Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.
Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019
LINDA PERHACS
A Vivid Dream That Never Ends
Διαβάστε οποιοδήποτε σχεδόν βιβλίο ή λίστα της εποχής και ο συγγραφέας θα σας πληροφορήσει ότι αυτό είναι ένα από τα σπουδαιότερα γυναικεία ψυχεδελικά LP που έγιναν. Πιό δίκαια αυτό το άλμπουμ μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την ψυχεδέλεια, μάλλον είναι περισσότερο ένα LP μίας τραγουδίστριας/τραγουδοποιού με αιθέρια χίπικη ποικιλία στο στυλ. Με την δυναμική αυτού του μοναδικού της-τουλάχιστον για τα επόμενα 40 χρόνια-άλμπουμ, ηχογραφημένο το 1970, η Linda Perhacs παραμένει μία επιβλητική φιγούρα στον κόσμο της ψυχεδέλειας, της folk, καθώς και της γκάμας των γυναικών τραγουδοποιών. Επιδοκιμαζόμενη από καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, όπως οι Daft Punk, ο Devendra Banhart, οι Animal Collective και οι Σουηδοί metal Opeth, το άλμπουμ της παραμένει μία μαρτυρία της ιδιαιτερότητας του οράματός της. Η τεραστίου εύρους φωνή της Miss Perhacs και τα εύθραυστα τραγούδια εστιάζουν στην επίδραση που έχουν οι λέξεις και η μουσική, τόσο ως ήχος, όσο και ως νόημα και το αποτέλεσμα είναι πολύ-πολύ ευχάριστο στο αυτί.
Hey, Who Really Cares? (1970)
Γεννημένη ως Linda Arnold στην Βόρεια Καλιφόρνια, πέρασε τα παιδικά της χρόνια ανάμεσα στις γιγάντιες σεκόιες. Μέχρι τον καιρό που πέρασε στο κολλέγιο στα τέλη του '60, είχε άγνοια για το Flower Power και εστίασε στην καριέρα της στην οδοντική υγιεινή. Μετά την αποφοίτησή της πήγε να μείνει στην διαβόητη περιοχή του Laurel Canyon. Ξοδεύοντας τις μέρες της στην περιποίηση των δοντιών σταρ του Χόλιγουντ, όπως ο Cary Grant, ο Henry Fonda και ο Paul Newman και τα απογεύματα/Σαββατοκύριακα βυθισμένη στην φύση, ουσιαστικά η Linda Perhacs ζούσε σε δύο παράλληλους κόσμους-τον λαμπερό κόσμο του διάσημου πελατολογείου της και την ολάνθιστη σκηνή των χίπις του Topanga Canyon. Τότε είχε αρχίσει να γράφει τα τραγούδια που θα κατέληγαν να γίνουν ο δίσκος Parallelograms, στο τραπέζι της κουζίνας της.
Parallelograms (1970)
Εμπνευσμένη από τα δάση του Pacific Northwest, τα δελφίνια που έπαιζαν στην θάλασσα του Κορτέζ έγιναν "Dolphin", ενώ μία καταιγίδα στην Olympic Peninsula, οδήγησε στο "Chimacum Rain". Ενώ οδηγούσε για το σπίτι της μία νύχτα είχε ένα όραμα φωτός που κατέληξε στο επίκεντρο και ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ. Έχοντας πιάσει την κιθάρα πρόσφατα, εξαιτίας μίας συζυγικής διαμάχης (την είδε ως μία δημιουργική προέκτασή της, μετά από πλύση εγκεφάλου που της έγινε από τον σύζυγό της τότε-ο ίδιος ήταν γλύπτης), είχε λίγο έως καθόλου γνώση του οργάνου όταν ξεκίνησε να γράφει τραγούδια. "Παντρεμένη με έναν πολύ δημιουργικό καλλιτέχνη, άρχισα να συστήνομαι στον Ρέμπραντ, τον Βαν Γκογκ, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Πικάσσο" ανακαλεί."Πράγματα που ποτέ πριν δεν είχα ιδέα. Μου άνοιξε τον κόσμο της τέχνης και μετά, όταν ο γάμος μου έγινε για μένα μία πολύ άβολη κατάσταση, είπα "Άντε να κάνεις μερικά μαθήματα στην κιθάρα Linda, να έχεις κάτι πολύ δικό σου". Ευχαριστώ τον Θεό για την επιρροή των χίπις πάνω μου. Ήταν πολύ ελεύθεροι στο δημιουργικό τους επίπεδο. Ήταν πολύ ευγενικοί και αξιαγάπητοι άνθρωποι και τους λάτρευα. Με αποδέχτηκαν επειδή ήξεραν ότι κατάλαβα και έτσι ήμασταν σε αρμονία".
Chimacum Rain (1970)
Από την πρώτη νότα που ακούει κανείς ξέρει πώς αλήθεια σπανίως ακούει με τόσο άμεσο αντίκτυπο του ταλέντου, ένα δίσκο. Στο άλμπουμ παραγωγός είναι ένας σημαντικός συνθέτης σε ταινίες, στην τηλεόραση αλλά και σε σύγχρονη σοβαρή μουσική ο Leonard Rosenman. Η Miss Perhacs ήταν η κοπέλα που ασχολείτο με την υγιεινή των δοντιών και την πρωτογνώρισε όταν πήγε να κάνει ένα καθαρισμό δοντιών. Μόλις τέλειωσε την εργασία η Linda τον ρώτησε: "Με τι πρότζεκτ ασχολείστε τώρα;" Αυτός απλά την κοίταξε και της απάντησε: "Linda, δεν νομίζω πώς ασχολείσαι μόνο με αυτό" (εννοώντας την εργασία της). Τότε η Linda του μίλησε για την άλλη ζωή της. O Rosenman της είπε: "Είσαι στα είκοσί σου, ζεις στο Topanga Canyon οι χίπις βρίσκονται παντού στον περίγυρό σου και μου λές ότι γράφεις κάτι τραγουδάκια; Μπορώ να τα ακούσω;" Η Linda τον ρώτησε: "Τι είναι αυτό που θα έκανε ένα συνθέτη του δικού σας στάτους να θέλει να ακούσει τα τραγούδια μου;" "Προσπαθούμε να κάνουμε δουλειές εκεί που καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο. Πίστεψέ με 20 χρόνια εμπειρίας μου έχουν δώσει αυτή την αντίληψη" απάντησε ο Rosenman. Πήρε κάμποσο χρόνο στον κύριο Rosenman να ακούσει την κασσέτα, λένε, αλλά όταν τελικά το έκανε, αναγνώρισε την αξία αυτού που άκουσε και πήγε την κασσέτα στον Harry Garfield της Universal, ο οποίος αμέσως υπέγραψε με την Linda.
Paper Mountain Man (1970)
Οι εικόνες που δημιουργεί είναι όμορφες, μερικές φορές εορταστικές, κάποιες φορές αθώες. Αναμφισβήτητα η Miss Perhacs είναι μία επαγγελματίας, όπως είναι καλλιτέχνες σαν την Joni Mitchell και τον James Taylor, αν και δεν ακούγεται σαν κανέναν από τους δύο. Ούτε έχει καμία κανονική μουσική εκπαίδευση. Όλα ότι έχει είναι ένα αψεγάδιαστο μουσικό αυτί, μία φυσική φινέτσα και άποψη και μία γλυκιά αίσθηση των λέξεων.
Call Of the River (1970)
Τι υπάρχει σε αυτό το άλμπουμ; Ένα συγκινητικό, μελωδικό και πολύ όμορφα ηχογραφημένο σετ από τραγούδια αγάπης προς την φύση και τον άνθρωπο. Το τραγούδι του τίτλου είναι ένα απόλυτο ηχητικό πείραμα (και πολύ επιτυχημένο), αλλά αλλού οι ψυχεδελικές επιρροές είναι διακριτικές, σε προσεκτικά τοποθετημένα φωνητικά, διαστημική παραγωγή και στίχους όπως "I'm spacing out / I'm seeing silences between leaves" (Chimacum Rain) και "The liquid taste of leaf and rock, the timing to a slower clock..." (Call Of the River). Μπορεί να μην είναι απροκάλυπτα ταξιδιάρικο, αλλά το Parallelograms αντανακλά κυρίως χίπικα / ψυχεδελικά συναισθήματα για την αδιάκοπη λαχτάρα για επιστροφή στη φύση ("Dolphin", "Sandy Toes" και άλλα) και την απόρριψη του ματεριαλισμού ("Paper Mountain Man" και "Porcelain Baked-Over Cast-Iron Wedding"). Τα τραγούδια της στους εραστές είναι άμεσα και ανυπόκριτα ("Paper Mountain Man" και "Morning Colors") και ενδιαφέρουσες εικόνες μας εμφανίζονται κατά την διάρκειά τους.
Morning Colors (1970)
Η Perhacs είχε γίνει ρουτίνα να συγκρίνεται με την πρώιμη Joni Mitchell, αλλά η φωνή της είναι λιγότερο διαπεραστική και τα τραγούδια της εμφανώς περισσότερο επηρεασμένα από τους χίπις. Ίσως το αγαπημένο μου τραγούδι είναι το τελευταίο, το "Delicious", στο οποίο συγχωνεύει στην λαχτάρα για επιστροφή στη φύση, τον άνθρωπο και τη φύση μαζί. Δεν είναι κάθε τι στον δίσκο αυτό λαμπρό, αλλά περιέχει αρκετά κλασσικά που καθορίζουν το γένος της μουσικής και σίγουρα θα κάνουν αίσθηση σε όσους αρέσει αυτό, δηλαδή σε όσους αρέσει η acid folk. Ή αλλιώς μπορούμε να πούμε ότι όσο περνάει ο καιρός το χάσμα μεταξύ αυτού του δίσκου και αρκετών άλλων του ίδιου γένους γίνεται μεγαλύτερο.
Sandy Toes (1970)
Ένας μικρός αριθμός από κόπιες εμφανίστηκε στην Kapp (θυγατρική της Universal), αλλά η συντριπτική πλειοψηφία είναι με το μεταγενέστερο ροζ/πορτοκαλί σχέδιο.
Η Linda Perhacs ηχογράφησε δύο ακόμα άλμπουμ, αλλά πολύ αργότερα, όταν από το 2010 συνδέθηκε με την νέα γενιά μουσικών και θαυμαστών της, όπως ο Fernando Perdomo και ο Chris Price, μουσικούς αλλά και παραγωγούς. Η συνεργασία τους κατέληξε στο The Soul οf All Natural Things (2014, Asthmatic Kitty Records). Τελευταίο δημιούργημα της αειθαλούς Linda, το I'm A Harmony (2017, Omnivore Recordings).
Porcelain (Baked-Over Iron-Cast) Wedding (1970)
ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Parallelograms (1970, Kapp Records)
Αγνοημένο τον καιρό που κυκλοφόρησε, θύμα μη προώθησης, το άλμπουμ χάθηκε χωρίς να αφήσει ίχνη-μέχρι αρκετά πρόσφατα σε σχέση με την εποχή μας σήμερα (την δεκαετία 2000)-και η Linda σταμάτησε να ασχολείται με την μουσική για τα επόμενα σαράντα χρόνια. Όμως όλα αυτά τα χρόνια με την εξέλιξη της τεχνολογίας, μαζεύτηκαν πολλοί φαν της μουσικής της από όλο τον κόσμο και άρχισαν να ΄κολλάνε΄ με το άλμπουμ της αυτό. Μία συναρπαστική μίξη των κρυστάλλινων φωνητικών της Linda με παραισθησιακά ηχητικά εφέ και στο ομώνυμο κομμάτι μία από τις καλύτερες ακουστικές παραισθήσεις που ¨πιάστηκε¨-για την εποχή-σε ηχογράφηση. Ανοίξτε το Parallelograms και μπείτε στον μαγικό κόσμο της Linda Perhacs.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019
JOHNNY B.
GOODE
The Song That Left The Earth
Το 1954 υπήρξε ένα κρίσιμο έτος
στην εξέλιξη του Rock and Roll : Ο Elvis Presley ηχογραφεί το πρώτο του single
“ That's Alright" στα Sun studios, άσχετα αν στα charts δεν τα πήγε τόσο
καλά. Ο dj Alan Freed από το ραδιόφωνο WINS του Κλίβελαντ, καλείται στην
Ν.Υόρκη και κάνει την εκπομπή "Rock and Roll Party”, βάζοντας το νέο είδος
μουσικής για τα καλά σε παναμερικάνικο δίκτυο. ΟιBill Haley and His CometsδιασκευάζουντοτραγούδιτουBig Joe Turner, "Shake, Rattle
and Roll". Επίσης, οι ίδιοι κυκλοφορούν τότε και το σημαντικότερο
άλμπουμ στο R’n’R, το ιστορικό "Rock Around the Clock”, από την Decca
Records. Σε απάντηση, o Leonard Chess, ιδιοκτήτης της ομώνυμης εταιρείας,
αρπάζει και βάζει να υπογράψουν δύο νέους ταλαντούχους κιθαρίστες. Ο ένας ήταν
ο Bo Diddley, που με την ορθογώνια κιθάρα του καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το νέο ‘beat’
και το σύγχρονο R‘n’B. Ο άλλος, με τις τρομερές του ιδέες, τον πειραματισμό,
τις θεαματικές φιγούρες επί σκηνής και το ασύγκριτο μπρίο στο παίξιμο της
ηλεκτρικής κιθάρας, ‘έχτισε’ κυριολεκτικά το rock and roll με μια σειρά
κομματιών, με πρώτο και καλύτερο το πασίγνωστο - και πέρα απ’ τα πλαίσια αυτού
του πλανήτη (!) - “Johnny B. Goode”.
To συγκεκριμένο τραγούδι έχει μεγάλη ιστορία
και πολύ παρασκήνιο. Τόσο στους στίχους όσο και στη σύνθεση και στη δομή του
(εισαγωγή, ρυθμός, σόλο, κλπ). Όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε στο
παρόν άρθρο.
Ο Chuck Berry
γεννήθηκε ως Charles Edward Anderson Berry, από μια οικογένεια μεσαίας τάξης
στο St. Louis, το 1926. Ήταν ένα παιδί που αγαπούσε τα blues και την
ποίηση. Αφού θα κερδίσει έναν διαγωνισμό ταλέντων στο σχολείο, αφήνοντας
τους πάντες άφωνους με τις ικανότητές του στην κιθάρα και στα φωνητικά, το
παίρνει απόφαση κι αρχίζει να ασχολείται με την τοπική μουσική σκηνή. Άρχισε να
παίζει blues από την εφηβεία του, με διάφορες αυτοσχέδιες μπάντες και
δανείστηκε μερικά riffs στην κιθάρα – αλλά και τεχνικές σκηνικής
παρουσίας - από τον μπλουζ μουσικό T-Bone Walker . Πήρε επίσης
μαθήματα κιθάρας από τον φίλο του Ira Harris, που έβαλε τα θεμέλια για το κιθαριστικό
του στυλ. Ενώ ο Berry διακρίθηκε στο να παίζει τα μπλουζ του αγαπημένου του
Muddy Waters και θα ήθελε να τραγουδάει με τον τρόπο του Nat King Cole, ήταν
αυτή η ικανότητά του να παίζει "λευκή μουσική" που θα τον
έκανε τελικά διάσημο. Στις αρχές του 1953 έπαιζε με το τρίο
του Johnnie Johnson, ξεκινώντας μια μακρόχρονη συνεργασία με τον
θρυλικό πιανίστα. Η μπάντα έπαιζε ως επί το πλείστον blues και μπαλάντες,
αλλά η πιο δημοφιλής μουσική μεταξύ των λευκών στην περιοχή ήταν η
country. "Η μουσική που έπαιζε σχεδόν γύρω από το St. Louis ήταν
western swing και country", δήλωσε ο Berry στην αυτοβιογραφία του. "Η
περιέργειά μου με έκανε να βάλω διάφορα πράγματα στην country, κυρίως προς
τέρψιν του ‘μαύρου’ ακροατηρίου μας". Το θέαμα και ο ήχος ενός μαύρου
άνδρα που παίζει λευκή hillbilly μουσική, σε συνδυασμό με τη σκηνική παρουσία του
Berry και την ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει έξυπνους στίχους για κάθε
ευκαιρία, αποτέλεσε κάτι το πρωτόγνωρο για την μαύρη κοινότητα του
Μιζούρι. Αλλά ο Berry είχε μεγαλύτερες φιλοδοξίες: ήθελε να κάνει δίσκους.
Rock and Roll Music
Τον Μάιο του 1955, ο Berry
ταξίδεψε στο Σικάγο για να δει τον αγαπημένο του μπλουζ τραγουδιστή, Muddy
Waters σε κάποια παράσταση. Μετά το live, μάζεψε όσες δυνάμεις είχε και
κατάφερε με πει λίγα λόγια με το είδωλό του. "Ήταν η αίσθηση σαν να μιλάς
με τον Πρόεδρο ή τον Πάπα", θυμήθηκε ο Berry. "Του είπα για τον
θαυμασμό που του έτρεφα, για τις συνθέσεις του και τον ρώτησα ποιον θα μπορούσε
να δει για να κάνω κάποιον δίσκο". Ο Waters τότε του είπε να δει τον
Leonard Chess. Και πράγματι, κρατώντας τον λόγο του, την επόμενη ημέρα, τον
έφερε σε επαφή με τον διευθυντή και ιδρυτή της Chess. Εκεί ο Berry
έδωσε με πάθος μια φλογερή ομιλία που περιέγραφε τις ελπίδες του ως μουσικός.
Στη συνέχεια ο Chuck έδωσε στον Leonard να ακούσει ένα demo με την επιτυχία
"Ida Red", ένα τραγούδι από το 1938, του Bob Wills. Αυτό - και η
προηγούμενη ομιλία - έκανε μεγάλη εντύπωση στο αφεντικό της δισκογραφικής κι
αμέσως τον έβαλε να υπογράψει συμβόλαιο. Η Chess έβλεπε την αγορά στο R’n’B
ολοένα να συρρικνώνεται και έβλεπε τον Berry ως ευκαιρία που θα μπορούσε να την
ξελασπώσει. Αναγνώρισε στο πρόσωπό του τη δυναμική διασταύρωση ενός μαύρου
καλλιτέχνη που έπαιζε ‘λευκή’ μουσική. Το σκεπτικό της ήταν: σε τελική ανάλυση,
εάν ένας λευκός όπως ο Presley μπορούσε να κάνει hits με ΄μαύρη΄ μουσική, γιατί
να μην δοκιμάσουμε το αντίθετο; Έτσι, στο "Ida Red”, σε μια νέα
ηχογράφηση, βάρυναν λίγο τον ήχο, πρόσθεσαν μπάσο και μαράκες στο τρίο του
Berry. Επίσης ζήτησαν από τον Berry να γράψει νέους στίχους, επιμένοντας ότι
"τα παιδιά θέλουν δυνατό beat, γρήγορα αυτοκίνητα και εφηβική αγάπη".
Ο Chuck τότε ανταποκρίνεται άμεσα στην πρόκληση με μια εξωφρενική ιστορία για
έναν άνθρωπο που οδηγεί ένα V8 Ford, κυνηγώντας την άπιστη φίλη του στο
Cadillac Coupe de Ville. Ο τίτλος άλλαξε από "Ida Red" σε
"Maybellene", ένα όνομα εμπνευσμένο από μια μάρκα μακιγιάζ κοριτσιών
φορούσαν τότε - υπάρχει μέχρι σήμερα. Το τραγούδι ηχογραφείται με τους
Johnnie Johnson στο πιάνο, Jerome Green (από την Bo Diddley’s band ) στις
μαράκες, Jasper Thomas στα ντραμς και Willie Dixon (!) στο μπάσο. Με την
σύνθεση αυτή μάλιστα αργότερα έκαναν κι αρκετές περιοδείες. Το κομμάτι τελικά
θριάμβευσε, πουλώντας πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Ο ίδιος ο Elvis το
ενέταξε άμεσα στις εμφανίσεις του. Κι ο Chuck καθιερώνεται ως ένας άξιος και
ταλαντούχος κιθαρίστας, μουσικός και showman. Οι δρόμοι μπροστά του πλέον είναι
ανοιχτοί.
Maybellene
Κάπου εκεί
γνωρίζει και τον Carl Perkins και γίνονται φίλοι. Ο Perkins είπε ότι
“…ήξερα για πρώτη φορά ότι ο Chuck είχε επηρεαστεί από την country μουσική”.
Επίσης ο Perkins αποκάλυψε ότι του Berry δεν του άρεσε απλώς η country, αλλά
γνώριζε να παίζει πάρα πολλά τραγούδια. “Ο Jimmie Rodgers ήταν ένα
από τους αγαπημένους του. Ο Chuck γνώριζε κάθε Blue Yodel και το
μεγαλύτερο μέρος του Bill Monroe (σ.σ.: ο πατέρας του Bluegrass)”, θυμόταν
ο Perkins. Άλλο μεγάλο είδωλο του Chuck και φυσικά πολλών άλλων κιθαριστών της
εποχής, ήταν ο Charlie Christian, ο μεγάλος πιονέρος κιθαρίστας της jazz. Ίσως
ο πρώτος που έπαιξε ηλεκτρική κιθάρα σε κάποιο jazz σχήμα, ως μέρος μιας ορχήστρας.
Με τραγούδια - θρύλους, όπως το "Roll Over Beethoven" (1956),
"Rock and Roll Music" (1957) και "Sweet Little Sixteen"
(1958), ο Chuck Berry άρχισε να χτίζει στην Chess τον μύθο του. Πέρασε
αμέτρητες ώρες μικρός, προσπαθώντας να τον αντιγράψει και να ‘ξεσηκώσει’ το
βελούδινο πάιξιμό του. Μα δε σταματάει εκεί. Έχοντας όλα αυτά τα ακούσματα μέσα του, όλες τις
προοπτικές μπροστά του, το ελεύθερο από την εταιρεία του καθώς και την
ακατανίκητη φιλοδοξία του, είναι έτοιμος να κάνει το επόμενο βήμα του: το
μεγάλο ‘μπαμ’. Στρώνεται στη δουλειά. Παίρνει ιδέες, δανείζεται ήχους,
μουσικές, στίχους, ‘κόβει και ράβει’, βάζει τα δικά του, δημιουργεί. Και στο
τέλος… μεγαλουργεί. Το αριστούργημά του είναι έτοιμο. Γράφτηκε το 1958 κι ενώ ο
Berry ήταν σε περιοδεία στη Νέα Ορλεάνη. Το παρουσιάζει περήφανος στους
υπεύθυνους της Chess: “Johnny B. Goodeλέγεται το κομμάτι”, τους είπε. Κι έβαλε
το demo…
JohnnyB. Goode
Με το κομμάτι
αυτό ο Berry δημιούργησε τον απόλυτο λαϊκό, rock‘n’roll ήρωα μέσα σε λίγους στίχους.
Ίσως αποτέλεσε το πρώτο τραγούδι που μίλησε για το ότι μπορείς να βγάλεις πολλά
χρήματα - ειδικά για έναν έγχρωμο - αν γίνεις καλός κιθαρίστας και super star. Όπως
δήλωσε ο ίδιος αργότερα στο περιοδικό Rolling Stone, το τραγούδι είναι
αυτοβιογραφικό. Περιγράφει ένα μικρό, φτωχό κι αναλφάβητο χωριατόπαιδο από τη
Λουιζιάνα, τον Johnny, που ξέρει και παίζει τόσο καλά κιθάρα, “σαν να
κουδουνίζει ένα κουδούνι”. Ήταν όμως φιλόδοξος και πίστευε ότι κάποια μέρα θα
γίνει ένας διάσημος κιθαρίστας. Εδώ φυσικά δεν ταιριάζουν όλα με τον ίδιο τον
συνθέτη, αφού ο Berry ούτε Johnny λέγεται ούτε από την Λουιζιάνα καταγόταν ούτε
αναλφάβητος ήταν. Ως επίθετο, εκτός από το ‘αληθινό’ “Β.”(Berry), βάζει και το
“Goode”. Ο λόγος είναι το πατρικό του. Ο Berry γεννήθηκε στη λεωφόρο 2520 Goode
Avenue, στο Saint Louis. Επίσης, αν και ο αρχικός στίχος έλεγε “colored
boy” (έγχρωμο αγόρι), τον προσάρμοσε, αλλάζοντάς τον, σε ”country boy”(χωριατόπαιδο),
ώστε να μπορεί χωρίς πρόβλημα να παίζεται στα ραδιόφωνα της Αμερικής. Στο
τέλος, ειδικά με τον τελευταίο στίχο, η φήμη του κιθαρίστα έχει εξαπλωθεί σε
μεγάλο βαθμό. Καθώς ολοένα και περισσότεροιοπαδοί του τον παροτρύνουν με τις φωνές τους "Go,
Johnny, Go", ακόμα και η συντηρητική μητέρα του αναγκάζεται να παραδεχτεί πως
"ίσως κάποια στιγμή το όνομά του θα είναι στα φώτα (της μαρκίζας)".Το
"Johnny B. Goode" είναι μια λαμπρή, μοναδική αμερικανική ιστορία, το
ίδιο το αμερικάνικο όνειρο. Ένα τραγούδι που ταυτίστηκε ένα ολόκληρο νεαρό
έθνος μαζί του, που ενθουσίασε κάθε ακροατήριο, τόσο το μαύρο, όσο και το
λευκό.
Το όνομα
“Johnny” λέγεται ότι το ‘εμπνεύστηκε’ από τον πιανίστα Johnnie Johnson, ο
οποίος έπαιζε μαζί του, στο στούντιο και σε live παραστάσεις – αν και στο
συγκεκριμένο τραγούδι πιάνο παίζει ο Lafayette Leake. Ο Johnson, πολλά χρόνια
αργότερα, προσπάθησε νομικά να κερδίσει την πατρότητα του κομματιού, χωρίς όμως
επιτυχία. Πρέπει να το παραδεχτούμε όμως ότι είχε κάποιο δίκαιο. Ήταν αρκετά
παλαιότερος, έμπειρος και καταξιωμένος συνθέτης, πολύ πριν τον Chuck, ο οποίος
δεν έκρυβε ότι ήταν θαυμαστής του. Κι ίσως να ‘έπαιρνε’ κάποιους ρυθμούς και
τις μελωδίες του. Για τη σύνθεση και τη μουσική του κομματιού φυσικά μπορεί να
ειπωθούν αρκετά πράγματα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αποτελεί παρθενογένεση
του Berry. Ειπώθηκε παραπάνω ότι είχε από μικρότερη ηλικία πολλά σχετικά
ακούσματα, ήξερε να προσέχει, να ακούει και να αντιγράφει την μουσική που τον
ενδιέφερε. Έτσι πιθανότατα έκανε κι εδώ. Μία του αγάπη - και πιθανή ‘έμπνευση’
– ήταν και ο κιθαρίστας, συνθέτης και τραγουδιστής Goree Carter και το
τραγούδι του "Rock Awhile”(1949). Σε
αυτό το κομμάτι μάλιστα δίδεται συχνά ο τίτλος ως το “πρώτο ροκ εν ρολτραγούδι”. Προσέξτε ομοιότητα, τόσο σε ρυθμό,
όσο και στο αρχικό riff:
Rock Awhile (1949)
Σε ότι αφορά τον ρυθμό, όλοι
γνωρίζουμε ότι το R’n’Roll προϋπήρχε ως άκουσμα δεκαετίες πριν τον “B.Goode”.
Ένας άλλος αγαπημένος του Chuck, όπως αναφέραμε, ήταν κι ο T-Bone Walker. Και
προφανώς ο Berry δεν τον μιμήθηκε μόνο στο στυλ και στο ‘showmanner’. Λάτρεψε
κι αντέγραψε τραγούδια του, όπως το “ Strollin' With Bones”. Το feeling της
κιθάρας, αλλά και το σόλο, κάτι... μας θυμίζει:
Strollin' With Bones (1950)
Πηγαίνοντας πιο πίσω, βρίσκουμε
κι άλλα τραγούδια-εμπνεύσεις του Berry (κι όχι μόνο). Ένα από αυτά ήταν και το
“Boogie Woogie Dream” των Pete Johnson and Albert Ammons, από το 1944.
Boogie Woogie Dream (1944)
Και αν πάμε αρκετά πιο πίσω στον
χρόνο, εκεί θα βρούμε τους πρώτους μεγάλους μπλουζίστες του 20ού αιώνα και τα
δωδεκάμετρά τους. Για παράδειγμα οι πρωτοπόροι Blind Lemon Jefferson και Blind
Willie Johnson, με τις πρώτες ηχογραφήσεις των blues το 1926 / 1927, θα αποτελέσουν
το επίκεντρο όλων των μετέπειτα μαύρων - και μη -μουσικών. Εκεί βρίσκουμε τα πρώτα σπέρματα
όλης της σύγχρονης ροκ. Αλλά ας μην το κουράζουμε. Το ροκ εν ρολ, ως γνωστόν,
είναι η φυσική εξέλιξη των μπλουζ. Όλοι το ξέρουν αυτό. Κι όπως δήλωσε
χαρακτηριστικά ο Muddy Waters: “Tα blues είχαν ένα μωρό και το όνομα αυτού,
rock ‘n’ roll”. Και ο Chuck τα γνώριζε καλά όλα αυτά…
GottheBlues (1926)
Στο παραπάνω
κομμάτι, αν προσέξουμε καλά, κάτι μας θυμίζουν οι πρώτες νότες. Αυτό είναι άλλο
κεφάλαιο. Πολλά έχουν ειπωθεί και πολλοί έχουν αποφανθεί για την ‘έμπνευση’ ή τη
σαφή πατρότητα του χαρακτηριστικού riff της εισαγωγής του “Johnny B. Goode”. Αν
είμαστε αντικειμενικοί θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, πέρα από τις ομοιότητες
που ακούσαμε παραπάνω, το αρχικό riff, αλλά και η βασική δομή, του κομματιού
έχει στηριχθεί απόλυτα στο τραγούδι “Ain't That Just Like A Woman”. Αυτό ανήκει
στον μεγάλο σαξοφωνίστα Louis Jordan, ο οποίος το ηχογράφησε με την μπάντα του,
Tympany Five, το 1946. Εδώ κιθάρα παίζει ο Carl Hogan - αν και πάλι κανείς δεν
είναι απόλυτα σίγουρος αν ήταν ολότελα δική του έμπνευση. Προσέξτε στα πρώτα
έξι δευτερόλεπτα την εκδοχή του Hogan. Ουσιαστικά είναι το ίδιο:
Ain't That Just Like A Woman (1946)
Επιμύθιο (άλλωστε για τραγούδι-μύθο
πρόκειται): Τελικά ο Berry ‘έκλεψε’ το τραγούδι; Μεγάλη κουβέντα. Η
λογοκλοπή (plagiarism) είναι ένα από τα πολυσυζητημένα θέματα στο ροκ και στη
μουσική γενικότερα. Ο ίδιος ο “Πατριάρχης του Ροκ εν Ρολ” (aka Chuck Berry)
έχει κατά καιρούς παραδεχτεί αρκετές απ΄τις παραπάνω ‘εμπνεύσεις’ (κλεψίματα,
γιατί όχι;) που αναφέρθηκαν. Όπως εκείνος δήλωσε για το θέμα, “ουδέν κρυπτόν
υπό τον ήλιον”, εννοώντας ότι κάποια πράγματα είναι προφανή. Θα μπορούσαμε να
πούμε ότι ναι, ο Berry πήρε από πολλούς, ρυθμό, δομή, στίχους, σόλο, εισαγωγή.
‘Όμως το τελικό αριστούργημα ήταν ολόδικό του. Μπόρεσε και συνδύασε τόσους
παλαιότερους συνθέτες, κιθαρίστες, καταξιωμένους μουσικούς. Από τον Christian
και τον Walker, μέχρι τον Jefferson και τον Carter. Μπόρεσε να συγχωνεύσει
καταπληκτικά τόσα στυλ και τάσεις μουσικής: Το hillbilly με την western swing,
τα blues με την country και το bluegrass, την jazz με το rock ‘n’ roll. Και
κατάφερε να φτιάξει τελικά το δικό του δημιούργημα: Το τραγούδι που ίσως είναι
το πιο επιδραστικό στη ροκ μουσική - του προηγούμενου αιώνα τουλάχιστον. Αυτό
που δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο - ή ακούνητο - στο άκουσμά του. Αυτό που το
τραγούδησαν και το διασκεύασαν όλοι οι μεγάλοι μουσικοί και τραγουδιστές που
ακολούθησαν. Από τους ΄βασιλιάδες’ Εlvis και Jimi Hendrix, ως τους Stones κι
από τους Beatles, μέχρι τους …Judas Priest. Εκατοντάδες ΄βαριά’ ονόματα από
κάθε είδος μουσικής, το τραγούδησαν σε άλμπουμ, σε live, σε tribute. O Keith
Richards, φανατικός οπαδός του Berry, έχει δηλώσει αρκετές φορές την επιρροή
που είχε στην ζωή του, τόσο ο Chuck, όσο και το συγκεκριμένο κομμάτι. Και δεν
ήταν φυσικά ο μόνος. Tουλάχιστον μια γενιά μουσικών χρωστά ίσως την ύπαρξή της σε αυτό το κομμάτι, στον Chuck Berry και την εξάχορδη Gibson ES-350T που
χρησιμοποιούσε. Ίσως να λέγαμε ότι όλο το ροκ εν ρολ να του οφείλει, αν όχι την
ύπαρξή του, σίγουρα την εδραίωση του, με την φρενίτιδα που προκάλεσε το
κομμάτι. Ό, τι και να ΄κανε ο Berry, του αναγνωρίζουμε την ευφυΐα, το ταλέντο
και την ικανότητα να το κάνει. Κατάφερε να ‘συνθέσει’ τόσους και τόσους
μουσικούς. 'Ομως ήταν αυτός - δικαιωματικά - ο δημιουργός ενός μύθου.
Johnny B. Goode (LIVE- 1972 )
ΕΠΙΛΟΓΟΣ Και για να δικαιολογήσουμε τον υπότιτλο του
άρθρου, μια μικρή - σε πολλούς γνωστή - ιστορία: Το 1977, η NASA έστειλε, με
άγνωστο-τυχαίο προορισμό, χωρίς επιστροφή, δύο διαστημόπλοια για την εξερεύνηση
του διαστήματος, εντός και πέρα από το ηλιακό μας σύστημα. Τα Voyager 1 και
Voyager 2 - μη επανδρωμένα φυσικά - τα οποία μεταξύ άλλων περιείχαν ανθρώπινες
πληροφορίες, σε περίπτωση που έρθουν σε επαφή με εξωγήινη ζωή. Θα μου πείτε τι
σχέση έχουν όλα αυτά με το θέμα μας. Λίγη υπομονή. Ένας από τους υπεύθυνους του
προγράμματος, ο γνωστός αστροβιολόγος Carl Sagan, τοποθέτησε στα Voyager κι
από έναν… χρυσό δίσκο! Όχι κάποιον συγκεκριμένο που έχετε στον νου. Αυτοί
οι δίσκοι περιείχαν, μεταξύ άλλων δεδομένων, γήινους ήχους, ανθρώπινες ομιλίες, φωνές ζώων, κ.α. Περιείχαν φυσικά και μουσική και τραγούδια, από διάφορα είδη,
διαφόρων περιοχών της Γης. Έτσι υπήρχαν Συμφωνίες του Μπετόβεν, κονσέρτα του
Μπαχ, αλλά και τραγούδια φυλών του Μπενίν και των τροπικών δασών της Αφρικής. Κι
ερχόμαστε στο προκείμενο. Το πιο πρόσφατο τραγούδι - και το μοναδικό που έχει
σχέση με την ροκ εν ρολ μουσική - φαντάζεστε
ποιο ήταν: Φυσικά, το “Johnny B. Goode”! Δείτε εδώ:
Εξήντα χρόνια τώρα,
το “Johnny B. Goode” δε λείπει ποτέ από κανένα μας πάρτι. Τα τελευταία σαράντα
ίσως να μη λείπει ούτε από τα αντίστοιχα πάρτι των εξωγήινων!!!
ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ
Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019
ERIC ANDERSEN
American Folk Scene
Προερχόμενος από το κύκλωμα των folk-κλαμπ, ο Eric Andersen έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα μία καριέρα βασισμένη στην folk σαν τραγουδιστής και τραγουδοποιός από την δεκαετία του '60. Σαν τραγουδοποιός δεν στράφηκε σε θέματα κοινωνικής φύσεως, όπως πολλοί folkies της εποχής, αλλά τα θέματά του ήταν περισσότερο ρομαντικής, ποιητικής φύσης.
Is It Really Love at All? (1972)
Ας δούμε όμως κάποια από την δισκογραφική του δουλειά.
Today Is the Highway (1965, Vanguard)
Το πρώτο του LP τον δείχνει σε πλεονεκτική θέση. Ένας νέος άνδρας, στα 20+ χρόνια του, να έχει αδιαμφισβήτητα χαρίσματα σαν παρουσιαστής και σαν τραγουδοποιός. Τα τραγούδια του είναι άκρως προσωπικά, κυρίως μιλάνε για τη φύση της αγάπης και την ευχαρίστηση της εκπλήρωσης. Δεν έχει φόβο να εκφραστεί τίμια και ειλικρινά. Η folk στα πιό ωμά της, μόνο με κιθάρα, φωνή και περιστασιακά φυσαρμόνικα. Έχει ένα τρόπο να παίρνει κοινότυπα θέματα και να τα κάνει ...λιγότερο κοινότυπα. Οι φαν του στυλ θα διασκεδάσουν ακούγοντας τον δίσκο αλλά τα τραγούδια είναι μεγάλα, δεν υπάρχει κάποιο πολύ ξεχωριστό και δύσκολα στέκεται έξω από το σωρό που περιλαμβάνει τον Dylan, τον Hardin, τον Ochs, την Sainte-Marie, κλπ. Το ενδεικτικό και μάλλον καλύτερο συνθετικά τραγούδι του δίσκου, ένα παρόμοιο του "Scarborough Fair".
Looking Glass (1965)
'Bout Changes 'n' Things (1966, Vanguard)
Το δεύτερο άλμπουμ του επίσης όλο ακουστικό, είναι καλύτερο από το πρώτο με πολύ πιό αξιομνημόνευτα και ποικίλα τραγούδια, που συμπεριλαμβάνει τις πιό γνωστές του συνθέσεις "Violets of Dawn", "Thirsty Boots" και "Close the Door Slightly When You Go". Ένα επιτυχημένο άλμπουμ, όχι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό, αλλά κάθε τραγούδι έχει κάτι ενδιαφέρον να πεί και το λέει αρκετά πειστικά. Οι μελωδίες επίσης είναι βελτιωμένες. Περισσότερο από κάθε άλλο άλμπουμ του αλήθεια θυμίζει πολύ Dylan στη φωνή, ένα πρόβλημα που θα τον τυρρανούσε καθ'όλη την διάρκεια της καριέρας του (όταν απομακρυνόταν από αυτό το στυλ ερμηνείας τα πράγματα ήταν μάλλον χειρότερα), αλλά λυρικά είναι πολύ λιγότερο αφηρημένος και περισσότερο προσανατολισμένος στις σχέσεις και μετά από μερικά ακούσματα η προσωπικότητά του αρχίζει να δείχνει ειλικρινής και είναι αδιαφιλονίκητα σε αυτό το LP που συμβαίνει αυτό.
Thirsty Boots (1966)
'Bout Changes 'n' Things Take 2 (1967, Vanguard)
"Είναι ποιητής. Χωρίς αμφιβολία", γράφεται στο Hi-Fi / Stereo Review τον Νοέμβριο του 1967. Το τραγούδι του "Violets of Dawn", ένας σουρεαλιστικός εφιάλτης της αγάπης στο σκοτάδι το αποδεικνύει. Όλα τα τραγούδια έχουν ηχογραφηθεί στο προηγούμενο LP. Η διαφορά είναι ότι σε αυτό υπάρχει το κέλευσμα των καιρών που λέγεται folk-rock. Το όλο πρότζεκτ υποστηρίζεται από rock μπάντα. Ο δίσκος δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τα κλασικά της περιόδου, αλλά είναι ένα επιτυχημένο LP αναδεικνύοντας τον Eric στο peak της δεξιότητάς του ως τραγουδοποιός.
Violets of Dawn (1967)
More Hits From Tin Can Alley (1968, Vanguard)
Πώς μπορεί κάποιος να βρει ψεγάδι σε ένα άλμπουμ τόσο πεισματικά φωτεινό όσο αυτό; Σίγουρα ο Andersen κάνει τις κατάλληλες υποχρεωτικές κινήσεις απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα, αλλά υποψιάζομαι τα συναισθήματά του είναι περισσότερο ακριβώς μαζεμένα σε τόνους, που διαμορφώνουν την μακροχρόνια έκκληση του τροβαδούρου για την ιερότητα του ανεξάρτητου πνεύματος. Καθισμένος κάποιος στην ασφάλεια του σαλονιού του θα μπορούσε να βρει
διέξοδο στην ένταση μιάς πολυάσχολης ημέρας. Αν όχι και περισσότερα. Το στυλ ένα βήμα πιό πέρα από το 'Bout Changes 'n' Things Take 2, με την προσθήκη ηλεκτρικής κιθάρας και μερικών πνευστών. Τα πνευστά έχουν την ιδιαιτερότητα να κάνουν μερικά τραγούδια να ακούγονται ως mainstream pop παρά folk-rock, πράγμα όχι και τόσο καλό. Μία εξαίρεση το "Honey" είναι σχεδόν hard rock με lead κιθάρα που ανεβάζει ένα κατά τα άλλα μέτριο τραγούδι. Υπάρχουν μερικά τυπικά ενδιαφέροντα τραγούδια σε στίχους, αν μπορείς να τα παρακολουθήσεις, καθώς και μερικές μελωδίες που έρπουν πάνω σου (δύο από τα καλύτερα-η ντροπαλή μπαλάντα "Just a Little Something" και το αλά Simon & Garfunkel meets Dylan "Rollin' Home". Μοιάζει να αναζητά μία κατεύθυνση και αυτή να μην είναι εκεί γύρω, αλλά όπως συμβαίνει με όλα του τα άλμπουμ αν τα ακούσεις σίγουρα θα βρείς πολύ καλές στιγμές μέσα.
Rollin' Home (1968)
A Country Dream (1969, Vanguard)
Hχογραφημένο στα Νότια με τους τοπικούς γίγαντες Charlie McCoy, Weldon Myrick και Kenny Buttrey o πειραματισμός του Andersen με την country με κάτι σπανιότατο, μία αξιόλογη διασκευή του "(Sittin' On) The Dock of the Bay". Η επιτυχία του ωστόσο, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ομοιότητά του με το original. Ο όλος δίσκος στην πραγματικότητα πάει περισσότερο στην folk και pop με ψήγματα country, παρά στην αληθινή country. Πολύ εύκολα το εξέχον κομμάτι είναι η τρυφερή μπαλάντα "Deborah, I Love You". Ένας τέλειος διασκεδαστικός δίσκος που του λείπει η επιμονή και η προσωπικότητα παρόμοιων δίσκων που έγιναν την ίδια περίοδο, όπως ας πούμε του Dylan ή του Townes Van Zandt.
Deborah, I Love You (1969)
Avalanche (1968, Reprise)
Το folk στυλ του Andersen πάντοτε βασιζόταν περισσότερο στον ρομαντισμό παρά στις πολιτικές του πεποιθήσεις και αυτό είναι μέρος του λόγου που είναι ένα ξεχασμένο ξαδερφάκι του Dylan, του Ochs, της Baez κλπ, ακόμα κι αν οι στίχοι του έδειχναν ευφυία και περιστασιακά δεξιοτεχνία.
Κάθε φορά που νομίζω ότι μισώ το άλμπουμ ή ότι μου αρέσει, έρχεται το επόμενο κομμάτι για να με κάνει να αλλάξω γνώμη. Στο τέλος καταλήγω ότι είναι ένα άλμπουμ μπερδεμένο με μερικά τραγούδια να ξεχωρίζουν. Ο Eric Andersen είναι ένας ενδιαφέρων τύπος, που αξίζει να ερευνήσει κανείς, αλλά του λείπει η επιμονή για να αξίζει είτε την εμπορική, είτε την κριτική επιτυχία του Dylan ή της Mitchel ή το cult κοινό των Hardin, Buckley και Ochs.
For What Was Gained (1968)
Eric Andersen (1970, Warner Bros.)
Καλά και επαγγελματικά ηχογραφημένο, με κάθε σεβασμό, όμως κάτι λείπει. Αυτό που λείπει στην δουλειά του Andersen σαν συνθέτης και σαν παρουσιαστής/ερμηνευτής είναι η αληθοφάνεια και η αίσθηση της αφοσίωσης. Όταν λέω αληθοφάνεια εννοώ ότι παρά το δράμα που παρουσιάζει, συχνά μου χτυπάει σαν κάτι ανούσιο τελικά. Ίσως ο χρόνος που ξόδεψε για να καταπιαστεί με τόσα διαφορετικά πράγματα (δυστυχώς δεν είναι διαθέσιμα στο youtube), θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για να αναπτύξει ένα δικό του στυλ ή απλά να παραμείνει στην άνεση (αν και ξεπερασμένα) του 'Bout Changes 'n' Things. Οι καλύτερες στιγμές του στα "Secrets" και "She Touched Me".
She Touched Me (1969)
Blue River (1972, Columbia)
Το καλύτερο άλμπουμ του, όπως θεωρείται από τους περισσότερους, αν όχι το αριστούργημά του. Ίσως υπάρχουν πολλά για να κριτικάρει κανείς στα πρώτα του άλμπουμ, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που μπορεί να κατηγορηθεί ότι προσπαθεί να μοιάσει στον James Taylor. Δίνοντας το ρομαντικό, λυρικό του όραμα αυτός ο δίσκος του light τραγουδιστή-τραγουδοποιού μπορεί να χαρακτηριστεί σαν το κατάλληλο όχημα γι'αυτόν. Γιά ένα πράγμα. Η ερμηνεία του, ενώ δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο τουλάχιστον ακούγεται άνετα από κάποιον. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και στα καλύτερά του είναι δάσκαλος στο να φτιάχνει τραγούδια που έχουν κάτι να πούν, αλλά δεν το κάνει με πολύ στυλ. Δεν υπάρχουν τραγούδια που θα έπρεπε να είναι χιτ σε αυτό το άλμπουμ. Απλά είναι μία συλλογή από μελετημένα, ειλικρινή τραγούδια που αφήνουν μία ευχάριστη εντύπωση, αλλά δεν μπορούν να σε "μπριζώσουν", εκτός αν συνδέσεις το άκουσμα με τους στίχους. Ανέκαθεν σε κάθε του δίσκο ο Eric αποζημίωνε τους φαν του με ένα τουλάχιστον αξιόλογο τραγούδι. Σε αυτό συμβαίνει κάτι περισσότερο. Το από τους περισσότερους καλύτερο τραγούδι του "More Often Than Not" δεν είναι γραμμένο από τον ίδιο, αλλά από τον David Wiffen τραγουδιστή/τραγουδοποιό, ακόμα πιό "άγνωστο" από τον Andersen. Στo "Sheila" χρησιμοποιεί μία από τις παλιές καλές folk μελωδίες, αν και το "Blue River" (με την Joni Mitchell να κάνει backing vocals) μαζί με το "Round the Bend" ίσως είναι αντιπροσωπευτικά του τι κάνει σε αυτό το άλμπουμ ο Andersen-να ενσωματώσει τις gospel και rock επιρροές σε folk τραγούδια.
Blue River (1972)
Μετά από αυτή τη δισκογραφική δουλειά, ακολούθησαν περί τα 20 άλμπουμ μέχρι το τελευταίο που έκανε το 2017.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019
WINDCHASE
Down Under Progressive Rock
Ο όρος Down Under, όπως μας έλεγαν και οι Men At Work την δεκαετία του '80, αναφέρεται στην ήπειρο που βρίσκεται στο Νότιο ημισφαίριο, κάτω από τις περισσότερες ηπείρους, δηλαδή την Αυστραλία. Από εκεί προέρχονται οι Windchase, που δημιουργήθηκαν το 1976, από τον κιθαρίστα, τραγουδιστή και τραγουδοποιό Mario Millo και τον παίκτη των keyboard Toivo Pilt. Αυτοί οι δύο ανήκαν στο πρώτο Αυστραλιανό γκρουπ που έπαιξε progressive rock τους Sebastian Hardie. To όνομα του γκρουπ βγήκε από τον τίτλο του 2ου LP των Sebastian Hardie, Windchase. Ο Mario Millo ήταν για τους Windchase, ότι ήταν ο Andy Latimer για τους Camel.
Forward We Ride / Horsemen To Symphinity (1977)
Και ο παραλληλισμός μόνο τυχαίος δεν είναι. Βιρτουόζος της κιθάρας, αλλά με μοναδικό ταλέντο στο να γράφει τραγούδια, πράγμα που του πιστώθηκε και από την θητεία του στους Sebastian Hardie. Όμορφες μελωδίες, λυρισμός, μακριά ορχηστρικά περάσματα, όπως αρμόζει σε progressive σχήματα που σέβονται την "ταμπέλα". Εξάλλου ο τίτλος του δίσκου υπονοεί Symphonic Infinity. Το άλμπουμ ανοίγει με το ατμοσφαιρικό "Forward We Ride" με πιάνο, που θα οδηγήσει στο εξαιρετικό "Horsemen to Symphinity". Ακολουθεί το "Glad to Be Alive", δείγμα art rock μουσικής με χορωδία.
Glad to Be Alive (1977)
Το instrumental "Gypsy" ένα πολύ μελωδικό θέμα και ένα από τα πιό αξιόλογα του άλμπουμ. Το "No Scruples" ένα τυπικό συμφωνικό progressive που θυμίζει Yes.
Gypsy (1977)
To "Lamp's Fry" που αρχίζει με τον ήχο τηγανίσματος είναι ένα μακρύ τζαμ μεταξύ του Millo και του Toivo. Το "Non Siamo Perfetti" συνδυάζει την μελωδία από ένα τρακ από το πρώτο άλμπουμ των Sebastian Hardie με ένα τρακ από το δεύτερο δίσκο τους.
Lamp's Fry (1977)
Τέλος το "Flight Call" είναι πιό ανάλαφρο γενικά, πάντα όμως στην κατηγορία του εξαιρετικού. Το άλμπουμ κλείνει με μία live εκτέλεση του "Horsemen to Symphinity", χωρίς να υπάρχει κάτι που να το διαφοροποιεί ωστόσο από την στούντιο βέρσιον.
Flight Call (1977)
Αυτό το άλμπουμ δυστυχώς δεν είχε την επιτυχία των δύο άλμπουμ που έκαναν οι Sebastian Hardie. Βέβαια όχι λόγω του ότι υπολείπεται σε κάτι από αυτά. Ίσα-ίσα το αντίθετο θα έλεγα. Μάλλον τα ξεπερνάει αισθητά. Απλά ήταν θέμα timing. Η ίδια τύχη περίμενε και τα δύο single που κυκλοφόρησαν με αποτέλεσμα οι Windchase να διαλυθούν. Όπως μας λέει ο Mario Millo "Κοιτάζοντας πίσω είναι ξεκάθαρο ότι εκτός από ασήμαντες διαφορές ανάμεσα στα μέλη της μπάντας, ο κύριος λόγος που διαλυθήκαμε ήταν τα χρήματα, ή μάλλον η έλλειψη χρημάτων και η κακή διαχείρηση της μπάντας. Ποτέ δεν είχαμε τύχη με τους μάνατζερ και ο τελευταίος κατά λάθος μας οδήγησε σε δύο στρατόπεδα. Εμένα και τον Toivo και τον Alex με τον Peter. Σε μία χώρα με λίγο πληθυσμό παίζοντας μουσική που πιά δεν πούλαγε, νομίζω ήταν μοιραίο να γίνει, αν κι όλοι μας αισθανόμασταν ότι ήταν κρίμα".
Και αυτό είναι και η αλήθεια σχετικά με την διάλυση τόσων αξιόλογων γκρουπ, όταν το progressive καλείτο να αναμετρηθεί με το punk σε παγκόσμια κλίμακα στα τέλη της δεκαετίας του '70. Το punk, στο οποίο σύντομα θα αναφερθούμε εκτενέστερα. O Mario Millo εξακολούθησε να κάνει solo δισκογραφία με το Epic III (1979). Τελευταία δημιουργία του Mario Millo ήταν το 2003 όταν έκανε το άλμπουμ Ocean of the Mind, ακόμα ένα διαμάντι της progressive rock.
O Mario Millo είναι ένας από τους πιό αξιόλογους Αυστραλούς μουσικούς του εικοστού αιώνα, χωρίς να υπάρχει αίσθηση υπερβολής σε αυτό. Απλά τοποθέτησε την Αυστραλία στον χάρτη του progressive, γράφοντας επικά κομμάτια, αντάξια μεγαθήριων της progressive αλλά και της art/συμφωνικής rock, όπως οι Camel, οι Yes ή οι Genesis.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019
CAPTAIN BEYOND
A Stoner-psych classic
Οι λέξεις
“soupergroup” ή ”stoner” μπορεί να μην λένε και πολλά σε έναν σημερινό νέο,
λάτρη της μουσικής. Κι όμως κάποτε ήταν βασικοί όροι σε τυχόν χαρακτηρισμό ενός
γκρουπ. Ένα τέτοιο, που συνδυάζει και τις δύο λέξεις ήταν οι Captain Beyond.
Ήταν από τους
πρωτοπόρους του λεγόμενου ‘stoner rock’. (Σημείωση: υπο-παρακλάδι της ροκ, που
συνδυάζει στοιχεία από heavy και doom
metal, καθώς και μίξη ψυχεδελικού και acid rock, με τη χρήση παράλληλα αλκοόλ ή ναρκωτικών). Οι Captain Beyond (C.B.) δημιουργήθηκαν από τις
στάχτες άλλων μεγαθηρίων (κοίτα Deep Purple, Iron Butterfly, κ.α.). Κυκλοφόρησαν
μερικές αξιολογότατες δουλειές. Τα έδιναν όλα σε κάθε παράσταση. Είχαν όλα τα
φόντα να δημιουργήσουν μια σούπερ μπάντα που θα έμενε στον χρόνο. Ειδικά το
πρώτο τους άλμπουμ έδωσε στον κόσμο τεράστια ελπίδα και προσμονή για το μέλλον.
Κι όμως, όπως συμβαίνει πολλές φορές, κατόρθωσαν να ‘πετάξουν’ όλα όσα είχαν
υποσχεθεί. Αποτέλεσε ακόμη μία μπάντα που έπεσε στη λήθη - έστω για τους
περισσότερους. Και να πώς έχει η ιστορία τους:
Στις αρχές του
1971 οι αμερικάνοι Iron Butterfly έδιναν συναυλίες στην Ευρώπη, μαζί με τους
Yes. Η σύνθεσή τους τότε περιλάμβανε και τους Lee Dorman στο μπάσο και Larry
“Rhino” Rheinhardt στην κιθάρα. Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι η τουρνέ αυτή θα ήταν η
τελευταία - τουλάχιστον μ’ αυτό το line-up. Τότε μάλιστα ο Rhino συνέλαβε και το όνομα της μελλοντικής
του μπάντας, από μια ιδέα του Chris Squire (Yes): “Βρισκόμασταν σε περιοδεία στην
Ευρώπη”εξηγεί ο Rheinhardt. ”Στο ίδιο λεωφορείο μαζί με τους Yes. Μετά από μία
νύχτα αϋπνοίας, με ποτό και ‘τσιγαριλίκι’, κάνοντας να βγω απ΄το όχημα, πέφτω
πάνω στον Squire. Κοιτώντας με στα κατακόκκινα μάτια μου, μου λέει (επί λέξη): “Goddamn,
you look like Captain Beyond”.”Από τότε, συγκράτησα αυτή τη φράση“.
Dancing Madly Backwards (Live 1972)
Την ίδια εποχή περιόδευε στην Ευρώπη κι ο
Johnny Winter με το σχήμα του, στο οποίο ντραμς έπαιζε ο Bobby Caldwell. Οι
πρώτες επαφές είχαν γίνει από τότε, όταν οι Dorman/Rhino προσήλθαν σε μία
συναυλία του Winter, να τσεκάρουν τον Caldwell. Ο τελευταίος γνωριζόταν με τον
Reinhardt από τα τέλη των ‘60ς, όταν έπαιζαν σε garage μπάντες στην Florida.
Aργότερα ο Caldwell έπαιξε με τους Allman Brothers και με τη μπάντα του Johnny
Winter. “Εκείνη την εποχή παίζαμε μα τον Winter κι ήμουν πολύ χαρούμενος. Αλλά
ο Johnny μας είπε ότι θέλει να κάνει ένα διάλειμμα, μετά από μια τέτοια ‘βαριά’
περιοδεία. Όταν συνέβη αυτό, πέταξα στο L.A. και βρήκα τους άλλους δύο για να
φτιάξουμε την μπάντα μας”, θυμόταν ο Caldwell. Έτσι, αρχές καλοκαιριού του
1971, οι Dorman/Rhino/Caldwell βρίσκουν στούντιο στη Florida κι αρχίζουν να
τζαμάρουν. Τους λείπει όμως κι άλλο άτομο. Ο τραγουδιστής τους! Ο παλιός
μάνατζερ των Iron Butterfly, Phil Walden, τους προτείνει τον Rod Evans. O Rod
Evans ήταν Άγγλος, ιδρυτικό μέλος των Deep Purple και ως γνωστό είχε κάνει τρία
πολύ καλά άλμπουμ μαζί τους. Το 1969, οι Purple αποφάσισαν ότι χρειαζόταν έναν
άλλον στα φωνητικά (βασικά δεν άρεσε η φωνή του στον Blackmore), οπότε ο Evans
άφησε το συγκρότημα πριν έρθει στη θέση του ο Ian Gillan. Ψάχνοντας για
έντονους νέους ορίζοντες, ο Evans μετακόμισε στο Λος Άντζελες. Όλοι συμφώνησαν
ότι αυτός ήταν ο ιδανικός τραγουδιστής για το νέο τους γκρουπ.
Thousand Days of Yesterdays (Time Since Come and Gone) (1972)
Έχοντας κάνει,
οι τέσσερίς τους, μερικές εβδομάδες πρόβες, δείχνουν τα πρώτα δείγματα της
δουλειά τους (μέρος του υλικού του πρώτου τους άλμπουμ) στον Duane Allman,
γνωστό του Caldwell. Αυτός ενθουσιάζεται τόσο που πείθει τον μάναντζέρ του,
Phil Walden, να υπογράψουν συμβόλαιο στην εταιρεία (του Walden) Capricorn.
Έτσι τον Ιούλη του ΄72 κυκλοφορούν την πρώτη τους δισκογραφική απόπειρα, που
έμελλε να είναι, αν μη τι άλλο, ιστορική. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους είναι
αναμφίβολα ένα από το πιο συγκλονιστικά progressive hard rock άλμπουμ όλων των
εποχών. Η αμερικάνικη prog σκηνή του χρωστάει πολλά. Αλλά και συγκροτήματα όπως
οι Journey και οι Rush, από εδώ ίσως βρήκαν κάποιες νέες κατευθυντήριες οδούς για
να προχωρήσουν στα πρώτα τους βήματα. Είναι αφιερωμένο, σύμφωνα με τα μέλη της
μπάντας, στον αδικοχαμένο Duane Allman, ο οποίος σκοτώθηκε τρεις μήνες αφού το
βγάλανε στην αγορά. Ένα συνηθισμένο πολύ καλό γκρουπ που θα είχε να επιδείξει
τέτοια δείγματα στη διάρκεια τουλάχιστον πέντε άλμπουμ, εδώ οι C.B. το
καταφέρνουν με την πρώτη. Εντυπωσιακές ενορχηστρώσεις, τολμηρές ατμόσφαιρες,
ρυθμικές αλλαγές κι ανατροπές, συνδυασμένη βαρύτητα και τεχνική, μεστές
ερμηνείες από έναν καταπληκτικό κι ‘εφευρετικό’ Evans, με ονειρικά φωνητικά, ο
οποίος εδώ πεισματικά αναγεννάται και παίρνει το αίμα του πίσω για το άδοξο
φευγιό του από τους Purple. Πέρα από αυτό, όμως υπάρχουν και τα ατσάλινα και
λαμπερά riffs από την κιθάρα του Rheinhardt - πιο πρωτοποριακά πεθαίνεις - και
το ‘ευέλικτο’ rhythm section από τους έμπειρους Caldwell / Dorman. Όλα αυτά
συνδυαζόμενα καθιστούν το άλμπουμ κορυφαίο στο χώρο του heavy rock, αφήνοντας
πολλές δουλειές καταξιωμένων συγκροτημάτων έτη φωτός πίσω του.
Frozen Over (1972)
Ο Dorman είχε δηλώσει ότι ένα από
τα βασικά κίνητρα για τον σχηματισμό της μπάντας ήταν το jazz rock. Επί της
ουσίας όμως, ελάχιστα έως καθόλου τέτοια στοιχεία βρίσκονται στον δίσκο.
Αντιθέτως, τα μοναδικά, εφευρετικά riffs νιώθεις ότι σε χτυπούν κατακούτελα. Αυτά
καθώς και η επιβλητική φωνή του - πάντα - υποτιμημένου Rod Evans, είναι εκείνα
που καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό και οριοθετούν το ‘Captain Beyond’. Αλλά και οι
στίχοι και οι τίτλοι των τραγουδιών είναι παρμένοι από sci-fi θέματα, κάνοντάς
τα να λειτουργούν ως ένα αδιάσπαστο σύνολο, υποβάλλοντας συχνά τον ακροατή σε
μια ιδέα space rock concept. Μεγάλο ρόλο στο παραπάνω παίζει η δομή: το σπάσιμο
τραγουδιών σε μικρότερα parts, αλλά και το ότι τα τραγούδια ρέουν άμεσα μεταξύ
τους χωρίς εμφανές κενό διάστημα από το ένα στο άλλο - τεχνική αρκετά
διαδεδομένη εκείνη την εποχή σε πολλά prog σχήματα. Πάνω στον δίσκο - που το
εξώφυλλό του στην αμερικάνικη κόπια ήταν τρισδιάστατο - αναφέρεται ότι το υλικό
του άλμπουμ πιστώνεται μόνο στους Caldwell / Evans. Aυτό όμως είναι λάθος,
καθώς όλοι συνέβαλαν για αυτό το αριστούργημα. Απλώς, για λόγους καθαρά
δικαιωμάτων και συμβατικών υποχρεώσεων με τα προηγούμενες μπάντες τους, οι
Rheinherdt / Dorman δεν αναγράφονται στο οπισθόφυλλο.
Mesmerization Eclipse (1972)
Ο περίπλοκος και συνάμα εύληπτος
χαρακτήρας του απογειώνει το άλμπουμ σε σφαίρες που ίσως λίγοι πλησίασαν στα
‘70ς. Στα αλήθεια υπερβαίνει κάθε εσκαμμένο στο χώρο της hard rock της εποχής.
Από τραγούδια… τι να πρωτοξεχωρίσει κανείς : Το “ Dancing Madly Backwards”,
που ανοίγειτην Α’ πλευρά; Τα ”Armworth
” και "Myopic Void" που συνεχίζουν; Το ”Thousand Days of Yesterdays
(Intro)” / "Frozen Over", που συνδυάζουν τρία τραγούδια μαζί -
ονειρική κλασική σύνθεση; Το “Mesmerization Eclipse”, με ένα από τα πιο
αγαπημένα riff του υπογράφοντος; Ή το
πιο γνωστό του δίσκου, το ‘πολύ’ “ Raging River of Fear ”; Δεν είναι ένα, δεν
είναι δύο… ΕίναιΟΛΟτοάλμπουμκορυφαίο ! Stoner-psych classic!
Raging River of Fear (1972)
Τελικά το άλμπουμ
έκανε ικανοποιητικές πωλήσεις κι αυτό ώθησε την μπάντα να ξεχυθεί στο δρόμο για
συναυλίες. Το ντεμπούτο τους έγινε στο Φεστιβάλ του Montreux στις 30 Απριλίου
1972. Επίσης έδινεσυνεντεύξεις, κάνοντας δημόσιες σχέσεις, όπου
βρεθεί κι όπου σταθεί. Οι προσδοκίες ήταν πλέον μεγάλες. "Ήμασταν σε όλα
τα περιοδικά, Rolling Stone, Billboard, όλα αυτά. Το άλμπουμ μας
ήταν στα charts, ήμασταν στο ραδιόφωνο, αλλά η δισκογραφική εταιρεία μας δεν
ήταν πίσω μας ", λέει ο Reinhardt. Και δυστυχώς η αλήθεια ήταν αυτή: η Capricorn δεν στήριζε όσο έπρεπε τη δουλειά του. Αυτό το διαμάντι πήγαινε χαμένο. Ο
αρχικός ενθουσιασμός σιγά σιγά εξανεμίσθηκε. Η αιτία ήταν ο προσανατολισμός της
εταιρείας, ειδικά μετά την τεράστια επιτυχία του άλμπουμ Eat A Peach των
Allman Brothers, ο οποίος επικεντρώθηκε αποκλειστικά στον ‘νότιο’ ήχο, κάτι που
ήταν φυσικά αδύνατο να ακολουθήσουν οι Captain Beyond. Άρχισε έτσι μία άτυπη -
κι όχι μόνο - κόντρα μεταξύ του διευθυντή της δισκογραφικής και των μελών του
γκρουπ. “Ο Phil Walden, απείλησε να σκοτώσει τον Rhino, απείλησε να σκοτώσει
τον Lee”, έλεγε σε συνέντευξη, χρόνια μετά, οCaldwell. “Υπήρχε μια τέτοια επιθετικότητα και τα πράγματα άρχισαν
σιγά-σιγά να χειροτερεύουν. Ήθελε να εξερευνήσει την ‘southern’ πλευρά μας.
Όμως δε θυμάμαι να έχουμε παίξει ποτέ southern rock”.
Μέσα σε αυτό το
αρρωστημένο κλίμα άρχισαν οι αποχωρήσεις. Πρώτος έφυγε ο Bobby Caldwell.
"Κάπου στα τέλη του 1972 φάνηκε να υπάρχει διάσταση στο συγκρότημα",
λέει ο Caldwell. "Ο Lee και ο Rhino ήταν από τη μία πλευρά, ο Rod
βρισκόταν στη μέση κι εγώ ήμουν στην άλλη. Και μάλλον δεν ήταν τίποτα
σημαντικό, μόνο μερικά ΄παιδιάστικα’ πράγματα ή κάτι τέτοιο. Και θυμάμαι
να λέω: ‘Κοίτα, είμαστε ακριβώς στην πόρτα της δόξας. Το μόνο που πρέπει να
κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε. Το μόνο που
πρέπει να κάνουμε είναι να συνεχίσουμε να γράφουμε δημιουργικά πράγματα. Αλλά
υπήρξε κάποιο είδος αντιπαράθεσης... Έτσι τελικά είπα: ‘Ωραία, γαμώτο. Φεύγω'. Και
το έκανα”. Και κάπου αλλού λέει επίσης: ”Αν ήμουν απλά ένας ντράμερ και
όχι ένας τραγουδοποιός, πιθανότατα θα είχα φροντίσει πολύ λιγότερο για να μη
διαλυθεί η μπάντα . Αλλά εξακολουθούσα να πιστεύω ότι αν κρατούσαμε τη
μπάντα ενωμένη, θα μπορούσαμε να γίνουμε τεράστιοι. Θέλω να πω, η μπάντα
ήταν ήδη μεγάλη. Όταν παίξαμε στο Σικάγο ήταν σαν να ήμαστε οι Led
Zeppelin. Αυτός είναι ο τύπος που μας ταίριαζε. Είχαμε τη μαγεία να τα
κάνουμε όλα αυτά... Είχαμε τα σωστά τραγούδια και τους σωστούς ανθρώπους,
αλλά είχαμε λάθος διαχειριστή και λάθος δισκογραφική εταιρεία".
As The Moon Speaks (1972)
O ‘Rhino’, ως
μοναδικός ηγέτης της μπάντας, βρίσκει αμέσως αντικαταστάτες για να ηχογραφήσει
και να προωθήσει το επόμενο άλμπουμ. Έτσι φέρνει τον Marty Rodriguez στα
ντραμς, τον Guille Garcia στα κόνγκας (!) καθώς και τον Reese Wynans στο πιάνο.
Με αυτούς τους έξι λοιπόν ηχογραφείται η δεύτερη δουλειά του, το Sufficiently
Breathless και κυκλοφορεί τον Μάη του ’73. Αν και συνεχίζουν στην ίδια
εταιρεία, ο ήχος τους δεν έγινε πιο ‘νότιος’. Όμως σε καμία περίπτωση δεν
μοιάζει, αλλά αντίθετα ωχριά, στο μεγαλείο του πρώτου τους άλμπουμ. Ο ήχος
μαλακώνει, γίνεται ίσως πιο jazz, μοιάζει πιο πολύ με των Santana παρά με αυτό
που έπαιζαν πριν ένα-δύο χρόνια. Η κυρίαρχη διάθεση είναι το εύκολο και γρήγορο
κομμάτι, καθαρά επαγγελματικά. Κανένα κομμάτι δε διαρκεί πάνω από πεντέμισι λεπτά. Αυτό τους ωφέλησε
σίγουρα σε κάποιες προσπάθειες (όπως το
"Distant Sun"), ακόμα και στο διάσημο ακουστικό ομώνυμο κομμάτι αλλά και
στο κομψό latin-funk-rock
των "Bright Blue Tango"
και "Everything's a Circle”. Τo αποτέλεσμα ήταν έξυπνο μεν, προς το αδιάφορο στους πολλούς τους
φαν, δε.
Sufficiently Breathless (1973)
Τα πράγματα γενικώς δεν πήγαιναν καλά. Οι
εντάσεις συνεχίζονταν, εντός κι εκτός στούντιο, κυρίως αυξήθηκαν λόγω δυσκολιών
στην παραγωγή, με την ποιότητα του ίδιου του στούντιο κι επειδή ο νέος ντράμερ
Marty Rodriguez αποδείχθηκε ότι δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο με τον Bobby
Caldwell. Υπήρχε όμως και θέμα με τον Evans. “Δεν νομίζω ότι η συμπεριφορά του
είχε τίποτα να κάνει με ψυχικά προβλήματα”, έλεγε πάλι ο Caldwell. “Ο Rod
ήταν πολύ αβέβαιος για τις ικανότητές του, οπότε κάθε μικρό πράγμα θα τον έκανε
να αισθάνεται ότι ίσως δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας τη δουλειά. Αυτό δεν
είναι πολύ ασυνήθιστο για τους ανθρώπους στην τέχνη… Το μόνο που μπορώ να πω
είναι ότι ήταν ένας μεγάλος τραγουδιστής". Τελικά κι ο Evans, μη
μπορώντας όλη αυτή την πίεση και τις καταστάσεις, μετά την ηχογράφηση του δεύτερου
άλμπουμ, στα μέσα του 1973, εγκατέλειψε την μπάντα. Στα τέλη του ΄73 γύρισε και
με το αρχικό line-up οιCaptain Beyond
επανενωμένοι – για τελευταία φορά – κάνουν μια σειρά από εμφανίσεις. Αλλά αυτό
ήταν. Ο Evans αποχωρεί οριστικά κι αμετάκλητα. Έκτοτε τα ίχνη του χάθηκαν
εντελώς. Μοιραία ακολουθεί και η διάλυση της μπάντας. Ο Caldwell από την άλλη
‘καλόπεσε’. Αμέσως μετά εντάχθηκε στο συγκρότημα του Rick Derringer και έπαιξε
στο άλμπουμ All American Boy (1973). Αργότερα μπήκε στους (Brit-rock
supergroup) Armageddon με πρώην Yardbirds και frontman τον Keith Relf.
Evil Man (1973)
To 1976 το
γκρουπ ανασυντάσσεται. Ο ‘Rhino’ να κάνει οντισιόν για έναν νέο τραγουδιστή - ο
μελλοντικός frontman των Journey, Steve
Perry, ήταν ένας από τους πολλούς που απορρίφθηκαν - πριν αποφασίσουν για ένα
σχετικά άγνωστο, τον Willie Daffern. Εντωμεταξύ, επιστρέφει κι ο Bobby Caldwell
κι αρχίζουν τις live παραστάσεις, να ξαναμαζέψουν το κοινό τους. Το τρίτο - και
τελευταίο - άλμπουμ της μπάντας έμελλε να είναι το Dawn Explosion, του 1977, αυτή
τη φορά απ΄την Warner Bros. Πέρασε κι αυτό απαρατήρητο. Κι όμως,
είναι στα αλήθεια ένα πολύ καλό άλμπουμ, στο ύφος του ντεμπούτου. Κάτι που δεν
εκπλήσσει μιάς και το περισσότερο υλικό του ανάγεται στην εποχή εκείνη. Αλλά δυστυχώς! Παρά την ποιοτική στάθμη του νέου δίσκου και παρά τις επίμονες προσπάθειες
του σχήματος για την προώθησή του, το πήραν απόφαση ότι οι εποχές άλλαξαν και η
μπογιά της μουσικής των Captain Beyond είχε περάσει. Διαλύονται και πάλι το
1978.
Icarus (1977)
Έκτοτε, τα μέλη
του διασκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους κι έπαιζαν με κάποια σχήματα, από
εδώ κι από εκεί. Το ενδιαφέρον για την μπάντα αναζωπυρώθηκε προς τα τέλη των
‘90ς, το 1998 συγκεκριμένα, μάλλον λόγω της ‘πώρωσης’ των διοργανωτών του
Sweden Rock Festival! Το line-up τώρα συμπληρώθηκε, εκτός των
‘Rhino’/Caldwell, από τους Jimi Interval στα φωνητικά, τον Dan Frye στα πλήκτρα
και τον Jeff Artabasy στο μπάσο. Κι όμως, παρά την θέλησή τους, δεν ήταν
γραφτό να προχωρήσουν άλλο.Αυτή η
καθοριστική συναυλία αποδείχθηκε καταστροφή. "Δεν παίζαμε καλά", θυμόταν
ο Reinhardt. "Δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με τον ήχο. Και
οι ενισχυτές συνέχισαν να ‘φυσούν’ ". Ο Caldwell, απ΄την άλλη το θυμάται
λίγο διαφορετικά: “O‘Rhino’ ήταν μεθυσμένος. Έπινε για δύο μέρες πριν ακόμα
φτάσαμε εκεί. Θα μπορούσα να τον σηκώσω και να τον ρίξω στο
ακροατήριο. Και θα το έκανα, αν δεν πίστευα ότι έτσι θα διέλυα το
συγκρότημα. Είχαμε κάνει πρόβες για μήνες για αυτή την παράσταση. Όλοι
ήταν απογοητευμένοι. Υπήρχαν τόσοι πολλοί άνθρωποι εκεί έξω για να μας
δουν, και παίζαμε τόσο χάλια, ήταν απλά σαν ένα κακό αστείο”. Παρά το γεγονός
αυτό, η μπάντα προσπάθησε να συνεχίσει τα επόμενα χρόνια και μάλιστα
κυκλοφόρησε ένα τετραπλό EP από νέο υλικό το 2000. Ωστόσο, σύμφωνα με τον
Caldwell, είχε γίνει ένας ατελείωτος αλλά μάταιος αγώνας για να περισωθούν τα
πράγματα. Το 2001, οι Captain Beyond έπαιζαν – για άλλη μια φορά – την
τελευταία τους παράσταση ."Έχουμε παίξει μια συναυλία το φθινόπωρο του
2001", θυμάται ο Caldwell. "Ήταν sold out. Ήταν νομίζω στο
Clearwater, στη Florida. Ο
κόσμος φαίνονταν ευχαριστημένος. Και από τότε δεν άκουσα για τον ‘Rhino’
για τα δυόμισι επόμενα χρόνια”.
Fantasy (1977)
Κάπως έτσι συνέχισαν και τα τελευταία χρόνια:
μία έτσι, μία αλλιώς, διάλυση, επανένωση. Τελικά ο Reinhardt πέθανε τον Γενάρη
του 2012, στα 63 του, απόκίρρωση του
ήπατος, αφού είχε διαγνωστεί λίγο καιρό πριν με καρκίνο. Αλλά και ο μπασίστας
Lee Dorman δεν είχε καλύτερη τύχη εκείνη τη χρονιά. Πέθανε τον Δεκέμβρη του
’12. Ο Bobby Caldwell φάνηκε - ως τώρα τουλάχιστον - πιο τυχερός: παίζει
ακόμα με τη δική του μπάντα στη Florida.
Για τον Evans τα είπαμε: αν τον δείτε, ειδοποιήστε κι εμένα!
Για όσους δεν ψάχνουν
αρκετά τη μουσική οι CaptainBeyondθα αποτελούν ένα καλά κρυμμένο θησαυρό. Για τους λίγους
υπόλοιπους, ο... ‘καπετάνιος’ θα μείνει πάντα μέσα τους σαν μία ηχηρή αναλαμπή
στον χώρο του hardrock,
έστω με μια επίγευση απογοήτευσης αλλά και απορίας στα χείλη: “Πού θα μπορούσαν
άραγε να είχαν φτάσει, αν συνέχιζαν με την ίδια φόρα, όπως στο ντεμπούτο τους;;;”