Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022








DELIVERY





Digging into 

the Canterbury Scene





Το να κοιτάζουμε πίσω στο παρελθόν και στο ευρύτερο μέρος της δουλειάς κάποιων μουσικών συχνά συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της και αυξάνει την εκτίμηση μας σε αυτούς. Όλοι οι δρόμοι που επιλέχθηκαν ή επιβλήθηκαν μπορεί να εμφανίζονται έχοντας διαδραματίσει κάποιο ρόλο, όταν αποτυπώνονται σε ένα άρθρο, όμως η αληθινή ζωή περιλαμβάνει πολύπλοκες καταστάσεις πέρα από κάθε πιθανή πρόβλεψη, που κάνουν τα γεγονότα ακόμα πιο ιδιαίτερα. 


Miserable Man




Carol Grimes ...And Delivery – Fools Meeting (Philips – 6369 004) 1970


Για τον συνθέτη και κιθαρίστα Phil Miller και τον ντράμερ και συνθέτη Philip 'Pip' Pyle, η αρχή μίας πολύχρονης συνεργασίας έγινε όταν ήταν ακόμα παιδιά και γείτονες, στο δρομάκι που συνέδεε τις πίσω αυλές των πατρικών τους σπιτιών. Εκεί σε ηλικία 6 χρονών συναντήθηκαν, έπαιξαν, μεγάλωσαν μαζί και βρήκαν μία κοινή κλίση στην μουσική. Στον Phil άρεσε να γρατζουνάει χορδές, ενώ στον Pip να χτυπάει διάφορα πράγματα. Καταλυτικό ρόλο στις πρώιμες μουσικές τους ανακαλύψεις είχε ο μεγαλύτερος αδελφός του Phil, Stephen (Steve) Miller, ο οποίος ήδη έπαιζε σε ερασιτεχνικά γκρουπ και σύστησε στα μικρότερα παιδιά μεγάλη ποικιλία Αφροαμερικανικών μπλουζ, τζαζ και R&B δίσκων. Αν και η οικογένεια Miller είχε κλασική μουσική κουλτούρα, ήταν τα μπλουζ του Meade Lux Lewis και του Jimmy Yancy που κέρδισαν το αυτί του νεαρού Steve και τον ενέπνευσαν στα χρόνια που μάθαινε να παίζει πιάνο. Φίλοι τους από το σχολείο που είχαν παρόμοιες ανησυχίες ήταν καλοδεχούμενοι στα σπίτια των τριών νέων, ανάμεσα στους οποίους ο μπασίστας Jack Monck, ο οποίος ταίριαξε και έμεινε. Στο κουαρτέτο προστέθηκε ο τραγουδιστής Dez Fisher, ένα ρεπερτόριο από μπλουζ και ροκ εν ρολ διασκευές και πολύ αισιοδοξία και έτσι γεννήθηκαν οι Brunos Blues Band. Στα τέλη του 1966 το γκρουπ έκανε την παρθενική του εμφάνιση. 


Blind To Your Light



Με την έκρηξη των μπλουζ στις αρχές των 60ς (Blues Incorporated, John Mayall, Rolling Stones) να αναπτύσσουν μία νέα γενιά, o 17χρονος Pip Pyle με επιτυχία πρότεινε στο κολλέγιο που σπούδαζαν με τον Phil και τον Jack να ιδρύσει ένα μπλουζ κλαμπ. Κατά την διάρκεια του '67, το Juniper Blossom Blues Club έκλεινε πολλά υποσχόμενα τότε γκρουπ, όπως οι Fleetwood Mac και οι Chickenshack, ενώ παράλληλα έδιναν στους Brunos Blues Band την ευκαιρία να δουλεύουν με νεανικό ακροατήριο. Μέχρι το τέλος του έτους ο Steve υπέθεσε ότι αν ο Pip μπορούσε να διευθύνει ένα κλαμπ και να βγάζει κάποια χρήματα, τότε θα μπορούσε και αυτός. Σύντομα ίδρυσε το Ramblin Jack's Blues Club (από τον Ramblin Jack Elliot). Σύμφωνα με την ατζέντα του Steve, οι μπάντες που κλείστηκαν κατά την διάρκεια του '68 μέχρι τα τέλη του '69 που έκλεισε έχουν ως εξής: Savoy Brown, Free, Aynsley Dunbar, Keef Hartley, John Dummer, Chickenshack, Jo-Ann Kelly και Champion Jack Dupree, οι οποίοι μοιράζονταν την εβδομαδιαία συναυλία κάθε Τετάρτη. Σε αυτό το μέρος με αυτούς τους μουσικούς έπαιζαν οι Brunos Blues Band μαζί και περιστασιακά με σύγχρονους τους από τους οποίους πιο σημαντικός ήταν ο νονός των μπλουζ, Alexis Korner. Ο Korner σε όλη την τόσο μεγάλη καριέρα του, πάντοτε είχε ανοιχτά τα αυτιά του, φέρνοντας στο σχήμα του νέα ταλέντα και διέκρινε στον Steve Miller ένα συνεργάτη για την επανίδρυση της φόρμας κιθάρα/πιάνο που είχε απολαύσει στα 50'ς με τον Johnny Parker (του οποίου το "Bad Penny Blues" "δανείστηκε" ο Paul McCartney στο "Lady Madonna"). Τον Μάρτιο του 1968 το νέο ντουέτο παρουσιάστηκε σε πρόγραμμα του BBC, στο οποίο φιλοξενείτο και ο Alexis Korner. Ο Steve έπαιξε επίσης και σόλο. Λίγο αργότερα από τότε, μία περιοδεία στην Τσεχοσλοβακία ακυρώθηκε λόγω των γεγονότων που οδήγησαν στην Άνοιξη της Πράγας. 


Is It Really The Same



Στο μεταξύ οι Brunos Blues Band έκαναν την πρώτη αλλαγή μέλους, με την αποχώρηση του τραγουδιστή Dez Fisher. Ένας νέος frontman βρέθηκε στο πρόσωπο κάποιου Simon Leigh, αν και γρήγορα η μπάντα κουράστηκε να βλέπει τον Simon να πέφτει συστηματικά στα γόνατα πάνω στην σκηνή, κατά την διάρκεια του σετ τους ουρλιάζοντας "Θεέ μου λυπήσου με"...και τον απέλυσαν. Αν κάτι πιστώνεται στον Simon είναι το ότι σύστησε την μπάντα σε μία μεγαλύτερη σε ηλικία και ακόμα πιο παράξενη φιγούρα. Έναν σαξοφωνίστα που ονομαζόταν Lol Coxhill. O Pip είχε ήδη ακούσει ότι ο Lol Coxhill έπαιζε με τους Gass σε ένα κλαμπ του Λονδίνου, τον είχε δει να παίζει τενόρο και σοπράνο σαξόφωνο ταυτοχρόνως (όπως έκαναν οι Roland Kirk και Dick Heckstall-Smith). Ο Coxhill έκανε τζαμ με τους Brunos στο Ramblin Jack's Blues Club και έγινε μέλος τον Ιούλιο του '68. Λίγο μετά άλλαξαν το όνομα του γκρουπ σε Steve Miller's Delivery. O αντίκτυπος που είχε ο Lol Coxhill στους νεαρούς δεν πρέπει να υποτιμηθεί, καθώς τους σύστησε το χάρισμα της ελευθερίας (free form) στο μουσικό τους κόνσεπτ, αλλά και στην εξωτερική εικόνα τους τόσο στην σκηνή όσο και εκτός σκηνής. Η τρέλα που ελόχευε στον τρόπο που είχε να τους κρατάει σε ετοιμότητα στα δύσκολα, συχνά τους έκανε να γελούν. 


Steve on piano & Lol


Ο Pip θυμάται την ημέρα που ο Lol κατέφθασε για μία συναυλία τους με ένα βραδυνό κουστούμι και σφιχτοδεμένη γραβάτα, φρεσκοξυρισμένος και φορώντας καπέλο. Πραγματικά αψεγάδιαστος. Και εμφανιζόμενος στον διοργανωτή του λέει "Με συγχωρείτε, ονομάζομαι Max Adrian και είμαι ο αντικαταστάτης του Lol Coxhill στο σαξόφωνο. Με έστειλε η ένωση μουσικών". Στα καμαρίνια τον αγνόησαν καθώς έβγαλε το κλαρινέτο να κάνει πρόβα στο "Stranger on the Shore". Ανέβηκαν στην σκηνή και ο Lol έπιασε τον διοργανωτή και του ζήτησε να ανακοινώσει ότι ο Lol Coxhill δεν μπόρεσε να έρθει για την συναυλία και ότι είχε σταλεί αντικαταστάτης. Άρχισε να "ζεσταίνεται" παίζοντας τραγούδια του 1930. Όταν ξεκίνησαν να παίζουν ένα μπλουζ, απλά έδειχνε μπερδεμένος και αναστατωμένος, αλλά όταν έφτασε η ώρα για το σόλο του άρχισε να παίζει σαν τον Albert Ayler. Ανάμεσα σε τέτοιες φάσεις ο Steve θα πήγαινε με τον Alexis Korner στην Γερμανία για κάποιες τηλεοπτικές εμφανίσεις και εκείνο το φθινόπωρο άρχισε η ηχογράφηση με τον Alexis και έναν νεαρό τραγουδιστή από το Birmingham που λεγόταν Robert Plant. Το άλμπουμ εγκαταλείφθηκε όταν ο Peter Grant κατέφθασε με τον Jimmy Page και μία πολύ πιο επικερδή προσφορά, αν και ένα τραγούδι από αυτό το τρίο συμπεριελήφθει αργότερα στο compilation άλμπουμ του Alexis Korner, Bootleg Him! Ταυτόχρονα, οι Steve Miller's Delivery συνέχισαν κάνοντας την backing band διαφόρων μεγάλων μπλουζ Αμερικανών, όπως ο Otis Spann και ο Muddy Waters σε εμφανίσεις τους στην Αγγλία. Όταν έκαναν περιοδεία με τον Lowell Fulson τον Μάρτιο του 1969, ο B.B. King μπήκε στο κλαμπ που έπαιζαν για να δει τον φίλο του, ο οποίος με την σειρά του τον προσκάλεσε στην σκηνή. Παίζοντας το "Three O'clock Jump" με τον ήρωα τους ήταν κάτι το συναρπαστικό για τον Phil και τον Pip και ο B.B. King είπε αργότερα στην Melody Maker: "Μου αρέσουν όλοι σε αυτό το γκρουπ. Μου αρέσει πάρα πολύ ο ντράμερ. Αν δεν είχα δική μου μπάντα θα τους διεκδικούσα." "Αυτό ήταν ό,τι πιο ενθαρρυντικό έχω ακούσει ποτέ σε όλη την καριέρα μου", έλεγε ο Pip. 


We Were Satisfied



Το 1969 είδε επίσης την μπάντα να παίζει σε ένα κλαμπ του Λονδίνου, το Speakeasy Club, όπου ήταν οι πρώτοι που είδαν ένα νέο γκρουπ σε απογευματινές πρόβες, το οποίο ονομαζόταν Yes. Γρήγορα θα μοιράζονταν τις εμφανίσεις με αυτούς. Μία λίστα από το σετ που έπαιζαν τότε περιλαμβάνει ένα τραγούδι του Phil Miller, από τις πρώτες του προσπάθειες, το "Blind to Your Light" ανάμεσα σε τίτλους όπως "Honky Tonk Train", "Sugar Babe", "Raunchy Rita" και το "All Blues" του Miles Davis. Ο Steve ανέλαβε το ρόλο του τραγουδιστή, αν και ο χαμηλός του τόνος γινόταν άβολος για όλους. Τέτοια τραγούδια ήταν κομμένα και ραμμένα για την δυναμική τραγουδίστρια των μπλουζ Carol Grimes, γι αυτό όταν η μπάντα της Babylon εμφανίστηκε στο Ramblin Jack's Blues Club, προσκλήθηκαν να παραμείνουν εκεί και όταν οι Babylon διαλύθηκαν μερικές εβδομάδες αργότερα, προσκάλεσαν την Carol στην δική τους μπάντα. Η Carol Grimes όχι μόνο δάνεισε την απίστευτη, δραματική της φωνή, αλλά επίσης έχοντας υπογράψει με την RSO (Robert Stigwood Organization) δάνεισε και σε κάποιο βαθμό μία εμπορικότητα. 


Carol Grimes


Ο Robert Stigwood σύντομα θα ξεκινούσε ηχογραφήσεις για αυτήν και την μπάντα. Με την άφιξη της Carol, ο μπασίστας Jack Monck αναχώρησε για τους Ashkan και αντικαταστάθηκε όταν ο Alexis Korner φέρνοντας δύο μπασίστες από τα βόρεια, τον Colin Hodgkinson και τον Roy Babbington είπε στον Steve, "όταν θα έχω αποφασίσει ποιόν από τους δύο θα κρατήσω για μένα, τότε μπορείς να πάρεις τον άλλο". Στα 29 του ο Roy Babbington ήταν ένας φτασμένος στούντιο μουσικός, που έχοντας αναπτύξει την μουσική του θεωρία και το εξάχορδο μπάσο, ήταν καλά εξοπλισμένος ώστε να συνεισφέρει συνθέσεις στα καινούρια τραγούδια που πρότεινε ο Phil στις πρόβες. Τον Μάρτιο του 1970 ο Lol Coxhill αναχώρησε για να πάει στον Kevin Ayers με τους Kevin Ayers and the Whole World και ακολούθως ήρθε η καταστροφή όταν ο Pip έκοψε τους τένοντες του σε ένα σπασμένο τζάμι, καθώς προσπαθούσε να συγκρατήσει από την πτώση ένα μαστουρωμένο φίλο του. Έξι εβδομάδες αργότερα ο Pip μπανταρισμένος με επιδέσμους και πολλούς πόνους, υιοθέτησε μία τζαζ τεχνική για μία θητεία μίας εβδομάδας στον πάνω όροφο κλαμπ (στο κάτω μέρος έπαιζαν οι Soft Machine), ώστε να προετοιμάσει το γκρουπ για τα σέσιον της ηχογράφησης υπό την νεοσχηματισθείσα B&C Records.


The Wrong Time



Το σχέδιο των Delivery ήταν να ηχογραφήσουν το σετ τους live στο στούντιο, να πάρουν τα καλύτερα κομμάτια και να προσθέσουν κάποια overdubs. Αλλά τα σέσιον επλήγησαν από προβλήματα, όπως τόσα άλλα γκρουπ πριν και μετά από αυτούς αντιμετώπισαν, καθώς τα στούντιο δεν είναι τόσο βολικά όπως ένα κλαμπ ή μία μουσική σκηνή. Με περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο και δεχόμενος μεγάλη πίεση καθώς πλησίαζε η προθεσμία, δεδομένου ότι τους είχαν πει ότι ο δίσκος θα κυκλοφορούσε τον επόμενο μήνα, ο Phil νευρικά άρχισε να μην αποδίδει όπως θα επιθυμούσε. Με φτωχές τεχνικές ηχογράφησης που απέτυχαν να "πιάσουν" την live ενέργεια της μπάντας, αλλά και ανύπαρκτα σχεδόν ηχητικά εφέ, το αποτέλεσμα ήταν το Fools Meeting, ένας δίσκος με φοβερά progressive μπλουζ και ροκ τραγούδια. Στο αναδιπλώμενο (gatefold) εξώφυλλο του δίσκου παρουσιαζόταν το γκρουπ να ποζάρει μπροστά από ένα πολύχρωμο ψυχεδελικό σχήμα, δημιουργημένο από τον ψυχεδελικό καλλιτέχνη Larry Smart, τότε σύζυγο της Carol. Μνεία επίσης πρέπει να γίνει για την ξεκάθαρη ανάμιξη μπλουζ και τζαζ πιάνο, όπως παίζει ο Steve στο "The Wrong Time". Αφού έφτασαν την προθεσμία που είχαν, τους ανάγκασαν να περιμένουν 6 μήνες για να κυκλοφορήσει το άλμπουμ τους, πράγμα που τους έδωσε άπλετο χρόνο. Για τον Steve σήμαινε σέσιον με τους John Dummer, Daddy Longleg και Free. Για τον Roy συναυλίες και εμφανίσεις με τους Keith Tippett Sextet, Centipede, Symbiosis και Michael Gibbs Concert Band. 


Fools Meeting



Για να προμοτάρουν τον επερχόμενο δίσκο και το σινγκλ "Harry Lucky" οι Delivery στόχευσαν τα κολλεγιακά κυκλώματα και τα κλαμπ. Οι κριτικές και για τους δύο δίσκους, όπως και σαν υποστηριγκτική μπάντα σε συναυλία με τους Deep Purple ήταν εξίσου θετικές. Τώρα ο Pip βρισκόταν πίσω από μεγάλα ντραμς όπως ο Ginger Baker και ο Jon Hiseman και έχει ηχογραφηθεί από μία εμφάνιση στο BBC. Όμως τα πράγματα χειροτέρευσαν πολύ. Η B & C Records άφησε να διαρεύσουν ψεύτικες ιστορίες στον τύπο ότι η Carol έκανε στριπτιζ σε Μαροκινά κλαμπ, ότι έτρωγε χαλίκια και τέτοιοι ήταν οι χειρισμοί της διεύθυνσης, η οποία είχε διακρίνει μόνο στην Carol δυναμική για να γίνει σταρ-η Janis Joplin ή η Grace Slick της Αγγλίας-και που έπρεπε να ανέχεται την μπάντα της. H Carol, μία δυναμική χίπυ, πολέμησε όλα αυτά, ευχόμενη μόνο να γίνει κανονικό μέλος των Delivery, αν και η διεύθυνση έκανε το δικό της και έβγαλε LP και σινγκλ ως Carol Grimes and Delivery. Aποκορύφωμα σε όλο αυτό ήταν η απαγόρευση του "Harry Lucky" από το BBC Radio I, λόγω του ότι στην αρχή του υπάρχει (εντελώς αθώα) αναφορά στην κόκα και επίσης η αποτυχία του άλμπουμ να πάρει θέση στα τσαρτ. Μετά από ένα session τον Ιανουάριο του 1971 στο BBC, o Pip Pyle άφησε την μπάντα και συντομα βρέθηκε στην Γαλλία με τους Gong. Τον αντικατέστησε ο πρώην ντράμερ των Formerly Fat Harry, Laurie Allan, τον οποίο ο Steve θυμήθηκε από το γκρουπ του Alexis Korner με τον John Surman, Chris Pyne και Danny Thompson. Ο τζαζ αυτοσχεδιασμός κυριάρχησε τις νέες ορχηστρικές συνθέσεις, προς μεγάλη απογοήτευση της Carol και μαζί με συνεχή οικονομικά προβληματα οδήγησαν στην ανακοίνωση της Melody Maker τον Μάρτιο για αποχώρηση της. 


Carol-Steve-Pip-Roy-Phil


Το κουαρτέτο των Steve, Phil, Roy και Laurie εμφανίστηκαν για λίγες φορές πριν ο Roy συνειδητοποιώντας ότι του χρειαζόταν κάτι μεγαλύτερο από την αγάπη αν ηθελε να διατηρήσει την καριέρα του, έσυρε τους Delivery σε ένα απότομο τέλος. Η μπάντα ήταν άφαντη, αν και πάντα βρισκόταν μέσα στο μυαλό τουλάχιστον του Lol Coxhill. Μέσα στο καλοκαίρι του 1971 έφτιαξε με τους Steve, Phil, Laurie και την πρώην τραγουδίστρια των Fairport Convention/Trader Horne, Judy Dyble ένα-πολύ δύσκολα να εχει ακούσει κανείς-σχήμα με το όνομα DC & the MB's (Dyble, Coxhill and the Miller Brothers). Οι εμφανίσεις τους μετρούνταν στα δάκτυλα του ενός χεριού, περιλάμβαναν πολύ επιλεκτικό αυτοσχεδιασμό και μερικά τραγούδια από τον Lol και την Judy, η οποία ήταν φανερά πολύ ταλαντούχα στο σαντούρι της. Οι DC & the MB's τέλειωσαν όταν οι Caravan κάλεσαν τον Steve να αντικαταστήσει τον Dave Sinclair, τον οποίο είχε καλέσει ο Robert Wyatt στο δικό του γκρουπ με τον Phil Miller, τους Matching Mole. Το φορητό πιάνο του Steve έφερε ένα νέο ηχο στους Caravan και μεγάλο μέρος από την μουσική που γράφτηκε για τους Delivery νωρίτερα επανασυντέθηκε από το γκρουπ για το επερχόμενο φανταστικό τους άλμπουμ Waterloo Lily.


Harry Lucky



Μόνο εκ των υστέρων μπορεί μέσα από ένα συνδυασμό περιστάσεων να βρεθεί λογική πίσω από κάθε νέο μουσικό συνδυασμό. Σίγουρα, εκείνο τον καιρό, τα ακόλουθα γεγονότα ήταν απλά σπάνιες συμπτώσεις που συνέβησαν στους μουσικούς, έτσι ώστε να εξασκήσουν το υλικό τους. Ανάμεσα στις περιοδείες με τους Caravan, ο Steve Miller προσκλήθηκε να μοιραστεί ένα άλμπουμ με τον Lol Coxhill και όταν ο Phil, ο Pip και ο Richard Sinclair (μπάσο και φωνητικά στους Caravan) πέρασαν για να ακούσουν τον Steve να παίζει πιάνο, προσκλήθηκαν επίσης να παρουσιάσουν μία σύνθεση του το ''One For You''. Δούλεψαν επίσης σε ένα μοτίβο του Sinclair ''Big Jobs No 2'', αλλά πολύ πιο σημαντικά, βρήκαν στον Richard έναν συμβατό συνεργάτη με φρέσκες ιδέες. Η ανοιχτή αυτή τάση προς την (επηρεασμένη από την τζαζ) ροκ δεν βρισκόταν μέσα στα σχέδια των Caravan του Pye Hastings και τον Ιούλιο του 1972 ο Steve κι ο Richard έφυγαν για να σμίξουν με τους Phil και Pip για την πιο ασυνήθιστη συναυλία. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου και 5 μέρες μετά την διάλυση των Matching Mole, οι Delivery εμφανίστηκαν με τον Pip και τον σαξοφωνίστα στους Gong, Didier Malherbe. Αλλά ο Steve αισθάνθηκε ξενέρωτος με τις συνθέσεις του Phil και γρήγορα έσπευσε να σμίξει με τους Coxhill και Allan, για να κάνουν τους αυτοσχεδιασμούς τους. Με μία τρίτη συναυλία κλεισμένη για τον Οκτώβριο, ο Richard πρότεινε αντικαταστάτη τον Dave Sinclair και ο Pip πρότεινε μία αλλαγή στο όνομα τους, σαν ώθηση για δημοσιοποίηση, ταυτοχρόνως με την νεοτοποθετημένη πινακίδα στο Greater London Council, που πάνω της έγραφε ''Hatfield and the North''. 


Fighting It Out



Είχαν πια οι Delivery φτάσει στο τέλος; Αν εξαιρέσουμε μία τελευταία επανένωση για ένα κονσέρτο για το BBC, το 1973, σίγουρα είχαν. Μία θλιβερή πλευρά αυτής της ιστορίας είναι το πόσο γρήγορα ξεχάστηκαν οι Delivery. Το να παραλειφθούν από τους ιστορικούς της ροκ, που επικεντρώνουν στους σταρ ήταν κάτι αναμενόμενο, αλλά εδώ έχουμε το φαινόμενο οπαδοί της Canterbury Scene να έχουν υποβαθμίσει το γκρουπ σε μία σπάνια αναφερόμενη υποσημείωση σε σχέση με τα γκρουπ που ξεπήδησαν από αυτό. Το γεγονός ότι το μοναδικό άλμπουμ τους Fools Meeting, παρέμενε για τόσα πολλά χρόνια απίθανο να το βρει κανείς (και αν βρισκόταν θα είχε εξωπραγματική τιμή), απλά ενίσχυε ακόμα περισσότερο την οργή όσων γνώριζαν πόσο καλή μουσική είχαν προσφέρει. Όλα αυτά τώρα πια δεν έχουν σημασία για τους μουσικούς και σίγουρα δικαιολογείται μέσα από την πανέμορφη μουσική που έβγαλαν κατά την πάροδο των χρόνων από τότε. Η Carol συνέχισε να τραγουδάει μπλουζ και να εμφανίζεται με μπάντες στην Αγγλία. Ο Lol παρέμεινε Lol με τους αυτοσχεδιασμούς του. Ο Roy κατέληξε στους Soft Machine, μετά με τον πιανίστα Stan Tracey για 12 χρόνια, πριν θητεύσει με την Jazz Orchestra του BBC. Ο Pip κι ο Phil μας έδωσαν τους Hatfield, τους National Health και λαμπρή μουσική από τα επόμενα γκρουπ τους, In Cahoots και Equipe Out. Ο Steve συνέχισε την συνεργασία με τον Lol πριν και μετά από μία επιτυχημένη παύση 8 ετών που χρειάστηκε για να ξεμάθει παλιές συνήθειες στο παίξιμο του και να υιοθετήσει μία εντελώς ελεύθερη έκφραση. Ύστερα μία τραγωδία έπεσε πάνω στην οικογένεια Miller, όταν ο Steve διαγνώσθηκε με καρκίνο στο πάγκρεας. Τον Ιούνιο του 1998 φίλοι συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Steve για να κάνουν ένα μουσικό απόγευμα στο Vortex Jazz Bar του Λονδίνου. Οι Mark Hewins, Eddie Prevost, Mark Sanders, Elton Dean, Fred Baker, Lol, Phil και Pip έπαιξαν σε διάφορους συνδυασμούς με τον Steve πριν η Carol και οι Delivery επανενωθούν για να παίξουν ένα σετ παλιών τραγουδιών τους χάρη των παλιών καλών καιρών. Ο Steve πέθανε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. 

Πηγή: Εσωτερικές σημειώσεις CD


Home Made Ruin



Το άλμπουμ Fools Meeting είναι το μοναδικό ντοκουμέντο αυτού του συναρπαστικού μικρού σκοτεινού διαδρόμου στην ιστορία της Αγγλικής ροκ. Αν, όπως έλεγε ο Phil Miller, οι Delivery ήταν ''μία μπάντα που μάθαινε'', αυτές οι ηχογραφήσεις δεν προσφέρουν παρά μία φευγαλέα ματιά σε όσα μάθαιναν και στις εμπειρίες που αποκόμισαν. Είμαστε ήδη 52 χρόνια μετά από όσα συνέβησαν τότε. Όλα έχουν πια αλλάξει. Όμως η μοναδική ανάμιξη των μπλουζ, της τζαζ και της ροκ που έπαιξαν οι Delivery παραμένει γόνιμη για να την ανακαλύψετε. Απολαύστε την ΔΥΝΑΤΑ!




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022








BRIAN DAVISON'S 

EVERY WHICH WAY




Great Unknowns 



Brian Davison's Every Which WayBrian Davison's Every Which Way (Mercury – SR 613400) 1970

Το πρόβλημα με τα supergroups είναι ότι...είναι σούπερ καταραμένα. Ελάχιστοι ψυχεδελικοί μπόρεσαν να επιβιώσουν επιλέγοντας αυτό τον ανοιχτό δρόμο της επιστροφής για το μεγάλο ταξίδι που τους επέβαλε ο εγωισμός. 


Είχε λοιπόν γίνει η ατυχής μεθοδολογία τόσων πολλών σούπερσταρ να επιστρέφουν και να σμίγουν με όσο πιο δυνατούς παίκτες γινόταν. Κάθε εγωισμός θα ικανοποιούνταν...ή μήπως το έκαναν για τα χρήματα; 


Η λάμψη από την συνάθροιση τόσων μεγάλων ή σχεδόν μεγάλων μουσικών πουλάει τρελά, αλλά η μουσική σχεδόν απαρέγκλιτα υποφέρει από αυτό το σμίξιμο.






Bed Ain't What It Used To Be (1970)



Ευτυχώς, υπάρχουν εξαιρέσεις στην ατυχή αυτή συγκυρία που περιγράφεται παραπάνω. Και η μουσική σε αυτό το άλμπουμ ίσως αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

 




Μετά την διάλυση των The Nice δύο από τα ορίτζιναλ μέλη έφτιαξαν δικά τους γκρουπ. Ο Brian Davison έκανε ότι καλύτερο πιθανώς μπορούσε. Δηλαδή...δεν έκανε τίποτα. Απλά κάθισε πιο άνετα και το σκέφτηκε λιγάκι. Τι θα ήθελε να κάνει; Που θα ήθελε να φτάσει; Σιγά-σιγά μάζεψε μερικούς φίλους μαζί του. Και κατάφεραν να πάνε σε οποιαδήποτε κατεύθυνση (Every Which Way). Και αποδείχτηκε ότι αυτό που επέλεξαν, ήταν ακριβώς η καλύτερη κατεύθυνση.


Castle Sand (1970)



Ησυχάστε, δεν υπάρχει κανένα χιτάκι σε αυτό το άλμπουμ. Ποτέ εξάλλου δεν σκόπευαν να κάνουν κάποιο. Εδώ είναι απλά 5 τύποι που μεταξύ τους βρέθηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Από την στιγμή που ο Brian ήταν ο ηγέτης, θα μπορούσε δικαιωματικά να χρησιμοποιήσει τους Every Which Way ως όχημα για να αναδείξει το ταλέντο του στα ντραμς. Αλλά αυτό δεν υπήρχε ούτε σαν σκέψη στο μυαλό του. Ηταν απόλυτα ταπεινός και πειθαρχημένος μουσικός για να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Ο Graham Bell, lead singer στους Skip Bifferty, αλλά και σε αυτό το σχήμα, έγραψε τα περισσότερα τραγούδια που βρίσκονται μέσα εδώ, επομένως θα μπορούσε να το παρουσιάσει σαν δημιούργημα δικό του. Όμως δεν το έκανε. Ο Jeff Peach παίζει εντυπωσιακά σαξόφωνο και φλάουτο. Εύκολα θα μπορούσε να στιγματίσει όλη την δουλειά με την ανεξίτηλη σφραγίδα του σαν δική του. Όμως δεν το έπραξε. Ούτε του Alan Cartwright είναι το άλμπουμ βέβαια, ούτε του John Hedley. Ποιανού λοιπόν καταλήγει να είναι; Μα φυσικά δικό μας, των ακροατών, αν και δεν παίζουν για εμάς, ούτε για τα λεφτά μας. Για τους ιδιους τους εαυτούς τους παίζουν. Χωρίς να υφίσταται πουθενά εγωισμός.


All In Time (1970)




Πρόκειται για ήρεμη μουσική. Ένα συναρπαστικό είδος ήρεμης μουσικής που θέλεις να ακούγεται δυνατότερα από οτιδήποτε. Ένα είδος που φέρνει τον ήχο σε ένα επίπεδο ανάμιξης, διαμόρφωσης και αλληλοσυμπλήρωσης μεταξύ ακουστικής κιθάρας, υπέροχων φωνητικών και σοπράνο σαξόφωνου. Κάθε μουσικός εισπράττει. Κάθε μουσικός ανταποδίδει. Το ''Castle Sand'', που έγραψε ο Bell είναι τόσο υπέροχο, που η ακρόαση θα πρέπει να γίνει με απόλυτη συγκέντρωση, με ακουστικά. Ακόμα κι έτσι πάλι όμως, η μισή ομορφιά και δόμηση του κομματιού δεν ''πιάνεται'' από το πρώτο άκουσμα. 


Go Placidly (1970)




Γενικά θα χάσετε μεγάλο μέρος από την ομορφιά της μουσικής την πρώτη φορά που θα ακούσετε. Θα πρέπει να ακούσετε ξανά και ξανά, είναι τέτοιου είδους άλμπουμ. Ακούστε την μουσική στο άλμπουμ και θα καταλάβετε την αίσθηση της εξερεύνησης. Μακάρι να είχαν γίνει κι άλλα τέτοια άλμπουμ. Έστω και προετοιμασμένοι για ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, θα είχαμε την αίσθηση όπως και σε αυτό το άλμπουμ ότι η μουσική απλά συμβαίνει, ότι απλά είναι κάτι αυθόρμητο. 


The Light (1970)




Οι Every Which Way δεν ήταν ένα σούπεργκρουπ. Ούτε αυτό το άλμπουμ είναι σούπερ-άλμπουμ. Δεν επρόκειτο για σούπερσταρς. Όμως εδώ η μουσική είναι τόσο έντονη, όσο ακριβώς είναι και χαλαρωτική, καλύτερη από οτιδήποτε έκαναν ποτέ οι μουσικοί αυτοί με τα γκρουπ τους. Δεν είναι μία εύκολη μουσική, ώστε να μισο-ακούς σποραδικά. Αλλά όποτε επιθυμείς, να επιστρέφεις στο μέλλον για να ακούσεις το δίσκο ξανά και να τον ''λιώσεις''. Κάνε όλες τις υπέροχες ανακαλύψεις που βρίσκονται μέσα μόνος σου. Φαντάσου μετά τις ανακαλύψεις αυτές να γίνονται κατευθύνσεις. Όποια κατεύθυνση (Every Which Way) και να διαλέξεις, είναι ένας εξαιρετικός δρόμος για να ακολουθήσεις. 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021









THE GEESE & THE GHOST


BY


ANTHONY PHILLIPS





Ηταν Ιούνιος του 1969 όταν ο Anthony Phillips έγινε μέλος των Genesis. Παρακάμπτοντας τις σπουδές του, κατάλαβε πως είχε την συναρπαστική ευκαιρία να συνεισφέρει σε μία βιώσιμη δύναμη με τις συνθετικές του ικανότητες. Γρήγορα η μπάντα είχε κερδίσει μία φήμη. Ο Phillips συχνά παρουσίαζε με τους Genesis και εμφανίστηκε στο ντεμπούτο τους άλμπουμ και μοναδικό στην Decca, Genesis to Revelation, καθώς και σε δύο singles. Με τους Genesis έγραψε και ηχογράφησε το δεύτερο τους άλμπουμ (και πρώτο τους στην Charisma) Trespass.





Ηταν μία εξουθενωτική χρονιά για τον 17χρονο. Όμως έμαθε γρήγορα και σύντομα έγινε σημαντικό μέρος του γκρουπ. Για κάποιο διάστημα έμοιαζε ότι το line-up του γκρουπ είχε φτιαχτεί. Καθώς ο Peter Gabriel δούλευε πάνω στις μοναδικές του εμφανίσεις στη σκηνή και ο Tony Banks τελειοποιούσε τις ικανότητες του στα keyboards, έτσι και ο Anthony Phillips άρχισε να γίνεται ένας ολοκληρωμένος κιθαρίστας. Όμως κάτι του έλειπε. Ίσως επειδή ήταν ο νεώτερος από τους υπόλοιπους, βρηκε ότι μία ζωή στο δρόμο, να παρουσιάζει με το γκρουπ, στεκόταν εμπόδιο στην επιθυμία του να γράψει. Μέχρι τον Ιούλιο του 1970, με την πρώτη στην πραγματικότητα μεγάλη επιτυχία της μπάντας, το Trespass, είχε έρθει ο καιρός για τον νεαρό να κάνει την επιλογή του. Εάν έμενε με την μπάντα, της οποίας το μέλλον αισθάνθηκε ότι ήταν εξασφαλισμένο, θα έπρεπε να παραιτηθεί μια για πάντα από την μεγάλη του αγάπη, την γραφή και την σύνθεση. Η εναλλακτική του ηταν να εγκαταλείψει τα κατορθώματα του με τους Genesis και να αφοσιωθεί στην μελέτη της μουσικής, στη χαρά που του προκαλούσε να συνθέτει, αλλά και στη θυσία...του να παραμείνει φτωχός. 


Master of Time 




Επέλεξε λοιπόν το δεύτερο. Για τα επόμενα 4 χρόνια ασχολήθηκε βαθιά με την μουσική σε όλα τα επίπεδα και επιβίωσε με την οικονομική και ηθική στήριξη της οικογένειας του. Στο σπίτι του στο Surrey έφτιαξε το δικό του στούντιο και το 1974 άρχισε να διδάσκει μουσική, βρίσκοντας αυτό σαν ένα διαφορετικό τρόπο, ώστε να είναι πάντοτε μέσα στο αντικείμενο του. Ο Anthony πίστευε ότι έπρεπε να επανασυστηθούν κάποια παλαιά όργανα, οπως το λάουτο μέσα σε μία μοντέρνα ορχήστρα και θα ήθελε να μπορούσε να επέμβει στο παρελθόν και στο παρόν, με μία πολύ πιο διαφορετική σύνθεση οργάνων.




Είναι αδύνατον να κατηγοριοποιήσεις την μουσική του Phillips. Έχει γράψει 40λεπτο κομμάτι για πλήρη ορχήστρα. Όπως εξίσου είχε την χαρά να πειθαρχήσει στο να γράψει για κουαρτέτο, έχοντας ένα περιορισμένο και αυστηρά συγκεκριμένο συνδυασμό ήχων. Για τον Phillips, η μουσική πάντα θα παραμένει παρθένο έδαφος. 




Anthony Phillips – The Geese & The Ghost (Hit & Run Music – HIT 001) 1977

Το πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο σόλο άλμπουμ του Anthony Phillips, ανακοινώθηκε από τον μουσικό τύπο το Μάρτιο του 1977, σαν ένα μουσικό πανόραμα, μέσα από το μεγαλείο ιστορικών εποχών και αγώνων, στο δράμα και στην καταστροφή που φέρνει ο πόλεμος. Αυτό που δεν έγινε ωστόσο γνωστό ήταν ότι είχε αρχίσει να παίρνει σχήμα 8 χρόνια πριν, ενώ ο Anthony ακόμα βρισκόταν στους θρυλικούς Genesis. Την εποχή που κυκλοφόρησε βέβαια, δεν ήταν καθόλου στη μόδα τέτοιου είδους μουσική. Το μεγαλύτερο μέρος από το υλικό του χρονολογείται λοιπόν από εκείνη την περίοδο. Το ορχηστρικό τρακ ''The Geese and the Ghost'' έχει τις πηγές της εξαιρετικής του σύνθεσης πίσω στο 1969. Πάνω στον κορμό του προστέθηκαν αργότερα τα επιπλέον μέρη. Ο Anthony Phillips έγραψε κάποια μέρη από το ''Henry: Portraits From Tudor Times'' έχοντας μόλις αφήσει τους Genesis, μετά την τελευταία εμφάνιση του με την μπάντα στο Sussex Hall το 1970. Είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς, αλλά οι πρώτες ηχογραφήσεις που έκανε ο Phil Collins ως lead vocalist είναι μέσα σε αυτό το άλμπουμ. Ένα άλμπουμ που αγνοείτο ακόμα και από φαν των Genesis, όταν κυκλοφόρησε το 1977. Τα ''God If I Saw Her Now'', ''Which Way The Wind Blows'' και ένα εξαιρετικό κομμάτι που συμπεριλήφθηκε αργότερα στην επανέκδοση του άλμπουμ σε CD, το ''Μaster Of Time'' γράφτηκαν μαζί με το προαναφερόμενο ''Henry: Portraits From Tudor Times'' το 1970. To ''Collections'' είναι επίσης από το 1969. Στην πραγματικότητα προοριζόταν για την μπάντα (Genesis), αλλά δεν ταίριαξε στην δισκογραφία τους. 


Wind - Tales



Με τον Mike Rutherford είχαν κάνει μαζί πολύ υλικό αυτού του είδους, για το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ χώρος μέσα στην δισκογραφία των Genesis. Μέσα σε αυτό πολλά demos, τα οποία θα κατέληγαν σαν η βάση πάνω στην οποία θα χτιζόταν αργότερα το Musical Box. Κατά την διάρκεια των περιοδειών σταμάτησαν να παίζουν μαζί εκτός μπάντας, με αποτέλεσμα ό,τι είχαν κάνει από τον Σεπτέμβριο του 1969 μέχρι τότε που έφυγε ο Anthony Phillips να παραμείνει ανέγγιχτο. Έτσι ο Mike Rutherford ανέτρεξε στο υλικό αυτό αργότερα και το εκμεταλεύτηκε πολύ καλά.


Which Way the Wind Blows




Ο Anthony Phillips ολοκληρώνοντας τις ηχογραφήσεις τον Αύγουστο του 1970, με την βοήθεια των φίλων του Harry Williamson και David Rootes, αποφάσισε να συγκεντρωθεί στην μελέτη της μουσικής και το υλικό παρέμεινε μέχρι την άνοιξη του 1972, τον καιρό που άρχισε να σχηματίζει την ιδέα για μία συνεργασία με τον Mike Rutherford. Το 1973, ο Anthony συνέχισε τις σπουδές του, χωρίς να παραλείπει να βρίσκει χρόνο για να δουλεύει με τον Mike. Τον χειμώνα του ίδιου έτους είχαν τελειώσει με τις συνθέσεις του άλμπουμ, καθώς έγραψαν το ''Misty Battlements'' του ''Henry: Portraits From Tudor Times''.




Henry: Portraits From Tudor Times

(Fanfare-Lute's Chorus-Misty Battlements-Henry Goes To War-Death Of A Knight-Triumphant Return)




Το καλοκαίρι του 1974, έχοντας επιλέξει τα κομμάτια που θα έμπαιναν στον δίσκο, ο Anthony κι ο Mike αποφάσισαν να ξεκινήσουν την δουλειά στο στούντιο που διαμόρφωσε ο Anthony στο πίσω μέρος του πατρικού του σπιτιού. Εκεί εγκατέστησαν τον εξοπλισμό που χρηματοδότησε η Charisma και με πολλές δυσκολίες και την βοήθεια φίλων, έκαναν το ιδιωτικό στούντιο πραγματικότητα. Όμως σύντομα ο χρόνος χάθηκε, καθώς ο Mike δόθηκε ολοκληρωτικά στην υλοποίηση του επόμενου άλμπουμ των Genesis, το οποίο έγινε διπλό. Αλλά καθώς το Lamp Lies Down On Broadway ολοκληρωνόταν, τα πράγματα πήραν μία απροσδόκητη τροπή. Ένα ατύχημα που είχε ο αντικαταστάτης του Anthony στους Genesis, Steve Hackett στο χέρι με αποτέλεσμα την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, έγινε η αιτία να βρεθεί ο χρόνος για τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ τους, αν και δεν επαρκούσε για όλη την δουλειά. 





Το πρώτο κομμάτι που μπήκε ήταν το ''Which Way The Wind Blows'', παιγμένο με ηλεκτρική κιθάρα, αλλά με τρόπο που το έκανε να ακούγεται σαν κλασική. Παρόλο που η ηχογράφηση είχε ξεκινήσει, διάφορα τεχνικά προβληματα εμφανίστηκαν δυσχεραίνοντας το έργο τους. Όμως κατάφεραν να τελειώσουν τέσσερα μέρη από το ''Henry: Portraits From Tudor Times'', κάποια άλλα που κατέληξαν σε άλλα άλμπουμ, καθώς και κάποια overdubs χρησιμοποιώντας μουσικούς όπως τον αδελφό του Anthony, Robin, ο οποίος έπαιζε όμποε και τον αδελφό του Steve Hackett, John, που έπαιζε φλάουτο. Η διάδραση από τους υπέροχους μουσικούς ήταν τέτοια, ιδιαιτέρως ανάμεσα στο φλάουτο και στο όμποε, που ο John θυμάται τον Anthony να αναφέρεται σε αυτή ως 'floboe'. 





Καθώς ολοκληρώνονταν τα αρχικά αυτά sessions, o Mike αναχώρησε, διότι έπρεπε να ξεκινήσει  περιοδεία του Lamp στο Σικάγο. Το βάρος έπεσε όλο πάνω στον Anthony. Την άνοιξη του 1975, με τον Mike ακόμα απών, συνέχισε να δουλεύει μόνος με βοήθεια από τον φίλο και παλιό roadie των Genesis David Rootes στην ηχογράφηση των overdubs. Τον καιρό που η περιοδεία του Lamp είχε φτάσει στο τέλος, με τον Mike επιτέλους χαλαρό για να συμμετέχει στην ηχογράφηση του άλμπουμ, αποφασίστηκε ότι θα ήταν καλύτερα να βρουν ένα άλλο στούντιο για να κάνουν κάποια έξτρα overdubs στα κομμάτια. Η απόφαση υλοποιήθηκε και ξεκίνησαν τα sessions, τον Ιούλιο του 1975 στο Little Venice του Λονδίνου στο στούντιο The Argonaut.


God if I Saw Her Now





Φανερή επιλογή για τα φωνητικά ήταν ο Phil Collins, που με συνέπεια ανέλαβε, έχοντας ολοκληρώσει την συνεισφορά του στο σόλο άλμπουμ (στα φωνητικά και στα κρουστά) του συμπαίκτη του Steve Hackett, Voyage of the Acolyte. Για την συμπλήρωση του Phil στο ''God If I Saw Her Now'' αποφασίστηκε ότι χρειαζόταν μία γυναικεία φωνή, έτσι η Viv McAuliffe αποδείχτηκε μία εμπνευσμένη επιλογή με την χαρακτηριστική κρυστάλινη φωνή της. Τα sessions αυτά είχαν και την εύθυμη πλευρά τους. Ένα απρόσμενο θέμα απείλησε πρόσκαιρα την εύρυθμη ροή τους, όταν ο κρουστός Martin Westlake πρόκειτο να προσθέσει timpani στο ''Henry: Portraits From Tudor Times''. Το όργανο αποδείχτηκε μεγαλύτερο από το άνοιγμα της πόρτας στο καραβάκι (βλέπε Little Venice-Maida Vale) που χρειαζόταν να μπει, αλλά μετά από ώριμη σκέψη και συζήτηση με τους ιδιοκτήτες του διπλανού πλοιάριου, που οργάνωναν μικρά ταξίδια αναψυχής στα κανάλια, βρέθηκε λύση. Η ηχογράφηση του οργάνου έγινε από το διπλανό πλοιάριο, χρησιμοποιώντας μικρόφωνα και απλώνοντας σε μεγάλη απόσταση καλώδια μέχρι το στούντιο. Αυτό αποτέλεσε μία σουρεαλιστική σκηνή, όπου ο καθένας που καλούσε τηλεφωνικά για να κλείσει για την εκδρομή, άκουγε περίεργους ήχους καθώς ο Martin έπαιζε. Ένας από αυτούς ηταν και ο Steve Hackett, ο οποίος έχοντας τελειώσει το δικό του άλμπουμ ηθελε να δει πως πάει η ηχογράφηση του Anthony. 


Chinese Mushroom Cloud




Το τελευταίο session στο στούντιο The Argonaut ήρθε με την ηχογράφηση των φωνητικών που ακούγονται στο τελευταίο μέρος του ''Henry: Portraits From Tudor Times'', ''Triumphant Return''. Με κρέντιτ στο άλμπουμ ως Barge Rabble, οι φωνές που ακούγονται είναι από φίλους που είχαν πάει για να γιορτάσουν το τελείωμα των sessions. Η μίξη έγινε αποκλειστικά από τον Anthony, καθώς ο Mike ακόμα μία φορά είχε να αφοσιωθεί στο γράψιμο και στην ηχογράφηση του νέου άλμπουμ των Genesis, παράλληλα με την αναζήτηση νέου τραγουδιστή. 


The Geese & The Ghost (Part I & Part II)



Το άλμπουμ πια είχε τελειώσει, πλην του δεύτερου μέρους του ''Collections'' και του ''Sleepfall: The Geese Fly West'', που χρειάζονταν περαιτέρω δουλειά. Τα εμπόδια όμως δεν είχαν σταματήσει. Ακούγοντας η εταιρεία το αποτέλεσμα της ηχογράφησης, ανακοίνωσε ότι δεν ενδιαφερόταν πια να κυκλοφορήσει το δίσκο. Η προσπάθεια για να κερδίσει το ενδιαφέρον κάποιας άλλης εταιρείας για ένα άλμπουμ που δεν ταίριαζε στην εμπορική διάθεση της εποχης, ήταν μία δύσκολη, μπερδεμένη και συχνά αποκαρδιωτική εμπειρία για τον Anthony. Στα τέλη του καλοκαιριού του 1976, ήρθε το απροσδόκητο νέο, ότι μία Αμερικανική δισκογραφική, με το όνομα Passport ενδιαφερόταν να αναλάβει να κυκλοφορήσει το άλμπουμ. Αυτό σήμαινε το λιγότερο, ότι θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν τα ατελή ακόμα κομμάτια στο άλμπουμ. Έτσι τον Οκτώβριο του 1976, ο Anthony ηχογράφησε τα μέρη που έλειπαν στα ''Collections'' και ''Sleepfall: The Geese Fly West'' και προσκάλεσε τον αδελφό του μαζί με τον John Hackett και τον Jack Lancaster, για να αναλάβουν τα πνευστά. Την 1η εβδομάδα του Νοεμβρίου κανονίστηκε το τελικό session στα Olympic Studios στο Λονδίνο. 


Collections



Με το μουσικό μέρος τελειωμένο πια, το επόμενο βήμα ήταν το εξώφυλλο. Το φθινόπωρο του 1976, ο Anthony γνωρίστηκε με έναν καλλιτέχνη, τον Peter Cross. Μετά από την διαπίστωση των κοινών τους στοιχείων, αυτός ανέλαβε να σχεδιάσει το εξώφυλλο. Με όλα ολοκληρωμένα για την κυκλοφορία στην Αμερική, άρχισε η αναζήτηση εταιρείας στην Αγγλία για την Αγγλική έκδοση του άλμπουμ, κάτι που αποδείχτηκε πιο δύσκολο από την πρώτη φορά, καθώς το κίνημα της punk μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των δισκογραφικών. Ο μάνατζερ των Genesis ήταν αυτός που είχε και τον Anthony τότε και ήταν αυτός που έκανε την κίνηση να φτιάξει την Hit & Run για να κυκλοφορήσει το Geese & the Ghost, τη μία και μοναδική της κυκλοφορία για να μπορέσει το άλμπουμ να δει το φως του ήλιου στην Αγγλία. Ακολούθως θα διαπραγματευόταν με την Vertigo Records για την κυκλοφορία του άλμπουμ σε άλλες χώρες, όπως η Κίνα, η Νέα Ζηλανδία και η Αργεντινή.


Sleepfall: The Geese Fly West




ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021








KEVIN AYERS








        A SWEET SOUL








Δεν ήταν απλά ένας καλός τραγουδοποιός, ένας πολύ ταλαντούχος μουσικός και ένας πάρα πολύ ευαίσθητος άνθρωπος ο Kevin Ayers. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους μουσικούς της θρυλικής σκηνής του Canterbury. Ένας από τους μεγάλους, τους πρωτομάστορες, τους διαμορφωτές. Ένας από τα πρώτα μέλη του μυθικού γκρουπ The Wilde Flowers, δηλαδή κοινώς, της έδρας όλων σχεδόν των ιδρυτικών μελών των Soft Machine και των Caravan. Ο συνδυασμός της ψυχεδέλειας, με τους "δύσκολους" στίχους και τους αυτοσχεδιασμούς που πηγάζουν από την jazz ήταν κάτι σαν πρόκληση για αυτούς τους απίθανους μουσικούς. Ο γεννημένος στο Kent Kevin, βρέθηκε στον πρώτο δίσκο των Soft Machine γράφοντας ή συν-γράφοντας τα περισσότερα από τα κομμάτια του ομώνυμου άλμπουμ του 1968, όμως δεν ήταν στην ιδιοσυγκρασία του το βεβαρημένο πρόγραμμα του γκρουπ, με τις ατέλειωτες περιοδείες, έτσι γρήγορα αποφάσισε να ξεκινήσει σόλο καριέρα. Η πορεία του όλα τα χρόνια είναι μεγάλη και πλούσια. Για μένα προσωπικά, αν και ο χαρισματικός αυτός μουσικός έκανε μία τεράστια μουσική προσφορά, τα πιο δημιουργικά του χρόνια είναι αυτά ανάμεσα στο 1969 και 1973 στην Harvest. Τότε που έκανε τους 4 πρώτους δίσκους του...


Song for the Insane Times (1969)




Joy of A Toy (Harvest SHVL 763) 12/69

Χαρά, ομορφιά και μυστήριο βρίσκονται σε αφθονία μέσα σε αυτό το άλμπουμ του πρώην κιθαρίστα των Soft Machine. Τα τραγούδια του είναι απλά αλλά συναρπαστικά, με τη ζεστή, ομιχλώδη και κάποιες φορές απειλητική αίσθηση που έχουν κάποια τραγούδια που μισο-θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια.


Οι συνθέσεις, που σε μερικά κομμάτια παρουσιάζουν τους Soft Machine, αιχμαλωτίζουν τέλεια τον ήχο των Soft Machine: ήχος διακριτικός, μυστηριώδης, πλούσιος σαν υφή και εκλεπτυσμένα funky.


Για να δείξουν ότι δεν κρατάνε κακία μεταξύ τους, οι Soft Machine παίζουν στα περισσότερα κομμάτια, που έχει γράψει ο Kevin, με απίστευτους τίτλους όπως ''Eleanor's Cake (Which Ate Her)''. Για την χρήση τόσο θαυμαστού αριθμού οργάνων, η μουσική είναι λίγο μονότονη. Ο Ayers ξεκίνησε την σόλο καριέρα του με αυτό το παράδοξο άλμπουμ. Είναι σίγουρο ότι θα μπέρδεψε τους ανθρώπους εκείνη την εποχή. Δεν ακούγεται σαν τους Soft Machine, είναι pop, αλλά η βαθιά του φωνή δύσκολα θα ακουγόταν τότε στα top40 στο ραδιόφωνο και μεγάλο μέρος του ακούγεται απλά flat. Αυτό βεβαίως δεν εμποδίζει την μεταφορά όσων λέει με ένα μοναδικό τρόπο, όπως στο τραγούδι που ακολουθεί και είναι γραμμένο για την μία από τις τρεις κόρες του, την Rachel.


Lady Rachel (1969)




Ανοίγει με το πιο χαρούμενο τραγούδι (υπάρχουν στίχοι, αλλά είναι θαμμένοι), μετακινείται σε τραγούδια που θα ακούγονταν σαν mainstream rock και μπαλάντες, αν η φωνή του δεν τα μετέτρεπε σε μοιρολόγια, παρωδίες ή οτιδήποτε άλλο...Κάτι τόσο παράδοξα αφοπλιστικό, όσο οτιδήποτε θα μπορούσες να ακούσεις. Καθώς ακούς, κάτι μοιάζει να ξεφεύγει ελαφρώς, χωρίς όμως να μπορείς να πεις τι ακριβώς. Όλες οι συνθέσεις είναι εντελώς διαφορετικές από οτιδήποτε άκουσες στο παρελθόν και όλες μοιάζουν απόλυτα φυσιολογικές. Τα όμποε στο ''Town Feeling'' είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι έχουν επηρεάσει τους Roxy Music. 


Town Feeling (1969)




Το Mellotron θυμίζει τον ήχο μουσικής σε τσίρκο στο ''The Clarietta Rag'' και η lead guitar απλά ένα θόρυβο που σου τρυπάει τα τύμπανα, εντελώς αταίριαστη σε ένα τόσο χαρούμενο τραγούδι. To ''Stop This Train (Again Doing It)'' κυριολεκτικά επιταχύνει από την αρχή μέχρι το τέλος σαν ατμομηχανή και περιέχει ένα σόλο στην κιθάρα από ηχείο σε ηχείο που έχει όλη την ενέργεια της ατμομηχανής.


Stop This Train (Again Doing It) (1969)




Shooting at the Moon (Harvest SHSP 4005) 10/70

Ο Ayers κατέχει μία φωνή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ανέκφραστη και αυτό σε συνδυασμό με την καταθλιπτική φύση των τραγουδιών του, δημιουργεί ένα αισθαντικό και χαρακτηριστικό αποτέλεσμα. 


Τα τραγούδια και η φωνή του, με τον αποστασιοποιημένο, αλλά σκωπτικό και ιδιαίτερο τόνο, έχουν μία ύπουλη ποιότητα, που φτάνουν στα αυτιά του ακροατή με έναν ευγενικά υπογραμμισμένο αέρα παραφροσύνης...


Αυτή είναι μία άβολη μίξη των συνηθισμένων παράξενων pop τραγουδιών του με αυτό που έχει ονομαστεί musique concrète, μία ιδιαίτερη κατηγορία δηλαδή ηλεκτρονικής μουσικής, τα οποία σαν συστατικά είναι εξίσου συναρπαστικά, αλλά κανένα από τα δύο δεν μοιάζει να κάνει αίσθηση στους ίδιους ακροατές. Από την μάλλον ευγενική μπαλάντα "May I", δεν θα περίμενες ποτέ μέσα σε δύο λεπτά να ακούς έναν στρόβιλο τυχαίων θορύβων και ηχητικών εφέ και κόλπων. 


May I (1970)




Το σαξόφωνο του Lol Coxhill προσθέτει μία επιπλέον παράξενη χροιά στην προσέγγιση. Τα "νορμάλ" τραγούδια όλα έχουν την αίσθηση διεστραμμένης jazz, που με κάποιο τρόπο χάνεται μέσα σε ένα είδος μουσικής music hall. Κάποια από αυτά ροκάρουν καλά: το σόλο στην κιθάρα από τον Mike Oldfield στο "Lunatics Lament" είναι ένα θαύμα, με τον τρόπο που συνδυάζει δυνατή ένταση και παραμόρφωση με πραγματική μελωδία. Αναρωτιέται κανείς γιατί περισσότερα σόλο δεν σπρώχνουν τα όρια με τον ίδιο τρόπο. 


Lunatics Lament (1970)




Μέσα σε λεπτά ωστόσο το τραγούδι έχει τελειώσει, το επόμενο αρχίζει και τα όργανα αυτοσχεδιάζουν ασκόπως και για πολύ περισσότερο χρόνο από το πολύ καλό κομμάτι που προηγήθηκε. Μετά, καθώς φτάνει σε ένα ξαφνικό τέλος, το ηλιόλουστο "The Oyster and the Flying Fish" (με τα backing φωνητικά της αξιαγάπητης Bridget St. John) ακολουθεί, μέχρι που καταλήγει σε περισσότερη φασαρία. 


Red Green And You Blue (1970)




Το άλμπουμ αυτό είναι τόσο αποπροσανατολιστικό όσο δεν πάει. Υπάρχουν τρομερές στιγμές για να προσελκύσουν ακροατές και πολλές επίσης για να γίνουν εχθρικές στον ακροατή. To Shooting at the Moon πιθανόν να διχάζει τους ακροατές σε μεγάλο μέρος του, όμως ακόμα μία φορά πρέπει να δείξει κανείς τον σεβασμό του στον Ayers για την θέληση να κάνει σχεδόν τα πάντα στο όνομα της τέχνης, αυτό που λέμε με άλλα λόγια art-rock. 


Shooting at the Moon (1970)




Μία πραγματική ιστορία αγάπης αυτό το άλμπουμ στο οποίο δεν φαίνεται σαν σόλο δουλειά του Ayers (και δεν είναι άλλωστε), καθώς ο Kev σμίγει με τον πιτσιρικά τότε Mike Oldfield, τον Lol Coxhill, τον David Bedford και την Bridget St. John. Εκκεντρικά ορχηστρικά μοιράζονται το βινύλιο με τους παιχνιδιάρικους στίχους του Ayers.



Whatevershebringswesing (Harvest SHVL 800) 1/72

Το μόνο που εμποδίζει αυτό το άλμπουμ να έχει τον τρομερό αντίκτυπο, που με κάποιο τρόπο αισθάνεσαι ότι όφειλε να έχει, είναι ότι είναι σχεδόν αδύνατο να το δεις σαν ολότητα. Κάθε κομμάτι ατομικά είναι διαμάντι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ταιριάξεις όλα τα διαφορετικά στοιχεία σε μία αίσθηση ολοκλήρωσης.


Γενικά αυτό θεωρείται το καλύτερο άλμπουμ του Ayers, αν και είναι συζητήσιμο το κατά πόσο κάποιο από τα 4 πρώτα άλμπουμ του θα μπορούσε να πάρει τέτοιο τίτλο. 


Ωστόσο είναι το πιο λαμπρό παρά τον παράξενο τίτλο του, το ακόμα πιο παράξενο εξώφυλλο και τα δύο πιθανώς καλύτερα κομμάτια που έκανε. 


Whatevershebringswesing (1972)




Το "Stranger in Blue Suede Shoes" είναι το πιο άμεσα ευάρεστο και πιθανόν το πιο ανθεκτικό τρακ, ένας παιχνιδιάρικος τόνος με μελωδικό μουρμουρητό και μία γοητευτική σύνθεση (ακούστε προσεκτικά το πιάνο στην τελευταία στροφή). Ακόμα καλύτερο είναι το "Song from the Bottom of A Well", μία από τις καλύτερες αποδομήσεις σε φόρμα pop τραγουδιού που θα ακούσετε ποτέ. 


Song from the Bottom of A Well (1972)




Ο απειλητικός στίχος και η μελωδία έχουν τοποθετηθεί σε ένα πλαίσιο φαινομενικά τυχαίων ήχων. Το τραγούδι παίζει και αιφνίδιοι θόρυβοι εμφανίζονται, "πνίγοντας" συχνά τα φωνητικά.To μέτρο αλλάζει ενοχλητικά και η παραμόρφωση σε "στρώματα" γίνεται το τέρας που τρέμει κάθε τραγουδιστής. Κάθε τι γύρω από αυτό είναι πέραν της πραγματικότητας και είναι τέτοια η αυθεντικότητα του, που αναρωτιέται κανείς γιατί το rock 'n' roll τόσο σπάνια παίρνει τέτοια ρίσκα, ονομάζοντας όλο αυτό το κόνσεπτ "τραγούδι"... 


There Is Loving / Αmong Us / There Is Loving (1972)




Αλλού το άλμπουμ είναι εκπληκτικά γλυκό και στηρίζεται από κάποια παράξενα ορχηστρικά μέρη. Όταν τελειώνει μοιάζει παράξενα μικρό, καθώς αυτά τα μέρη κατά το άνοιγμα και κλείσιμο των κομματιών λειτουργούν περισσότερο ως βιτρίνα παρά ως κανονικά τραγούδια. Τα άλμπουμ του Ayers είναι συνήθως ασύμμετρα, αλλά αυτό εδώ είναι το πιο λαμπρό, επειδή τα highlights είναι τόσο καλά και επειδή ο συνδυασμός των στυλ είναι μάλλον πολύπλοκος. Οπωσδήποτε συνιστάται, όπως και να έχει. 




Bananamour (Harvest SHVL 807) 6/73












Αυτό μπορεί να μην είναι μία από τις πιο παράξενες ή πιο φιλόδοξες δουλειές του Ayers, αλλά είναι ο πιο τακτικά καλός του δίσκος. Τα τραγούδια που έχουν μία καινούρια soul αιχμή, είναι όχι ακριβώς νορμάλ, αλλά δεν είναι τόσο πεισματικά παράξενα, όσο ότι είχε εμφανιστεί πριν.


Shouting in A Bucket Blues (1973)




Παραμένουν έξυπνα και διασκεδαστικά και οι μελωδίες είναι η καλύτερη παρτίδα του μέχρι τώρα. Σε κάποιους θα λείψει η παραφροσύνη ας πούμε του "Song from the Bottom of A Well" ή του "Lunatic's Lament", αλλά δεν θα μας σταματήσει από το να ακούμε τρομερά πράγματα σε αυτό το τελευταίο άλμπουμ του. Ένα από τα καλύτερα τραγούδια είναι το 8λεπτο "Decadence", το οποίο έχει ένα τρομερό ονειρικό groove. 


Decadence (1973)




Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ελάχιστες κόπιες εμφανίστηκαν με 16σέλιδο βιβλιαράκι, αλλά στην πραγματικότητα φαίνεται ότι αυτά τα βιβλιαράκια μοιράστηκαν κατά την διάρκεια περιοδείας και όχι συνοδεύοντας το άλμπουμ.


Lullaby (1972)




Ο Kevin πάντα έλεγε ότι δεν είναι καλός στο παιχνίδι της μουσικής βιομηχανίας. Κάτι που χαίρει της εκτίμησης μου. Αν και τόσο ταλαντούχος, ποτέ δεν έφτασε να έχει μεγάλο κοινό. Ήταν ένας αληθινά μποέμ τύπος και ένας λαμπρός μουσικός. Ο Ayers βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του την 20 Φεβρουαρίου 2013. Δίπλα του ένα κομμάτι χαρτί έγραφε κάτι που σκεφτόταν στο τέλος του ή κάποια ιδέα ίσως για ένα ακόμα τραγούδι;;;

"Δεν μπορείς να λάμψεις αν δεν καείς". 

Τα έκανε και τα δύο στην ταραγμένη ζωή του. Με τον δικό του μοναδικό τρόπο.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

 




AUDIENCE







Art / Progressive Rock Pioneers








Μία μπάντα με έδρα το Λονδίνο, η οποία υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στα κλαμπ και στα κολλέγια εκείνη την εποχή. Αποτελούνταν από τους:
Howard Werth στα φωνητικά και κιθάρα, τον Keith Gemmell στο σαξόφωνο, φλάουτο και κλαρινέτο, τον Tony Connor στα ντραμς και τον Τrevor Williams στο μπάσο.
Έκαναν 4 δίσκους από το 1969 έως το 1972 και μετά διαλύθηκαν, με τον Howard Werth να πηγαίνει στους Doors στη θέση του Jim Morrison και μετά σε σόλο καριέρα, τον Keith Gemmell να πηγαίνει στους Stackridge, τον Trevor Williams στους The Nashville Teens και τον Tony Connor στους Hot Chocolate. Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι μιλάμε για μία μπάντα που έχει ξεχαστεί σχεδόν από όλους, μία μπάντα που δεν ακούγεται πλέον πουθενά, αλλά είναι ικανή να καθηλώσει κάθε οπαδό της progressive rock και όχι μόνο.  


Raid (1970)





Audience (Polydor 583 065) 12/69

Οι Audience εδώ στην πρώτη τους προσπάθεια δείχνουν να είναι καλοί και ευέλικτοι μουσικοί. Το γκρουπ δεν φαίνεται να δεσμεύεται από μουσικά όρια και αυτό το άλμπουμ από δικές τους συνθέσεις διατηρεί πολύ αξιόλογο υλικό. Πράγματι του άξιζε να πάει καλά.


Θυμίζουν λιγάκι τους Animals στα αρχικά τους στάδια και παράγουν ποικίλους και φιλόδοξους ήχους. Σίγουρα το LP αυτό θα περιλαμβανόταν στα καλύτερα progressive.


Σκιές των Traffic όμως επίσης κρέμονται πάνω από αυτό το ευχάριστο, μελωδικό LP από αυτή την Αγγλική μπάντα. Ο αλα Traffic ήχος έρχεται κυρίως από το συνδυασμό του φλάουτου του Keith Gemmell με την ακουστική κιθάρα του Howard Werth...




Heaven Was An Island (1969)





Διατηρούν τα πάντα ολόσωστα δεμένα και έχουν ποικιλία και αρκετά από τα τραγούδια έχουν ελκυστικές γραμμές και στίχο...Ένα άλμπουμ που μπορεί να μην αποτελεί ορόσημο, αλλά είναι αναζωογονητικά ανεπιτήδευτο και ευήκοο.


House On The Hill (1969)





Το ντεμπούτο άλμπουμ αυτής της progressive μπάντας, που είναι εντελώς ορίτζιναλ, είναι ένα διασκεδαστικό κομμάτι jazzy pop rock, αν και όχι πολύ πάνω από τον μέσο όρο του γένους. Τα highlights περιλαμβάνουν το ζωηρό ''River Boat Queen'', το groovy ''Heaven Was An Island'', το R&B με χροιά soul ''Too Late I'm Gone'' και το ακουστικό, σε χίπικο στυλ ''Man On Box''.


Waverly Stage Coach (1969)





Το άλμπουμ κλείνει με το ''House On The Hill'', στο οποίο θα επιστρέψουν στο 3ο τους LP. Είναι καλοί παίκτες, αλλά τους λείπουν οι ενθυμητικές μελωδίες και η δεύτερη φωνή. Λέγεται συχνά ότι αυτό το LP αποσύρθηκε γρήγορα μετά την κυκλοφορία του, αλλά αν και είναι πολύ σπάνιο, δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο.



Friend's Friend's Friend (Charisma CAS 1012) 6/70














Ακόμα πιο καλό από το ντεμπούτο τους. Ο ήχος τους είναι τόσο χαρακτηριστικός όσο και η γραφή τους και σε αυτό το άλμπουμ έχουν πάει περισσότερο προς την ορχηστρική πλευρά των πραγμάτων. Τι σημαίνει πρακτικά κάτι τέτοιο; Λιγότερα τραγούδια, που είναι κρίμα, αν και οι μεγαλύτερες δόσεις των έξυπνων συνθέσεων τους σε αποζημιώνει.


Nothing You Do (1970)





Φανερά λιγότερο jazzy από το ντεμπούτο τους (που είχε κυκλοφορήσει μόλις 6 μήνες νωρίτερα), τα περισσότερα τραγούδια εδώ μέσα έχουν μία ακουστική βάση, πάνω στην οποία χτίζονται τα τζαμ. Η μουσική δεν είναι πολύ μελωδική και ο Howard Werth δεν είναι ο επιβλητικός, ούτε ο αφοπλιστικός τραγουδιστής. Όμως υπάρχουν τρομερά ορχηστρικά μέρη, που θα μπορούσαν να καθηλώσουν και τον πιο απαιτητικό ακροατή. 


It Brings A Tear (1970)





Το άφθονο σαξόφωνο και το φλάουτο σημαίνει ότι ακούγονται αρκετά σαν τους Jethro Tull (''Nothing You Do'') η τους Family (''Raid'') και υπάρχουν κάποια ασυνήθιστα γυρίσματα, όπως στο μέρος με το μπάντζο στο ''Belladonna Moonshine'' και τον σχεδόν κλασικό ήχο στο ''Ebony Variations''.


Belladonna Moonshine (1970)





Φανταστικά σόλο στο σαξόφωνο σημειώνονται καθ' όλη την διάρκεια, ιδιαιτέρως στο ''Priestess'', το οποίο ίσως να αποδίδει καλύτερα το πώς ακούγονταν, αν και όλο το LP είναι πολύ συνεπές.


Friend's, Friend's, Friend (1970)




The House on the Hill (Charisma CAS 1032) 5/71













Οι Audience πάντοτε διαφοροποιούνταν στην μουσική τους, εφορμώντας με φωνητικά και σκίζοντας τον αέρα με το σαξόφωνο να ουρλιάζει. Μουσικά το άλμπουμ σε απορροφά και οι στίχοι είναι άμεσοι.


Your Not Smiling (1971)





Η πιο καινοτόμα και ορίτζιναλ μουσική συλλογή που είχε κυκλοφορήσει τότε, σύμφωνα με αυτά που έγραφε το Beat Instrumental, τον Ιούλιο του 1970. Έκανε την εμφάνιση του κατά τον ίδιο τρόπο με το Music in A Doll's House των Family πριν λίγα χρόνια, έχοντας πολύ λίγα κοινά με τις άλλες κυκλοφορίες. Ούτε δύο τραγούδια δεν μοιάζουν, έτσι το όλο άλμπουμ παρέχει μία ποικιλία.


I Had A Dream (1971)





Αυτό το ωραίο άλμπουμ βρίσκει τον ήχο τους εντυπωσιακά δεμένο, να οδηγεί σε κάποιες αξιόλογες και συναρπαστικές στιγμές. Όπως στα προηγούμενα, τα φωνητικά του Werth δεν θα μπορούσε να είναι για όλα τα αυτιά, αλλά δεν υπάρχει διαφυγή από την δύναμη που επιδεικνύουν τα περισσότερα κομμάτια. Το ''Jackdaw'' είναι ένα χαριτωμένο θέμα που ανοίγει το άλμπουμ, με δεμένο σαξόφωνο και φλάουτο πάνω σε μία ακουστική βάση, δίνοντας χώρο σε ένα σόλο fuzz κιθάρας και ένα ωραίο τζαμ. 


Jackdaw (1971)





Το ''Your Not Smiling'' έχει ένα ατόφιο, αφοπλιστικό ρυθμό, το ''I Had A Dream'' είναι γλυκό και το ''Raviolé'' είναι ένα απροσδόκητα χαριτωμένο ορχηστρικό. Επίσης μπορούν να είναι πολύ funky (''Nancy'', ''Eye to Eye'') και το μεγάλο ομότιτλο κομμάτι δείχνει ότι δεν έχουν εγκαταλείψει την αδυναμία τους για το ασυνήθιστο τότε σαξόφωνο.


I Put A Spell On You (1971)





Η μοναδική παράταιρη στιγμή είναι μία απροσδόκητη διασκευή του ''I Put A Spell On You'', η οποία είναι πολύ καλή μεν, αλλά λίγο αταίριαστη, σε σχέση με το περιεχόμενο του άλμπουμ. Συμπερασματικά, συστήνεται σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να ανακαλύψει λιγότερο γνωστές Αγγλικές μπάντες.



Lunch (Charisma CAS 1054) 3/72














Ακόμα και με τον Gus Dudgeon στην παραγωγή και με εξαιρετικούς στούντιο μουσικούς από την Αμερική, σαν τον Jim Price και τον Bobby Keyes να παρέχουν βοήθεια, οι Audience βρίσκονται πάλι οριακά στην παραγωγή ενός κατά τα άλλα πολύ καλού άλμπουμ. 


Buy Me An Island (1972)





Ο Keith Gemmell εγκατέλειψε καθώς γινόταν αυτό το άλμπουμ και ο πιανίστας Nick Judd πέρασε στο σχήμα ως αντικαταστάτης. Αυτή η κίνηση ίσως να ήταν η σωτηρία τους, καθώς όπως έγραφε ο μουσικός τύπος, ο συνδυασμός ακουστική κιθάρα / χάλκινα δεν τους ταίριαξε. 


Ain't The Man You Need (1972)





Παρόλα αυτά, αυτό το άλμπουμ θεωρήθηκε το καλύτερο τους ως τότε, με μία πολύ καλή παραγωγή... Αν και  προσωπικά δεν συμφωνώ, ωστόσο θα το σύστηνα για τον πιο μεστό ήχο, ένα αποτέλεσμα της προσθήκης πιάνο συν τα πνευστά των Jim Price και Bobby Keyes, ανάμεσα σε άλλα.


Priestess (1970)


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης