Αποποίηση Ευθύνης

Δηλώνεται ότι η ευθύνη των αναρτήσεων, καθώς και του περιεχομένου αυτών ανήκει αποκλειστικά στους συντάκτες τους, ρητώς αποκλειόμενης κάθε ευθύνης σχετικά του ιστότοπου. Το αυτό ισχύει και για τα σχόλια που αναρτώνται από τους χρήστες σε αυτό.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026



GILA



Bury My Heart at Wounded Knee



Οι Gila, που σχηματίστηκαν στις αρχές του 1969 στη Στουτγάρδη, ήταν ένα από τα καλύτερα και πιο γνωστά συγκροτήματα της γερμανικής progressive rock. Η αρχική σύνθεση ήταν: Fritz Scheyhing στο mellotron και το όργανο, Walter Wiederkehr από την Ελβετία στο μπάσο, Daniel Alluno από το Μπορντώ στα ντραμς και Wolf Conrad "Conny" Veit στην κιθάρα και ως lead singer. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι το 1970, ακόμη και πριν ηχογραφήσουν τον πρώτο τους δίσκο, οι Gila προσκλήθηκαν από την βαυαρική τηλεόραση να γυρίσουν μια ολόκληρη συναυλία που επρόκειτο να προβληθεί σε τηλεοπτική σειρά. Ωστόσο, για άγνωστους λόγους δεν σώθηκε τίποτα από αυτά τα γυρίσματα. Το 1971, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ του συγκροτήματος: "Gila" (BASF 2021109-6), με τίτλο Free Electric Sound

This Morning



Gila - Bury My Heart at Wounded Knee (Warner Bros. Records - WB 46 234) 1973

Μετά από την ολοκλήρωση του ντεμπούτο άλμπουμ τους οι Gila άρχισαν σιγά-σιγά ο ένας μετά τον άλλο να αποχωρούν από την βάση τους, στην Στουτγάρδη, όπου ζούσαν και δημιουργούσαν την μουσική τους σε ένα εν είδει κοινόβιο χώρο. Ο Conny Veit το 1972 στα 21 του, αποφάσισε να μετακομίσει στο Μόναχο, καθώς ο Florian Fricke των Popol Vuh τον είχε προσκαλέσει να βοηθήσει στο νέο του άλμπουμ Hosianna Mantra. Ο νεαρός Conny αποδέχτηκε την πρόσκληση, αν και δεν επιθυμούσε να διαλύσει τους Gila, επειδή ήταν πάντα ένα live γκρουπ και γνώριζε ότι οι Popol Vuh ήταν ένα κατεξοχήν στούντιο πρότζεκτ. Βέβαια για τον ίδιο η κίνηση του αυτή σήμαινε την έναρξη της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας σαν μουσικός. Ήταν ένα διάλειμμα από τις συνεχόμενες παραστάσεις με τους Gila επιπλέον όμως αποδείχτηκε ότι συνέβαλε στην δημιουργία ενός επιδραστικού άλμπουμ όπως το Hosianna Mantra. Το γεγονός ότι οι Gila άρχισαν να διαλύονται δεν ήταν μόνο εξαιτίας της απόστασης Μόναχο-Στουτγάρδη, αλλά και η έλλειψη ιδεών για κάτι καινούριο. Ο μπασίστας Walter Wiederkehr και ο ντράμερ Daniel Alluno ακολούθησαν τον Conny Veit στο Μόναχο, αλλά ο μουσικός τους προσανατολισμός ήταν διαφορετικός. O Fritz Scheyhing παρέμεινε στην Στουτγάρδη. Προφανώς αυτό ήταν και το τέλος της πρώτης ενσάρκωσης των Gila.

In A Sacred Manner


Όσο δούλευε με τους Popol Vuh, ο Conny Veit ήρθε σε επαφή με τους Amon Duul II, όταν ήταν στο απόγειο τους. Ήταν ένα από τα ελάχιστα Γερμανικά γκρουπ που διατήρησε σταθερά την αρχή του κοινόβιου, ζώντας όλοι μαζί σε ένα μεγάλο σπίτι, εκεί όπου γνώρισε τον Daniel Fichelscher, δεύτερο ντράμερ των Amon Duul II, δίπλα στον Peter Leopold. Εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την ευκολία με την οποία έπαιζε, τον ενθουσιασμό του, την προσωπικότητα του και την σχεδόν τυφλή προσαρμογή του στα τζαμ. Ήταν ξεκάθαρο στα μάτια του Conny ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος που θα έπαιρνε την θέση του ντράμερ στους Gila. Αν και εκείνη την στιγμή ό,τι είχε απομείνει από τους Gila ήταν ο ίδιος ο Conny Veit. Έχοντας ολοκληρωθεί το άλμπουμ των Popol Vuh, ο Conny άρχισε να σκέφτεται πώς θα έμοιαζε το μέλλον των Gila. 

Sundance Chant


Με σχεδόν μισό χρόνο προετοιμασίας του Hosianna Mantra ήταν σε θέση να αναπτύξει μια πιο στενή σχέση με την κλασσική μουσική, που μέχρι τότε του ήταν τελείως άγνωστη. Ο ηγέτης των Popol Vuh, Florian Fricke φαινόταν πολύ μπροστά σε κάποιους τομείς σε σχέση με τον νεαρό Conny Veit. Μόνο και μόνο αυτό τον έκανε πολύ χαρούμενο, όταν ο Florian Fricke του ανακοίνωσε ότι προσφέρεται να συνεισφέρει στο επόμενο άλμπουμ των Gila. Το ότι αυτό θα ήταν το Bury My Heart at Wounded Knee δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρο βέβαια. Ο Conny Veit πάντα είχε μία αδυναμία στα τριμελή lineup και ήταν φανερά ικανοποιημένος με το τρίο Veit/Fricke/Fichelscher. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν αλλιώς...

Young Coyote


Εκείνη την εποχή ο Conny διάβαζε πολύ. Τον εντυπωσίαζαν τα κείμενα του Laotze. Όμως όταν έπεσε στα χέρια του το βιβλίο του Dee Brown ανακάλυψε μέσα του στίχους που έλαμπαν σαν κοσμήματα μέσα στα κατά τα άλλα πολύ συναρπαστικά ιστορικά κείμενα, σαν μικροί ήλιοι μέσα στην γκρίζα μονοτονία. Ήταν αυτή η αγνή δύναμη της ποίησης που τον κατέκλυσε με τέτοιο ενθουσιασμό και έμελλε να γίνει ουσιαστικά το δεύτερο άλμπουμ των Gila. Πέρασε πολύ καιρό μελετώντας και εκπαιδεύοντας την φωνή του και βρήκε ένα ταιριαστό παρτενέρ στα φωνητικά στο πρόσωπο της τότε κοπέλας του Sabine Merbach, για να μπορέσει να αντιληφθεί και να ερμηνεύσει τα φωνητικά μέρη, που βασίζονταν σε αυθεντικά ινδιάνικα κείμενα όπως τα μετέφερε στο βιβλίο του ο Dee Brown. Έτσι ξαφνικά το τρίο έγινε κουαρτέτο ξανά, σαν την πρώτη ενσάρκωση των Gila. Μόνο άνθρωποι που είχαν ασχοληθεί πολύ με την σκηνή της Γερμανικής ροκ θα πρόσεχαν ότι οι Popol Vuh και οι Gila είχαν σχεδόν το ίδιο lineup. Για μία περίοδο γύρω στα τρία χρόνια, η ομάδα Veit/Fricke/Fichelscher ήταν εξαιρετικά δημιουργική. 

Black Kettle's Ballad


Το 1972 στις εφημερίδες κυριαρχούσε ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Ο ψυχρός πόλεμος ήταν στην αποκορύφωση και αρκετές φορές ο κόσμος κατάφερε να γλυτώσει από ένα παγκόσμιο πόλεμο. Η γενιά εκείνη των νέων ανθρώπων ήταν πολύ επηρεασμένη από όλο αυτό και δεν ήταν μόνο στην Αμερική που συνέβαινε. Ο Conny ποτέ δεν ήταν φίλος των Αμερικανών και ασφυκτιούσε με την επεκτατική τους πολιτική και την μανία τους για την ίδρυση ενός νέου κόσμου με την επιβολή της δύναμης. Και υπό αυτό το πρίσμα η έκδοση του Dee Brown τον εντυπωσίασε. Αυτό που βρήκε στο βιβλίο έλεγε ο Conny ότι ήταν η εξήγηση αυτού του αβάσιμου, αχαλίνωτου μίσους που έδειξαν οι Γιάνκηδες απέναντι σε ένα μικρό, αλλά αυθεντικό και ανεξάρτητο λαό. Από την άλλη πλευρά, γοητεύτηκε από την απλότητα και την ποιητική δύναμη των ινδιάνικων ρητών που είχαν συμπεριληφθεί μέσα στα αυθεντικά κείμενα. Έτσι αποφάσισε να τα εντάξει στα τραγούδια του, χωρίς όμως να προσθέσει αυθεντική ινδιάνικη μουσική. 

Little Smoke


Αλλά η κεντρική ιδέα και το νέο lineup έκαναν απαραίτητη την αλλαγή του τρόπου δουλειάς. Οι Gila στην πρώτη ενσάρκωση τους συγκεντρώνονταν στο τζαμ και στον αυτοσχεδιασμό, ενώ τώρα η προσαρμογή των κειμένων στην μουσική απαιτούσε "δεμένες" συνθέσεις και κατόπιν την πρόσθεση των τμημάτων που υπήρχε κάποιος αυτοσχεδιασμός. Ρισκάροντας μία σύγκριση, μουσικά η προσέγγιση τους μιμείτο ινδική ράγκα. 

The Buffalo Are Coming


Όπως έλεγε ο Conny Veit, "ήθελα την ζωντάνια του τυπικού τζαζ αυτοσχεδιασμού και επίσης ήθελα την λογοτεχνική ακρίβεια, την οποία δεν μπορείς να έχεις χωρίς να φτιάξεις μία "δεμένη" σύνθεση μουσικής και στίχων. Είναι πολύ φιλοσοφημένα μουσικά όλα αυτά; Επομένως θα βάλω ένα τέλος σε όλες αυτές τις αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο των Gila και απλώς θα σας ευχηθώ την βαθύτερη μουσική ευχαρίστηση."

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025



BLACK WIDOW



SACRIFICE



"Είχαμε γυμνό επάνω στη σκηνή και σαφώς οι παραστάσεις μας βασίζονταν στην μαύρη μαγεία", ανακαλεί ο Clive Jones, που έπαιζε σαξόφωνο και φλάουτο. "Στις μέρες που ζούμε, αυτό που κάναμε τότε θα έμοιαζε αρκετά βαρετό. Αλλά πίσω στις αρχές του 1970, ήταν κάτι πρωτόγνωρο, άσε που προκαλούσε οργή". Ο Jones θυμάται την πρώτη φορά που η μπάντα του έπαιξε μπροστά σε κοινό. "Είχαμε κλείσει στο Lyceum Ballroom στο Λονδίνο, στο οποίο διευθυντής ήταν τότε ο Eric Morley, ο ίδιος που οργάνωνε τους διαγωνισμούς Miss World. Συμφώνησε να παίξουμε, μόνο και αν του δίναμε την εγγύηση μας ότι η κοπέλα που έκανε την παράσταση δεν θα έμενε γυμνή στο τέλος, πράγμα το οποίο και είχαμε σχεδιάσει. Αλλά μάντεψε τι συνέβη...Στ'αλήθεια έμεινε τελείως γυμνή και τότε απελευθερώθηκε η κόλαση. Οι πορτιέρηδες σκαρφάλωναν στη σκηνή προσπαθώντας να την καλύψουν, ενώ άλλοι προσπαθούσαν να εμποδίσουν το κοινό να πάρει φωτογραφίες". Οι προσπάθειες αυτές βέβαια αποδείχτηκαν μάταιες, καθώς ο Geoff Griffith (ο οποίος αντικατέστησε τον Bob Bond λίγο μετά την ηχογράφηση του ντεμπούτο άλμπουμ τους) συνεχίζει: "Κάποιος από την εβδομαδιαία εφημερίδα News of the World ήταν στην παράσταση και κατάφερε να βγάλει στα κλεφτά μία φωτογραφική μηχανή. Έτσι την επόμενη εβδομάδα υπήρχε μια φωτογραφία από την σκηνή με μια παρακίνηση με πηχυαία γράμματα προς τους γονείς: DON'T LET YOUR KIDS SEE THIS BAND! Αναμφισβήτητα αυτό δούλεψε υπέρ μας, καθώς έβαλε στο τρυπάκι τα παιδιά να μας τσεκάρουν. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν να αποκλειστούμε από όλες τις σκηνές που ανήκαν στην Mecca, την εταιρεία του Eric Morley".

In Ancient Days (Η Εισαγωγή)



Black Widow - Sacrifice (CBS – S 63948) 1970

Όλο αυτό μοιάζει πολύ μακρινό σε σχέση με το πώς ξεκίνησε η μπάντα στο Leicester, με το διαφορετικό όνομα Pesky Gee, από το 1966 με ένα line-up αποτελούμενο από τους Kay Garrett (lead vocals), Kip Trevor (lead vocals, guitar, harmonica), Chris Dredge (guitar), Bob Bond (bass), Zoot Taylor (organ), Clive Box (drums, piano) και Clive Jones. Είχαν κυκλοφορήσει ένα μόνο άλμπουμ το Exclamation Mark το 1969. Αν οι Αμερικανοί Coven τα ξεκίνησαν όλα με το πρωτοποριακό άλμπουμ τους "Witchcraft Destroys Minds and Reaps Souls", οι Black Widow ήταν τα νεότερα ξαδέρφια τους από την Αγγλία. Και τα δύο συγκροτήματα τραγουδούσαν για παρόμοια θέματα και, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, έγιναν πρωτοπόροι της αποκρυφιστικής ροκ (occult rock), έχοντας παράλληλα τους δικούς τους πολύ μοναδικούς αλλά δυνατούς ήχους. Αλλά εκεί που διέφεραν τα δύο συγκροτήματα ήταν ότι ενώ η σκηνική παράσταση των Coven βασιζόταν στην αόριστη αντίληψη του κοινού για μια σατανική παράσταση που συνέβαινε, η σκηνική παράσταση που ανέπτυξαν οι Black Widow βασιζόταν σε αυθεντικές απόκρυφες τελετουργίες παρμένες από αρχαία κείμενα και σε αντίθεση με τα μελλοντικά συγκροτήματα που απλώς τραγουδούσαν για τον διάβολο, τα μέλη των Black Widow έπαιρναν αυτό που έκαναν στη σκηνή αρκετά σοβαρά. Τόσο σοβαρά, που ακόμη και η εκκλησία της Αγγλίας το πρόσεξε, φοβούμενη ότι οι Black Widow ίσως να είχαν τη δύναμη να κάνουν πραγματική επίκληση ενός δικού τους δαίμονα.

Way to Power (Τα Βιβλία της Απόκρυφης Γνώσης)


Ενδιαφερόμενοι και οι δύο για τον Αποκρυφισμό και τη Μαύρη Μαγεία, ο κιθαρίστας Jim Gannon και ο Kip Trevor άρχισαν να συνδέονται εξαιτίας της γοητείας που τους προκαλούσαν οι σκοτεινές τέχνες και στη διαδικασία, άλλαξαν την κατεύθυνση του συγκροτήματος. Κάποτε μια straight rock μπάντα με πρότυπο τους The Who ή τους The Yardbirds, ο Gannon είχε την ιδέα να συνδυάσει τη ροκ και την τελετουργία, διευθύνοντας μια πραγματική μαύρη λειτουργία στη σκηνή με την ψυχή του Kip να κρέμεται από μια κλωστή. Ο Gannon, ο οποίος ήταν ένας πολύ δημιουργικός στιχουργός, συμβουλεύτηκε το είδωλο του αποκρυφισμού της δεκαετίας του 1960, τον αρχιερέα της Wicca, Alex Sanders, για να γράψει το σατανικό μουσικό του έργο - ένα concept άλμπουμ που θα αφηγούνταν την ιστορία της αναζήτησης των Black Widow για μαγική γνώση, στο οποίο προσκαλούν τον ακροατή να παρευρεθεί στην μεσονύκτια συγκέντρωση τους (Sabbat), όπου ο Kip επικαλείται τον θηλυκό δαίμονα Astaroth, δαιμονική θεότητα του έρωτα και του σεξ. Ο Gannon έγραψε την ιστορία σε επτά τραγούδια και το concept ντεμπούτο άλμπουμ των Black Widow, Sacrifice, κυκλοφόρησε αθόρυβα από την CBS Records το 1970. Ωστόσο, η σκηνική παράσταση που ανέπτυξαν για να παρουσιάσουν και να υποστηρίξουν το άλμπουμ δεν ήταν τόσο αθόρυβη και θα προκαλούσε αντιδράσεις και πρωτοσέλιδα όταν το συγκρότημα έφερε την παράστασή του σε περιοδεία στo Isle of Wight εκείνο το καλοκαίρι.

Come to the Sabbat (Το Κάλεσμα)


Με έναν πιο βαρύ ήχο να βγαίνει από υπόγεια και χώρους που γίνονταν πρόβες σε όλη την Αγγλία, η Αγγλική Εισβολή έφτανε στο τέλος της και η εποχή του heavy metal ήταν έτοιμη να ανατείλει. Ενώ οι Black Widow σίγουρα είχαν έναν heavy ήχο, όπως και οι Coven πριν από αυτούς, δεν ήταν ακριβώς heavy metal. Οι Black Widow είχαν περισσότερο prog rock ήχο, βασιζόμενοι σε μεγάλο βαθμό σε όργανo, φλάουτα και αυλούς, τα οποία δημιουργούσαν μια μυθική αίσθηση που συνέπιπτε με τη μαγεία και το μυστήριο του τελετουργικού τους περιεχομένου. Οι Black Widow είχαν επίσης μερικά πραγματικά τρομερά σόλο σαξοφώνου μέσω του Clive Jones, κάτι που θα ήταν εντελώς ακατάλληλο για ένα heavy metal άλμπουμ. Αλλά ενώ η μουσική μπορεί να μην ήταν metal, η μαγεία ήταν σίγουρα μαύρη.

Conjuration (Η Επίκληση)


Η παράσταση ξεκινούσε με τους Black Widow να καλωσορίζουν το κοινό στην παράσταση προσκαλώντας τους να φωνάξουν «Come, come, come to the Sabbat. Come to the Sabbat. Satan's there». Καθώς τραγουδούσε τα εναρκτήρια τραγούδια, ο Kip Trevor δημιουργούσε έναν προστατευτικό κύκλο στη σκηνή και στεκόταν μέσα σε αυτόν, πριν στα μισά της παράστασης ενωθεί με την δαίμονα Astaroth, ενσαρκωμένη σε μια νεαρή όμορφη κοπέλα ντυμένη με μια φαρδιά λευκή ρόμπα μεσαιωνικού στιλ. Μια μάχη θα ξεκινούσε με την Astaroth να προσπαθεί να αποπλανήσει τον Kip παρασύροντας τον έξω από τον κύκλο και τον Kip να προσπαθεί να την τραβήξει μέσα σε αυτόν. Στον αγώνα τους για κυριαρχία, η Astaroth αιχμαλώτιζε τον Kip με ένα μαστίγιο, όμως ο Kip ανακτούσε τον έλεγχο, έχοντας υποκύψει στην δαιμονική θεότητα να του δώσει την απαγορευμένη γνώση που ήθελε, με αντάλλαγμα την θυσία της κοπέλας. Καθώς ο Clive Jones αντικαθιστούσε το σαξόφωνό του με ένα κλαρινέτο, το συγκρότημα θα ξεκινούσε το 11-λεπτο φινάλε τους «Sacrifice», όπου ο Kip αφαιρούσε την λευκή ρόμπα από την αναίσθητη κοπέλα που το σώμα της είχε μόλις αφήσει η δαιμονική θεότητα και την άφηνε γυμνή στο πάτωμα της σκηνής. Κραδαίνοντας ένα σπαθί, θα εκινείτο αδέξια πριν τελειώσει τους τελευταίους στίχους του τραγουδιού, και καθώς παίζονταν οι τελευταίες συγχορδίες, θα "κάρφωνε" τη λεπίδα πάνω στην αναίσθητη γυμνή κοπέλα προτού τα φώτα της σκηνής σκοτεινιάσουν.

Seduction (Η Αποπλάνηση)


Προφανώς, ο συνδυασμός γυμνού, σεξ, σατανισμού και τελετουργιών προκάλεσε την έκπληξη του κοινού, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που η shock rock ερχόταν στην Αγγλία. Ο Arthur Brown έκανε εμφανίσεις ως ο Άρχοντας της φωτιάς της κολάσεως με δική του πατέντα με αναμμένη φωτιά στο κεφάλι του από το 1968. Αλλά υπήρχε κάτι πιο σκοτεινό και ύπουλο στην εμφάνισή των Black Widow, και το συγκρότημα ήταν ειλικρινές στην εκδήλωσή του. Δεν επρόκειτο για shock rock ή τέχνη. Ήταν μια περίπτωση μελέτης στη δαιμονολογία. Γρήγορα, περίεργοι θεατές άρχισαν να σπεύδουν στις συναυλίες των Black Widow, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ότι δεν επρόκειτο απλώς για ερωτικό θέαμα. Οι Black Widow ήταν στην πραγματικότητα ένα τρομερό συγκρότημα, και ως άλμπουμ, το Sacrifice ήταν εξαιρετικά δυνατό. Παρά τη μικρή προώθηση από την εταιρεία, την έλλειψη ραδιοφωνικής αναμετάδοσης, λόγω του ότι τίποτα στο άλμπουμ δεν ήταν έστω και λίγο φιλικό προς το ραδιόφωνο και αγνοημένο από το "Top of the Pops", το Sacrifice κατάφερε να σκαρφαλώσει στην 32η θέση στα UK Album Charts. Όχι άσχημα για ένα άλμπουμ που δεν είχε ποτέ επιτυχία στο Billboard Top 100. Ενώ όμως η δισκογραφική εταιρεία δεν προώθησε το άλμπουμ, ο τύπος γύρω από την πλέον διαβόητη παράσταση επί σκηνής το έκανε. Τα Βρετανικά μέσα ακολουθούσαν τους Black Widow από πόλη σε πόλη, γράφοντας για την ηδονιστική και τελετουργική τους παράσταση και σπέρνοντας φόβο στους γονείς που παρακολουθούσαν τα παιδιά τους να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα τους "Come to the Sabbat. Satan's there". Αλλά ακόμα πιο περίεργο ήταν ότι η ίδια η εκκλησία της Αγγλίας ανησυχούσε για την πιθανή αυθεντικότητα των τελετουργικών ενεργειών στη σκηνή, και άρχισαν να εμφανίζονται αναφορές για πραγματικούς κληρικούς που στάλθηκαν σε συναυλίες των Black Widow να παρακολουθήσουν για πραγματική δαιμονική δραστηριότητα. Καμία μπάντα σε καμία πλευρά του Ατλαντικού δεν είχε προκαλέσει ποτέ πριν ή και μετά αυτό το επίπεδο ανησυχίας στην εκκλησία.

Attack of the Demon (Η Επίθεση του Δαίμονα)


Μέχρι το τέλος του 1970, οι Black Widow είχαν δημιουργήσει μια ισχυρή φήμη ως ένα από τα πιο διαβόητα νέα συγκροτήματα της Αγγλίας. Με ένα άλμπουμ που κυριαρχούσε, μια ισχυρή παρουσία στον τύπο και ένα προϊόν πλούσιο σε περιεχόμενο και δημιουργικότητα, καθώς το συγκρότημα προετοιμαζόταν για το επόμενο άλμπουμ του, το προφανές επόμενο βήμα τους ήταν να κατακτήσουν την Αμερική. Ωστόσο, ο μάνατζέρ τους στην Worldwide Artists είχε κάποιες ανησυχίες. Είπε στο συγκρότημα ότι ένιωθε ότι η σατανική τους σκηνική παράσταση θα ήταν αντιδημοφιλής στην Αμερική, όπου ο κόσμος ήταν ακόμα σε σοκ μετά τις δολοφονίες από τους ακόλουθους του Charles Manson και τους έπεισε να ηρεμήσουν και να εγκαταλείψουν τον αποκρυφισμό. Οι Black Widow είχαν τις επιφυλάξεις τους, γνωρίζοντας ότι κρατούσαν κάτι μοναδικό στα χέρια τους, αλλά αναζητούσαν επίσης τη μεγάλη αμερικανική πρόκληση, οπότε εμπιστεύτηκαν τον μάνατζέρ τους. Αυτό ήταν και το μεγάλο τους λάθος. Ο μάνατζέρ τους, ένας παραγωγός ονόματι Patrick Meehan, είχε ένα άλλο συγκρότημα που ανέβαζε εκείνη την εποχή. Αυτό το συγκρότημα ήταν οι Black Sabbath. Μέχρι την κυκλοφορία του επόμενου άλμπουμ των Black Widow, οι Black Sabbath είχαν αφήσει το στίγμα τους εισάγοντας τη heavy metal στον κόσμο, και ο Meehan δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους στείλει στην Αμερική. Η κληρονομιά των Black Widow επισκιάστηκε από την τεράστια δημοτικότητα των Sabbath. Μια ευνουχισμένη εκδοχή των Black Widow κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ τους χωρίς φανφάρες το 1971 και το γκρουπ πέρασε μια σειρά από εναλλαγές του προσωπικού, πριν διαλυθούν το 1972, αφού η CBS Records τους απέλυσε.

Sacrifice (Το Αντάλλαγμα)


Οι Black Widow επανενώθηκαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών και επέστρεψαν στο στούντιο το 1998 με ένα νέο άλμπουμ με τίτλο "Return to the Sabbat". Καθώς το σύγχρονο κοινό άρχισε να ανακαλύπτει ξανά τους Black Widow, μια εκτίμηση για αυτό που παρήγαγαν στο Sacrifice άρχισε να αναδύεται από το black metal κίνημα στην Ευρώπη και την goth κουλτούρα στη Βόρεια Αμερική. Αν και ποτέ δεν κέρδισαν την mainstream δημοσιότητα που τους άξιζε, οι Black Widow τελικά ανέπτυξαν το δικό τους ισχυρό cult κοινό. Περισσότερες κυκλοφορίες έγιναν με το όνομα των Black Widow, συμπεριλαμβανομένων κομματιών από ένα ακυκλοφόρητο άλμπουμ που ηχογράφησαν το 1972 και ένα live άλμπουμ το 2008, πριν κυκλοφορήσουν δύο ακόμα άλμπουμ το 2011 και το 2012. Οι Black Widow βρέθηκαν πίσω στο ευρωπαϊκό μουσικό κύκλωμα, φέρνοντας το σατανικό τους τελετουργικό σε metal φεστιβάλ παντού, συχνά βρίσκοντάς τους στο ίδιο πρόγραμμα με το αδελφό τους συγκρότημα Coven, χέρι-χέρι ανακτώντας την κληρονομιά τους ως οι δημιουργοί της οccult rock.




Αν και ποτέ δεν γνώρισαν τόσο μεγάλη αναγνώριση όσο οι Black Sabbath - εκείνο το άλλο συγκρότημα των Midlands με «black» στο όνομα, αλλά χωρίς ενδιαφέρον για τις μαύρες τέχνες (και με τον ίδιο μάνατζερ)- παρόλα αυτά οι Black Widow άσκησαν κάποια επιρροή στο μέλλον της ροκ και της goth κατά τη διάρκεια της σύντομης ιστορίας τους με το παράξενα σαγηνευτικό μείγμα hard rock, progressive πειραματισμού και ποιμενικών ιντερλούδιων - δεν έχουν περιγραφεί τυχαία «Όταν οι Black Sabbath συναντούν τους Jethro Tull», ένας χαρακτηρισμός κατάλληλος για τον τρόπο που κιθάρα/μπάσο/ντραμς αναμειγνύονταν με έγχορδα, ξύλινα πνευστά και mellotron. Το να ακούς τους Black Widow είναι σαν να παίζεις πινγκ-πονγκ ανάμεσα σε δύο εποχές, με διαφορά αιώνων - τον σύγχρονο κόσμο της metal και τον μεσαιωνικό κόσμο των λαούτων και των φλάουτων.




Ήταν το Sacrifice που είδε την πρώτη άνθιση του σατανικού μεγαλείου και της μελωδικής ευρηματικότητας των Black Widow, για να μην αναφέρω την λυρική εμμονή με όλα τα σκοτεινά και καταστροφικά πράγματα. Το εναρκτήριο κομμάτι "In Ancient Days" έκανε μια αναδρομή σε αρχαίους πολιτισμούς - τους Βαβυλώνιους, τους Ετρούσκους και τους Αιγύπτιους - ενώ αφηγείτο την λαχτάρα των ανθρώπων από τα πανάρχαια χρόνια για απόκτηση της απόκρυφης γνώσης για να κάνουν τις επιθυμίες τους πραγματικότητα. Εν τω μεταξύ, η μουσική περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα στυλ, από midtempo rock, σε μεγάλο βαθμό στο ύφος των συναδέλφων prog rockers Genesis, ELP και Yes. Το "The Way to Power" έκανε σαφή την τάση του συγκροτήματος για μαγεία, ενώ ανέφερε για τα απόκρυφα βιβλία. Το "Come to the Sabbat" περιείχε συνθήματα που ήταν τόσο ενοχλητικά όσο και (ακούσια) διασκεδαστικά. Το "Conjuration" υποστηριζόταν από έναν εκπληκτικό και επιβλητικό πολεμικό παιάνα. Το "Seduction" ήταν παραπλανητικά και επικίνδυνα σαγηνευτικό. Τέλος, το "Attack Of The Demon" ήταν ένα έπος με πλήκτρα που θύμιζε τον πρώιμο ήχο των Deep Purple που στροβιλιζόταν από όργανο. Αν και δεν έγινε ποτέ δημοφιλές στην Αμερική, το "Sacrifice" δεν είναι μόνο ένα από τα πιο αυθεντικά αποκρυφιστικά (occult) άλμπουμ, αλλά είναι και ένα από τα καλύτερα. Στιχουργικά δυνατό, έξυπνα γραμμένο και με φαντασία ερμηνευμένο, το "Sacrifice" είναι ένα άλμπουμ αριστούργημα πραγματικό για να το ακούσει κανείς και παρόλο που οι στίχοι μπορεί να είναι εμποτισμένοι με σατανισμό, αξίζει πραγματικά να το ανακαλύψετε. Απλώς προσέξτε πώς θα ακουμπήσετε τη βελόνα στο βινύλλιο για να μην γίνει καμία επίκληση καταλάθος.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025



GRACIOUS


!


Παίζοντας στο Isle of Wight το 1970, οι Gracious βρέθηκαν να μοιράζονται την σκηνή με ονόματα όπως Jimi Hendrix, Doors, Who, Miles Davis και ακόμα περισσότερους. Προφανώς λόγω χαμηλών πωλήσεων στο πρώτο τους άλμπουμ στην Vertigo, έκαναν το 2ο άλμπουμ τους στην Phillips. Και τα δύο άλμπουμ τους, είναι σπάνια, συλλεκτικά και κοστίζουν αρκετά στην ορίτζιναλ έκδοση τους στις μέρες μας.

Introduction



Gracious - Gracious! (Vertigo – 6360 002) 1970

Μετά από αρκετές αλλαγές στο προσωπικό, η τελική σύνθεση αποτελούνταν από τους Alan Cowderoy (κιθάρα), Paul Davis (φωνητικά και δωδεκάχορδη κιθάρα), Martin Kitcat (πλήκτρα), Robert Lipson (ντραμς) και Tim Wheatley (μπάσο). Μία συναυλία στην οποία μοιράστηκαν την σκηνή με τους King Crimson αποδείχθηκε καθοριστική για τη μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος: Ο Martin Kitcat εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το Mellotron των King Crimson, που ήθελε να ενσωματώσει το Mellotron στον ήχο των Gracious. Το 1970, οι Gracious κυκλοφόρησαν το ομώνυμο πρώτο τους άλμπουμ. Αυτό περιλάμβανε μια εκπληκτικά πολύπλοκη μουσική για τη δεκαετία του 1970.  Σπάνια έχω συναντήσει ένα μουσικό κομμάτι που καταφέρνει να συνδυάσει κλασικές, ποπ και progressive επιρροές με τέτοιo τρόπο όπως το "Introduction". Το εκρηκτικό σόλο κιθάρας του Alan Cowderoy, η γλυκιά φωνή του Paul Davis, η harpsichord του Martin Kitcat, το μελωδικό fuzz μπάσο του Tim Wheatley και τα συντριπτικά ντραμς του Robert Lipson δημιούργησαν ένα φανταστικό εναρκτήριο κομμάτι. Και ίσως το πιο "βατό" του δίσκου.


Heaven



Ξεκινώντας με ειδυλλιακές πινελιές mellotron του Kitcat και το μελωδικό μπάσο του Wheatley, το "Heaven" αρχίζει με μια επιβλητική, κλασική μελωδία. Το κομμάτι υπογραμμίζεται από την καλαίσθητη κιθάρα του Cowderoy. Περίπου μετά από τρία λεπτά το τραγούδι αλλάζει απότομα σε έναν δροσερό, σχεδόν ποπ προσανατολισμό που αναδεικνύει την εμπορική φωνή του Davis και το ταλέντο του συγκροτήματος στα αρμονικά φωνητικά. "Do you have a clean mind;" ρωτάνε πολλές φορές. Και τσεκάρουν αν έχεις κάνει κάποιες υποχρεώσεις ως καλός πιστός, με κάποιες νύξειςγια την εκκλησία, πιθανότατα ορμώμενοι από το σχολικό τους παρελθόν σε Καθολικό σχολείο, αλλά και το αρχικό τους όνομα Satan's Disciples, που περικόπηκε σε Disciples.

- Τι σκέφτεσαι όταν περνάς τον χρόνο σου; / - Θα μπορούσες να βοηθήσεις έναν φίλο σου και έναν φίλο μου; / - Ποιος σε έκανε υγιή, στο σώμα και στο μυαλό σου; / - Θα δώσεις κάποια χρήματα στην εκκλησία εγκαίρως; / - Υπόσχεσαι στον εαυτό του ότι ποτέ δεν θα είσαι αγενής; / - Ο Θεός δεν θα προσπαθήσει ποτέ να σε εμποδίσει να συνεχίσεις να ψάχνεις



Με αυτό τον τίτλο (Do you have a clean mind;) κυκλοφόρησε αμέσως ένα single στην Αμερική από την Capitol, η οποία ανέλαβε και την Αμερικανική έκδοση του LP.

Hell



Δεδομένου του τίτλου του επόμενου τραγουδιού, υποθέτω ότι το δυσαρμονικό άνοιγμα στα πλήκτρα δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη στο "Hell". Αυτό υπογραμμίζεται και από την ενοχλητική κιθαριστική δουλειά του Cowderoy. Και τι μπορείς να πεις για το εμπνευσμένο από το "can-can" του Offenbach τμήμα; Από εκεί και πέρα, με την υποστήριξη των πλήκτρων του Kitkat, το τραγούδι πέρασε σε progressive εδάφη.

Fugue in D Minor



To "Fugue in D Minor" είναι απλά ότι λέει ο τίτλος. Αναδεικνύει την κλασική μουσική παιδεία των παικτών, όμως παρα-είναι μεγάλης διάρκειας.

The Dream




Η μεγαλύτερη και πιο πειραματική προσπάθεια του άλμπουμ, το "The Dream", ακούγεται σαν ένα μουσικό κολάζ που συνδυάζει διάφορα μέρη. Ξεκινώντας με ένα ουρλιαχτό της κιθάρας του Cowderoy, μετατρέπεται απότομα σε ένα σύντομο κομμάτι της σονάτας για πιάνο "Moonlight" του Μπετόβεν. Στα επόμενα δεκαπέντε λεπτά, η σύνθεση αναπηδά σε όλο το μουσικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένων τζαζ διαλειμμάτων, μερικών από τα πιο δύσκολα παιξίματα του Cowderoy, ενός ενοχλητικού τμήματος με ομιλίες του Davis, ενός τμήματος που προκαλεί φρίκη, λατινοαμερικανικών κρουστών, μιας αναφοράς στο "Hey Jude", ένα τμήμα που θυμίζει απίστευτα Zappa, κ.ο.κ. Χάριν του ρυθμικού μέρους καταφέρνει να διατηρηθεί σε νορμάλ επίπεδα.

Οι Gracious το 1971 έκαναν ένα δεύτερο άλμπουμ το This is...Gracious!! Tο παίξιμο σε αυτό το δεύτερο άλμπουμ ήταν πολύ πιο ώριμο, αλλά κυκλοφόρησε μετά τη διάλυση του συγκροτήματος και χωρίς να υφίσταται γκρουπ να το υποστηρίξει δεν δόθηκε καμία σημασία από τα μέσα ενημέρωσης της εποχής.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025




JEFFERSON AIRPLANE


VOLUNTEERS


To Volunteers ήταν το τελευταίο άλμπουμ των Jefferson Airplane στα 60'ς και το τελευταίο που παρουσίαζε το κλασσικό lineup: τον Marty Balin και την Grace Slick στα φωνητικά, τον Paul Kantner στην ρυθμική κιθάρα και στα φωνητικά, τον Jorma Kaukonen στην lead κιθάρα και στα φωνητικά, τον Jack Casady στο μπάσο και τον Spencer Dryden στα ντραμς. Το άλμπουμ αυτό όπως και να το προσεγγίσει κανείς, μεταφέρει ξεκάθαρα το ποιοι ήταν οι Airplane και η γενιά τους εκείνη την μαγική εποχή. 

Jefferson Airplane – Volunteers (RCA Victor – LSP-4238) 1969

Ήταν το 6ο άλμπουμ τους και ηχογραφήθηκε ανάμεσα στον Μάρτιο και τον Αύγουστο του 1969, μία περίοδο στην οποία συνέβη το Woodstock, η πρώτη επανδρωμένη προσελήνωση, αλλά και η κλιμάκωση του πολέμου στο Βιετνάμ, οι δολοφονίες από τους ακόλουθους του Manson και οι διαδηλώσεις που έμειναν γνωστές ως "η μάχη για το Πάρκο του Λαού" στο Berkeley. Οι Airplane ήταν στο απόγειο τους καθώς άρχισαν να κάνουν αυτό το άλμπουμ. Έχοντας κερδίσει τον απόλυτο σεβασμό για την τρομερή τους μουσικότητα και για τα υπέροχα φωνητικά, όπως επίσης για την προοδευτική τους, αλλά εύκολα προσβάσιμη γραφή, είχαν γίνει η φωνή της γενιάς τους. Όλοι τους παρακολουθούσαν, καθώς μετρούσε κάθε τι που έλεγαν και πώς το έλεγαν στα τραγούδια τους. "Το Volunteers, νομίζω είναι το καλύτερο άλμπουμ μας" λέει ο Spencer Dryden. "Νομίζω ότι ίσως ήταν η ωριμότητα για την μπάντα εκείνη την περίοδο. Είχαμε μάθει καλά ο ένας τον άλλο και είχαμε δέσει απίστευτα". Το Volunteers ήταν το πρώτο άλμπουμ τους που ηχογραφήθηκε εξ'ολοκλήρου στην άνεση της πόλης τους στο Σαν Φρανσίσκο. Στα προηγούμενα έπρεπε να ηχογραφήσουν στα στούντιο της RCA στο Λος Άντζελες. Αλλά στις αρχές του 1969 είχε τελειώσει η κατασκευή του Wally Heider Recording Studio στο Σαν Φρανσίσκο. Κι έτσι εκεί έκαναν ένα άλμπουμ όπως το φαντάζονταν. Το να βρίσκονται στο Σαν Φρανσίσκο επέτρεπε επίσης σε φίλους τους να τους επισκέπτονται, ανάμεσα σε άλλους τον Jerry Garcia, που έπαιξε pedal steel guitar στο "The Farm", τον κρουστό Joey Covington, που αργότερα θα γινόταν ντράμερ τους, τις Ace of Cups, τον David Crosby και τον Stephen Stills.


Ωστόσο, κανείς άλλος μουσικός δεν αναμίχθηκε τόσο μαζί τους σε άλμπουμ τους, όσο ο καλύτερος πιανίστας της εποχής τους Nicky Hopkins στο Volunteers. Ένας Άγγλος που ζούσε στο Σαν Φρανσίσκο, ο Hopkins ήταν ο πιο περιζήτητος session μουσικός εκείνη την εποχή και είχε ήδη εργαστεί με τους Who, Kinks, Rolling Stones και Jeff Beck. Αλλά για ένα μεγάλο μέρος του 1969 ήταν μαζί τους, ανεβαίνοντας στη σκηνή του Woodstock και βάζοντας την γλυκιά πινελιά του στο μεγαλύτερο μέρος του Volunteers. "Ο Nicky ήταν τεράστιος, ολοκληρωμένος επαγγελματίας", λέει ο Jack Casady. "Ήταν ένας ήσυχος τύπος, εκτός από όταν έπαιζε. Απολάμβανα να τον ακούω να παίζει. Όταν η Grace και ο Paul ήθελαν πρωταρχικά να διευρύνουν τον ήχο λιγάκι και να προσθέσουν την δυναμική του οργάνου (πιάνο), ο Nicky μπορούσε να κάνει μαγικά πράγματα".

We Can Be Together



Ένα από τα πρώτα κομμάτια που ηχογραφήθηκαν το "We Can Be Together", επιλέχθηκε ως αυτό που θα σηματοδοτούσε την εισαγωγή του άλμπουμ. Βασισμένο μελωδικά σε ένα παλαιό bluegrass θέμα, που ο Crosby είχε μάθει στον Kantner (όπως επίσης και το αδελφό κομμάτι "Volunteers"), οι εμπρηστικοί στίχοι του τοποθέτησαν τους Airplane στην πρώτη γραμμή μίας εκλαμβανόμενης επανάστασης της νεολαίας που φούντωνε στην χώρα τους και σε όλο τον κόσμο. Τους έβλεπαν ως συγκρουσιακούς, θυμωμένους και ακτιβιστές. Το "We Can Be Together" ανακοίνωσε ότι οι Airplane είχαν γίνει εξτρεμιστές σε μεγάλο βαθμό. Ή όχι;

"Αν ο κόσμος μας έβλεπε σαν να μεταφέρουμε πολιτικές απόψεις ήταν παρανόηση" λέει ο Kantner, που έγραψε το "We Can Be Together" και συνέγραψε το "Volunteers" με τον Balin. "Δεν αισθανθήκαμε την ανάγκη να διορθώσουμε κάτι, αλλά αυτοί οι ύμνοι στο "Volunteers" δεν λένε ¨εμπρός, ας βγούμε έξω να κάψουμε κτίρια και να αλλάξουμε την πολιτική σκηνή". Είναι σχεδόν σαν παρατηρήσεις σε εφημερίδα του τι συνέβαινε τότε στους δρόμους. Ήταν περισσότερο, όχι ένα κάλεσμα για δράση, αλλά ένα κάλεσμα για προσοχή σε ό,τι συμβαίνει γύρω σου, και ίσως ότι πρέπει να καλλιεργήσεις στο μυαλό σου κάτι που να είναι διαφορετικό, αντί να αντιδράσεις με τους παλιούς, δοκιμασμένους σκληρούς τρόπους.  H Slick πιστεύει ότι «Αυτό που έχουν συνειδητοποιήσει οι άνθρωποι είναι ότι ο χειρότερος εχθρός τους είναι ο εαυτός τους. Δεν υπάρχει εμείς και αυτοί. Ήμασταν πολύ αφελείς». Δεν συμφωνούσαν απαραίτητα όλα τα μέλη των Airplane με την πολιτικοποίηση των στίχων, αλλά ούτε είχαν έντονες αντιρρήσεις επ' αυτού. O Casady λέει: «Φυσικά, κανείς δεν ήθελε να πεθαίνουν άνθρωποι σε έναν πόλεμο. Αλλά δεν νομίζω ότι υπήρξε τόσο βαθιά σκέψη για την κατάσταση. Οι συγγραφείς έφεραν το υλικό και σκέφτηκα ότι η δουλειά μου ήταν να το κάνω να ακούγεται καλό».

Good Shepherd


"Και δεν ήταν όλο το Volunteers στην επικαιρότητα της εποχής. Το "Good Shepherd" ήταν ένα τραγούδι που έμαθα από έναν τύπο που ονομαζόταν Roger Perkins, ο οποίος ήταν τραγουδιστής φολκ, και τον φίλο μου Tom Hobson, και ήταν ένα εξαιρετικό spiritual κομμάτι που μου άρεσε πολύ», λέει ο Jorma. «Ένα ψυχεδελικό φολκ-ροκ τραγούδι».

The Farm


Σε μια παρόμοια επιστροφή στα βασικά ήταν το "The Farm", ένα καλόκαρδο honky-tonk κομμάτι από τον Kantner και τον φίλο του γκρουπ Gary Blackman, που εξυμνούσε τις αρετές της απλούστερης ζωής. «Αυτό το άλμπουμ ήταν συνυφασμένο με τα στοιχεία της κοινωνίας μας εκείνης της εποχής», εξηγεί ο Kantner, «και αυτό ήταν αναμφισβήτητα μέρος της. Υπάρχει μεγάλη αξία σε όλο αυτό το κίνημα, και εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα. Αυτό έλεγε, "Μιλάμε όλοι μόνο για την πόλη". Τι θα κάναμε χωρίς τους αγρότες; Θα τρώγαμε m&m's. Νομίζω ότι η μεγάλη δύναμη της Αμερικής έγκειται στο ότι διαφορετικοί άνθρωποι κάνουν διαφορετικά πράγματα που πρέπει να αναδεικνύονται αντί να επικρίνονται. Αυτό είναι και πάλι μέρος του ιδανικού, του «πρέπει να είμαστε όλοι μαζί». 

Hey Frederic


Η Slick παραδέχεται ότι το επόμενο κομμάτι της, το "Hey Frederic" είναι κάπως ασαφές, αλλά δηλώνει ότι ήταν ανοιχτό σε ερμηνείες. «Αυτοί οι στίχοι προορίζονται για να τους χρησιμοποιήσει ο ακροατής με ό,τι κι αν έχει να κάνει με τον εαυτό του», λέει. Αλλά κάνει μια υπόδειξη: «Οι άνθρωποι σου λένε, "Όχι, δεν μπορείς. Μην το κάνεις. Δεν είναι σωστό. Δεν είναι έτσι." Ε, απλώς πας και το κάνεις αν θέλεις. Ξέχνα τι σου λένε. Το ότι κάποιος λέει όχι, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ισχύει και για εσένα. Νομίζουν ότι αυτό που λένε ισχύει, αλλά αυτό είναι δικό τους πρόβλημα».

Turn My Life Down



Ακολουθεί το "Turn My Life Down" του Kaukonen, στο οποίο συμμετέχει ο Stephen Stills στο όργανο Hammond. Είναι μοναδικό αυτό που γίνεται στους Airplane, καθώς ο Jorma δίνει τα φωνητικά στον Marty. "Έγραψα το τραγούδι", λέει ο Jorma, "και συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το τραγουδήσω όπως θα ήθελα. Είχαμε μια υπέροχη ανδρική φωνή στο συγκρότημα και ο Marty τα πήγε περίφημα. Αυτό το τραγούδι ήταν εμπνευσμένο από το τραγούδι των Smokey Robinson και των Miracles: The Tracks Of My Tears". 

Wooden Ships



Το επόμενο κομμάτι είναι ένα από τα πιο διαχρονικά επικά κομμάτια της ροκ μουσικής. Γραμμένο από τους Kantner, Crosby και Stills, εμφανίστηκε όχι μόνο στο Volunteers αλλά και στο ντεμπούτο άλμπουμ των Crosby, Stills και Nash, που κυκλοφόρησε πέντε μήνες νωρίτερα από το άλμπουμ των Airplane. Και οι δύο εκδοχές είναι δυνατές, αν και κάπως διαφορετικές στην ερμηνεία. Το "Wooden Ships" (ο αρχικός τίτλος ήταν "Positively Negative") είναι ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια και των δύο συγκροτημάτων. Σίγουρα, είναι επίσης ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ για την αναζήτηση της αναβίωσης σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο και το διαρκές ανθρώπινο πνεύμα που παρακινεί τους ζωντανούς να παραμείνουν θετικοί και να ανοικοδομήσουν από τις στάχτες της καταστροφής, σε αυτήν την περίπτωση, έναν νέο πολιτισμό απαλλαγμένο από την τρέλα που κατέστρεψε τον παλιό. «Ο David είχε αυτό το μουσικό κομμάτι για περίπου ένα ή δύο χρόνια, για το οποίο δεν είχε γράψει στίχους», λέει ο Kantner, ο οποίος άρχισε να γράφει το τραγούδι με το στίχο "If you smile at me / You know I will understand", που είχε εντοπίσει ο Crosby στο πλάι μιας παλιάς  εκκλησίας Βαπτιστών στη Φλόριντα. Ένα άλλο τμήμα των στίχων ήταν εμποτισμένο από το πρώτο τραγούδι που είχε γράψει ο Paul στο κολέγιο το 1962, ένα κομμάτι που δεν ηχογραφήθηκε ποτέ με τίτλο «Fly Away». «Η Grace κι εγώ είχαμε πάει για ιστιοπλοΐα με τον David», συνεχίζει ο Kantner. «Ήξερα πόσο αγαπούσε ο David τον ωκεανό. Έτσι, έβαλα απλώς το "Wooden ships on the water, very free and easy", το οποίο γοήτευσε τον David αφάνταστα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού είναι δικοί μου στίχοι και το μεγαλύτερο μέρος είναι μουσική του David. Ο Stephen Stills έγραψε έναν στίχο, τον άσχημο στίχο για το "watching you die". Το οποίο», προσθέτει γελώντας, «είναι κάπως κατάλληλο για τον Stephen». 

Eskimo Blue Day



Το «Wooden Ships» δίνει τη θέση του στο «Eskimo Blue Day» της Grace, ένα τολμηρό και επιδέξια φτιαγμένο, σχεδόν σε τζαζ στυλ, τραγούδι, με τη συμμετοχή της Slick στο φλάουτο και το πιάνο. Ίσως το θυμόμαστε καλύτερα για τις ειλικρινείς δηλώσεις του ότι το «human name», συνολικά, «doesn't mean a shit to a tree». Στην οποία η Grace θα επαναλάβει απλώς ότι η δήλωση εξακολουθεί να ισχύει. «Νομίζουμε ότι είμαστε τόσο ζωντανοί και σέξι», λέει, «και φαντάζεστε ότι μια σεκόια υπάρχει εδώ και περίπου χίλια χρόνια. Ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε, πραγματικά;»

A Song for All Seasons



Εύκολα το πιο χιουμοριστικό και ειρωνικό κομμάτι στο Volunteers, το με country χροιά «A Song for All Seasons» του Spencer Dryden ήταν μια αναφορά στον ασταθή κόσμο του ροκ μουσικού. Ο Dryden έγραψε τη μελωδία μετά από μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο με έναν συνάδελφο μουσικό, τον Al Kooper. Το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν: «Άκουσα ότι η μπάντα σας διαλύεται», λέει ο Dryden. «Απάντησα: «Όχι ακριβώς», αλλά μου έδωσε την έμπνευση να γράψω για τις δοκιμασίες και τις ταλαιπωρίες του να είσαι μέλος μιας μπάντας και να βρίσκεσαι υπό πίεση να παίζεις συνεχώς, να ταξιδεύεις και να ηχογραφείς χωρίς να έχεις ελεύθερο χρόνο».

Meadowlands



Καθώς το άλμπουμ πλησιάζει στο τέλος του, ένα ορχηστρικό διάλειμμα διάρκειας ενός λεπτού που ονομάζεται "Meadowlands" προετοιμάζει τον ακροατή για τη μεγάλη κορύφωση. «Είναι το εμβατήριο προέλασης του Σοβιετικού Στρατού», θυμάται ο Kantner για τη μελωδία. «Έτσι, το προσθέσαμε κάπως ως μια προσβολή προς το κατεστημένο». Το έμαθα από τον Pete Seeger". Το "Meadowlands" με την Slick στο όργανο, είναι η τέλεια εισαγωγή στο "Volunteers". 

Volunteers



Μέχρι τώρα η ιστορία της γένεσης του τραγουδιού έχει σχεδόν γίνει λαϊκό τραγούδι, αλλά ο Marty Balin για άλλη μια φορά μιλάει για την πολύ αντιρομαντική του προέλευση. Το "Volunteers" δεν ήταν πολιτικό τραγούδι εξαρχής", λέει. "Με ξύπνησε ένα φορτηγό των Volunteers of America που μάζευε κάτι πράγματα. Έσπευσα να γράψω αυτόν τον στίχο μέσα στον ύπνο μου και τον έδωσα στον Paul εκείνη την ημέρα και έγραψε τα υπόλοιπα. Αυτό το πράγμα έγινε αυτός ο ύμνος. Ακόμα και σήμερα. Υπήρχε μια επαναστατική ατμόσφαιρα σε όλα εκείνες τις μέρες. Ήμασταν το συγκρότημα που, όταν τα παιδιά έκαναν διαμαρτυρίες στα κολέγια, μας ζητούσαν να πάμε να παίξουμε. Και ήμασταν σύμβολα μιας επανάστασης. Αλλά δεν είχα ιδέα ότι αυτό το τραγούδι θα γινόταν ύμνος όταν το έγραψα. Γράφεις αυτά τα πράγματα απλώς αδιάφορα και υποσυνείδητα, υποθέτω, και αποκτούν νόημα για όλους τους άλλους». «Είναι κατά κάποιο τρόπο μία αφύπνιση της συνείδησης ξανά, αντί να είναι ένα κάλεσμα για δράση», πρόσθεσε ο Kantner. «Και ζητώντας από τους ανθρώπους να μην θέσουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο, αλλά να μπουν στη διαδικασία της συνεισφοράς».


Το άλμπουμ κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία. Το ιδιόρρυθμο artwork του άλμπουμ έλαβε επίσης θετική κριτική. Αρχικά, στο εσωτερικό μέρος του gatefold εξώφυλλου, το συγκρότημα, χωρίς προφανή λόγο, έβαλε μια φωτογραφία ενός υπερμεγέθους σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα. Στη συνέχεια, τηρώντας την ιδέα ότι τα τραγούδια ήταν ένα ρεπορτάζ, το οπισθόφυλλο σχεδιάστηκε ως μια παράξενη ψεύτικη εφημερίδα. Η φωτογραφία του εξωφύλλου απεικόνιζε το συγκρότημα με παράξενες μάσκες και ενδυμασίες. «Ανοησίες. Πολλά από αυτά δεν σήμαιναν τίποτα. Δεν κάναμε πολλά εκτός από το να περνάμε καλά», λέει η Grace. Πράγματι, εκείνες οι καλές εποχές αντικατοπτρίζονταν πλήρως στις live εμφανίσεις των Airplane εκείνης της περιόδου. Μέχρι τα τέλη του 1969 είχαν γίνει ένα από τα πιο ηλεκτρισμένα συγκροτήματα στον κόσμο - πολλοί θα υποστήριζαν ότι κανένα άλλο δεν θα μπορούσε να τους αγγίξει. Οι καλές εποχές τελικά θα τελείωναν και το Volunteers ήταν ένα οριστικό σημείο καμπής. Για τον Dryden, το τέλος της δεκαετίας του '60 ήταν το σύνθημα για να φύγει. Στις 6 Δεκεμβρίου 1969, ήρθε η βίαιη ροκ συναυλία στο Altamont στην Καλιφόρνια, όπου ένας άντρας δολοφονήθηκε και ο Balin ξυλοκοπήθηκε από τους Hell's Angels. Ο Dryden λέει: «Φαινόταν απλώς σαν μια δήλωση: "Γεια σας, παιδιά, αυτό ήταν, τελείωσε. Είναι το τέλος της δεκαετίας, το τέλος μιας εποχής". Και ουσιαστικά, ήταν. Όλα άλλαξαν μετά από αυτό. Ο Dryden έφυγε την επόμενη χρονιά. Ο Balin παρέμεινε στο συγκρότημα μέχρι τις αρχές του 1971 και το 1973, μετά από δύο ακόμη στούντιο άλμπουμ και ένα live άλμπουμ με αναθεωρημένη σύνθεση, οι Airplane έβαλαν τέλος στην ύπαρξη τους, αν και τα έξι μέλη του συγκροτήματος από την περίοδο του Volunteers σημείωσαν μεγάλη επιτυχία στις επόμενες επιδιώξεις τους, τόσο χωριστά όσο και, σε διάφορες μορφές, μαζί.


Αλλά για πολλούς που πέταξαν μαζί με τους Jefferson Airplane, το Volunteers ήταν η κορύφωση. Όπως αναφέρεται στην εις βάθος αναφορά του εξωφύλλου του άλμπουμ στο μέρος "Paz Chin-In" του φανταστικού τεύχους της 1ης Απριλίου 1939 του Paz Progress, "All in all, a good time was had by all who attended.". Πολύ σωστά.

Πηγή: Got A Revolution! The turbulent Flight of Jefferson Airplane του Jeff Tamarkin

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2025




CARM MASCARENHAS





Singers / Songwriters of 60's & 70's




Carm Mascarenhas - Someday Soon (Mascanta Music) / 1975

Ο τραγουδοποιός/τραγουδιστής Carm Mascarenhas είναι δικαιολογημένα άγνωστος στο ευρύ κοινό, μιας και η καταγωγή του ήταν από την Ινδία. 

Ο Carmo Mascarenhas ή Carm όπως προτιμούσε να τον αποκαλούν ήταν γεννημένος στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και η οικογένειά του καταγόταν από το Arossim (Cansaulim) στην Goa, αν και μεγάλωσε στο Matharpacady, όπου η μουσική του έγινε πάθος. 

Όπως πολλοί νεαροί στην Goa εκείνης της εποχής, ξεκίνησε τη μουσική νωρίς με μία φυσαρμόνικα, αλλά την παράτησε σε ηλικία 15 ετών, λόγω πνευμονικής αδυναμίας. 

Ευτυχώς για αυτόν, ο πατέρας του που ήταν ναυτικός, του αγόρασε μια ηλεκτρική κιθάρα, την οποία και λάτρεψε με ενθουσιασμό!




In the Sun


«Μέρα με τη μέρα αγαπούσα τη μουσική περισσότερο από οτιδήποτε άλλο" και «διαπίστωσα ότι ήταν η μόνη πηγή χαράς και ευτυχίας μου», είχε πει κάποτε. Στην Ινδία στα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Carmo έβρισκε το να παίζει δυτική ποπ μουσική πολύ "δύσκολη πρόκληση» και υπέφερε από την έλλειψη ενθάρρυνσης και ευκαιριών. Δημιούργησε το πρώτο του ποπ «beat group» με φίλους και είπαν το γκρουπ τους «Easy Beats». Αλλά σημείωσε μικρή επιτυχία αργότερα μόνο ως σόλο καλλιτέχνης.

Stormy Day



Εμφανιζόταν με συνοδό έναν ντράμερ, γεγονός που του έδωσε το ψευδώνυμό του «The Lone Viscount». Άρπαζε κάθε ευκαιρία να εμφανίζεται σόλο, ιδιαίτερα μέσω του All India Radio για τη σειρά Young Musicians Series και του Cadbury Amateur Hour, και είχε κάνει εμφάνιση στο πολύ δημοφιλές Radio Ceylon της εποχής. Γυρίζοντας την Goa, συνοδευόταν από τον ντράμερ Steve Sequeira. Η πρώτη του ποπ σύνθεση ονομαζόταν "Loving Word". Οι επιρροές του ήταν τα είδωλα της εποχής - οι Beatles, ο Bob Dylan, ο Tom Jones, οι Peter, Paul and Mary.

Beyond My Home



Απογοητευμένος από τις λιγοστές ευκαιρίες στην Ινδία, μετανάστευσε στον Καναδά στις αρχές της δεκαετίας του '70. Γνώρισε κάποια επιτυχία εκεί, ηχογραφώντας ένα πρωτοποριακό άλμπουμ για την εποχή, με τις πρωτότυπες συνθέσεις του το 1975, στο Winnipeg και με τίτλο "Someday Soon". Το ύφος είναι της εποχής - λυρικό, ελαφρώς εσωστρεφές και μη εμπορικό. Για την ηχογράφηση του δίσκου του πλαισιώθηκε από μία ομάδα session μουσικών, οι οποίοι ταίριαξαν υπέροχα με την γλυκιά, μελωδική χροιά της φωνής του Carmo.

A Time in Life



Ο Carmo στον Καναδά γνώρισε την Chrystle, μια νεαρή Καναδή μερικά χρόνια νεότερή του, στο Πανεπιστήμιο, όπου και οι δύο σπούδαζαν Ασιατικές Σπουδές. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν έναν γιο και μια κόρη. Κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού/επίσκεψης στη γενέτειρα του το 2003, ο Carmo άφησε την τελευταία του πνοή στην βαθιά πλευρά μιας πισίνας στην Άπω Ανατολή, προσπαθώντας να σώσει τον γιο του - ο οποίος ευτυχώς διασώθηκε από την κόρη του.

Το άλμπουμ που κατάφερε να κάνει έχει γίνει στις μέρες μας cult σε συλλεκτικούς κύκλους, όχι τυχαία, αποτέλεσμα των συναισθημάτων που μετέφερε η φωνή του, αλλά και της άριστης συνεργασίας με τους επαγγελματίες μουσικούς που τον συνόδευσαν. 

(Happy Days) Someday Soon



Το lineup για τον δίσκο του ήταν:

- Carm Mascarenhas - vocals, arranger, producer 

- Dale Russel - guitars, arranger, producer 

- Mark Rutherford - piano, flute 

- Ian Gardiner - bass 

- Glenn Hall - saxophones 

- Fred Dawse - drums 

- Leonard “Lewsh” Shawn - piano 

- Martin “Kinsey” Poson - bass 

- Seymour “Mojo” Koblin - drums 

- Tom Prescoll - bass 

- Jim Thompson - drums 

- Jim Hillman - percussion 

- Gary Golden - organ 

- Art Carpenrier - arp synthesizer 


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025





DULCIMER



And I Turned As I Had Turned As A Boy...



Το ντεμπούτο άλμπουμ τους, ηχογραφημένο ζωντανά σε μια μαραθώνια ηχογράφηση στο Lansdowne Studio, έσφυζε από αυθορμητισμό και μια εύθραυστη ομορφιά που αποτύπωνε την ουσία μιας πιο απλής και σίγουρα πιο ειλικρινούς εποχής. Με ένα εκλεκτικό οπλοστάσιο οργάνων - από δωδεκάχορδες κιθάρες μέχρι ντούλσιμερ, ξυλόφωνο και μπάντζο - οι Dulcimer έπλασαν τραγούδια που ήταν στοιχειωτικά, αλλά ταυτόχρονα εμπνευσμένα. Η μουσική τους, εμποτισμένη με την αγγλική παράδοση και διαποτισμένη με ποιητικό λυρισμό, κέρδισε την αναγνώριση των κριτικών, αποσπώντας εγκωμιαστικά σχόλια από την Melody Maker και ένα πιστό κοινό.  

Lisa's Song



Dulcimer - And I Turned As I Had Turned As A Boy... (Global Records - 6306 909) 1971 

Ο Pete Hodge, μοναδικός επιζών στις μέρες μας από την μπάντα, μεγάλωσε στο μικρό χωριό Snowshill, ψηλά στους λόφους Cotswold. Αν και όπως λέει δεν το συνειδητοποιούσε τότε, η οικογένεια του ήταν αρκετά φτωχή, οι γονείς του ζούσαν κυρίως από τη γη για να τα βγάζουν πέρα. Μόνο όταν μπήκε στα μέσα της εφηβείας του και μελέτησε τον Wordsworth και τους ρομαντικούς ποιητές στο σχολείο άρχισε να καταλαβαίνει τη μελαγχολική μεγαλοπρέπεια της μοναξιάς στη φύση, και ένα μέρος αυτής της μεγαλοπρέπειας αργότερα διαποτίστηκε και στη μουσική που έπαιξε. Η συνάντηση του με τον Dave Eaves έγινε κάπου στα τέλη της εφηβείας και το ντουέτο ταίριαξε πολύ, αλλά ολοκληρωμένη μπάντα προέκυψε με την προσθήκη του ξαδερφού του Jem North ο οποίος τους συνόδευσε στο μπάσο - στην πραγματικότητα μια αυτοσχέδια, κουρδισμένη ισπανική κιθάρα. Φάνηκε να ταιριάζουν πολύ γρήγορα, και παρόλο που δεν είχε προηγούμενη μουσική εμπειρία, σύντομα έγινε ένας εξαιρετικός, εφευρετικός μπασίστας. Σύντομα, έπαιζαν σε μικρά κλαμπ, παμπ και εστιατόρια συνήθως ακουστικά. Το όνομα Dulcimer τους δόθηκε από τον ηθοποιό Richard Todd, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για το ντούλσιμερ των Απαλαχίων που είχε αρχίσει να παίζει ο Pete Hodge.

Starlight



Ο Richard Todd, ένας σημαντικός αστέρας του κινηματογράφου της εποχής του, τους προσκάλεσε στο σπίτι του για να συζητήσουν την πιθανότητα να γράψουν κάποιο υλικό για αυτόν, συνδυάζοντας τα τραγούδια και τη μουσική τους με ποιητική αφήγηση από τον ίδιο. Ήταν κάτι αυτονόητο ότι θα συμφωνούσαν και μια μεγάλη ευκαιρία για την μπάντα μας να βελτιώσουν τις δεξιότητές τους στη σύνθεση τραγουδιών. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο Dave Eaves και ο Pete Hodge είχαν γράψει μια ομάδα τραγουδιών, ποίησης και πεζογραφίας που θα περιείχαν τη βαθιά, μεστή και ηχηρή φωνή του Richard Todd.



 Εν τω μεταξύ, ο Richard Todd είχε επικοινωνήσει με τον Larry Page. Εκείνη την εποχή, ο Larry Page ήταν μάνατζερ των The Kinks και των The Troggs, οπότε τα πράγματα επιταχύνονταν και για τους Dulcimer. Απίστευτα, ηχογράφησαν όλο το άλμπουμ σε μία ηχογράφηση, εντελώς ζωντανά και πολλά από τα τραγούδια με μία λήψη. Έφτασαν στο Lansdowne Studio, έστησαν τα όργανά τους και ο ηχολήπτης David Baker τους τοποθέτησε το μικρόφωνο. Έπαιξαν μερικά τραγούδια για αυτό που νόμιζαν ότι ήταν τεστ για τον ήχο, και ξαφνικά ο Larry Page ανακοίνωσε «Τελείωσε» και τους είπαν να ανέβουν στο control desk και να τα ακούσουν. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγαν πραγματικά τους εαυτούς τους να παίζουν, εκτός από μερικές παραμορφωμένες ηχογραφήσεις κασέτας, και ήταν πολύ ευχαριστημένοι με αυτό που άκουσαν, αισθάνθηκαν για πρώτη τους φορά σαν μία πραγματική μπάντα. 

Morman's Casket



Από εκεί και πέρα, ο ρόλος της παραγωγής του Larry Page συνίστατο στο να τους κρατάει σε εγρήγορση με περιστασιακές ερωτήσεις του στυλ: «Έχετε κάτι άλλο, παιδιά;» Είχε, ωστόσο, ήδη "κάνει το θαύμα του", ξεγελώντας τους έξυπνα, κάνοντάς τους να νομίζουν ότι απλώς εξασκούνταν, με αποτέλεσμα να χαλαρώσουν και να έχουν αυτοπεποίθηση. Ο Richard Todd ήρθε στην ηχογράφηση αργά, και παραδόξως, παρόλο που δεν είχαν εξασκηθεί ποτέ στις δύο αρκετά περίπλοκες ενορχηστρώσεις τραγουδιών και αφήγησης μαζί, τα έκαναν και τα δύο με μία λήψη! Μετά από αυτό, δεν άκουσαν ποτέ άλλη αναπαραγωγή μέχρι να κυκλοφορήσει το άλμπουμ. Το άλμπουμ δεν στηριζόταν σε κάποιο κόνσεπτ, καθώς έγραφαν απλώς για πράγματα που τους ενδιέφεραν, χωρίς να σκέφτονται την εμπορικότητα ή το τι ήταν επίκαιρο. Έργα όπως το «Caravan» και το «Sonnet to the Fall» προέρχονταν από τις ρουστίκ ρίζες τους, ενώ οι ρομαντικές μπαλάντες του Dave Eaves και οι σουρεαλιστικές φαντασιώσεις του Pete Hodge είχαν και οι δύο τις ρίζες τους στα συνηθισμένα αγχωτικά, εφηβικά μαθήματα ενηλικίωσης που είχαν πάρει στις ζωές τους μέχρι τότε. Η λογοτεχνία προφανώς έπαιξε κι αυτή τον ρόλο της, καθώς και οι δύο ήταν φανατικοί αναγνώστες.

Pilgrim from the City



Το έργο τέχνης / εξώφυλλο αποδόθηκε λανθασμένα ότι το σχεδίασε ο Pete Hodge, αλλά στην πραγματικότητα ήταν έργο της Linda Glover, σχεδιάστριας η οποία είχε σχεδιάσει και τα εξώφυλλα δίσκων των Manfred Mann's Earth Band, Magna Carta, Colosseum, Scott Walker και άλλων. Η μπάντα ήταν διαρκώς σε αγωνία, περιμένοντας την επόμενη εξέλιξη. Παρόλο που το άλμπουμ έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς και πούλησε έναν λογικό αριθμό αντιτύπων και παρόλο που σύντομα είχαν ηχογραφήσει ένα επόμενο άλμπουμ, αυτό το δεύτερο άλμπουμ δεν είδε το φως της δημοσιότητας μέχρι 20 χρόνια αργότερα, όταν εμφανίστηκε ως bootleg άλμπουμ στο διαδίκτυο. Οι επιρροές τους από εκείνη την περίοδο ήταν οι Dylan, Simon and Garfunkel, Joni Mitchell και Leonard Cohen—όλοι οι Αμερικανοκαναδοί τραγουδοποιοί-τραγουδοποιοί με μεγάλη επιτυχία. Και από Αγγλία: ο Richard Thompson, οι The Incredible String Band, και λίγο αργότερα, ο Mike Scott και οι 10cc.

Caravan (And I turned/As I had turned as a boy/To leave/As a passing caravan)



Αν οι Amazing Blondel ήταν η φωνή της μεσαιωνικής Αγγλίας, τότε αυτό το τρίο θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο της προσαρμογής των ποιημάτων του Thomas Hardy στην μουσική, μία ανάμνηση της ειδυλλιακής υπαίθρου που πάντα όμως διαθέτει μία σκοτεινή πλευρά. Έντονο λυρικά και μεταφέροντας με θεαματικό τρόπο αυτά που θέλουν να πουν με την βοήθεια 12χορδης ακουστικής, μαντολίνου και ξυλόφωνου, το άλμπουμ τα καταφέρνει στο σύνολο του χωρίς να ψάχνει τρακς που θα θεωρούνταν "αγαπημένα". Σαν μπόνους (μία εμπνευσμένη πινελιά), ο ηθοποιός Richard Todd διαβάζει ποίηση σε δύο κομμάτια του άλμπουμ και η φωνή του συμπληρώνει την μουσική με πολύ όμορφο τρόπο. Αν και απολύτως Αγγλικό, υπάρχουν στιγμές στην Β'πλευρά που η παραγωγή και οι φωνητικές αρμονίες μου θυμίζουν τον μεγάλο Αμερικανό παραγωγό δίσκων Gary Usher. Κάποιοι κυνικοί ακροατές ίσως να αποκαλούσαν το άλμπουμ μία απόκοσμη ανοησία, όμως προσωπικά το θεωρώ πανέμορφο, σχεδόν ένα μουσικό έργο πνεύματος. Η Αγγλική έκδοση του άλμπουμ (στη Nepentha) είναι ιδιαιτέρως σπάνια, συλλεκτική και επομένως πολύ πιο ακριβή για να την αποκτήσει κανείς σε σχέση με τις εκδόσεις σε άλλες χώρες (Αμερική, Γερμανία, Αυστραλία, Ιαπωνία και Ιταλία).


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Διαβάστε/Ακούστε επίσης