικά πλαίσια της εποχής, ήταν η ενσωμάτωση περισσότερο ή λιγότερο ίσων μερών R&B και pop με λίγο blues, gospel και λίγη jazz μέσα. Η ίδια πίστευε ότι το "Just One Look" "ξεχώριζε από το πλήθος, επειδή ήταν πολύ βασικό και απέριττο. Ήταν διαφορετικό. Επειδή κάθε άλλο τραγούδι είχε ένα σωρό έγχορδα, μακρές συνθέσεις. Εμείς είχαμε μόνο τέσσερα όργανα".

I'll Do Anything (1965)


Μία σανίδα σωτηρίας ήρθε για την καριέρα της Troy από απροσδόκητη μεριά. Στην Αγγλία το "Just One Look" έγινε μεγάλο χιτ για τους the Hollies το 1964. Οι the Hollies διασκεύασαν ακόμα ένα το "What'cha Gonna Do About It", η Lulu το "Just One Look" και άλλα σχήματα διασκεύασαν υλικό της Troy. To "I'll Do Anything" έγινε τεράστιο χιτ στο Βόρειο Αγγλικό soul κύκλωμα, από ένα μέρος φανατικών οπαδών της soul, που θα εγγυόταν συνεχείς πωλήσεις και δημοφιλία για πολλούς μη γνωστούς Αμερικανούς R&B καλλιτέχνες. Μία από τους οποίους ήταν η Doris Troy, η οποία έκανε την πρώτη της επίσκεψη στην Αγγλία το 1965, ηχογραφώντας ένα καταιγιστικό rock τραγούδι το "You'd Better Stop" στο Λονδίνο, με μία κιθάρα που ακούγεται απελπιστικά σαν ενός νεαρού Jimmy Page, τότε κορυφαίου session μουσικού στην Αγγλία.

You'd Better Stop (1965)


Το δεύτερο μισό του '60, η Troy επικεντρώθηκε περισσότερο στο να τραγουδάει παρά στο να γράφει τραγούδια, "επειδή όταν κατάλαβα ότι δεν έπαιρνα τα χρήματα που θα έπρεπε να είχα πάρει, με σταμάτησε από το γράψιμο για λίγο. Αποφάσισα ότι εάν πάω για δουλειά, τότε πρέπει να πληρωθώ. Έτσι όταν βρήκα ότι ο τύπος κράταγε το 90% και μου έδινε το 10% και έπρεπε να παλέψω και γι'αυτό το 10%, αντί να πάρω το συμφωνηθέν 50%, με έβγαλε έξω από το χορό για λίγο. Ήξερα ότι μπορούσα να δουλέψω οπουδήποτε, ήξερα ότι μπορούσα να τραγουδήσω οποιοδήποτε στυλ μουσικής και αυτό ήταν που έκανα". Και στα τέλη του '60 έκανε το περισσότερο από αυτό στην Αγγλία, όπου ένα session με τον "φρέσκο" στην Apple Billy Preston οδήγησε σε ένα συμβόλαιο με την εταιρεία που διευθυνόταν από το μεγαλύτερο γκρουπ στον κόσμο.

Exactly Like You (1970)


"Όταν πήγα εκεί συνάντησα τον Billy Preston για πρώτη φορά και τον George (ο Harrison έκανε την παραγωγή στο session). Ο George είπε ότι είχε όλα ότι ήξερα μέχρι τότε. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Και μετά πήρε την κιθάρα του και άρχισε να παίζει το "Just One Look" και τέτοια και νόμιζα ότι ήταν τόσο όμορφο όλο αυτό ξέρεις". Στο τέλος του session o Harrison την ρώτησε εάν ήθελε να ηχογραφήσει για την Apple σαν σόλο. Μερικές ημέρες αργότερα, έκανε μία ηχογράφηση, έγραφε και είχε μία συμφωνία για παραγωγή με την Apple. Έτσι γρήγορα θα μπορούσαν να συμβούν τα πράγματα εκείνες τις μέρες. Αργότερα μόνο για το marketing ένας χρόνος θα ήταν απαραίτητος πριν η Troy να ελάμβανε ακόμα και ένα τηλεφώνημα. Η Troy ξεκίνησε να ηχογραφεί στην Apple αρχές του '70, ακριβώς τον καιρό που οι Beatles ήταν στο χείλος της διάλυσής τους. Η Apple βρισκόταν σε οικονομικό χάος που κυριολεκτικά πήρε δεκαετίες για να εξισορροπηθεί.

So Far (1970)


Αλλά η Troy έχει τρυφερές αναμνήσεις από τις μέρες στην Apple. "Προσέχαμε πολύ την δουλειά μας και το να γράφουμε καλά. Κάποιο από το υλικό που κάναμε στο στούντιο θα το έπαιζα στο πιάνο και κάποιος που πέρναγε από εκεί θα ρώταγε, τι είναι αυτό; Θα έλεγα εδώ έχω φτάσει ως τώρα. Και αυτός θα έλεγε εντάξει δοκίμασέ το, δοκίμασέ το, δοκίμασέ το και έτσι έγιναν αυτά τα credits που βλέπετε τον Ringo σε μερικά, τον Stephen Stills σε άλλα και τον George. Κανείς δεν σταμάταγε να πει, ε, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ή είσαι σε αυτή την εταιρεία ή στην άλλη εταιρεία. Όλοι μαζί κάναμε ότι σας είπα πριν". Αρκετά από τα credits στην συγγραφή των τραγουδιών από το ομότιτλο άλμπουμ της στην Apple, έχουν την υπογραφή Harrison/Troy, αλλά η Troy είναι προσεκτική να επισημάνει ότι πρωτεύων ρόλος του George ήταν περισσότερο επικαλυπτικός/στιλβωτικός και όχι στη σύνθεση. "Ήταν τελειομανής. Ήθελε κάθε νότα να είναι ακριβώς σωστή. Για μένα δεν θα έπρεπε να το παρατραβάει έτσι. Θα μπορούσαμε να ξεπετάξουμε ένα τραγούδι και μετά να πάμε για να το κάνουμε να αφήνει την αίσθηση που ήθελε, κατάλαβες; Αλλά αυτός θα έπιανε ένα σόλο και θα έκανε ώρες να το παίξει σωστά. Δεν τον κατηγορώ ωστόσο, έτσι ήταν ο George". Η μητέρα του Harrison πέθανε κατά την διάρκεια του session "έτσι αυτό δυσκόλεψε τα πράγματα. Με άφησε να το τελειώσω επειδή δεν μπορούσε να το χειριστεί".

Give Me Back My Dynamite (1970)


Το άλμπουμ είχε μία υπερβολή από guests, παρουσιάζοντας ορχηστρικά συνεισφορά όχι μόνο από τον Harrison και τον Stills, αλλά και από τους Peter Frampton, Eric Clapton, Leon Russell, Delaney & Bonnie και Billy Preston. Η Troy επίσης είχε συνεισφορά στην συγγραφή των τραγουδιών, συμπεριλαμβανομένων των Harrison, Ringo Star, Stills, Jackie Lomax (επίσης στην Apple) και τον μπασίστα Klaus Voormann (πολύ οικείο των Beatles και μέλος του John Lennon's Plastic Ono Band). Ίσως ως αποτέλεσμα η fusion των soul/rock/gospel στο LP έγινε πολύ βαριά σε ορισμένες στιγμές. Τα καλύτερα κομμάτια τείνουν να είναι αυτά με πιό αραιές συνθέσεις. Η Apple ακολουθήθηκε από λιγότερο ορατές προσπάθειες από την Polydor και την Island. Άλλά η Troy κέρδιζε περισσότερο την διασημότητα από την δουλειά της με πολλά από τα κορυφαία γκρουπ της εποχής, έχοντας επιλεγεί στα φωνητικά για το Dark Side of the Moon των Pink Floyd, μία δημιουργία τόσο μακριά από τις ρίζες της, στις αρχές του '60 στη Νέα Υόρκη, όσο δεν μπορούσε να φανταστεί.

You Tore Me Up Inside (1970)


"Θα με καλούσαν τρεις το πρωί και θα πήγαινα στα session. Έτσι έκανα το "You're So Vain" με την Carly Simon. Δεν έπαιρναν τις αρμονίες μαζί. Κάποιος με κάλεσε και είπε ότι ο Paul McCartney με ήθελε εκεί και ο Mick Jagger ήταν εκεί. Τους έβαλα όλους μαζί και κάναμε το "You're So Vein" ένα ωραίο μικρό άκουσμα". Η Troy έκανε ελάχιστες ηχογραφήσεις σαν σόλο καλλιτέχνις από τότε που επέστρεψε στην Αμερική στα μέσα του '70, αλλά δεν ήταν κάτι που θα την κρατούσε συνεχώς απασχολημένη. Υπήρξε δουλειά με την Lola Falana (σύμφωνα με την Dorris 'η πιό καλοπληρωμένη τραγουδίστρια σε όλο το Λας Βέγκας') και ένας πρωταγωνιστικός ρόλος στο μιούζικαλ Momma I Want to Sing, το οποίο έπαιξε μέχρι το 1984 (και το οποίο γράφτηκε από την αδελφή της Vi Higgensen, μία κορυφαία Νεουορκέζα soul DJ). Αν είχε παράπονα που δεν πρόσθεσε άλλο χιτ single στο "Just One Look" δεν αποδεικνύεται. Για κάποιο λόγο ήταν πιό απασχολημένη από πριν. Όταν της είχε γίνει η συνέντευξη στα τέλη του 1996, μόλις επέστρεφε στο Λας Βέγκας από μία μακριά παραμονή στο Λονδίνο, όπου τραγούδησε στο 100 Club, στο Soho Jazz Festival και στο Mezzo (ένα από τα μεγαλύτερα εστιατόρια της Ευρώπης) και ήταν έτοιμη να πάει στο Λος Άντζελες να παρευρεθεί στο σόου Legends of Rock and Roll. Ποιό το κλειδί για την σταθερή κλήση να παρέχει τις υπηρεσίες της; "Επειδή κάνω gospel, jazz, soul και pop". Ευχαριστούμε κυρία (+) Doris Troy!

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Just One Look: The Best of Doris Troy (1994, Soul Classics)


Απόλυτο compilation από τις διάφορες όψεις της Doris Troy από το 1963-1965. Συμπεριλαμβάνει το σόλο LP της και διάφορα single. Κάποια από τα πιό υποτιμημένα soul της περιόδου.

Doris Troy (1970, Apple)


Ενώ η σόλο προσπάθεια της Troy ουρλιάζει '1970" με τη heavy rock γεύση και το rotation στο cast των διασήμων guest, τα φωνητικά της περισσότερο gospel από την '60'ς όψη της, είναι πάντοτε ολοκληρωμένα και με συναίσθημα. Η επανέκδοση του CD προσθέτει πέντε μπόνους tracks από Β' πλευρές από single.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018




ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΝΥΜΦΗ



GREEK FOLK




Mελωδίες που γυρνούν 2.500 χρόνια πίσω. Λόγια βγαλμένα από βακχικές τελετές και επικλήσεις υπό τους ήχους της λύρας, της αρχαίας κιθάρας και της πηκτίδος και της βαρβίτου. Και όλα τούτα σε μια σύγχρονη μουσική σκηνή, με την υπογραφή του συγκροτήματος ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΝΥΜΦΗ, που περιπλανάται ανάμεσα σε μύθους και ήχους του αρχαίου ελληνικού κόσμου.



Thracian Gaia




Οι Daemonia Nymphae δημιουργήθηκαν το 1994 από το Σπύρο Γιασαφάκη και την Εύη Στεργίου. Τους λόγους τους εξηγεί ο ίδιος ο Σπύρος: “Ο αρχικός στόχος στην δημιουργία του σχήματος ήταν η πρωτογενής ανάγκη μιας ελληνικής μουσικής, η οποία θα μπορούσε σε ένα βαθμό να συνδέεται με κάποια στοιχεία από αυτό που θεωρούμε ότι είναι η αρχαία ελληνική μουσική, έχοντας υπόψη μας τα λείψανα της μουσικής αυτής που έχουν βρεθεί και μεταγραφεί στην σύγχρονη σημειογραφία από την μία και από την άλλη με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Θέλαμε επίσης να χρησιμοποιήσουμε μουσικά όργανα που έχουν χαθεί από την ελληνική μουσική σήμερα, παρόλο που χρησιμοποιούνται κατά κόρον σε άλλες χώρες όπως για παράδειγμα η σύριγγα (αυλός του Πανός) που παίζεται ευρέως στην Ρουμανία, την Λατινική Αμερική και αλλού. Έτσι ήρθαμε και σε επαφή με τον εξαιρετικό οργανοποιό Νικόλαο Μπρά. Έναν καθοριστικό ρόλο στην θεματική και την αισθητική του σχήματος έπαιξαν και οι εικαστικές τέχνες της αρχαίας Ελλάδας και κυρίως η τέχνη της αρχαϊκής και κλασσικής εποχής. Στην πορεία βέβαια ενσωματώσαμε και άλλα στοιχεία στην μουσική μας, εμπνεόμενοι από μουσικές παράδοσης της Ανατολής και την Δύσης καθώς και από την ροκ και ποπ μουσική σκηνή. Σε μία από τις συναυλίες μας στην Γερμανία όπου παίξαμε με τον Alan Stivell, θρύλο της κέλτικης μουσικής και ειδικότερα της μουσικής παράδοσης της Βρετάνης, αντιληφθήκαμε πως σε ένα βαθμό η προσπάθεια μας θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την δική του”.
Η ανακατασκευή των αρχαίων οργάνων έγινε από τον Νικόλαο Μπρα, έναν ευφυέστατο και πολυτάλαντο οργανοποιό που ζει στην Αθήνα και που έχει αφιερώσει όλη του τη ζωή στη μελέτη των αρχαίων ελληνικών οργάνων. Έχει κατασκευάσει κι έχει στην κατοχή του μια τεράστια συλλογή όχι μόνο εγχόρδων, αλλά και πνευστών και κρουστών οργάνων της ελληνικής αρχαιότητας, έχει πρώτος κατασκευάσει το σύντονο και το χαλκεόφωνο.
Ο Σπύρος μιλάει και για τα τρία κύρια ‘αρχαία’ ελληνικά όργανα που χρησιμοποιούν: “Η λύρα είναι σχετικά χαμηλόφωνο όργανο και για το λόγο αυτό συνήθως δεν παίζει στα πολύ δυνατά κομμάτια, αλλά όπου υπάρχει, ο γλυκός αρχαϊκός ήχος της είναι πρωταγωνιστικός. Η λύρα δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυστηριακή και κατανυκτική. Η πανδούρα έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του προσωπικού μας ήχου και έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πάρα πολλά κομμάτια. Είναι ένα όργανο που μπορεί να λειτουργήσει πάρα πολύ καλά στο περιβάλλον μιας σύγχρονης ορχήστρας και ο ήχος του μπορεί να μεταβάλλεται από οξύς και διονυσιακός σε λυρικό και ατμοσφαιρικό. Η βάρβιτος που χρησιμοποιούμε λειτουργεί σαν μπάσο και έχει ήχο βαθύ και πρωτόγονο. Είναι ένα όργανο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αισθητικά και αφήνει άπειρο χώρο για πειραματισμούς. Πολλές φορές για παράδειγμα έχουμε παίξει τη βάρβιτο με δοξάρι. Εκτός όμως από τα αρχαία όργανα χρησιμοποιούμε και ορισμένα άλλα που διαμορφώνουν τον ήχο της μπάντας, όπως το σαντούρι, η γκάιντα και τα παραδοσιακά κρουστά. Φυσικά χρησιμοποιούμε και σύγχρονα όργανα όπως η κιθάρα, τα ντραμς, το κοντραμπάσο, η βιόλα και γενικότερα οποιοδήποτε όργανο είναι απαραίτητο για την κατασκευή του ηχοχρώματος που αναζητάει κάθε κομμάτι. Και αυτό γιατί αντιμετωπίζουμε κάθε σύνθεση ως αυτόνομη και ως μέρος του συνόλου ενός έργου”.

‘Οσον αφορά το όνομα της μπάντας, “Δαιμονία Nymphe” σημαίνει “Θεία Νύμφη” και η έννοια μιας τέτοιας οντότητας μπορεί να έχει πολλές ερμηνείες.” Μια νύμφη στην ελληνική μυθολογία είναι μια μικρή γυναικεία θεότητα που σχετίζεται με μια συγκεκριμένη τοποθεσία ή μορφή. Λαμβάνουν ακόμη και τα ονόματά τους από τα φυσικά στοιχεία με τα οποία συνδέονται. Οι νύμφες είναι πραγματικά θεϊκά πνεύματα που ζωντανεύουν τη φύση και είναι κάπως κινούμενα από τη φύση. Συνήθως απεικονίζονται ως πολύ όμορφα πλάσματα που αγαπούν να χορεύουν και να τραγουδούν”, μας λένε τα μέλη της μπάντας.
Το 1998, μετά από τέσσερα χρόνια δημιουργικής διαδικασίας, κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο με τίτλο Ο Βακχικός Χορός των Νυμφών (απο την γερμανική Solistitium Records). Οι αρχαιοπρεπείς μουσικές ακροβασίες, ο παγανιστικός ρυθμός, η απαγγελία με θεατροπομπώδη και αρχαιολατρική εκφορά καθώς και η πρωτότυπη ηχοληψία συνιστούν ένα σοκ στην δισκογραφία της εποχής.
Μετά από λίγο κυκλοφορούν το mini-CD demo Τυρβασία, το οποίο κάνει την εμφάνισή του σε περιοδικά metal, παρότι απέχει μουσικά από την υπόλοιπη ύλη των περιοδικών. Ειδικότερα το Metal Invader περιλαμβάνει και δύο τραγούδια των ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΝΥΜΦΗ σε συλλογές που δίνονται δώρο μαζί με το περιοδικό και γράφει διθυραμβικές κριτικές για αυτούς.
Με ευρηματικές live εμφανίσεις αλλά και τη βοήθεια του συγκροτήματος του αδελφού του Σπύρου Γιασαφάκη (Παντελή), τους Fiendish Nymphe (στους οποίους ο Γιασαφάκης συμμετέχει), με παρόμοια θεματολογία (όμως με Black Metal μουσική), κάνουν τους ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΝΥΜΦΗ σχετικά γνωστούς σε αυτούς τους μουσικούς κύκλους.
Κι όμως, το πρωτοποριακό αυτό συγκρότημα που παντού στο εξωτερικό συγκέντρωνε διθυραμβικές κριτικές, δεν έβρισκε ελληνική εταιρεία για να κυκλοφορήσει το δίσκο του. Όπως αποκαλύπτει η Εύη: “Την περίοδο που αναζητούσαμε μια δισκογραφική εταιρεία να κυκλοφορήσει το πρώτο μας άλμπουμ υπήρξαν ορισμένες που ενδιαφέρθηκαν, αλλά καμία δεν μπορούσε να κατατάξει τη μουσική μας σε κάποιο συγκεκριμένο είδος. Έτσι, καμία δεν πήρε το ρίσκο κι εμείς τελικά σταθήκαμε τυχεροί και ενδιαφέρθηκε η γαλλική εταιρεία Prikosnovénie, με την οποία και συνεργαζόμαστε από τότε”. Πράγματι, με τη νέα εταιρεία τους κάνουν το επόμενο - και πιο τολμηρό – βήμα τους. Το καταλυτικό άλμπουμ τους, μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, με τίτλο το όνομά τους. Ηχογραφήθηκε αποκλειστικά με αντίγραφα αρχαιοελληνικά όργανα, καθώς και με τη συμμετοχή - μεταξύ άλλων - του Αλκίνοου Ιωαννίδη, στο κομμάτι “Ida’s Dactyls”.



Ida’s Dactyls


Το άλμπουμ “μυρίζει” αρχαία μυσταγωγική τελετή, με μουσική που ξεδιπλώνεται περήφανα μπροστά μας, γυρνώντας για τα καλά την πλάτη της στο ανθρώπινο μέτρημα του χρόνου κι απαιτεί τη συμμετοχή όλων των αισθήσεών μας για να αποκαλυφθεί στο συνειδητό και στο υποσυνείδητό μας. Πίσω όμως από τον ελιτισμό και τη μοναδικότητά τους, οι D.N. προσφέρουν, εκτός από εξαιρετική μουσική, κι ένα μνημειώδη έργο-ύμνο στη φύση, στον ορατό και αόρατο κόσμο που μας περιβάλλει.

Οι Δαιμονία Νύμφη ξεκίνησαν από την Αθήνα, αλλά εδώ και μερικά χρόνια ζουν και εργάζονται στο Λονδίνο. “Στο Λονδίνο μετακομίσαμε το 2008 χωρίς να το πολυσκεφτούμε, γιατί κάποιες συγκυρίες μας άνοιξαν αυτή την πόρτα” εξηγεί ο Σπύρος. “Δεν γνωρίζαμε για πόσο θα μέναμε εκεί, αλλά ούτε και τί θα συνέβαινε στην χώρα που αφήσαμε πίσω μας. Η ζωή στο Λονδίνο είναι μια συνεχής περιπέτεια. Απο πρακτική άποψη έχει τις ‘ομορφιές’ και τις ‘ασχήμιες’ μιας μεγαλούπολης. Άλλοτε υπερισχύει το ένα, άλλοτε το άλλο. Από καλλιτεχνική άποψη είναι ένα ηφαίστειο που μέσα του πυρώνονται και αναμιγνύονται όλοι οι πολιτισμοί του κόσμου”.
Με την Prikosnovénie κυκλοφορούν, το 2013, το σημαντικότερο και τελειότερο άλμπουμ της καριέρας τους. Το αριστουργηματικό Psychostasia. Σύμφωνα με τους δημιουργούς του το άλμπουμ “πραγματεύεται το ταξίδι των ψυχών στον αισθητό και μη αισθητό κόσμο, εμπνευσμένο από μία αρχαία δοξασία. Η δοξασία αυτή ονομάζεται “Ψυχοστασία” και είναι στην ουσία η ζύγιση των ψυχών των ανθρώπων σε πλάστιγγα. Στην Ελλάδα κρίνεται η βιωσιμότητα του ανθρώπου εν ζωή ενώ στην Αίγυπτο από το αποτέλεσμα της Ψυχοστασίας εξαρτάται η μέλλουσα ευδαιμονία της ψυχής μετά τον θάνατο”. Η στιχουργική του έγγυται κυρίως σε ορφικούς ύμνους στο πρωτότυπο .



Nature’s Metamorphosis


Από μουσικής πλευράς εδώ έχουμε σαφείς ελληνικές δημοτικές αναφορές (κυρίως το πολυφωνικό τραγούδι). Υπάρχει διάχυτο ένα είδος … pagan-folk, όπως εκείνο που ταυτοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος στα χρόνια του ’60, στις “Μικρές Αφροδίτες”. Με συνθέσεις μικρής και μέσης διάρκειας, που διακρίνονται για τα ευρηματικά αρμονικά φωνητικά τους, την ιδιαίτερη κρουστή συνοδεία, τις πολύ ωραίες μελωδίες, και βεβαίως την οργανοπαικτική και τραγουδιστική τελειότητα (οι περισσότεροι από τους 20 μουσικούς που συμμετέχουν στην «Ψυχοστασία» συμβάλλουν, οπωσδήποτε, στο “άριστον”), η Δαιμονία Νύμφη δίνει ένα ακόμη άλμπουμ επιπέδου, προορισμένο να διαπρέψει στο εξωτερικό.Τέλος, στις «συμμετοχές», να σημειωθεί και η παρουσία της Δήμητρας Γαλάνη, η οποία, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τους “Δροσουλίτες” (1975) του Χριστόδουλου Χάλαρη, βρίσκεται ξανά εντός ενός παγανιστικού μουσικού πλαισίου. Εδώ ας υπενθυμίσουμε και την σημαντική - όσο και ιστορική - συμμετοχή κι ενός ακόμη μουσικού κεφαλαίου της Ελλάδας, του γνωστού …Ψαραντώνη (στο L.P. του 2007, Κραταιά Αστερόπη).



Dios Astrapaiou


Από τις πρώτες μας συνεργασίες με τον Αλκίνοο, τον Ψαραντώνη και αργότερα με την Γαλάνη μέχρι και πιο πρόσφατα με σκηνοθέτες, φωτογράφους, χορευτές, ηθοποιούς, lighting designers, μουσικούς και ηχολήπτες, επιδιώκουμε να εντάσσουμε δημιουργικούς ανθρώπους σχεδόν σε όλες μας τις δουλειές. Παράλληλα, όμως, συμμετέχουμε και σε δουλειές άλλων μουσικών, όπως πρόσφατα σε αυτή του Peter Ulrich -πρώην των Dead Can Dance - και στον τελευταίο δίσκο των Βέλγων Rastaban. Πριν από λίγο καιρό δώσαμε μία συναυλία μαζί με την Jo Quail συνδυάζοντας ήχους των ‘αρχαίων’ ελληνικών οργάνων με τον ήχο του ηλεκτρικού τσέλου και δημιουργήσαμε έτσι ένα νέο σχήμα ονόματι Anonymo Ensemble, αναφέρει σε συνέντευξή του ο Σπύρος Γιασαφάκης.





Με το Ψυχοστασία η μπάντα άλλαξε επίπεδο. Τα φώτα των κριτικών, των εταιρειών και της showbiz πέφτουν ξαφνικά επάνω τους. Ο οίκος Gucci τους προσκαλεί σε κάποιο project. Στην εβδομάδα μόδας στο Μιλάνο, το 2016, ένα κομμάτι τους ακούγεται στην επίδειξη: “Ω ύπνε, συ ο βασιλεύς όλων των μακαρίων θεών και των θνητών ανθρώπων και όλων των ζώων όσα τρέφει η ευρεία γη διότι μόνος σου είσαι κυρίαρχος όλων…” (πρόκειται για τον αρχαιοελληνικό ορφικό ύμνο του Ύπνου). Υπόκρουση πρωτοφανή για επίδειξη μόδας, που ακουγόταν συνεχώς επί 16 ολόκληρα λεπτά, καθηλώνοντας κριτικούς μόδας, δημοσιογράφους, fashion bloggers και όλους όσοι βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στο κτίριο στην επίδειξη του Gucci.
Η εμφάνιση τους επί σκηνής κάθε άλλο παρά επίδειξη μόδας θυμίζει βέβαια και μπορεί να τρομάξει κάποιον που δεν είναι προετοιμασμένος να δει ένα ασυνήθιστο παγανιστικό σόου: Τόσο τα δύο βασικά μέλη του συγκροτήματος όσο και οι μουσικοί που τους πλαισιώνουν φορούν μάσκες και αρχαία κοστούμια, θυμίζοντας δαίμονες και ξωτικά. Αλλά ακόμη και αυτή η εμφάνιση ωχριά μπροστά σε αυτή των θεατών των φεστιβάλ που γίνονται στο εξωτερικό: “Έρχονται ντυμένοι νεράιδες, κένταυροι, καλικάντζαροι ή πλάσματα από ταινίες όπως το Star Wars ή ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών”, περιγράφει η Εύη.



Summoning Divine Selene


Η πιο συγκινητική στιγμή… για μένα ήταν κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας μας σε ένα υπέροχο κάστρο στην πόλη Leiria της Πορτογαλίας. Ένιωσα το κοινό να έχει παρασυρθεί σύσσωμο σε ένα μελωδικό ταξίδι, δεν ακουγόταν ούτε ανάσα, δεν έχω ξαναζήσει κάτι παρόμοιο”, μας λέει ο Σπύρος. Σχετικά με τους στόχους και τα νέα πλάνα τους: “ο στόχος μας είναι να γράψουμε σύγχρονη μουσική, εμπνευσμένοι από τα δικά μας ακούσματα και μέσα σε αυτήν να εντάξουμε τα αρχαία ελληνικά όργανα και την αρχαία ελληνική ποίηση. Και δεν διστάζουμε καθόλου να παντρέψουμε τα αρχαία ελληνικά κομμάτια με τα σύγχρονα”. Επίσης “… να εκφράσουμε τον εαυτό μας και να παράγουμε μουσική που θέλουμε να ακούσουμε και μουσική που μπορεί να μας συνοδεύσει στην καθημερινότητά μας”.
Το ντουέτο από την Αθήνα έχει ήδη κυκλοφορήσει 10 άλμπουμ κι έχει γράψει μουσική για αρκετές θεατρικές παραστάσεις. “ Η σύνθεση μουσικής για θέατρο προέκυψε όταν συναντήσαμε στο Λονδίνο την ελληνίδα σκηνοθέτη Αναστασία Ρεβή, καλλιτεχνική διευθύντρια του Theatre Lab Company. Η συνεργασία μας ξεκίνησε με την ‘Αντιγόνη’ του Σοφοκλή, που υπήρξε για μας το βάπτισμα του πυρός. Την επόμενη χρονιά ανεβάσαμε την Ορέστεια του Αισχύλου κι έπειτα τη Μήδεια του Ευριπίδη. Ενδιάμεσα βέβαια υπήρξε και μια νότα πιο αισιόδοξη με τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη”, θυμάται ο Γιασαφάκης.
Τελευταία τους θεατρική συνεργασία, η μουσική στην παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, “Μακβέθ”. Ελπίζουμε σε νέες τους δουλειές, συνεργασίες και διακρίσεις !







ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
«Ο Βακχικός Χορός Των Νυμφών» LP (1998) «Τυρβασία» mCD (demo) (2000) «Daemonia Nymphe Δαιμονία Νύμφη» CD (2002) «The Bacchic Dance Of The Nymphs - Tyrvasia» CD (new edition) (2004) «Daemonia Nymphe remixed» CD (2005) «Κραταιά Αστεροπή» CD (2007)
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ «Love Sessions» CD (2002) Spyros Giasafakis «Improvisation In Ancient Greek Instruments» mCD (2004) «Ghost Fish» CD (2005) ΣΥΛΛΟΓΕΣ (2006 – 2007)
«Συνάντηση» Αλκίνοος Ιωαννίδης (Universal Music) «Effleurement» (Prikosnovenie) «Influence» (Shadowplay) «Little People - Big Noise» (Run Devil Run)


ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018



MERRELL FANKHAUSER


Rock Enigmas (Part 2)



Αν το Rock 'n' Roll Hall of Fame έκανε εκλογές για τους καλλιτέχνες που εκτιμούνται περισσότερο από τους συλλέκτες σπανίων δίσκων (μην κρατάτε την ανάσα σας), ο Merrel Fankhauser θα ήταν ένας από τους πρώτους υποψήφιους. Αυτό που είναι το πιό αξιοθαύμαστο είναι ότι δημιούργησε ένα cult κοινό ανάμεσα σε λάτρεις όχι ενός αλλά αρκετών στυλ, από την surf στην folk-rock, στην ψυχεδέλεια, στην progressive rock. Για αυτούς που ποτέ δεν μελέτησαν τα ψιλά γράμματα στα συλλεκτικά περιοδικά δίσκων, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα λήμμα σε ένα κατάλογο με μπάντες με αστεία ονόματα όπως Fapardokly, HMS Bounty και MU (προφέρεται ΄μου΄).

Fapardokly - Lila (1967)


Ποιά η σχέση, θα ρώταγε κάποιος μεταξύ του έφηβου που ηχογράφησε το πρώτο surf τραγούδι που λεγόταν "Wipe Out" στις αρχές του '60 και του κοσμικού ρόκερ που δεκαετίες αργότερα δούλευε σε τραγούδια με θέμα το να απαχθείς από ένα διαστημόπλοιο ενώ βαδίζεις μές στη ζούγκλα; Ίσως, μόνο ότι η θάλασσα, η έρημος και τα νησιά είχαν γίνει σταθερά θέματα στην δουλειά του Καλιφορνέζου, είτε παρήγαγε ορχηστρική surf rock, μερικά από τα πιό υποτιμημένα κομμάτια της folk-rock του '60 ή μυστικιστικά παράξενα πράγματα με τους MU. Θα μπορούσες να προσθέσεις ότι για όλη την παραξενιά της, η μουσική του Fankhauser είναι τόσο προσβάσιμη όσο θα μπορούσε να είναι η μουσική ενός cult rocker. Αυτό τον έφερε κοντά στην εμπορική επιτυχία πολλές φορές-και σε φευγαλέα επαφή με διασημότητες όπως ο Nilson, ο Captain Beefheart και ο George Harrison. Αλλά το όνομα του Fankhauser ποτέ δεν έκανε κλικ σε περισσότερους από μερικούς χιλιάδες αφοσιωμένους φαν. Και πολλοί από αυτούς ίσως ξέρουν έναν μόνο Merrell Fankhauser, τον folk-psychedelic rocker των '60'ς, τον αλα Beefheart κοσμικό ρόκερ των '70'ς ή την υποσημείωση στην πρώιμη surf, αλλά όχι και τις τρεις ή ακόμα και τις δύο από τις τρεις μουσικές του προσωπικότητες. Παραδόξως η πιό κοντινή του προσπάθεια για επιτυχία συνέβη στις αρχές της 50χρονης και πλέον καριέρας του. Αρχές του '60 ο έφηβος κιθαρίστας μάθαινε την τέχνη του στο Pismo Beach στην Καλιφόρνια στην κεντρική ακτή. Επιστρατευόμενος ενώ δούλευε σε ένα βενζινάδικο από ένα τσούρμο τοπικών surfer με το όνομα the Impacts, τους έκανε να βγάλουν από το σχήμα τον τρομπονίστα τους και να ξεκινήσουν να παίζουν instrumental rock. Όταν ηχογράφησαν μερικά session για την Del-Fi Records στο Hollywood το 1962, ένα από τα θέματα ήταν το από τον Fankhauser γραμμένο "Wipe Out".

Merrell Fankhauser - Wipe Out


Τον επόμενο χρόνο ένα παρόμοιο τραγούδι από ένα γκρουπ που λεγόταν the Surfaris θα έκανε μούσκεμα (λόγω surf) τα ερτζιανά κύματα, για να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα χιτ όλων των εποχών. Το τραγούδι αργότερα το διασκεύασαν και οι Ventures. Όμως εσείς τώρα γνωρίζετε ποιός ήταν ο δημιουργός αυτού του mega-hit. Μέχρι πρόσφατα ο Merrell έλεγε ότι οι the Impacts έκαναν demo μία άλλη version του τραγουδιού που "σέρβιραν" στους the Surfaris σαν πρωτότυπη. Η διαμάχη ποτέ δεν τακτοποιήθηκε τελικά, ιδιαίτερα καθώς η απόδοση των the Impacts, που ήταν το ομώνυμο κομμάτι του μοναδικού τους LP κυριαρχείτο από κιθάρα και σαξόφωνο και δεν ήταν τόσο ίδιο με το πιό γνωστό για τα ντραμς και την κιθάρα που υιοθέτησαν οι the Surfaris. Οι the Impacts διαλύθηκαν. Ο Fankhauser έφτιαξε μία άλλη μπάντα τους the Exiles και άρχισε να γράφει και να τραγουδάει κατά μέσο όρο pop-rock στο καλούπι των Ricky Nelson, Buddy Holly και το πρώιμο Mersey-beat. Για τους περισσότερους τέτοιους μουσικούς με μία μικρή αντιπαράθεση στα credits τους, η αυλαία θα είχε πέσει εδώ.
Εκτός του ότι η έρημος Mojave είναι ένα τοπίο που στο μεγαλύτερο μέρος του είναι τόσο άγονο από πολιτιστική καινοτομία, όσο είναι και από νερό, είχε αυτή την παράξενη τάση να τροφοδοτεί εκκεντρικές ιδιοφυίες στα '60'ς. Ίσως η έλλειψη κίνητρου καλλιέργησε αυθεντικότητα, αλλά και ο Frank Zappa και ο Captain Beefheart θήτευσαν στην περιοχή αυτή, ενώ τελειοποιούσαν την μουσική τους. Έτσι έκανε και ο Fankhauser, ο οποίος τώρα ηχογραφούσε στη μικρή δισκογραφική που διευθυνόταν από τον εκκεντρικό Glenn MacArthur, του οποίου η αληθινή αγάπη ήταν η εξόρυξη χρυσού. Στα μέσα του '60 τα τραγούδια του Fankhauser άρχισαν να δέχονται μία folk-ψυχεδελική χροιά, που ήταν παράξενη. Αν και δουλεύοντας για την Glenn Records οι πολύ περιορισμένες πωλήσεις σε μερικές χιλιάδες κόπιες στην έρημο, θα είχαν δώσει στον Merrell λίγο περισσότερο περιθώριο από αυτό που θα είχε αν είχε αναλωθεί στην μηχανή του Hollywood. Ηχογραφώντας τα φωνητικά του Merrell σε ένα πλαστικό πλεονάζον κόκπιτ από τζετ, ο MacArthur σύμφωνα με λεγόμενα του Merrell "θα έβαζε ηχώ στο δωμάτιο". Τα κομμάτια του Glenn είχαν ένα βαρύ ήχο και ο Fankhauser άρχισε να φτιάχνει εξαιρετική μελωδική αλα Byrds ποπ με μία αστρική σχεδόν αστεία αιχμή. Οι Exiles του Merrell πήγαν μέσα από μία ποικιλία πολύπλοκων αλλαγών προσωπικού αλλά είναι σίγουρο ότι δύο από τους μουσικούς, ο κιθαρίστας Jeff Cotton και ο ντράμερ John "Drumbo" French θα τελείωναν αργότερα στην μπάντα του Captain Beefheart. Μερικά από τα καλύτερα single του Glenn όπως το "Tomorrow's Girl" συνδυάστηκε με κάποιο από το νεότερο υλικό κάτω από τον αμίμητο τίτλο Fapardokly (τα αρχικά των ονομάτων των μελών).

Fapardokly - Tomorrow's Girl (1967)


Το γκρουπ επίσης είχε σύντομα αλλάξει το όνομά του στο αινιγματικό Fapardokly, που ίσως καταδίκασε το LP σε άμεσο συλλεκτικό στάτους. Πράγμα που είναι κρίμα, καθώς περιέχει μερικά τρελά διαμάντια, όπως το "Gone to Pot", σαν ένα άλλο "Eight Miles High" των the Byrds και τραγούδια που συστήνονται σαν ρολόι με κούκκο ("Mr. Clock") και σαν γυάλινος πολυέλαιος ("Glass Chandelier"), (τα ναρκωτικά ήταν το πιθανότερο να είχαν αρχίσει να επιδρούν). "Πήγα σε αυτό το folk πράγμα για κάποιο λόγο, επειδή πάντα μου άρεσαν οι Kingston Trio", λέει ο Fankhauser. "Έκαναν τέτοιες μπαλάντες που έλεγαν ιστορίες και αυτό το πήγα σε μία πιό απόμακρη προσέγγιση με τραγούδια όπως το "Lila" και το " Super Market". Κανένας δεν θα μπέρδευε αυτούς τους ονειρικούς τόνους με αυτούς των Kingston Trio, τελοσπάντων. Το "Lila" ήταν παιγμένο με 12-χορδη, αντάξιο των καλύτερων τραγουδιών των the Byrds και το "Super Market" ήταν μία θολή μίξη εμπορικής μελωδίας που μπαίνει σε αεροπλάνα (συμπληρωμένη με τρομπέτα) και ψυχεδελικά ξόρκια για το κορίτσι του τραγουδιστή που την πίεζε να μην σκέφτεται να φύγει και να αφήσει τις αποσκευές της πίσω. Τα 12 κομμάτια του άλμπουμ συνέδεαν υλικό αρκετών χρόνων, συνεισφέροντας σε μία σχιζοφρενική ποιότητα που κάνει το γκρουπ να μοιάζει ακόμα πιό παράξενο από ότι στην πραγματικότητα είναι. Το ένα λεπτό μιμούνταν τον Ricky Nelson και το εφηβικό χτυποκάρδι, το επόμενο αναστέναζαν για αστρικά ταξίδια ("Gone to Pot"). H κιθάρα κυμαινόταν από γρήγορο ροκαμπίλυ μέχρι σε μερικές από τις πιό στοιχειωτικές γραμμές 12-χορδης αλα Roger McGuinn. Μόνο 1000 κόπιες τυπώθηκαν. Το 1980 το άλμπουμ αυτό είχε γίνει ένα από τα πιό συλλεκτικά της rock του '60, στοιχίζοντας περισσότερο των $500 για να έχει κάποιος μία γνήσια mint (του κουτιού), όπως λέγεται κόπια.

Fapardokly - Gone to Pot (1967)


Οι Fapardokly ωστόσο δεν βρήκαν δικό τους κοινό στον καιρό τους. Το 1968 ο Fankhauser ηγούνταν μία νέας μπάντας των HMS Bounty, η οποία αποφάσισε να κάνει μία επίθεση στο Hollywood κάνοντας ένα συμβόλαιο με την Uni. Αποτέλεσμα ήταν ένα ομώνυμο άλμπουμ, που θα γινόταν όλο, τόσο κοινό για τα πρότζεκτ του Merrell: ενθουσιώδεις έπαινοι από όσους το είχαν ακούσει, σχεδόν ανύπαρκτη διανομή του και μία γρήγορη επικράτηση σε στάτους σχεδόν θρυλικής σπανιότητας. Ήταν πράγματι μία εντελώς αξιόλογη ποπ-ψυχεδελική ιστορία, που στα καλύτερά της έβρισκε το γκρουπ να τεντώνεται προς το ψυχεδελικό μέρος της ζυγαριάς. Ενώ ήταν ικανός να δημιουργεί μάλλον στάνταρ εμπορική Καλιφορνέζικη rock, η μούσα του Fankhauser έμοιαζε να είναι στους διαστημικούς, λυρικά ασύλληπτους τόνους, στους οποίους έδινε ανθρώπινη διάσταση με την νοσταλγική, αέρινη φωνή του. To "A Visit with Ashiya" (με σιτάρ) και το "Madame Silky" ιδιαιτέρως, είναι δύο από τους καλύτερους υποτιμημένους με Ινδικές επιρροές τόνους της περιόδου και το "Ice Cube Island" επιδεικνύει την ικανότητα του ασυνήθιστου ταιριάσματος λυρικών απεικονίσεων του Fankhauser.

Merrell Fankhauser & His HMS Bounty - A Visit with Ashiya (1968)


Δεν ήταν αρκετό να κρατήσει τους HMS Bounty από την διάλυσή τους το 1969, ωστόσο. O Fankhauser πήρε την ευκαιρία του στην εμπορική αγορά με ένα παράξενο με γεύση mariachi single του "Everybody's Talkin", με την καλύτερη ομάδα από session μουσικούς του LA, αλλά η version του φίλου του Nilsson "το έκανε σκόνη" στην αγορά. Εκείνο τον καιρό ωστόσο, ο ήχος του Merrell γινόταν πολύ πιό blues. Ένας υπαινιγμός αυτού μπορεί να ακουστεί στο τελευταίο single των HMS Bounty "I'm Flying Home".

Fapardokly - Glass Chandelier (1967)


Περισσότερο αποφασιστικά θα άρχιζε να γυρίζει με τον Captain Beefheart που επιστράτευσε τον ιδιοφυή κιθαρίστα Jeff Cotton. Στον Beefheart θυμάται ο Fankhauser "θα καθόμασταν όλη την νύχτα γράφοντας τρελά τραγούδια και παίζοντας άγρια, παράξενη μουσική. Κλείδωνε διάφορα μέλη του γκρουπ στο σπίτι. Σε διάφορους χρόνους είχαν προσπαθήσει να δραπετεύσουν. Επειδή θα έμεναν κλειδωμένοι στο σπίτι ηχογραφώντας υπό την επίβλεψη του Don (Captain Beefheart). Και θα άρχιζαν να φαίνονται χλωμοί. Δεν θα αναγνωρίζονταν στην όψη μετά από αυτό". Έτσι όταν ο Fankhauser και ο Cotton άρχισαν να παίζουν μαζί στην δική τους μπάντα, "ήταν κάτι που πείραξε τον Don. Είχε δύσκολες ώρες να κρατάει μαζεμένη την μπάντα του εκείνες τις μέρες, επειδή τα πράγματα είχαν αγριέψει. Θα πέταγαν στο Βέλγιο ή κάπου αλλού να κάνουν μία συναυλία και μετά θα γύριζαν για να μείνουν στο σπίτι κάνα εξάμηνο δουλεύοντας ένα άλλο άλμπουμ και τέτοια πράγματα. Κάποιοι δεν ήξεραν ούτε ποιός είναι ο πρόεδρος της Αμερικής. Ήταν σαν να βρίσκονταν σε νεκροφάνεια εκεί". Και ο Fankhauser και ο Beefheart λαχταρούσαν τον Cotton για τους ασυνήθιστους ήχους που πετύχαινε με slide στην κιθάρα. Ο Cotton, ένας μη πότης, θα πήγαινε σε καταστήματα ποτοποιίας απλά για να δοκιμάσει μπουκάλια από ουίσκι με το μικρό του δάχτυλο σε αναζήτηση για μπουκάλια που θα απέδιδαν τα καλύτερα slide. Έτσι ο καλός Captain, παραδέχεται ο Fankhauser "ενοχλήθηκε λίγο όταν ο Jeff ήθελε να γυρίσει πίσω να παίξει μαζί μου ξανά. Είπε ΄Ο τύπος είναι φαινόμενο της rock. Είναι πιθανόν το λιγότερο ο τρίτος καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο τώρα για το συγκεκριμένο του στυλ΄. Το τι έκανε ο Jeff με slide κιθάρα ήταν κάτι που ακόμα δεν έχω ακούσει κάποιον άλλο να κάνει". Σύμφωνα με τον Fankhauser πήρε ένα μακρύ χρόνο διαπραγματεύσεων στο "Magic Bathroom" του Beefheart, πριν ο Captain παραιτηθεί από τις απαιτήσεις του για τα ταλέντα του Cotton. Με τους πρώην Exiles Larry Willey στο μπάσο και Randy Wimer στα ντραμς οι MU σχηματίστηκαν, παίρνοντας σαν έμπνευση την μυθική βυθισμένη ήπειρο του Ειρηνικού .

Merrel Fankhauser & His Band - On Our Way to Hana (1982)


Όπως θα μαντέψατε η φιλοσοφία της μπάντας γινόταν πιό μυστικιστική και spiritual σε φύση για την ώρα. Ο Fankhauser και ο Cotton έγραφαν πολύ παραγωγικά. Το μοναδικό άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην ζωή του γκρουπ, (MU, 1972), ήταν ένα είδος σύγκρουσης ανάμεσα στον Beefheart, τους Grateful Dead και τους Crosby, Stills & Nash. Τέτοια ονόματα που έπεσαν μόλις, δεν απεικονίζουν βεβαίως τον μη κατηγοριοποιήσιμο χαρακτήρα της μουσικής, ο οποίος ήταν συνδυασμός των slide του Cotton, φυλετικών ρυθμών, απρόσμενων γυρισμάτων από straight σε jazz τζαμαρισμάτων, τροπικό περιβάλλον και πληθωρικές αρμονίες.

MU - Blue Form (1971)


Το σάλπισμα που καλούσε σε ενοποίηση των χίπις ίσως προκαλούσε γκριμάτσες τώρα, αλλά μουσικά οι MU ήταν ανάμεσα στα πιό εκλεπτυσμένα και ασυνήθιστα γκρουπ στα τέλη της ψυχεδελικής περιόδου. Ελάχιστοι άνθρωποι έξω από το underground Λος Άντζελες άκουσαν το άλμπουμ αυτό και το γκρουπ πήρε τις κοσμικές του πεποιθήσεις σοβαρά αρκετά για να μετακομίσει στο Maui μετά την κυκλοφορία του. Περισσότερο υλικό ηχογραφήθηκε στο σπίτι της μπάντας στην ζούγκλα με εξοπλισμό που άφησαν οι Quicksilver Messenger Service πίσω (μία γεννήτρια που παρείχε ρεύμα). Το γκρουπ απροσδόκητα διαιρέθηκε όταν ο Cotton και ο Wimer αποφάσισαν να γίνουν Χριστιανοί και να επιστρέψουν στην Καλιφόρνια. Οι ηχογραφήσεις ουσιαστικά ξεχάστηκαν από τον Fankhauser μέχρι το 1980, όταν με μία μαχαίρα διέσχισε την ζούγκλα για να τις βρει στο εγκαταλειμένο, ερειπωμένο σπίτι μόλις λίγα μέτρα από ένα νερόλακκο που θα τις έκανε άχρηστες αν έμεναν κι άλλο εκεί.

MU - Nobody Wants to Shine (1971)


Πολύ από το υλικό που ήταν πολύ γλυκύτερο και σε πιό τροπικό ύφος από το original LP των MU, τυπώθηκε για πρώτη φορά σε διάφορες δισκογραφικές συλλεκτών την δεκαετία του '80. Ο Fankhauser είχε απορροφήσει μεγάλη δόση από τον παλμό του Maui ως τότε-στην πραγματικότητα οι MU ήταν παραλίγο διάσημοι εκεί, παρουσιάζοντας ό,τι ο Merrell πιστεύει πως ήταν το δεύτερο μόλις rock κονσέρτο στο νησί (το πρώτο ήταν το 1970 από τον Hendrix). Με το κορίτσι του τότε, βιολονίστρια Mary Lee, o Fankhauser επέστρεψε στην Καλιφόρνια στα μέσα του '70 για να ηχογραφήσει ένα σόλο LP, σε ένα είδος ενημερωμένης, πιό ενδιαφέρουσας έκδοσης Crosby, Stills & Nash.

Merrell Fankhauser & Mary Lee - Some of Them Escaped it All (1980)


Αν και ο παραγωγός ενδιαφερόταν να βάλει τον δίσκο με την Dark Horse του George Harrison, τελείωσε σαν ακόμα ένα σπάνιο αντικείμενο. Στα τέλη του '70 ο Fankhauser θα ενδιαφερόταν περισσότερο για την αναζήτηση αποδείξεων για την χαμένη ήπειρο στα νησιά της Χαβάης, όπως επίσης για τις μελέτες στον Θιβετιανό Βουδισμό (το 1975 χρίστηκε Βουδιστής μοναχός από έναν Θιβετιανό Λάμα). Ο χρόνος έχει ένα μυστήριο τρόπο να γαντζώνεται στα αινίγματα της rock, ωστόσο, καθώς ο τραγουδοποιός βρέθηκε στις αρχές του '80, όταν εντοπίστηκε στο Maui από αφοσιωμένους Γερμανούς συλλέκτες δίσκων πρόθυμους να εκδώσουν κάποιο από το υλικό του. Εν αγνοία του Fankhauser, ένα cult κοινό είχε αναπτυχθεί γύρω από τη δουλειά του ιδιαιτέρως στην Ευρώπη. Ένα bootleg από το LP των Fapardokly εμφανίστηκε στην Αγγλία αρχές του '80, ακολουθούμενο τα επόμενα χρόνια από επανεκδόσεις των περισσοτέρων ηχογραφήσεων από το '60 και το '70.

Fapardokly - The Music Scene (1967)


Μία καρδιακή προσβολή πάνω στην σκηνή στα τέλη του '80 δεν τον σταμάτησε από το να δημιουργεί περιοδικά άλμπουμ. Το 1996 δούλευε πάνω σε ένα διπλό CD rock όπερα, με τίτλο Return to MU, γύρω από την χαμένη ήπειρο που ποτέ δεν σταμάτησε να ψάχνει. Καθισμένος στο Hollywood το 1985, πολύ μακριά από την MU ή ότι απομένει από αυτή, ο Fankhauser δίνει μία ιδέα για την αποτυχία του να έλξει ένα μεγάλο κοινό, όσο και για την διάρκεια της καλύτερής του μουσικής. "Ήμουν πάντοτε ένας από αυτούς που δεν θέλουν να ακούσουν ράδιο. Επειδή εκεί (στο ράδιο) πολύ σύντομα κάτι σε παρασύρει και ασυναίσθητα κάνεις κάτι (σε μουσική) που ήδη έχει γίνει. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο Captain Beefheart θα έκανε αυτά που έκανε. Θα προσπαθούσε να κρατήσει όλους τους μουσικούς του έξω από κάθε τι άλλο, όπου θα έπαιρνε κάτι το διαφορετικό. Κάνω το ίδιο πράγμα. Βλέπεις ζώντας στην έρημο, ζώντας στον ωκεανό, πηγαίνοντας στο Maui προσπαθείς να μείνεις έξω από αυτό, ώστε να μην γεμίσεις με κοινοτυπίες ασυναίσθητα".

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Merrell Fankhauser συνέχισε να ηχογραφεί περιστασιακά με φίλους συμπεριλαμβανομένων του John Cipollina (Quicksilver Messenger Service) και αργότερα με τον Ed Cassidy από τους Spirit, με τον οποίο έφτιαξαν και μπάντα. Εδώ από το DVD 'TIKI LOUNGE' Vol 1 (1991), με τον θρυλικό Nicky Hopkins. Στην κιθάρα και φωνητικά ο υιός του, Tim Fankhauser.

Merrell Fankhauser & Band / Nicky Hopkins - Lucille


ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Με τους Fapardokly

Fapardokly (1967, Sundazed)


Πιθανόν το περισσότερο υποτιμημένο folk-rock άλμπουμ, που περιλαμβάνει 12-χορδη και πρώιμη ψυχεδέλεια.

Με τους Merrell Fankhauser & His HMS Bounty

Merrell Fankhauser & His HMS Bounty (1968, Sundazed)


Πιό συνεπές από το Fapardokly, αν και όχι τόσο εκκεντρικά εμπνευσμένο. Ωστόσο σε όποιον έχει πιό ποπ ακούσματα που παραπέμπουν σε Buffalo Springfield, the Byrds και άλλες τέτοιες μπάντες του '60 από το Λος Άντζελες, θα του αρέσει.

Με τους MU

MU (1972, Sundazed) / 2xCD comp. reissue (1997, Sundazed)


Ένα ψυχεδελικό progressive, σχεδόν αριστούργημα, με μία fusion από blues, χίπικο μυστικισμό και ρυθμούς ζούγκλας, που ακούγεται όπως λίγα από αυτήν την εποχή ή οποιαδήποτε άλλη. Η επανέκδοση του CD της Sundazed είναι η απόλυτη συλλογή των MU.

MU


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018


APRIL WINE 


The Aging of Wine



Αν και δεν είναι αρκετά γνωστοί στο ευρύ μουσικόφιλο κοινό, οι April Wine υπήρξαν ένα από τα πιο κοινοτόμα κι επιτυχημένα καναδικά συγκροτήματα, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Μαζί με τους Rush, τους Triumph και τους Streetheart. Δίπλα στους The Guess Who και Bachman Turner’s Overdrive έκαναν περισσότερες επιτυχίες από οποιαδήποτε άλλη μπάντα. Ήταν μάλιστα η πρώτη μπάντα που κυκλοφόρησε πλατινένιο άλμπουμ στον Καναδά και η πρώτη που έκανε περιοδεία με κέρδη πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια. Κι όμως παραμένουν σχετικά άγνωστοι, ειδικά στην Ελλάδα, παρά τα 16 άλμπουμς σε 35 χρόνια καριέρας.
Δημιουργήθηκαν στα τέλη του 1969 στο Waverley, στη Νέα Σκωτία, ένα προάστιο του Halifax. Ιδρυτικά μέλη υπήρξαν τα αδέρφια Henman. O David στην κιθάρα και ο Ritchie στα ντραμς. Η μπάντα συμπληρώθηκε με την προσθήκη του (εξαδέρφου) Jim Henman στο μπάσο και του Myles Goodwyn, στα φωνητικά και κιθάρα επίσης. Το όνομά τους το διάλεξαν καθαρά για εύηχους λόγους, το πώς ακούγονταν η φράση “april wine”  δηλαδή. Βασικό τους σχέδιο ήταν να παίζουν, με βάση το rock, μόνο δικό τους υλικό κι όχι διασκευές άλλων. Κι ο ρόλος του καθενός επίσης ήταν προσδιορίσμένος απ΄την αρχή. Όπως λέει ο Ritchie: “ Ο David και εγώ ήμασταν η πρωτοποριακή πλευρά των πραγμάτων, ο Jimmy θα συνεισέφερε στη pop όψη και ο Myles θα μας κρατούσε γειωμένους στο rock 'n' roll”. Η πρώτη τους πρόβα έγινε στο υπόγειο των Henman. "Καθίσαμε και ο Myles άρχισε να παίζει ένα riff… κι αμέσως, οι τέσσερις από εμάς, κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον και είπαμε: Εντάξει,…! Αυτό θέλουμε να κάνουμε. Ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι από αυτό το riff. Μας άνοιξε όλες τις πόρτες”, είπε αργότερα ο David Henman.
Μετακομίζουν στο Μόντρεαλ κι υπογράφουν συμβόλαιο με την Aquarius Records. Κυκλοφορούν λοιπόν, το 1971, το πρώτο και αυτοβιογραφικό τους άλμπουμ, με τίτλο April Wine. Το single “Fast Train” έγινε αμέσως το αγαπημένο σε όλη τη χώρα, ενώ παιζόταν συνεχώς από πολλούς τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Παράλληλα καθιερώνει τον Goodwyn ως τον βασικό συνθέτη και κιθαρίστα της μπάντας.

Fast Train (1971)


Το φθινόπωρο του ’71 ο Jim Henman φεύγει και τον αντικαθιστά ο Jim Clench. Αυτή ήταν η πρώτη αλλαγή στο lineup της μπάντας, απ’ τις πολλές που θα επακολουθήσουν. Εντωμεταξύ, ηχογραφούν και κυκλοφορούν το δεύτερό τους άλμπουμ, On Record, το 1972. Με αυτό καταφέρνουν να μπούνε για πρώτη τους φορά στο αμερικάνικο Billboard Hot 100 και να γίνουν χρυσοί στον Καναδά. Η παραγωγή έγινε από τον Ralph Murphy αλλά το αξιοσημείωτο έρχεται από τα credit του Elton John στη σύνθεση του τραγουδιού “Bad Side of the Moon” (αλήθεια, τι μας θυμίζει ο τίτλος, μια χρονιά πριν…) ! Φυσικά το μεγάλο hit του άλμπουμ είναι το κομμάτι “You Could Have Been a Lady”.

You Could Have Been a Lady (1972)


Μεγάλες αλλαγές συνέβησαν το 1973, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του τρίτου τους άλμπουμ Electric Jewels. Τα ιδρυτικά μέλη, οι αδερφοί Henman εγκαταλείπουν την μπάντα τους. Οι εναπομείναντες Goodwyn και Clench προσλαμβάνουν στη θέση τους, τους Jerry Mercer και Gary Moffet (κιθαρίστα και ντράμερ αντίστοιχα). Το τέταρτο τους άλμπουμ Stand Back κυκλοφορεί το 1975 και γίνεται διπλά πλατινένιο στην πατρίδα τους. Εδώ ξεχωρίζουν τα κομμάτια “Oowatanite”, “Wouldn’t Want Your Love” και “Tonite Is a Wonderful Time to Fall In Love”. Παρ’όλη την επιτυχία, ο Clench παραιτείται και τη θέση του καταλαμβάνει ο Steve Lang. Και τα δύο επόμενα άλμπουμ, τα “The Whole World’s Goin’ Crazy” (1976) και “Forever for Now” (1977), κάνουν τεράστια εμπορική επιτυχία, γίνονται πλατινένια και ακολουθούνται από συναυλίες, απ’ άκρη σε άκρη ολόκληρου του Καναδά. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται η πρώτη καναδική μπάντα με εισπράξεις περιοδείας πάνω από 1 εκατ. $, εδραιώνοντας παράλληλα τη φήμη της ως μία απ’ τις πιο δημοφιλείς live μπάντες.Την ίδια εποχή επίσης επεκτείνεται η φήμη τους ως ένα ισχυρό support συγκρότημα. Αυτό έγινε χάρη στη συναυλία που άνοιξαν οι April Wine για τους Rolling Stones, στο club El Mocambo του Τορόντο, όπου άρχισαν την εθνική τους περιοδεία το 1978. Η παράσταση αυτή αποτυπώθηκε και στο “Live at the El Mocambo” (1977), σε παραγωγή  Eddie Kramer. Αυτό το γεγονός με τους Stones τους βοήθησε να κερδίσουν την αναγνώριση από αμερικάνικα ακροατήρια, ραδιοφωνικούς σταθμούς εκτός των συνόρων και δίνουν αφορφή στους κριτικούς να τους παρατηρήσουν και να ασχοληθούν μ’ αυτούς.

Oowatanite (1975)


Μια σημαντική αλλαγή στη σύνθεση του γκρουπ συντελείται επίσης αυτή τη χρονιά: η καταλυτική προσθήκη ενός πέμπτου μέλους, του κιθαρίστα Brian Greenway, συνεισφέροντας στα φωνητικά και στη φυσαρμόνικα. Οι Wine έχουν πλέον μία επιθετική front line τριών κιθάρων, όπως οι Lynyrd Skynyrd, οι Molly Hatchet ή οι Eagles. Η μουσική τους ήταν ένα εκρηκτικό μίγμα σκληρού ροκ και μπαλάντας, αφήνοντας μια αίσθηση Thin Lizzy. Με τον καιρό ο Greenway παίρνει μεγαλύτερο ρόλο στην κιθάρα - σε δίδυμο με τον Mercer - αφήνοντας τον Goodwyn να αφιερωθεί στα keyboards, γράφοντας και παίζοντας μια σειρά από αξιομνημόνευτες μπαλάντες. Μία τέτοια ήταν και το “Silver Dollar” από το άλμπουμ του 1978, First Glance, που ήταν και η πρώτη τους μεγάλη επιτυχία (χρυσός δίσκος) εκτός Καναδά. Το κομμάτι όμως που έσπασε καρδιές και ταμεία δεν ήταν άλλο από το  “Roller”, το οποίο έγινε πολύ δημοφιλές όχι μόνο στις Η.Π.Α. αλλά και στη Νότιο Αμερική. Όλοι πλέον ήθελαν να ακούσουν και να μάθουν για αυτή την “νέα” μπάντα απ’ τον Καναδά.

Roller (1978)


Η επιτυχία έφερε γρήγορα στην κυκλοφορία και το όγδοο άλμπουμ, το Harder … Faster. Από εδώ ξεχωρίζουν τα “I Like to Rock” και “Say Hello”, οι κύριες αιτίες για να γίνει κι αυτό πολλαπλά πλατινένιο στη χώρα τους και χρυσό στις States. Αίσθηση προκαλεί και η διασκευή στο αξεπέραστο κομμάτι των King Crimson, “21st Century Schizoid Man”. Μετά τους Rush και Styx στην  προγούμενή τους περιοδεία, σειρά είχαν οι Nazareth για να τους ανοίγουν τα live, στο αμερικάνικο τουρνέ τους. Η επιτυχία τους είχε πλέον εδραιωθεί.
Το The Nature of the Beast (1981) υπήρξε η μεγαλύτερη διεθνώς εμπορική επιτυχία της μπάντας, αλλά και ίσως η τελευταία της. Ακολουθούν ξανά πετυχημένες και πολυπληθείς συναυλίες. Η παρακμή όμως ήταν δυστυχώς μπροστά τους. Κερδίζουν χρόνο με την μεγάλη τους επιτυχία (Top 10 hit στον Καναδά και 11 εβδομάδες στο Billboard Hot 100 στις Η.Π.Α.), “Just Between You and Me”

Just Between You and Me (1981)


Τον Ιούλιο του 1982 κυκλοφορούν το Power Play, με μεγαλύτερη επιτυχία το “Enough is Enough", με το κομμάτι να κάνει μάλιστα συχνές εμφανίσεις στο νεοσύστατο τότε MTV. Η περιοδεία τους που ακολούθησε το άλμπουμ αποδείχθηκε μια από τις πιο επιτυχημένες ζωντανές συναυλίες στην καριέρα τους. Θα τους μείνει αξέχαστη μάλιστα μια βραδιά στο Wiesbaden, στη Γερμανία, το 1982, όπου μοιράζονταν την ίδια σκηνή με ιερά τέρατα του χώρου, όπως Neil Young, King Crimson και Jethro Tull.

Enough is Enough (1982)


Η μπάντα - κυρίως λόγω συμβολαιογραφικών υποχρεώσεων – κάνει στα δύο επόμενα χρόνια δύο ακόμη άλμπουμς κι ένα live: Τα Animal Grace (1984), Walking Through Fire (1985) και One for the Road (live 1985). Κι αφού περιοδεύει στο προδιαγεγραμμένο “Farewell Tour”, διαλύεται.  Οι λόγοι, πέρα απ΄ την σταδιακή τους πτώση, ήταν σίγουρα και ενδογενείς:”… ήμασταν χωρίς ενιαία κατεύθυνση. Ποτέ δεν καταφέραμε να βρούμε κοινό έδαφος μεταξύ μας”, είχαν πει σε συνέντευξή τους.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1993, οι Goodwyn, Greenway, Clench, Mercer και Segal αφήνουν πίσω τις όποιες διαφωνίες τους, επανενώνονται και αρχίζουν πάλι όχι μόνο τις περιοδείες, αλλά και την κυκλοφορία αξιόλογων νέων άλμπουμ, όπως τα Attitude (1993), Frigate (1994), Back to the Mansion (2001) κ.α. Κατάφεραν να μπούνε και στο καναδικό Hall Of Fame. Η μπάντα, με πολλά νεότερα μέλη, συνεχίζει ακόμη και τώρα να περιοδεύει, να συγκινεί, να νοσταλγεί και να ροκάρει. Ο αειθαλής - και αφεντικό της μπάντας - Myles Goodwyn, κρατά και σήμερα στα χέρια του τη μοίρα του γκρουπ, δίνοντας στα live το δικό του στίγμα. Κυριολεκτικά, ωριμάζει με τον χρόνο σαν ένα καλό… κρασί ! Κι όπως λέει: “Θέλω να συνεχίσω να παίζω, γιατί μου αρέσει. Είναι μια καλή διαδρομή, ήταν μια πολύ καλή διαδρομή και μου αρέσει να παίζω για το ακροατήριο. Όσο κρατήσει…





ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:

April Wine (1971)
On Record (1972)
Electric Jewels (1973)
Stand Back (1975)
The Whole World's Goin' Crazy (1976)
Forever for Now (1977)
First Glance (1978)
Harder ... Faster (1979)
The Nature of the Beast (1981)
Power Play (1982)
Animal Grace (1984)
Walking Through Fire (1986)
Attitude (1993)
Frigate (1994)
Back to the Mansion (2001)
Roughly Speaking (2006)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018



One Way Out: Η απόδραση του Sonny Boy Williamson (;)




Στις αρχές του 1962 η Chess κυκλοφορεί το "One Way Out", ένα τραγούδι που είχε ηχογραφήσει ο Sonny Boy Williamson τον Σεπτέμβριο της προηγούμενης χρονιάς. Εκτός από τον Sonny Boy στη φωνή και φυσαρμόνικα, έπαιζε ο Otis Spann πιάνο, ο Robert Jr. Lockwood και ο Luther Tucker κιθάρες, μπάσο o Willie Dixon και o Fred Below έπαιζε drums.
Το τραγούδι ήταν πρωτότυπη σύνθεση, δεν στηρίζονταν δηλαδή σε κάποιο προηγούμενο blues. Το θέμα του ήταν το αδιέξοδο του (τραγουδιστή και) παράνομου εραστή που εγκλωβίζεται σε ένα διαμέρισμα πάνω ορόφου και διαπιστώνει πως κάποιος άντρας στέκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ίσως πρόκειται για τον σύζυγο… Δεν το διακινδυνεύει, μόνος σίγουρος δρόμος διαφυγής είναι το παράθυρο και ας πουν ότι θέλουν οι γείτονες για το θέαμα που θα παρουσιάζει φεύγοντας. Το θέμα είναι να την γλυτώσει τώρα και άλλη φορά δεν την ξαναπατάει.
Το τραγούδι είναι ένα σαρκαστικό σχόλιο πάνω στο αιώνιο θέμα των “παράνομων” σχέσεων. Από μουσικής απόψεως, έχει ένα τρελό ρυθμό, το πρώτο (ιδίως) σόλο του Sonny Boy στην φυσαρμόνικα είναι εκπληκτικό ρυθμικά και συνάμα πρωτότυπο, δηλαδή δεν αποτελεί παραλλαγή των φράσεων που τον είχαν κάνει διάσημο και που όλο και πιο συχνά επαναλάμβανε καθώς πέρναγαν τα χρόνια. Φωνητικά, υπάρχουν κάποια προβλήματα, αλλά ωχριούν μπροστά στην εκρηκτικότητα του κομματιού. Λόγω του φρενήρους ρυθμού του, το τραγούδι μόλις και μετά βίας φτάνει τα δύο λεπτά.

One Way Out (1962)


Το 1965 κυκλοφορεί το LP του Sonny Boy The Real Folk Blues (η Chess χρησιμοποίησε τον ίδιο γελοίο τίτλο – The Real Folk Blues – για να κυκλοφορήσει μεγάλους δίσκους πολλών καλλιτεχνών της. Το κίνημα της φολκ μουσικής είχε πάρει τα πάνω του στην Αμερική και προφανώς η λέξη folk μέσα στον τίτλο του άλμπουμ, πρόσθετε εμπορικά). Στον δίσκο περιέχεται μια καινούρια (του 1964) εκτέλεση του τραγουδιού, πιο αργή, πιο σοφιστικέ, με τον Buddy Guy στην κιθάρα. Η μελωδία είναι διαφορετική ωστόσο.

Sonny Boy Williamson W/ Buddy Guy - One Way Out (1963)


Θα ανοίξω μια παρένθεση να πω ότι αυτή πρέπει να είναι η εκτέλεση που εντυπωσίασε τους Allman Brothers Band, οι οποίοι έπαιζαν στα πρώτα τους χρόνια ζωντανά το τραγούδι, ενώ το συμπεριέλαβαν και στον δίσκο τους Eat A Peach (1972), που γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι Alman Brothers συνέβαλαν ουσιαστικά στο να γίνει γνωστό το τραγούδι και σε νεότερα (ηλικιακά) ακροατήρια. Κλείνω την παρένθεση και γυρίζω πίσω στο 1965, όταν κυκλοφόρησε η δεύτερη εκτέλεση του τραγουδιού απ'τον Sonny Boy Williamson. Συγχρόνως, κυκλοφορεί μια ηχογράφηση του "One Way Out" από τον Elmore James, που είχε γίνει στην Νέα Υόρκη, λίγους μήνες πριν την πρώτη ηχογράφηση του Sonny Boy! H εκτελεστική προσέγγιση είναι διαφορετική, αλλά οι στίχοι είναι ίδιοι. Μουσικά, το κομμάτι είναι μάλλον αδιάφορο, μια υποσημείωση στην δισκογραφία του Elmore James. Ωστόσο, πρόκειται για την πρώτη (χρονολογικά) ηχογράφηση του κομματιού, ενός κομματιού που είχε μέχρι τότε συνδεθεί αποκλειστικά με τον Sonny Boy Williamson.
Εδώ ο Elmore James:

Elmore James - One Way Out (1965)


Για να μπερδευτούν ακόμα περισσότερο τα πράγματα, το τραγούδι έγινε R&B επιτυχία το 1965 από κάποιον G.L. Crockett με τον τίτλο "It's A Man Down There".

G.L. Crockett - It's A Man Down There (1965)


Για την ιστορία, το 1987, όταν κυκλοφόρησε ένα κουτί με έξι δίσκους ηχογραφήσεων του Sonny Boy Williamson στην Chess (που, φοιτητές τότε με τον αδερφό μου, χρεωθήκαμε για να το πάρουμε), είδα ότι είχε γίνει και μια άλλη ηχογράφηση του τραγουδιού το 1963, πάλι με τον Buddy Guy στην κιθάρα και με στοιχειώδη συνοδεία πνευστών.




Από μουσική άποψη, αυτή η δεύτερη (και ανέκδοτη μέχρι το 1987) εκτέλεση, βρίσκεται ενδιάμεσα στις άλλες δύο, αλλά πιο κοντά στην τρίτη, και βρίσκεται εδώ:

Sonny Boy Williamson II - One Way Out (1963)


Τελικά, ποιος έγραψε το τραγούδι;
Ο αναφερόμενος σαν συνθέτης στα δισκάκια της εποχής, δεν βοηθάει. Στην ηχογράφηση του Elmore James ως συνθέτες εμφανίζονται οι Marshall Sehorn και Elmore James. Ο πρώτος όμως δεν ήταν παρά ο παραγωγός δίσκων της εταιρίας, και ήταν κοινή πρακτική να μπαίνει κάποιο όνομα ανθρώπου της εταιρίας στην σύνθεση, για να μην καρπώνεται ο καλλιτέχνης όλα τα έσοδα των πνευματικών δικαιωμάτων. Στις ηχογραφήσεις του Sonny Boy Williamson, εμφανίζεται ο ίδιος ως συνθέτης. Και στις εκτελέσεις τρίτων, εμφανίζονται συχνά όλοι σαν συνθέτες! Άρα;
Προσωπικά, είμαι σίγουρος ότι το τραγούδι είναι του Williamson. Ο Sonny Boy έγραψε πολλά πρωτότυπα τραγούδια. Ασχολήθηκε με εντελώς καθημερινά θέματα (αντίθετα από ότι νόμιζα πιτσιρικάς, τα blues δεν είναι τραγούδια διαμαρτυρίας, αλλά τραγούδια καταγραφής της καθημερινότητας), αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ότι μέχρι τότε. Τα κλασσικά blues ξεκινάνε με στιχουργικά κλισέ όπως "η γυναίκα μου με παράτησε, για κάποιον άλλον μ' άφησε" ή "είμαι μόνος και κρυώνω και πεινάω, θα πεθάνω" κλπ, κλπ. Τα τραγούδια του Sonny Boy δεν έχουν τέτοια κλισέ. Είναι μεν εντελώς βιωματικά, αλλά στιχουργικά χαρακτηρίζονται από ευρηματικότητα, φαντασία και χιούμορ (στα όρια του κυνισμού μερικές φορές) τόσο στις εκφράσεις, όσο και στην περιγραφή των καταστάσεων. Όπως κι εδώ. Επιπλέον, το θέμα των γειτόνων και του κουτσομπολιού έχει ξαναχρησιμοποιηθεί απ'τον ίδιο.
Ο Elmore James, αντίθετα, ελάχιστους πρωτότυπους στίχους έγραψε. Και όταν το έκανε, ακολούθησε την πεπατημένη. Θεωρώ αδύνατο να έχει γράψει αυτός το τραγούδι. Τότε όμως, πως έγινε και το ηχογράφησε πρώτος;
Williamson και James κάθε άλλο παρά άγνωστοι ήταν μεταξύ τους. Στις αρχές του πενήντα, πριν ανεβούν βόρεια, ήταν και οι δύο στο Χιούστον και ηχογραφούσαν στην ίδια εταιρία, την Trumpet της Lillian McMurray. Μάλιστα, στην πρώτη ηχογράφηση του "Dust Μy Βroom" από τον Elmore James, φυσαρμόνικα παίζει ο Sonny Boy. Ο τελευταίος, ήταν ήδη γύρω στα πενήντα. Θα είχε σίγουρα φτιάξει τα περισσότερα (αν όχι όλα) απ'τα τραγούδια που ηχογράφησε αργότερα για την Chess. Πιθανότατα λοιπόν να είχαν παίξει οι δυό τους το τραγούδι από εκείνα τα χρόνια.




Αξιοσημείωτο είναι ακόμα ότι ο Sonny Boy Williamson ηχογράφησε το "One Way Out" σε τρεις διαφορετικές επισκέψεις του στο στούντιο. Δεν συνήθιζε να ηχογραφεί περισσότερες από μια φορά κάθε του τραγούδι, πόσο μάλλον τρεις. Θέλω λοιπόν να πιστεύω ότι όχι μόνο το έγραψε, αλλά ήταν και από τα αγαπημένα του. Τελειώνοντας λοιπόν, πιστεύω ότι μπορούμε με ασφάλεια να αφαιρέσουμε το ερωτηματικό από τον τίτλο.

 Αποστόλης Γιοντζής

Διαβάστε/Ακούστε επίσης